← Κύπρος

TΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ ν. Κωστάκης Πατσαλίδης κ.α., Αρ. Αγωγής 5453/10, 11/11/2016

TΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ ν. Κωστάκης Πατσαλίδης κ.α., Αρ. Αγωγής 5453/10, 11/11/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2016:A473 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Στ. Τσιβιτανίδου-Κίζη, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 5453/10 Μεταξύ: TΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ, από τη Λευκωσία Εναγόντων και

  1. Κωστάκης Πατσαλίδης, από τη Λεμεσό
  2. Γιάννα Βύρα, από τη Λεμεσό Εναγομένων ----------------------------- Aίτηση ημερομηνίας 22.6.2016 για τροποποίηση της Έκθεσης Υπεράσπισης Ημερομηνία: 11 Νοεμβρίου, 2016 Για τους εναγόμενους-αιτητές: Ο κ. Ανδρέας Γεωργίου Για τους ενάγοντες-καθ' ων η αίτηση: Η κα Παπή για ΝΙΚΟΣ ΧΡ. ΑΝΑΣΤΑΣΙΑΔΗΣ & ΣΥΝΕΤΑΙΡΟΙ Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την αγωγή με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο, οι ενάγοντες οι οποίοι είναι τραπεζίτες, αξιώνουν από τον εναγόμενο 1 ως πρωτοφειλέτη και από την εναγόμενη 2 ως εγγυήτρια του, το ποσό των CHF 333.695,45 (Ελβετικών φράγκων). Σύμφωνα με ό,τι προβάλλεται στην Έκθεση Απαίτησης, οι ενάγοντες στη βάση γραπτής Συμφωνίας ημερομηνίας 14.9.2007, παραχώρησαν στον εναγόμενο 1 στεγαστικό δάνειο ύψους CHF 300.010,00 (Eλβετικά φράγκα). Η εναγόμενη 2 επίσης στη βάση γραπτής Συμφωνίας Εγγύησης ημερομηνίας 8.10.2007, εγγυήθηκε όλες τις υποχρεώσεις του εναγόμενου 1 προς τους ενάγοντες μέχρι του ποσού των €216.992,38 (Λ.Κ.127.000,00). Οι εναγόμενοι 1 και 2 στην Έκθεση Υπεράσπισης τους αρνούνται τους ισχυρισμούς των εναγόντων, ειδικότερα αρνούνται ότι ο εναγόμενος 1 συμφώνησε με τους τελευταίους να του παραχωρήσουν το επίδικο δάνειο και περαιτέρω αρνείται ότι συμφώνησε τους αναφερόμενους στην Έκθεση Απαίτησης όρους. Αρνούνται επίσης ότι η εναγόμενη 2 εγγυήθηκε την εκπλήρωση όλων των υποχρεώσεων του Εναγομένου 1 που πήγαζαν από την κατ΄ ισχυρισμό συμφωνία δανείου, μέχρι ποσού €216.992,38 (ΛΚ. 127.000,00). Με την υπό κρίση Αίτηση, οι εναγόμενοι αιτούνται: «Α. Διάταγμα και/ή άδεια του Δικαστηρίου που να επιτρέπει την τροποποίηση της εκθέσεως υπερασπίσεως των εναγομένων δια της προσθήκης νέας παραγράφου αριθμούμενης ως 3Α μετά την παράγραφο 3 και πριν την παράγραφον 4 της εκθέσεως υπερασπίσεως που να αναφέρει τα ακόλουθα: «3Α Εναλλακτικά ο εναγόμενος αρ. 1 ισχυρίζεται ότι ανεξάρτητα από το εάν υπέγραψεν την ισχυριζόμενη συμφωνία για παροχή δανείου ημερ. 8.10.07 το οποίο ανέρχεται εις το ποσόν των CHF 300.010.00 σε Ελβετικά φράγκα, η συγκεκριμένη συμφωνία είναι άκυρη και/ή παράνομη και/ή αντικανονική και/ή μη ανταποκρινόμενη με τον νόμο και/ή την νομοθεσία. Περαιτέρω ο εναγόμενος αρ. 1 και η εναγόμενη αρ. 2 ισχυρίζονται ότι οι ενάγοντες εμποδίζονται από του να εγείρουν αγωγή και να ζητούν θεραπείες και/ή αξιώσεις από συμφωνία που εν πάση περιπτώσει είναι παράτυπη και/ή παράνομη και/ή βρίσκεται σε αντίθεση με τους εν ισχύει νόμους και/ή νομοθεσίες και/ή η συμφωνία σε Ελβετικά φράγκα, είναι παράνομη και/ή παράτυπη.» Β. Οιονδήποτε άλλο διάταγμα το δικαστήριο ήθελε κρίνει εύλογο και δίκαιο υπό τας περιστάσεις.» Η Αίτηση στηρίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.25 Θ1-6, Δ.48 και Δ.64, στην διακριτική ευχέρεια και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Την Αίτηση υποστηρίζει Ένορκη Δήλωση του εναγομένου 1 Κωστάκη Παντελίδη δεόντως εξουσιοδοτημένου και από την εναγόμενη
  3. Είναι η θέση του πως θα πρέπει να επιτραπεί η τροποποίηση της Έκθεσης Υπεράσπισης ώστε να τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου η πραγματική διαφορά που υπάρχει μεταξύ των διαδίκων. Η ανάγκη για τροποποίηση, προσθέτει προέκυψε «μετά από ενδελεχή μελέτη κατά την προετοιμασία, της μαρτυρίας η οποία θα παρουσιαστεί από μέρους των Εναγομένων». Οι ενάγοντες καταχώρησαν Ένσταση προβάλλοντας τους εξής λόγους: «
  4. Η παρούσα Αίτηση έχει υποβληθεί καθυστερημένα και οι λόγοι για τους οποίους οι Αιτητές επικαλούνται στην Ένορκη τους Δήλωση ως αιτία καθυστέρησης δεν συνιστούν επαρκή και εύλογη αιτιολογία και σε καμιά περίπτωση δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτοί από το Σεβαστό Δικαστήριο.
  5. Η παρούσα Αίτηση έχει καταχωρηθεί κακόπιστα και με σκοπό κατάχρησης της δικαστικής διαδικασίας με σκοπό τον εκτροχιασμό της παρούσας υπόθεσης από την προσδιορισθείσα πορεία της και/ή την κωλυσιεργία και/ή την επιβράδυνση και/ή την περαιτέρω αναστολή εκδίκασης της υπόθεσης τους και δίκαιη διεξαγωγή της δίκης.
  6. Με την αιτούμενη τροποποίηση εισάγονται ισχυρισμοί οι οποίοι είναι τελείως αβάσιμοι και/ή ανυπόστατοι.
  7. Στην παράγραφο 3 της Ένορκης Δήλωσης που ο Εναγόμενος 1 - Αιτητής υποστηρίζει την αίτηση για τροποποίηση της Υπεράσπισης τους, ισχυρίζεται ότι σκοπός της παρούσας αίτησης είναι να δοθεί η δυνατότητα να τεθεί η πραγματική διαφορά που υπάρχει μεταξύ των διαδίκων αναφορικά με το Δάνειο σε Ελβετικά Φράγκα που αξιώνουν οι Ενάγοντες - Καθ΄ ων η Αίτηση, χωρίς να επεξηγείται και χωρίς να παρουσιάζεται οποιαδήποτε μαρτυρία για την διαφορά που ισχυρίζεται μεταξύ των διαδίκων.
  8. Η παρούσα αγωγή εκκρεμεί από το 2010 και έχει οριστεί αρκετές φορές για ακρόαση όπου οι Εναγόμενοι - Αιτητές έχουν επανειλημμένα δηλώσει ετοιμότητα στο Δικαστήριο για έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, και ο ισχυρισμός στην Παράγραφο 4 ότι αντλήθηκαν την ανάγκη για τροποποίηση κατά το στάδιο προετοιμασίας της μαρτυρίας των Εναγομένων είναι αναληθής και ισχυρισμός μεταγενέστερων σκέψεων.
  9. Περαιτέρω οι Εναγόμενοι - Αιτητές με πολύ γενικό, αόριστο τρόπο επαναλαμβάνουν ότι οι τροποποιήσεις είναι αναγκαίες για να συνάδουν με τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης χωρίς να εξειδικεύουν και ποια είναι τα πραγματικά περιστατικά.
  10. Η Αίτηση καθώς επίσης και η Ένορκη Δήλωση που την υποστηρίζει είναι νόμω και ουσία αβάσιμη, κακόπιστη και αόριστη μη προσκομίζοντας ουσιαστικά καμία μαρτυρία κατά τρόπο ώστε το Σεβαστό Δικαστήριο να βασιστεί και να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα για τροποποίηση.
  11. Η αιτούμενη τροποποίηση δεν αποβλέπει εις την διακρίβωση των μεταξύ των διαδίκων υφιστάμενων πραγματικών διαφορών αλλά αντίθετα τείνει να προκαλέσει σύγχυση και δυσμενή επηρεασμό των συμφερόντων των Εναγόντων / Καθ΄ ων η Αίτηση καθώς επίσης θα καθυστερήσει την δίκαια εκδίκαση της υπόθεσης.» Η ένσταση στηρίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.39 θ.2, θ.6, θ.20, Δ.48 θ.4, Δ.25 θ.1-9, Δ.64 θ.1, Δ.19 θ.4, θ.13, θ.19, θ.21, θ.22, θ.26, στον Περί Πολιτικής Δικονομίας (Τροποποιητικό) (Αρ. 3) Διαδικαστικό Κανονισμό του 1999, στο άρθρο 3 του Ν.249/90, στο άρθρο 30

(2)του Συντάγματος, στους Κανόνες επιείκειας και στη γενική πρακτική και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Η Ένσταση υποστηρίζεται από Ένορκη Δήλωση του Κωνσταντίνου Χωραϊτη, υπαλλήλου των εναγόντων, δεόντως εξουσιοδοτημένου. Διατείνεται πως η υπό κρίση Αίτηση καταχωρήθηκε με απώτερο σκοπό την καθυστέρηση της εκδίκασης της αγωγής. Τούτο, κατά τον ίδιο, συνιστά παρακώλυση της δικαστικής διαδικασίας. Επί της ουσίας της Αίτησης, είναι η θέση του πως οι ισχυρισμοί τους οποίους οι εναγόμενοι θέλουν να προσθέσουν είναι «αβάσιμοι και/ή ανυπόστατοι και/ή χωρίς καμιά πραγματική ουσία για την υπεράσπιση τους» και πως μια τέτοια τροποποίηση δεν πρέπει να γίνει αποδεκτή από το Δικαστήριο. Οι αρχές που διέπουν τα της τροποποίησης δικογράφων έχουν εκτεθεί και αναλυθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου με τη δέουσα σαφήνεια. (SABA & CO (T.M.P.) ν. T.M.P. Agents
(1994)1 ΑΑΔ 426, Ταξί Κυριάκος Λτδ ν. Ανδρέα Παύλου
(1995)1 ΑΑΔ 560, Astor Manufacturing & Exporting Co κ.ά. ν. A.G. Leventis κ.ά.
(1993)1 ΑΑΔ 726). Κλασσική απόφαση που δείχνει την λεγόμενη τάση φιλελευθεροποίησης των τροποποιήσεων δικογράφων είναι η απόφαση στην υπόθεση Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου
(1991)1 ΑΑΔ 934. Όπως χαρακτηριστικά είχε λεχθεί εκεί, αναμφίβολα η σύγχρονη τάση, όπως βγαίνει από τη σχετική νομολογία, είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμη και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα. Διευκρινίζοντας ή περιορίζοντας τη γενικότητα με την οποία είχε αποδοθεί η πιο πάνω αρχή, το Ανώτατο Δικαστήριο παρατήρησε στην υπόθεση Ταξί Κυριάκος Λτδ ν. Ανδρέα Παύλου (ανωτέρω) πως όσο φιλελεύθερη και αν δικαιολογείται να είναι η προσέγγιση στο θέμα τροποποίησης δικογράφων, το ζήτημα εξακολουθεί να υπόκειται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου. Ότι γνώμονας για την άσκηση αυτής της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου, είναι το σύνολο των περιστατικών και όχι μόνο το επανορθώσιμο των συνεπειών της τροποποίησης ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο. Για παράδειγμα, σε εκείνη την υπόθεση κρίθηκε πως ορθά απορρίφθηκε αίτημα τροποποίησης που υποβλήθηκε κατά την ημερομηνία ακρόασης, εφόσον κατά τη δικάσιμο που είχε οριστεί το 1988 είχε υποβληθεί αίτημα για αναβολή έτσι ώστε να γίνει διάβημα τροποποίησης, η υπόθεση ανεβλήθη παρά την ένσταση της άλλης πλευράς, με οδηγίες να υποβληθεί αίτηση τροποποίησης εντός δύο μηνών, αλλά αίτηση δεν υποβλήθηκε ούτε απασχόλησε ξανά το θέμα παρά μόνο όταν κατά το 1990 η υπόθεση επαναορίστηκε ξανά για ακρόαση. Η θεμελιακή αρχή την οποία το Δικαστήριο θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη του στην άσκηση της διακριτικής του εξουσίας σ΄ αυτού του είδους τις αιτήσεις, τέθηκε με σαφήνεια στην υπόθεση Περικτιόνη Χρίστου ν. Ανδρέα Στυλιανού Αζά
(1992)1 ΑΑΔ
  1. Στην υπόθεση αυτή καταχωρήθηκε αίτηση τροποποίησης της Έκθεσης Απαίτησης μετά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, ούτως ώστε να συνάδει η Έκθεση Απαίτησης με την προσκομισθείσα μαρτυρία. Το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε την αίτηση. Το Ανώτατο Δικαστήριο ανατρέποντας την πρωτόδικη απόφαση τόνισε ότι εν πρώτοις δεν είναι νομικά επιλήψιμη η επιδίωξη τροποποίησης για να συνάδει η προσαχθείσα μαρτυρία με το δικόγραφο του διαδίκου. Στη σελίδα 707 της απόφαση αναφέρονται χαρακτηριστικά τα ακόλουθα: «Η θεμελιακή αρχή που ξεπροβάλλει από τις αποφάσεις, είναι πως η τροποποίηση δικογράφου είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαίο για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις που η τροποποίηση δυνατόν να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμη εκεί που η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής.» Στην υπόθεση Geto Tracing Import - Export Ltd v. Το Πλοίο M/V Vladimir Vaslyayev, Αγ. Ναυτοδικείου αρ. 56/93, ημερ. 30.9.1993, λέχθηκε πως: «Ο κυρίαρχος λόγος που το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη για να επιτρέψει τροποποίηση, είναι να δοθεί η ευκαιρία στους διαδίκους να θέσουν ενώπιον του τις πραγματικής επίδικες διαφορές.» Ειδικότερα για το θέμα του παράγοντα χρόνου στην υποβολή αιτήματος τροποποίησης θα παραθέσω όσα εύστοχα είχαν λεχθεί στην απόφαση στην υπόθεση Astor Manufacturing & Exporting Co κ.α. (ανωτέρω). «Ο παράγοντας χρόνος είναι σχετικός. Δεν είναι όμως εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας. Το ίδιο ισχύει για τον κάθε ένα από τη σειρά των παραγόντων που η νομολογία καθιέρωσε ως διαδραματίζοντα ρόλο. Η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου ασκείται αφού συνυπολογιστούν τα σχετικά στο πλαίσιο των ιδιαιτεροτήτων της κάθε υπόθεσης.» Για το ίδιο θέμα της καθυστέρησης, σημαντική είναι και η απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση Federal Bank of Lebanon v. N. Σιακόλα, Πολ. Έφεση 10341, ημερ. 19/1/
  2. Το Εφετείο επιβεβαίωσε ότι η μακρά εκκρεμότητα μιας αγωγής δεν μπορεί να επενεργήσει απόλυτα σαν κώλυμα στην έγκριση αιτήματος τροποποίησης δικογράφου, αλλά αποτελεί παράγοντα ο οποίος επαυξάνει την ανάγκη για ταχύτερη προώθηση της διαδικασίας. Ότι, δε, η έννοια της καθυστέρησης στην υποβολή του αιτήματος προϋποθέτει βέβαια τη δυνατότητα έγκαιρης ενέργειας και για να συνιστά κώλυμα θα πρέπει να μην είναι καλόπιστη. Αναφορικά με το θέμα της παροχής εξήγησης για την καθυστέρηση που διαπιστώνεται στην υποβολή αιτήματος τροποποίησης, και με αυτό ασχολήθηκε το Εφετείο στην υπόθεση (SABA & CO (T.M.P.) v. T.M.P. Agents (ανωτέρω). Όπως λέχθηκε, η σημασία του θέματος της δικαιολόγησης της καθυστέρησης, ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης, κυρίως σε συσχετισμό προς τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή τον βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης. Μια καλόπιστη αίτηση για τροποποίηση προς κάλυψη πραγματικής και σημαντικής ανάγκης δεν θα πρέπει να απορριφθεί επειδή, ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο, η καθυστέρηση δικαιολογήθηκε με αναφορά σε αβλεψία ή παραδρομή. Από τα ανωτέρω προκύπτει πως ο παράγοντας «καθυστέρηση» εξετάζεται σε συνάρτηση με τους ουσιαστικότερους παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο και βασικά σαν συνισταμένη τυχόν επηρεασμού των δικαιωμάτων του καθ΄ ου η αίτηση. Τούτων λεχθέντων επανέρχομαι στην υπό κρίση Αίτηση. Με την αιτούμενη τροποποίηση οι εναγόμενοι-αιτητές επιδιώκουν να προσθέσουν ως διαζευκτική βάση υπεράσπισης πως η επίδικη συμφωνία δανείου (ανεξάρτητα από το εάν την υπέγραψε ή όχι ο εναγόμενος 1) είναι παράνομη ως μη ανταποκρινόμενη στη νομοθεσία και συνακόλουθα άκυρη. Περαιτέρω πως οι ενάγοντες λόγω της παρανομίας και/ή παρατυπίας της εν λόγω συμφωνίας, εμποδίζονται να αξιώνουν τις αιτούμενες θεραπείες. Η θέση των εναγομένων-αιτητών πως ο ισχυρισμός τον οποίο επιδιώκουν να προσθέσουν με την αιτούμενη τροποποίηση, θα βοηθήσει στον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς, δεν με βρίσκει σύμφωνη. Οι εναγόμενοι επιδιώκουν να προσθέσουν τον ισχυρισμό περί παρανομίας της σύμβασης δανείου, χωρίς όμως να καθορίζουν που, κατ' αυτούς, έγκειται η παρανομία. Δεν αρκεί να προβάλλεται ισχυρισμός πως μία συμφωνία είναι άκυρη και/ή παράνομη. Θα πρέπει να εξειδικεύεται και ο λόγος που την καθιστά παράνομη. Στην έλλειψη προβολής συγκεκριμένου λόγου, το θέμα (περί παρανομίας ή μη της σύμβασης) παραμένει μετέωρο και η προσκόμιση οποιασδήποτε μαρτυρίας προς απόδειξη του γενικού αυτού ισχυρισμού δεν θα επιτραπεί. Καταληκτικά είναι η θέση μου πως ο ισχυρισμός τον οποίο οι εναγόμενοι επιδιώκουν να προσθέσουν στο δικόγραφο τους, είναι γενικός και αόριστος και εάν επιτραπεί να προστεθεί, στο δικόγραφο τους, δεν θα βοηθήσει ποσώς στην διακρίβωση των πραγματικών ζητημάτων για τα οποία υπάρχει διαφωνία μεταξύ των μερών, έτσι όπως καθορίστηκαν από τις έγγραφες προτάσεις. Γι' αυτό τον λόγο κρίνω πως η αιτούμενη τροποποίηση δεν θα πρέπει να επιτραπεί. Δεδομένου του ότι η τύχη της Αίτησης έχει κριθεί, δεν θα εξετάσω τα υπόλοιπα θέματα που εγείρονται, όπως είναι ο χρόνος υποβολής της αίτησης ή η τυχόν ύπαρξη κακοπιστίας εκ μέρους των εναγομένων. Διά ταύτα, η Αίτηση απορρίπτεται, με έξοδα σε βάρος των εναγομένων-αιτητών και υπέρ των εναγόντων-καθ' ων η αίτηση. Τα έξοδα να υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και να εγκριθούν από το Δικαστήριο. Τα έξοδα είναι πληρωτέα στο τέλος της υπόθεσης. (Υπ.) .............................. Στ. Τσιβιτανίδου-Κίζη, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής ΣΤΚ/ΑΓ Subject: Civil / Other actions / Interim Αναφορά: Αίτηση για τροποποίηση της Έκθεσης Υπεράσπισης cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.