ΛΟΥΙΖΑ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ ΘΕΟΔΟΣΙΟΥ ν. BABY BUGS NURSERY LIMITED, Αίτηση Αρ.: E32/2016, 4/11/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:DEELEM:2016:43 ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΛΕΓΧΟΥ ΕΝΟΙΚΙΑΣΕΩΝ ΛΕΜΕΣΟΥ - ΠΑΦΟΥ ΤΜΗΜΑ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Ραγουζαίου, Προέδρου Αίτηση Αρ.: E32/2016 Μεταξύ: ΛΟΥΙΖΑ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ ΘΕΟΔΟΣΙΟΥ, από τη Λεμεσό Αιτήτρια -και- BABY BUGS NURSERY LIMITED, HE198458, από τη Λεμεσό Καθ' ων η αίτηση Αίτηση ημερομηνίας 23.6.2016 Ημερομηνία: 4 Νοεμβρίου 2016 Για τους Αιτητές (Καθ' ων η αίτηση στην κυρίως Αίτηση): κα. Γ. Νικολάου για κκ. Πατρίκιος Παύλου και Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε.(κα. Ε. Φιλιππίδου στην απαγγελία της απόφασης) Για την Καθ' ης η αίτηση (Αιτήτριας στην κυρίως Αίτηση): κα Λ. Γεωργίου για κκ. Χρυσάνθη Βαρνάβα & Σια Δ.Ε.Π.Ε ΑΠΟΦΑΣΗ Οι Αιτητές στην παρούσα Αίτηση (Καθ' ων η αίτηση στην αρχική Αίτηση με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό, που για τους σκοπούς της παρούσας διαδικασίας θα αναφέρονται στο εξής ως "οι Αιτητές"), ζητούν από το Δικαστήριο να "παραμερίσει" την απόφαση που εκδόθηκε σε βάρος και ερήμην τους την 1.6.2016. Ιστορικό Αίτησης[1]: Για σκοπούς πληρέστερης κατανόησης της παρούσας απόφασης, θα πρέπει σ' αυτό το στάδιο να αναφέρω ότι με την κυρίως Αίτηση της (με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό), η Καθ' ης η αίτηση ζητούσε από το Δικαστήριο την έκδοση εναντίον των Αιτητών διατάγματος έξωσης στη βάση ανάγκης για ίδια χρήση του επίδικου υποστατικού από την ιδιοκτήτρια του. Είναι παραδεκτό ότι οι Αιτητές κατείχαν δυνάμει συμφωνίας ενοικίασης το ισόγειο κατάστημα που βρίσκεται στην οδό Αντιπάτρου 4 στη Μέσα Γειτονιά, στη Λεμεσό (που στο εξής θα αναφέρονται ως «το επίδικο υποστατικό» ή «το μίσθιο»). Οι Αιτητές παρέλειψαν να καταχωρήσουν Απάντηση εντός της προβλεπόμενης, από τους Περί Ενοικιοστασίου Διαδικαστικούς Κανονισμούς, προθεσμίας με αποτέλεσμα να εκδοθεί την 1.6.2016, ερήμην τους διάταγμα έξωσης (του οποίου η εκτέλεση αναστάληκε μέχρι την 31.8.2016, υπό όρους). Η παρούσα αίτηση: Η αίτηση βασίζεται "στη Δ.17, θ.10, στη Δ.26, θ.14, στη Δ.48, θ.1, 2, 3 και 9(
- h)των θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας, στη Διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου και τις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου" και υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση της Ευτυχίας Φιλιππίδου, δικηγόρου. Ένσταση: Η Καθ' ης η αίτηση καταχώρησε ειδοποίηση πρόθεσης ένστασης στις 15.7.2016, με την οποία απορρίπτει τα όσα προβάλλουν οι Αιτητές στην παρούσα αίτηση και προβάλλει συνολικά επτά λόγους ένστασης ως εξής: «Α. Η Αίτηση των καθ' ών η αίτηση ημερομηνίας 23/06/2016 για Παραμερισμό, είναι καταχρηστική και/ή κακόπιστη και στοχεύει να καθυστερήσει και/ή καταστήσει ατελέσφορη την εκτέλεση και/ή να ματαιώσει την Απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 01/06/13. Β. Δεν συντρέχουν ικανοποιητικοί και/ή επαρκείς λόγοι για την έκδοση του αιτούμενου Διατάγματος ούτε και συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την έκδοση του. Γ. Η καθ' ης η αίτηση Αιτήτρια ουδέν λόγο έχει ούτε και επέδειξε οποιοδήποτε λόγο για την επαρκή αιτιολόγηση για την παράλειψη της να καταχωρίσει την Απάντηση και Ανταπαίτηση της. Δ. Η καθ' ης η αίτηση ουδόλως επέδειξε ότι προκύπτει καλή εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση της. Ε. Τυχόν έκδοση του αιτούμενου Διατάγματος πλήττει τα δικαιώματα της Αιτήτριας καθ' ης η αίτηση, ενώ η καθ' ης η Αίτηση Αιτήτρια ουδεμία βλάβη ή επηρεασμό των δικαιωμάτων της θα υποστεί από τη μη έκδοση του Διατάγματος. Στ. Δεν υφίστανται αποτελεσματικές εγγυήσεις που θα μπορούσαν να παράσχει η καθ' ής η αίτηση Αιτήτρια σε περίπτωση έγκρισης του Διατάγματος. Ζ. Η Αίτηση της καθ' ής η Αίτηση Αιτήτριας είναι παράτυπη καθότι και μεταξύ άλλων δεν βασίζεται στην ορθή Νομική Βάση. Υποστηρίζεται η ένσταση από την ένορκη δήλωση της Καθ' ης η αίτηση. Διαδικασία Δυνάμει άδειας, που οι δύο πλευρές εξασφάλισαν την 1.8.2016, καταχωρήθηκαν δύο συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις, μια για κάθε διάδικο. Δεν αντεξετάστηκε οποιοσδήποτε από τους ενόρκως δηλούντες και αφού αγόρευσαν οι δύο πλευρές, το Δικαστήριο επιφύλαξε την παρούσα απόφαση. Εφόσον το ζήτημα που εξετάζεται είναι αμιγώς νομικό και μοναδικό σκοπό έχει την διαπίστωση της συνδρομής των προϋποθέσεων έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος, το Δικαστήριο συνεδρίασε με μονομελή σύνθεση. Στις αγορεύσεις τους, οι δύο συνήγοροι υποστήριξαν τις θέσεις τους αντίστοιχα, παραπέμποντας στην μαρτυρία και στην νομολογία. Νομική Πτυχή: Το παρόν Δικαστήριο έχει εξουσία ακύρωσης, αναθεώρησης ή τροποποίησης διατάγματος ή απόφασης, δυνάμει των άρθρων 6 και 15 του περί Ενοικιοστασίου Νόμου Ν.23/83(στο εξής αναφερόμενος ως «ο Νόμος»). Η επιλογή στην επίκληση των άρθρων αυτών, εξαρτάται από το κατά πόσο ο ενοικιαστής, που αξιώνει την ακύρωση του διατάγματος έξωσης, έχει επιστρέψει ή όχι την κατοχή του μισθίου στον ιδιοκτήτη του. Το άρθρο 6 του Νόμου, αφορά τις περιπτώσεις όπως η παρούσα (όπου το μίσθιο δεν έχει παραδοθεί στον ιδιοκτήτη) και προνοεί τα πιο κάτω: "6. Διάταγμα ή απόφαση του Δικαστηρίου δυνάμει του παρόντος Νόμου δύναται κατόπιν αιτήσεως να αναθεωρηθή, να τροποποιηθή ή να ακυρωθή υπό του Δικαστηρίου εις τα ακόλουθους περιπτώσεις: (α) Εις περίπτωσιν καθ' ην τα γεγονότα της υποθέσεως τα επηρεάζοντα το ζήτημα του ενοικίου μετεβλήθησαν ουσιαστικώς ή εσημειώθη ουσιαστική μεταβολή περιστάσεων από της εκδόσεως του διατάγματος ή απόφασης· (β) εις περίπτωσιν καθ' ην το διάταγμα ή απόφαση επιτεύχθη συνεπεία οιασδήποτε απάτης, ψευδών παραστάσεων ή ουσιώδους λάθους· (γ) εις περίπτωσιν καθ' ην υπάρχει διαθέσιμος νέα μαρτυρία ουσιαστικής φύσεως ήτις δεν ηδύνατο να προσαχθή διά της ασκήσεως ευλόγου επιμελείας όταν το διάταγμα ή απόφαση εξεδόθη· (δ) εις περίπτωσιν καθ' ην το διάταγμα ή απόφαση εξεδόθη εν τη απουσία του διαδίκου, η απουσία του οποίου δεν ωφείλετο εις οιανδήποτε παράλειψιν ή αμέλειαν εκ μέρους του. (ε) σε περίπτωση κατά την οποία εκδόθηκε διάταγμα έξωσης βάσει του άρθρου 11
(1), (στ), (ζ), (η) και ο ιδιοκτήτης μέσα σε εύλογο χρόνο από την παράδοση της κατοχής δεν υλοποίησε τους λόγους της έξωσης.» Αυτές οι πρόνοιες διαφέρουν από τις πρόνοιες της Δ.17, Θ.10 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, όπου απαιτείται η συνδρομή δύο μόνο προϋποθέσεων για να παραμεριστεί απόφαση που λήφθηκε ερήμην κάποιου διαδίκου, δηλαδή: Να ικανοποιήσει ο Αιτητής το Δικαστήριο ότι έχει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση και Να εξηγήσει γιατί παρέλειψε να καταχωρήσει εμφάνιση. Στην προκειμένη περίπτωση η εφαρμοζόμενη πρόνοια είναι μόνο το άρθρο 6 του Νόμου, καθότι αυτό υπαγορεύει ο περί Ενοικιοστασίου Διαδικαστικός Κανονισμός, στον Κανονισμό 12(α): «Εκτός αν άλλως προβλέπεται στο Νόμο ή στους Κανονισμούς αναφορικά με τη διεξαγωγή της διαδικασίας τη λήψη μαρτυρίας και τη διασφάλιση του κύρους του δικαστηρίου εφαρμόζονται οι πρόνοιες του περί Δικαστηρίων Νόμου, 1960 και των Θεσμών με τις αναγκαίες προσαρμογές για να συνάδουν με τους σκοπούς του Νόμου.» Επομένως, το κατά πόσο οι Αιτητές έχουν «καλή» ή «εκ πρώτης όψεως» υπεράσπιση στην κυρίως Αίτηση, δεν είναι επίδικο θέμα. Στην απόφαση Συμεού ν. Είκοσι και άλλοι
(2006)1 Α.Α.Δ. 61, λέχθηκαν τα εξής, εν παρόδω, από τον Νικολάου Δ.: «. ως προς το θέμα ενδεχόμενης υπεράσπισης δεν διακρίναμε οποιαδήποτε αδυναμία στην πρωτόδικη κρίση. Αφήνουμε όμως ανοιχτό το κατά πόσο, βάσει του προαναφερθέντος Άρθρου 6(δ) του Νόμου, εξετάζεται τέτοιο θέμα.» (δική μου υπογράμμιση) ΝΟΜΙΚΗ ΒΑΣΗ ΤΗΣ ΑΙΤΗΣΗΣ Οι περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικοί Κανονισμοί επιβάλλουν όπως στις ενδιάμεσες αιτήσεις παρατίθενται με ακρίβεια οι διατάξεις που αποτελούν το νομικό τους υπόβαθρο. Οι Κανονισμοί αυτοί εφαρμόζονται αναλογικά από το παρόν Δικαστήριο[2], εφόσον δεν υπάρχει στον περί Ενοικιοστασίου Νόμο ή στους Κανονισμούς άλλη ρητή πρόνοια. Ανατρέχοντας στη Δ.48 Θ.2
(1)διαπιστώνουμε ότι σε αυτή προνοούνται τα ακόλουθα: "Save where other provision is made, every application to the Court shall be in writing stating the nature of the order or direction sought and referring to the specific section of the Law or to the specific Rules of Court upon which it is founded." Η συγκεκριμένη διάταξη έχει αποτελέσει αντικείμενο νομολογίας στην οποία έχει επεξηγηθεί ότι ο καθορισμός των σχετικών διατάξεων στις ενδιάμεσες αιτήσεις πρέπει να εφαρμόζεται αυστηρά, επειδή οι ενδιάμεσες διαδικασίες εκδικάζονται έξω από το πλαίσιο της ολοκληρωμένης δίκης. Για το λόγο αυτό, πρέπει τα πραγματικά και νομικά ζητήματα να καθορίζονται με ακρίβεια, ώστε να δίδεται στο Δικαστήριο η δυνατότητα σύντομης εκδίκασης των ενδιάμεσων αυτών διαβημάτων [βλ. Kouppa and another v. Vassiliades
(1981)1 J.S.C. 120]. Προκειμένου να διαπιστωθεί η ορθότητα ή μη της νομικής βάσης της παρούσας αίτησης, θα πρέπει να εξεταστούν μία προς μία οι διατάξεις που αποτελούν την νομική της βάση. Δ.17 θ.10 Ο θεσμός αυτός αφορά την διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να παραμερίζει ή να τροποποιεί αποφάσεις που έχουν εκδοθεί λόγω παράλειψης του Εναγομένου να καταχωρήσει εμφάνιση, υπό δίκαιους όρους. Σημειώνω όμως ότι στο παρόν Δικαστήριο δεν τυγχάνει εφαρμογής η πρόνοια αυτή, εφόσον δεν προνοείται η καταχώρηση, σύμφωνα με τους περί Ενοικιοστασίου Διαδικαστικούς Κανονισμούς "σημειώματος εμφάνισης" . Επίσης, στην προκειμένη περίπτωση, όπως έχει ήδη λεχθεί πιο πάνω, η εφαρμοζόμενη πρόνοια είναι μόνο το άρθρο 6 του περί Ενοικιοστασίου Νόμου Ν.23/83, καθότι αυτό υπαγορεύει ο περί Ενοικιοστασίου Διαδικαστικός Κανονισμός, στον Κανονισμό 12(α): «Εκτός αν άλλως προβλέπεται στο Νόμο ή στους Κανονισμούς αναφορικά με τη διεξαγωγή της διαδικασίας τη λήψη μαρτυρίας και τη διασφάλιση του κύρους του δικαστηρίου εφαρμόζονται οι πρόνοιες του περί Δικαστηρίων Νόμου, 1960 και των Θεσμών με τις αναγκαίες προσαρμογές για να συνάδουν με τους σκοπούς του Νόμου.» Επομένως, δεν σχετίζεται η Διαταγή αυτή με το αίτημα για παραμερισμό απόφασης που έχει εκδοθεί από το παρόν Δικαστήριο. Δ.26 θ.14 Ισχύουν και εδώ τα όσα πιο πάνω αναφέρω σε σχέση με τις πρόνοιες των κανονισμών 2(β) και 12(α) των περί Ενοικιοστασίου Διαδικαστικών Κανονισμών. Η Διαταγή αυτή αφορά σε περιπτώσεις όπου έχει εκδοθεί απόφαση ερήμην του διάδικου, στη βάση των θεσμών της Πολιτικής δικονομίας και όχι δυνάμει των περί Ενοικιοστασίου Κανονισμών. Δ.48 θθ. 1, 2, 3 Δεν βοηθά την υπόθεση των Αιτητών η επίκληση της διαταγής αυτής. Αναφορικά με αυτή τη διάταξη υιοθετώ το πιο κάτω απόσπασμα από την απόφαση Evand Promotions Ltd κ.ά.
(1998)1B 736, το οποίο ομιλεί αφ' εαυτού: "Η απλή επίκληση της Δ.48 δεν παρέχει αφ' εαυτής δικαίωμα καταχώρισης οποιασδήποτε αίτησης. Η Δ.48 διαγράφει μόνο το δικονομικό πλαίσιο μέσα στο οποίο μπορεί να υποβληθεί μία ενδιάμεση αίτηση εφ' όσον αυτή έχει ως νομικό υπόβαθρο ειδικό άρθρο του Νόμου ή ειδικό Θεσμό (specific section of the Law or specific Rule of Court). Όπως τονίστηκε στην υπόθεση Μαχλουζαρίδης ν. Ιωαννίδη κ.α.
(1990)1 Α.Α.Δ. 1965, με αναφορά στην απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Kouppa and another v. Vassiliades
(1981)1 J.S.C. 120, σε ενδιάμεση αίτηση ο καθορισμός του νομικού βάθρου, με αναφορά στο ειδικό άρθρο ή άρθρα της νομοθεσίας και ή τον ειδικό θεσμό ή τους θεσμούς που το στοιχειοθετούν, παρέχοντας την απαραίτητη δικαιοδοσία στο δικαστή, αποτελεί σύμφωνα με τις διατάξεις της Δ.48 Θ.1, όρο απαράβατο για την έγκυρη χρήση του δικονομικού αυτού μέτρου (βλ., επίσης, Ματθαίου κ.α. ν. Άνιφτου
(1992)1 Α.Α.Δ. 529)." Καμία αναφορά γίνεται στις προαναφερόμενες διατάξεις στην εξουσία του παρόντος Δικαστηρίου να αναθεωρεί και να ακυρώνει εκδοθείσες αποφάσεις και διατάγματα. Έχοντας εξετάσει τη νομική βάση της αίτησης, στο σύνολο της, διαπιστώνω ότι καμία από τις πιο πάνω διατάξεις παρέχει στο Δικαστήριο την εξουσία για την έγκριση της αιτούμενης θεραπείας. Υπό άλλες συνθήκες, η παράλειψη αυτή θα μπορούσε να θεραπευθεί, αφού σύμφωνα με την νομολογία μπορεί να επιδιωχθεί η διόρθωση της παρατυπίας και η επανατοποθέτηση της αίτησης στην ορθή της βάση (βλ. Dora Holdings Ltd v. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Αρ.1)
(2010)1 Α.Α.Δ. 649). Οι Αιτητές όμως δεν επιδίωξαν την διόρθωση της νομικής βάσης. Δεν μου διαφεύγει η αναφορά στην σελίδες 14 και 15 της γραπτής αγόρευσης των Αιτητών, στο άρθρο 6 του περί Ενοικιοστασίου Νόμου. Αποτελεί όμως θέση των Αιτητών ότι: "Η πιο πάνω πρόνοια [του άρθρου 6 του Ν. 23/83] δεν περιορίζει την εξουσία του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων να ακυρώνει ή να αναθεωρεί διατάγματα και αποφάσεις του στις συγκεκριμένες περιπτώσεις που απαριθμούνται στο συγκεκριμένο άρθρο. Αντίθετα, κατά την άποψη μας, επεκτείνει και διευρύνει την εξουσία του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων για ακύρωση ή αναθεώρηση διαταγμάτων και αποφάσεων του και σε περιπτώσεις πέραν αυτών που προνοούνται και εφαρμόζονται βάσει των θεσμών και ειδικά της Δ.17 Θ.10 και Δ.26 Θ.14 εφαρμόζοντας συγκεκριμένες αρχές όπως έχουν διαμορφωθεί μέσα από την Νομολογία (τις οποίες εξηγούμε πιο κάτω αναλυτικά) και στις περιπτώσεις που απαριθμούνται συγκεκριμένα στα υπό στοιχεία (α) - (ζ) του άρθρου 6 του Ν23/83, θέτοντας επιπλέον λόγους για παραμερισμό απόφασης του. Εφαρμόζοντας κατά αναλογία τους θεσμούς της Πολιτικής Δικονομίας η παρούσα αίτηση βασίζεται ορθά στην Δ.17 Θ.10 και Δ.26 Θ.14. " Προώθησαν επομένως οι Αιτητές, μέχρι τέλους, το αίτημα τους στην υφιστάμενη λανθασμένη νομική του βάση. ΤΥΠΟΣ ΑΙΤΗΣΗΣ Πέραν όμως της πιο πάνω διαπίστωσης μου, θα πρέπει να αναφερθώ και στον τύπο της παρούσας αίτησης. Οι αιτήσεις για αναθεώρηση, ακύρωση ή τροποποίηση διατάγματος ή απόφασης του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων καταχωρούνται σύμφωνα με τον Τύπο 2 των περί Ενοικιοστασίου Κανονισμών και αποτελούν νέα αυτοτελή διαδικασία. Αυτό επιβάλλει ο κανονισμός 7 των περί Ενοικιοστασίου Διαδικαστικών Κανονισμών: "7(α) Η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου αρχίζει με την καταχώριση αιτήσεως σύμφωνα με τον Τύπο 1 ή 2 που καθορίζεται στο παράρτημα των Κανονισμών. (β) Ο Τύπος 1 ακολουθείται σε περιπτώσεις για τον καθορισμό ή αύξηση ενοικίου, την ανάκτηση κατοχής και εξώσεις. Ο Τύπος 2 σε περιπτώσεις που αφορούν την αναθεώρηση διαταγμάτων, αιτήσεις για αποζημιώσεις για ψευδείς παραστάσεις και απόκρυψη ουσιαστικών γεγονότων και σε κάθε άλλη περίπτωση που δεν προνοείται ρητά στους παρόντες Κανονισμούς. .................................. (ζ) Αίτηση που υποβάλλεται σύμφωνα με τον Τύπο 2 πρέπει να περιλαμβάνει λεπτομέρειες για τα θέματα που καθορίζονται πιο κάτω ανάλογα με τη φύση της αιτήσεως: (ι) Όταν η αίτηση αποσκοπεί στην αναθεώρηση Διατάγματος λεπτομέρειες του διατάγματος που εκδόθηκε και των γεγονότων που δικαιολογούν την αναθεώρησή του. (η) Αίτηση που υποβάλλεται κατά τον Τύπο 1 ή 2 υπογράφεται από τον αιτητή ή το δικηγόρο του και ορίζει ότι το πρόσωπο ή πρόσωπα προς τα οποία απευθύνεται έχουν δικαίωμα να αμφισβητήσουν την αίτηση στο σύνολο ή μέρος της με την καταχώριση απαντήσεως εντός 14 ημερών από την επίδοση της αιτήσεως. Η αίτηση καταχωρίζεται στη Γραμματεία του αρμόδιου Δικαστηρίου και ο αιτητής εφοδιάζει τη Γραμματεία με τον αναγκαίο αριθμό κατά την κρίση του Γραμματέα αντιγράφων ................................" Στην παρούσα υπόθεση συγκρίνοντας τον Τύπο 2 με την καταχωρηθείσα αίτηση, είναι φανερό ότι οι Αιτητές δεν ακολούθησαν τα όσα προνοούν οι σχετικοί Κανονισμοί. Οι συνέπειες της παρατυπίας προβλέπονται στον Κανονισμό 12(β) (ως έχει αναριθμηθεί ο Κανονισμός 11(α) του περί Ενοικιοστασίου Διαδικαστικού Κανονισμού), ως εξής: «12 (β) Μη συμμόρφωση με τις πρόνοιες των Κανονισμών δε συνεπάγεται την ακύρωση της διαδικασίας εκτός αν το Δικαστήριο διατάξει τούτο.» Επομένως, δεν τυγχάνει απευθείας εφαρμογής στις υποθέσεις ενοικιοστασίου η Δ.64 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Παρόλα αυτά όμως, σημειώνω ότι οι πρόνοιες των δύο διατάξεων[3] είναι παρόμοιες και σκοπό έχουν να ανάγουν στο δικαστήριο την απόρριψη ή διαγραφή λόγω μη συμμόρφωσης με τους κανονισμούς, οποιουδήποτε μέτρου. Ως εκ τούτου, οι αρχές που διέπουν την εφαρμογή της Δ.64 τυγχάνουν αναλογικής εφαρμογής και στις περιπτώσεις του κανονισμού 12(β). Βασική αυθεντία στο ζήτημα της παράλειψης συμμόρφωσης με τους Διαδικαστικούς Κανονισμούς αποτελεί η απόφαση Wunderlich v. Παναγιώτου
(1999)1 Α.Α.Δ. 366. Όμως, δεν έχει ζητηθεί από τους Αιτητές και έτσι δεν θα εξεταστεί το ζήτημα της απαλλαγής της αίτησης από την παρατυπία. Αυτό το ζήτημα εξετάζεται πάντα με γνώμονα τη ζημιά που υφίσταται το αναίτιο μέρος και εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. ΚΑΤΑΛΗΞΗ: Οι πιο πάνω αναφερόμενες διαπιστώσεις μου αποβαίνουν μοιραίες για την έκβαση της παρούσας αίτησης. Η αίτηση απορρίπτεται. Βρίσκω όμως ορθό να μην επιδικάσω έξοδα, διότι έχω διαπιστώσει ότι τα πιο πάνω σημαντικά ζητήματα που αποτελέσαν τον λόγο της απόρριψης, δεν έχουν προβληθεί επαρκώς στην αγόρευση των συνηγόρων της Καθ' ης η αίτηση. Καμία διαταγή για έξοδα εκδίδεται. (Υπ.) ................ Χρ. Ραγουζαίου Πρόεδρος Δικαστηρίου Πιστό Αντίγραφο Γραμματέας Subject: Rent Control/Interim Αναφορά: Αίτηση παραμερισμού απόφασης, νομική βάση, τύπος [1] Αναφέρομαι στην κυρίως Αίτηση με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό. [2] Δυνάμει των Κανονισμών 2(β) και 12(α) των περί Ενοικιοστασίου Διαδικαστικών Κανονισμών. [3] Του Κανονισμού 12(β) του περί Ενοικιοστασίου Διαδικαστικού Κανονισμού και της Δ.64 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στην οποία προνοούνται τα εξής: 1.
(1)H μη συμμόρφωση, λόγω οποιασδήποτε πράξεως ή παραλείψεως, με τα προβλεπόμενα από τους παρόντες Κανονισμούς, αναφορικά με χρόνο, τόπο, τρόπο, τύπο, περιεχόμενο ή οτιδήποτε άλλο κατά την έναρξη ή τη φερόμενη έναρξη οποιασδήποτε διαδικασίας, ή σε σχέση με αυτή, θα θεωρείται παρατυπία και δε θα καθιστά άκυρη τη διαδικασία, οποιοδήποτε βήμα στη διαδικασία, ή οποιοδήποτε έγγραφο, απόφαση ή διάταγμα σε αυτή.
(2)Τηρουμένης της παραγράφου
(3), το Δικαστήριο δύναται, εφόσο διαπιστώσει τέτοια μη συμμόρφωση με τους Κανονισμούς, όπως προβλέπεται στην παράγραφο
(1), και υπό τέτοιους όρους ως προς τα έξοδα ή άλλως, όπως κρίνει δίκαιο, να παραμερίσει εξ ολοκλήρου ή εν μέρει τη διαδικασία στην οποία επεσυνέβη η μη συμμόρφωση, οποιοδήποτε βήμα έγινε στη διαδικασία εκείνη, ή οποιοδήποτε έγγραφο, απόφαση ή διάταγμα σε αυτή, ή ασκώντας τις εξουσίες που του παρέχουν οι παρόντες Κανονισμοί, να επιτρέψει τέτοιες τροποποιήσεις, εάν χρειάζονται, και να εκδώσει τέτοιο διάταγμα, εάν χρειάζεται, αναφορικά με τη διαδικασία γενικά, όπως κρίνει πρέπον.
(3)To Δικαστήριο δε θα παραμερίζει εξ ολοκλήρου οποιαδήποτε διαδικασία, ή το κλητήριο ένταλμα, ή άλλο εναρκτήριο μέσο με το οποίο έχει αρχίσει η διαδικασία, για το λόγο ότι έχει χρησιμοποιηθεί διαφορετικό εναρκτήριο μέσο για την έναρξη της διαδικασίας από εκείνο που απαιτεί οποιοσδήποτε από τους παρόντες Κανονισμούς. 2. Αίτηση για παραμερισμό οποιασδήποτε διαδικασίας, οποιουδήποτε βήματος που έγινε σε οποιαδήποτε διαδικασία, ή οποιουδήποτε εγγράφου, αποφάσεως ή διατάγματος σε αυτή, λόγω παρατυπίας, δε θα επιτρέπεται, εκτός εάν υποβάλλεται μέσα σε εύλογο χρόνο και προτού o διάδικος που υπέβαλε την αίτηση προβεί σε οποιοδήποτε νέο βήμα, αφότου η παρατυπία περιήλθε σε γνώση του. Οι προτεινόμενοι λόγοι για παραμερισμό δυνάμει του παρόντος Κανόνα, θα αναφέρονται στην αίτηση. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο