← Κύπρος

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΝΕΟΦΥΤΟΥ ΑΠΟ ΤΗΝ ΛΕΜΕΣΟ ΥΠΟ ΤΗΝ ΙΔΙΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΩΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΗΣ ΚΑΙ/Η ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΟΣ ΤΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ ΤΟΥ ΑΠΟΒΙΩΣΑΝΤΑ ΝΕΟΦΥΤΟΥ ΘΕΟΔΟΤΟΥ ν. CHEWEFUNG

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΝΕΟΦΥΤΟΥ ΑΠΟ ΤΗΝ ΛΕΜΕΣΟ ΥΠΟ ΤΗΝ ΙΔΙΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΩΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΗΣ ΚΑΙ/Η ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΟΣ ΤΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ ΤΟΥ ΑΠΟΒΙΩΣΑΝΤΑ ΝΕΟΦΥΤΟΥ ΘΕΟΔΟΤΟΥ ν. CHEWEFUNG PHILIP, Αρ. Υπόθεσης: 4532/09, 31/3/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2016:A156 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: E. Ευθυμίου-Ανδρέου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 4532/09 Μεταξύ: ΝΕΟΦΥΤΟΣ ΘΕΟΔΟΤΟΥ Ενάγοντα -και - CHEWEFUNG PHILIP, από το Καμερούν και τώρα στην Λεμεσό Εναγομένης Και δια τροποποιήσεως δυνάμει διατάγματος ημερομηνίας 18/12/2014 Μεταξύ: ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΝΕΟΦΥΤΟΥ ΑΠΟ ΤΗΝ ΛΕΜΕΣΟ ΥΠΟ ΤΗΝ ΙΔΙΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΩΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΗΣ ΚΑΙ/Η ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΟΣ ΤΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ ΤΟΥ ΑΠΟΒΙΩΣΑΝΤΑ ΝΕΟΦΥΤΟΥ ΘΕΟΔΟΤΟΥ ΑΠΟ ΤΗΝ ΛΕΜΕΣΟ Ενάγοντα -και - CHEWEFUNG PHILIP, από το Καμερούν και τώρα στην Λεμεσό Εναγομένης Ημερομηνία: 31 Μαρτίου 2016 Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα: κος Στέλιος Στυλιανού για να ακούσει απόφαση κα Δ.Νικολάου Για την Εναγομένη: την υπόθεση χειρίστηκε ο εκλιπών Γιώργος Γεωργίου για να ακούσει απόφαση κα Μ.Ηλία για Λ. Παπαφιλίππου &Σια Δ.Ε.Π.Ε. Α Π Ο Φ Α ΣΗ Ο Ενάγων εγκαλεί την Εναγόμενη ως την αποκλειστική υπεύθυνη για την πρόκληση τροχαίου δυστυχήματος στο οποίο ενεπλάκησαν. Το δυστύχημα συνέβηκε στις 24.4.08, επί της οδού Πάφου στη Λεμεσό περί τις 11:00 πμ, καθ'ων χρόνο η Εναγόμενη οδηγούσε το αυτοκίνητο υπ' αριθμόν εγγραφής DAL 954, o δε ενάγων επιχειρούσε να διασταυρώσει τη Λεωφόρο. Συνεπεία του δυστυχήματος, o Ενάγων υπέστηκε υλικές ζημιές και σωματικές βλάβες για τις οποίες διεκδικεί αποζημιώσεις. Ο Ενάγων απεβίωσε στις 6.2.14 και για το λόγο αυτό στις 18.12.14 εκδοθήκαν διατάγματα τροποποίησης του κλητηρίου εντάλματος και το ονοματεπώνυμο του Ενάγοντα αντικαταστάθηκε με το όνομα του Δημήτρη Νεοφύτου υπό την ιδιότητά του ως Διαχειριστή και Αντιπροσώπου της περιουσίας του αποβιώσαντα. Η ακρόαση της υπόθεσης ξεκίνησε στις 2.10.15 με την κυρίως εξέταση και αντεξέταση του Αστ. 1831 Χ. Παπαδόπουλου. Συνεχίστηκε στις 13.10.15 με τη μαρτυρία του αυτόπτη μάρτυρα Γιαννάκη Δρουσιώτη και ολοκληρώθηκε στις 7.12.15 με την κατάθεση γραπτών αγορεύσεων. Μετά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας και συγκεκριμένα στις 6/11/15 οι διάδικοι περιόρισαν τα επίδικα θέματα συμφώνόντας επί πλήρους ευθυνης το ποσό των €58.000 ως γενικές και ειδικές αποζημιώσεων συμπεριλαμβανομένων των τόκων μέχρι την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης και συνεπώς η ακρόαση περιορίστηκε μόνο στο θέμα της ευθύνης. Οι έγγραφες προτάσεις Με την Έκθεση Απαίτησης του ο Ενάγων ο οποίος κατά το χρόνο του ατυχήματος ήταν 81 ετών ισχυρίζεται ότι υπέστηκε τραύματα και σωματικές βλάβες όταν στις 24.4.08 η Εναγομένη οδηγώντας το αυτοκίνητο της με αριθμούς εγγραφής DAL 954 στην οδό Πάφου στη Λεμεσό ενήργησε τόσο αμελώς ώστε να επιπέσει και χτυπήσει βίαια τον Ενάγοντα παρασύροντας και ρίχνοντάς τον στην άσφαλτο την στιγμή που ο τελευταίος επιχειρούσε να διασταυρώσει την εν λόγω οδό κινούμενος από τη δεξιά προς την αριστερή σε σχέση με την Εναγόμενη πορεία. Στις λεπτομέρειες αμέλειας ο Ενάγων ισχυρίζεται ότι η Εναγομένη οδηγούσε με μεγάλη και υπερβολική υπό τις περιστάσεις ταχύτητα, με πλήρη και επικίνδυνη αδιαφορία έναντι της άλλης τροχαίας κίνησης ότι υπέπεσε και χτύπησε βίαια τον Ενάγοντα τον οποίο παρέλειψε να επισημάνει εγκαίρως και/ή καθόλου. Περαιτέρω ο Ενάγων ισχυρίζεται ότι η Εναγομένη παρέλειψε να λάβει οποιεσδήποτε προφυλάξεις, ότι παρέλειψε να δώσει κατάλληλο ή επαρκές προειδοποιητικό σήμα, παρέλειψε να ελαττώσει ταχύτητα και να ελιχθεί για να αποφύγει τη σύγκρουση, να χρησιμοποιήσει εγκαίρως και /ή καθόλου τα φρένα της, να δώσει προτεραιότητα στον Ενάγοντα και να διατηρήσει τον έλεγχο του αυτοκινήτου της. Επιπλέον, ισχυρίζεται ο Ενάγοντας ότι η Εναγόμενη παρέλειψε να λάβει οποιαδήποτε φροντίδα και να ενεργήσει ως λογικός και συνετός, υπό τις περιστάσεις, οδηγός. Με την υπεράσπισή της η Εναγομένη ισχυρίζεται ότι η ευθύνη για το ατύχημα βαραίνει τον Ενάγοντα, οφείλεται στην αμέλεια και/ή την σε μέγιστο βαθμό συντρέχουσα αμέλεια του Ενάγοντα. Η Εναγόμενη ισχυρίζεται ότι ο Ενάγων επιχείρησε να διασταυρώσει χωρίς να βεβαιωθεί ότι ήταν ασφαλές και επιδεικνύοντας πλήρη αδιαφορία για την τροχαία κίνηση κατά τρόπο αμελή και απερίσκεπτο. Η Εναγόμενη περαιτέρω ισχυρίζεται ότι ο Ενάγων παρέλειψε να αντιληφθεί το όχημα της, ότι παρέλειψε να διασταυρώσει από διάβαση πεζών, να γίνει ευδιάκριτος πριν επιχειρήσει διασταύρωση και ενώ υπήρχε πυκνή τροχαία κίνηση και παρέλειψε να επιδείξει τη δέουσα φροντίδα, προσοχή και παρατηρητικότητα. Με την απάντηση στην υπεράσπιση ο Ενάγων αρνείται όλους τους ισχυρισμούς της Εναγομένης και επαναλαμβάνει τους ισχυρισμούς του ως αυτοί εκτίθενται στην Έκθεση Απαίτησής του. Τα τροποποιημένα δικόγραφα συμπληρώθηκαν στις 25.2.

  1. Η ακροαματική διαδικασία Μαρτυρία Ο Ενάγων για να αποδείξει την υπόθεση του κάλεσε συνολικά δύο μάρτυρες. Από πλευράς Υπεράσπισης δεν κατάθεσε κανένας μάρτυρας Μαρτυρία Μ.Ε.1 Πρώτος μάρτυρας για την πλευρά του Ενάγοντα κατέθεσε ο Αστ. 1831 Χ. Παπαδόπουλος (Μ.Ε.1), ο εξεταστής του επίδικου τροχαίου δυστυχήματος. Ο Αστυφύλακας έδωσε μαρτυρία και αντεξετάστηκε. Κατέθεσε κατά την διάρκεια της μαρτυρίας του τα ακόλουθα Τεκμήρια:
  2. Τεκμήριο 1 πρόχειρο σχεδιάγραμμα της σκηνής του ατυχήματος του ιδίου ημ. 24.4.
  3. Τεκμήριο 2 συμμετρικό σχεδιάγραμμα της σκηνής του δυστυχήματος του ιδίου χωρίς κλίμακα.
  4. Τεκμήριο 3 κατάθεση του ιδίου ημερομηνίας 18.1.
  5. Τεκμήριο 4 κατάθεση του αποβιώσαντα Ενάγοντα ημερομηνίας 1.12.
  6. Τεκμήριο 5 κατάθεση της Εναγομένης ημερομηνίας 24.4.
  7. Τεκμήριο 6 κατάθεση του αυτόπτη μάρτυρα Γιαννάκη Δρουσιώτη ημερομηνίας 30.4.
  8. Ο μάρτυρας προχώρησε και ανέλυσε κατά την κυρίως εξέταση του το Τεκμήριο 2 και έδωσε τις εξηγήσεις σε σχέση με το ευρετήριο το οποίο αναγράφεται επί του τούτου. Ανέφερε ότι κλήθηκε για να εξετάσει το ατύχημα που επεσυνέβη στην οδό Πάφου την οποία σκηνή επισκέφθηκε την ημέρα του ατυχήματος η ώρα 11.15πμ, όταν και βρήκε το όχημα της Εναγομένης το οποίο είχε μετακινηθεί από την τελική του θέση και την Εναγομένη αφού ο Ενάγων είχε ήδη μεταφερθεί με ασθενοφόρο στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού. Στην παρουσία της Εναγομένης διενήργησε διάφορες μετρήσεις και ετοίμασε πρόχειρο σχεδιάγραμμα (Τεκμήριο 1) με βάση το οποίο προχώρησε στην ετοιμασία συμμετρικού σχεδιαγράμματος (Τεκμήριο 2). Ο μάρτυρας εξήγησε στο Δικαστήριο ότι με το σημείο Χ καθόρισε το σημείο σύγκρουσης και με το σημείο Β1 την κηλίδα αίματος. Αμφότερα τα σημεία επί του συμμετρικού σχεδίου φαίνονται στη λωρίδα που βρισκόταν το όχημα της Εναγομένης. Ο μάρτυρας περαιτέρω ανέφερε ότι από τη διερεύνηση που έκανε δεν υπήρχαν ίχνη τροχοπέδησης και ότι δεν υπήρξε σημείο επαφής ή οποιοδήποτε σημάδι σύγκρουσης στο αυτοκίνητο της Εναγομένης. Ανέφερε δε ότι το συμμετρικό σχεδιάγραμμα υπέγραψε μόνο η Εναγομένη, και ότι η ορατότητα του δρόμου και από τις δύο κατευθύνσεις ήταν απεριόριστη και χωρίς φυσικά εμπόδια. Κατά την αντεξέταση του ο μάρτυρας ανέφερε ότι το σημείο Χ από τη βόρεια αριστερή άκρη του πεζοδρομίου απέχει 3,70 μ. και το σημείο Β1 όπου ανευρέθηκε η κηλίδα αίματος από το Χ απέχει 3,00 μ. Σε ερώτηση του ευπαίδευτου συνήγορου της Εναγομένης, ανέφερε ότι το σημείο του αυτοκινήτου που ήρθε σε επαφή με τον πεζό ήταν η δεξιά μπροστινή γωνιά του αυτοκινήτου. Ο ίδιος επισκέφθηκε τη σκηνή 15 λεπτά μετά το δυστύχημα και διαπίστωσε ότι η τροχαία κίνηση ήταν αυξημένη. Σε ερώτηση του συνήγορου της Εναγομένης εάν το πρόχειρο σχεδιάγραμμα αποδέχθηκε και ο Ενάγων, απάντησε αρνητικά. Του υποδείχθηκε τότε το Τεκμήριο 4, γραπτή κατάθεση το Ενάγοντα, όπου στην τέταρτη από το τέλος γραμμή γίνεται αναφορά αποδοχής του από τον Ενάγοντα, θέμα για το οποίο δεν πρόσφερε ουδεμία απάντηση. Ανέφερε δε σε ερώτηση της αντεξέτασης ότι επί της συγκεκριμένης οδού υπάρχει αριθμός διαβάσεων πεζών χωρίς όμως να μπορέσει να καθορίσει την απόσταση της κοντινότερης διάβασης από το σημείο σύγκρουσης αναφερόμενο στο Τεκμήριο 2 ως σημείο Χ. Εξήγησε δε σε ερώτηση της αντεξέτασης ότι η Εναγομένη ήταν κάτοχος μαθητικής άδειας οδήγησης, και συνοδευόταν στο όχημα της από κάτοχο κανονικής άδειας οδήγησης, συνεπώς η Εναγομένη οδηγούσε νόμιμα το όχημα της. ΜΑΡΤΥΡΙΑ Μ.Ε.2 Δεύτερος μάρτυρας για την πλευρά του Ενάγοντα κατέθεσε ο Γιαννάκης Δρουσιώτης, αυτόπτης μάρτυρας πελεκάνος στο επάγγελμα και ηλικίας σήμερα 58 ετών, ο οποίος υιοθέτησε την κατάθεση του στην Αστυνομία (Τεκμήριο 6), απάντησε σε ερωτήσεις του συνήγορου του Ενάγοντα και αντεξετάστηκε. Ανέφερε στο Δικαστήριο ότι ο ίδιος κινείτο επί της οδού Πάφου από τα ανατολικά προς δυτικά δηλαδή αντίθετα της πορείας της Εναγομένης. Δήλωσε αυτολεξεί ότι η τροχαία κίνηση συμφώνως της πορείας του ήταν τόσο πυκνή που «πηγαίναμε πιο αργά και από το αργά». Σε σχέση με την τροχαία κίνηση συμφώνως της πορείας της Εναγομένης ανέφερε στο Δικαστήριο ότι ήταν πυκνή αλλά πιο αραιή από την κίνηση της δικής του πορείας. Περιέγραψε στο Δικαστήριο ότι ενώ βρισκόταν στην πορεία του και σε στάση αναμονής λόγω της τροχαίας κίνησης, είδε τον Ενάγοντα λοξώς αριστερά του να βγαίνει από υποκατάστημα τράπεζας και να κατευθύνεται προς το δρόμο τον οποίο άρχισε να διασταυρώνει αφού τα αυτοκίνητα ήταν σταματημένα στην πορεία του μάρτυρα. Ο μάρτυρας ανέφερε ότι ο Ενάγων πέρασε μπροστά από το αυτοκίνητο του με γρήγορο ρυθμό και συνέχισε την πορεία του. Στην δεύτερη λωρίδα , δίπλα από τον μάρτυρα ήταν σε στάση αναμονής ένα αυτοκίνητο CRV ψηλό, πισω από το οποίο πέρασε ο Ενάγων. Όταν έφυγε από την πορεία του μάρτυρα ο Ενάγων, και έχοντας φθάσει στη μέση του δρόμου χωρίς να κοιτάξει καθόλου, συνέχισε να διασταυρώνει το δρόμο. Την στιγμή που ο Ενάγοντας μπήκε στην πορεία της Εναγομένης, ο μάρτυρας είδε κάποιο αυτοκίνητο χρώματος πράσινου σκούρου χρώματος να είναι στο ύψος του προπορευόμενου του οχήματος. Μόλις ο Ενάγοντας εισήλθε στην λωρίδα της Εναγόμενης έκανε 1-2 βήματα και κτυπήθηκε στο αριστερό πόδι από το αυτοκίνητο της Εναγομένης. Το σημείο του αυτοκινήτου που συγκρούστηκε με τον Ενάγοντα ήταν το δεξί μπροστινό φανάρι του αυτοκινήτου. Από το χτύπημα ο Ενάγων ανατράπηκε στο καπό του αυτοκινήτου, και έπεσε από την άλλη πλευρά στο δρόμο. Βλέποντας το δυστύχημα ο ίδιος σταμάτησε και έτρεξε προς αρωγή του Ενάγοντα, κάλεσε την Αστυνομία και έδωσε στον Αστυνομικό που επισκέφθηκε την σκηνή του δυστυχήματος κατάθεση. Σε ερώτηση του ευπαίδευτου συνήγορου για τον Ενάγοντα ανέφερε ότι η Εναγομένη δεν χρησιμοποίησε τα φρένα της καθόλου και ότι σταμάτησε το όχημα της μετά που ο Ενάγων έπεσε πάνω του. Σε ερώτηση δε του συνήγορου του Ενάγοντα να υπολογίσει την απόσταση την ώρα που ο Ενάγων πέρασε μπροστά από το όχημά του μεταξύ του οχήματος του και του οχήματος της Εναγομένης, ο ίδιος δήλωσε ότι ήταν μεταξύ 4-4,5 μ (τεσσάρων και τεσσερησίμησι μέτρων) και συγκεκριμένα ότι ήταν στο ύψος του μπροστινού μέρους του μπροστινού του αυτοκινήτου. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Ως προς τη νομική πτυχή της εξέτασης και διακρίβωσης αμέλειας, συντρέχουσας αμέλειας και του καθορισμού ευθύνης μεταξύ των διαδίκων, ο Δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου Δ. Στυλιανίδης (όπως ήταν τότε), ανάφερε τα ακόλουθα στην υπόθεση Μαυρίδης ν. Dharaghji

(1990)1 A.A.Δ.1013, σελ.1013-1024: «Το ουσιαστικό δίκαιο προβλέπεται στα Άρθρα 51, 57 και 64 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ.148: Η ορθή προσέγγιση του Δικαστηρίου όπως αποφασίστηκε στην υπόθεση Fitzgerald v. Lord
(1988)2 All E.R.961, η οποία ανέτρεψε την απόφαση του Lord Pearce στην υπόθεση The Miraflores and the Abadese
(1967)1 All E.R.672,677, είναι: Το Δικαστήριο αποφασίζει πρώτα αν έχει αποδειχθεί αμέλεια σε βάρος των Εναγομένων. Εάν η απόφαση είναι καταφατική τότε εξετάζει με βάση το Άρθρο 57 αν ο Ενάγων έχει συντρέχουσα αμέλεια. Αποφασίζει το ποσοστό της ευθύνης μεταξύ των Εναγομένων, από τη μια και Ενάγοντα από την άλλη και μειώνει το ποσό των αποζημιώσεων ανάλογα με το ποσοστό της συντρέχουσας αμέλειας του Ενάγοντα.» Στον καταμερισμό της ευθύνης μεταξύ των δύο οδηγών οι καθοριστικοί παράγοντες είναι η υπαιτιότητα και η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της αμέλειας των δύο οδηγών της σύγκρουσης και της ζημιάς που προκλήθηκε και αποτελεί το αντικείμενο της δίκη (βλ. (Χαραλάμπους -ν- Στυλιανού
(1991)1(Α)Α.Α.Δ. 284) Στην υπόθεση Κυριάκου Χριστοδούλου ν. Γρηγόρη Γρηγορίου
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ.178, ο Δικαστής Πικής (όπως ήταν τότε) ανάφερε στις σελίδες 183-184: «Ο καταμερισμός της ευθύνης είναι πρωτίστως έργο του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Οι καθοριστικοί παράγοντες για τον καθορισμό της ευθύνης είναι δύο: (α) Η υπαιτιότητα (blameworthiness) που συναρτάται με την εκπλήρωση των καθηκόντων του κάθε οδηγού για την ασφάλεια του άλλου και (β) Η αιτιώδης συνάφεια (causative potency) μεταξύ της αμέλειας των δύο οδηγών και της ζημιάς που προκλήθηκε και αποτελεί το αντικείμενο της δίκης. Η ευθύνη επιμερίζεται κάτω από το πρίσμα της κοινής λογικής και της καθημερινής εμπειρίας. Οι εκατέρωθεν παραλείψεις συνεκτιμούνται όχι μικροσκοπικά αλλά από την πλατιά γωνία του μέσου συνετού πολίτη όπως επεξηγείται στις υποθέσεις Charalambous v. Kassapis
(1988)1 C.L.R.25 και Polykarpou v. Adamou
(1988)1 C.L.R.727. (Δέστε επίσης Βελάρης ν. Ηροδότου
(1991)1 Α.Α.Δ.881,885).» Η έννοια της αμέλειας, όπως καθορίστηκε από το Δικαστή Κωνσταντινίδη στην απόφαση της πλειοψηφίας στις υποθέσεις Φοινικαρίδης ν. Γεωργίου κ.α.
(1991)1 Α.Α.Δ.475, ως πραγματικού γεγονότος συνίσταται στην παράλειψη επίδειξης εύλογης προσοχής κάτω από τις συγκεκριμένες περιστάσεις της κάθε υπόθεσης. Στη σελίδα 484 αναφέρει τα εξής: «Αυτό κατά εναρμονισμό προς το θεμελιωμένο ότι η αμέλεια ως πραγματικό γεγονός συνίσταται στην παράλειψη επίδειξης εύλογης προσοχής κάτω από τις συγκεκριμένες περιστάσεις της κάθε υπόθεσης. Συναφώς θα υπενθυμίζαμε πως γενικά, εφόσον η πιθανότητα δημιουργίας κινδύνου είναι εύλογα εμφανής, η παράλειψη λήψης μέτρων προφύλαξης συνιστά αμέλεια (Elpiniki Panayiotou v. Georghios Kyriakou Mavrou
(1970)1 C.L.R.215).» Η συμπεριφορά ενός οδηγού εξετάζεται και κρίνεται με βάση το επίπεδο του μέσου συνετού ανθρώπου, δηλαδή με βάση την αντίληψη ενός συνηθισμένου οδηγού και όχι του ενεχόμενου οδηγού (Βλ. Μαρκαντώνης-ν-Δημάκη
(1989)1 C.L.R.387) και ο προσδιορισμός του καθήκοντος ποικίλλει ανάλογα με τα αντικειμενικά δεδομένα που επικρατούν στη σκηνή. Το καθήκον για λήψη προφυλακτικών μέτρων διαφαίνεται κατά τη λογική πρόβλεψη (Βλ. Βίκης -ν- Νεόφυτου
(1990)1 Α.Α.Δ.345) Στην υπόθεση Αλεξάνδρου ν. Λεβέντη
(1996)1 Α.Α.Δ.420 ο τότε Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου Γ.Μ.Πικής, εισάγει ένα ευρύτερο προσδιοριστέο καθήκον των χρησιμοποιούντων το δρόμο, το καθήκον της επιμέλειας για την ασφάλεια των άλλων η εκπλήρωση του οποίου τους καθιστά υπόλογους για αμέλεια. «Το καθήκον», συνεχίζει η απόφαση, «για επιμέλεια γεννάται αφότου η διακίνηση άλλων προσώπων καθιστά εξ΄αντικειμένου μέριμνα του προσώπου που χρησιμοποιεί το δρόμο τη λήψη προφυλακτικών μέτρων για την προστασία της ασφάλειάς τους.» Περαιτέρω αναφέρεται για το κριτήριο αμέλειας ως εξής: «Το κριτήριο της αμέλειας είναι καθολικό και απρόσωπο. Η αμέλεια κρίνεται αντικειμενικά με γνώμονα τις αντιδράσεις ενός συνετού οδηγού, ο οποίος χρησιμοποιεί το δρόμο λελογισμένα και με συναίσθηση ευθύνης για την ασφάλεια των άλλων που χρησιμοποιούν το δρόμο.» Σε σχέση με δυστυχήματα κατά τα οποία πεζοί παρασύρονται και τραυματίζονται από διερχόμενα αυτοκίνητα υπάρχει σωρεία νομολογίας. (Βλ. Triftarides v. Police
(1986)2 CLR 140, Panteli v. Police
(1982)2 CLR 597, Γεωργιάδης ν. Χ''Σάββας
(1984)1 CLR 597, Tavellis v. Evangelou and another
(1984)1 CLR 460 και Αβραάμ ν. Στυλιανού
(2002)1 ΑΑΔ 50) Στην υπόθεση Tavellis v. Evangelou and another (ανωτερω) τονίστηκε ότι ο οδηγός του αυτοκινήτου και ο πεζός είναι και οι δύο τους πρόσωπα που χρησιμοποιούν το δρόμο και ο καθένας έχει καθήκον να επιδείξει προσοχή προς τον άλλο και προς αυτούς που χρησιμοποιούν το δρόμο και ότι, αν αποτύχουν στην εκπλήρωση αυτού του καθήκοντος, τότε, με βάση τις περιστάσεις της κάθε υπόθεσης, ο ένας από αυτούς ή και οι δύο τους μπορεί να βρεθούν ένοχοι για την αμέλεια που οδήγησε στο δυστύχημα. Σχετικά είναι τα όσα αναφέρονται στις σελίδες 462 - 463: «It would not, of course, be correct to state that whenever a pedestrian is hit by a car the driver of such car is solely to blame and the pedestrian cannot be found guilty of any contributory negligence. They are both of them users of a road at the material time and they owe a duty of care to each other and to other road users; and if they fail to discharge such duty then, depending on the circumstances of the particular case, either or both of them could be found guilty of negligence which has led to the accident (see, for example, Omer v. Pavlides
(1971)1 CLR 404). » Στο Σύγγραμμα Halsbury's Laws of England 4η έκδοση, Τόμος 34 σελ.40, παρ. 49 διατυπώνονται τα καθήκοντα των πεζών όταν χρησιμοποιούν τους δρόμους. Παραθέτω τη σχετική περικοπή [η οποία αναφέρθηκε με επιδοκιμασία στην υπόθεση Tavellis v. Evangelou and another (ανωτέρω): (Βλ. επίσης σύγγραμμα Αρτέμη & Ερωτοκρίτου- Υποθέσεις Οδικής Αμέλειας παράγραφος 17-18 σελ 542) «49. Pedestrians. Persons on foot have a right to be on the highway and are entitled to the exercise of reasonable care on the part of persons driving vehicles on it, but they must take reasonable care of themselves, and may be answerable if they occasion accidents to vehicles. The amount of care reasonably to be required of them depends on the usual and actual state of the traffic, and on the question whether or not the foot passenger is at an approved and indicated pedestrian crossing. A driver owes no special duty to infirm persons on the highway unless he knows or should have known of their infirmity". Η πιο πάνω περικοπή υιοθετήθηκε και στην υπόθεση Nicolaou v. Louca
(1985)1 C.L.R.
  1. Στην υπόθεση Αβραάμ ν. Στυλιανού (ανωτερω), υποδείχθηκε ότι ο βαθμός της απαιτούμενης προσοχής από τον ενάγοντα πεζό που κτυπήθηκε ενώ διασταύρωνε το δρόμο από αυτοκίνητο, συσχετίζεται με τις περιστάσεις και τις συνθήκες που περιστοιχίζουν το ατύχημα. Ο κανόνας που διέπει τη συμπεριφορά του πεζού, ως αναφέρθηκε στην εν λόγω απόφαση συνοψίζεται στην πιο κάτω περικοπή: «.το δικαίωμα του πεζού στη χρήση του δρόμου είναι το ίδιο με εκείνο του οδηγού αυτοκινήτου. Ο βαθμός της απαιτούμενης προσοχής από τον Ενάγοντα συσχετίζεται με τις περιστάσεις και τις συνθήκες που περιστοιχίζουν το ατύχημα. Ο κανόνας που διέπει την συμπεριφορά του Ενάγοντα είναι ότι πρέπει να φανεί ότι επέδειξε, για τη δική του ασφάλεια, την προσοχή που αναμένεται από το μέσο λογικό άνθρωπο που είναι συνυφασμένη με την έννοια της σωφροσύνης.» Παρόμοιο σκεπτικό διατυπώθηκε στην υπόθεση Jamal Ismail v.
  2. Μιχαήλ Αντωνίου
  3. Χριστάκης Αντωνίου, ECLI:CY:AD:2014:A107, Πολ. Εφ. 333/09, ημερ. 12/02/2014, στην οποία καταγράφηκαν τα ακόλουθα: «... Ο βαθμός της απαιτούμενης προσοχής που αναμένεται από πεζό όταν διασταυρώνει για τη δική του ασφάλεια είναι αυτή του μέσου λογικού ανθρώπου. Βαρύνεται με την υποχρέωση να κινείται με την συνεχή προσοχή του στραμμένη στο δρόμο.» Όπως έχει τονισθεί στην υπόθεση Murrel ν. Αστυνομίας
(1994)2 A.A.Δ. 217 στις σελίδες 223-224: «Το καθήκον για επιμέλεια συναρτάται με τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης. Είναι θεμελιωμένο ότι το καθήκον για τη λήψη εξαιρετικά αποτρεπτικών μέτρων γεννάται αφού εκδηλωθεί κίνδυνος στο δρόμο για την αποφυγή του οποίου ο συνετός οδηγός πρέπει να δράσει. Η παρουσία ενήλικου πεζού στο κράσπεδο του δρόμου δεν υποδηλώνει αφ' εαυτής την ύπαρξη κινδύνου έναντι του οποίου πρέπει να ληφθούν προφυλακτικά μέτρα. Κίνδυνος μπορεί να προκύψει, όπως προέκυψε και σ' αυτή την υπόθεση, αφότου ο πεζός αποπειράται να διασταυρώσει το δρόμο». ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Είχα την ευκαιρία να δω, να ακούσω και να παρακολουθήσω με προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου. Μέσα στα πλαίσια της ζωντανής ατμόσφαιρας της δίκης είχα την δυνατότητα να παρακολουθήσω με προσοχή όλους τους μάρτυρες ενώ κατέθεταν ενόρκως ενώπιον μου. Αξιολόγησα τη μαρτυρία τους με βάση το περιεχόμενο και την ποιότητα. Έδωσα ιδιαίτερη βαρύτητα στην αξιολόγηση της μαρτυρίας στη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων των μαρτύρων στην ύπαρξη σ΄αυτές υπερβολών ή ουσιαστικών αντιφάσεων, στην λογικοφάνεια και αληθοφάνεια της εκδοχής τους, στην ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος ή προκατάληψης στην υπόθεση, στις ευκαιρίες που είχαν να αντιληφθούν τα διαδραματισθέντα, στην μνήμη τους και στους λόγους που είχαν να ενθυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία καταθέτουν καθώς και στην πηγή των γνώσεων τους στο βαθμό που αυτές αφορούσαν τα επίδικα γεγονότα. Οι μάρτυρες κρίνονται από τη συμπεριφορά και το λόγο που εκφέρουν στο εδώλιο του μάρτυρα. Το Δικαστήριο για την αξιολόγησή τους εφαρμόζει τις καθιερωμένες από τη νομολογία αρχές αξιολόγησης (βλ. Mohamed ν. Δημοκρατία
(2010)2 ΑΑΔ 266, Kades v. Nicolaou and Another
(1986)1 CLR 212, Γεωργιάδης ν. Αστυνομίας
(1985)1 ΑΑΔ 56, Μιχαήλ ν. Αστυνομίας
(1991)2 ΑΑΔ 168, Βαριάνου ν. Βορκά
(2010)1 ΑΑΔ 1541, Φάρμα Ρένου Χ΄Ιωάννου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, ν. Χίννη, Πολ. Έφεση 14/2009, 20/6/2012, Ομήρου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 AAΔ 506, Αεροπόρος κ.α. ν. Αστυνομίας
(1993)2 ΑΑΔ 362, Γιουρούκης ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 171, Λιθογραφεία Κυριακίδη κ.α. ν. Tiba Publishing Co. Ltd,
(1998)1 Α.Α.Δ. 1894, Κουδουνάρης ν. Αστυνομίας
(1991)2 AAΔ 320, Mustafa ν. Κακουρή κ.α.
(2002)1 ΑΑΔ 165, Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρα
(1992)1 ΑΑΔ 1056, Γιασεμή ν. Ρούσου
(1996)1Β ΑΑΔ 1098, Σοφοκλέους ν. Τσεσμελόγλου
(2006)1 ΑΑΔ 1153). Ο Λόρδος Bingham σε άρθρο του "The Judge as Juror: The Judicial Determination of Factual Issues" (εκδόθηκε στο "The Business of Judging", Oxford 2000[1]), έθεσε τις εξής κατευθυντήριες γραμμές τις οποίες θεωρώ ιδιαίτερα βοηθητικές (σελ. 6 - 7): ''The main tests needed to determine whether a witness is lying or not are, I think, the following, although their relative importance will vary widely from case to case:
(1)the consistency of the witness's evidence with what is agreed, or clearly shown by other evidence, to have occurred;
(2)the internal consistency of the witness's evidence;
(3)consistency with what the witness has said or deposed on other occasions;
(4)the credit of the witness in relation to matters not germane to the litigation;
(5)the demeanour of the witness. The first three of these tests may in general be regarded as giving a useful pointer to where the truth lies. If a witness's evidence conflicts with what is clearly shown to have occurred, or is internally self-contradictory, or conflicts with what the witness has previously said, it may usually be regarded as suspect. It may only be unreliable, and not dishonest, but the nature of the case may effectively rule out that possibility. The fourth test is perhaps more arguable....... Cross examination as to credit is often, no doubt, a valuable and revealing exercise, but the fruits of even a successful cross- examination need to be appraised with some care. And so to demeanour, an important subject because it is the trial judge's opportunity to observe the demeanour of the witness and from that to judge his or her credibility, which is traditionally relied on to give the judge's findings of fact their rare degree of inviolability....." Το Δικαστήριο, αφού κρίνει μάρτυρα ως αξιόπιστο, μπορεί να επιλέξει μέρος της μαρτυρίας του και να απορρίψει άλλο. Στην Mohamed ν. Δημοκρατία
(2010)2 ΑΑΔ 266, ο Δ. Κληρίδης ανέφερε τα ακόλουθα (σελ. 278): «Όπως τονίστηκε και στην υπόθεση Kades v. Nicolaou and Another
(1986)1 CLR 212, ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός ή μη πιστευτός, εν όλω ή εν μέρει, σύμφωνα με την άποψη την οποία έχει σχηματίσει το Δικαστήριο ως προς την αξιοπιστία του. Αυτή όμως η δυνατότητα επιλογής μερών μαρτυρίας προσφέρεται μόνο στις περιπτώσεις μαρτύρων οι οποίοι κρίνονται ως αξιόπιστοι μάρτυρες. Σε μια τέτοια περίπτωση, το Δικαστήριο μπορεί να επιλέξει το μέρος της μαρτυρίας του μάρτυρα το οποίο, κατά την άποψη του Δικαστηρίου, εκφράζει την πραγματικότητα, ενώ ταυτόχρονα μπορεί να απορρίψει άλλο μέρος της μαρτυρίας του το οποίο θεωρείται λανθασμένο, είτε λόγω ανεπίγνωστα ανεπαρκούς παρατήρησης, είτε λόγω αδυναμίας μνήμης. (Γεωργιάδης ν. Αστυνομίας
(1985)1 ΑΑΔ 56). Στις περιπτώσεις όμως όπου ένας μάρτυρας κρίνεται αναξιόπιστος για καλό λόγο, σίγουρα δεν υπάρχει διαθέσιμη μια τέτοια επιλογή μερών μαρτυρίας. (Μιχαήλ ν. Αστυνομίας
(1991)2 ΑΑΔ 168).» (βλ. επίσης την Βαριάνου ν. Βορκά
(2010)1 ΑΑΔ 1541, Φάρμα Ρένου Χ΄Ιωάννου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, ν. Χίννη, Πολ. Έφεση 14/2009, 20/6/2012) Η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου πρέπει να ασκείται με προσοχή. Στην Ομήρου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 AAΔ 506, ο Δ. Κωνσταντινίδης ανέφερε στη σελ. 528: «Ωστόσο η ευχέρεια του Πρωτόδικου Δικαστηρίου να δεχθεί μέρος της μαρτυρίας ενός μάρτυρα και να απορρίψει άλλο μέρος δεν είναι απόλυτη. Υπόκειται στον εξής περιορισμό. Πρέπει να αιτιολογείται η σχετική προσέγγιση. Η έντονη πεποίθηση ότι ένας μάρτυρας είπε την αλήθεια δεν αποτελεί αιτιολογία για την απόρριψη μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα που έχει κριθεί αξιόπιστος.» Προτού προχωρήσω να αξιολογώ τη μαρτυρία του κάθε μάρτυρα που κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου, θέλω να τονίζω ότι η αξιολόγηση μου δεν έχει περιοριστεί μόνο στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του καθενός μάρτυρα ξεχωριστά, αλλά την έχω συσχετίσει, αντιπαραβάλει και διερευνήσει με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων, δηλαδή υποβάλλοντας την στη βάσανο της συνεκτίμησης στο πλαίσιο του συνόλου της μαρτυρίας, με βάση την προσέγγιση που η νομολογία επιτάσσει στο θέμα αυτό. Αξιολόγηση μαρτυρίας ΜΕ1 Η μαρτυρία του Μ.Ε.1 εξεταστή του επίδικου τροχαίου δυστυχήματος ήταν σαφής και θετική. Κατέθεσε με άνεση σε σχέση με τα ευρήματα του στη σκηνή του δυστυχήματος τα οποία επεξήγησε ειδικότερα στην αντεξέταση του. Ήταν σταθερός και συνεπής καθ΄ όλη τη διάρκεια της εξέτασης του ενώπιον του Δικαστηρίου και δεν κλονίστηκε η μαρτυρία του κατά την αντεξέταση. Το μόνο θέμα που φάνηκε να μην έχει καλή γνώση ήταν η αποδοχή του σχεδιαγραφήματος της σκηνής του δυστυχήματος από τον Ενάγοντα, η οποία φαίνεται στην κατάθεση του Ενάγοντα (Τεκμήριο 4), χωρίς όμως ο Ενάγων να έχει υπογράψει το σχεδιαγράφημα ως είθισται, θέμα που δεν θεωρώ ότι μπορεί να πλήξει την αξιοπιστία του.. Η μαρτυρία του Μ.Ε.1 ο οποίος φάνηκε να είναι ένας αμερόληπτος, ανεξάρτητος και αντικειμενικός εξεταστής του επίδικου δυστυχήματος, γίνεται αποδεκτή. Κατά συνέπεια ο χώρος όπου έγινε το επίδικο ατύχημα στην οδό Πάφου στην Λεμεσό όπως αυτός απεικονίζεται στα Τεκμήρια 1 και 2, οι σχετικές μετρήσεις που έκαμε ο μάρτυρας, το σημείο σύγκρουσης ανάμεσα στο όχημα και στον πεζό που σημειώνεται με το σημείο Χ και η κηλίδα αίματος που ανήκει στον πεζό και που σημειώνεται με το σημείο Β1, αποτελούν τα πραγματικά ευρήματα για την αξιολόγηση της μαρτυρίας και την κρίση της αξιοπιστίας και ακρίβειας της προσαχθείσας μαρτυρίας. Η σημασία της πραγματικής μαρτυρίας αναλύθηκε και επεξηγήθηκε σε αρκετές αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Η πραγματική μαρτυρία από μόνη της δεν μπορεί να αποκαλύψει πως έχει επισυμβεί ένα δυστύχημα. Εντούτοις αποτελεί γνώμονα για την κρίση της αξιοπιστίας της μαρτυρίας και στην αξιολόγηση των διιστάμενων εκδοχών και σταθερό οδηγό για τον έλεγχο της ακρίβειας και των λεπτομερειών της μαρτυρίας σε θέματα τα οποία οι άμεσα αναμεμειγμένοι εύκολα μπορεί να κάνουν λάθος, όπως οι αποστάσεις και ο χρόνος που μεσολαβεί μεταξύ των διαδραματιζομένων. Είναι αυτονόητο ότι η σημασία της πραγματικής μαρτυρίας ποικίλει ανάλογα με τον βαθμό στον οποίο διαφωτίζει ως προς τα ουσιώδη γεγονότα. (Bl. Charalambous v. Kaifa
(1986)1 CLR 278, Adamis v. Eracleous
(1982)1 CLR 646, Θρασυβούλου ν. Κουλέρμου κ.α.
(1996)1 ΑΑΔ 293, Τεκλίμα Λτδ ν. Α.Τ. Lanitis
(1987)1 CLR 614.) Αξιολόγηση μαρτυρίας ΜΕ2 Αξιολογώντας τη μαρτυρία του ΜΕ2 διαπίστωσα ότι ήταν σαφής και θετική. Ο μάρτυρας αυτός περιέγραψε με φυσικό και ξεκάθαρο τρόπο τις συνθήκες κάτω από τις οποίες προκλήθηκε το επίδικο δυστύχημα οδηγώντας ο ίδιος το αυτοκίνητο του στην εξ'αντιθέτου συμφώνως με την πορεία της Εναγόμενης κατεύθυνση. Ο μάρτυρας τοποθέτησε το αυτοκίνητο της Εναγομένης 4-4,5 μέτρα μακριά από τον Ενάγοντα, όταν ο τελευταίος εισήλθε στην λωρίδα της Εναγομένης. Εκφράστηκε με αυτοπεποίθηση για την τοποθέτηση του αυτή, αφού δήλωσε ότι λόγω του επαγγέλματος του πολύ λίγο μπορεί να πέσει έξω στις αποστάσεις εάν καθόλου. Ο ΜΕ2 παρέμεινε καθ' όλη τη διάρκεια της εξέτασης του ενώπιον του Δικαστηρίου σταθερός και συνεπής στην εκδοχή του και επέμεινε στην αρχική του θέση , η οποία εκφράστηκε και κατά την κατάθεσή του στην Αστυνομία ότι ο Ενάγων δεν έκανε καμία ενέργεια για να ελέγξει την κίνηση πριν εισέλθει στον δρόμο. Ήταν, επίσης, ξεκάθαρος ότι ο Ενάγων όταν πέρασε από δίπλα του και εισήλθε στην δεύτερη διπλανή του λωρίδα βρισκόταν πίσω από ψηλό αυτοκίνητο τύπου CRV . Κατά την αντεξέταση του ο ΜΕ2 ήταν σε θέση, επίσης, να περιγράψει και περιέγραψε το τι είχε συμβεί αμέσως μετά που το αυτοκίνητο είχε κτυπήσει τον Ενάγοντα αναφέροντας ότι αυτός ανατράπηκε στο καπό του αυτοκινήτου και ακολούθως έπεσε κοντά στο Βόρειο πεζοδρόμιο. Καθ' όλη τη διάρκεια της εξέτασης του ενώπιον του Δικαστηρίου ο ΜΕ2 απαντούσε όλες τις ερωτήσεις που του υποβάλλονταν με άνεση και αμεσότητα χωρίς οποιαδήποτε δυσκολία ή δισταγμό. Κατά τη γνώμη μου ο ΜΕ2 ήταν ένας απόλυτα ειλικρινής μάρτυρας ο οποίος ήλθε στο Δικαστήριο για να καταθέσει και κατάθεσε τα πραγματικά γεγονότα που είχε την ευκαιρία να αντιληφθεί όντας αυτόπτης μάρτυρας του επίδικου δυστυχήματος. Ως αποτέλεσμα αποδέχομαι τη μαρτυρία του ΜΕ2 στο σύνολο της και, συνακόλουθα, την εκδοχή του για το πώς επεσυνέβη το επίδικο δυστύχημα. Κατ' ακολουθίαν της πιο πάνω αξιολόγησης προχωρώ να διατυπώσω τα ευρήματα του Δικαστηρίου αναφορικά με την ευθύνη: ΕΥΡΗΜΑΤΑ ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΕΥΘΥΝΗ
  1. Στις 24/4/2008 στις 11 το πρωί η Εναγόμενη οδηγούσε το αυτοκίνητο DAL 954 στην λεωφόρο Πάφου στην Λεμεσό στην πορεία Α όπως αυτή σημειώνεται στα Τεκμήρια 1 και 2 τηρώντας κανονικά την λωρίδα κυκλοφορίας με βάση την πορεία της.
  2. Η Λεωφόρος Πάφου είναι δρόμος ευθυτενής με απεριόριστη ορατότητα.
  3. Την ώρα του ατυχήματος υπήρχε πυκνή τροχαία κίνηση, στην λωρίδα της Εναγόμενης τα αυτοκίνητα κινούνταν με χαμηλή ταχύτητα και ο δρόμος ήταν καλυμμένος από οχήματα.
  4. Ο Ενάγοντας διασταύρωνε το δρόμο από τα αριστερά προς τα δεξιά. Άρχισε την πορεία του από το Νότιο πεζοδρόμιο έξωθεν υποκαταστήματος Τράπεζας. Βάδιζε με γοργό βήμα.
  5. Όταν ο Ενάγοντας βρισκόταν στην δεύτερη λωρίδα του δρόμου και πριν εισέλθει στην Τρίτη λωρίδα του δρόμου σύμφωνα με την πορεία της Εναγόμενης καλυπτόταν από ψηλό αυτοκίνητο τύπου CRV.
  6. Όταν έφτασε στην μέση του δρόμου , δηλαδή πριν εισέλθει στην Τρίτη λωρίδα και στην πορεία της Εναγόμενης, χωρίς να κοιτάξει καθόλου συνέχισε την πορεία του για να διασταυρώσει τον δρόμο.
  7. Μόλις ο Ενάγοντας ξεπρόβαλε στον δρόμο, κτύπησε το αριστερό του πόδι στην δεξιά μπροστινή γωνιά του αυτοκίνητο της Εναγομένης.
  8. Η σύγκρουση μεταξύ του αυτοκινήτου της Εναγόμενης και του Ενάγοντα έγινε στο σημείο «Χ» όπως τούτο σημειώνεται στο Τεκμήριο 2, ήτοι εντός της λωρίδας κυκλοφορίας της Εναγομένης 30 εκατοστά εντός της λωρίδας που κινείτο η Εναγόμενη. Ο Ενάγων κτύπησε στο δεξί μπροστινό μέρος, έπεσε στο καπώ του αυτοκινήτου της Εναγόμενης και στη συνέχεια στο έδαφος έχοντας τραυματισθεί.
  9. Από τη σύγκρουση δεν προκλήθηκαν ζημιές στο αυτοκίνητο που οδηγούσε η Εναγόμενη.
  10. Στη σκηνή δεν ανιχνεύθηκαν ίχνη τροχοπέδησης .
  11. Η Εναγόμενη κινείτο με αργή ταχύτητα λόγω πυκνής τροχαίας κίνησης .
  12. Το αυτοκίνητο της Εναγόμενης σταμάτησε μετά που κτύπησε τον Ενάγοντα.
  13. Το δυστύχημα έγινε η ώρα 11.00πμ.
  14. Ο δρόμος όπου επεσυνέβη το επίδικο δυστύχημα πλάτους 10,50 μέτρα, είχε τρεις λωρίδες κυκλοφορίας.
  15. Η λωρίδα στη οποία εκινείτο η Εναγομένη ήταν πλάτους 4,00 μ.
  16. Η απόσταση του σημείου σύγκρουσης Χ μέχρι την αριστερή άκρια της ασφάλτου, συμφώνως της πορείας της Εναγομένης, ήταν 3,70μ. ΤΕΛΙΚΑ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Όπως προκύπτει από όλα τα πιο πάνω ο Ενάγων προσπάθησε να διασταυρώσει το δρόμο χωρίς να προβεί σε οποιοδήποτε έλεγχο της τροχαίας κίνησης και συγκεκριμένα χωρίς να ελέγξει την τροχαία κίνηση της ανατολικής κατεύθυνσης συμφώνως με την πορεία της Εναγόμενης και να βεβαιωθεί ότι ήταν ασφαλές για τον ίδιο. Αν ο Ενάγων κοίταζε το δρόμο προσεκτικά πριν διασταυρώσει με δεδομένη την ικανή ορατότητα που είχε προς την κατεύθυνση που κινείτο το όχημα της Εναγόμενης θα αντιλαμβάνετο το όχημα αυτό το οποίο οδηγείτο στην λωρίδα κυκλοφορίας στην οποία πρόθεση είχε να εισέλθει. Ο Ενάγων είχε την υποχρέωση καθ'όλη τη χρονική στιγμή και διάρκεια της προσπάθειας να διασταυρώσει το δρόμο να βεβαιώνεται ότι τούτο ήταν ασφαλές, ασκώντας τη δέουσα παρατηρητικότητα στο δρόμο. Αυξημένη ήταν και η ευθύνη του όταν προ της εισόδου του στην λωρίδα κυκλοφορίας της εναγομένης βρέθηκε πίσω από ψηλό αυτοκίνητο και με δεδομένο ότι την ώρα του ατυχήματος η τροχαία κίνηση ήταν αυξημένη. Η συμπεριφορά αυτή του Ενάγοντα κάτω από τις συνθήκες αυτές και ο τρόπος ενέργειάς του φανερώνει και εκ μέρους του αμέλεια και απροσεξία. Η γενεσιουργός αιτία του ατυχήματος ήταν αναμφίβολα η ξαφνική είσοδος του Ενάγοντα στο δρόμο. Από την ενώπιον του Δικαστηρίου προσαχθείσα μαρτυρία και τα ευρήματα τα οποία έχουν εξαχθεί δεν έχει αποκαλυφθεί οποιαδήποτε πράξη ή παράλειψή της Εναγόμενης συγκλίνουσα από το καθήκον επιμέλειας. Δεν προκύπτει ότι Εναγόμενη είχε την δυνατότητα να πάρει προληπτικά μέτρα για να αποφύγει την σύγκρουση με τον Ενάγοντα, αφού με την είσοδο του δεύτερου στο δρόμο, η απόσταση που υπήρχε μεταξύ τους , ήτοι 4-4,5 μέτρα, δεν άφηνε περιθώρια αντίδρασης στην Εναγόμενη. Στην Baker v. Willoughby[1970] AC 467 είχαν αναφερθεί από το Lord Reid τα ακόλουθα σε σχέση με την ευθύνη πεζού: "A pedestrian has to look to both sides as well as forward. He is going at perhaps 3mph and at that speed he is rarely a danger to anyone else. The motorist has not got to look sideways although he may have to observe over a wide angle ahead; and if he is going at a considerable speed he must not relax his observation, for the consequences may be disastrous." Σε μετάφραση: "Ένας πεζός ο οποίος θα διασταυρώσει δρόμο, πρέπει να κοιτάξει και προς τις δύο πλευρές του δρόμου, καθώς επίσης και μπροστά του. Η ταχύτητά του είναι ίσως 3 μ.α.ω. και με αυτή την ταχύτητα σπάνια αποτελεί κίνδυνο σε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο. Ο αυτοκινητιστής δεν οφείλει να κοιτάξει πλευρικά, αν και η παρατηρητικότητά του πρέπει να εκτείνεται ευρυγώνια μπροστά του.» Διαφαίνεται, στην υπό κρίση υπόθεση πως ο Ενάγοντας δεν επέδειξε την απαιτούμενη επιμέλεια και προσοχή που αναμενόταν από τον μέσο λογικό άνθρωπο για τη δική του ασφάλεια. Κατ' ακολουθίαν η αγωγή απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της Εναγόμενης και εναντίον του Ενάγοντα όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο στην κλίμακα των δηλωθέντων αποζημιώσεων , ήτοι στην κλίμακα εξόδων €50.000-€100.
  17. (Υπ.) ............... Εύη Ευθυμίου-Ανδρέου, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής [1] Επανέκδοση από το Current Legal Problems, vol 38, 1985 p 1-
  18. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.