← Κύπρος

Δεσπούλας Σάββα ν. Χαράλαμπου Φραντζή, Αγωγή αρ.: 5206/15, 11/11/2016

Δεσπούλας Σάββα ν. Χαράλαμπου Φραντζή, Αγωγή αρ.: 5206/15, 11/11/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2016:A472 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Στ. Τσιβιτανίδου-Κίζη, Α.Ε.Δ. Αγωγή αρ.: 5206/15 Μεταξύ: Δεσπούλας Σάββα, από την Λεμεσό Ενάγουσας και Χαράλαμπου Φραντζή, από την Λεμεσό Εναγόμενου -------------------------------------------------- Αίτηση ημερομηνίας 23/12/2015 για έκδοση Προσωρινού Διατάγματος Ημερομηνία: 11 Νοεμβρίου, 2016 Εμφανίσεις: Για την ενάγουσα - αιτήτρια: κα Καραπατάκη για KARAPATAKIS PAVLIDES LLC Για τον εναγόμενο - καθ' ου η αίτηση: κα Αυγουστή για κ. Νίκο Καλλή ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Ενάγουσα και εναγόμενος είναι αδέλφια και συνιδιοκτήτες του τεμαχίου γης 893 (το ¼ μερίδιο είναι εγγεγραμμένο επ' ονόματι του υιού του εναγομένου, με τον τελευταίο να είναι ο επικαρπωτής στη βάση δικαιώματος επικαρπίας και τα ¾ μερίδια είναι εγγεγραμμένα επ' ονόματι της ενάγουσας) που βρίσκεται στο χωριό Μονιάτης, της επαρχίας Λεμεσού. Με Γενικά Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα που καταχωρήθηκε στις 23/12/2015, η ενάγουσα αξιώνει, μεταξύ άλλων θεραπειών, την έκδοση διατάγματος απαγορεύον στον εναγόμενο να «εμποδίζει» την ίδια, τους συγγενείς της και οποιοδήποτε άλλο τρίτο πρόσωπο επιθυμεί να την επισκεφθεί στον Μονιάτη, από του να εισέρχεται, με μηχανοκίνητο όχημα, στο ακίνητο της. Αξιώνει επίσης την έκδοση διατάγματος με το οποίο να καθορίζεται η «είσοδος και/ή η δίοδος από την οποία η ενάγουσα θα εισέρχεται δια οιουδήποτε μηχανοκινήτου οχήματος, εντός του ακινήτου της». Περαιτέρω αξιώνει Γενικές και «Επαυξημένες και/ή Τιμωρητικές αποζημιώσεις», καθώς επίσης και την έκδοση διατάγματος με το οποίο να διατάσσεται ο εναγόμενος, όπως κατεδαφίσει τον τοίχο που ανήγειρε παράνομα στο εν λόγω τεμάχιο. Με την υπό κρίση Αίτηση, η οποία καταχωρίστηκε ταυτόχρονα με το Κλητήριο Ένταλμα, η ενάγουσα αιτείται: "A. Διάταγμα του Δικαστηρίου δυνάμει του οποίου να απαγορεύεται στον Χαράλαμπο Φραντζή/Εναγόμενο στην ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή και/ή τους αντιπροσώπους αυτού και/ή τους υπαλλήλους αυτού από του να εμποδίζουν την Δεσπούλα Σάββα/Ενάγουσα ως επίσης και τους συγγενείς αυτής να εισέρχεται εντός του ακινήτου της δια οιουδήποτε μηχανοκινήτου οχήματος δια μέσου της εισόδου η οποία ευρίσκεται επί του ακινήτου με αριθμό εγγραφής 0/5591 Φυλ/Σχδ 47/20 τμήμα 0, τεμάχιο 893, στον Μονιάτη Λεμεσού και η οποία χρωματίζεται με μπλε χρώμα στο επισυνημμένο σχέδιο, Τεκμήριο 2, στην ένορκη δήλωση της Αιτήτριας.» H Αίτηση στηρίζεται στα άρθρα 4, 5, 6, 7 και 9 του μέρους ΙΙ του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.6, στο άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, στη Δ.48 θ.1, 2, 3 και 8 των θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στην εγγενή και σύμφυτη εξουσία, την πρακτική και διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Η Αίτηση υποστηρίζεται από Ένορκη Δήλωση της ενάγουσας η οποία αναφέρει τα εξής. Το τεμάχιο 893 στον Μονιάτη ανήκε αρχικά στη μητέρα της η οποία ανήγειρε επ' αυτού μια κατοικία. Στη συνέχεια η κατοικία χωρίστηκε σε δύο και το εν λόγω τεμάχιο, μεταβιβάστηκε επ' ονόματι της κατά τα ¾ μερίδια και επ' ονόματι του υιού του αδελφού της (εναγομένου) κατά το ¼ μερίδιο. Είχε συμφωνηθεί μεταξύ της ιδίας και του αδελφού της πως το μέρος του ακινήτου και η κατοικία εντός αυτού που δεικνύεται με κόκκινο περίγραμμα στο αρχιτεκτονικό σχέδιο (κάτοψη ισογείου) που επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 2 στην Ένορκη της Δήλωση, αντιστοιχούσαν στα δικά της μερίδια και πως το υπόλοιπο μέρος του ακινήτου (με την κατοικία εντός αυτού) που δεικνύεται με πράσινο περίγραμμα στο Τεκμήριο 2, αντιστοιχούσε στο ¼ μερίδιο που μεταβιβάστηκε στον υιό του αδελφού της. Στο εν λόγω μερίδιο και στην κατοικία επ' αυτού, ενεγράφη δικαίωμα επικαρπίας προς όφελος του τελευταίου. Είχε συμφωνηθεί επίσης μεταξύ της ίδιας και του εναγόμενου πως η πρόσβαση με αυτοκίνητο και στις δύο κατοικίες και μέρη του ακινήτου, θα γινόταν από το «πέρασμα» που δεικνύεται με μπλε χρώμα στο Τεκμήριο 2. Αυτό ήταν το μόνο σημείο του ακινήτου απ' όπου υπήρχε η δυνατότητα να «περάσει» αυτοκίνητο. Συμφώνησαν επίσης πως τα «σκαλιά» που δεικνύονται με κίτρινο χρώμα στο Τεκμήριο 2, θα ήταν η δεύτερη πρόσβαση προς τις κατοικίες τους. Από το σημείο αυτό, μόνο πεζοί μπορούν να έχουν πρόσβαση. Δεν υπάρχει οποιαδήποτε άλλη είσοδος στις υπόλοιπες πλευρές του ακινήτου, ούτε και μπορεί να κατασκευαστεί, καθότι υπάρχει τοίχος ύψους πέραν των δέκα

(10)μέτρων και πάχους εξήντα
(60)εκατοστών. Τον Ιούλιο του 2014, ο εναγόμενος χωρίς να δώσει καμιά εξήγηση, προφασιζόμενος πως η πλευρά του ακινήτου στην οποία βρίσκεται η οικία του αποτελούσε «αποκλειστική ιδιοκτησία του», ανήγειρε παράνομα τοίχο μπροστά από τα προρηθέντα «σκαλιά» αποκόπτοντας, με τον τρόπο αυτό, την είσοδο στην οικία της. Τον Σεπτέμβριο του 2014, με την ίδια πρόφαση, απέκοπτε κατά διαστήματα το «πέρασμα», τοποθετώντας στην είσοδο του αυτοκίνητο ή αυτοκίνητα, με αποτέλεσμα τόσο η ίδια όσο και μέλη της οικογένειας της να μην μπορούν να εισέλθουν με τα αυτοκίνητα τους εντός του ακινήτου της. Η ενέργεια αυτή του εναγομένου της δημιουργούσε προβλήματα επειδή η ίδια δεν είχε τη δυνατότητα να μεταφέρει οποιαδήποτε αντικείμενα ή προμήθειες στο σπίτι της, αφού δεν μπορούσε να το «πλησιάσει με το αυτοκίνητο της». Τον Μάιο του 2015 και συγκεκριμένα στις 13 του μηνός, ο εναγόμενος εμπόδισε την ίδια και τον σύζυγο της να εισέλθουν στην οικία τους. Μετά από μια έντονη συζήτηση που είχε με αυτόν, αναγκάστηκε να καταγγείλει το γεγονός στον αστυνομικό σταθμό Λάνιας. Παρά την ύπαρξη της καταγγελίας, ο εναγόμενος συνέχιζε να της αποκόπτει, κατά διαστήματα, την είσοδο προς την οικία της. Τον Δεκέμβριο του 2015, πληροφορήθηκε πως η αστυνομία δεν θα προχωρούσε σε ποινική δίωξη του εναγόμενου. Είναι τότε που αποτάθηκε στους δικηγόρους της για τη λήψη δικαστικών μέτρων εναντίον του εναγόμενου. Είναι η θέση της πως οι ενέργειες του εναγόμενου, δεν της επιτρέπουν να «απολαύσει» την περιουσία της όπως η ίδια επιθυμεί και πως σε περίπτωση που δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα , θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά που δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί χρηματικά. Αντίθετα, ο εναγόμενος δεν θα υποστεί οποιαδήποτε ζημιά ή βλάβη, αφού θα συνεχίσει να χρησιμοποιεί, να αξιοποιεί και να απολαμβάνει την περιουσία του. Ο εναγόμενος καταχώρησε Ένσταση η οποία στηρίζεται στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ. 6, άρθρα 4, 5, 7, 9, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.48 θ.1-9, Δ.39, Δ.64, στον περί Δικαστηρίων Νόμο (Ν.14/60)άρθρο 32, στη συμφυή εξουσία και πρακτική του Δικαστηρίου και στις Γενικές Αρχές του Δικαίου. Προβάλλονται οι εξής λόγοι ένστασης: 1) Η αιτήτρια δεν απεκάλυψε όλα τα ουσιώδη γεγονότα της υπόθεσης και συνεπώς δεν δικαιούται εις θεραπείαν εφόσον δεν προσήλθε με «καθαρά χέρια» στο Δικαστήριο. 2) Η αιτήτρια δεν έχει αποκαλύψει στην Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την αίτηση ουσιώδη για την υπόθεση γεγονότα αντιθέτως έχουν αποκρύψει ουσιώδη γεγονότα και συγκεκριμένα απέκρυψε το γεγονός ότι υπάρχει ή/και μπορεί να υπάρχει εναλλακτική είσοδος στο υποστατικό της, σκοπίμως για να παραπλανήσει το Σεβαστό Δικαστήριο. 3) Η αίτηση είναι γενική, αντικανονική, ελλιπής, παράτυπη, αδικαιολόγητη και αόριστη. 4) Τα αιτούμενα διατάγματα είναι ασαφή, γενικά και αόριστα και ως τέτοια δεν μπορούν να εκδοθούν. 5) Δεν συντρέχουν στην προκείμενη περίπτωση οι αναγνωρισμένες προϋποθέσεις για την αποδοχή της επίδικης αίτησης και/ή την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων όπως προβλέπονται από το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου Ν.14/
  1. 6) Η αιτήτρια δεν έχει δείξει οποιοδήποτε καλό και πειστικό λόγο για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. 7) Η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση δεν περιέχει τα απαραίτητα στοιχεία που να παρέχουν στο Δικαστήριο το απαραίτητο νομικό έρεισμα και να δικαιολογούν την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. 8) Η αιτήτρια δεν έχει αποδείξει ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 5 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.
  2. 9) Δεν φαίνεται πουθενά στην αίτηση και στην Ένορκη Δήλωση της αιτήτριας το στοιχείο του κατεπείγοντος της έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος και τι κινδύνους ή απώλειες ή πιθανές ανεπανόρθωτες ζημιές θα υποστεί εάν δεν εκδοθεί το ζητούμενο διάταγμα. 10) Υπάρχει υπέρμετρη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην καταχώρηση της Αίτησης. 11) Δεν υπάρχει αιτία αγωγής καθότι η ενάγουσα με τη σύμφωνο γνώμη της δεν δημιουργεί μια είσοδο στο σπίτι της, ενώ γνωρίζει αυτήν την εναλλακτική και επιμένει να χρησιμοποιεί την είσοδο του καθ' ου η αίτηση. 12) Η αιτήτρια ζήτησε με την αίτηση της ουσιαστικά από το Δικαστήριο να αποφασίσει την ουσία της αγωγής και δη να κρίνει ότι ο καθ'ου η αίτηση προβαίνει σε παρανομίες και να εκδώσει κατ' επέκταση προσωρινό διάταγμα δια του οποίου να απαγορεύεται στον καθ'ου η αίτηση να εμποδίζει την αιτήτρια να επεμβαίνει εντός του υποστατικού της από την επίδικη είσοδο ή/και να της επιτρέπει να χρησιμοποιεί την επίδικη είσοδο, πράγμα αντίθετο με τις προϋποθέσεις για έκδοση προσωρινού διατάγματος που έθεσε η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου επί του θέματος. 13) Η αιτήτρια με την αίτηση της ουσιαστικά ζήτησε από το Δικαστήριο να στερήσει το δικαίωμα της ακρόασης από τον καθ'ου η αίτηση επί της ουσίας της αγωγής στερώντας ουσιαστικά το δικαίωμα του καθ'ου η αίτηση να ακουστεί. 14) Η αίτηση καταχωρήθηκε κακόπιστα, καταχρηστικά, και εκδικητικά έχοντας ως μοναδικό σκοπό τη χρήση παρεμπίπτοντος διατάγματος που πιθανό να εκδίδετο από το Δικαστήριο, ως μοχλός πίεσης. 15) Η αίτηση είναι άνευ αντικειμένου καθώς δεν είναι ιδιοκτήτρια του επίδικου περάσματος και ως εκ τούτου δεν δικαιούται σε καμία θεραπεία. H Ένσταση συνοδεύεται από Ένορκη Δήλωση του εναγομένου ο οποίος απορρίπτει τους ισχυρισμούς της ενάγουσας. Διατείνεται πως οι ισχυρισμοί της τελευταίας αποτελούν προϊόν «υστεροκατασκευασμένων σκέψεων, με αιωρούμενες εικασίες» και πως μοναδικός της σκοπός είναι να παραπλανήσει το Δικαστήριο προβάλλοντας τη θέση πως «δεν υπάρχει οποιαδήποτε άλλη είσοδος και ούτε μπορεί να κατασκευαστεί». Είναι περαιτέρω η θέση του πως το μερίδιο που ανήκει στην αιτήτρια εφάπτεται σε κύριο δρόμο και θα μπορούσε πολύ εύκολα να δημιουργηθεί νέο πέρασμα ή/και είσοδος, κάτι που εισηγήθηκε «πάμπολλες φορές» στην ενάγουσα, χωρίς όμως να εισακουστεί. Η τελευταία επιθυμεί να χρησιμοποιεί τη «επίδικη» είσοδο και να αναγκάζει τον ίδιο να αφήνει το αυτοκίνητο του στον δρόμο παρά στο γκαράζ του. Παραδέχεται πως ο ίδιος ανήγειρε ένα διαχωριστικό τοίχο, ύψους όμως πέντε
(5)μέτρων, και όχι δέκα
(10)όπως διατείνεται η ενάγουσα, ο οποίος διαχωρίζει τα δύο μερίδια. Στο μερίδιο της ενάγουσας υπάρχει «ακόμη ένας τοίχος ο οποίος απέχει αρκετά από τον δεύτερο και εκεί θα μπορούσε να κατασκευαστεί μια νέα είσοδος». Ισχυρίζεται ότι η ενάγουσα δεν απεκάλυψε στο Δικαστήριο πως η ίδια δεν είναι ιδιοκτήτρια του «επίδικου περάσματος» και πως τούτο ανήκει και «στη γειτόνισσα κα Ξένια Σιγκέρη, η οποία εξέφρασε την πρόθεση να προσθέσει τέλι και να περιφράξει το δικό της μερίδιο». Ισχυρίζεται πως η ενάγουσα προσπαθεί με κάθε τρόπο να οξύνει τις μεταξύ των σχέσεις, προκαλώντας εντάσεις και προστριβές. Απόδειξη τούτου είναι το γεγονός πως η ενάγουσα δεν υπογράφει τα σχέδια για διαχωρισμό των μεριδίων, τα οποία (σχέδια) «τον δικαιώνουν ως προς την αποκλειστική χρήση της επίδικης εισόδου». Ο δε «τοίχος» στον οποίο η τελευταία κάμνει αναφορά, είναι «καθόλα νόμιμος» (έχει εξασφαλιστεί άδεια οικοδομής, πολεοδομική άδεια, καθώς και πιστοποιητικό τελικής έγκρισης) και έχει ανεγερθεί με την «δική της συγκατάθεση και σύμφωνο γνώμη». Είναι τέλος η θέση του πως η Αίτηση καταχωρήθηκε κακόπιστα, καταχρηστικά, εκδικητικά, χωρίς να πληρούνται οι προϋποθέσεις που τάσσει ο Νόμος και γι' αυτό θα πρέπει να απορριφθεί. Αμφότεροι οι διάδικοι αντεξετάστηκαν επί συγκεκριμένων παραγράφων των Ενόρκων Δηλώσεων τους. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να λεχθεί πως στο ενδιάμεσο αυτό στάδιο της δίκης, το Δικαστήριο δεν θα πρέπει να προβεί σε αξιολόγηση της μαρτυρίας που έχει τεθεί ενώπιον του, ώστε να καταλήξει σε ευρήματα επί των επιδίκων θεμάτων της αγωγής, αλλά θα εξετάσει μόνο κατά πόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος και η αξιολόγηση της μαρτυρίας πρέπει να γίνεται μέσα σ' αυτά τα περιορισμένα πλαίσια. Κατά την ακρόαση της Αίτησης, η κάθε πλευρά υπεραμύνθηκε τις θέσεις της με αναφορά σε νομολογία. Είναι καλά γνωστό ότι το ουσιαστικό δίκαιο για την έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων παρέχεται από το άρθρο 32 του Νόμου 14/60, ενώ ο Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμος και οι Κανονισμοί, προσδιορίζουν το δικαιοδοτικό πλαίσιο (Demades ν. Studio
(1996)1 AAΔ και Αίτηση Χάρη Φεσσά
(1990)1 ΑΑΔ 704). Το άρθρο 32 του Νόμου 14/60, παρέχει στο Δικαστήριο ευρεία εξουσία σχετικά με την έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων. Το εν λόγω άρθρο έχει αναλυθεί με σαφήνεια στην Οδυσσέως ν. Pieris Estates Ltd
(1982)1AAΔ 557 και έχει έκτοτε επιβεβαιωθεί σε πλείστες όσες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Τα τρία κριτήρια που τίθενται ως προϋποθέσεις θα πρέπει να ικανοποιηθούν σωρευτικά πριν το Δικαστήριο περάσει στην εξέταση του ισοζυγίου της ευχέρειας, κατά πόσον δηλαδή είναι εύλογο και δίκαιο να εκδοθεί το Διάταγμα, με τη συνεκτίμηση όλων των σχετικών παραγόντων. Οι τρείς αυτές προϋποθέσεις είναι οι εξής:
(1)Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση.
(2)Η ύπαρξη πιθανότητας να δικαιούται ο ενάγοντας σε θεραπεία.
(3)Το ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, εκτός εάν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος ικανοποιείται με αναφορά στα καταχωρημένα δικόγραφα για την αποκάλυψη μιας συζητήσιμης υπόθεσης ενώ το δεύτερο κριτήριο ικανοποιείται με την αποδεικτική δύναμη της υπόθεσης και σχετίζεται με την ένδειξη ή παρουσίαση ορατής πιθανότητας επιτυχίας. Ενώ το πρώτο κριτήριο σχετίζεται κατ΄ ουσία με τη νομική και μόνο θεμελίωση της αξίωσης όπως διατυπώνεται στο Κλητήριο Ένταλμα, το δεύτερο προχωρεί ένα πρόσθετο βήμα συσχετίζοντας τη νομική αυτή θεμελίωση με την προσφερόμενη μαρτυρία όπως εξάγεται από τις ενόρκους δηλώσεις ή την αντεξέταση των μαρτύρων, για την πραγματική θεμελίωση της αγωγής επί των γεγονότων. Επαρκεί, σε αυτό το στάδιο, να καταδειχθεί κάτι πέραν της απλής πιθανολόγησης αλλά και κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων για να ικανοποιηθεί το δεύτερο αυτό κριτήριο. Το τρίτο κριτήριο ικανοποιείται όπου οι αποζημιώσεις θεωρούνται ότι δεν αποτελούν ικανοποιητική θεραπεία. Είναι γνωστό ότι η θεραπεία του προσωρινού διατάγματος ανάγεται κατ΄ εξοχή στο δίκαιο της επιείκειας και αν η αποτίμηση σε χρήμα μπορεί να γίνει εύλογα, τότε η έκδοση του διατάγματος ή η διατήρηση του σε ισχύ αποκλείεται. Ακόμη και ασυνήθης δυσκολία στην εκτίμηση των ζημιών δεν αποτελεί κατ΄ ανάγκη έρεισμα για την έκδοση διατάγματος (Κ.Ο.Τ. ν. Θεωρή
(1989)1 ΑΑΔ (Ε) 255). Εκτός από το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, η υπό κρίση Αίτηση στηρίζεται και στα άρθρα 4 και 5 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6. Στην υπόθεση Cyprus Palestine Plantations Ltd v. Olivier & Co (Cyprus) Ltd, 16 CLR 122, αποφασίστηκε πως το άρθρο 4 του Κεφ. 6, παρέχει δικαιοδοσία στο Δικαστήριο να εκδίδει παρεμπίπτον διάταγμα μόνο όπου η περιουσία σχετικά με την οποία ζητείται το διάταγμα, είναι αντικείμενο της αγωγής. [(Βλ. επίσης τις υποθέσεις Papastratis v. Petrides
(1979)1 CLR 231 και Stavros Hotel Apartments Ltd και άλλοι (Αρ.2)
(1994)1 ΑΑΔ 836]. Ενώ σύμφωνα με το άρθρο 5
(1)του Κεφ. 6, το Δικαστήριο δύναται να διατάξει τον εναγόμενο όπως μη αποξενώσει τόση από την ακίνητη περιουσία η οποία είναι εγγεγραμμένη επ΄ ονόματι του, όση κατά την κρίση του Δικαστηρίου θα ήταν αρκετή για να ικανοποιήσει την απαίτηση του ενάγοντα και τα έξοδα της αγωγής. Σύμφωνα με την νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, τα κριτήρια και οι προϋποθέσεις που καθορίζονται στο άρθρο 5 του Κεφ. 6, δεν μπορούν να εξετάζονται ανεξάρτητα από τις πρόνοιες του άρθρου 32 του Νόμου 14/
  1. Απλώς το εν λόγω άρθρο κάνει ειδική ρύθμιση των καταστάσεων στις οποίες αναφέρονται. Δεν αφαιρεί τίποτα από τις πρόνοιες του άρθρου 32 του Νόμου 14/60 το οποίο, όπως έχει προαναφερθεί, προσδιορίζει το γενικό πλαίσιο δικαιοδοσίας των Δικαστηρίων στην έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων. Επομένως, όταν το Δικαστήριο επιλαμβάνεται αιτήσεων που βασίζονται και στα δύο άρθρα, θα εφαρμόσει τόσο τις γενικές προϋποθέσεις σύμφωνα με το άρθρο 32 του Νόμου 14/60 αλλά και τα ειδικότερα κριτήρια ή περιορισμούς που τίθενται από το άρθρο 5 του Κεφ. 6, στον βαθμό ή μέτρο που αυτά διαφοροποιούνται. Το δικαιοδοτικό πλαίσιο του άρθρου 5 του Κεφ. 6, αφορά δέσμευση ακίνητης περιουσίας του εναγομένου προς τον σκοπό ικανοποίησης απόφασης την οποία ήθελε πετύχει ο ενάγοντας και ρυθμίζει το θέμα της απαγόρευσης με παρεμπίπτον διάταγμα, της πώλησης ή αποξένωσης της ακίνητης περιουσίας του εναγομένου, εφόσον η απαίτηση του ενάγοντα αναφέρεται σε χρέος ή αποζημιώσεις. Τούτων λεχθέντων επανέρχομαι στην υπό κρίση Αίτηση. Αυτή θα εξεταστεί μόνο στα πλαίσια που θέτει το άρθρο 32 του Νόμου 14/60, εφόσον με την Αίτηση δεν επιζητείται ούτε η δέσμευση ακίνητης περιουσίας που είναι το αντικείμενο της αγωγής ώστε να τυγχάνει εφαρμογής το άρθρο 4 του Κεφ. 6, ούτε η δέσμευση ακίνητης περιουσίας γενικά, ώστε να εφαρμόζεται το άρθρο 5 του Κεφ.
  2. Επανερχόμενη στις προϋποθέσεις που θα πρέπει να πληρούνται ώστε να εκδοθεί ένα προσωρινό διάταγμα, έτσι όπως αυτές έχουν εκτεθεί ανωτέρω, καθώς και στα γεγονότα που συνθέτουν την αντιδικία στην παρούσα διαδικασία, εκείνο που μπορεί να εξαχθεί είναι ότι ως προς την ουσία της διεκδίκησης της ενάγουσας, με τα στοιχεία που έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, φαίνεται να ικανοποιείται η πρώτη και η δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Νόμου 14/
  3. Με βάση το Γενικά Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα, την Αίτηση και την Ένορκη Δήλωση που την συνοδεύει, καταδεικνύεται η ύπαρξη μιας καλής συζητήσιμης υπόθεσης, δεδομένου του γεγονότος πως η ενάγουσα καταλογίζει στον εναγόμενο ενέργειες, όπως το να την εμποδίζει να εισέρχεται στο ακίνητο της, είτε με το αυτοκίνητο είτε πεζή, οι οποίες παραβιάζουν το δικαίωμα της να απολαμβάνει την περιουσία της. Του καταλογίζει επίσης πως παραβιάζει τα μεταξύ των συμφωνηθέντα. Η ενάγουσα διατείνεται πως ήταν συμφωνημένο μεταξύ τους ότι πρόσβαση με αυτοκίνητο τόσο στην κατοικία της όσο και στην κατοικία του αδελφού της, θα είχαν μέσω του «περάσματος» που δεικνύεται με μπλε χρώμα στο αρχιτεκτονικό σχέδιο (Τεκμήριο 2) που επισυνάπτεται στην Ένορκη της Δήλωση, ενώ πρόσβαση πεζή θα είχαν μέσω των «σκαλιών» που δεικνύονται με κίτρινο χρώμα επίσης στο Τεκμήριο
  4. Τα όσα η πλευρά της ενάγουσας έχει επικαλεστεί προς υποστήριξη της Αίτησης (με το περιορισμένο βάρος που έχει για σκοπούς της παρούσας διαδικασίας), είναι αρκετά για σκοπούς κατάδειξης ορατής πιθανότητας επιτυχίας. Θα εξετάσω στη συνέχεια κατά πόσον ικανοποιείται η τρίτη προϋπόθεση που θέτει το άρθρο
  5. Η εν λόγω προϋπόθεση είναι συνυφασμένη με το ζήτημα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων. Θα πρέπει να λεχθεί ότι η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32, ικανοποιείται όχι μόνο όταν η επιδίκαση αποζημιώσεων δεν θα ήταν επαρκής θεραπεία αλλά και στην περίπτωση όπου υπάρχει ο κίνδυνος να μην μπορέσει ο εναγόμενος να ικανοποιήσει απόφαση που ενδεχομένως ληφθεί εναντίον του. Όπως προκύπτει από την σχετική νομολογία, η αδυναμία ή η δυσκολία απονομής πλήρους δικαιοσύνης επεκτείνεται και στο στάδιο της εκτέλεσης της απόφασης (βλ. Παντελίδη ν. Πιερή
(1998)1 (Α) Α.Α.Δ.2111, Larticon Ltd v. Detergenta Developments Ltd
(2004)1 A.A.Δ.1121). Ο χρηματικός παράγοντας όμως δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη και εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά, λαμβάνονται υπόψη και άλλα μεταβλητά κριτήρια (Βλ. Κώστας Κυρίσαββα και άλλος ν. Χάρη Κύζη
(2011)1 Β ΑΑΔ 1245). Στην υπόθεση M & CH Mitsingas Trading Ltd κ.α. v. The Timberland Co of USA
(1977)1 ΑΑΔ, 1791, λέχθηκε ότι το κριτήριο για την έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος είναι η αδυναμία απονομής πλήρους δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με την στενή αντίληψη της υλικής ζημιάς αλλά με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του αιτούμενου την θεραπεία. Στην προκειμένη περίπτωση το εν λόγω κριτήριο, κατά την κρίση μου, ικανοποιείται. Νομολογιακά έχει λεχθεί, σε σχέση με την προϋπόθεση αυτή, πως η ύπαρξη δικαιώματος και η ισχυριζόμενη ή επαπειλούμενη προσβολή του, δεν είναι αρκετές για να δικαιολογήσουν την έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος. Πρέπει ταυτόχρονα να διαγνώσκεται ότι η έκδοση του είναι όρος συντελεστικός για την διατήρηση των δυνατοτήτων που υπάρχουν για την απονομή πλήρους δικαιοσύνης στο τέλος. Απαιτείται, δηλαδή, να φαίνεται ότι χωρίς το διάταγμα θα ήταν δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη. Εν προκειμένω, από το υποστηρικτικό υλικό που έχει προσκομιστεί, καταδεικνύεται πως το ζήτημα δεν είναι οικονομικό. Η τυχόν επιδίκαση αποζημιώσεων προς όφελος της ενάγουσας στο τέλος της ημέρας, δεν θα την αποκαταστήσει ως προς την παραβίαση των δικαιωμάτων της, εάν φυσικά το Δικαστήριο ήθελε αποφασίσει κάτι τέτοιο. Η απονομή αποζημιώσεων δηλαδή, δεν θα ήταν επαρκής θεραπεία. Η ικανοποίηση των τριών προϋποθέσεων δεν οδηγεί αυτόματα σε έγκριση της αίτησης. Το Δικαστήριο προχωρεί και εξετάζει αν είναι δίκαιο και εύλογο, κάτω από τις περιστάσεις, να εκδώσει και/ή να συνεχίσει ένα Προσωρινό Διάταγμα αφού λάβει υπόψη, μεταξύ άλλων, και το ισοζύγιο της ευχέρειας (balance of convenience). Έχει λεχθεί ότι η φράση «ισοζύγιο της ευχέρειας» είναι μια ατυχής έκφραση εφόσον το Δικαστήριο ασχολείται με την δικαιοσύνη και όχι την ευχέρεια των διαδίκων. Στην προσπάθεια του να ισοζυγίσει εντελώς αντίθετες θέσεις και αξιώσεις, το καθήκον του Δικαστηρίου είναι να εξετάσει την πιθανότητα επιτυχίας από οιονδήποτε των διαδίκων και να διασφαλίσει ότι τίποτε δεν θα συμβεί κατά τη διάρκεια της εκκρεμοδικίας που θα επηρεάσει αρνητικά τα δικαιώματα του. Αναμφίβολα εντελώς εξωπραγματικές θέσεις και αντιστρατευόμενες στη λογική αξιώσεις, μπορούν και πρέπει να παραγνωρίζονται. Κατά τα άλλα το Δικαστήριο προσπαθεί να εξισορροπήσει τα δικαιώματα των διαδίκων σ΄ αυτό το αρχικό στάδιο. Στην προκειμένη περίπτωση, βάσει των όσων έχω αναφέρει μέχρι τώρα κρίνω ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ της πλευράς της ενάγουσας - αιτήτριας. Θα εξετάσω στη συνέχεια την εισήγηση του συνηγόρου του εναγομένου ότι η ενάγουσα δεν προσήλθε στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια και/ή απέκρυψε και/ή δεν απεκάλυψε στο Δικαστήριο όλα τα ουσιώδη γεγονότα. Ο εναγόμενος διατείνεται πως η ενάγουσα δεν απεκάλυψε ότι το επίδικο, κατά τον ίδιο, πέρασμα, ανήκει και σε κάποια Ξένια Σιγκέρη, η οποία εξέφρασε την πρόθεση «να προσθέσει τέλι και να περιφράξει το δικό της μερίδιο». Περαιτέρω, πως δεν απεκάλυψε ότι έχουν «εκδοθεί σχετικά σχέδια για διαχωρισμό των μεριδίων, τα οποία η αιτήτρια δεν υπογράφει» και τα οποία τον «δικαιώνουν» ως προς την «αποκλειστική χρήση της επίδικης εισόδου». Η εισήγηση αυτή δεν με βρίσκει σύμφωνη. Ο εναγόμενος στην Ένορκη του Δήλωση προβάλλει μια εκ διαμέτρου αντίθετη εκδοχή από αυτή της ενάγουσας. Το γεγονός τούτο δεν μπορεί να εκληφθεί πως η τελευταία δεν προσήλθε στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια και δεν απεκάλυψε όλες τις αντικειμενικά ουσιώδεις λεπτομέρειες της υπόθεσης. Για όλους αυτούς τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω, βρίσκω πως και οι τρεις προϋποθέσεις του άρθρου 32, του Περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60, ικανοποιούνται. Ασκώντας δε την διακριτική μου ευχέρεια, κρίνω επίσης πως είναι ορθό και δίκαιο να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Διά ταύτα, εκδίδεται Προσωρινό Διάταγμα ως η Αίτηση (παράγραφος Α), το οποίο θα παραμείνει σε ισχύ μέχρι την εκδίκαση και πλήρη αποπεράτωση της αγωγής. Τα έξοδα της Αίτησης, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ της ενάγουσας και σε βάρος του εναγομένου. Τα έξοδα είναι πληρωτέα στο τέλος της υπόθεσης. (Υπ.) .............................. Στ. Τσιβιτανίδου-Κίζη, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής ΣΤΚ/ΑΓ Subject: Civil / Other actions / Interim Αναφορά: Αίτηση για προσωρινό διάταγμα cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.