← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Bandar Yasin, Αρ. Υπόθεσης: 20361/14, 17/11/2016

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Bandar Yasin, Αρ. Υπόθεσης: 20361/14, 17/11/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2016:A480 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Φ. Τιμοθέου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 20361/14 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού και Bandar Yasin Ημερομηνία: 17.11.2016 Για την κατηγορούσα αρχή: κ. Λ. Μάρκου. Για τον κατηγορούμενο: κα Σ. Αδάμου. Κατηγορούμενος παρών. ΑΠΟΦΑΣΗ Μετά το πέρας της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής και κατά τις αγορεύσεις για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης, διακόπηκε η ποινική δίωξη εναντίον του κατηγορούμενου στην κατηγορία 1 και έτσι αυτός απαλλάχθηκε από την εν λόγω κατηγορία, η οποία αφορούσε παρέμβαση σε δικαστική διαδικασία, κατά παράβαση του άρθρου 122(β) του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.

  1. Στη συνέχεια ο κατηγορούμενος κλήθηκε σε απολογία στην κατηγορία 2, η οποία αφορά αδίκημα παρέμβασης σε δικαστική διαδικασία, κατά παράβαση του άρθρου 122(α) του Κεφ.
  2. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της κατηγορία αυτής, ο κατηγορούμενος την 1.8.14 στην Λεμεσό, προέβηκε σε πράξη, η οποία ήταν ενδεχόμενο να αποτρέψει την Natalia Pryputen από του να ενεργήσει ως μάρτυρας σε δικαστική διαδικασία στην ποινική υπόθεση με αρ. 26873/13 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, δηλαδή την απείλησε με τη φράση «Τι; Δεν θες να βλέπω το μωρό μου; Θα μου το πληρώσεις για όλα. Θα σε καταστρέψω και εσένα και το φίλο σου. Αν δεν με αφήσεις να βλέπω το μωρό μου και να σταματήσεις το δικαστήριο θα δεις τι θα σου κάνω». Μαρτυρία Προς απόδειξη της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής κατέθεσαν 2 μάρτυρες. Περαιτέρω δηλώθηκαν ως παραδεκτά γεγονότα βασικά τα ακόλουθα: · Την 1.8.14, η Αστ.3567 Χριστίνα Νικολάου, η οποία υπηρετεί στο Τ.Α.Ε. Λεμεσού, ανέλαβε την διερεύνηση της παρούσας υπόθεσης. Την ίδια ημέρα έλαβε κατάθεση από την Nataliia Pryputen, από την Ουκρανία (στο εξής η παραπονούμενη). Στην συνέχεια εναντίον του κατηγορούμενου εκδόθηκε ένταλμα σύλληψης και καταζητείτο. Αυτός συνελήφθηκε δυνάμει του πιο πάνω εντάλματος, στις 2.8.14 και ώρα 19:00, από τον Α/Αστ.2253 Μ. Χριστοφόρου, στον Αστυνομικό Σταθμό Αγίου Ιωάννη. Αφού του εξηγήθηκαν οι λόγοι της σύλληψης του στην ελληνική γλώσσα, την οποία ο Α/Αστ.2253, αντιλήφθηκε ότι ο κατηγορούμενος μιλούσε και αφού του επιστήθηκε η προσοχή του στο Νόμο, απάντησε «Αυτό είναι ψέματα». Στην συνεχεία ο κατηγορούμενος μεταφέρθηκε στα κρατητήρια της Α.Δ.Ε. Λεμεσού από τους Λοχ.619 και Aστ.4507 όπου και τέθηκε υπό κράτηση. Ακολούθως την ίδια ημέρα και μεταξύ των ωρών 21:15-22:30, με τη βοήθεια διερμηνέα τη Αραβικής γλώσσας, η Αστ.3567 έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο. · Η παραπονούμενη κατήγγειλε ότι ο κατηγορούμενος της επιτέθηκε στις 27.11.
  3. Για τον σκοπό αυτό καταχωρήθηκε η υπόθεση με αριθμό 26873/13 για αδικήματα που αφορούν επίθεση με πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης και άλλα. Στην εν λόγω υπόθεση κατηγορούμενος είναι ο κατηγορούμενος στην παρούσα και παραπονούμενη η παραπονούμενη στην παρούσα. Η υπόθεση εκείνη ήταν ορισμένη για ακρόαση στις 2.9.
  4. · Στις 5.8.14 και ώρα 14:00 η Αστ.3567 κατέγραψε σε ημερολόγιο ενεργείας της Αστυνομίας (τεκμήριο 5) τα ακόλουθα: «Στις 5.8.14 και ώρα 11:30 ο Ζήνωνας Νικολαϊδης, δικηγόρος της παραπονούμενης Nataliia Pryputen, προσήλθε στα Γραφεία του Τ.Α.Ε. Λεμεσού όπου ανέφερε ότι δεν επιθυμούσε να προβεί σε γραπτή κατάθεση, αλλά επιθυμία του ήταν όπως αναφέρει προφορικά τα γεγονότα που επεσυνέβησαν την 1.8.
  5. Ο Νικολαίδης ανάφερε ότι την 1.8.14 και κατά η ώρα 10:00, βρισκόταν με την παραπονούμενη εντός του κτηρίου του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, και συζητούσαν για την υπόθεση που εκκρεμεί στο οικογενειακό δικαστήριο μεταξύ της παραπονούμενης και του κατηγορούμενου, για την οποία είχαν παρουσιαστεί ενώπιον Δικαστηρίου η ώρα εννιάμιση της ίδιας ημέρας και η οποία αφορούσε τη γονική μέριμνα του γιου τους Robert, 5 ετών. Ενώ μιλούσαν, ο Νικολαίδης χρειάστηκε να απομακρυνθεί ένα περίπου μέτρο από την παραπονούμενη για να μιλήσει στο κινητό του τηλέφωνο, ενώ την ίδια στιγμή είδε τον κατηγορούμενο να την πλησιάζει και τον άκουσε να της μιλά στην ρωσική γλώσσα. Στη συνέχεια τον είδε να κουνά με απειλητικό ύφος το χέρι του μπροστά στο πρόσωπό της ενώ μόλις ο κατηγορούμενος απομακρύνθηκε από κοντά της, η παραπονούμενη φάνηκε τρομοκρατημένη και έφυγε από το Δικαστήριο». Μετά την ενδιάμεση απόφαση για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον του κατηγορούμενου στην κατηγορία 2 και αφού του εξηγήθηκαν τα δικαιώματα του, σύμφωνα με το άρθρο 74

(1)(γ) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, αυτός κατέθεσε ενόρκως και κάλεσε και ένα μάρτυρα προς υπεράσπιση του. Ως Μ.Κ.1 κατέθεσε η παραπονούμενη, Natalia Pryputen, η οποία ανέφερε τα ακόλουθα: Παντρεύτηκε τον κατηγορούμενο στις 2.12.08 και από τον γάμο τους απέκτησαν ένα γιο. Από τις 15.6.13 ήταν σε διάσταση με τον κατηγορούμενο και από τις 7.12.13 διέμενε σε συγκεκριμένη διεύθυνση με τον 5χρονο τότε γιο της. Δεν συμφωνούσαν με τον κατηγορούμενο για τις ημέρες που θα έβλεπαν το παιδί και έτσι αποτάθηκαν σε δικηγόρο. Ο κατηγορούμενος καταχώρησε αίτηση γονικής μέριμνας στο Οικογενειακό Δικαστήριο. Την 1.8.14 και κατά η ώρα 09:00, έπρεπε να παρουσιαστούν στο Οικογενειακό Δικαστήριο, στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού για την εν λόγω υπόθεση. Ο Δικαστής τους είπε να ξαναπαρουσιασθούν στις 12.8.14 διότι ο δικηγόρος της παραπονούμενης ζήτησε λίγες ημέρες για να μαζέψει κάποια χαρτιά που χρειαζόταν για την υπόθεση. Ο Δικαστής ανέφερε ότι μέχρι τότε, εάν ο κατηγορούμενος επιθυμούσε να δει το παιδί, θα διευθετούσαν μεταξύ τους κάποιες συναντήσεις στην παρουσία του Γραφείου Ευημερίας. Ο δικηγόρος του κατηγορούμενου έφερε αντίρρηση αλλά ο Δικαστής δεν άλλαξε την απόφασή του. Όταν βγήκαν έξω από την αίθουσα, γύρω στις δέκα, η παραπονούμενη κάθισε με τον δικηγόρο της σε έναν από τους διαδρόμους του Δικαστηρίου για να της εξηγήσει τι χαρτιά να του προσκομίσει για να τα παρουσιάσει στο Δικαστήριο στις 12.8.
  1. Σε κάποια στιγμή ο δικηγόρος της ονόματι Ζήνωνας, δέχτηκε κλήση στο κινητό του τηλέφωνο και έτσι απομακρύνθηκε από δίπλα της. Την ίδια ώρα την πλησίασε ο κατηγορούμενος, ο οποίος της μίλησε στα Ρώσικα και της είπε «Τι; Δεν θες να βλέπω το μωρό μου;». Η παραπονούμενη δεν του απάντησε και μετά ο κατηγορούμενος σήκωσε το δεξί του χέρι και με τον δείκτη του, τον οποίο έφερε μπροστά στο πρόσωπο της, της είπε «Θα μου το πληρώσεις για όλα. Θα σε καταστρέψω και εσένα και το φίλο σου», εννοώντας τον νέο της σύντροφο και συνέχισε λέγοντάς της «Αν δεν με αφήσεις να βλέπω το μωρό μου και να σταματήσεις το δικαστήριο θα δεις τι θα σου κάνω», εννοώντας την υπόθεση που είχε η παραπονούμενη κάνει εναντίον του όταν της επιτέθηκε στις 27.11.13 σε ένα πάρκο και για την οποία θα παρουσιάζονταν στις 2.9.
  2. Η παραπονούμενη δεν απάντησε στον κατηγορούμενο και είπε στον δικηγόρο της να φύγουν από το Δικαστήριο. Ο δικηγόρος της είδε τον κατηγορούμενο να της προτάσσει το δάκτυλο αλλά δεν μπορούσε να ακούσει τι της έλεγε επειδή μιλούσε στο κινητό και επίσης ο κατηγορούμενος της μίλησε στα Ρωσικά. Ως Μ.Κ.2 κατέθεσε ο δικηγόρος Ζήνωνας Νικολαίδης. Ο εν λόγω μάρτυρας βλέποντας το ημερολόγιο ενεργείας, τεκμήριο 5 είπε ότι δεν θυμάται κάτω από ποια περίσταση έγινε αυτό αλλά το αναγνωρίζει και ότι η παραπονούμενη ήταν πελάτισσα του και ο ίδιος είχε πράγματι πάει στην Αστυνομία και ανέφερε αυτά που καταγράφονται στο συγκεκριμένο τεκμήριο. Η εκδοχή του κατηγορούμενου ήταν η ακόλουθη: Νυμφεύθηκε την παραπονούμενη στις 2.12.08 και απέκτησαν στις 8.9.09 ένα γιο. Δεν είχαν ιδιαίτερα προβλήματα στο γάμο τους. Ωστόσο τον Ιούνιο του 2013 η παραπονούμενη του είπε ότι ήθελε να μείνει μόνη της διότι δεν περνούσε καλά μαζί του. Έτσι από τον Ιούνιο του 2013 έμεναν σε διαφορετικά σπίτια για να δώσει χρόνο στην παραπονούμενη να σκεφτεί. Λίγες ημέρες αργότερα έμαθε από κοινούς γνωστούς ότι η παραπονούμενη είχε δεσμό με άλλο άντρα. Έκτοτε ήλθε αντιμέτωπος με πολλά προβλήματα όσον αφορά για το ποιες ημέρες θα έβλεπε τον γιό του, διότι δεν μπορούσε να συνεννοηθεί με την παραπονούμενη. Επίσης δεν την θεωρούσε ικανή να προσέχει το παιδί διότι γνώριζε ότι της άρεσε το ποτό και έπινε πολύ συχνά. Αρχές Σεπτεμβρίου 2013 ξανάκαναν προσπάθεια επανασύνδεσης με την παραπονούμενη και διέμεναν πάλι μαζί. Στις 27.11.13 έγινε κάποιο επεισόδιο μεταξύ αυτού και της παραπονούμενης και η τελευταία δεν επέστρεψε με το παιδί τους στο σπίτι εκείνο το βράδυ. Στις 28.11.13 επικοινώνησε με τον κατηγορούμενο η Αστυνομία και του είπαν ότι υπήρχε καταγγελία εναντίον του από την παραπονούμενη. Έκτοτε λόγω του συγκεκριμένου περιστατικού χώρισαν και έβαλαν δικηγόρους και πήγαιναν στο Οικογενειακό Δικαστήριο για να οριστούν οι ημέρες και ώρες που θα βλέπει ο καθένας το παιδί. Την 1.8.14 η ώρα 09:00 ο κατηγορούμενος πήγε στο Δικαστήριο στη Λεμεσό για να παρουσιαστεί στο Οικογενειακό Δικαστήριο. Η δίκη άρχισε η ώρα 09:20 περίπου και κατά τις 09:45 τελείωσαν και βγήκαν έξω. Είδε την παραπονούμενη να βγαίνει από την αίθουσα μαζί με τον δικηγόρο της και έφυγαν και μετά βγήκε έξω και αυτός με τον δικηγόρο του, Χρίστο Αδάμου με τον οποίο συζήτησαν θέματα που αφορούσαν την υπόθεση. Μίλησαν για κάποια λεπτά μεταξύ τους και στη συνέχεια περπάτησαν μαζί μέχρι το χώρο στάθμευσης του Δικαστηρίου όπου βρίσκονταν σταθμευμένα τα αυτοκίνητα και των δύο τους. Πρώτος έφυγε ο κατηγορούμενος και ακριβώς πίσω του έφυγε ο δικηγόρος του. Σε καμία περίπτωση δεν μίλησε στο Δικαστήριο με την παραπονούμενη και δεν είχε κανένα λόγω να το κάνει αφού είχαν και οι δύο δικηγόρους για να λύσουν τις διαφορές τους. Όσον αφορά την καταγγελία που έκανε εναντίον του η κατηγορούμενη για το περιστατικό στις 27.11.13, η υπόθεση είχε ορισθεί για να παρουσιασθούν στις 2.9.
  3. Ποτέ δεν προσπάθησε να μεταπείσει την παραπονούμενη να αποσύρει την εν λόγω υπόθεση και ουδέποτε συζήτησε μαζί της για αυτήν. Τέλος ως Μ.Υ.1 κατέθεσε ο Χρίστος Αδάμου, ο οποίος ανέφερε τα εξής: Είναι δικηγόρος και διατηρεί δικηγορικό γραφείο µαζί µε τη σύζυγο του. Σχεδόν κάθε µέρα πηγαίνει στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεµεσού για να εκπροσωπήσει τους πελάτες του σε διάφορες υποθέσεις ποινικές, αστικές και οικογενειακού δικαίου. Ένας από τους πελάτες του γραφείου ήταν για αρκετά χρόνια ο κατηγορούμενος. Για τους 6 τελευταίους μήνες πριν τον επίδικο χρόνο ο μάρτυρας εκπροσωπούσε τον κατηγορούμενο στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεµεσού σε µία ποινική υπόθεση και τον τελευταίο ένα µήνα, στο Οικογενειακό Δικαστήριο Λεµεσού στα πλαίσια αίτησης που καταχώρησε για λογαριασµό του µε στόχο να εξασφαλιστεί διάταγµα, µε το οποίο να ρυθµίζεται το δικαίωµα επικοινωνίας του µε το ανήλικο παιδί του, που διέμενε µε την εν διαστάσει σύζυγο του δηλ. την παραπονούμενη. Την 1.8.14 και ώρα 09:00 ήταν ορισμένη για οδηγίες ενδιάµεση, δια κλήσεως, αίτηση για έκδοση προσωρινού διατάγµατος επικοινωνίας του κατηγορούμενου µε το ανήλικο τέκνο του µέχρι να εκδικαστεί η προαναφερόμενη κυρίως αίτηση. Ο μάρτυρας είπε στον κατηγορούμενο να πάει στο Δικαστήριο Λεµεσού η ώρα 09:
  4. Εκείνη την ώρα ο μάρτυρας είχε εντός του χώρου του Δικαστηρίου ολιγόλεπτη συνοµιλία µε την παραπονούμενη στην παρουσία του δικηγόρου της, με σκοπό την επίτευξη εξώδικου διακανονισμού της επικοινωνίας του κατηγορούμενου με τον γιο του. Ο κατηγορούμενος συνάντησε τον μάρτυρα στο Δικαστήριο η ώρα 09:30, έξω από την αίθουσα του Οικογενειακού Δικαστηρίου που βρίσκεται στο ισόγειο του Δικαστηρίου και τότε µπήκαν µαζί στην αίθουσα. Τελείωσαν από τη συζήτηση της αίτησης περίπου η ώρα 09:50 και βγήκαν µαζί με τον κατηγορούμενο έξω από την αίθουσα και κατευθύνθηκαν µαζί προς την έξοδο του Δικαστηρίου προς το χώρο στάθµευσης. Το αυτοκίνητο του μάρτυρα ήταν σταθµευµένο στη βόρεια πλευρά του ισόγειου χώρου στάθµευσης και δίπλα από αυτό ήταν σταθµευµένο το όχηµα του κατηγορούμενου, ο οποίος είπε στον μάρτυρα ότι του το δάνεισε ένας φίλος του για πάει στο Δικαστήριό. Περπάτησαν με τον κατηγορούμενο τον χώρο όπου ήταν σταθµευµένα τα οχήµα τους, συζητώντας για την υπόθεση που κατήγγειλε ο κατηγορούμενος στην Αστυνομία κάποιο ιατρό ονόματι Πέτσα. Ακολούθως ο μάρτυρας µπήκε στο αυτοκίνητο του και ο κατηγορούμενος στο δικό του και κατευθύνθηκαν, όντας µπροστά ο κατηγορούμενος και πίσω ο μάρτυρας, προς την έξοδο του χώρου στάθµευσης του Δικαστηρίου. Όταν µπήκαν στα αυτοκίνητα τους ήταν λίγο πριν τις 10:00, κάτι που ο μάρτυρας θυμάται αφού η ώρα 10:00 είχε ραντεβού στο γραφείο του και είδε την ώρα. Ο μάρτυρας έβλεπε τον κατηγορούμενο μέσα στο αυτοκίνητο του μέχρι τα φώτα που βρίσκονται έξω από το Δικαστήριο, κοντά στο Ξενοδοχείο ΚΟΥΡΙΟ. Δεν γνωρίζει εάν ο κατηγορούμενος επέστρεψε αργότερα στο Δικαστήριο. Είναι όμως απόλυτα σίγουρος ότι, κατά τη διάρκεια που βρισκόταν με τον κατηγορούμενο δηλ. από την ώρα που μπήκαν στην αίθουσα του Δικαστηρίου μέχρι και την ώρα που έφυγαν με τα αυτοκίνητα τους, ο κατηγορούμενος δεν συνοµίλησε καθόλου µε την παραπονούμενη αφού ήταν συνεχώς με τον μάρτυρα. Νομική πτυχή Το αδίκημα της κατηγορίας 2 στην παρούσα εδράζεται στο άρθρο 122(α) του Ποινικού κώδικα, το οποίο προβλέπει ότι: «
  5. Όποιος προβαίνει σε οποιαδήποτε πράξη— (α) πρooρισμένη ή η οποία είναι ενδεχόμενο να αποτρέψει κάποιο πρόσωπο από το να ενεργήσει με οποιαδήποτε δικαστική ιδιότητα ή με οποιοδήποτε τρόπο ως συνήγορος, μάρτυρας ή διάδικος σε δικαστική διαδικασία· ................................. είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση τριών χρόνων». Τα συστατικά στοιχεία του εν λόγω αδικήματος είναι λοιπόν τα ακόλουθα:
  6. Ο κατηγορούμενος να προβεί σε οποιαδήποτε πράξη,
  7. Η πράξη αυτή να είναι προορισμένη ή να ενδέχεται να αποτρέψει κάποιο πρόσωπο από το να ενεργήσει με οποιαδήποτε δικαστική ιδιότητα ή με οποιοδήποτε τρόπο ως συνήγορος, μάρτυρας ή διάδικος σε δικαστική διαδικασία. Περαιτέρω όσον αφορά το actus reus (αντικειμενική υπόσταση) του αδικήματος, ως προκύπτει από την υπόθεση Ακκελίδου ν. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ 249), όπου δόθηκε αναλυτική ερμηνεία του άρθρου 122(β), ερμηνεία που προφανώς ισχύει κατ' αναλογία και για το άρθρο 122(α), η λέξη «προορισμένη» έχει την έννοια της στόχευσης, δηλαδή του υπολογισμού στον οποίο προβαίνει κανείς ώστε η πράξη του να επιφέρει συγκεκριμένο, επιδιωκόμενο αποτέλεσμα. Πράξη «προορισμένη ή η οποία είναι ενδεχόμενο να .....» είναι πράξη που έχει εξ αντικειμένου κάποια τάση. Η τάση δε αυτή πρέπει να είναι «να αποτρέψει κάποιο πρόσωπο από το να ενεργήσει με οποιαδήποτε δικαστική ιδιότητα ή με οποιοδήποτε τρόπο ως συνήγορος, μάρτυρας ή διάδικος σε δικαστική διαδικασία». Το actus reus δεν είναι λοιπόν η οποιαδήποτε πράξη αλλά πράξη με τη συγκεκριμένη τάση. Σύμφωνα με το άρθρο 4 του Κεφ. 154 «δικαστική διαδικασία», όρος τον οποίο συναντούμε στο άρθρο 122, «περιλαμβάνει κάθε διαδικασία που διεξάγεται ή που ασκείται ενώπιον οποιουδήποτε Δικαστηρίου ή ερευνητικής επιτροπής ή προσώπου, που δύναται να πάρουν ένορκη μαρτυρική κατάθεση, ανεξάρτητα αν λαμβάνουν ή όχι τέτοια ένορκη μαρτυρική κατάθεση.» Ο εν λόγω ορισμός είναι σαφής και επιδεκτικός μιας και μόνης ερμηνείας. Για την διάπραξη λοιπόν του αδικήματος που προβλέπει το άρθρο 122(α) πρέπει κατά το χρόνο της διάπραξής του να υφίσταται ή εκκρεμεί ενώπιον Δικαστηρίου δικαστική διαδικασία εναντίον κάποιου κατηγορούμενου (βλ. Χαραλάμπους Πουλλαούας ν. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ 494). Όσον αφορά το mens rea (υποκειμενική υπόσταση) του αδικήματος, ως έχει αναφερθεί στην Ακκελίδου (ανωτέρω) δεν χρειάζεται ειδική πρόθεση, εφόσον κάτι τέτοιο δεν προβλέπεται ρητά. Δεν απαιτείται παρά μόνο βασική πρόθεση, η οποία θα πρέπει να συνοδεύει την κάθε πτυχή του actus reus, εκτός όπου ο δράστης γνώριζε πως η πράξη του ήταν ηθικά μεμπτή. Ως εξηγείται περαιτέρω στην ίδια υπόθεση, με αναφορά στο σύγγραμμα Archbold on Criminal Pleading, Evidence and Practice, 39η έκδοση, παράγραφος 1441e, πρόθεση του δράστη είναι να επιφέρει ό,τι επάγεται η πράξη του (α) όταν το επιθυμεί, ανεξάρτητα από το αν προβλέπει ή όχι ότι πιθανώς να επέλθει και (β) όταν προβλέπει ότι πιθανώς να επέλθει, είτε το επιθυμεί είτε όχι. Η πρόθεση δεν συναρτάται με το ελατήριο κάτι που αποτελεί επίσης κανόνα του κοινού δικαίου που έχει κωδικοποιηθεί στην τελευταία παράγραφο του άρθρου 9 του Ποινικού μας Κώδικα. Αναφέρεται επίσης σχετικά ότι η πρόθεση με απλά λόγια, σημαίνει ένοχη σκέψη, δηλ. να έχει κατά νου ο δράστης τι θα επιφέρει με την πράξη του ή τουλάχιστον την πιθανότητα των επιπτώσεων. Τα εξωτερικά ή αντικειμενικά στοιχεία της περίπτωσης παρέχουν συχνά το έρεισμα της κατάληξης ως προς την πρόθεση χωρίς όμως να προεξοφλούν το αποτέλεσμα. Δεν υπάρχει αμάχητο τεκμήριο περί πρόθεσης να επιφέρει κανείς τις φυσιολογικές επιπτώσεις των πράξεων του. Είναι απαραίτητη η δικαστική κρίση, στη βάση της μαρτυρίας, ότι έτσι σκεφτόταν ο ίδιος ο δράστης. Όχι ότι έτσι θα σκεφτόταν ένας λογικός άνθρωπος αν ήταν στη θέση του δράστη (βλ. επίσης Αθανασίου ν. Αστυνομίας
(2006)2 Α.Α.Δ 367) Αξιολόγηση της μαρτυρίας Αρχίζοντας από την μαρτυρία του Μ.Κ.2 θα πρέπει να λεχθεί ότι από το σύνολο της προκύπτει αναμφίβολα ότι αυτή στερείται της απαιτούμενης βεβαιότητας ούτως ώστε να γίνει δεκτή ως προς τα ουσιώδη γεγονότα για τα οποία κλήθηκε να καταθέσει. Συγκεκριμένα: Κατ' αρχήν για κάποιο άγνωστο λόγο, ως φαίνεται από το τεκμήριο 5, ενώ αυτός πήγε στις 5.8.14 στα γραφεία του Τ.Α.Ε. Λεμεσού, ανέφερε ότι δεν επιθυμούσε να προβεί σε γραπτή κατάθεση αλλά να αναφέρει προφορικά τα γεγονότα. Εκεί ανέφερε ότι την 1.8.14 και κατά η ώρα 10:00, βρισκόταν με τη παραπονούμενη εντός του κτηρίου του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού και συζητούσαν για υπόθεση γονικής μέριμνας του ανήλικου γιου της παραπονούμενης και του κατηγορούμενου, η οποία εκκρεμούσε στο Οικογενειακό Δικαστήριο και για την οποία είχαν παρουσιαστεί ενώπιον του Δικαστηρίου η ώρα εννιάμιση της ίδιας ημέρας. Ενώ μιλούσαν αυτός απομακρύνθηκε ένα περίπου μέτρο από την παραπονούμενη για να μιλήσει στο κινητό του τηλέφωνο και την ίδια στιγμή είδε τον κατηγορούμενο να πλησιάζει την παραπονούμενη, να της μιλά στη ρωσική γλώσσα, να κουνά με απειλητικό ύφος το χέρι του μπροστά στο πρόσωπό της και μόλις απομακρύνθηκε από κοντά της αυτή φάνηκε τρομοκρατημένη και έφυγε από το Δικαστήριο. Στην κυρίως εξέταση του ο Μ.Κ.2 βλέποντας το τεκμήριο 5 είπε ότι δεν θυμάται κάτω από ποια περίσταση έγινε αυτό αλλά το αναγνωρίζει και ότι η παραπονούμενη ήταν πελάτισσα του και ο ίδιος είχε πράγματι πάει στην Αστυνομία. Ερωτώμενος εάν είπε αυτά που αναγράφονται στο τεκμήριο 5 απάντησε «Μάλιστα, για να το λέει ναι πρέπει να τα είπα. Δεν θυμάμαι συγκεκριμένα τι αλλά ναι». Στην αντεξέταση του κατ' αρχάς δεν θυμόταν καν εάν την 1.8.14 ο κατηγορούμενος βρισκόταν στο Δικαστήριο με τον δικηγόρο του. Στη συνέχεια σε υποβολή ότι εκείνη την ημέρα ο κατηγορούμενος σε καμία περίπτωση δεν πλησίασε την παραπονούμενη, ούτε της ανέφερε οτιδήποτε είπε ότι αυτός απλά θυμάται, βάσει εκείνου που είπε στο τεκμήριο 5, ότι κάτι λέχθηκε μεταξύ τους αλλά δεν θυμάται τι. Ούτε κατάλαβε τι ήταν αυτό καθότι μίλησαν σε γλώσσα που δεν γνωρίζει και συγκεκριμένα είπε ότι ήταν είτε αραβικά είτε ρωσικά. Όταν όμως ρωτήθηκε πότε έγινε αυτό απάντησε ότι έγινε μια από τις μέρες που ήταν στο Δικαστήριο για την υπόθεση της γονικής μέριμνας και δεν θυμάται συγκεκριμένα. Συμφώνησε δε ότι είχαν πάει στο Δικαστήριο για το θέμα της γονικής μέριμνας μεταξύ της παραπονούμενης και του κατηγορούμενου, πάρα πολλές φορές. Εν τέλει σε ερώτηση εάν συμφωνεί ότι δεν θυμάται ποια από όλες αυτές τις φορές έγινε αυτό που ανέφερε στην Αστυνομία ουσιαστικά συμφώνησε. Εδώ θα πρέπει να ληφθεί υπόψην και το ότι ο κατηγορούμενος στην μαρτυρία του υποστήριξε ότι είχε μιλήσει με την παραπονούμενη στον χώρο του Δικαστηρίου ενώ βρίσκονταν εκεί για την εν λόγω υπόθεση άλλες φορές αλλά όχι την 1.8.
  1. Η πιο πάνω μαρτυρία στερείται λοιπόν κατά την κρίση μου της απαιτούμενης βεβαιότητας από πλευράς του Μ.Κ.2 ότι δηλ. αυτά που ανέφερε στο τεκμήριο 5, έλαβαν πράγματι χώραν την 1.8.
  2. Ως εκ των άνω δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Η παραπονούμενη (Μ.Κ.1) δεν μου έκανε καλή εντύπωση. Από το σύνολο της μαρτυρίας της προκύπτει ότι οι θέσεις της ως προς τα γεγονότα της υπόθεσης δεν ήταν σταθερές αλλά χαρακτηρίζονταν από ουσιώδεις ασυνέπειες και γενικά δεν έπεισε ότι κατά τον επίδικο χρόνο ο κατηγορούμενος την προσέγγισε στον χώρο του Δικαστηρίου και έκανε και είπε αυτά που η ίδια ισχυρίσθηκε. Συγκεκριμένα: Κατ' αρχάς ήταν η θέση της ότι εκείνη την ημέρα είχαν εμφανισθεί ενώπιον του Οικογενειακού Δικαστηρίου σε αίθουσα στον όροφο του κτιρίου του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, ενώ η θέση τόσο του κατηγορούμενου όσο και του Μ.Υ.1, η οποία δεν αμφισβητήθηκε ως προς τούτο, ήταν ότι η αίθουσα βρισκόταν στο ισόγειο. Στην κατάθεση της, την οποία υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης της, είπε ότι όταν την προσέγγισε ο κατηγορούμενος της είπε «Τι; Δεν θες να βλέπω το μωρό μου;», αυτή δεν του απάντησε και μετά εκείνος σήκωσε το δεξί του χέρι και με τον δείκτη του, τον οποίο έφερε μπροστά από το πρόσωπο της, της είπε «Θα μου το πληρώσεις για όλα. Θα σε καταστρέψω και εσένα και το φίλο σου», εννοώντας τον νέο της σύντροφο και συνέχισε λέγοντάς της «Αν δεν με αφήσεις να βλέπω το μωρό μου και να σταματήσεις το δικαστήριο θα δεις τι θα σου κάνω» εννοώντας την υπόθεση που είχε η παραπονούμενη κάνει εναντίον του όταν της επιτέθηκε στις 27.11.13 σε ένα πάρκο και για την οποία θα παρουσιάζονταν στις 2.9.
  3. Στην αντεξέταση της όμως είπε ότι κάτι ουσιωδώς διαφορετικό ως προς το τι της ανέφερε ο κατηγορούμενος. Συγκεκριμένα ανέφερε ότι μετά που αυτός της είπε «Δεν θέλεις εγώ να βλέπω το μωρό μου;» και δεν του απάντησε, της έδειξε με τον δείκτη του δεξιού της χεριού και της είπε «Εάν δεν σταματήσεις την υπόθεση, θα καταστρέψω εσένα και τον boyfriend σου». Περαιτέρω στην κατάθεση της είπε ότι λέγοντας της ο κατηγορούμενος «Θα σε καταστρέψω και εσένα και το φίλο σου» εννοούσε τον νέο της σύντροφο και «.να σταματήσεις το δικαστήριο θα δεις τι θα σου κάνω» εννοούσε την υπόθεση για την οποία τον κατήγγειλε. Στην αντεξέταση της όταν της τέθηκε ότι επρόκειτο για δική της ερμηνεία ότι ο κατηγορούμενος αναφερόταν στον νέο της σύντροφο είπε αρχικά ότι ο κατηγορούμενος μιλούσε για αυτήν, για τον νέο της σύντροφο και σε αμέσως επόμενη ερώτηση επί του ίδιου θέματος είπε «Εκεί δεν λέει ότι εννοώντας αυτό και αυτή. Εκεί λέει ότι για μένα και για αυτόν. Όταν λέω «εννοώντας», μιλώ εννοώντας για την υπόθεση που επισυνέβη στο πάρκο για να κατανοηθεί για ποιαν υπόθεση μιλούμε» ενώ αμέσως μετά είπε «Μα εγώ έλεγα, αφού το γράφει ολοκάθαρα, εννοώντας την υπόθεση του Δικαστηρίου, όχι για τον φίλο μου ή οτιδήποτε άλλο». Ως εκ των άνω η μαρτυρία της παραπονούμενης δεν γίνεται δεκτή. Ο Μ.Υ.1 από την άλλη μου έκανε καλή εντύπωση. Ήταν σταθερός και συνεπής ως προς τα όσα αντιλήφθηκε στον χώρο του Δικαστηρίου την 1.8.14, τα οποία και ανέφερε την αμέσως επόμενη μέρα στην κατάθεση του, όταν κλήθηκε τηλεφωνικώς από την Αστυνομία για τον σκοπό αυτό. Να σημειωθεί δε ότι δεν προκύπτει ότι είχε έλθει σε επαφή με τον κατηγορούμενο πελάτη του πριν την λήψη της κατάθεσης του η οποία, ως φαίνεται από τις ώρες στα τεκμήρια 4Α-Β και 6, ξεκίνησε πριν την έναρξη λήψης της κατάθεσης του κατηγορούμενου και ολοκληρώθηκε πριν την λήξη της. Συνεπώς κρίνω ότι το γεγονός ότι ο Μ.Υ.1 ήταν ο δικηγόρος του κατηγορούμενου κατά τον επίδικο χρόνο δεν σημαίνει ότι κατέθεσε με σκοπό να βοηθήσει αυτόν, αλλοιώνοντας τα πραγματικά γεγονότα. Ως εκ των άνω η μαρτυρία του Μ.Υ.1 γίνεται δεκτή. Σε σχέση με τον κατηγορούμενο θα πρέπει να λεχθεί ότι όσον αφορά την ουσιώδη θέση που προέβαλε εξ αρχής ότι δηλ. την 1.8.14 δεν ήλθε σε καμία επαφή ή επικοινωνία με την παραπονούμενη, αυτός παρέμεινε σταθερός καθόλη την διάρκεια της μαρτυρίας του. Η θέση του άλλωστε αυτή ουσιαστικά επιβεβαιώνεται από τον Μ.Υ.
  4. Οι οποιεσδήποτε διαφορές στην μαρτυρία του κατηγορούμενου με την αντίστοιχη μαρτυρία του Μ.Υ.1 όπως για το τι ακριβώς συζητούσαν από την ώρα που εξήλθαν της αίθουσας του Δικαστηρίου μέχρι την ώρα που μπήκαν στα οχήματα τους και αναχώρησαν από τον χώρο του Δικαστηρίου, πού έγινε ακριβώς η συζήτηση, το χρώμα του αυτοκινήτου του Μ.Υ.1, το που ακριβώς ήταν σταθμευμένα τα δύο αυτοκίνητα και την απόσταση μεταξύ τους και το ποιος μπήκε πρώτος στο αυτοκίνητο, κρίνω ότι αποτελούν μικροαντιφάσεις και μικροανακρίβειες σε επουσιώδεις λεπτομέρειες, οι οποίες εξεταζόμενες στο σύνολο της όλης μαρτυρίας, ενδυναμώνουν την αξιοπιστία αυτών και προβάλλουν το φυσικό τρόπο με τον οποίο διατύπωσαν τα σχετικά γεγονότα που είχαν στη μνήμη τους εφόσον δείχνουν ανυπαρξία προσχεδιασμού ή συνεννόησης μεταξύ τους ως προς το τί θα κατέθεταν (βλ. Γιαννίδης v. Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ 143 και Ξυδιάς ν. Αστυνομίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 174). Δεν αποτελούν λοιπόν ουσιώδεις αντιφάσεις δηλ. τέτοιας φύσης και περιεχομένου που να μολύνουν την μαρτυρία σε βαθμό που να καθίσταται επικίνδυνη και άδικη η αποδοχή της από το Δικαστήριο (βλ. Νικολάου ν. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 390). Δεν μου διαφεύγει ότι ο Μ.Υ.1 ανέφερε ότι μετά που είδε τον κατηγορούμενο να βρίσκεται στο αυτοκίνητο που οδηγούσε εκείνη την ημέρα, στα φώτα τροχαίας, μετά δηλ. που εξήλθαν του χώρου στάθμευσης του Δικαστηρίου, δεν γνωρίζει που πήγε. Ο συνήγορος της κατηγορούσας αρχής υποστήριξε δε σχετικά ότι ακόμη και εάν γινόταν δεκτή η μαρτυρία του Μ.Υ.1, αυτή δεν απέκλειε το ενδεχόμενο ο κατηγορούμενος να επέστρεψε στην συνέχεια στο Δικαστήριο και να διέπραξε το επίδικο αδίκημα. Η θέση όμως αυτή της κατηγορούσας αρχής δεν βρίσκει, κατά την κρίση μου, έρεισμα στην μαρτυρία που η ίδια έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου και συγκεκριμένα της παραπονούμενης εφόσον κάτι τέτοιο, στα χρονικά πλαίσια που αυτή έθεσε ως προς την διάπραξη του αδικήματος, δεν μπορεί να αποτελέσει εύρημα του Δικαστηρίου. Και εξηγώ. Η παραπονούμενη ανέφερε ότι μετά που εξήλθαν της αίθουσας του Δικαστηρίου αυτή μαζί με τον δικηγόρο της κατέβηκαν κάτω από τις σκάλες όπου υπάρχουν παγκάκια και κάθισαν εκεί για να της εξηγήσει τι έγγραφα να πάρει στην επόμενη δικάσιμο. Δεν γνωρίζει εάν ο κατηγορούμενος βγήκε από την αίθουσα με τον δικηγόρο του και που πήγε. Μετά από κάποια λεπτά που καθόταν με τον δικηγόρο της, χτύπησε το τηλέφωνο του τελευταίου και αυτός απομακρύνθηκε λίγο από κοντά της και την ίδια στιγμή την πλησίασε ο κατηγορούμενος και της είπε αυτά που ανέφερε. Από τα πιο πάνω προκύπτει λοιπόν ότι εάν γινόταν δεκτό ότι ο κατηγορούμενος έδρασε με τον προαναφερόμενο τρόπο, αυτό πρέπει να έγινε λίγα λεπτά μετά που εξήλθαν από την αίθουσα του Δικαστηρίου και όχι αργότερα. Συνεπώς το να έλαβε αυτό χώραν μετά που ο Μ.Υ.1 είδε τον κατηγορούμενο να φεύγει με το αυτοκίνητο του από τον χώρο του Δικαστηρίου περί η ώρα 10:00, προϋποθέτει ότι ο κατηγορούμενος, στον σύντομο χρόνο που αναφέρει η παραπονούμενη, εξήλθε από την αίθουσα, συνομίλησε με τον δικηγόρο του κατευθυνόμενος προς το αυτοκίνητο του, έφυγε από τον χώρο στάθμευσης, μετέβηκε ως τα συγκεκριμένα φώτα τροχαίας και μετά γύρισε, στάθμευσε εκ νέου το αυτοκίνητο και ακολούθως πήγε να βρει την παραπονούμενη. Κάτι τέτοιο όμως δεν φαίνεται να βρίσκει έρεισμα στην λογική και εν πάση περιπτώσει το Δικαστήριο μπορεί να καταλήξει σε αυτό μόνο προβαίνοντας σε υπόθεση και όχι ως το αδιαμφισβήτητο και μοναδικό συμπέρασμα που μπορεί να εξαχθεί από το σύνολο της αποδεκτής μαρτυρίας, κάτι που είναι ασφαλώς ανεπίτρεπτο σε ποινικές υποθέσεις όπου το βάρος απόδειξης βρίσκεται στους ώμους της κατηγορούσας αρχής. Ως εκ των άνω η εκδοχή του κατηγορούμενου γίνεται δεκτή. Συμπεράσματα Στην παρούσα η κατηγορούσα αρχή στήριξε την υπόθεση της προς απόδειξη των γεγονότων που στοιχειοθετούν την επίδικη κατηγορία, στην μαρτυρία των Μ.Κ.1 και 2, η οποία για τους λόγους όμως που εξηγήθηκαν ανωτέρω δεν έγινε δεκτή. Έγινε μάλιστα δεκτή η αντίθετη μαρτυρία του κατηγορούμενου και του Μ.Υ.1. Καταληκτικά κρίνεται ότι η κατηγορούσα απέτυχε να αποδείξει την επίδικη κατηγορία και συναφώς ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται και στην κατηγορία 2. (Υπ.) ......................................... Φ. Τιμοθέου, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/ Final (Αναφορά: Ποινική - Τελική - Παρέμβαση σε δικαστική διαδικασία). cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.