ΕΡΡΙΚΟΥ ΜΑΡΝΕΡΟΥ ν. ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΧΑΤΖΗΑΝΤΩΝΑ, Αρ. Αγωγής: 619/2010, 7/11/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2016:A464 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Αλ. Φυλακτού, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 619/2010 ΜΕΤΑΞΥ: ΕΡΡΙΚΟΥ ΜΑΡΝΕΡΟΥ, από τη Λεμεσό Ενάγοντας Και ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΧΑΤΖΗΑΝΤΩΝΑ, από τη Λεμεσό Εναγόμενος --------------------- Ημερομηνία: 7/11/2016 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντα: Κα Κωνσταντίνα Αρκάδη Για Εναγόμενο: Κα Λήδα Κωνσταντίνου ΑΠΟΦΑΣΗ Με την υπό εξέταση αίτηση, ο ενάγοντας αιτείται την διαγραφή του ονόματος του και αντικατάστασης του ως ακολούθως: «Ε. ΜΑΡΝΕΡΟΣ ΗΛΕΚΤΡΙΚΕΣ & ΤΗΛΕΦΩΝΙΚΕΣ ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΕΙΣ ΛΙΜΙΤΕΔ.», ως επίσης αιτείται την διαγραφή της πρώτης παραγράφου της Έκθεσης Απαίτησης και αντικατάστασης της ως ακολούθως: «Ο Ενάγοντας σε όλο τον ουσιώδη για την παρούσα αγωγή χρόνο ήταν και συνεχίζει να είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης, δεόντως εγγεγραμμένη στην Κύπρο σύμφωνα με την σχετική νομοθεσία και ασχολείται με ηλεκτρικές, τηλεφωνικές και άλλες παρεμφερείς εργασίας.» Επίσης ζητά την διαγραφή των λέξεων «στον Ενάγοντα» στη δεύτερη γραμμή της παραγράφου 4 της Έκθεσης Απαίτησης και αντικατάστασης των ως ακολούθως: «στον διευθυντή του Ενάγοντα» και εν κατακλέιδι ζητά Διάταγμα συνέχισης της διαδικασίας. Η παρούσα αίτηση στηρίζεται στους Κανονισμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.9 Κ1-13 Δ.25Κ1- 5, Κ48 Κ1, 2, 3, 4, 7, 9, Δ.64 Κ1 και 2, Δ.12, ΚΚ2 και 4 και στην νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου καθώς και στην διακριτική ευχέρεια και πρακτική του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η παρούσα αίτηση εκτίθενται στην επισυνημμένη ένορκη δήλωση του Ερρίκου Μαρνέρου, από τη Λεμεσό ημερομηνίας 12/10/2016, ο οποίος αναφέρει ότι είναι ο ενάγοντας στην υπό τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο αγωγή καθώς και ο μοναδικός διευθυντής και μέτοχος της εταιρείας Ε. Μαρνέρος Ηλεκτρικές & Τηλεφωνικές Εγκαταστάσεις Λτδ δεόντως εξουσιοδοτημένος από αυτή και γνωρίζει πλήρως τα γεγονότα αυτής από προσωπική του γνώση. Όσο αφορά νομικά σημεία τυγχάνει νομικής συμβουλής των δικηγόρων του. Πιστεύει και όπως η δικηγόρος που χειρίζεται την υπόθεση τον συμβουλεύει, η τροποποίηση κατέστη αναγκαία αφού κατά τη λεπτομερή μελέτη του φακέλου της υπόθεσης και κατόπιν συνάντησης που είχε με την δικηγόρο του διά σκοπούς προετοιμασίας της υπόθεσης για ακρόαση, διαπιστώθηκε πως είχε παραλείψει να προσκομίσω κατά την ετοιμασία της αγωγής αλλά και μέχρι την τελευταία συνάντηση που είχε μαζί της τον Απρίλιο δύο αντίγραφα αποδείξεων αναφορικά με τις πληρωμές στις οποίες είχε κάνει έναντι της οφειλής του ο Εναγόμενος. Οι εν λόγω αποδείξεις έχουν συμπεριληφθεί σε συμπληρωματική του ένορκη δήλωση αποκάλυψης εγγράφων ημερομηνίας 25/04/2016 μετά από σχετική άδεια του Δικαστηρίου ημερομηνίας 11/04/
- Λόγω του ότι δεν υπάρχει γραπτή συμφωνία μεταξύ του Εναγόμενου και ενάγοντα σε σχέση με τις προσφερθείσες υπηρεσίες και μη έχοντας υπόψη τους τις πιο πάνω αναφερόμενες αποδείξεις οι δικηγόροι του, η αγωγή καταχωρήθηκε στο όνομα του προσωπικά. Οι εν λόγω αποδείξεις για τις έναντι πληρωμές του Εναγόμενου για τις προσφερθείσες υπηρεσίες, δόθηκαν από μπλοκ αποδείξεων της εταιρείας στην οποία είναι ο μοναδικός διευθυντής και μέτοχος ήτοι την Ε. Μαρνέρος Ηλεκτρικές και Τηλεφωνικές Εγκαταστάσεις Λτδ και εκδόθηκαν στο όνομα του Εναγόμενου. Όπως τον συμβουλεύει η δικηγόρος του, για να μπορέσει να διεκδικήσει το οφειλόμενο ποσό και εν όψει του γεγονότος ότι δεν υπάρχει γραπτή συμφωνία με την οποία να φαίνονται τα συμβαλλόμενα μέρη, είναι αναγκαίο και απαραίτητο όπως η αγωγή τροποποιηθεί ως η αίτηση, ώστε να προχωρήσει περαιτέρω η διαδικασία. Αμέσως μετά την καταχώρηση της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης ημερομηνίας 25/04/2016, ακολούθησε αίτηση τροποποίησης ημερομηνίας 03/06/2016 η οποία ορίστηκε για ακρόαση στις 15/09/
- Η εν λόγω αίτηση αποσύρθηκε άνευ βλάβης χωρίς ένσταση από την πλευρά του Καθ' ου η Αίτηση και ακολούθησε η καταχώρηση της παρούσας αίτησης. Η ανάγκη τροποποίησης της αγωγής προέκυψε μετά την άδεια του Δικαστηρίου για καταχώρηση της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης στην οποία επισυνάπτονταν οι σχετικές αποδείξεις της εταιρείας Ε. Μαρνέρος Ηλεκτρικές & Τηλεφωνικές Εγκαταστάσεις Λτδ και ως εκ τούτου η όποια καθυστέρηση παρατηρείται στην υποβολή της παρούσας αίτησης θα πρέπει να συναρτηθεί με όλους τους παράγοντες και περιστατικά της παρούσας υπόθεσης. Επισύναψε ως τεκμήριο 1 την σχετική συγκατάθεση της εταιρείας ως προς την αντικατάσταση του με την εταιρεία Ε. Μαρνέρος Ηλεκτρικές & Τηλεφωνικές Εγκαταστάσεις Λτδ ως Ενάγοντες. Περαιτέρω, επισύναψε ως τεκμήριο 2 αντίγραφο Πιστοποιητικού Σύστασης Εταιρείας του Τμήματος Εφόρου Εταιρειών και Επίσημου Παραλήπτη. Επισύναψε επίσης ως τεκμήριο 3 αντίγραφο Πιστοποιητικού Μετόχων του Τμήματος Εφόρου Εταιρειών και Επίσημου Παραλήπτη όπου φαίνεται ότι μοναδικός μέτοχος της εν λόγω εταιρείας είναι ο ίδιος ο Ερρίκος Μαρνέρος. Επισύναψε επίσης ως τεκμήριο 4 αντίγραφο Πιστοποιητικού Διευθυντών του Τμήματος Εφόρου Εταιρειών και Επίσημου Παραλήπτη όπου φαίνεται ότι μοναδικός διευθυντής της εν λόγω εταιρείας είναι ο ίδιος Ερρίκος Μαρνέρος. Ο ίδιος πιστεύει και όπως η δικηγόρος που χειρίζεται την υπόθεση τον συμβουλεύει, η αιτούμενη τροποποίηση δεν επηρεάζει την άλλη πλευρά και ουδόλως επηρεάζεται η ουσία της υπόθεσης, ότι με τις επιδιωκόμενες τροποποιήσεις δεν εισάγεται νέα βάση αγωγής, δεν επαναπροσδιορίζονται νέα θέματα και δεν αποτελούν υπό τις περιστάσεις κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου. Εισηγείται επίσης ότι οι επιδιωκόμενες τροποποιήσεις είναι απολύτως αναγκαίες αφού μοναδικό στόχο έχουν την πλήρη και αποτελεσματική διεκπεραίωση των πραγματικών και επίδικων ζητημάτων μέσω των αληθών γεγονότων και του ορθού υπόβαθρου και την παρουσίαση ενώπιον του Δικαστηρίου των απαραίτητων διαδίκων με σκοπό την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης. Αναφέρει επίσης ότι οι επιδιωκόμενες τροποποιήσεις δεν επηρεάζουν τα δικαιώματα του Καθ' ου η Αίτηση και ούτε του προκαλούν ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευτεί με την έκδοση κατάλληλης διαταγής για έξοδα. Σε αντίθετη περίπτωση όμως, αναφέρει ότι η μη έκδοσης του σχετικού διατάγματος τα δικαιώματα του θα επηρεαστούν δυσμενώς και/ή ανεπανόρθωτα, με αποτέλεσμα να υπάρξει αδικία και ζημιές εις βάρος του συγκριτικά πολύ δυσμενέστερες από εκείνη του Καθ' ου η Αίτηση. Είναι φανερό, ως η θέση του, ότι πρόκειται για καλόπιστο λάθος και για διόρθωση η οποία δεν επηρεάζει τα δικαιώματα του Εναγομένου και δεν θα του προκαλέσει οποιαδήποτε ζημιά που να μην αποκαθίσταται με την έκδοση ανάλογης διαταγής του Δικαστηρίου ως προς τα έξοδα και εν κατακλείδι πιστεύει πως είναι ορθό, επιβεβλημένο και προς το συμφέρον της δικαιοσύνης όπως εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα. Το αίτημα αντίκρυσε την ένσταση του εναγομένου, η οποία βασίστηκε στους Κανονισμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.0 θθ.1-13, Δ.25 θθ.1-5, θ.48, θθ.1-4, θ.7, θ.9, Δ.12 θθ.2 και 4 και Δ.64 και στην Νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου καθώς και στην διακριτική ευχέρεια και πρακτική του Δικαστηρίου. Οι συγκεκριμένοι λόγοι της Ένστασης είναι οι ακόλουθοι: Α) Το αίτημα προωθείται κακόπιστα και με αργοπορία που δεν αιτιολογείται επαρκώς ή καθόλου. Β) Από τις παραγράφους 5 και 15 της Ένορκης Δήλωσης του Ενάγοντας ημερομηνίας 12/10/2016 προκύπτει ότι ο Ενάγοντας εξακολουθεί να ισχυρίζεται ότι εκείνος που δικαιούται στην αξίωση είναι ο ίδιος προσωπικά και όχι η Ε. Μαρνέρος Ηλεκτρικές & Τηλεφωνικές Εγκαταστάσεις Λτδ. Γ) Δεν υπάρχει ισχυρισμός ότι οι κατ' ισχυρισμό προσφερθείσες υπηρεσίες προς τον Εναγόμενο έγιναν από την Ε. Μαρνέρος Ηλεκτρικές & Τηλεφωνικές Εγκαταστάσεις Λτδ. Συνεπώς το αίτημα είναι αβάσιμο και περιττό. Τα γεγονότα πάνω στα οποία στηρίζεται η Ένσταση φαίνονται στον φάκελο του Δικαστηρίου. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η κύρια, αλλά όχι βεβαίως η μοναδική, νομοθετική διάταξη που διέπει την υπό εξέταση αίτηση, είναι αυτή της Δ.9 θ.2 η οποία προνοεί τα ακόλουθα: ΄΄Where an action has been commenced in the name of the wrong person as plaintiff, or where it is doubtful whether it has been commenced in the name of the right plaintiff, the Court or a Judge may, if satisfied that it has been so commenced through a bona fide mistake, and that it is necessary for the determination of the real matter in dispute so to do, order that any other person consenting thereto be substituted or added as plaintiff upon such terms as may be just΄΄. Από τη γραμματική ερμηνεία της πιο πάνω διάταξης συνάγεται σαφώς ότι το Δικαστήριο έχει εξουσία για αντικατάσταση ενάγοντα, εάν η αγωγή καταχωρήθηκε από λάθος πρόσωπο ως ενάγοντα ή υπάρχει αμφιβολία εάν ο ενάγοντας είναι το σωστό πρόσωπο για την καταχώρηση αγωγής εφόσον βέβαια συντρέχουν οι πιο κάτω προϋποθέσεις: (α) Να ικανοποιηθεί το Δικαστήριο ότι η καταχώρηση με λανθασμένο πρόσωπο ως ενάγοντα οφείλεται σε λάθος που έγινε καλή τη πίστη. (β) Ότι η αντικατάσταση είναι απαραίτητη για την επίλυση της διαφοράς που προκύπτει μέσα από το δικόγραφο. (γ) Το πρόσωπο που θα τεθεί ως νέος ενάγοντας να συγκατατίθεται προς τούτο. Εφόσον το Δικαστήριο κρίνει ότι συντρέχουν οι πιο πάνω προϋποθέσεις εκδίδει διάταγμα αντικατάστασης ή προσθήκης ενάγοντα με τέτοιους όρους που το Δικαστήριο θα κρίνει ορθό και δίκαιο. Όπως προκύπτει από τις αυθεντίες που διέπουν το υπό κρίση ζήτημα, η Δ.9 Κ.2 είναι σχεδόν πανομοιότυπη με τη Δ.16 Κ.2 των παλαιών Αγγλικών Θεσμών, επομένως μπορεί να γίνει χρήσιμη αναφορά μέσα από την πλούσια πρακτική που έχει υπάρξει από την εφαρμογή της εν λόγω διάταξης. Όπως συνάγεται από το σύγγραμμα The Annual Practice του 1958, σελίδες 325 και επόμενες, το πρόσωπο το οποίο ζητείται να αντικαταστήσει τον ενάγοντα ή να προστεθεί ως ενάγοντας θα πρέπει να δώσει τη συγκατάθεση του προς τούτο γραπτώς. Αυτό άλλωστε αποτελεί ρητή προϋπόθεση σύμφωνα με τη δική μας Δ.9 Κ.
- Στο εν λόγω σύγγραμμα αναφέρεται επίσης σχετικά με την ερμηνεία των λέξεων «through a bona fide mistake», ότι η σύγχρονη τάση της πρακτικής είναι να επιτρέπεται η τροποποίηση όταν ο εναγόμενος μπορεί να διασφαλιστεί ή εξασφαλιστεί ως προς τα έξοδα του και η προσθήκη ή αντικατάσταση του ενάγοντα είναι απαραίτητη για να καταστήσει δυνατή την επίλυση του επίδικου θέματος. Στην υπόθεση The Duke of Bucclench
(1982)p.204, σε αγωγή από ιδιοκτήτες πλοίου και φορτίου για ζημιές, ιδιοκτήτης μέρους του φορτίου αντικαταστάθηκε από τον ενάγοντα ο οποίος ήταν απλώς και μόνο αντιπρόσωπος του μετά από αναφορά σε αρμόδια υπηρεσία ή τμήμα για εκτίμηση της ζημιάς. Όσον αφορά δε τους όρους που τυχόν μπορεί να θέσει το Δικαστήριο σε περίπτωση έκδοσης του σχετικού για αντικατάσταση ή προσθήκη διατάγματος αναφέρεται στο πιο πάνω σύγγραμμα στη σελίδα 326 ότι στις περιπτώσεις προσθήκης ενάγοντα, ο ενάγοντας μπορεί να διαταχθεί να βαρύνεται με όλα τα έξοδα της αγωγής μέχρι το χρονικό σημείο της προσθήκης ή αντικατάστασης του ενάγοντα. Παρόμοιοι όροι ως προς τα έξοδα τέθηκαν και στις υποθέσεις Ives v. Brown
(1919)2 Ch. 314 και A.G. v. Pontypridd Waterworks
(1908)1 Ch. 388. Αναφορικά με το μέρος εκείνο της αίτησης που αφορά την τροποποίηση των παραγράφων από την έκθεση απαίτησης, (νοουμένου βεβαίως ότι θα επιτραπεί η αντικατάσταση των εναγόντων, καθ΄ότι απόρριψη του αιτήματος της αντικατάστασης, αυτομάτως καθιστά άνευ αξίας και αντικειμένου το υπόλοιπο μέρος της αίτησης) σχετική είναι η Δ.25 Θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας (ως ισχύει για την παρούσα αγωγή, εν΄ όψει του χρόνου καταχώρησης της, καθ΄ ότι σε μεταγενέστερο στάδιο έχει τροποποιηθεί) η οποία προνοεί: «Το Δικαστήριο, ή ο Δικαστής, μπορεί σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας να επιτρέψει σε οποιοδήποτε διάδικο να αλλάξει ή να τροποποιήσει το γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα ή τα δικόγραφα του με τέτοιο τρόπο και κάτω από τέτοιους όρους που θα κρίνει δίκαιο, και όλες οι αναγκαίες τροποποιήσεις θα γίνονται οι οποίες θα είναι αναγκαίες για το σκοπό της διαλεύκανσης των πραγματικών θεμάτων, για τα οποία οι διάδικοι έχουν διαφορές». Οι αρχές της νομολογίας συνοψίζονται ως ακολούθως: Η τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης (βλ. Φοινιώτης ν. Grenmar Navigation
(1989)1Ε 33 σελ. 36-37, Clive Preece κ.α. ν. Νάσου Θεοφίλου Ρωσσίδου,
(2011)1Γ ΑΑΔ 2138 και Αρτέμιος Παπαχρυσοστόμου ν. Κώστα Γρηγοριάδη και Συνεταίροι, Πολιτική Έφεση Αρ. 79/2009, ημερομηνίας 4/5/2012). Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στη συγκεκριμένη υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διαδίκου (βλ. Φοινιώτης ν. Grenmar Navigation πιο πάνω). Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στη διατύπωση των θέσεων του αιτητή ποικίλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση, ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση (βλ. Φοινιώτης ν. Grenmar Navigation πιο πάνω και Περικτιόνη Χρίστου ν. Αζά
(1992)1 ΑΑΔ 704 σελ 707). Η καθυστέρηση είναι σχετικός παράγοντας σε αιτήσεις για τροποποίηση της δικογραφίας, αλλά δεν είναι εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας (βλ. Astor Manufacturing v. A & G Leventis Co.
(1993)1 ΑΑΔ 726 σελ 730, Ikos Cif Ltd v 1. Martin Coward κ.α. ECLI:CY:AD:2014:A205, Πολιτικές Εφέσεις 137/2013 και 138/2013, 20/3/2014). Η σημασία του θέματος της δικαιολόγησης της καθυστέρησης ποικίλλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης και σχετίζεται με τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης (βλ. SABA & CO (T.M.P) v. T.M.P. Agents
(1994)1 AΑΔ 426 στη σελ 432, Ikos Cif Ltd v 1. Martin Coward κ.α., πιο πάνω) Αίτηση τροποποίησης δεν είναι δυνατό να επιτύχει αν το υλικό, το οποίο σκοπείται να εισαχθεί, ήταν σε γνώση του αιτητή ή μπορούσε με εύλογη επιμέλεια να εντοπιστεί έγκαιρα. (βλ. Γραμμές Στριντζή Αιγαίου Ναυτική Εταιρεία v. Always Travel Holidays Ltd
(1995)1 ΑΑΔ 607, United Sea Transport Ltd v. Zakou
(1980)1 AΑΔ 501, Ikos Cif Ltd v
- Martin Coward κ.α., πιο πάνω). Η γραμμή αυτή της νομολογίας συναρτάται απόλυτα με την φειδώ με την οποία το Δικαστήριο θα πρέπει να ασκεί τη διακριτική του ευχέρεια, ιδίως στις περιπτώσεις όπου η όποια καθυστέρηση ενέχει καταλυτικές επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου (βλ. Ikos Cif Ltd v
- Martin Coward κ.α., πιο πάνω). Η τροποποίηση είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαίο για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις που η τροποποίηση δυνατό να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμη εκεί που η κακή πίστη του Αιτητή είναι εμφανής (βλ. Περικτιόνη Χρίστου ν. Αζά πιο πάνω). Η σύγχρονη τάση (πριν την τροποποίηση βεβαίως της διαταγής 25 και 30, καθ΄ ότι με την τροποποίηση των εν λόγω διατάξεων, το όλο πνεύμα έχει αλλάξει άρδην) είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες περιπτώσεις, ακόμα και αν η αναγκαιότητα τροποποίησης είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα (βλ. Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου
(1991)1 ΑΑΔ 934 στη σελ 939 και Evripidou v. Kannaourou
(1985)1 CLR 21 στην σελ. 27). Ο κρίσιμος παράγοντας είναι η ανάγκη για προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων και η διατύπωση των θέσεων των διαδίκων (βλ. Ikos Cif Ltd v 1. Martin Coward κ.α., πιο πάνω). Όσο φιλελεύθερη και αν δικαιολογείται να είναι η προσέγγιση στο θέμα τροποποίησης δικογράφων το ζήτημα εξακολουθεί να υπόκειται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου. Γνώμονας για την άσκηση αυτής της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου είναι το σύνολο των περιστατικών και όχι μόνο το επανορθώσιμο των συνεπειών της τροποποίησης ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο (βλ. Ταξί Κυριάκος Λτδ ν. Παύλου
(1995)1 ΑΑΔ 560). Το ότι με την τροποποίηση επιδιώκεται η εισαγωγή νέας βάσης αγωγής δεν σημαίνει αφ' εαυτού ότι η τροποποίηση δεν μπορεί να επιτραπεί (βλ. SABA & CO (T.M.P) v. T.M.P. Agents πιο πάνω, Ikos Cif Ltd v 1. Martin Coward κ.α., πιο πάνω). Όπου τα γεγονότα που ο αιτητής προτίθεται να εισαγάγει με την αίτησή του είναι γνωστά στον καθ' ου η αίτηση τότε το πλαίσιο της δίκης δεν μεταβάλλεται και ούτε επιφέρονται ζημιογόνες συνέπειες στα δικαιώματά του (βλ. BAUER SPEZIALTIENFBAU GMBH και άλλος ν. DIVNOGORSK SHIPPING CO LTD
(2002)1Α ΑΑΔ 618 σελ. 625) ή όπου θα συγκεκριμενοποιηθούν υφιστάμενοι ισχυρισμοί που θα θέσουν τα δικόγραφα σε τάξη Federal Bank of Lebanon v. Σιακόλα
(1999)1 ΑΑΔ 44 ή όπου θα εισαχθούν περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες υφιστάμενου ισχυρισμού (βλ. Alexandrou Rent a Car v. Δήμητρας Α. Νεάρχου
(1992)1 ΑΑΔ 111). Περαιτέρω και ειδικότερα το Δικαστήριο παραπέμπει και σε σχετικά πρόσφατη νομολογία όπου εν μέρει έχει αναφερθεί και πιο πάνω και πιο συγκεκριμένα: Στην υπόθεση KAYAT TRADING LIMITED - v - GENZYME CORPORATION Πολιτική Έφεση Αρ. 58/2012 , 4 Μαρτίου, 2013 αποφασίσθηκαν τα πιο κάτω: << Το συμπέρασμα που μπορεί με ασφάλεια να συναχθεί από τη σχετική νομολογία, είναι ότι το θέμα, τροποποίησης δικογράφων, ανάγεται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου η οποία ασκείται φιλελεύθερα και δεν διέπεται από άκαμπτους κανόνες, αλλά από διάφορους παράγοντες, η βαρύτητα των οποίων ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Η βασική αρχή η οποία πηγάζει μέσα από την εν λόγω νομολογία είναι, όπως πολύ εύστοχα επισημάνθηκε στην υπόθεση Clive Preece: ΄΄ Αίτηση για τροποποίηση δικογράφου μπορεί να εγκριθεί σε κάθε στάδιο της διαδικασίας εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις οι οποίες καθιστούν την τροποποίηση απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης. Το συμφέρον της δικαιοσύνης αποτιμάται ύστερα από συνεκτίμηση όλων των παραγόντων της κάθε υπόθεσης, συμπεριλαμβανομένων και των επιπτώσεων που ενδεχομένως θα προκληθούν στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Βλ. Εθν. Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. κ.α. ν. Βιομ. Χαρ. Αλωνεύτης Λτδ κα
(2002)1(Α) ΑΑΔ 237. Στην Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου
(1991)1 ΑΑΔ 934 έχει ειπωθεί ότι η σύγχρονη τάση είναι να επιτρέπουν τα δικαστήρια τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμα και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα." Επίσης, όπως υποδείχθηκε στην υπόθεση Αρτέμιος Παπαχρυσοστόμου ανωτέρω: "Στις περιπτώσεις όπου ο προσδιορισμός της ουσίας της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων και η αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών επιβάλλουν την τροποποίηση των δικογράφων, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται υπέρ της έγκρισης της αίτησης νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί βλάβη ή αδικία στην άλλη πλευρά η οποία δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα ή ο αιτητής δεν ενεργεί κακόπιστα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της οποιασδήποτε καθυστέρησης στη διατύπωση των θέσεων του αιτητή, ποικίλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη τροποποίησης δικογράφων, όμως η άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου στο στάδιο αυτό, ασκείται με φειδώ. Τέλος μπορεί να λεχθεί ότι η εισαγωγή ενός νέου θέματος δεν συνεπάγεται κατ' ανάγκη και την απόρριψη της αίτησης, νοουμένου όμως ότι δεν έχει καταλυτικές συνέπειες για την αντίδικη πλευρά.">> Στην υπόθεση D. J. KARAPATAKIS & SONS LTD - v - ΔΗΜΟΥ ΣΤΡΟΒΟΛΟΥ, ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 135/2011 ημερομηνίας 13/6/2013, αποφασίσθηκαν τα πιο κάτω: << Σειρά αποφάσεων διαμόρφωσε τις αρχές που διέπουν το θέμα τροποποίησης δικογράφων κάτω από τη Δ.25 των Διαδικαστικών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Η τροποποίηση ή μη δικογράφου, ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου η οποία ασκείται με πρωταρχικό μέλημα, το συμφέρον της δικαιοσύνης. Οι παράγοντες που επενεργούν στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης είναι πολλοί, όπως πολλοί είναι και οι παράγοντες που θα μπορούσαν να επιδράσουν στον τρόπο άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Το βέβαιο είναι ότι δεν μπορούν να καθοριστούν εξαντλητικά. Στην Παπαχρυσοστόμου ν. Κ. Γρηγοριάδης & Συνέταιροι, κ.α., Π.Ε. 79/09, ημερ. 4/5/12, αναφέρονται τ' ακόλουθα: «Το συμπέρασμα που μπορεί με ασφάλεια να συναχθεί από τη σχετική νομολογία, είναι ότι το θέμα, τροποποίησης δικογράφων, ανάγεται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου η οποία ασκείται φιλελεύθερα και δεν διέπεται από άκαμπτους κανόνες, αλλά από διάφορους παράγοντες, η βαρύτητα των οποίων ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Η βασική αρχή η οποία πηγάζει μέσα από την εν λόγω νομολογία είναι ότι στις περιπτώσεις όπου ο προσδιορισμός της ουσίας της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων και η αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών επιβάλλουν την τροποποίηση των δικογράφων, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται υπέρ της έγκρισης της αίτησης νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί βλάβη ή αδικία στην άλλη πλευρά η οποία δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα ή ο αιτητής δεν ενεργεί κακόπιστα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της οποιασδήποτε καθυστέρησης στη διατύπωση των θέσεων του αιτητή, ποικίλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη τροποποίησης δικογράφων, όμως η άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου στο στάδιο αυτό, ασκείται με φειδώ. Τέλος μπορεί να λεχθεί ότι η εισαγωγή ενός νέου θέματος δεν συνεπάγεται κατ' ανάγκη και την απόρριψη της αίτησης, νοουμένου όμως ότι δεν έχει καταλυτικές συνέπειες για την αντίδικη πλευρά.» ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΑΙΤΗΣΗΣ - ΕΝΣΤΑΣΗΣ - ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Το Δικαστήριο, αντλώντας διαφώτιση και καθοδήγηση από το πιο πάνω νομοθετικό πλαίσιο που διέπει την υπό εξέταση αίτηση, έχοντας υπ΄ όψη του ιστορικό της παρούσας υπόθεσης, τα όσα ανέφερε ο ενόρκως δηλών στην υπό εξέταση αίτηση και τα όσα αμφότερες οι ευπαίδευτες συνήγοροι ανέπτυξαν στις αγορεύσεις τους και ασκώντας το Δικαστήριο την διακριτική του ευχέρεια, κρίνει ότι η υπό εξέταση αίτηση δεν δύναται να τύχει έγκρισης. Συγκεκριμένα, υπάρχει μεν η συγκατάθεση της εταιρείας όπου επιδιώκεται η αντικατάσταση της ως διαδίκου, πλην όμως, η αναφορά που προέρχεται από τον ίδιο τον ενάγοντας και μοναδικό διευθυντή και μέτοχο της εν λόγω εταιρείας και πιο συγκεκριμένα η αναφορά του ότι δεν υπάρχει γραπτή συμφωνία μεταξύ του ιδίου και του εναγομένου, αφήνει ένα δυσαναπλήρωτο κενό στο Δικαστήριο ως προς το ποια ήταν τα συμβαλλόμενα μέρη, έτσι ώστε να πληρείται η προϋπόθεση που αναφέρθηκε πιο πάνω, ήτοι η αντικατάσταση είναι απαραίτητη για την επίλυση της διαφοράς. Δεν διαφεύγει βεβαίως της προσοχής του Δικαστηρίου ότι στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης δεν κρίνεται η ουσία της αγωγής ή το βάσιμο οποιασδήποτε απαίτησης ή υπεράσπισης, πλην όμως η αναφορά αυτή του εν λόγω μάρτυρα, ήτοι η ανυπαρξία γραπτής συμφωνίας μεταξύ του ιδίου και του εναγόμενου, αφήνει κενά και ασάφειες για την αναγκαιότητα αντικατάστασης του ενάγοντα από την πιο πάνω εταιρεία και πιο συγκεκριμένα την εμπλοκή της και γενικά την διασύνδεση της με τα επίδικα θέματα. Η αναφορά, αιτιολογία και δικαιολογία που δόθηκε για την έκδοση των αποδείξεων για πληρωμές που έγιναν από τον εναγόμενο και ότι οι σχετικές αποδείξεις εκδόθηκαν από μπλοκ αποδείξεων της πιο πάνω αναφερόμενης εταιρείας, ουδόλως αντικαθιστά το πιο πάνω κενό, διότι η συμφωνία και πιο συγκεκριμένα τα πρόσωπα που την έχουν συνάψει, δεν διαφαίνεται να έχουν διασύνδεση με την εταιρεία ως συμβαλλόμενο μέρος παρά μόνο ως πρόσωπο που έχει εκδώσει αποδείξεις. Με βάση λοιπόν την πιο πάνω αξιολόγηση, κρίνεται ως βάσιμος ο τρίτος λόγος ένστασης. Ως προς τον λόγο ένστασης περί κακοπιστίας και αργοπορίας, το Δικαστήριο δεν έχει εντοπίσει οποιοδήποτε στοιχείο που να δικαιολογεί τα πιο πάνω, πλην όμως λόγω της επιτυχίας του τρίτου λόγου ένστασης και την απόρριψη της αίτησης δεν διαδραματίζει οποιοδήποτε ρόλο. Ως προς τον δεύτερο λόγο ένστασης, πράγματι διαφαίνεται μέσα από τις παραγράφους 5 και 15 της ενόρκου δηλώσεως ότι ο ενόρκως δηλών αναφέρει ότι θα επηρεαστούν τα δικά του συμφέροντα και αυτό κρίνεται ότι ο λόγος αυτός ένστασης επιτυγχάνει συνεπικουρικά με την επιτυχία του τρίτου λόγου ένστασης, λόγω ακριβώς της μη διασύνδεσης της εν λόγω εταιρείας ως συμβαλλόμενου μέρους, ως επίσης και της μη ένδειξης για επηρεασμό των δικαιωμάτων της εν λόγω εταιρείας έτσι ώστε να καθίσταται αναγκαία η εκπροσώπηση της. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Για τους λόγους που το Δικαστήριο προσπάθησε να εξηγήσει, αίτηση απορρίπτεται με έξοδα εις βάρος του ενάγοντα και υπέρ του εναγομένου, ως αυτά υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο καταβλητέα στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.)................ ΑΛ. ΦΥΛΑΚΤΟΥ, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής Subject: Civil/other actions/Interim Αναφορά: Διαγραφή και αντικατάσταση Ενάγοντα cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο