ΧΡΥΣΤΑΛΛΑΣ ΝΤΙΡΡΗ ΦΘΛΙΠΠΟΥ άλλως ΧΡΥΣΤΑΛΛΕΝΗΣ ΚΟΝΤΟΖΗ κ.α. ν. ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗΣ ΠΙΣΤΩΤΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΠΙΣΣΟΥΡΙΟΥ, Γεν. Αίτηση -Έφεση: 544/11, 29/6/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2016:A300 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. Ευθυμίου-Ανδρέου, Ε.Δ. Γεν. Αίτηση -Έφεση: 544/11 ΣΕ ΟΤΙ ΑΦΟΡΑ ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΔΙΑΙΤΗΣΙΑΣ ΝΟΜΟ ΚΕΦ. 4, ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΕΤΑΙΡΕΙΩΝ ΝΟΜΟ 22/85 ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΠΕΡΙ ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΕΤΑΙΡΕΙΩΝ ΘΕΣΜΟΥΣ ΟΠΩΣ ΜΕΧΡΙ ΣΗΜΕΡΑ ΕΧΟΥΝ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΘΕΙ. ΚΑΙ ΣΕ ΟΤΙ ΑΦΟΡΑ ΤΗΝ ΔΙΑΙΤΗΣΙΑ ΜΕΤΑΞΥ ΤΩΝ
(1)ΧΡΥΣΤΑΛΛΑΣ ΝΤΙΡΡΗ ΦΘΛΙΠΠΟΥ άλλως ΧΡΥΣΤΑΛΛΕΝΗΣ ΚΟΝΤΟΖΗ, ΤΗΣ
(2)ΜΑΡΙΑΣ ΝΤΙΡΡΗ ΦΙΛΙΠΠΟΥ, ΤΗΣ
(3)ΚΑΛΙΑΣ ΝΤΙΡΡΗ ΦΙΛΙΠΠΟΥ και
(4)ΤΟΥ ΛΟΙΖΟΥ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ, από τον Ύψωνα. ΚΑΙ ΤΗΣ ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗΣ ΠΙΣΤΩΤΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΠΙΣΣΟΥΡΙΟΥ. Ημερομηνία: 29 Ιουνίου 2016 Για τους Εφεσείοντες - Αιτήτες: κος Κυριακίδης με κον. Χριστοδουλίδη Για τους Εφεσίβλητους - Καθ' ων η Αίτηση: κος Λουκά για Χριστάκη Λουκά & ΣΙΑ Δ.Ε.Π.Ε. ΤΕΛΙΚΗ Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την Έφεση - Αίτηση (η «Αίτηση») της η Εφεσείουσα - Αιτήτρια (η «Αιτήτρια») αιτείται: «1.Ακύρωση και/ή παραμερισμό της διαιτητικής απόφασης ημερομηνίας 29.3.2011 αναφορικά με τα
(3)Γραμμάτια υπ' αριθμό 7201970-3, 7200654-7 και 4013045-3." Η ρηθείσα Αίτηση - Έφεση βασίζεται εις τους ακόλουθους λόγους: (αυτούσιοι) Οι Αιτητές στερήθησαν του Συνταγματικού Δικαιώματος τους να προβάλουν την Υπεράσπιση τους. Η Απόφαση του Διαιτητή ημερομηνίας 29.3.2011 ελήφθει καθ' υπέρβαση ή κατάχρηση της εξουσίας της εμπεπιστευμένης εις τον Διαιτητή με αποτέλεσμα να καταστρατηγεί το δημόσιο συμφέρον καθώς και το συμφέρον των πιο πάνω Αιτητών. Η προσβαλλόμενη απόφαση αντίκειται εις τις αρχές της Φυσικής Δικαιοσύνης. Η Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Πισσουρίου όταν ελάμβανε την Διαιτητική Απόφαση αγνόησε παντελώς και/ή δεν ετήρησε τους Περί Συνεργατικών Εταιρειών Θεσμούς Θ. 78 και Θ. 79, τον Νόμο περί Συνεργατικών Εταιρειών Ν. 22/1985(άρθρο 52)όπως μέχρι σήμερα έχει τροποποιηθεί, τον Νόμο περί Διαιτησίας Κεφ. 4, τις σχετικές Συνταγματικές Επιταγές (άρθρο 30 κ.α.), τους Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς Διατάξεις 2, 5, 16, 17, 19, 20, 21, 23, 26, 30-38, 48, 49, τους Κανόνες της Φυσικής Δικαιοσύνης, τον Νόμο Περί Δικαστηρίων (Ν. 14/1960)άρθρο 36, τις Συμφυείς Εξουσίες και Πρακτική του Σεβαστού Δικαστηρίου. Η απόφαση του Διαιτητή είναι εξώφθαλμα παράνομη, αντικανονική, αυθαίρετη, αναιτιολόγητη, γενική, ασαφής, αδιευκρίνιστη, παραπλανητική και κακόβουλη. Ωσαύτως ο Διαιτητής δεν αναφέρει πως και γιατί κατέληξε εις την απόφαση του, ούτε και το γεγονός ότι κατά την 29.3.2011 αγνόησε παντελώς και/ή δεν έλαβε υπόψη του τα όσα του είχαν αναφέρει οι πιο πάνω Αιτητές. (για εκπροσώπηση από Δικηγόρο, ότι η Σ.Π.Ε Πισσουρίου παράνομα δεν δίδει και/ή δεν αποκαλύπτει προς τους Αιτητές 1 - 4 τα έγγραφα που τους αφορούν κ.ο.κ). Στα ποσά της απόφασης του Διαιτητή υπάρχουν χρεώσεις τόκων και εξόδων που συνιστούν ποινική ρήτρα. Διά άλλων λόγων τους οποίους οι Αιτητές 1, 2, 3 και 4 θα αναφέρουν κατά την Δικάσιμο. Η Αίτηση Έφεση βασίζεται εις τον Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμο 22/1985, άρθρο 52, εις τους Περί Συνεργατικών Εταιρειών Θεσμούς, Θεσμός 78, Θεσμός 79, εις τους Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς, Διατάξεις 2, 5, 16, 17, 19, 20, 21, 23, 26, 30-38, 48, 49, εις τον Νόμο Περί Δικαστηρίων (Ν. 14/60)άρθρο 36, εις τον Περί Διαιτησίας Νόμο, Κεφ. 4, εις το Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας άρθρο 30, εις την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και ελευθεριών, εις τις Συμφυείς Εξουσίες και Πρακτική του Σεβαστού Δικαστηρίου. Την αίτηση συνοδεύουν οι ένορκες δηλώσεις των τεσσάρων αιτητών. Θα προχωρήσω σε μια σύνοψη των ισχυρισμών των ενόρκως δηλούντων: Ένορκος δήλωση Χρυστάλλας Ντίρρη Φιλίππου- Αιτήτρια 1 Η ενόρκως δηλούσα αναφέρει ότι είναι ηλικίας 59 ετών και ότι από το 2008 διαμένει μαζί με την θυγατέρα της, Aιτήτρια
- Μετά την λύση του γάμου της το 2008 αποτάθηκε στην Kαθ' ης η αίτηση εταιρεία ζητώντας να μάθει για τυχόν χρέη που άφησε ο πρώην σύζυγος της χωρίς ανταπόκριση ένεκα της άρνησης της Kαθ' ης η αίτηση να συνεργαστεί. Επέδωσε μέσω δικαστικού Επιδότη επιστολή την οποία και επισυνάπτει μαζί με την Ένορκη Δήλωση του Επιδότη ως τεκμήρια Α και Β. Είναι η θέση της ότι ακόμη και μετά την επίδοση της επιστολής, η Καθ'ης η Αίτηση αρνήθηκε να παραδώσει σε αυτήν οποιαδήποτε έγγραφα σε σχέση με τον πρώην σύζυγο της. Ακολούθησε δεύτερη επιστολή της ιδίας μέσω του δικηγόρου της ημερομηνίας 06/04/11 την οποία και επισυνάπτει ως τεκμήριο Ε. Εδώ να σημειώσω ότι η ομνύουσα δεν επισυνάπτει κανένα τεκμήρια με την ένδειξη Γ και Δ. Στις 29/03/2011 κλήθηκαν όπως συμμετάσχουν και παρευρεθούν στην διαδικασία διαιτησίας όταν και εκ νέου ζήτησε να της παραχωρηθούν όλα τα απαραίτητα έγγραφα. Η ίδια καθώς και οι υπόλοιποι Αιτητές οι οποίοι παρευρέθηκαν στην διαδικασία δεν αποδέχτηκαν την έκδοση σε βάρους τους απόφαση και αναφέρει δε ότι o διαιτητής στην διαδικασία απέρριψε το αίτημα της για ολιγοήμερη αναβολή αποστερώντας της Αιτήτριας με αυτόν τον τρόπο την παρουσία του δικηγόρου της κατά την διαιτησία. Η ίδια αναφέρει ότι έπεσε θύμα πλαστογραφίας εγγράφων το οποίο όμως δεν έγινε αποδεκτό, ενώ αναφέρει ότι ο Διαιτητής ανέφερε στην ίδια ότι δεν χρειάζεται δικηγόρος αφού έχει δικαίωμα μετά την έκδοση απόφασης να κάνει ένσταση. Η ομνύουσα αναφέρεται και σε παρατυπία και ελαττωματικότητα της διαδικασίας αφού ο Διαιτητής αποδέχτηκε δήλωση του κύριου Ντίρρη πρώην συζύγου της ότι αποδέχεται το χρέος του πριν την διεξαγωγή της διαδικασίας διαιτησίας. Εισηγείται η ομνύουσα ότι η απόφαση του διαιτητή αντίκειται στις αρχές της φυσικής δικαιοσύνης και των συνταγματικών της δικαιωμάτων αφού στερήθηκε του δικαιώματος να προβάλει την υπεράσπιση της από τον ίδιο τον διαιτητή ο οποίος θεωρεί ότι επλανήθει περί τον νόμο ή τα πράγματα καθότι επροχώρησε στην έκδοση της διαιτητικής απόφασης αγνοώντας τις «τιτάνιες» προσπάθειες της ομνοίουσας προς εξασφάλιση των εγγράφων και όλων των σχετικών πιστοποιητικών που αφορούσαν την υπόθεση της. Καταλήγει ότι η απόφαση του διαιτητή δεν είναι επαρκώς δικαιολογημένη και ζητά την ακύρωση και τον παραμερισμό της σε ότι αφορά τα γραμμάτια υπ'αριθμόν 7201970-3, 7200654-7 και 4013045-
- Ένορκη δήλωση Μαρίας Ντίρρη Φιλίππου-Αιτήτρια 2 Η ομνύουσα αναφέρει ότι ο πατέρας της Φίλιππος Μ. Ντίρρη δημιούργησε προβλήματα στην ίδια και στην Αιτήτρια 1 τα περισσότερα από τα οποία ήταν οικονομικά και ότι η ίδια βρέθηκε στην θέση να οφείλει χρήματα προς την Καθ'ης η Αίτηση για δάνεια τα οποία δεν θυμάται ή δεν γνωρίζει αν όντως υπέγραψε ως εγγυήτρια. Επαναλαμβάνει τους ισχυρισμούς της Αιτήτριας 1 όσον αφορά την αποστολή αλληλογραφίας και επισυνάπτει σειρά από τεκμήρια : Τεκμήριο Α προσωπική επιστολή ημερομηνίας 08/11/20 ανυπόγραφη, Τεκμήριο Β ένορκη δήλωση επιδότη με την οποία αναφέρει ότι επέδωσε στις 16/11/2010 επιστολή ημερομηνίας 08/11/2010 στον γραμματέα της ΣΠΕ Πισσουρίου, Τεκμήριο Γ επιστολή της ιδίας ημερομηνίας 30/03/2011, Τεκμήριο Δ ένορκη δήλωση Επιδότη με την οποία αναφέρει ότι επέδωσε επιστολή ημερομηνίας 30/03/2011 στις 05/04/2011, Τεκμήριο Ε επιστολή του Ιωάννη Μ. Μεταξά δικηγόρου ημερομηνίας 06/04/2011 και Τεκμήριο Στ. ένορκη δήλωση επιδότη με την οποία αναφέρει ότι επέδωσε την επιστολή ημερομηνίας 06/04/2011 στις 21/04/
- Η ομνύουσα αναφέρει ότι με το σύνολο της αλληλογραφίας της έθεσε αρκετά σοβαρά θέματα προς την Καθ' ης η αίτηση μεταξύ των οποίων και θέμα πλαστογραφίας. Η Καθ' ης η αίτηση για άγνωστους προς την ομνύουσα λόγους αρνήθηκε να παραχωρήσει σε αυτήν τα εν λόγω έγγραφα και πιστοποιητικά. Όταν η ίδια εμφανίστηκε στην διαιτησία στις 29/03/2011 αναφέρει ότι ζήτησε ολιγοήμερη αναβολή ούτως ώστε να μπορέσει να εκπροσωπηθεί από δικηγόρο της επιλογής της ο οποίος κωλύετο την εν λόγω ημέρα να παραστεί στην διαιτησία. Το αίτημα της απορρίφθηκε και ο διαιτητής προχώρησε στην έκδοση απόφασης εναντίον της. Επαναλαμβάνει τους ίδιους λόγους ακύρωσης τους οποίους επικαλείται και η Αιτήτρια 1 και καταλήγει ότι η απόφαση του διαιτητή δεν είναι επαρκώς δικαιολογημένη και ζητά την ακύρωση και τον παραμερισμό της σε ότι αφορά τα γραμμάτια υπ'αριθμόν 7201970-3, 7200654-7 και 4013045-
- Ένορκη δήλωση Κάλιας Ντίρρη Φιλίππου- Αιτήτρια 3 Η ομνύουσα αναφέρει ότι συμμετείχε στην αλληλογραφία με την Καθ' ης η Αίτηση όπως αναλύεται από τις ένορκες δηλώσεις των Αιτητριών 1 και 2 και επαναλαμβάνει τα περί της άρνησης της Καθ' ης η Αίτηση εταιρείας να παραδώσει σε αυτήν όλα τα έγγραφα που σχετίζονται με την υπόθεση της. Αναφέρει ότι υιοθετεί τις υπόλοιπες ένορκες δηλώσεις και επαναλαμβάνει ότι ο Διαιτητής αποστέρησε από την ίδια την εκπροσώπηση της από δικηγόρο της επιλογής της. Η ομνύουσα στην κατακλέιδα της ζητά τον παραμερισμό της απόφασης του διαιτητή και την ακύρωση της σε ότι αφορά το γραμμάτιο υπ' αριθμό 7201970-
- Ένορκη δήλωση του Λοϊζου Δημητρίου- Αιτητής 4 Ο τέταρτος Αιτητής υιοθετά τις ένορκες δηλώσεις των Αιτητριών 1, 2, 3 και ιδίως την ένορκη δήλωση της Αιτήτριας 2 συζύγου του. Επιφυλάσσει το δικαίωμα του να λάβει δικαστικά μέτρα εναντίον της Καθ'ής η Αίτηση και ζητά όπως η απόφαση του διαιτητή αναφορικά με τα γραμμάτια υπ' αριθμό 4013045-3 και 7200654-7 παραμεριστεί και ακυρωθεί. Αναφέρεται και ο ίδιος στην μεμπτή συμπεριφορά του διαιτητή ο οποίος του αποστέρησε το δικαίωμα εκπροσώπησης του στην διαιτησία. Ένσταση και οι Ενορκες Δηλώσεις που την συνοδεύουν Η αίτηση αναπόφευκτα προσέκρουσε στην ένσταση της Καθ' ης η αίτηση η οποία καταχώρησε ειδοποίηση περί προθέσεως ενστάσεως (η ένσταση) αναφέροντας στο σύνολο 9 λόγους ένστασης. Οι λόγοι της ένστασης συνοψίζονται στους παρακάτω: 1) Οι Αιτητές δεν νομιμοποιούνται στην αιτούμενη θεραπεία και/ή η έφεση τους είναι αβάσιμη και ανυπόστατη και χωρίς οποιοδήποτε νομικό ή πραγματικό έρεισμα. 2) Οι Αιτητές δεν έχουν στερηθεί κανένα συνταγματικό ή νομικό τους δικαίωμα και οι ισχυρισμοί τους περί του αντιθέτου είναι φανταστικοί και ανυπόστατοι. 3) Οι Αιτητές κλήθηκαν δεόντως στην διαιτησία, έλαβαν γνώση της διεξαχθείσας διαδικασίας και όσοι εξ αυτών παρέστησαν προσωπικά παραδέχτηκαν το χρέος τους χωρίς να προβάλουν οποιαδήποτε υπεράσπιση ή ένσταση και οποιοιδήποτε ισχυρισμοί τους περί στέρησης Συνταγματικών τους Δικαιωμάτων είναι ανυπόστατοι, προσβλητικοί και ενοχλητικοί προς την καθ' ης η αίτηση. 4) Ο Διαιτητής ακολούθησε και εφάρμοσε όλους τους δικονομικούς και νομικούς κανόνες και θέσμια προς εκδίκαση της διαφοράς και είναι ανυπόστατοι και νομικά αβάσιμοι όλοι οι ισχυρισμοί των Αιτητών - Εφεσειόντων περί κατάχρησης εξουσίας του διαιτητή και καταστρατήγησης του δημόσιου συμφέροντος και/ή τους συμφέροντος των Εφεσειόντων / Αιτητών. 5) Είναι επίσης αβάσιμοι οι ισχυρισμοί ότι η απόφαση της διαιτησίας αντίκειται στις αρχές της φυσικής δικαιοσύνης. Δόθηκε στους Αιτητές κάθε ευκαιρία να προβάλουν τις οποιεσδήποτε ενστάσεις ή υπερασπίσεις τους ενώπιον του διαιτητή, ο οποίος διορίστηκε με βάση τις διατάξεις της συνεργατικής νομοθεσίας και των θεσμών. 6) Η Καθ' ης η αίτηση Συνεργατική όσο και ο διαιτητής, κατά τη λήψη της διαιτητικής απόφασης ακολούθησαν και ήταν σε πλήρη συμμόρφωση με τις πρόνοιες οποιασδήποτε νομοθεσίας και/ή θεσμών και/ή κανονισμών και/ή πρακτικής που αφορά την διαιτητική διαδικασία, και η απόφαση του ήταν πλήρως και επαρκώς αιτιολογημένη. 7) Η απόφαση του Διαιτητή είναι καθ' όλα νόμιμη και εκδόθηκε με καλή τη πίστη και με βάση όλα τα ενώπιον του κατατεθέντα τεκμήρια και όλα τα διεκδικούμενα ποσά αποδείχθηκαν πλήρως με αποδεκτή και αξιόπιστη μαρτυρία και επομένως οι οποιοδήποτε ισχυρισμοί των Εφεσείοντων ότι τους αγνόησε ο Διατητής δεν έχουν καμία σχέση με την πραγματικότητα και είναι πλήρως αναληθείς. 8) Οι Αιτητές δεν αποδεικνύουν οποιαδήποτε καλόπιστη υπεράσπιση και ούτε αποδεικνύεται από τις ένορκες δηλώσεις τους οποιοαδήποτε παρανομία ή παρατυπία ή πλημμελής εφαρμογή της νομοθεσίας ή των κανονισμών και ούτε αποδεικνύεται οποιαδήποτε κακή συμπεριφορά του Διατητή. 9) Όλα τα ποσά αναφορικά με τα τρία γραμμάτια υπ' αριθμό 7201970-3, 7200654-7 και 4013045-3 τα οποία επιδικάστηκαν, κατά την διαιτησία, προς όφελος των Εφεσιβλήτων είναι καθόλα νόμιμα και απόρροια νόμιμων και δεσμευτικών συμφωνιών μεταξύ των εφεσίβλητων και των Εφεσειόντων και οι ισχυρισμοί των Εφεσειόντων περί χρεώσεως τόκων και εξόδων οι οποίοι συνιστούν ποινική ρήτρα δεν έχουν κανένα νομικό υπόβαθρο. Η ένσταση υποστηρίζεται από 4 ένορκες δηλώσεις της Περικτιόνης Παναγιώτου, προς αντίκρουση των ισχυρισμών των τεσσάρων ενόρκων δηλώσεων που υποστηρίζουν την αίτηση. Οι θέσεις της ομνύουσας προς αντίκρουση των τεσσάρων Ενόρκων Δηλώσεων των Αιτητων μπορούν να συνοψιστούν ως ακολούθως:
- Οι Αιτητές ενημερώθηκαν από την Καθ' ης η αίτηση όπως προσέλθουν στην Συνεργατική με σκοπό να συζητήσουν για την διευθέτηση των τραπεζικών διευκολύνσεων που είχαν παραχωρηθεί στον Φίλιππο Ντίρρη τον οποίον οι Αιτητές εγγυήθηκαν προσωπικά. Στην εν λόγω συνάντηση τους παραδόθηκαν τα έγγραφα που αφορούσαν τα εν λόγω δάνεια.
- Οι Αιτήτριες 1 και 2 απέστειλαν επιστολές προσωπικές και δια μέσω των δικηγόρων τους με τις οποίες ζητούσαν να τους παραχωρηθούν έγγραφα σε σχέση με τις διευκολύνσεις που παρείχαν στον Φίλιππο Ντίρρη.
- Τα εν λόγω έγγραφα απεστάληκαν με διπλοσυστημένη επιστολή στον δικηγόρο των αιτητών η οποία επιστράφηκε αζήτητη. Επισυνάπτονται ως Τεκμήρια Α (απόδειξη ταχυδρομείου για αποστολή διπλοσυστημένου φακέλου)και Β ( ο ίδιος ο φάκελος που περιέχει τα απεσταλθέντα έγγραφα )
- Ουδέποτε τέθηκε θέμα πλαστογραφίας πέραν από μια αόριστη αναφορά και ουδέποτε ζητήθηκε γραφολογική εξέταση της υπογραφής των Αιτητών.
- Αναφέρει ότι ο Φίλιππος Ντίρρης επισκέφθηκε την Συνεργατική και παραδέχθηκε το χρέος του αρνείται όμως τους υπόλοιπους ισχυρισμούς και αναφέρει ότι η διαιτητική διαδικασία που ακολουθήθηκε ήταν νομότυπη και σε πλήρη συνάρτηση με τις αρχές της φυσικής δικαιοσύνης. Η δε απόφαση του Διαιτητή σε συνάρτηση με τους δικονομικούς κανόνες και την νομοθεσία ενώ παράλληλα αναφέρει ότι όλα τα έγγραφα για τα οποία παραπονείται η Αιτήτρια παραδόθηκαν στην ίδια σε συνάντηση προσωπική που είχε τον Νοέμβριο του
- Ουδείς εκ των Αιτητών που εμφανίστηκαν στην διαδικασία 29/03/2011 ζήτησαν αναβολή της υπόθεσης με σκοπό την παρουσία του Δικηγόρου τους, τουναντίον παραδέχθηκαν το χρέος τους και συμφώνησαν στην έκδοση απόφασης.
- Η ομνύουσα αναφέρει στην κατακλείδα της ότι η απόφαση που εκδόθηκε ήταν κατόπιν παραδοχής των Αιτητών και σε κάθε περίπτωση απόλυτα δικαιολογημένη. Συμπληρωματικές Ένορκες Δηλώσεις Μετά την καταχώρηση της Ένστασης η υπόθεση ορίστηκε σε διάφορες ημερομηνίες για ακρόαση ή για οδηγίες από τις 09/07/2012 μέχρι και τις 13/11/2015 όταν αμφότερα τα μέρη ζήτησαν άδεια για καταχώρηση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων οι μεν Αιτητές για να καταχωρήσουν τις τρεις διαιτητικές αποφάσεις, οι δε Καθ' ης η αίτηση για να καταχωρήσει υπό μορφή συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, Ένορκη Δήλωση του Διαιτητή. Η συμπληρωματική ένορκη δήλωση της Αιτήτριας 2 καταχωρήθηκε στις 27/11/2015 στην οποία επισυνάπτονται οι τρεις διαιτητικές αποφάσεις και προβάλλονται και σειρά από ισχυρισμούς και συγκεκριμένα ισχυρισμούς περί παρατυπίας, περί μεροληψίας του διαιτητή, μη τήρησης πρακτικών αλλά και σφάλματος αναφέροντας ότι η υπόθεση εναντίον του πρωτοφειλέτη και των εγγυητών εκδικάστηκε ξεχωριστά. Απορρίπτει δε τους ισχυρισμούς της ομνύουσας στην ένσταση και αναφέρει ότι τα έγγραφα που εστάληκαν, εστάληκαν μετά την διεξαγωγή της διαιτησίας άρα δεν μπορούν να αποτελούν λόγο ένστασης. Αναφέρει ότι η μαρτυρία της ομνύουσας είναι ψευδής αφού κάνει αναφορά για αποδοχή του χρέους κάτι που δεν έγινε ποτέ. Επισυνάπτει δε ως τεκμήρια Α, Β, Γ και Δ τις αποφάσεις του διαιτητή που αφορούν αντιστοίχως στους τέσσερις Αιτητές και ως τεκμήριο Ε - επιστολή του δικηγόρου των Αιτητών με την οποία ζητούνται τα πρακτικά των συνεδριάσεων της διεξαγωγής διαιτησίας ημερομηνίας 29/03/2011 και ως τεκμήριο Στ. - απαντητική επιστολή των δικηγόρων της καθ' ης με την οποία ενημερώνονται οι δικηγόροι των Αιτητών ότι για την παράδοση των ζητούμενων πρακτικών πρέπει να αποταθούν σε άλλη υπηρεσία. Συμπληρωματική ένορκη δήλωση καταχώρησε και ο Διαιτητής εκ μέρους της Καθ' ης η αίτησης. Αναφέρει ότι διορίστηκε από τον έφορο συνεργατικών εταιρειών με σκοπό να εκδικάσει διάφορες υποθέσεις που είχαν παραπεμφθεί σε διαιτησία. Αναφέρει ότι οι Αιτητές κλήθηκαν με κατάλληλη ειδοποίηση και παρευρέθηκαν στην διαιτησία στις 29/03/
- Ο Διαιτητής αναφέρει ότι την καθ' ης η αίτηση εκπροσωπούσε εκείνη την ημέρα η ομνοίουσα στις Ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν την ένσταση, κυρία Περικτιόνη Παναγιώτου και ότι στις 29/03/2011 οι Αιτητές παρουσιάστηκαν στην διαιτησία και παραδέχθηκαν το χρέος τους. Ο ομνύων αναφέρει ότι δεν τέθηκε θέμα αμφισβήτησης των οφειλών αλλά ούτε ζητήθηκε από τον ίδιο αναβολή ένεκα κωλύματος του δικηγόρου τους. Ο Διαιτητής περαιτέρω αναφέρει ότι κατά την διεξαγωγή της διαδικασίας διαιτησίας για τα τρία γραμμάτια οι αιτητές εμφανίστηκαν σε διαφορετικές χρονικές περιόδους της ίδιας ημέρας και ότι ο πρωτοφειλέτης Φίλιππος Ντίρρης εμφανίστηκε προηγουμένως. Ο ομνύων αναφέρει ότι έδειξε στους Αιτητές τα αυθεντικά έγγραφα και οι ίδιοι παραδέχθηκαν ότι οι συμβάσεις έφεραν τις υπογραφές τους. Στη δε παρουσίαση κατάστασης λογαριασμού για τα εν λόγω γραμμάτια οι Αιτητές ανέφεραν ότι αποδέχονταν το χρέος και ότι δεν αμφισβητούσαν τις οφειλές τους αποδεχόμενοι την έκδοση απόφασης εναντίον τους η οποία θα έφερε τόκο 9%. Προσθέτει ότι οι Αιτητές φέρονταν κατάφορα εναντίον του πρωτοφειλέτη και ότι διαπίστωσε ότι υπήρχε μεταξύ τους αντιπαλότητα η οποία ως υποδείχθηκε από τον ίδιο δεν αφορούσε την διαδικασία Διατησίας. Αναφέρει ότι τα έγγραφα που έχουν κατατεθεί στην συμπληρωματική ένορκη δήλωση ως αποφάσεις δεν είναι το κείμενο των αποφάσεων αλλά η γνωστοποίηση της διαιτητικής απόφασης η οποία δίδεται με την απόφαση του διαιτητή. Προχωρεί επί τούτου και παρουσιάζει ο ίδιος τις διαιτητικές αποφάσεις που αφορούν τα γραμμάτια ως τεκμήριο στην ένορκη του δήλωση. Στην κατακλείδα του , ο Διαιτητής αναφέρει ότι τίποτε από όσα αναφέρουν οι Αιτητες δεν έγινε κατα την ακρόαση της Διαιτησίας και ότι οι αποφάσεις που εκδόθηκαν είναι νομότυπες απορρίπτοντας και τους ισχυρισμούς περί αυθαίρετων ενεργειών από μέρους του. Η Ακρόαση της Αίτησης και η επιχειρηματολογία των μερών Η ακρόαση της Αίτησης έγινε επί των ενόρκων δηλώσεων. Δεν ζητήθηκε προσκόμιση προφορικής μαρτυρίας ούτε η αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων. Οι συνήγοροι των διαδίκων περιορίστηκαν σε γραπτές αγορεύσεις τα κυριότερα σημεία των οποίων συνοψίζονται πιο κάτω. Επιχειρηματολογία δικηγόρου Αιτήτών Οι δικηγόροι των Αιτητών εστιάζουν την αγόρευση τους σε δύο σημεία, το πρώτο είναι ότι παρέλειψε ο Διαιτητής να δεσμεύσει τον εαυτό του με όρκο σύμφωνα με την Δ.49 Θ.6
(6)των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, το οποίο συνιστά παράβαση ουσιώδους δικονομικού κανόνα και δεν είναι θεραπεύσιμη. Το δεύτερο σημείο είναι η παράλειψη του Διαιτητή να αποδείξει τον διορισμό του από τον Έφορο Συνεργατικών Εταιρειών και διορισμό του να εκδικάσει την συγκεκριμένη υπόθεση των Αιτητών. Επι του σημείου τούτου, οι συνήγοροι σχολιάζουν ότι το Τεκμήριο 1Α που επισυνάπτεται στην Ένορκη Δήλωση του Διαιτητή δεν αποδεικνύει αλλά πιθανολογεί διορισμό του. Πέραν των δύο αυτών σημείων, οι Αιτητές ισχυρίζονται ότι ο Διαιτητής επέδειξε κακή συμπεριφορά αποδίδοντας σε αυτό τον όρο ευρεία έννοια κάνοντας αναφορές ότι δεν αξιολόγησε την ενώπιον του μαρτυρία, δεν τήρησε πρακτικά , δεν αιτιολόγησε τα ευρήματα του και δεν άσκησε ορθά τα καθήκοντα του. Επιχειρηματολογία δικηγόρου των Καθ' ων η Αίτηση Παρά το γεγονός ότι δεν εγείρεται ως λόγος ένστασης οι καθ' ων η αίτηση ισχυρίζονται στο στάδιο των γραπτών αγορεύσεων ότι η παρούσα έφεση καταχωρήθηκε εκπρόθεσμα και καλούν το Δικαστήριο όπως εξετάσει το θέμα αυτεπάγγλετα επικαλούμενοι την σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου να το πράξει. Δικαιολογούν στην αναφορά τους για το εκπρόθεσμο της καταχώρησης αναφερόμενοι στο χρονικό πλαίσιο της υπόθεσης και συγκεκριμένα στην ημερομηνία διαιτησίας, 29/03/2011 στην οποία είναι παραδεκτό ότι οι Αιτητές παρευρέθηκαν. Κατά την θέση του συνήγορου των Καθ' ων η αίτηση, οι Αιτητές έλαβαν γνώση και επομένως το δικαίωμα τους για καταχώρηση έφεσης παρήλθε στις 19/04/2011 συνεπώς η καταχώρηση την 01/08/2011 είναι εκπρόθεσμη. Επί της ουσίας της υπό εξέταση αίτησης - έφεσης ο συνήγορος των Καθ' ων η αίτηση αναφερόμενος σε νομολογία ισχυρίζεται ότι με βάση των περί Διαιτησίας νόμο οι αιτήσεις στις οποίες γίνεται επίκληση των προνοιών αυτού καταχωρούνται στη βάση της Δ.48 προσδίδοντας στην αίτηση το χαρακτήρα του εναρκτήριου μέσου (σχετική Τράπεζα Κύπρου Λτδ ν. Dynacon Ltd 1998 1 ΑΑΔ 1978). Με βάση αυτό γίνεται ισχυρισμός από πλευράς καθ' ων η αίτηση στις περιπτώσεις εναρκτήριων αιτήσεων όπου ισχυρισμοί του Αιτητή τυγχάνουν αμφισβήτησης είναι επιβεβλημένη η προσκόμιση προφορικής μαρτυρίας με στόχο την απόσειση του βάρους απόδειξης που βρίσκεται στους ώμους του Αιτητή. Διαζευκτικά προς τούτο είναι δυνατή η αντεξέταση του ενόρκως δηλούντα ο οποίος υποστηρίζει με την ένορκη του δήλωση την Ένσταση στην προσπάθεια να αντικρουστεί η εκδοχή που προβάλλεται στην Ένσταση. Εκφράζεται περαιτέρωη άποψη ότι η καταχώρηση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων δεν έχει στην ουσία αντικρούσει τα όσα αναφέρονται στην Ένσταση ούτε έχει αποσείσει το βάρος από τους ώμους των Αιτητών. Επιπρόσθετα και στο ίδιο πλαίσιο σκέψης, ο συνήγορος των Καθ'ων η Αίτηση υποστηρίζει ότι η παράλειψη προσκόμισης μαρτυρίας ή αντεξέταση κυρίως του ατόμου του Διαιτητή απέβηκε μοιραία για την πλευρά των Αιτητών. Ο συνήγορος των Καθ' ων η αίτηση προβαίνει σε μία ανάλυση των τεκμηρίων που έχουν υποβληθεί μαζί με τις ένορκες δηλώσεις των Αιτητών και εστιάζεται κυρίως στο θέμα της πλαστογραφίας στο οποίο επιμένουν οι Αιτητές ότι έθεσαν ενώπιον του διαιτητή κατά την ακρόαση της διαιτησίας. Σε σχέση με την κατ' ισχυρισμό πλαστογραφία παραπέμπει το Δικαστήριο στην υπόθεση Χαρούς ν. Χαρούς κ.α. 2010 1 ΑΑΔ 267. Εισηγείται με βάση τη νομολογία ότι το διάδικο μέρος που επικαλείται πλαστογραφία εγγράφου πρέπει να αποδείξει τον ισχυρισμό αυτό με θετική μαρτυρία το οποίο εισηγείται ότι δεν έχει αποδειχθεί. Σε ότι αφορά την παραχώρηση από την ΣΠΕ των εγγράφων που αφορούσαν την διαιτησία εισηγείται ότι ακόμα και να γίνει αποδεκτό ότι έγινε τέτοια παράλειψη ο λόγος αυτός δεν αποτελεί αυτοτελή λόγο για παραμερισμό της απόφασης του διαιτητή. Ο μοναδικός λόγος κατά τον ευπαίδευτο συνήγορο των καθ' ων η αίτηση για παραμερισμό αυτού του είδους των αποφάσεων είναι η κατάδειξη ανάρμοστης συμπεριφοράς από μέρους του διαιτητή (misconduct) που φθάνει μέχρι μεροληψίας υπέρ των καθ' ων η αίτηση. (Σχ. Halsbury's Laws of England 3rd edition Vol.2 pr.125) και περί Διαιτησίας νόμος Κεφ.4 αρ. 20
(2). Με κατακλέιδα την εισήγηση ότι δεν έχει αποδειχθεί τέτοια συμπεριφορά από μέρους του διαιτητή ζητά την απόρριψη της αίτηση με έξοδα εις βάρος των Αιτητών. Νομική Πτυχή Η παρούσα η διαφορά παραπέμφθηκε σε διαιτησία δυνάμει του άρθρου 52 του Ν. 22/85. Το άρθρο 52
(2)τροποποιήθηκε από τον Νόμο 107(Ι)/2013[1] και ακολούθως από το Νόμο 122(Ι)/2014[2]. Πριν την τροποποίηση το άρθρο 52
(2)ήταν το ακόλουθο: «
(2)Ο Έφορος δύναται, επί τη λήψει της δυνάμει του εδαφίου
(1)παραπομπής: (α) να επιχειρήση συνδιαλλαγήν της διαφοράς· ή (β) να παραπέμπη την διαφοράν προς επίλυσιν εις διαιτησίαν ήτις διεξάγεται συμφώνως προς τας διατάξεις της εκάστοτε ισχυούσης νομοθεσίας περί διαιτησίας». Ως εκ των άνω η διαιτησία στην υπό εξέταση περίπτωση έπρεπε να διεξαχθεί σύμφωνα με τις διατάξεις του Κεφ. 4. Περαιτέρω σύμφωνα με το άρθρο 52
(4)του Ν. 22/85 οποιοσδήποτε θεωρεί τον εαυτό του αδικημένο από την απόφαση του διαιτητή δύναται να υποβάλει έφεση στο Δικαστήριο εντός 21 ημερών από την ημερομηνία της προς αυτόν γνωστοποίησης της απόφασης του διαιτητή. H Αιτήτρια στηρίζει την αίτηση της, ως φαίνεται από τη νομική της βάση, στο άρθρο 20
(2)του Κεφ. 4. Στην υπόθεση Σολωμού ν. Laiki Cyprialife Ltd,
(2010)1Α ΑΑΔ 687 η εν λόγω διάταξη προσεγγίστηκε ως ακολούθως (Δ. Ναθαναήλ σελ. 696 - 698 ): «Ενδιαφέρει εδώ το εδάφιο
(2), εφόσον είχε επιδιωχθεί πρωτοδίκως η ακύρωση ή παραμερισμός της διαιτητικής απόφασης. Στο πρωτότυπο Αγγλικό κείμενο, ο όρος που χρησιμοποιείται στο άρθρο 23
(1)του Arbitration Act 1950 απ΄ όπου λήφθηκε το Κεφ. 4, είναι «misconduct», και έχει πλειστάκις ερμηνευτεί να περιλαμβάνει διάφορες κατηγορίες που δυνατόν να αφορούν στη συμπεριφορά του ιδίου του διαιτητή ή τον τρόπο διεξαγωγής της διαιτησίας («.. has misconducted himself or the proceedings ....». Στον Russell on Arbitration 16η έκδ. σελ. 307, θεωρείται λανθασμένη συμπεριφορά η εκ μέρους του διαιτητή ακρόαση μαρτύρων ή εξέταση εγγράφων στην απουσία των διαδίκων, η απόδοση στον εαυτόν του ενός συνολικού ποσού για τα έξοδα του, ώστε να αποκλείει τους διαδίκους από του να ενστούν στις χρεώσεις του, (δέστε την απόφαση K/S Norjarl A/S v. Hyundai Heavy Industries Co. Ltd
(1991)3 W.L.R. 1025 για κατεύθυνση ως προς τον τρόπο χρέωσης αμοιβής από ένα διαιτητή), η εκ μέρους του παράλειψη να εξασκήσει όλες τις εξουσίες του ή η λανθασμένη άσκηση διακριτικής ευχέρειας. Στη δε σελ. 309, αναφέρεται σε σχέση με τη διεξαγωγή της διαιτησίας, ότι οι κύριοι άξονες επί των οποίων μπορεί να υποβληθεί επιτυχώς αίτηση για παραμερισμό, είναι η εκ μέρους του διαιτητή διεξαγωγή της διαιτησίας ex parte χωρίς ουσιώδη λόγο, ο αποκλεισμός ατόμων που έχουν δικαίωμα να είναι παρόντα, η λανθασμένη απόρριψη ή αποδοχή μαρτυρίας και η λανθασμένη μετακύλιση καθηκόντων. Η κλασσική αντιμετώπιση της έννοιας του «misconduct», έχει βέβαια αναφορά στη δωροδοκία του διαιτητή ή στην ύπαρξη εκ μέρους του μυστικού συμφέροντος στην ενώπιον του διαφορά. Επεκτείνεται όμως και σε θέματα πέραν αυτών, ώστε ακόμη και στην απουσία ηθικά ή δεοντολογικά ανάρμοστης συμπεριφοράς, να ελέγχονται και οι περιπτώσεις λανθασμένης λήψης ή αποκλεισμού μαρτυρίας ή η αποδοχή εξωγενούς μαρτυρίας για την ερμηνεία συμβολαίου, (Paniccos Harakis Ltd v. The Official Receiver as administrator of the estate of the bankrupt Takis Vryonides
(1978)1 C.L.R. 15 σελ. 23, τις εκεί αναφερόμενες υποθέσεις, καθώς και την πρόσφατη απόφαση στην ΔΗ.ΜΑ.ΡΩ. ΛΤΔ ν. Lakis Georghiou Constructions Ltd, Πολ. Έφ. αρ. 240/07, ημερ. 19.2.2010), ή, η έκδοση απόφασης επί παρανόμου συμφωνίας (David Taylor & Son v. Barnett
(1953)1 W.L.R. 562). Όπως έχει αποφασιστεί και στην A.N. Stasis Estates Co. Ltd v. G.M.P. Katsambas Ltd
(2001)1 Α.Α.Δ. 2006), (που αφορούσε περίπτωση παραπομπής τεχνικών θεμάτων σε διαιτησία, εν μέσω δικαστικής αγωγής), «Η πλημμελής εκτέλεση των καθηκόντων του διαιτητή συνιστά λόγο ακύρωσης του τελικού του πορίσματος» ενώ «.. παράβαση βασικού δικονομικού κανόνα .. κλονίζει το θεμέλιο της όλης διαδικασίας» (εκεί ο διαιτητής είχε λανθασμένα υιοθετήσει, έξω από τους όρους εντολής του, τη μαρτυρία που είχε προηγηθεί στο Δικαστήριο). Πουθενά, όμως, η μέχρι τούδε νομική θεώρηση των προνοιών του άρθρου 20
(2), δεν έχει συμπεριλάβει, (στην απουσία βεβαίως παραβιάσεων των αρχών της φυσικής δικαιοσύνης), και, την ενδεχομένως λανθασμένη νομική ερμηνεία ενός εγγράφου. Η παραδοσιακή αντίληψη περί του σκοπού της παραπομπής μιας διαφοράς σε διαιτησία, είναι ακριβώς η ταχεία και τελεσίδικη επίλυση της. Όπως εξηγείται στο Russell - πιο πάνω - σελ. 289, υπήρχε στο κοινοδίκαιο σύμφυτη εξουσία παραμερισμού απόφασης, η δε νομοθετική χρήση της λέξης «misconduct» γενικά, που ήταν νέα στο Arbitration Act 1889 και η μετέπειτα χρήση του «misconduct of the proceedings» στο μεταγενέστερο Arbitration Act 1934, που διατηρήθηκε και στο Arbitration Act 1950, είχε στην ουσία χαρακτήρα δηλωτικό της προηγούμενης νομολογίας. Όπως δε εξηγείται και στη μεταγενέστερη 23η έκδοση του Russel on Arbitration
(2007), σελ. 375 παρ. 7-056, τα Δικαστήρια ήταν πάντοτε απρόθυμα να επεμβαίνουν στις διαιτητικές διαδικασίες, εκτός όπου η νομοθεσία παρείχε ειδικά τέτοια δυνατότητα, οι δε αποφάσεις των διαιτητών γενικώς δεν ήταν δεκτικές αναθεώρησης από το Δικαστήριο, εκτός στο βαθμό που ο διαιτητής υπερέβη τη δικαιοδοσία του ή ενήργησε κατά τρόπο πασιφανή εναντίον των αρχών της φυσικής δικαιοσύνης». και στη σελ. 700: «Τα αποφασισθέντα ανωτέρω ως προς το ότι η νομική εμβέλεια της έννοιας της ανάρμοστης συμπεριφοράς δεν περιλαμβάνει και τη νομική ερμηνεία εγγράφου, σφραγίζει και την τύχη της έφεσης». Στην Τράπεζα Κύπρου Λτδ ν. Dynacon Ltd κ.ά.
(1999)1Β ΑΑΔ. 717 αναφέρθηκε ότι στον όρο "misconduct", ανάρμοστη συμπεριφορά, αποδίδεται ευρεία ερμηνεία, όπως προκύπτει από τις αγγλικές αποφάσεις ερμηνευτικές του Άρθρου 23
(1)του Arbitration Act 1950. Στην υπόθεση εκείνη κρίθηκε ότι ήταν εντελώς ανεπίτρεπτο για το διαιτητή μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας και την επιφύλαξη της απόφασης να προβεί σε συζήτηση των εγειρομένων θεμάτων με ένα εκ των διαδίκων και μάλιστα στην απουσία της άλλης πλευράς. Στην Ελένη Κούλλουρου ν. Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Αθηαίνου
(2005)1Β ΑΑΔ 987 εκδόθηκε διαιτητική απόφαση υπέρ της εφεσίβλητης συνεργατικής πιστωτικής εταιρείας στην απουσία της εφεσείουσας. Η εφεσείουσα καταχώρισε αίτηση υπό μορφή έφεσης στο Επαρχιακό Δικαστήριο δυνάμει του άρθρου 52
(4)του Ν.22/
- Η μη δεόντως δικαιολογηθείσα παράλειψη της εφεσείουσας να παρουσιαστεί κατά τη διαιτητική διαδικασία και να υποβάλει τις θέσεις της επί της απαίτησης της εφεσίβλητης απέβη μοιραία για την τύχη της αίτησης τόσο πρωτοδίκως όσο και κατ' έφεση. Η απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι η εφεσείουσα δεν μπορούσε να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου θέσεις τις οποίες δεν είχε θέσει ενώπιον του διαιτητή, κρίθηκε ορθή. Στην σελ. 992 - 993 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα από τον Δ. Χατζηχαμπή: «Εφ' όσον η Εφεσείουσα δεν παραπονείται ότι κακώς η διαιτησία διεξήχθη στην απουσία της (που δεν εκπλήττει αφού η ίδια αν και ειδοποιήθηκε δεν παρουσιάσθηκε), ο Διαιτητής δεν μπορούσε παρά να αποφασίσει με βάση τα στοιχεία που είχε ενώπιον του. Είναι ουσιαστικά ορθή λοιπόν η απόφαση του ευπαίδευτου πρωτόδικου Δικαστή ότι η Εφεσείουσα δεν μπορούσε να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου θέσεις τις οποίες δεν είχε θέσει ενώπιον του Διαιτητή. Αναγνωρίζοντας τις δυσκολίες της θέσης της, η Εφεσείουσα περιορίζει ουσιαστικά το παράπονο της στο ότι η μη εμφάνιση της δεν επέτρεπε στο Διαιτητή και να εκδώσει απόφαση χωρίς αυτή να δικαιολογείτο από τα στοιχεία που είχε ενώπιον του. Αυτό όμως δεν βοηθά τα πράγματα. Τα στοιχεία που ετέθησαν ενώπιον του διαιτητή όχι μόνο δεν εδάνειζαν έρεισμα στις εισηγήσεις που κάνει η Εφεσείουσα για παράνομους τόκους και εικονικότητα αλλά και δικαιολογούσαν πλήρως την απόφαση του. Η παράλειψη της Εφεσείουσας να καθορίσει με στοιχεία το τι θεωρούσε επίδικο ενώπιον του Διαιτητή συνέχιζε λοιπόν να έχει καταλυτική επίδραση στο όλο θέμα. Ούτε ο ευπαίδευτος πρωτόδικος Δικαστής ούτε το Εφετείο θα μπορούσε να κρίνει εξ υπαρχής το θέμα εκτός αν, από τα στοιχεία που ετέθησαν ενώπιον του Διαιτητή, δεν δικαιολογείτο η απόφαση του». Ο διαιτητής είναι υπόχρεος να αποφασίσει τη διαφορά με βάση την ενώπιον του μαρτυρία όπως αυτή έχει τεθεί από τα μέρη (βλ. σελ. Russell on the Law of Arbitration, by Antony Walton QC, 19th ed, 1979, 285-286[3]). Αξιολόγηση των εκατέρωθεν θέσεων Σε ότι αφορά το πρώτο θέμα που τίθεται στο στάδιο των γραπτών αγορεύσεων από τους Καθ' ων η αίτηση σε σχέση με το εκπρόθεσμο της καταχώρησης της αίτησης - έφεσης είναι γεγονός ότι οι αποφάσεις εκδόθηκαν στις 29/03/2011 και ως φαίνεται από την συμπληρωματική ένορκη δήλωση της Αιτήτριας 2 ημερομηνίας 27/11/2015 επιδόθηκαν στους Kαθ' ων η αίτηση στις 12/07/
- Ως εκ τούτου η καταχώρηση της παρούσας αίτησης δεν είναι εκπρόθεσμη αφού υποβλήθηκε εντός 21 ημερών σύμφωνα με τις πρόνοιες του αρ. 52
(4)του περί Συνεργατικών Ταμιευτηρίων Νόμου 1985. Επί της ουσίας, είναι η βασική θέση των Καθ' ων η Αίτηση ότι από τη στιγμή που αμφισβητούνται γεγονότα οι Αιτητές όφειλαν να προσκομίσουν προφορική μαρτυρία προς αντίκρουσή τους. Το δεδομένο στην παρούσα περίπτωση είναι ότι οι Αιτήτές δεν αιτήθηκαν την προσκόμιση προφορικής μαρτυρίας ούτε την αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων. Χωρίς να τοποθετούμαι οριστικά επί του ζητήματος της διαδικασίας, δηλ. αν η δίκη διεξάγεται με βάση τη Δ.48, Θ.4 ή με προφορική μαρτυρία, κρίνω ότι το αποτέλεσμα είναι στην πράξη το ίδιο. Υπάρχει αμφισβήτηση ουσιωδών ισχυρισμών των Αιτήτών τους οποίους όφειλαν να αντικρούσουν. Το ολιγότερο θα έπρεπε οι Αιτητές να έχουν ζητήσει να αντεξετάσουν τον ομνύοντα στην συμπληρωματική ένορκη δήλωση για τους Καθ' ων η αίτηση Διαιτητή και να θέσουν σε αυτόν την θέση τους ως προς τις εξηγήσεις του τελευταίου για το τι διαμείφθηκε ενώπιον του στη διαδικασία της διαιτησίας. Περαιτέρω με βάση τους αναφερόμενους στην αίτηση τους ισχυρισμούς, οι Αιτητές έπρεπε να αποδείξουν τα περί ανάρμοστης συμπεριφοράς του Διαιτητή και τα περί πλαστογραφίας των υπογραφών τους στα έγγραφα εγγύησης, ισχυρισμούς για τους οποίους οι ώμοι τους βαρύνονταν με το βάρος απόδειξης τους . Με γνώμονα ότι ο διαιτητής κάνει σαφή αναφορά στην ένορκη του δήλωση ότι έδειξε στους Αιτητές τα έγγραφα εγγύησης και οι ίδιοι αναγνώρισαν τις υπογραφές τους προβαίνοντας μάλιστα σε παραδοχή του χρέους τους η οποία καταγράφηκε στο σώμα της απόφασης του οι Αιτητές έπρεπε τουλάχιστον να αιτηθούν για την αντεξέταση του Διαιτητή για τις αναφορές του που αντικρούουν τους ισχυρισμούς τους. Περαιτέρω οι αναφορές των Αιτητών ότι ο Διαιτητής δεν τήρησε πρακτικά ή και δεν έλαβε τον «νενομισμένο όρκο» ως τον αποκαλούν οι Αιτητές στην γραπτή τους αγόρευση δεν αναφέρεται στους λόγους ακύρωσης της αίτησης - έφεσης και τίθεται για πρώτη φορά ενώπιον του Δικαστηρίου δια της συμπληρωματικής ενόρκου δηλώσεως της Αιτήτριας 2 η οποία δεν ισχυρίζεται ότι δεν υπάρχουν πρακτικά αλλά αναφέρει αυτολεξεί «Αντί αποστολής των πρακτικών πήραμε απάντηση από τους δικηγόρους της καθ' ης η αίτηση στις 23/10/2015 που μας παρέπεμπε να αποταθούμε στο αρχείο του εφόρου συνεργατικών εταιρειών. Κατόπιν πολλών τηλεφωνημάτων στην Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα και το Υπουργείο Εμπορίου Βιομηχανίας και Τουρισμού κατάλαβα ότι τα πρακτικά αυτά είτε δεν υπήρχαν είτε κανένας δεν ήθελε να τα έβρει και να μας τα δώσει». Σε σχέση με την πιο πάνω περικοπή από την συμπληρωματική ένορκη δήλωση της Αιτήτριας 2 παρατηρώ ότι αυτή σίγουρα δεν δημιουργεί ούτε μπορεί να θεωρηθεί ως μαρτυρία για την μη ύπαρξη πρακτικών ενώ περαιτέρω διερωτώμαι ποια η εμπλοκή του Υπουργείου Εμπορίου Βιομηχανίας και Τουρισμού στην υπόθεση και γιατί γίνεται αναφορά προς τούτο στην ένορκη δήλωση της Αιτήτριας. Ομοίως με την τήρηση ή όχι πρακτικών το θέμα που προκύπτει μέσα από τους λόγους έφεσης για την παράλειψή παράδοσης εγγράφων στους Αιτητές από τους Καθ' ων η αίτηση δεν έχω αντιληφθεί πως δημιουργεί λόγο για την ακυρότητα της απόφασης του διαιτητή αφού κατά τις ένορκες δηλώσεις των ιδίων των Αιτητών τα έγγραφα ζητήθηκαν δια επιστολής από τον δικηγόρο των Αιτητών στις 06/04/2011, ήτοι μετά την έκδοση της διαιτητικής απόφασης. Συνεπώς διερωτώμαι πως μπορεί να αποτελέσει λόγο για ακύρωση της Διαιτητικής Απόφαση που είχε προηγηθεί. Οι Αιτητές εισηγούνται επί όλων των αμφισβητούμενων θεμάτων και κυρίως σε ότι αφορά την τήρηση πρακτικών, τον διορισμό και την ορκωμοσία του Διαιτητή ότι ο ίδιος δεν κατάφερε δια της Ενόρκου Δηλώσεως να αποδείξει τους ισχυρισμούς με τους οποίους αντικρούσει όλα τα υπό αμφισβήτηση θέματα. Στην ουσία δηλαδή, οι Αιτητές με τις θέσεις τους και τους ισχυρισμούς τους μεταφέρουν το βάρος απόδειξης στους Καθ'ων η Αίτηση και εισηγούνται ότι ο ίδιος ο Διαιτητής έπρεπε να αποδείξει τον διορισμό του, την ορκωμοσία την τήρηση πρακτικών από την στιγμή που αμφισβητείται. Αυτή η θέση δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Οι Αιτητές είχαν σε κάθε στάδιο αυτής της διαδικασίας το βάρος να αποδείξουν τους ισχυρισμούς τους και όχι το αντίθετο. Με βάση όλα όσα έχω αναφερει, καταλήγω ότι δεν παρέχεται ικανοποιητικό υπόβαθρο στο οποίο στο Δικαστήριο θα μπορούσε να στηριχθεί ώστε να προβεί σε οποιοδήποτε εύρημα αναφορικά με τη διαδικασία που ακολουθήθηκε, τυχόν ύπαρξης σφάλματος, αντικανονικότητας στην διαδικασία ή ανάρμοστης συμπεριφοράς του διαιτητή. Κατάληξη Ενόψει των όσων ανέφερα η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των Καθ' ων η Αίτηση και εναντίον των Αιτητών όπως αυτά θα υπολογιστούν και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............... Ε. Ευθυμιου-Ανδρέου, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητή [1] Με τον Νόμο 107(Ι)/2013 (σε ισχύ από 9.9.2013, Ε.Ε. Παρ. Ι(Ι), Αρ. 4404) το άρθρο 52
(2)τροποποιήθηκε ως ακολούθως: «
(2)Ο Έφορος δύναται, με τη λήψη της δυνάμει του εδαφίου
(1)παραπομπής: (α) να επιχειρήσει συνδιαλλαγή της διαφοράς ή (β)να παραπέμπει τη διαφορά προς επίλυση σε διαιτησία η οποία διεξάγεται σύμφωνα με τις διατάξεις των Θεσμών που εκδίδονται δυνάμει του εδαφίου
(6)». [2] Με τον Νόμο 107(Ι)/2013 (σε ισχύ από 9.9.2013, Ε.Ε. Παρ. Ι(Ι), Αρ. 4404) το άρθρο 52
(2)τροποποιήθηκε ως ακολούθως: «
(2)Ο Έφορος δύναται, με τη λήψη της δυνάμει του εδαφίου
(1)παραπομπής: (α) να επιχειρήσει συνδιαλλαγή της διαφοράς ή (β)να παραπέμπει τη διαφορά προς επίλυση σε διαιτησία η οποία διεξάγεται σύμφωνα με τις διατάξεις των Θεσμών που εκδίδονται δυνάμει του εδαφίου
(6)». [3] An Arbitrator must decide upon the evidence put before him by the parties, and not by materials obtained otherwise. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο