Χρίστος Ορφανίδης ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ κ.α., Αρ. Αγωγής 5354/15, 11/11/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2016:A474 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: A. Πούγιουρου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 5354/15 Mεταξύ: Χρίστος Ορφανίδης Ενάγοντα -και-
- Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ
- Family Restaurants Andreou Co Ltd
- Cyprus Popular Bank Public Co Ltd, πρώην Marfin Popular Bank Public Co Ltd
- Ορφανίδης Δημόσια Εταιρεία Λτδ Εναγομένων ----------------------------------- Αίτηση ημερ. 7.4.2016 για προσωρινά διατάγματα 11 Νοεμβρίου 2016 Για ενάγοντα-αιτητή: κ. Α. Γεωργίου για Φοίβος, Χρίστος Κληρίδης & Συνεργάτες ΔΕΠΕ (κ. Χαχολιάδης ν' ακούσει απόφαση) Για εναγόμενη 1-καθ' ης η αίτηση: κ. Μ. Μαστορούδης για Χρυσαφίνης & Πολυβίου ΔΕΠΕ Για εναγόμενη 2-καθ' ης η αίτηση: κα Κ. Αρκάδη για Κολοκασίδης Χατζηπιερής ΔΕΠΕ (κα Χ"Κυριάκου ν' ακούσει απόφαση) Για εναγόμενη 3-καθ' ης η αίτηση: κα Α. Ελευθερίου για Τορναρίτης & Σία ΔΕΠΕ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με Κλητήριο Ένταλμα (O.2 R.1) ημερομηνίας 30.12.2015 ο ενάγοντας αξιώνει εναντίον των εναγομένων 1, 2, 3 και 4 Δηλώσεις και Διατάγματα ότι οι τραπεζικές διευκολύνσεις που παραχωρήθηκαν στην εναγόμενη 4 με εξασφάλιση την υποθήκη Υ6924/11 είναι άκυρες ως αποτέλεσμα ψευδών παραστάσεων και/ή αθέμιτης οικονομικής πίεσης και/ή απάτης και/ή δόλου, ότι η εναγόμενη 2 είναι ενοικιάστρια του ενάγοντα και ότι οφείλει μέχρι τις 31.12.2015 το ποσό των €64.216,00 και ότι η εναγόμενη 2 έχει παραβεί τους όρους της συμφωνίας ενοικίασης και/ή διαζευκτικά Δηλώσεις του Δικαστηρίου ότι η Υποθήκη θα εξαιρείτο από τις εξασφαλίσεις για το δάνειο των €2.300.000,00, γι' αυτό και εμποδίζεται η εκποίηση της. Με την υπό κρίση αίτηση η οποία καταχωρήθηκε στις 7.4.2016 επιζητείται από πλευράς του ενάγοντα η έκδοση προσωρινών διαταγμάτων που να εμποδίζουν όλους τους εναγόμενους να προβούν στην διαδικασία εκποίησης του ακινήτου με αρ. εγγραφής 0/27482 δυνάμει Υποθήκης Υ6924/11, να επεμβαίνουν επί του ιδίου ακινήτου και να προβούν σε προσφορές για πώληση ή αγορά ή μεταβίβαση του, μέχρι την τελική εκδίκαση της αγωγής ή νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου. Αν και η αίτηση καταχωρήθηκε μονομερώς το Δικαστήριο διέταξε όπως λάβει γνώση και η άλλη πλευρά προτού της επιληφθεί, όπως και έγινε. Σε κάποιο στάδιο η υπό κρίση αίτηση αποσύρθηκε εναντίον της εναγόμενης 4-καθ' ης η αίτηση. Η νομική βάση της αίτησης είναι το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν.14/60), το άρθρο 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.6, η Δ.48 θ.θ.1-13 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών και τέλος η σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου. Υποστηρίζεται δε από την ένορκη δήλωση του ενάγοντα, ημερομηνίας 7.4.2016 και άλλη συμπληρωματική του ιδίου ημερομηνίας 13.4.
- Στην αρχική ένορκη δήλωση του αναφέρεται στα γεγονότα της υπόθεσης τονίζοντας το γεγονός ότι η αγωγή αφορά στο ακίνητο με αρ. εγγραφής 0/27482 που είναι ιδιοκτησίας του ιδίου στη βάση Τίτλου Ιδιοκτησίας (Τεκμ.1 στην ένορκη δήλωση του). Το ακίνητο αυτό είχε αγοραστεί το 1995 από την εναγόμενη 4, που είναι μέλος του Ομίλου των Εταιρειών Ορφανίδη. Στη βάση συμβολαίου ημερ. 30.11.1997 (Τεκμ.2) συμφωνήθηκε η ανταλλαγή τεμαχίου του ενάγοντα στο Στρόβολο με αριθμό ακινήτων της εναγόμενης 4 μεταξύ των οποίων και το επίδικο ακίνητο. Από την ημερομηνία υπογραφής του συμβολαίου ο ενάγοντας ανέλαβε την κατοχή και εκμετάλλευση του ακινήτου. Από την άλλη η εναγόμενη 4 αξιοποίησε άμεσα το ακίνητο που της παραχώρησε ο ενάγοντας για την ανέγερση εμπορικού κέντρου στη Λευκωσία. Στις 4.3.1998 στη βάση ενοικιαστηρίου συμβολαίου η εναγόμενη 4, ως εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια του επίδικου ακινήτου, το ενοικίασε στην εναγόμενη 2 για 20 χρόνια έναντι συμφωνηθέντος ενοικίου. Στην ουσία όμως ιδιοκτήτης του ακινήτου ήταν ο ίδιος ο ενάγοντας, ο οποίος και εισέπραττε τα ενοίκια. Κατά την περίοδο 2011 και 2012 η εναγόμενη 4 αντιμετώπισε διάφορες οικονομικές δυσχέρειες και έλλειψη ρευστότητας, οπότε η εναγόμενη 3 ανέλαβε την χρηματοδότηση της εναγόμενης 4 αναλαμβάνοντας και την οικονομική διαχείριση της στη βάση ομολόγων. Για το καθεστώς της διαχείρισης εκκρεμεί η Αγωγή 4255/13 εναντίον της Λαϊκής Τραπέζης και των διευθυντικών στελεχών της ενώ για την έκδοση αξιογράφων η Αγωγή 4033/
- Είναι εισήγηση του ότι οι εναγόμενοι 1 και 3 εγκλώβισαν τον ίδιο και τις εταιρείες του Ομίλου του σε ψηλά δάνεια για αγορά ακινήτων, αποθηκών, κέντρων διανομής και εργοστασίων τα οποία ανήκαν σε πελάτες της εναγόμενης 3, που είχαν προβλήματα. Στην κατρακύλα της αξίας των ακινήτων συνέτειναν και τα γεγονότα στο Μαρί το
- Τον Απρίλιο του 2011 καταρτίστηκαν συμφωνίες για την έκδοση ομολόγου στο ΧΑΚ ύψους €19.150.000,00 από τις εισπράξεις του οποίου ποσό εκ €5.000.000,00 δόθηκε για σκοπούς ρευστότητας της ενάγουσας, άλλο ποσό εκ €5.000.000,00 έναντι χρεών της ενάγουσας προς τη Λαϊκή Τράπεζα και το υπόλοιπο εκ €9.150.000,00 κατατέθηκε σε λογαριασμό της ενάγουσας στην εναγόμενη
- Κατόπιν εκβιασμών και πιέσεων από πλευράς του κ. Κουννή, αξιωματούχου της Λαϊκής Τράπεζας, ο ενάγοντας αγόρασε στις 22.7.2011 αξιόγραφα έκδοσης του 2011 της εναγόμενης 3 ύψους €9.150.000,00, αν και ο ίδιος δεν επιθυμούσε να προβεί σε τέτοια αγορά. Το θέμα αγοράς αξιογράφων αφορά στην Αγωγή 4033/
- Το πρόβλημα ρευστότητας χειροτέρευσε τον Αύγουστο του 2011 με τα γεγονότα στο Μαρί. Τότε ο ίδιος επέμενε στην επιστροφή του ποσού των €9.150.000,00 αλλά η εναγόμενη 3, μέσω του κ. Κουννή, αρνήθηκε την παραχώρηση περαιτέρω ορίου στην εναγόμενη 4, χωρίς την παραχώρηση υποθήκης επί του επίδικου τεμαχίου. Όπως του υποσχέθηκε ο κ. Κουννής, «θα τα κανόνιζε». Τότε ο ενάγοντας αναγκάστηκε να συγκατατεθεί στις απαιτήσεις της εναγόμενης 3 για να δώσει υποθήκη επί του επίδικου ακινήτου. Στη συνέχεια έλαβε επιστολή ημερομηνίας 24.8.2011 (Τεκμ.6) όπου η εναγόμενη 3 τον πληροφορούσε ότι έγινε αποδεκτή η αίτηση του για αύξηση του ορίου του λογαριασμού της εναγόμενης 4 αξιώνοντας και ως επιπρόσθετη εξασφάλιση την εκχώρηση των αξιογράφων εκ €9.150.000,00 και ασφάλεια ζωής. Τελικά δεν του ζητήθηκε η ασφάλεια ζωής. Όπως τον διαβεβαίωσε ο κ. Κουννής η εκχώρηση των αξιογράφων ήταν απαραίτητη για να ακυρώσει στη συνέχεια την Υποθήκη, όπως του υποσχέθηκε προηγουμένως. Αυτά είχαν ως αποτέλεσμα την παραχώρηση της επίδικης υποθήκης με αριθμό Υ6924/11 (Τεκμ.7) στις 19.9.
- Παρά τις υποσχέσεις του κ. Κουννή η υποθήκη εξακολουθούσε να παραμένει ως είχε και ο ίδιος ο ενάγοντας να παραμένει ως ενυπόθηκος οφειλέτης της εναγόμενης
- Με την αποχώρηση του κ. Κουννή από την εναγόμενη 3 ακολούθησε ο διορισμός παραλήπτη-διαχειριστή της εναγόμενης 4 και η έναρξη μιας μεγάλης αντιδικίας με τις εναγόμενες 1 και
- Το διάστημα αυτό άρχισε επίσης μια πραγματική λεηλασία της περιουσίας της εναγόμενης 4 από τους παραλήπτες-διαχειριστές σε συνεργασία με τις εναγόμενες 1 και 3, οι οποίοι πωλούσαν σε διάφορες εταιρείες τα ακίνητα της εναγόμενης
- Παράδειγμα το διπλανό τεμάχιο ιδιοκτησίας της εναγόμενης 4 με αρ. εγγραφής 0/32352 να κατέχεται σήμερα από τρεις εταιρείες. Στην προσπάθεια των εταιρειών αυτών να εκδώσουν τίτλους επ' ονόματι τους διαπιστώθηκε ότι υπήρχε πρόβλημα με τα σύνορα του τεμαχίου τους με το επίδικο ακίνητο. Ακολούθησαν διαπραγματεύσεις μεταξύ τους που δεν κατέληξαν πουθενά. Περί τα μέσα του 2015 η εναγόμενη 2 σε συνέργεια με τους εναγόμενους 1 και 4 άρχισε να πιέζει για μείωση των ενοικίων και ο ίδιος συμφώνησε σε προσωρινή παγοποίηση του ενοικίου, δηλαδή χωρίς την επιβολή της συμφωνηθείσας αύξησης. Η εναγόμενη 2 του πρότεινε περαιτέρω την υπογραφή συμφωνίας για διαχωρισμό των οικοπέδων του δικού του και του διπλανού τεμαχίου με αριθμό εγγραφής 0/32352 αλλά ο ίδιος απάντησε αρνητικά. Τότε η εναγόμενη 2 αντισυμβατικά και ετσιθελικά ανέστειλε τις πληρωμές ενοικίων πληροφορώντας τον ότι δεν μπορεί να πληρώσει τα ενοίκια χωρίς να προηγηθεί η επίλυση των διαφορών του με την εναγόμενη
- Έκτοτε και από τον Νοέμβριο του 2015 η εναγόμενη 2 του οφείλει σημαντικά ποσά τα οποία στη βάση του Τεκμ.11Β της ένορκης δήλωσης ανέρχονται σε €64.216,
- Από το ποσό παραμένει σήμερα υπόλοιπο εκ €40.000,
- Είναι η θέση του ενάγοντα ότι ουδέποτε εκχώρησε τα δικαιώματα του στην εναγόμενη
- Στη συνέχεια η εναγόμενη 1 άρχισε τη διαδικασία εκποίησης ακινήτου όταν αντιλήφθηκε ότι ο ενάγοντας δεν υπέκυπτε στις πιέσεις της και δεν παραχωρούσε μέρος του ακινήτου του για ρύθμιση του θέματος εισόδου και εξόδου του διπλανού τεμαχίου με αρ. εγγραφής 0/
- Ακολούθησε η λήψη επιστολής της εναγόμενης 2, ημερομηνίας 23.12.2015, με την οποία τον πληροφορεί ότι τερματίζει την καταβολή ενοικίου προς τον ίδιο και ότι θα κατέβαλλε τα ενοίκια απευθείας στην εναγόμενη 1 (Τεκμ.15). Στην επιστολή αυτή ο ενάγοντας απάντησε με την επιστολή του δικηγόρου του ημερομηνίας 23.12.2015 (Τεκμ.16) ότι θα προχωρούσε με τη λήψη νομικών μέτρων, όπως και έκανε με την παρούσα αγωγή. Αρχές του 2016 επικοινώνησε μαζί του κάποιος δικηγόρος εκ μέρους της εναγόμενης 2 με την οποία εισηγείτο όπως το ενοίκιο να κατατίθεται σε δεσμευμένο λογαριασμό μέχρι να ξεκαθαρίσει το θέμα με την εναγόμενη 1, αλλά ο ενάγοντας αρνήθηκε. Είναι ισχυρισμός του ενάγοντα ότι ο ίδιος είναι ο δικαιούχος των ενοικίων ενώ η εναγόμενη 1 δεν έχει κανένα δικαίωμα επ' αυτών. Παρά την καταχώρηση της παρούσας αγωγής έγιναν διαβήματα από μέρους των εναγομένων 1 και 4 για διαχωρισμό του δικού τους τεμαχίου κατά τρόπο όμως που να επηρεάζει άμεσα το δικό του ακίνητο, γεγονός για το οποίο ο ίδιος διαμαρτυρήθηκε στις αρμόδιες αρχές (επιστολή Τεκμ.19). Στις 4.4.2016 πληροφορήθηκε από εκπροσώπους της εναγόμενης 2 ότι η εναγόμενη 1 θα προχωρούσε με την εκποίηση της επίδικης περιουσίας. Είναι εισήγηση του ότι το γεγονός αυτό προσδίδει κατεπείγουσα διάσταση με ορατό τον κίνδυνο άμεσης εκποίησης της περιουσίας του. Είναι της άποψης ότι η συμπεριφορά αυτή συνιστά αντίποινο στην πρόσφατη συνέλευση πιστωτών της εναγόμενης 4 που συγκάλεσε ο ίδιος όπου και ενημέρωσε τους πιστωτές για τις ευθύνες των Τραπεζών σ' όσον αφορά την οικονομική κατάσταση της εναγόμενης 4 και τους εκκαθαριστές της. Καταλήγοντας ισχυρίζεται ότι εξαπατήθηκε στο να παραχωρήσει την επίδικη Υποθήκη η οποία ήταν αποτέλεσμα εγκλωβισμού της εναγόμενης 4 από μέρους των εναγομένων 1 και 3 σε ένα κυκεώνα υπέρογκων δανειακών υποχρεώσεων και την αγορά αξιογράφων αξίας €9.150.000,
- Ως αποτέλεσμα των πιο πάνω ενεργειών των εναγομένων ο ίδιος υπέστη ανεπανόρθωτη ζημιά και υπάρχει ο κίνδυνος να επισπευσθεί η διαδικασία εκποίησης της περιουσίας του, είτε με την πώληση του ακινήτου σε τρίτους, είτε με την μεταβίβαση του επ' ονόματι της εναγόμενης 4 την οποία ελέγχουν πλήρως οι εναγόμενοι 1 και 3, είτε με την πώληση του στην εναγόμενη
- Στη συμπληρωματική του ένορκη δήλωση ο ενάγοντας προβαίνει σε διόρθωση τυπογραφικών λαθών της αρχικής του ένορκης δήλωσης και στην επισύναψη ως τεκμηρίου της αθωωτικής απόφασης του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού στην υπόθεση 3468/14 στην οποία ο ενάγοντας ήταν κατηγορούμενος και αφορούσε σε αδίκημα υπογραφής επιταγής που δεν τιμήθηκε. Η αίτηση προσέκρουσε στην ένσταση των εναγομένων 1 και 2-καθ' ων η αίτηση, οι οποίοι εκπροσωπούνται από διαφορετικούς δικηγόρους και καταχώρισαν ξεχωριστές ενστάσεις. Στις ενστάσεις τους προβάλλουν περίπου τους ίδιους λόγους ένστασης που συνοψίζονται στους εξής: «
- Η αίτηση είναι παράτυπη και/ή αντικανονική και/ή νομικά αβάσιμη. Η αίτηση είναι ανεπαρκής και/ή γενική και/ή αόριστη και/ή ασαφής. Η αίτηση συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας καθότι είναι ενοχλητική, εκδικητική και καταπιεστική και υπάρχει ήδη καταχωρημένη στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας αγωγή με ενάγουσα την εδώ εναγόμενη 1 και εναγόμενους τον ενάγοντα στην παρούσα αγωγή μαζί με άλλα πρόσωπα, αναφορικά με την εκποίηση της επίδικης Υποθήκης. Η αίτηση δεν πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Νόμου 14/
- Δεν πληρείται το στοιχείο του κατεπείγοντος και υπήρξε έκδηλα καθυστέρηση στην προώθηση τόσο της Αγωγής όσο και της αίτησης. Η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση αναφέρεται σε ζητήματα που είναι επίδικα θέματα άλλων αγωγών. Δεν υπάρχει ένδειξη ανεπανόρθωτης ζημιάς. Δεν έγινε πλήρης αποκάλυψη των στοιχείων της υπόθεσης. Ο μοναδικός λόγος καταχώρισης της αγωγής και της υπό κρίση αίτησης είναι η καθυστέρηση στην διαδικασία εκποίησης της υποθήκης Υ6924/
- Δεν υπάρχουν πιθανότητες επιτυχίας της αγωγής και ούτε υπάρχει καλή βάση αγωγής ή σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση.
- Η συμπληρωματική ένορκη δήλωση ημερομηνίας 13.4.2016 καταχωρήθηκε χωρίς την προηγούμενη λήψη της αναγκαίας άδειας του Δικαστηρίου.
- Η αίτηση είναι άνευ αντικειμένου γιατί τα αιτούμενα διατάγματα δεν μπορούν να εκδοθούν εναντίον της εναγόμενης 2.» Οι ενστάσεις των καθ' ων η αίτηση 1 και 2 έχουν περίπου την ίδια νομική βάση με εκείνη της αίτησης με την προσθήκη του άρθρου 44 του Νόμου 9/1965 και των άρθρων 26, 28 και 30 του Συντάγματος. Η εναγόμενη 3-καθ' ης η αίτηση δεν καταχώρησε ένσταση δηλώνοντας, μέσω του δικηγόρου της, ότι θα σεβαστεί την απόφαση του Δικαστηρίου. Η ένσταση της εναγόμενης 2 συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση του κ. Ρένου Ανδρέου, διευθύνοντα συμβούλου της εταιρείας, ημερομηνίας 6.6.
- Στην ένορκη του δήλωση ο Ανδρέου ουσιαστικά επαναλαμβάνει τους λόγους ένστασης παραθέτοντας περισσότερα στοιχεία. Τονίζει το γεγονός ότι σ' όσον αφορά τα στοιχεία που αναφέρονται στο ιδιοκτησιακό καθεστώς του επίδικου ακινήτου που περιέχονται στην ένορκη δήλωση του ενάγοντα, που συνοδεύει την αίτηση, του είναι άγνωστα αλλά και άσχετα με την εναγόμενη
- Παραδέχεται την υπογραφή του ενοικιαστηρίου εγγράφου ημερομηνίας 4.3.1998 μεταξύ των εναγομένων 2 και 4 και ότι τα ενοίκια καταβάλλονταν στον ενάγοντα επειδή το είχε ζητήσει η εναγόμενη
- Αρνείται περαιτέρω οποιαδήποτε κατ' ισχυρισμό συνέργεια του με τους υπόλοιπους εναγόμενους. Αναφέρει δε ότι η μείωση του ενοικίου κατά 20% τον Απρίλιο του 2013 έγινε κατόπιν κοινής συμφωνίας και με την προϋπόθεση ότι θα ήταν προσωρινή μέχρι να ξεπεραστεί η οικονομική κρίση. Προσθέτει ότι οι εργασίες της εναγόμενης 2 μειώθηκαν δραστικά με το κλείσιμο της υπεραγοράς Ορφανίδη, γι' αυτό και η εναγόμενη 2 συνέχισε να καταβάλλει μειωμένο ενοίκιο, γεγονός που αποδέχτηκε ο ενάγοντας. Όπως τον είχε διαβεβαιώσει ο ενάγοντας, θα υπέγραφε τα σχετικά έγγραφα ρύθμισης της πρόσβασης στο εστιατόριο της εναγόμενης 2, αλλ' όμως δεν υλοποίησε την υπόσχεση του. Η άρνηση αυτή έθετε πλέον σε σοβαρό κίνδυνο την βιωσιμότητα του εστιατορίου, γι' αυτό και ανέστειλε τις πληρωμές των ενοικίων μέχρι τα τηρήσει τα συμφωνηθέντα ο ενάγοντας. Από την 1.2.2016 όμως καταβάλλεται κανονικά το ενοίκιο χωρίς την μείωση που έχει συμφωνηθεί, ενώ σ' όσον αφορά την αύξηση αυτή δεν δίνεται εφόσον είχε συμφωνηθεί η παγοποίηση της. Είναι η θέση του Ανδρέου ότι δεν οφείλει κανένα ενοίκιο η εναγόμενη
- Παραδέχεται τη λήψη επιστολής από πλευράς της εναγόμενης 1 με την οποία τον ενημέρωνε ότι στη βάση των όρων της επίδικης Υποθήκης θα έπρεπε η εναγόμενη 2 να καταβάλλει τα ενοίκια απευθείας στην εναγόμενη
- Κατόπιν νομικής συμβουλής που έλαβε για το θέμα ανέφερε στον ενάγοντα με ηλεκτρονικό μήνυμα τη διάθεση του να μην εμπλακεί στη νομική διαμάχη μεταξύ του ενάγοντα και της Τράπεζας. Μάλιστα οι νομικοί του σύμβουλοι εισηγήθηκαν όπως τα ενοίκια κατατίθενται σε ειδικό λογαριασμό μέχρις ότου ξεκαθαρίσει το θέμα. Την πρόταση αυτή απέρριψε ο ενάγοντας γι' αυτό και το θέμα παρέμεινε εκεί. Η εναγόμενη 2 συνεχίζει όμως να καταβάλλει το ενοίκιο στον ενάγοντα και συγκεκριμένα σε λογαριασμό της συζύγου του, σύμφωνα με τις οδηγίες που έδωσε ο ίδιος, γεγονός που παραλείπει να αναφέρει ο ενάγοντας στην ένορκη του δήλωση. Επισυνάπτει δε στην ένορκη δήλωση του τα έντυπα κίνησης κεφαλαίων (Τεκμ.4, 5 και 6). Είναι περαιτέρω η θέση του ότι ουδέποτε τέθηκε ζήτημα αγοράς του επίδικου ακινήτου από την εναγόμενη 2, ενώ όσα αναφέρει σχετικά ο ενάγοντας στην ένορκη δήλωση του παρατίθενται για σκοπούς παραπλάνησης του Δικαστηρίου. Καταλήγοντας τονίζει την κακοπιστία και την καθυστέρηση στην προώθηση της υπόθεσης που είναι εμφανής από την μη καταχώριση μέχρι σήμερα της Έκθεσης Απαίτησης αλλά και τη καθυστέρηση στην προώθηση της ίδιας της αίτησης. Η ένσταση της εναγόμενης 1 συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση του κ. Μάκη Αδάμου, υπαλλήλου της Τράπεζας, ημερομηνίας 25.4.
- Ο Αδάμου στην ένορκη δήλωση του υιοθετεί τους λόγους ένστασης και τονίζει την κατάχρηση της διαδικασίας λόγω της ύπαρξης της Αγωγής 291/14 που καταχωρήθηκε από την εναγόμενη 1 στην παρούσα αγωγή εναντίον του ενάγοντα και άλλων προσώπων ως εναγομένων. Στην Αγωγή 291/14 ο ενάγοντας στην παρούσα υπόθεση έχει καταχωρήσει Υπεράσπιση μαζί με Ανταπαίτηση και η εναγόμενη 1 την Απάντηση της στην Υπεράσπιση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση. Ένα από τα επίδικα θέματα της Αγωγής αυτής είναι και η Υποθήκη Υ6924/11, για την οποία μάλιστα ζητείται διάταγμα εκποίησης της από το Δικαστήριο. Τονίζει και αυτός την κακοπιστία του ενάγοντα και την έκδηλη κατάχρηση της όλης διαδικασίας, όπου ακόμα και ο τίτλος της αγωγής είναι λανθασμένος σ' όσον αφορά την εναγόμενη 4, που βρίσκεται υπό εκκαθάριση. Είναι περαιτέρω η θέση του ότι ο ενάγοντας προσπαθεί να παραπλανήσει το Δικαστήριο, ενώ χαρακτηρίζει την αγωγή παράτυπη και καταχρηστική και ότι είναι προϊόν δεύτερης σκέψης. Καταλήγοντας εισηγείται ότι τυχόν έγκριση των διαταγμάτων θα επιφέρει ανεπανόρθωτη οικονομική ζημιά στην εναγόμενη
- Οι δικηγόροι των διαδίκων κατά την ακρόαση υποστήριξαν τις θέσεις τους με γραπτές αγορεύσεις παραπέμποντας σε νομολογία. Ιδιαίτερη αναφορά στις επιμέρους εισηγήσεις τους θα γίνεται στο κατάλληλο στάδιο. Προτού προχωρήσω με την εξέταση της ουσίας της αίτησης κρίνω ορθό να επιληφθώ κατά πρώτο του λόγου ένστασης ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να αγνοήσει την συμπληρωματική ένορκη δήλωση ημερομηνίας 13.4.2016 του ενάγοντα προς υποστήριξη της αίτησης, γιατί δεν έχει ληφθεί προηγουμένως η σχετική άδεια του Δικαστηρίου. Έχω ανατρέξει στο φάκελο της υπόθεσης όπου εντοπίζονται στο πρακτικό του Δικαστηρίου ημερομηνίας 13.4.2016 προφορικό αίτημα του δικηγόρου του ενάγοντα-αιτητή για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης και η παραχώρηση άδειας από το Δικαστήριο αυθημερόν. Συνεπώς ο συγκεκριμένος λόγος ένστασης απορρίπτεται. Ενόψει των πιο πάνω το Δικαστήριο θα προχωρήσει στην εξέταση κατά πόσο πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Νόμου 14/60, επί του οποίου βασίζεται κυρίως η αίτηση, στη βάση των δεδομένων που προκύπτουν από τις δύο ένορκες δηλώσεις του ενάγοντα που συνοδεύουν την αίτηση και εκείνες του Αδάμου και Ανδρέου που συνοδεύουν τις ενστάσεις της εναγόμενης 1 και της εναγόμενης 2 αντίστοιχα. Οι προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται για να εκδοθεί παρεμπίπτον διάταγμα σύμφωνα με το άρθρο 32 έχουν καθοριστεί σε πληθώρα αποφάσεων και εκφράστηκαν με σαφήνεια και περιεκτικότητα στην υπόθεση Odysseos v. Α. Pieries Estates Ltd & Others
(1982)1 A.A.Δ 557 και είναι οι ακόλουθες τρεις:
- Να υπάρχει σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση κατά τη δίκη,
- να υπάρχει ορατή πιθανότητα ο ενάγων να δικαιούται σε θεραπεία, και
- να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο εκτός αν εκδοθεί το διάταγμα. Πέρα από αυτές τις προϋποθέσεις θα πρέπει το Δικαστήριο να σταθμίσει τελικά αν είναι εύλογο και δίκαιο υπό τις περιστάσεις να εκδοθεί τέτοιο διάταγμα. Άλλα σχετικά στοιχεία είναι να ληφθεί υπόψη η διατήρηση του status quo. (Βλ. P & MA Restaurant Ltd κ.α. v. Eric JohnWakeham,
(2013)1(Α) Α.Δ.Δ. 464). Η προϋπόθεση για ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση κατά τη δίκη επεξηγήθηκε ότι δεν περιλαμβάνει οτιδήποτε πέραν του να καταδειχθεί μια συζητήσιμη υπόθεση με βάση τα δικόγραφα. Η προϋπόθεση ύπαρξης πιθανότητας ο ενάγων να δικαιούται σε θεραπεία, επεξηγήθηκε ότι αναφέρεται σε κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα επιτυχίας αλλά κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που είναι ο βαθμός απόδειξης που απαιτείται σε πολιτικές υποθέσεις. Η τρίτη προϋπόθεση εξετάζεται υπό το φως του ερωτήματος κατά πόσο η απονομή αποζημιώσεων θα είναι επαρκής θεραπεία κάτω από τα γεγονότα κάθε υπόθεσης. Στην υπόθεση Παναγίδης ν. Παναγίδη
(2001)1 (Α) ΑΑΔ 397, αναφέρθηκε ότι πλήρης δικαιοσύνη σημαίνει την απόδοση στους ενάγοντες των θεραπειών που δικαιούνται σύμφωνα με το Νόμο. Επίσης στην Κυρίσαββας κ.α. ν. Χάρη Κίζη
(2001)1(Β) Α.Α.Δ 1245 διευκρινίστηκε ότι ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη. Στην υπόθεση Papapetrou Bros Ltd v. Παπαπέτρου
(2003)1 Α.Α.Δ. 741 αναφέρθηκαν τα εξής: «Είναι γεγονός ότι η νομολογία μας όσον αφορά την έννοια της ανεπανόρθωτης βλάβης, προϋπόθεση που θέτει το άρθρο 32, περιλαμβάνει όχι μόνο τη δυνατότητα πλήρους αποζημίωσης μετά τη δίκη. Όπως λέχθηκε στην πρόσφατη απόφαση Κώστα Ε. Κυρίσαββα κ.ά. ν. Χάρη Γ. Κύζη
(2001)1 Α.Α.Δ. 1245 «η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο περιλαμβάνει και άλλα, μεταβλητά κριτήρια, εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά. Ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη.» (Βλέπε επίσης: Παπαστράτης ν. Πιερίδης
(1979)1 C.L.R. 231).» Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Τσιολάκκης & άλλη ν. Στυλιανίδη
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 782 στη σελίδα 785, που αφορούσε επίσης σε αίτηση για παρεμπίπτον διάταγμα, εκείνο που απαιτείται με την τρίτη προϋπόθεση είναι «η πιθανότητα παρεμβολής εμποδίου (hindered) στην ικανοποίηση απόφασης η οποία θέλει εκδοθεί υπέρ του ενάγοντος.» Σχετική επίσης με την τρίτη προϋπόθεση είναι και η υπόθεση Παπαμιχαήλ ν. Παμπόρης Εργοληπτική Εταιρεία Λτδ
(2006)1(Α) Α.Α.Δ. 665 στην οποία αποφασίστηκε ότι η αναφορά στην Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση ότι χωρίς την έκδοση του ζητούμενου διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο ήταν επαρκής μαρτυρία που ικανοποιούσε και την τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Νόμου 14/
- Θα προχωρήσω να εξετάσω κατά πόσο πληρούνται οι προϋποθέσεις για έκδοση των διαταγμάτων, αποφεύγοντας την εξέταση αμφισβητούμενων ζητημάτων, που θα πρέπει να αφήνονται να ακουστούν κατά την εκδίκαση της ουσίας της υπόθεσης και την εξαγωγή συμπερασμάτων που δυνατόν να αποβούν βλαπτικά για τα δικαιώματα των διαδίκων. Έχω ανατρέξει στο μαρτυρικό υλικό που τέθηκε ενώπιον μου με τις ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν την αίτηση και ενστάσεις σε συνάρτηση με τις θέσεις που προβάλλουν οι δικηγόροι των διαδίκων στις γραπτές αγορεύσεις τους. Σημειώνεται ότι στις ένορκες δηλώσεις τους γίνεται εκτενής αναφορά σε γεγονότα, συμφωνίες, αλληλογραφία και επισυνάπτονται ένας μεγάλος αριθμός εγγράφων ως τεκμηρίων. Τονίζω ότι το Δικαστήριο στο στάδιο αυτό δεν μπορεί να προβεί σε αξιολόγηση της μαρτυρίας και εξαγωγή συμπερασμάτων. Θα προβεί μόνο σε εκείνες τις διαπιστώσεις που κρίνει αναγκαίες για σκοπούς απόφασης του στην υπό κρίση αίτηση. Αναμφίβολα με όσα παρουσίασε ο αιτητής με την ένορκη δήλωση του καταδεικνύεται μια συζητήσιμη υπόθεση. Ο ενάγοντας έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου στοιχεία ότι ναι μεν συνήψε την επίδικη υποθήκη αλλά αυτή είναι άκυρη ως αποτέλεσμα ψευδών παραστάσεων, πιέσεων και άλλης επιλήψιμης συμπεριφοράς σε βάρος του από πλευράς εναγομένων 1 και 3 και/ή των εκπροσώπων τους. Συγκεκριμένα η εναγόμενη 1 δεν τήρησε τα συμφωνηθέντα σ' όσον αφορά την ακύρωση της υποθήκης μέχρι τέλους του 2011 εξ ου και η καταχώρηση της παρούσας Αγωγής. Βέβαια η πλευρά της εναγόμενης 1-καθ' ης η αίτηση αρνείται τις κατ' ισχυρισμό προφορικές συμφωνίες μεταξύ του κ. Κουννή και του ενάγοντα και ιδιαίτερα τις συνθήκες κάτω από τις οποίες φέρεται να δόθηκε η Υποθήκη από πλευράς του ενάγοντα. Το Δικαστήριο όμως δεν μπορεί να εξετάσει και να προβεί σε ευρήματα στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας ως προς την εγκυρότητα ή ύπαρξη τέτοιων συμφωνιών, αλλά κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας στο τέλος. Σ' όσον αφορά την εναγόμενη 2-καθ' ης η αίτηση δεν τέθηκε κανένα στοιχείο με την ένορκη δήλωση του ενάγοντα που να την εμπλέκει στη σύναψη της επίδικης Υποθήκης. Η συνένωση της ως εναγόμενης αφορά σε κατ' ισχυρισμό συνέργεια της με τους υπόλοιπους εναγόμενους στην παράλειψη καταβολής των ενοικίων του ακινήτου, το οποίο η εναγόμενη 2 ενοικιάζει στη βάση ενοικιαστηρίου συμβολαίου με την εναγόμενη
- Αυτά προκύπτουν από την αρχική ένορκη δήλωση του αιτητή. Επιπλέον στη βάση του μαρτυρικού υλικού που τέθηκε με τις ένορκες δηλώσεις του ενάγοντα που συνοδεύουν την αίτηση ικανοποιείται και η δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 32, δηλαδή ο αιτητής έχει καταδείξει ότι υπάρχει πιθανότητα να δικαιούται στις αιτούμενες θεραπείες στην περίπτωση βέβαια που γίνουν αποδεκτές οι θέσεις του περί καταρτισμού παράλληλων και/ή προφορικών συμφωνιών ή περί συνέργειας των εναγομένων 1 και 3 προς ζημιά του αιτητή ή παράλειψης καταβολής ενοικίων από μέρους της εναγόμενης
- Σε σχέση με την τρίτη προϋπόθεση εντοπίζεται η εξής αναφορά στην παράγραφο 57 της αρχικής ένορκης δήλωσης του ενάγοντα: «Με την επικείμενη εκποίηση της υποθήκης που αφορά το επίδικο ακίνητο, χάνεται παντελώς το αντικείμενο της παρούσας αγωγής μου και μου προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά. Είναι ηλίου φαεινότερο ότι η αξίωση μου βασίζεται επί του ακινήτου αυτού. Αξιώνω απελευθέρωση του ακινήτου από την παράνομη υποθήκη που του επεβλήθη ως επίσης, αξιώνω θεραπείες σχετικές με την ενοικίαση του ακινήτου από τους Εναγόμενους 2.» Ο ενάγοντας δεν προβαίνει όμως σε καμιά αναφορά ως προς τη φερεγγυότητα των εναγομένων-καθ' ων η αίτηση ή αν η απονομή αποζημιώσεων είναι επαρκής θεραπεία ή όχι. Ήδη μια από τις θεραπείες που ζητούνται στην Αγωγή είναι αποζημιώσεις δυνάμει των αρχών της επιείκειας. Συνεπώς κρίνω ότι δεν πληρούται η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου
- Ακόμη και να πληρείτο και η τρίτη προϋπόθεση με τα δεδομένα ενώπιον μου βρίσκω ότι στο θέμα του ισοζυγίου της ευχέρειας αυτό ευνοεί στην παρούσα περίπτωση τους εναγόμενους-καθ' ων η αίτηση. Η πορεία αυτή στη βάση των γεγονότων που έχουν τεθεί και ιδιαίτερα της ύπαρξης της Αγωγής 291/14 Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας, όπου μια από τις αξιώσεις της εναγόμενης 1 είναι η εκποίηση της Υποθήκης αλλά και των άλλων δικαστικών διαδικασιών στις οποίες τα επίδικα θέματα συνδέονται μεταξύ τους και αφορούν τους ίδιους διάδικους μαζί με άλλα πρόσωπα φαίνεται να ενέχει τους λιγότερους κινδύνους αδικίας στην περίπτωση που μελλοντικά η απόφαση μου για την μη έκδοση των διαταγμάτων ήθελε κριθεί λανθασμένη. Παρά την πιο πάνω κατάληξη μου επειδή ο δικηγόρος της εναγόμενης 1-καθ' ης η αίτηση έδωσε έμφαση στην αγόρευση του στην Αγωγή 291/14 Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας, όπου μεταξύ άλλων προβάλλεται ως επίδικο θέμα η εκποίηση της Υποθήκης Υ6924/11, την ύπαρξη της οποίας ο αιτητής απέκρυψε από τις δύο ένορκες δηλώσεις του, κρίνω ορθό να εξετάσω και το λόγο ένστασης περί απόκρυψης στοιχείων. Σημειώνεται ότι το γεγονός ύπαρξης της Αγωγής 291/14 τίθεται από πλευράς της καθ' ης η αίτηση 1 και προς υποστήριξη των λόγων ένστασης περί κατάχρησης της διαδικασίας, καθυστέρησης στην προώθηση της Αγωγής και αίτησης και απουσίας σοβαρού θέματος προς εκδίκαση. Η υποχρέωση πλήρους και ειλικρινούς αποκάλυψης ενέχει τη σημασία της στην περίπτωση που διάδικος ζητά μονομερώς κάποια θεραπεία. Υπάρχει πολλή νομολογία επί του θέματος. Ενδεικτικά αναφέρω τις υποθέσεις Global Cruises SA κ.α. ν. Metro Shipping & Travel Ltd
(1989)1 ΑΑΔ 607, 616-8, Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 ΑΑΔ 248, 264-267, Resola (Cyprus) Ltd v. Χρίστου
(1998)1 ΑΑΔ 598 και Χαραλάμπους ν. Petros Michael Exclusif Ltd κ.α.
(2004)1Γ ΑΑΔ 1953,
- Η υποχρέωση πλήρους αποκάλυψης στοιχείων υπήρξε αντικείμενο εξέτασης στην πρόσφατη υπόθεση Commerzbank Auslandsbanken Holding A.G. κ.α. ν. Adeona Holdings Ltd, Π.Ε. Ε6/2014, ημερ. 27.2.
- Στην υπόθεση αυτή αναφέρθηκε ότι σε μονομερείς αιτήσεις ο αιτητής υποχρεούται να προβεί σε πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη και να ενεργήσει με καλή πίστη. Αυτό ισχύει σε όλες τις περιπτώσεις που ζητείται θεραπεία του δικαίου της επιείκειας, οπότε ο Αιτητής έχει υποχρέωση να προσέλθει με «καθαρά χέρια». Η μη αποκάλυψη είτε αθώα, είτε εσκεμμένη, θεωρείται είδος εξαπάτησης γι' αυτό και προκαλεί τόσο σοβαρές συνέπειες, όπως την ακύρωση του διατάγματος, χωρίς την περαιτέρω εξέταση της ουσίας της αίτησης. Η υποχρέωση αποκάλυψης εκτείνεται σε όλα τα ουσιώδη γεγονότα τα οποία ήταν γνωστά ή τα οποία θα μπορούσαν να γίνουν γνωστά μετά από εύλογη έρευνα και τα οποία ενδεχομένως θα μπορούσαν να επηρεάσουν την κρίση του δικαστηρίου. Όσο πιο δραστικό είναι το διάταγμα που ζητείται, τόσο μεγαλύτερη είναι η υποχρέωση πλήρους και ειλικρινούς αποκάλυψης. Η υποχρέωση αποκάλυψης δεν περιορίζεται μόνο σε γεγονότα, αλλά εκτείνεται και στο νόμο και νομικές αρχές, καθώς και σε σημεία τα οποία ενδεχομένως να μην είναι υπέρ των Αιτητών (βλ. Swift Fortune Ltd (The Capaz Duckling) v. Magnifica Marine SA [2008] 1 Lloyd´s Rep. 54). Επίσης, περιλαμβάνει και την αποκάλυψη άνευ βλάβης αλληλογραφίας (βλ. Linsen International Ltd v. Humpuss Sea Transport Pte Ltd
(2010)EWHC 303 (Comm)). Αυτό υποβοηθά το Δικαστήριο στο να αντιληφθεί όλα τα σχετικά σημεία, προτού αποφασίσει. Σχετικές είναι οι Siporex Trade S.A. v. Comdel Commodities Ltd [1986] 2 Lloyd´s Rep 428 QBD και Global Cruises S.A. κ.α. v. Metro Shipping & Travel Ltd, ανωτέρω. Κριτής του τι είναι ουσιώδες, είναι ο δικαστής ο οποίος έχει ευρεία διακριτική ευχέρεια και δεν διστάζει να ακυρώσει το ήδη εκδοθέν μονομερές διάταγμα, ιδιαίτερα στις περιπτώσεις που διαπιστώνει κακοπιστία και πρόθεση απόκρυψης ή παραπλάνησης του δικαστηρίου. Οδηγός είναι πάντοτε τα ιδιαίτερα περιστατικά της υπόθεσης στο πλαίσιο της αντιδικίας των διαδίκων. Στην προκειμένη περίπτωση είναι φανερό ότι δεν εκδόθηκαν μονομερώς τα αιτούμενα ή οποιαδήποτε διατάγματα, οπότε δεν τίθεται θέμα ακύρωσης τους λόγω απόκρυψης ουσιώδους γεγονότος. Η μη αποκάλυψη της ύπαρξης της Αγωγής 291/14 θα πρέπει να ληφθεί όμως υπόψη, σύμφωνα με την εισήγηση του δικηγόρου του καθ' ου η αίτηση 1 στην αγόρευση του, στους λόγους ένστασης περί καθυστέρησης στην προώθηση της Αγωγής και της υπό κρίση αίτησης αλλά και της κακοπιστίας από μέρους του αιτητή. Είναι φανερό ότι ο ενάγοντας ανκαι αναφέρεται στην αρχική μακροσκελή ένορκη δήλωση του σε διάφορες νομικές διαδικασίες που εκκρεμούν μεταξύ των διαδίκων μαζί με άλλα πρόσωπα παραθέτοντας πληθώρα λεπτομερειών, παραλείπει να αποκαλύψει ότι η εκποίηση της Υποθήκης Υ6924/11 είναι επίδικο θέμα στην Αγωγή 291/14 Ε.Δ. Λάρνακας, που καταχώρησε η εναγόμενη 1 εναντίον του ενάγοντα, ως εναγόμενου 6, και άλλων προσώπων και ότι συνιστά και μια από τις θεραπείες που ζητούνται με την Αγωγή. Μάλιστα στην Αγωγή αυτή ο ενάγοντας καταχώρησε και Ανταπαίτηση όπου αξιώνει επί λέξει τα εξής: «Α. Δήλωση του Σεβαστού Δικαστηρίου ότι οι πρόσθετες εξασφαλίσεις ή εγγυήσεις οι οποίες επεβλήθησαν στους Εναγόμενους 2 - 6 κατά ή περί το 2011-2012 υπό μορφή εγγυητικών επιστολών και ή εγγυήσεων και ή υποθηκών και ή υποσχετικών επιστολών και ή δυνάμει έγγραφων συμφωνιών και ή δυνάμει παροχής νέων διευκολύνσεων και ή εγγράφων κατά την περίοδο 2011-2012 είναι άκυρες και ή ακυρωτέες σαν το προϊόν άσκησης ανεπίτρεπτου επηρεασμού, ψυχικής πίεσης και ή οικονομικής πίεσης και ή εξαναγκασμού. Β. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου παραμερίζον όλα τα πιο πάνω και ή ακυρώνον αυτά. Γ. Ακύρωση και ή παραμερισμό των εγγυήσεων, εξασφαλίσεων υποθηκών που έλαβαν δυνάμει των πιο πάνω νέων διευκολύνσεων οι Ενάγοντες. Δ. Αποζημιώσεις και αποκατάσταση. Ε. Νόμιμον τόκον. ΣΤ Έξοδα πλέον ΦΠΑ (Αρ. Εγγραφής 1023915OR).» Η απόκρυψη του γεγονότος ύπαρξης της πιο πάνω Αγωγής στις δύο ένορκες δηλώσεις του ενάγοντα, η καταχώρηση της οποίας προηγείται κατά πολύ χρονικά από της παρούσας Αγωγής, είναι στοιχείο που μπορεί να εκληφθεί ότι ο αιτητής ενήργησε κακόπιστα. Διατηρώ όμως αμφιβολίες κατά πόσο η παράλειψη αναφοράς της πιο πάνω Αγωγής έγινε κακόπιστα ή είχε αλλότρια κίνητρα. Η ύπαρξη της πιο πάνω Αγωγής και τα επίδικα θέματα που εγείρονται σ' αυτή ενέχουν καταλυτική σημασία στην τύχη της παρούσας αίτησης. Και εξηγώ. Από τον Ιανουάριο του 2014 που καταχωρήθηκε η Αγωγή 291/14 ο αιτητής μόλις στις 30.12.2015 προχώρησε με την καταχώρηση της παρούσας Αγωγής και στη συνέχεια μετά τρεις μήνες περίπου δηλαδή στις 7.4.2016 στην καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης. Ενόψει του ότι ένα από τα επίδικα θέματα της πιο πάνω Αγωγής είναι και η εκποίηση της Υποθήκης ο αιτητής θα πρέπει να γνώριζε από το 2014 τουλάχιστον για το ενδιαφέρον αλλά και την πρόθεση της εναγόμενης 1 να προχωρήσει στην εκποίηση. Δεν δόθηκε όμως καμιά δικαιολογία για την καθυστέρηση που παρατηρήθηκε. Σχετική με την καθυστέρηση στην προώθηση της Αγωγής και τις επιπτώσεις που ενέχει σε έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων είναι η υπόθεση Σκορδής ν. Λάντου κ.α.
(2008)1(Β) Α.Α.Δ. 844 όπου στη σελ. 845 αναφέρονται τα εξής: «Ως προς το ζήτημα της καθυστέρησης το πρωτόδικο δικαστήριο έκαμε αναφορά σε κυπριακή και αγγλική νομολογία και αυθεντίες και σημείωσε ότι, σε αιτήσεις για παρεμπίπτοντα διατάγματα, ο παράγοντας του χρόνου είναι σημαντικός και ότι αδικαιολόγητη καθυστέρηση, εκ μέρους του ενάγοντα, μπορεί να του στερήσει το δικαίωμα για παρεμπίπτον διάταγμα. Στην προκείμενη περίπτωση, το πρωτόδικο δικαστήριο θεώρησε, ότι με την επιστολή των δικηγόρων του πρώτου εναγομένου, ημερ. 12.10.04, αυτός είχε καταστήσει σαφές στον εφεσείοντα-ενάγοντα ότι δεν θεωρούσε την επίδικη συμφωνία δεσμευτική για τον ίδιο. Αυτό το γεγονός, κατά την κρίση του πρωτοδίκου δικαστηρίου, καθιστούσε υπαρκτό και ορατό τον κίνδυνο αποξένωσης του ακινήτου, τουλάχιστον από τις 12.10.04. Παρά ταύτα ο ενάγων-εφεσείων αναζήτησε ενδιάμεση θεραπεία, περίπου 2 χρόνια αργότερα, στις 3.10.06, όταν καταχώρισε την αγωγή και την αρχική του αίτηση. .................................. Όπως σημείωσε το πρωτόδικο δικαστήριο, ορθά κατά την εκτίμησή μας, υπήρξε αναιτιολόγητη καθυστέρηση στην αναζήτηση ενδιάμεσης θεραπείας προς διαφύλαξη των όποιων δικαιωμάτων του ενάγοντα δυνάμει της συμφωνίας και σε σχέση με το ακίνητο, τέτοια που δικαιολογούσε την απόρριψη και της δεύτερης αίτησης.» Συνεπώς ο λόγος ένστασης περί καθυστέρησης στην καταχώρηση της Αγωγής και αίτησης γίνεται δεκτός και η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί επιπρόσθετα και γι' αυτό το λόγο. Δεν αποκλείω η ύπαρξη της Αγωγής 291/14 να θεωρηθεί ότι συνιστά περαιτέρω και κατάχρηση των διαδικασιών, που είναι επίσης ένας από τους λόγους ένστασης. Αυτό όμως είναι θέμα που το Δικαστήριο δεν μπορεί να εξετάσει και να αποφασίσει στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας που αφορά σε αίτηση για προσωρινά διατάγματα. Ενόψει της πιο πάνω απόφασης μου κρίνω περιττή την εξέταση των υπόλοιπων λόγων ένστασης. Για τους πιο πάνω λόγους η αίτηση αποτυγχάνει και απορρίπτεται εναντίον όλων των καθ' ων η αίτηση με έξοδα υπέρ των εναγομένων 1 και 2-καθ' ων η αίτηση και εναντίον του ενάγοντα-αιτητή όπως υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή στο τέλος της διαδικασίας. Καμιά διαταγή για έξοδα σ' όσον αφορά την εναγόμενη 3-καθ' ης η αίτηση η οποία προτίμησε να μη λάβει μέρος στη διαδικασία. (Υπ.) ............... Α. Πούγιουρου, Π.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής /ΞΠ Subject: Civil / Other Actions / Interim Αναφορά: Αίτηση για προσωρινά διατάγματα cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο