← Κύπρος

PEGAS INVESTMENT FUNG ING κ.α. ν. IRONFX GLOBAL LIMITED κ.α., Αρ. αγωγής: 3732/2015, 22/11/2016

PEGAS INVESTMENT FUNG ING κ.α. ν. IRONFX GLOBAL LIMITED κ.α., Αρ. αγωγής: 3732/2015, 22/11/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2016:A487 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΑΛ. ΦΥΛΑΚΤΟΥ Ε.Δ. Αρ. αγωγής: 3732/2015 PEGAS INVESTMENT FUNG ING DIRECT PATNERSHIP INC από τον Παναμά Ενάγoντες Εναντίον IRONFX GLOBAL LIMITED ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΚΕΦΑΛΑΙΑΓΟΡΑΣ ΚΥΠΡΟΥ Εναγόμενοι ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ:22/11/2016 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους εναγόμενους 1 - αιτητές: κα Χριστιάνα Αχιλλέως Για τους ενάγοντες - καθ΄ ων η αίτηση: κα Eλίνα Σκούλλου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την υπό εξέταση αίτηση, η εναγόμενη 1 εταιρεία, αιτείται Διατάγματος με το οποίο να διατάσσονται οι ενάγοντες όπως παράσχουν υπό μορφή ανέκκλητης τραπεζικής εγγύησης στο όνομα της αιτήτριας ασφάλεια εξόδων για το συγκεκριμένο ποσό, για το οποίο θα επιβαρυνθεί η αιτήτρια από την εκδίκαση της παρούσας αγωγής. Επίσης αιτείται αναστολή της διαδικασίας μέχρι να δοθεί η εν λόγω εξασφάλιση και απόρριψη της αγωγής σε περίπτωση μη απόδοσης της. Νομική βάση της αίτησης, αποτέλεσε η Δ.60 θ.θ.1,5 και 6, η Δ.48 θ.θ.1-4 και 9, οι συμφυείς εξουσίες και η πρακτική του Δικαστηρίου. Μαρτυριό υπόβαθρο της αίτησης, αποτέλεσε η ένορκη δήλωση της κας Λουκίας Καναρίνη. Η ενόρκως δηλούσα αρχικώς αναφέρεται στην πηγή άντλησης της εξουσιοδότησης της και της γνώσης της ως προς τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Περαιτέρω, αναφέρει ότι οι ενάγουσες είναι αλλοδαπές εταιρείες εγγεγραμμένες στον Παναμά και δεν διαθέτουν στην Κύπρο οποιαδήποτε περιουσία ή περιουσία που να είναι δεκτική εκτέλεσης σε περίπτωση που δεν επιτύχει η αγωγή και εκδοθεί εναντίον των εναγόντων απόφαση ως προς τα έξοδα, για τα οποία παρέθεσε λεπτομέρειες για διαδικασίες που έχουν περατωθεί, που υφίστανται και που αναμένεται να λάβουν χώρα και συνακόλουθα, λόγω της απουσίας τέτοιας περιουσίας ως πιο πάνω αναφέρθηκε, μόνο με την έκδοση του αιτούμενου Διατάγματος θα δύναται να εξασφαλισθεί η εκτέλεση της απόφασης ως προς τα έξοδα. Επιπρόσθετα, η ενόρκως δηλούσα αναφέρει ότι η αιτήτρια εταιρεία, ήτοι η εναγόμενη 1, έχει ισχυρή υπεράσπιση και είναι πολύ πιθανό η αγωγή απορριφθεί για τους λόγους που επεξηγούνται. Συγκεκριμένα αναφέρεται στην αποδοχή των όρων που διέπουν το άνοιγμα λογαριασμών, στην μεταγενέστερη αίτηση της ενάγουσας 1 όπως αποσύρει το σύνολο των χρημάτων της και η οποία αίτηση δεν μπορούσε να εκτελεστεί, διότι η εναγόμενη 1 διερευνούσε τον λογαριασμό της ενάγουσας 1 για τυχόν καταχρηστική, παράνομη και αντίθετη συμπεριφορά με τους συμφωνηθέντες όρους και ακολούθησε ο τερματισμός εκ μέρους της αιτήτριας της λειτουργίας του εν λόγω λογαριασμού. Τα πιο πάνω έλαβαν χώρα και όσον αφορά την ενάγουσα

  1. Η ενόρκως δηλούσα προβαίνει επίσης σε τοποθέτηση ως προς τον τερματισμό της συμβατικής σχέσης των διαδίκων, δηλώνοντας ωότι δεν έλαβε τερματισμός δυνάμει των ειδοποιήσεων που αποστάλησαν, διότι δεν εφαρμόζονται συγκεκριμένες πρόνοιες, διότι διαπιστώθηκε καταχρηστική και αντισυμβατική συμπεριφορά κατά την χρήση των λογαριασμών από τις ενάγουσες, γεγονός που έδινε το δικαίωμα στην εναγόμενη 1 να κατακρατήσει τα αιτούμενα χρηματικά ποσά. Ως προς την χρήση των λογαριασμών από τις ενάγουσες, η ενόρκως δηλούσα ανέφερε ότι προέβαιναν σε συναλλαγές με απώτερο σκοπό την αποκόμιση κέρδους χωρίς κανένα ρίσκο και πιο συγκεκριμένα, χρησιμοποιώντας συγκεκριμένο λογισμικό, προέβαιναν σε κλείσιμο και ολοκλήρωση των συναλλαγών τους στις λανθάνουσες τιμές και όχι στις πραγματικές τιμές που ίσχυαν στην αγορά στην συγκεκριμένη στιγμή. Οι εν λόγω ενέργειες ήταν επιβλαβής στα συμφέροντα της αιτήτριας και αποσκοπούσε στην αποκόμιση κερδών και προμηθειών χωρίς καθόλου ρίσκο και συγκεκριμένα άτομα που κατονόμασε η ενόρκως δηλούσα που ενεργούσαν ως διαμεσολαβητές σύστασης, αποκόμισαν προμήθειες και χρηματικά ποσά από την καταχρηστική και αντισυμβατική συμπεριφορά τους και ουσιαστικά τα κέρδη κατέληγαν στους ενάγοντες, έχοντας υπ΄ όψη την διασύνδεση που υπήρχε. Η ενόρκως δηλούσα παρέπεμψε σε συγκεκριμένο όρο που παραβιάστηκε και βάσει εκείνου του όρου, οι εναγόμενοι 1 άσκησαν τα δικαιώματα τους και τερμάτισαν την λειτουργία των σχετικών λογαριασμών και κατακρατούν το υπόλοιπο των χρηματικών ποσών. Οι ενάγοντες καταχώρησαν ένσταση, με νομική της βάση την Δ.48 θ.4 και Δ.60, στις αρχές της Νομολογίας, στην διακριτική ευχέρεια, πρακτική και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Προβλήθηκαν συνολικά 8 λόγοι ένστασης που άπτονται της νομικής ορθότητας της αίτησης, της μη εκπλήρωσης των προυποθέσεων για έγκριση της αίτησης με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης και της μη επαρκούς στοιχειοθέτησης της αίτησης λόγω απουσίας των απαραίτητων δεδομένων και γεγονότων. Επίσης προβάλλουν την θέση ότι έχουν στην Κύπρο χρηματικά ποσά που αναφέρονται εξειδικευμένα και που ξεπερνούν την απαίτηση για ασφάλεια εξόδων και πιο συγκεκριμένα είναι τα ποσά που κατακρατούν οι εναγόμενοι 1 και επιπρόσθετα αναφέρουν ότι είναι πρόθυμοι και ικανοί να καταβάλουν οποιοδήποτε ποσό κληθούν από το Δικαστήριο να πληρώσουν ως προς τα έξοδα, απορρίπτοντας ταυτόχρονα ως αόριστους και ατεκμηρίωτους τους ισχυρισμούς των εναγομένων 1 ότι σε περίπτωση μη παροχής ασφάλειας εξόδων η τυχόν έκδοση απόφασης ως προς τα έξοδα θα παραμείνει ανικανοποίητη. Προβάλλουν επίσης την θέση για καλές πιθανότητες επιτυχίας της αγωγής και το ανίσχυρο της υπεράσπισης και εν κατακλείδι αναφέρουν ότι το αιτούμενο ποσό είναι υπερβολικό, αδικαιολόγητο και διογκωμένο. Μαρτυρικό υπόβαθρο της ένστασης, αποτέλεσε η ένορκη δήλωση της κας Κωνσταντίνας Αβραάμ. Η ενόρκως δηλούσα προβαίνει σε αναφορά ως προς την προέλευση της γνώσης της ως προς τα γεγονότα και την εξουσιοδότηση της να προβεί στην ένορκη της δήλωση. Aκολούθως προβαίνει σε μια καθολική άρνηση των ισχυρισμών που υποστηρίζουν την αίτηση, με εξαίρεση την ιδιότητα και προέλευση των εναγόντων, και υιοθετεί και επαναλαμβάνει τους λόγους ένστασης. Επιπρόσθετα, ως προς το ισχυρό της υπόθεσης των εναγόντων, υιοθετούν την έκθεση απαίτησης, απορρίπτουν τους ανάλογους ισχυρισμούς των εναγομένων 1 στην έκταση που δεν είναι σύμφωνοι με αυτούς των εναγόντων, στην μη συμμόρφωση των εναγομένων 1 στις εκκλήσεις των εναγόντων να επιστραφούν τα σχετικά χρηματικά ποσά με αποτέλεσμα αυτά να κατακρατούνται αυθαίρετα. Χαρακτηρίζουν ως πλασματικούς και υστερόβουλους τους ισχυρισμούς των εναγόντων περί καταχρηστικής και παράνομης συμπεριφοράς των εναγόντων, έχοντας υπ΄ όψη το χρονικό διάστημα που διέρρευσε μεταξύ αιτήματος για επιστροφή χρημάτων και απάντησης των εναγομένων
  2. Απαντώντας ειδικότερα στις πρακτικές που τους καταλογίζονται από τους εναγόμενους 1, τις αντίκρουσαν, τονίζοντας ότι σε πολυάριθμες περιστάσεις υπέστηκαν χρηματικές απώλειες και στο άθροισμα των πράξεων προκύπτει ότι οι ζημιές είναι περισσότερες, οι λογαριασμοί συνοδεύονταν από υπαρκτή εκτέλεση στην αγορά και επέφεραν πραγματικό ρίσκο, αποτέλεσμα και συνέπειες. Η δε χρήση της λογισμικής εφαρμογής ήταν εις γνώση των εναγομένων 1, είναι μια συνήθης και κοινώς αποδεκτή πρακτική στον συναλλαγματικό τομέα και οι ενάγοντες έκαναν τέτοια χρήση για ανοίγματα θέσεων σε περιπτώσεις δυσκολίας πρόσβασης στον υπολογιστή τους. Συγκεκριμένα ονόματα ενεγγράφησαν ως διαμεσολαβητές σύστασης, οι οποίοι έτυχαν της έγκρισης των εναγομένων 1 και αφού προηγουμένως αποστάλησαν όλα τα απαραίτητα έγγραφα και αποδεικτικά στοιχεία και ο όρος για εγγραφή των εν λόγω όρων ήταν άμεσα και αναντίλεκτα αποδεκτός από τους αιτητές ένεκα της αναγνώρισης του ως κοινή και συνήθης πρακτική στον σχετικό τομέα και λόγω της νομιμότητας που τον συνοδεύει. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Αναμφίβολα η νομική βάση της υπό εξέταση αίτησης είναι αυτή της Δ.
  3. Υπάρχει πλούσια και πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου που ερμηνεύει την εν λόγω διάταξη, πλην όμως το Δικαστήριο θα παραθέσει ενδεικτικά και όχι περιοριστικά την Alahmari v. Alia Airline

(1990)1 A.A.Δ. 434, όπου αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Πράγματι δεν επιβάλλεται η έκδοση διαταγής για τα έξοδα οποτεδήποτε ο ενάγων είναι κάτοικος εξωτερικού. Το θέμα ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, όπως υποδηλώνει ο όρος "may" (δύναται) που απαντάται στο πλαίσιο της Δ.60 κ1, που ασκείται δικαστικά. Το ίδιο υποστηρίζεται και από την αγγλική πρακτική, όπως συνοψίζεται στους Halsubury's Laws of England (4th ed., Vol. 37, pp. 384-385)." Επίσης στην ίδια υπόθεση αναφέρθηκε ότι «Το ποσό της ασφάλειας, όπως ορθά επισημαίνεται από το δικαστή Μαλαχτό στην υπόθεση Senior Service Ltd. and Others v. Chrysanthi Shipping Co. Ltd. and Another
(1975)1 C.L.R. 316, είναι κατά κανόνα εκείνο το οποίο υπό κανονικάς συνθήκας θα υποστεί ο διάδικος ο οποίος εξαιτείται την ασφάλεια. «Ordinarily, the amount to be given for security for costs is the amount which under normal circumstances, such costs are likely to be incurred by the party applying for such order." Όπως αναφέρθηκε ακολούθως, είναι θέμα ορθής πρακτικής το ποσόν που επιζητείται ως ασφάλεια, να υποστηρίζεται με λεπτομέρεια σε προκαταρκτικό κατάλογο εξόδων που να τείνει να καθορίζει το ύψος του. Αναφέρθηκαν επίσης τα ακόλουθα: «Όταν τεθεί το θεμέλιο για την άσκηση της δικαιοδοσίας, με τη διαπίστωση ότι ο ενάγων (εφεσείων) έχει τη συνήθη κατοικία του στο εξωτερικό, οι παράγοντες οι οποίοι λαμβάνονται υπόψη στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του πρωτόδικου δικαστηρίου είναι κατεξοχή δύο, η κατοχή εκ μέρους του ενάγοντα περιουσίας, και ιδίως ακίνητης (που δε μετακινείται εύκολα), στην Κύπρο, και η ισχύς της υπόθεσής του. Προκύπτει από την υπόθεση Hills v. L.P.T.B, [1937] 4 All Ε.R. 230, C.A. πως στην ένορκη δήλωση πρέπει να υπάρχει ισχυρισμός ανικανότητας του εφεσείοντα να πληρώσει και άρνηση να πληρώσει δεν είναι επαρκής λόγος. Επίσης, όπως αποφασίστηκε στην UNION DE COOPERATIVES AGRICOLES DE CEREALES DE SEMENCES - v - APAK AGRO INDUSTRIES LTD 1992 1 A.A.Δ σελ. 1170 δεν αποκλείεται να υπάρχουν περιπτώσεις που η καθυστέρηση του διαδίκου να αποταθεί για ασφάλεια εξόδων σε συσχετισμό με άλλους ενισχυτικούς παράγοντες δυνατό να προσανατολίσει ένα δικαστήριο στην απόρριψη τέτοιου αιτήματος (βλέπε Lindsay Parkinson Ltd. v. Triplan Ltd. [1973] 2 All E.R. 273). ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΑΙΤΗΣΗΣ - ΕΝΣΤΑΣΗΣ - ΕΥΡΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Το Δικαστήριο, έχοντας λάβει πάρα πολύ σοβαρά υπ΄ όψη από την μια το νομοθετικό και νομολογιακό πλαίσιο που διέπει την υπό εξέταση αίτηση, τις θέσεις που προβλήθηκαν και από τις δύο πλευρές, ως επίσης και την επιχειρηματολογία που αναπτύχθηκε από αμφότερες τις ευπαιδεύτους συνηγόρους στις εμπεριστατωμένες τους αγορεύσεις, και ασκώντας την διακριτική του ευχέρεια, κρίνει ότι η αίτηση δεν δύναται να τύχει εγκρισης. Αρχικά διαφαίνεται μεν ότι οι ενάγοντες έχουν την βάση τους ως εγγεγραμμένα νομικά πρόσωπα στην αλλοδαπή και πιο συγκεκριμένα στον Παναμά και αυτό αποτελεί κοινό έδαφος και από τις δύο πλευρές. Αυτό βεβαίως από μόνο του δεν αποτελεί στοιχείο που αδηγεί απαρέγκλιτα στην έγκριση της αίτησης, ως έχει αναπτυχθεί πιο πάνω στην νομική πτυχή της υπόθεσης. Δύο είναι τα στοιχεία που έδωσε το Δικαστήριο ιδιαίτερη βαρύτητα που έγειραν την πλάστιγγα προς την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας και να απορριφθεί η αίτηση. Το πρώτο στοιχείο είναι η ισχύς της υπόθεσης των εναγόντων. Το Δικαστήριο είναι υποχρεωμένο να εξετάσει αυτόντον παράγοντα για να εξετάσει κατά πόσο οι ενάγοντες έχουν ισχυρή υπόθεση, διότι αυτό αποτελεί ένα από τα νομολογιακά κριτήρια, ως πιο πάνω αναπτύχθηκαν. Βεβαίως, η κρίση και αξιολόγηση του Δικαστηρίου ως προς την ισχύ της υπόθεσης των εναγόντων δεν ισοδυναμεί σε καμία περίπτωση με προδικασμό της υπόθεσης υπέρ των εναγόντων και εναντίον των εναγομένων 1, διότι η τύχη και γενικά η έκβαση της υπόθεσης θα εξαρτηθεί μετά το πέρας της ακροαματικής διαδικασίας, όπου οι μάρτυρες θα δώσουν την μαρτυρία τους δια ζώσης, θα καταθέσουν τα τεκμήρια τους και θα εξεταστούν και αντεξεταστούν στην ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης. Ως προς την ισχύ της υπόθεσης των εναγόντων λοιπόν, το Δικαστήριο κρίνει, πάντα στα πλαίσια και για σκοπούς της παρούσας αίτησης, ότι οι ενάγοντες έχουν ισχυρή υπόθεση. Αυτό προκύπτει από το γεγονός ότι οι ενάγοντες αιτήθηκαν στις 9/7/2015 την επιστροφή των χρημάτων τους από τους λογαριασμούς τους, ήτοι περιουσιασκό στοιχείο δικό τους το οποίο δεν είναι καθ΄ όλου ευκαταφρόνητο και οι εναγόμενοι 1 παρέμειναν σε αδράνεια για διάρκεια περίπου 10 μηνών, όσπου και απέστειλαν το δικό τους ηλεκτρονικό ταχυδρομείο ημερομηνίας 19/4/
  1. Στο ηλεκτρονικό τους ταχυδρομείο ημερομηνίας 19/4/2016, το οποίο στάληκε μετά την καταχώρηση της παρούσας αγωγής και 6 ½ περίπου μήνες μετά την καταχώρηση του σημειώματος εμφάνισης τους, προβαίνουν μόνο σε μια γενική, ασαφή και αόριστη αναφορά προς τους ενάγοντες ότι έχουν ικανοποιητική μαρτυρία στην κατοχή τους που να καταδεικνύει την συνωμοσία με τρίτα πρόσωπα ότι προέβαιναν σε καταχρηστική συμπεριφορά με σκοπό να καταδολιεύσουν τους εναγόμενους 1, χωρίς αυτή η αναφορά να συνοδεύεται με κατονομασία των εν λόγω ατόμων και ποιες είναι εκείνες οι συμπεριφορές που καταδεικνύουν μια τέτοια συμπεριφορά, έτσι ώστε να δύνανται να τοποθετηθούν. Βεβαίως το Δικαστήριο δεν λησμονεί ότι στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση γίνεται μια τέτοια αναφορά ως προς τα ονόματα και τις πρακτικές, πλην όμως αυτό γίνεται για πρώτη φορά στις 26/7/2016, ένα χρόνο μετά από την απαίτηση των εναγόντων για επιστροφή των χρημάτων τους, ενισχύοντας την άποψη των εναγόντων για το υστερόβουλο των ισχυρισμών τους, ενισχύοντας ταυτόχρονα το στοιχείο της ισχύος στην υπόθεση των εναγόντων. Εξ΄ ίσου ενισχυτικό της ισχύος της υπόθεσης των εναγόντων, αποτελεί και το γεγονός ότι παρέμειναν αναντίλεκτοι οι ισχυρισμοί, ήτοι δεν έχει ζητηθεί οποιαδήποτε αντεξέταση της ενόρκως δηλούσας εις την ένσταση και ούτε ζητήθηκε η καταχώρηση οποιασδήποτε συμπληρωματικής - απαντητικής ένορκης δήλωσης που να αντικρούει τις θέσεις των εναγόντων επί της ουσίας της διαφοράς, ήτοι στους ισχυρισμούς ότι το συγκεκριμένο λογισμικό σύστημα αποτελεί κοινή αποδεκτή πρακτική στις συναλλαγές και αυτό ήταν εις γνώση των εναγομένων 1, στους ισχυρισμούς ότι έχουν υποστεί ζημιά αντί κέρδος και ότι τα πρόσωπα που κατονομάζονται ήταν γνωστά στους εναγόμενος 1 οι οποίοι οι ίδιοι απαίτησαν να εγγραφούν και ενεργούν ως διαμεσολαβητές σύστασης. Το δεύτερο στοιχείο που έλαβε υπ΄ όψην του το Δικαστήριο, είναι το γεγονός της κατακράτησης των χρημάτων από πλευράς των εναγομένων
  2. Από την στιγμή λοιπόν που όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, κρίθηκε ότι οι ενάγοντες έχουν ισχυρή υπόθεση και από την άλλη, το γεγονός ότι οι ενάγοντες λειτουργούσαν τους επίδικους λογαριασμούς που διατηρούσαν σε συνεργασία με τους εναγόμενους 1 και είχαν την οικονομική δυνατότητα να διακινούν σημαντικά ποσά, καταδεικνύοντας την οικονομική τους δυαντότητα και περαιτέρω η ήδη κατακράτηση σημαντικών ποσών των εναγόντων από τους εναγόμενους 1 τα οποία είναι πολλαπλάσια της απαίτησης για παροχή ασφάλειας εξόδων, το Δικαστήριο κρίνει υπό τις περιστάσεις ότι θα ήταν άδικο όπως επωμιστούν και την περαιτέρω ασφάλεια εξόδων. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Για τους λόγους που το Δικαστήριο προσπάθησε να εξηγήσει, η αίτηση απορρίπεται με έξοδα υπέρ των εναγόντων και εναντίον των εναγομένων 1, ως αυτά υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο καταβλητέα στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.)................ ΑΛ. ΦΥΛΑΚΤΟΥ, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής Αναφορά: Ενδ. Απόφαση/ Ασφάλεια Εξόδων Subject: Interim/Asfalia Exodon cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.