← Κύπρος

Μάριος Λοιζου ν. Ανδρέας Λοιζιδης, Αρ. Αγωγής: 1656/2010, 4/11/2016

Μάριος Λοιζου ν. Ανδρέας Λοιζιδης, Αρ. Αγωγής: 1656/2010, 4/11/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2016:A458 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Ε.Ευθυμίου-Ανδρέου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1656/2010 Μεταξύ: Μάριος Λοιζου Ενάγοντα -και- Ανδρέας Λοιζιδης Εναγομένου Ημερομηνία: 4 Νοεμβρίου 2016 Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα: κος Λ. Λυσάνδρου Για τον Εναγόμενο: κος Α. Σαουρής ------------------------------------------------------------------------------------------------------ Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι Έγγραφες προτάσεις. Ο Ενάγόντας ήγειρε την παρούσα αγωγή με γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα αξιώνοντας αποζημιώσεις για κατ' ισχυρισμό δυσφημιστικές προφορικές δηλώσεις του Εναγομένου εναντίον του. Πιο συγκεκριμένα είναι θέση του Ενάγοντα στην έκθεση απαίτησης ότι κατά τη διάρκεια της ετήσιας γενικής Συνέλευσης του Συνδέσμου Γονέων Ενήλικων Ατόμων με νοητική αναπηρία «Απόστολος Λουκάς» (στο εξής «ο Σύνδεσμος») η οποία έλαβε χώρα στις 12/7/06 ο Εναγόμενος εκ προθέσεως και κακόβουλα δυσφήμησε τον ίδιο ενώπιον των παρευρισκομένων με την έκφραση «να σας πω εγώ ποιος τρώει τα λεφτά των παιδιών σας». Είναι η θέση του Ενάγοντα ότι ο Εναγόμενος αμαύρωσε την προσωπικότητα του τόσο ενώπιον των μελών του Συνδέσμου όσο και ενώπιον του ευρύτερου κοινωνικού συνόλου. Ο Εναγόμενος υπό την ιδιότητα του ως λειτουργός του γραφείου ευημερίας εξέθεσε τον Ενάγοντα σε περιφρόνηση και χλεύη με τα λόγια του, αποτέλεσμα των οποίων ήταν ο Ενάγοντας να μην επανεκλεγεί στην θέση του προέδρου του Συνδέσμου στις εκλογές που ευθύς αμέσως ακολούθησαν την οποία κατείχε μέχρι εκείνη την ημέρα. Πέραν της δυσφήμισης ο Ενάγοντας ισχυρίζεται ότι ο Εναγόμενος βρισκόταν παράνομα στην Συνέλευση του Συνδέσμου και χωρίς να έχει την απαραίτητη εξουσιοδότηση ή εντολές από την Υπηρεσία του, το Γραφείο Ευημερίας, με αποτέλεσμα να βρεθεί ένοχος μετά από ακρόαση σε κατηγορία εγκληματικής παρέμβασης στην υπ' αριθμό ποινική υπόθεση 16549/07 σε σχέση με την παρουσία του στην εν λόγω Συνέλευση. Στην έκθεση υπεράσπισης και ανταπαίτησης ο Εναγόμενος αρνείται το περιεχόμενο της έκθεσης απαίτησης και ισχυρίζεται ότι η γενική Συνέλευση του Συνδέσμου ήταν ανοιχτή προς το κοινό και η παρουσία του ίδιου ήταν κατόπιν προσκλήσεως από γονείς των ατόμων του ιδρύματος. Σε σχέση με το κατ' ισχυρισμόν δυσφημιστικό σχόλιο ο Εναγόμενος αναφέρει ότι υπέδειξε στους γονείς και τα μέλη του Συνδέσμου ότι ο Ενάγόντας καρπώθηκε χρήματα που ανήκαν στον Σύνδεσμο. Επί του σημείου τούτου ο Εναγόμενος επικαλείται τις υπερασπίσεις του έντιμου σχολίου, της αλήθειας και του προνόμιου υπό επιφύλαξη. Ο Εναγόμενος περαιτέρω προβάλλει ανταπαίτηση ότι στην ίδια γενική Συνέλευση ο Ενάγόντας αναίτια αποκάλεσε και/ή εξύβρισε και/ή δυσφήμισε τον Εναγόμενο με τις φράσεις «καραγκιόζη, παλιάνθρωπε, απατεώνα, παράνομε, ποιος σε κάλεσε ρε και ανακατεύεσαι μέσα στις δουλειές μου;» με αποτέλεσμα να εκτεθεί και να βλαφθεί η υπόληψη του αφού τα σχόλια αυτά έγιναν ενώπιον ατόμων που τον γνώριζαν. Στην απάντηση στην υπεράσπιση και υπεράσπιση στην ανταπαίτηση επαναλαμβάνονται οι ισχυρισμοί της εκθέσεως απαίτησης και επισημαίνεται από τον Ενάγοντα ότι τόσο η παρουσία του Εναγόμενου όσο και οι αναφορές του στα δυσφημιστικά σχόλια ήταν προσχεδιασμένα με απώτερο σκοπό την προώθηση της υποψηφιότητας του κ. Αντρέα Παναγιώτου για τη θέση του προέδρου του Συνδέσμου. Ο Ενάγόντας απορρίπτει ότι ο Εναγόμενος δικαιούται οποιαδήποτε θεραπεία αλλά και αρνείται τους ισχυρισμούς του Εναγόμενου σε σχέση με την κατ' ισχυρισμό δυσφήμιση εναντίον του. Η ακροαματική διαδικασία. Στην βάση των πιο πάνω δικογραφημένων θέσεων η υπόθεση προχώρησε σε ακρόαση. Κατά την ακρόαση κατέθεσαν έξι συνολικά μάρτυρες. Από πλευράς Εναγοντα κατέθεσε ο Ενάγόντας Μάριος Λοίζου (Μ.Ε.1), η Άννα Στυλιανού (Μ.Ε.2) και η Αναστασία Ζαρκάδη Κατσούρη (Μ.Ε.3). Από πλευράς του Εναγομένου κατέθεσαν ο ίδιος ο Εναγόμενος Αντρέας Λοϊζίδης (Μ.Υ.1), ο Αντρέας Παναγιώτου (Μ.Υ.2) και ο Χαράλαμπος Θεοκλήτου (Μ.Υ.3). Πέραν της προφορικής μαρτυρίας κατατέθηκαν και εννέα τεκμήρια. 1 Απόφαση στην ποινική υπόθεση 16549/07 2 Δέσμη αποδείξεων 3 Το κατηγορητήριο ποινικής υπόθεσης 16549/07 4 Γραπτή κατάθεση της κας Κατσούρη που δόθηκε στην Αστυνομία σε σχέση με την ποινική υπόθεση 16549/

  1. 5 Γραπτή κατάθεση του κ.Στίγκα σε σχέση με την ποινική υπόθεση 16549/07 6 Επιστολή ημερομηνίας 8/9/03 7 Κατάθεση ΜΥ1 στην αστυνομία 8 Πρακτικά γεν. Συνέλευση 1/11/06 9 Επιστολή του Αστ. Διευθυντή Επαρχίας Λεμεσού απευθυνόμενη στην κα. Σπύρου δικηγόρο. Δεν θα καταπιαστώ με το αχρείαστο και κουραστικό για τον αναγνώστη έργο της επαναληπτικής καταγραφής της μαρτυρίας. Τουναντίον θα προβώ σε μία επιγραμματική αναφορά στη μαρτυρία ενός εκάστου των μαρτύρων με αυτονόητη βέβαια διευκρίνιση ότι το σύνολο της δοθείσας μαρτυρίας το έχω διεξέλθει με κάθε προσοχή και η μετέπειτα διαπιστώσεις και ευρήματα του δικαστηρίου θα έχουν ως υπόβαθρο την αξιόπιστη και αποδεχτή μαρτυρία της υπόθεσης. Με αυτό το δεδομένο ο Ενάγόντας (Μ.Ε.1) στην κυρίως εξέταση υιοθέτησε γραπτή δήλωση και κατέθεσε τα πρώτα δύο τεκμήρια στην υπόθεση. Ο μάρτυρας ανέφερε τα γεγονότα που έλαβαν χώρα στην γενική Συνέλευση στις 12/7/06 όταν επαναδιεκδικούσε την εκλογή του ως πρόεδρος του Συνδέσμου. Εξήγησε στο Δικαστήριο ότι ο ίδιος ήταν γονέας παιδιού με νοητική αναπηρία το οποίο σήμερα δεν βρίσκεται πλέον στην ζωή και ότι ο ίδιος αφιέρωσε την ζωή του στην κοινωνία των παιδιών με ειδικές ανάγκες με ενεργό συμμετοχή σε όλες τις πτυχές που την αφορούσαν και έχαιρε εκτίμησης τόσο από την κοινωνία των γονέων παιδιών με ειδικές ανάγκες όσο και από επίσημους φορείς και οργανισμούς που τους αφορούσε το θέμα. Κατά την επίδικη ημερομηνία, 12/7/06 όταν πραγματοποιήθηκε η προγραμματισμένη ετήσια εκλογική Συνέλευση του Συνδέσμου ο ίδιος ήταν παρών μαζί με τα υπόλοιπα μέλη του Συνδέσμου. Παρών ήταν και ο Εναγόμενος ο οποίος κατά τον Ενάγοντα δεν είχε θέση ή λόγο στη Συνέλευση. Παρά ταύτα μετά την έναρξη της Συνέλευσης ο Εναγόμενος πήρε αυθαίρετα το λόγο και απευθυνόμενος στο κοινό είπε «Να σας πω εγώ ποιος τρώει τα λεφτά των παιδιών σας» . Του εν λόγω σχολίου ακολούθησε μεγάλη αναστάτωση με αποτέλεσμα η Γενική Συνέλευση να διαλυθεί χωρίς πεπραγμένα. Μετά την εν λόγω υπόδειξη του Εναγομένου και μετά από καταγγελία που έγινε στην αστυνομία ο ίδιος έτυχε έρευνας για υπεξαίρεση χρημάτων από την αστυνομία η οποία ουδέν μεμπτόν έδειξε. Ο Ενάγόντας εξέφρασε εντόνως την πεποίθηση ότι αποδόθηκαν σ' αυτόν τα αναληθή και δυσφημιστικά γι' αυτόν θέματα με απώτερο σκοπό την έκθεση του σε χλεύη και περιφρόνηση αλλά και καχυποψία από μερίδα ατόμων που δεν γνώριζαν τον ίδιο αλλά είχαν παιδιά με ειδικές ανάγκες. Ο ίδιος επέμενε ότι ο Εναγόμενος παράνομα βρισκόταν στην Συνέλευση και ότι η μοναδική πρόθεση του ιδίου ήταν να τον εκθέσει κάτι που πέτυχε. Διευκρίνισε ότι στη Συνέλευση ήταν παρόντα περίπου 40 μέλη του Συνδέσμου ενώ αρνήθηκε κατηγορηματικά ότι ο ίδιος έβρισε τον Εναγόμενο με οποιοδήποτε τρόπο. Στην αντεξέταση εξήγησε τον τρόπο επιχορήγησης του Συνδέσμου με ειδικά κρατικά κονδύλια ενώ δέχθηκε ερωτήσεις σε σχέση με παράπονα που υπήρχαν για το πρόσωπο του από γονείς των παιδιών που φοιτούσαν στο ίδρυμα τις οποίες αρνήθηκε ενώ διευκρίνισε ότι ο Εναγόμενος τον υπέδειξε με το χέρι του όταν προέβαινε στις δυσφημιστικές γι' αυτόν αναφορές. Δεύτερη μάρτυρας κλήθηκε η πρωτοκολλητής κα. Άννα Στυλιανού (Μ.Ε.2) η οποία στην ουσία κατέθεσε τα τεκμήρια 3, 4 και 5 τα οποία βρίσκονταν στην κατοχή της αφού αποτελούσαν μέρος του ποινικού φακέλου στην υπόθεση 16549/
  2. Η Μ.Ε.2 δεν έδωσε μαρτυρία επί των επίδικων θεμάτων. Τρίτη και τελευταία μάρτυρας για την πλευρά του Ενάγοντα κατέθεσε η κα. Αναστασία Ζαρκάδη Κατσούρη (Μ.Ε.3) η οποία ανέφερε ότι κατά το επίδικο χρόνο ήταν υπάλληλος του Συνδέσμου γονέων και εκτελούσε χρέη διευθύντριας του ιδρύματος. Η Μ.Ε.3 ανέγνωσε και υιοθέτησε την κατάθεση που έδωσε στην αστυνομία στις 11/5/07 και εξήγησε στο Δικαστήριο τα όσα συνέβησαν κατά τη γενική Συνέλευση την οποία είχε διευθετήσει με τον Ενάγοντα. Εξήγησε ότι απέστειλε τις επιστολές προσκλήσεις σε όλα τα μέλη που δικαιούντον να παρευρεθούν στην Συνέλευση καθώς και στον κ. Στίγκα τον αρμόδιο υπάλληλο του Γραφείου Ευημερίας για τα θέματα του Συνδέσμου. Η μάρτυρας εξήγησε ότι ο Εναγόμενος εισήλθε στην αίθουσα της γενικής Συνέλευσης χωρίς να έχει προσκληθεί κάτι που διαπίστωσε κατά τον έλεγχο των παρουσιών πριν την έναρξη της Συνέλευσης. Η μάρτυρας ανέφερε ότι ο Εναγόμενος απευθύνθηκε προς τα μέλη της Συνέλευσης και δείχνοντας με το χέρι τον Ενάγοντα είπε «να σας πω εγώ ποιος τρώει τα λεφτά των παιδιών σας» ενώ την ίδια ώρα κουνούσε στο χέρι του επιδεικτικά χαρτιά. Η μάρτυρας ανέφερε ότι ζητήθηκε από τον Ενάγοντα όπως ο Εναγόμενος καταθέσει τα στοιχεία που κρατούσε για τις δηλώσεις του αυτές ενώπιον του Συνδέσμου κάτι που ο ίδιος αρνήθηκε να πράξει. Στην αντεξέταση της εκφράστηκε με σιγουριά ότι ο Εναγόμενος λόγω της ιδιότητας του απολάμβανε την εμπιστοσύνη των γονέων των μελών του Συνδέσμου και με τις δηλώσεις του έθεσε τον Ενάγοντα σε αμφισβήτηση διευκρινίζοντας μάλιστα ότι ακόμα και η ίδια που γνώριζε τον Ενάγοντα πολύ καλά και είχε αγαστή συνεργασία μαζί του κλονίστηκε από τις αναφορές του Εναγόμενου. Ο Μ.Υ.1 έδωσε προφορική μαρτυρία και κατέθεσε στο Δικαστήριο τα τεκμήρια 6 και
  3. Ανέφερε ότι υπηρετεί ως λειτουργός στο γραφείο ευημερίας από το
  4. Το 2000 ανέλαβε εξειδικευμένα καθήκοντα για παιδιά με ειδικές ανάγκες που βρίσκονταν σε ιδρύματα ανάμεσα στα οποία και το ίδρυμα Αποστόλου Λουκά. Ο Μ.Υ.1 ανέγνωσε και υιοθέτησε την κατάθεση που έδωσε στην αστυνομία μετά τη γενική Συνέλευση του Συνδέσμου στις 17/4/
  5. Εξήγησε ότι παρευρέθηκε στη Συνέλευση μετά από προφορική πρόσκληση από γονείς των παιδιών την οποία και αποδέχθηκε. Κατά τον Μ.Υ.1 η όλη αναστάτωση προήλθε όταν μέλος του Συνδέσμου ο κ. Αντρέας Παναγιώτου πήρε το λόγο ασκώντας κριτική στο πρόσωπο του Ενάγοντα για τη συμπεριφορά του απέναντι στα παιδιά του ιδρύματος η οποία προκάλεσε και αναστάτωση στη γενική Συνέλευση. Επί του σημείου τούτου ο Μ.Υ.1 ήταν πολύ ενδελεχής. Ανέφερε με παραπομπή στο καταστατικό του Συνδέσμου ότι ο Ανδρέας Παναγιώτου ζήτησε με επιστολή 3 εβδομάδες προηγουμένως να μιλήσει στα πλαίσια της εκλογικής Συνέλευσης τονίζοντας μάλιστα το δικαίωμα του να το πράξει. Επί της ουσίας , ο Μ.Υ.1 ανέφερε ότι δεν προέβη σε οποιαδήποτε δυσφημιστική δήλωση αλλά υπέδειξε στη Συνέλευση κατονομάζοντας τον Ενάγοντα, μετά από μελέτη που έκανε στις οικονομικές καταστάσεις, ότι χρησιμοποίησε χρήματα του Συνδέσμου για αγορά γυαλιών ηλίου. Στην αντεξέταση η αναφορά του στις αποδείξεις δεν ήταν ξεκάθαρη. Η μαρτυρία του κατέδειξε ότι ο ίδιος δεν είχε προβεί σε οποιαδήποτε εξέταση των επίμαχων αποδείξεων αν και αναγνώρισε το Τεκμήριο 2 ως αποδείξεις τις οποίες επιθεώρησε ισχυριζόμενος ότι ενώ το ταξίδι των παιδιών στην Ελλάδα είχε καλυφθεί από το αντίστοιχο ελληνικό ίδρυμα, είχε ζητηθεί και από το γραφείο ευημερίας να καλύψει έξοδα για το ταξίδι αυτό, να «διπλοκαλύψει» όπως ο ίδιος χαρακτήρισε τα έξοδα των παιδιών. Ο Εναγόμενος περαιτέρω αναφέρθηκε στην κατ' ισχυρισμό δυσφήμηση εναντίον του λέγοντας ότι ο Ενάγόντας τον εξύβρισε ενώπιον των μελών προκαλώντας αναστάτωση στη Συνέλευση και τους παρευρισκομένους. Συγκεκριμένα ανέφερε ότι «το ξύλο του έλειψε» από τον Εναγοντα και ότι η συμπεριφορά του τον έθιξε απέναντι στους γονείς των παιδιών του Συνδέσμου οι οποίοι τον είχαν σε εκτίμηση και με τους οποίους διατηρούσε άριστες σχέσεις κατά τη διάρκεια της υπηρεσίας του στο συγκεκριμένο πόστο. Ο Μ.Υ.2 κατέθεσε στο Δικαστήριο τα τεκμήρια 8 και 9, έδωσε προφορική μαρτυρία και αντεξετάστηκε. Ο μάρτυρας ανέφερε ότι ήταν παρών στην επίδικη γενική Συνέλευση και άκουσε τις υβρισίες από μέρους του Ενάγοντα στο πρόσωπο του Εναγομένου. Ανέφερε στο Δικαστήριο ότι ο ίδιος έλαβε τη θέση του προέδρου στις εκλογές που έγιναν λίγο καιρό αργότερα του επίδικου συμβάντος, διευκρινίζοντας όμως ότι δεν αναδείχθηκε πρώτος σε σταυρούς προτίμησης και επικαλούμενος το τεκμήριο 8, πρακτικά της εκλογικής Συνέλευσης ημερομηνία 1/11/06 ανέφερε ότι ο Ενάγοντας επανεκλέγηκε στο συμβούλιο του Συνδέσμου το οποίο καταρτίζεται σε σώμα όχι συμφώνως των σταυρών προτίμησης αλλά με εσωτερική διαδικασία. Ο ίδιος ανέφερε ότι είναι πατέρας τριών παιδιών με ειδικές ανάγκες και ότι τόσο ο ίδιος όσο και άλλα μέλη του Συνδέσμου είχαν παράπονα από την συμπεριφορά του Ενάγοντα και για το λόγο αυτό έχασε τη θέση του ως πρόεδρος του Συνδέσμου. Ο Μ.Υ.3, επίσης γονέας παιδιού με ειδικές ανάγκες, κατέθεσε στο Δικαστήριο ότι ήταν παρών στην επίμαχη εκλογική Συνέλευση του Συνδέσμου και όταν ζήτησε να μιλήσει ο Μ.Υ.2 διακόπηκε από τον Ενάγοντα ενέργεια της οποίας ακολούθησε μεγάλη αναστάτωση. Ο μάρτυρας ανέφερε ότι ο Εναγόμενος αναφέρθηκε σε αποδείξεις που αφορούσαν εκδρομή του Συνδέσμου στην Ελλάδα, αρνήθηκε όμως ότι ανέφερε οτιδήποτε σε σχέση με την υπεξαίρεση χρημάτων από μέρους του Ενάγοντα. Στο μάρτυρα υποδείχθηκε ότι η μαρτυρία του δεν ήταν ειλικρινής αφού σκοπό είχε την εξάλειψη υποχρέωσης για την εργοδότηση της θυγατέρας του από τον Σύνδεσμο μετά την ανάληψη καθηκόντων προέδρου από τον Μ.Υ.
  6. Ο ίδιος αρνήθηκε και ανάφερε ότι το μόνο που θυμόταν ήταν τον Ενάγοντα να βρίζει τον Εναγόμενο με τις φράσεις «παλιάνθρωπε, απατεώνα, καραγκιόζη». Μετά το πέρας της μαρτυρίας του Μ.Υ.3 η σκυτάλη δόθηκε στους δικηγόρους των μερών για να παραθέσουν την επιχειρηματολογία τους προς υποστήριξη των θέσεων των πελατών τους. Αμφότεροι το έπραξαν με επάρκεια και πληρότητα, παραπέμποντας το Δικαστήριο στις εφαρμοστέες επί του ζητήματος νομικές αρχές και νομολογία. Συνέδεσαν δε τις αναφορές τους με τα επιμέρους γεγονότα της υπό συζήτηση υπόθεσης. Ο κάθε ένας βεβαία από τη δική του οπτική γωνία των πραγμάτων. Μέσα από την ανάλυση στην οποία έχουν προβεί, καταλήγουν αναπόφευκτα σε εκ διαμέτρου αντίθετα συμπεράσματα, Η θέση των δικηγόρων του Ενάγοντα είναι ότι η μαρτυρία που παρατέθηκε από πλευράς Ενάγοντα καταδεικνύει τα πραγματικά γεγονότα που έλαβαν χώρα στις 12/7/06 στα πλαίσια της εκλογικής Συνέλευσης του Συνδέσμου και υποστηρίζει ότι ο Εναγόμενος έχοντας ως σκοπό να βοηθήσει τον Μ.Υ.2 να εκλεγεί στη θέση του προέδρου του Συνδέσμου προέβηκε με πρόθεση και με πλήρη επίγνωση ως προς την αναλήθεια αυτών στις δυσφημιστικές δηλώσεις για το πρόσωπο του Ενάγοντα καταρρακώνοντας το κύρος και την αξιοπρέπεια του τελευταίου. Στηριζόμενος στην ερμηνεία του άρθρου 17 του Κεφ. 148 περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου επιχειρηματολογεί ότι δεν είναι απαραίτητη απόδειξη ειδικής ζημιάς στην υπό εξέταση περίπτωση αφού η δυσφήμιση που έγινε στο πρόσωπο του Ενάγοντα απέδωσε σ' αυτόν έγκλημα που δύναται να επισύρει ποινή φυλάκισης και συγκεκριμένα το έγκλημα της υπεξαίρεσης χρημάτων. Στον αντίποδα η αγόρευση του Εναγομένου υποστηρίζει ότι το Δικαστήριο με βάση την ενώπιον του προσαχθείσα μαρτυρία θα πρέπει να προτιμήσει την εκδοχή της πλευράς του Εναγομένου παραθέτοντας και επιχειρηματολογία σε σχέση με τις υπερασπίσεις της αλήθειας, του έντιμου σχολίου και του προνομιούχου δημοσιεύματος. Η πλευρά του Εναγομένου θεωρεί ότι η γενική και αόριστη αναφορά του Ενάγοντα στην απόδοση σ' αυτόν από τον Εναγόμενο εγκλήματος επιχειρηματολογώντας ότι δεν υπάρχουν στον ποινικό κώδικα ή σε άλλο νομοθέτημα που ισχύει στην Κυπριακή Δημοκρατία ποινικό αδίκημα κατάχρησης ή υπεξαίρεσης χρημάτων και αφ' ης στιγμής δεν υπάρχει στην συγκεκριμένη περίπτωση σαφής περιγραφή του αποδιδομένου εγκλήματος για να βασιστεί η αξίωση του Ενάγοντα το Δικαστήριο δεν πρέπει να αποδεχθεί την εν λόγω θέση. Εισηγείται δε ότι ελλείψη στοιχειοθέτησης οποιασδήποτε ειδικής ζημίας ο Ενάγων έχει αποτύχει να αποδείξει την υπόθεση του. Σε εκ διαμέτρου αντίθετη θέση κινείται η αγόρευση του Εναγομένου σε ότι αφορά την ανταπαίτηση όπου και ισχυρίζεται ότι τα σχόλια και η δυσφήμιση που έγινε στον ίδιο είχε ως στόχο να τον βλάψουν και να επηρεάσουν την υπόληψη του Εναγομένου στο επάγγελμα του αφού οι φράσεις που χρησιμοποιήθηκαν εμπεριέχουν στην άποψη και στο μυαλό του μέσου ανθρώπου το στοιχείο της απαξίωσης της εντιμότητας και ηθικής, έννοιες που κατά τον ευπαίδευτο συνήγορο είναι απόλυτα συνυφασμένες με το κάθε επάγγελμα και ιδιαιτέρως με το επάγγελμα ενός κυβερνητικού υπαλλήλου σε ευαίσθητο πόστο όπως ο Εναγόμενος. Με αυτή την επιχειρηματολογία θεωρεί ότι η δυσφήμηση που έγινε στον Εναγόμενο εμπίπτει στις εξαιρέσεις του άρθρου 17.

(3)του Κεφ.148 και ως εκ τούτου καλεί το Δικαστήριο να επιδικάσει υπέρ του Εναγομένου ποσό αποζημιώσεων. Αξιολόγηση μαρτυρίας Έρχομαι τώρα στην αξιολόγηση της μαρτυρίας, η οποία, ως προκύπτει από τα προηγηθέντα, θα αφορά την ουσία του λόγου απάντων των μαρτύρων. Τους μάρτυρες, τους παρακολούθησα με κάθε προσοχή ενώ κατέθεταν ενώπιον μου. Βάσει των όσων είδα και άκουσα έχω προβεί σε αποτίμηση της αξιοπιστίας τους, στηριζόμενος σε καθιερωμένες αρχές αξιολόγησης, όπως, την σταθερότητα, ευθύτητα και φυσικότητα των απαντήσεων τους, την ιδιαίτερη σχέση και το συμφέρον τους στην υπόθεση, την ύπαρξη ή μη ουσιαστικών αντιφάσεων και την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Ο Μ.Ε.1 μου προξένησε εξαιρετική εντύπωση. Ανέφερε στο Δικαστήριο τα γεγονότα όπως τα έζησε με ακρίβεια. Υπήρχαν στιγμές της ακροαματικής διαδικασίας ακόμα και κατά την κυρίως εξέταση του που δάκρυσε θυμούμενος την προσβολή που έγινε στο πρόσωπό του, παρά το γεγονός ότι εξιστορούσε στο Δικαστήριο γεγονός που είχε συμβεί 10 χρόνια προηγουμένως. Κρίνω ότι ο Μ.Ε.1 κρίνω ότι κατέθεσε με ειλικρίνεια για όσα συνέβησαν κατά την Συνέλευση και όσα ακολούθησαν του σχολίου που έκανε για αυτόν ο Εναγόμενος, ότι δηλαδή απομονώθηκε από γονείς και μέλη της κοινότητας των ατόμων με ειδικές ανάγκες και ότι η αστυνομική έρευνα που ακολούθησε τον εξευτέλισε αν και απεδείχθηκε ότι δεν υπήρχε κανένα στοιχείο εναντίον του. Ο Μ.Ε.1 θεωρώ ότι διατύπωσε αληθώς τα όσα συνέβησαν κατα την επίδικη ημερομηνία. Ο Μ.Ε.1 δεν υπέπεσε σε αντιφάσεις και οι θέσεις του παρέμειναν ακλόνητες επί των ουσιωδών επίδικων θεμάτων γεγονός που καταδεικνύει και την αλήθεια των ισχυρισμών του. Επί της ουσίας ο Ενάγοντας δεν υπέστηκε τη βάσανο της αντεξέτασης σε σχέση με το σχόλιο το οποίο ισχυρίζεται ότι έκαμε γι 'αυτόν ο Εναγόμενος. Τουναντίον μέσα από την αντεξέταση έγινε προσπάθεια υποβολής ότι το σχόλιο του Εναγομένου ήταν καλόπιστο και αληθές. Ένα μεγάλο μέρος της αντεξέτασης, ανεπιτυχώς, εστιάστηκε στην ποινική υπόθεση εναντίον του Εναγόμενου για εγκληματική παρέμβαση και σε σχέση με το νόμιμο ή όχι της παρουσίας του Εναγομένου στην εκλογική Συνέλευση, ενώ έγινε προσπάθεια κλονισμού της μνήμης του από τον συνήγορο του Εναγομένου και πάλι ανεπιτυχώς. Ο Ενάγοντας, εξήγησε την έκταση που έλαβε το σχόλιο του Εναγομένου λόγω της θέσης λειτουργού που κατείχε στο Γραφείο Ευημερίας και της αναγνωρισιμότητας του μεταξύ των γονέων ατόμων με ειδικές ανάγκες. Με αυτό ως κατακλείδα αποδέχομαι τη μαρτυρία του Μ.Ε.1 στην ολότητά της. Η Μ.Ε.2 πρωτοκολλητής υπεύθυνη του ποινικού τμήματος του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού κατά τον ουσιώδη χρόνο κατέθεσε έγγραφα σχετικά με την ποινική υπόθεση υπ' αριθμό 16549/07 η οποία εκδικάστηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού κρίνοντας τον Εναγόμενο στην παρούσα υπόθεση κατηγορούμενο στην υπό αναφορά ποινική υπόθεση ένοχο στην κατηγορία της εγκληματικής παρέμβασης καθώς και γραπτές καταθέσεις που λήφθηκαν στα πλαίσια της εν λόγω υπόθεσης από την αστυνομία. Η μάρτυράς ουδεμία προσωπική γνώση των γεγονότων είχε συνεπώς η μαρτυρία της δεν χρήζει οποιασδήποτε αξιολόγησης. Η Μ.Ε.3 προξένησε στο Δικαστήριο εξαιρετική εντύπωση. Η μαρτυρία της ήταν άμεση, ξεκάθαρη και ανεπιτήδευτη. Ετοιμόλογη και χωρίς περιστροφές απάντησε σε όλες τις ερωτήσεις που τέθηκαν σ' αυτήν χωρίς να υποπέσει σε αντιφάσεις. Η μαρτυρία της επιβεβαίωσε τη μαρτυρία του Μ.Ε.1 σε ότι αφορά τα γεγονότα της Συνέλευσης . Ανέφερε ξεκάθαρα ότι άκουσε τον Εναγόμενο να αναφέρεται στον Ενάγοντα υποδεικνύοντας τον με την φράση «να σας πω εγώ ποιος τρώει τα λεφτά των παιδιών σας» παρουσία των μελών του Συνδέσμου. Πέραν της επιβεβαίωσης της μαρτυρίας του Μ.Ε.1 η μαρτυρία της Μ.Ε.3 έριξε και φως στο θέμα των αποδείξεων. Η μάρτυς εξήγησε ότι η αγορά των γυαλιών ηλίου το ποσό που δαπανήθηκε δηλαδή, αφαιρέθηκε από την ίδια και δεν ζητήθηκε ποτέ να πληρωθεί από το σχετικό ταμείο του Γραφείου Ευημερίας. Προέβη δε σε μια αναλυτική επεξήγηση του Τεκμηρίου 2, της κατάστασης δηλαδή των αποδείξεων, για να αιτιολογήσει τη θέση της εξηγώντας ότι η εν λόγω κατάσταση ετοιμάστηκε από την ίδια. Η μάρτυς αν και δήλωσε ότι είχε εξαιρετική σχέση με τον Ενάγοντα κρίνω ότι διατήρησε ίσες αποστάσεις και ανέφερε στο Δικαστήριο τα γεγονότα όπως τα έζησε. Δεν δίστασε να παραδεχθεί ότι ακόμα και η ίδια επηρεάστηκε από το σχόλιο του Εναγομένου χωρίς να υποπέσει σε οποιεσδήποτε αντιφάσεις και χωρίς να έχει κλονιστεί η μαρτυρία της από την αντεξέταση η οποία εστιάστηκε κυρίως σε υπόνοια της πλευράς του Εναγομένου ότι η μάρτυς έδωσε ψευδή μαρτυρία γιατί με την απομάκρυνση του Ενάγοντα από τη θέση του Προέδρου η ίδια έχασε την διευθυντική θέση που είχε στο ίδρυμα. Η μάρτυς ανέφερε ξεκάθαρα ότι δεν είχε καλή συνεργασία με τον επόμενο πρόεδρο γεγονός όμως που δεν μπορεί να θολώσει τη μαρτυρία που έδωσε ενώπιον του Δικαστηρίου σε σχέση με το επίδικο θέμα. Με αυτό ως κατακλείδα αποδέχομαι τη μαρτυρία της Μ.Ε.2 στην ολότητά της. O Μ.Υ1 ο Εναγόμενος, κατέθεσε γραπτώς και αντεξετάστηκε. Ο μάρτυρας δημιούργησε στο Δικαστήριο την εντύπωση ότι πρόκειται για ένα άτομο που δεν ήρθε στο Δικαστήριο να πει την αλήθεια αλλά να δώσει μια εκδοχή η οποία κατά την κρίση του τον βόλευε. Η μαρτυρία του αποσκοπούσε ,κατά το μέγιστο, στο να ενισχύσει την δικογραφημένη εκδοχή του παρά στο να πει στο Δικαστήριο τα γεγονότα ως εξελίχθηκαν και απορρίπτεται στην ολότητά της. Οι δε αναφορές του σε κακοδιαχείριση των οικονομικών του Συνδέσμου δεν διαταράχθηκαν ούτε και όταν ετέθηκε σ' αυτόν η εξήγηση ότι επρόκειτο για λανθασμένη εκτίμηση του ιδίου. Επιμελώς δεν απαντούσε στις ερωτήσεις του συνηγόρου του Ενάγοντα καταδεικνύοντας ότι φοβόταν να εκφραστεί ελεύθερα. Η αμετανόητη δε στάση του άφησε στο Δικαστήριο πολύ άσχημη εντύπωση. Μπορούσε ακόμα και στο στάδιο της ακρόασης να αποδεχθεί ότι έκαμε λάθος ή ότι δεν ήλεγξε ορθά τις αποδείξεις για τις οποίες κατηγόρησε τον Ενάγοντα. Τουναντίον όμως παρέμεινε ακλόνητος στις θέσεις του και επέμενε σε κατ' ισχυρισμό κακομεταχείριση από μέρους του Ενάγοντα των οικονομικών του Συνδέσμου. Η όλη στάση του Μ.Υ.1 φανέρωνε και εμπάθεια στο πρόσωπο του Ενάγοντα η οποία δεν έβρισκε έρεισμα σε πραγματικά γεγονότα αλλά επίπλαστα. Ένα άλλο θέμα που συνθέτει την στάση του Μ.Υ.1 είναι και οι επιμελείς αναφορές σε σχέση με γεγονότα που προηγήθησαν της Συνέλευση και συγκεκριμένα οι αναφορές του για την επιθυμία παρέμβασης του κ.Ανδρέα Παναγιώτου δια επιστολής καθώς και οι αναφορές του με λεπτομέρεια στις πρόνοιες του καταστατικού του Συνδέσμου. Αυτή η μελέτη καταδεικνύει γνώση γεγονότων που προηγήθηκαν της Συνέλευσης και προετοιμασία του ιδίου σε σχέση με αυτή. Η δε όλη μαρτυρία του κατατροπώθηκε όταν τα παρουσιάστηκαν στο Δικαστήριο οι αποδείξεις που κατατέθηκαν στο Γραφείο Ευημερίας και οι οποίες δεν δείχνουν καμία προσπάθεια απόσπασης χρημάτων από τον Ενάγοντα για αγορά γυαλιών ηλίου. Σε σχέση δε με τα όσα ο ίδιος ανέφερε για το σχόλιο που έγινε στον ίδιο από τον Ενάγοντα απορρίπτω εξολοκλήρου έχοντας κρίνει ότι η μαρτυρία του Μ.Υ.1 δεν είχε ως άξονα την αλήθεια. Με αυτο ως κατακλείδα η μαρτυρία του Μ.Υ.1 απορρίπτεται στην ολότητα της. Ο Μ.Υ.2 έδωσε μαρτυρία σε πλήρη συνάρτηση με τη μαρτυρία του Μ.Υ.1 και ήταν φανερό καθ΄ όλη τη διάρκεια της μαρτυρίας του ότι προσπαθούσε να βοηθήσει την υπόθεση του Εναγόμενου. Ο μάρτυρας καταδείχθηκε ότι ομοίως με τον Εναγόμενο έτρεφε εμπάθεια για το πρόσωπο του Ενάγοντα. Η μνήμη του ήταν επιλεκτική και αρνήθηκε ότι ο Εναγόμενος καταφέρθηκε εναντίον του Ενάγοντα με την έκφραση «να σας πω εγώ ποιος κλέβει τα λεφτά των παιδιών σας». Του υποβλήθηκε ότι ο ίδιος προχώρησε και σε καταγγελία του Ενάγοντα στην αστυνομία, υποβολή την οποία αρνήθηκε για να παραμείνει η θέση του μετέωρη όταν υποδείχθηκε σε αυτόν το Τεκμήριο 9, επιστολή ημερομηνίας 8/10/07, η οποία αφορά καταγγελία του ιδίου εναντίον του Ενάγοντα στην Αστυνομία. Ο μάρτυρας ήταν διστακτικός να απαντήσει στις ερωτήσεις της αντεξέτασης και παρακολουθώντας τον εντόπισα σε διάφορες περιπτώσεις να στρέφεται προς τον Εναγόμενο σε αναζήτηση της «ορθής» απάντησης. Δεν χωρεί αμφιβολία στο μυαλό μου ότι ο Μ.Υ.2 δεν ήρθε στο Δικαστήριο για να πει την αλήθεια και ως εκ τούτου η μαρτυρία του απορρίπτεται εξ΄ ολοκλήρου. Ο Μ.Υ.3 ομοίως δεν προξένεσε στο Δικαστήριο καλή εντύπωση. Ήταν συγχυσμένος σε σχέση με τα γεγονότα που έλαβαν χώρα κατά την εκλογική Συνέλευση. Δεν θυμόταν σχεδόν καμία λεπτομέρεια σε σχέση με το επίδικο γεγονός, στο δε στάδιο της επανεξέτασης με δυσκολία ανέφερε ότι ο Ενάγων ύβρισε τον Εναγόμενο προσπαθώντας να σκεφτεί τις λέξεις που του είπε. Ο μάρτυρας έδωσε την εντύπωση στο Δικαστήριο ότι η μαρτυρία του, του είχε υποδειχθεί. Δεν ήταν σίγουρος για τα γεγονότα αλλά ήθελε να φαίνεται σίγουρος με μοναδικό κατά την κρίση του σκοπό να ενισχύσει την υπόθεση του Εναγόμενου. Η μαρτυρία του απορρίπτεται εξ΄ ολοκλήρου. Νομική Πτυχή Aνασκόπηση του σύγχρονου κοινοδικαίου είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα, αφού δείχνει μεταξύ άλλων τη διεύρυνση της έννοιας της «δυσφήμισης» σε συνάρτηση με τις σύγχρονες αντιλήψεις για θέματα υπόληψης, κοινωνικής υπόστασης και φήμης. (βλ. Το σύγχρονο δίκαιο της δυσφήμισης, Πολύβιος Γ. Πολυβίου, Έκδοση 2013, σελ. 143) Αρχικά, η κλασική διατύπωση του κοινοδικαίου είναι αυτή που δόθηκε στην υπόθεση Parmiter v. Coupland, [1840] 6 M&W 105, όπου το Αγγλικό Δικαστήριο, το 1840, θεώρησε ότι το αδίκημα της δυσφήμισης συνίσταται σε δημοσίευμα το οποίο, χωρίς νόμιμη δικαιολογία, έχει σαν σκοπό τη βλάβη της υπόληψης κάποιου προσώπου, εκθέτοντάς το σε μίσος, περιφρόνηση ή χλεύη: «A publication, without justification or lawful excuse, which is calculated to injure the reputation of another, by exposing him to hatred, contempt, or ridicule.». Στην υπόθεση Berkoff v. Burchill, [1996] 4 All ER 1008, το Αγγλικό Εφετείο διατύπωσε έναν περαιτέρω ορισμό της δυσφήμισης: «Κάποιο δημοσίευμα δύναται να συνιστά δυσφήμιση σε βάρος κάποιου προσώπου, διότι επηρεάζει δυσμενώς την αντιμετώπιση της οποίας τυγχάνει το πρόσωπο αυτό από άλλα πρόσωπα». To Δικαστήριο προκειμένω επικεντρώθηκε στο στοιχείο του «δυσμενούς επηρεασμού». (βλ. Το σύγχρονο δίκαιο της δυσφήμισης, Πολύβιος Γ. Πολυβίου, Έκδοση 2013, σελ. 145) «.the publication of which he complains may be defamatory of him, because it affects in an adverse manner the attitude of other people towards him". Στο εγχώριο δίκαιο, το αστικό αδίκημα της δυσφήμισης καθορίζεται στο άρθρο 17 των περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148, όπου προβλέπονται τα εξής: «17.1-
(1)Η δυσφήμιση συνίσταται στη δημοσίευση από οποιοδήποτε πρόσωπο με έντυπο γραπτό, ζωγραφιά, ομοίωμα, χειρονομίες, λόγια ή άλλους ήχους, ή με κάθε άλλο μέσο οποιασδήποτε φύσης, περιλαμβανομένης και της εκπομπής με ασύρματη τηλεγραφία δημοσιεύματος το οποίο- (α) αποδίδει σε άλλο πρόσωπο έγκλημα. ή (β) αποδίδει σε άλλο πρόσωπο ανάρμοστη συμπεριφορά σε δημόσια θέση. ή (γ) εκ φύσεως τείνει στο να βλάψει ή να επηρεάσει με δυσμένεια την υπόληψη άλλου προσώπου στο επάγγελμα, επιτήδευμα, την εργασία, απασχόληση ή τη θέση του. ή (δ) ενδέχεται να εκθέσει άλλο πρόσωπο σε γενικό μίσος, περιφρόνηση ή χλεύη. ή (ε) ενδέχεται να προκαλέσει την αποστροφή ή αποφυγή οποιουδήποτε προσώπου από άλλους. Για τους σκοπούς του εδαφίου αυτού «έγκλημα» σημαίνει ποινικό αδίκημα ή άλλη αξιόποινη πράξη βάσει οποιουδήποτε νομοθετήματος που ισχύει στη Δημοκρατία, καθώς και πράξη που τελέστηκε οπουδήποτε η οποία, αν τελείτο στη Δημοκρατία, θα ήταν αξιόποινη σε αυτή.
(2)Η ευθύνη την οποία υπέχει το πρόσωπο για δυσφημιστική δήλωση δεν είναι μικρότερη για μόνο το λόγο ότι- (α) προβαίνει σε αυτή υπό μορφή επανάληψης ή φημολογίας (hearsay). ή (β) αναφέρει έγκαιρα ή μεταγενέστερα την πηγή στην οποία στηρίζεται η δήλωση που έγινε. ή (γ) τηρουμένων των διατάξεων των άρθρων 1, 20 και 21, πιστεύει τη δήλωση ως αληθινή. ή (δ) δεν σκόπευε στην πραγματικότητα να προβεί σε αυτή ή να δημοσιεύσει αυτή για τον Ενάγοντα και ό,τι αφορούσε αυτόν. ή (ε) τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 22, αγνοούσε την ύπαρξη του Ενάγοντα. Νοείται ότι το Δικαστήριο δύναται να λάβει υπόψη αυτές ή παρόμοιες περιστάσεις κατά την επιδίκαση αποζημίωσης.
(3)Χωρίς απόδειξη ειδικής ζημιάς δεν είναι δυνατή η έγερση αγωγής για δυσφήμιση η οποία ενεργήθηκε με χειρονομίες, με λόγια ή άλλους ήχους, με εξαίρεση την εκπομπή με ασύρματη τηλεγραφία, εκτός όταν οι χειρονομίες, τα λόγια ή άλλοι ήχοι- (α) Αποδίδουν έγκλημα που δύναται να επισύρει στον Ενάγοντα σωματική ποινή η φυλάκιση σε πρώτη καταδίκη. (β) σκοπεύουν στο να βλάψουν ή να επηρεάσουν με δυσμένεια την υπόληψη του Ενάγοντα στο επάγγελμα, επιτήδευμα, εργασία, απασχόληση ή τη θέση του. (γ) αποδίδουν στον Ενάγοντα μεταδοτική ή μολυσματική νόσο. (δ) αποδίδουν σε γυναίκα ή κορασίδα μοιχεία ή ασέλγεια.
(4)Δυσφήμιση διαπράττεται και αν ακόμη το δυσφημιστικό της νόημα δεν εκφράζεται ευθέως ή πλήρως αρκεί αν το νόημα αυτό, και η αναφορά του σε αυτό που φέρεται ότι είναι δυσφημούμενο δύνανται να συναχθούν είτε από αυτή την ίδια την δυσφημιστική δήλωση είτε από εξωτερικές περιστάσεις, είτε μερικά από το ένα και μερικά από το άλλο." Ουσιαστικά, υπάρχουν δύο κατηγορίες δυσφήμισης: (α) λίβελος, που συνίσταται σε δημοσίευμα που γίνεται με μόνιμη μορφή και (β) προφορική δυσφήμιση (slander) η οποία έχει παροδική μορφή. Στην υπό κρίση υπόθεση, οι δικογραφημένοι ισχυρισμοί του Ενάγοντα αφορούν τη δεύτερη κατηγορία. Για να επιτύχει ο Ενάγόντας σε αγωγή για δυσφήμιση θα πρέπει να αποδείξει τα πιο κάτω στοιχεία: (α) Ότι η δήλωση είναι δυσφημιστική. (β) Ότι η δήλωση αναφερόταν στον Ενάγοντα. (γ) Ότι η δήλωση αυτή δημοσιεύτηκε. Σε σχέση με τον χαρακτήρα της δήλωσης, κατά πόσον ένα δημοσίευμα είναι δυσφημιστικό ή όχι δεν εξαρτάται από την πρόθεση του προσώπου που έχει προβεί στην δυσφήμιση αλλά από το τι μεταδίδουν οι λέξεις στον μέσο συνηθισμένο άνθρωπο, λαμβάνοντας υπόψη τις περιστάσεις που περιβάλλουν την υπόθεση. Σχετικό και διαφωτιστικό είναι η πιο κάτω περικοπή από την Ελευθέριος Γαληνιώτης ν. Εκδοτικός Οίκος Διας Λτδ κ.α. (2011 1 Α.Α.Δ. 474). "Είναι οφειλόμενη όμως η παρατήρηση σε αυτό το στάδιο, ότι σε αγωγές για δυσφήμιση το θέμα κρίνεται από το Δικαστήριο ως πραγματικό ζήτημα αποδίδοντας στις λέξεις και φράσεις που χρησιμοποιούνται τη συνηθισμένη και φυσική τους έννοια, χωρίς να ενέχει σημασία για την εξαγωγή του συμπεράσματος ως προς το δυσφημιστικό ή όχι του κειμένου είτε η γνώμη του ιδίου του ενάγοντος, είτε η τυχόν μαρτυρία που προσφέρεται από διάφορα άτομα ως προς την ερμηνεία, νόημα ή γενική έννοια του κειμένου." Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Salmond on the Law of Torts, 16η έκδ., σελ. 142: «The statement is judged by the standard of an ordinary, right-thinking member of society. Hence the test is an objective one, and it is no defence to say that the statement was not intended to be defamatory or uttered by way of a joke.» Αν ένα δημοσίευμα είναι δυσφημιστικό ή όχι κρίνεται με βάση την αντικειμενική και πραγματική εξέταση των λέξεων ή φράσεων και της φυσικής και συνήθους έννοιας που αποδίδουν σ' αυτές ο ορθός και μέσος λογικά σκεπτόμενος άνθρωπος. Το νόημα που αποδίδεται σ' ένα δημοσίευμα δεν αποφασίζεται από τον συντάκτη του ή από το άτομο που το δημοσίευσε και στο τι σκοπούσε να αποδώσει αλλά ούτε και στην έννοια που τα πρόσωπα, προς τα οποία απευθύνεται το δημοσίευμα, του αποδίδουν. Δεν έχει σημασία εάν το άτομο προς το οποίο στρέφεται το δημοσίευμα το θεωρεί δυσφημιστικό, αλλά η εντύπωση από το μέσο λογικό πολίτη συνήθους νοημοσύνης (βλέπε Μιχάλης Ατταλίδης v. Χρίστου Ροδούλη
(2004)1 ΑΑΔ 1690). Εάν το Δικαστήριο καταλήξει θετικά ως προς το πρώτο στοιχείο πρέπει να εξετάσει στην συνέχεια κατά πόσο το δημοσίευμα αναφέρεται στον Ενάγοντα Εκεί όπου ο Ενάγόντας κατονομάζεται στο δημοσίευμα ή προσδιορίζεται ξεκάθαρα σε αυτό, δημιουργείται αγώγιμο δικαίωμα ακόμα και εάν αυτό προτίθετο να αφορά κάποιο άλλο πρόσωπο, οπότε σε τέτοια περίπτωση, τόσο ο Ενάγόντας όσο και το πρόσωπο αυτό έχουν αγώγιμο δικαίωμα. Το τρίτο και τελευταίο στοιχείο αφορά την απόδειξη δημοσίευσης της δήλωσης. Καμιά αγωγή για λίβελο δεν χωρεί εκτός εάν ο Ενάγόντας ισχυριστεί και αποδείξει ότι ο Εναγόμενος δημοσίευσε ή προκάλεσε τη δημοσίευση της δήλωσης που αφορά στον Ενάγοντα σε κάποιο τρίτο πρόσωπο άλλο από τον δυσφημούμενο (βλ. Halsbury's Laws of England Third Edition, Edited by Lord Simmons στις σελίδες 32 και 33, παράγραφοι 60 και 62). Εκτός εάν η δήλωση γίνεται καταληπτή από το πρόσωπο στο οποίο κοινοποιείται, δεν υπάρχει δημοσίευση και τούτο σημαίνει ότι το πρόσωπο αυτό πρέπει να έχει αντιληφθεί τόσο το νόημά της όσο και το ότι η δήλωση αναφέρεται στον Ενάγοντα Στο σύγγραμμα Gatley on Libel and Slander (11η έκδοση) επισημαίνεται σε σχέση με υποθέσεις προφορικής δυσφήμισης η αναγκαιότητα απόδειξης από μέρους του Εναγοντα ότι οι κατ' ισχυρισμό λέξεις ειπώθηκαν από τον Εναγόμενο. Η πιο κάτω περικοπή στις σελίδες 1167 και 1168 είναι διαφωτιστική: «Action for slander. Where there is no admission by the defendant that he spoke the words complained of or words to like effect, the claimant must call evidence of what the defendant said and of who heard him. The witnesses will usually be those who were present, but evidence is admissible of what the witness was told the defendant said by someone who was present. Evidence of the claimant as to what was said, and as to the presence of other people, may be insufficient, as the fact that there were other people around does not of itself entitle anyone to draw the conclusion that those people must have heard what was said. A tape recording of the slander would be admissible. The actual words alleged to have been published must be proved; it is not sufficient for witnesses to state what they conceive to be the substance or effect of the words, or their impression of what was said.» Περαιτέρω, ανασκόπηση της νομολογίας σε σχέση με άτομα που κατέχουν δημόσια θέση ή αξίωμα δείχνει ότι το πλήγμα στην υπόληψη ενός ατόμου με τέτοια θέση είναι παράγοντας που πρέπει να λογίζεται υπ΄όψην σε υποθέσεις δυσφήμισης. Στην Αγγλική υπόθεση Gough v Local Sunday Newspapers (North) Ltd. [2003] 1 WLR 1836 πρόσωπο με δημόσια θέση χαρακτηρίσθηκε ως ανίκανος σε σχέση με τον τρόπο που χειρίστηκε ζήτημα καταμέτρησης ψήφων που ήταν σε δέσμη που δεν λήφθηκε υπόψη κατά την ψηφοφορία αμέσως μετά τις εκλογές. Η έφεση της πρωτόδικης απόφασης εστιάστηκε στην υπεράσπιση της αλήθειας επειδή κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν εντοπίσθηκε συγκεκριμένη νομοθεσία ή κανόνας που να ρυθμίζει το συγκεκριμένο θέμα που προέκυψε μετά την ψηφοφορία επομένως, δεν μπορουσε να χαρακτηρισθεί κατ΄ομολογίαν ανίκανος στην απουσία ενδεδειγμένου τρόπου χειρισμού της κατάστασης. Περαιτέρω, στην Αγγλική υπόθεση Parmiter v Coupland (1840 6 M and W) επεξηγηθηκε ότι έχει δυσφημιστική έννοια όποια αναφορά σε πρόσωπο με δημόσια θέση που ενεργεί κατά την εκτελέση των καθηκόντων του με μη νόμιμο τρόπο, άδικα ή όταν του αποδίδεται ότι είναι διεφθαρμένος. Με βάση, λοιπόν, την πιο πάνω αξιολόγηση και την ενώπιόν του Δικαστηρίου αποδεκτή μαρτυρία, διαπιστώνεται ότι τα ουσιώδη πραγματικά γεγονότα που συνθέτουν την παρούσα υπόθεση και τα οποία αποτελούν ευρήματα του Δικαστηρίου, έχουν ως ακολούθως:
  1. Στις 12/7/06, πραγματοποιήθηκε η γενική Συνέλευση του Συνδέσμου γονέων ενηλίκων ατόμων με νοητική στέρηση Απόστολος Λουκάς.
  2. Η Συνέλευση ήταν εκλογική και τη θέση του προέδρου επαναδιεκδικούσε ο Ενάγόντας, μέχρι τότε πρόεδρος.
  3. Ο Εναγόμενος δεν ήταν προσκεκλημένος στην Εκλογική Συνέλευση από τον Σύνδεσμο Γονέων και δεν εκπροσωπούσε σε αυτή το Γραφείο Ευημερίας.
  4. Ενώ διενεργούνταν οι διαδικασίες της Γενικής Συνέλευσης ο Εναγόμενος πήρε αυθαίρετα το λόγο και είπε ¨Να σας πω εγώ ποιος τρώει τα λεφτά των παιδιών σας» υποδεικνύοντας τον Ενάγοντα.
  5. Ενώ έκανε αυτή την δήλωση ο Εναγόμενος επιδείκνυε αποδείξεις τις οποίες ανέμιζε επιδεικτικά απευθυνόμενος προς το κοινό της Συνέλευσης.
  6. Ο Ενάγόντας ζήτησε να καταθέσει ο Εναγόμενος τις αποδείξεις που κρατούσε αλλά αρνήθηκε να το πράξει.
  7. Του επεισοδίου αυτού ακολούθησε έντονη συζήτηση μεταξύ των διαδίκων που είχε ως αποτέλεσμα τα μέλη της Συνέλευσης να αποχωρήσουν και τη Συνέλευση να διαλυθεί. Με βάση τα πιο πάνω ευρήματα το Δικαστήριο οφείλει να εξετάσει κατά πόσο το σχόλιο «να σας πω εγώ ποιος τρώει τα λεφτά των παιδιών σας» είναι δυσφημιστικό. Όπως προκύπτει από πληθώρα δικαστικών αποφάσεων ο βασικός άξονας για να καταλήξει το Δικαστήριο κατά πόσο ένα σχόλιο είναι δυσφημιστικό είναι ο μέσος λογικός άνθρωπος. Σε παλαιότερες αγγλικές υποθέσεις το κριτήριο αυτό φαίνεται να είναι η συνήθης κοινωνική αντίληψη. Στην υπό κρίση περίπτωση ο Εναγόμενος κατηγόρησε τον Ενάγοντα ότι έκλεψε λεφτά και μάλιστα από το ταμείο του Συνδέσμου τα οποία αξιοποιούνταν για τα παιδιά με ειδικές ανάγκες ενώπιον των άμεσα ενδιαφερομένων-γονέων των παιδιών με ειδικές ανάγκες. Η ουσιαστική ερμηνεία της φράσης «να σας πω εγώ ποιος τρώει τα λεφτά των παιδιών σας» στο μυαλό του μέσου λογικού ανθρώπου δεν μπορεί να ποικίλει. Ως εκ τούτου καταλήγω ότι το σχόλιο που έγινε από τον Εναγόμενο στον Ενάγοντα ήταν δυσφημιστικό. Έχοντας ικανοποιηθεί ότι το σχόλιο ήταν δυσφημιστικό, προκύπτει από τα ευρήματα του Δικαστηρίου και από την αποδεκτή ενώπιον του μαρτυρία ότι το σχόλιο δημοσιεύτηκε, ειπώθηκε στην υπό εξέταση περίπτωση από τον Εναγόμενο στην παρουσία των μελών της εκλογικής Συνέλευσης και ότι αφορούσε τον Εναγοντα αφού τον υπέδειξε στους παρευρισκομένου, οι οποίοι αντελήφθηκαν από την χειρονομία του Εναγόμενου ότι αφορούσε τον Ενάγοντα. Συνεπώς κρίνω ότι στοιχειοθετούνται συσσωρευτικά όλα τα βασικά συστατικά στοιχεία και ότι ο Ενάγόντας έχει αποδείξει ότι στις 12/7/2006 έγινε η προφορική δυσφήμιση εναντίον του από τον Εναγόμενο. Καθ'ότι η παρούσα αφορά αγωγή για προφορική Δυσφήμηση και όχι λιβελλο το έργο του Δικαστηρίου δεν τελειώνει στην διαπίστωση ότι συντρέχουν τα συστατικά στοιχεία του αστικού αδικήματος. Η σημασία της διάκρισης είναι ότι στην προφορική δυσφήμιση, εκτός από τις εξαιρέσεις που προσδιορίζονται στο άρθρο 17 1.
(1), θα πρέπει να αποδεικνύεται ειδική ζημιά (άρθρο 17.1
(3)) για να επιτύχει ο Εναγων στην αγωγή . Στην παρούσα περίπτωση η εισήγηση από πλευράς συνηγόρου για τον Εναγοντα είναι ότι δεν χρειάζεται απόδειξη ειδικής ζημιάς, αν και κατά την ακρόαση προωθήθηκε το θέμα απώλειας της θέσης του Προέδρου του Συνδέσμου Γονεών που κατείχε ο Ενάγόντας, αφού η δυσφήμιση που έγινε στο πρόσωπο του Εναγοντα απέδιδε σε αυτόν έγκλημα που μπορεί να επισύρει ποινή φυλάκισης. Στον αντίποδα γίνεται εισήγησης από μέρους του συνήγορου του Εναγομένου ότι το σχόλιο δεν εμπίπτει στις κατηγορίες στις οποίες δίνεται εκ του νόμου εξαίρεση για απόδειξη ειδικής ζημιάς αφού το σχόλιο κατά τον ίδιο δεν προκύπτει έμμεση ή άμεση κατηγορία για διάπραξη οποιουδήποτε αδικήματος το οποίο τιμωρείται με φυλάκιση. Με κάθε σεβασμό προς το συνήγορο του Εναγόμενου, η εν λόγω θέση του είναι πλήρως αναιτιολόγητη και ανεδαφική. Ο Ποινικός Κώδικας που ισχύει στην Κυπριακή Δημοκρατία, προσδιορίζει σειρά από αδικήματα υπεξαίρεσης και κλοπής χρημάτων τα οποία φαίνεται ότι παραγνωρίζει η πλευρά του Εναγομένου. Το σύγγραμμα Street on Torts ,13η έκδοση, 2011 κεντρίζει το ζήτημα της κατηγορίας για διάπραξη αδικήματος αναφέροντας τα ακόλουθα: "The limits of this exception cannot precisely be defined because it is not settled whether the reason for it is the social ostracism resulting from such a slander, or the putting of the claimant in jeopardy, or even some other matter. At the very least, the following points are incontrovertible. The crime must be one for which the claimant could be imprisoned forthwith. The statement 'I know enough to put you in gaol' is therefore actionable per se. (Webb v Beavan
(1883)11 QBD 609. This illustration also shows that a general imputation of criminality without reference to a specific offence is sufficient). Στην πιο πάνω αγγλική υπόθεση, νομολογήθηκε ότι προς επίκληση της εξαίρεσης δεν χρειάζεται το σχόλιο να αναφέρεται σε συγκεκριμενοποιημένο αδίκημα, αλλά είναι αρκετό να έχει καταδειχθεί γενικώς η στοιχειοθέτηση κάποιου αδικήματος. Η κλοπή ως αδίκημα είναι ευρέως γνωστή στην κοινωνία και το ίδιο το ρήμα «κλέβει» δεν αφήνει περιθώρια άλλης ερμηνείας ως εκ τούτου, έχω ικανοποιηθεί ότι το επίδικο δυσφημιστικό σχόλιο εμπίπτει στις εξαιρέσεις του άρθρου 171.
(1)και ως εκ τούτου δεν είναι απαραίτητη η ύπαρξης οποιασδήποτε ειδικής ζημιάς από πλευράς Ενάγοντα. Η υπεράσπιση κάνει λόγο ότι το σχόλιο ήταν αληθές. Τα βασικά στοιχεία της υπεράσπισης της αλήθειας έχουν παρατεθεί από τον Έντιμο Δικαστή Ναθαναήλ στην υπόθεση Ελευθεριος Γαληνιώτης -ν- Εκδοτικού Οίκου Διας κ.α.(πιο πάνω) «Όσον αφορά την υπεράσπιση της αλήθειας («justification») της οποίας το βάρος απόδειξης φέρει ο Εναγόμενος, εφόσον δεν εναπόκειται στον ενάγοντα να αποδείξει το ψεύδος του κειμένου (Beevis v. Dawson [1957] 1 QBD 195), αυτή όπως το θέτει και το σύγγραμμα Salmond on the Law of Torts, - ανωτέρω - σελ. 160, είναι πάντοτε επικίνδυνη διότι τυχόν ανεπιτυχής προσπάθεια θεμελίωσης της αλήθειας του κειμένου, μπορεί να θεωρηθεί εν τέλει επιβαρυντική της αρχικής ζημιογόνας πράξης της δημοσίευσης. Αυτό, διότι αν το κείμενο είναι τελικώς ψευδές, δεν έχει σημασία για σκοπούς υπεράσπισης ότι ο Εναγόμενος έντιμα και εύλογα πίστευε ότι ήταν ορθό. Η αλήθεια κάθε λεπτομέρειας των γεγονότων στο δημοσιευμένο κείμενο δεν χρειάζεται να αποδειχθεί, υπό την αίρεση ότι η ουσία του δημοσιεύματος είναι αληθής, οι δε λεπτομέρειες που αποδεικνύονται αναληθείς δεν επιδεινώνουν τον δυσφημιστικό χαρακτήρα του κειμένου ή διαφοροποιούν τη φύση του. Όπως εξηγείται και στον Street on Torts - ανωτέρω - σελ. 502-503, οι δυσκολίες απόδειξης της υπεράσπισης της αλήθειας υπάρχουν για να εμποδίζεται η κατάχρησή της.» Η πιο πάνω περικοπή είναι ξεκάθαρη. Το βάρος απόδειξης του αληθούς του σχολίου βαραίνει τον Εναγόμενο και στην παρούσα ουδεμιά μαρτυρία προσκομίστηκε σε αυτή την κατεύθυνση. Ο Εναγόμενος όφειλε να αποδείξει την αλήθεια του ισχυρισμού του. Η δική του πεποίθηση για την αλήθεια των ισχυρισμών του καμιά αποδεικτική αξία έχει. Έχοντας αποτύχει να αποδείξει, ως οι επιταγές της νομολογία καθορίζουν την αλήθεια των ισχυρισμών του η εν λόγω υπεράσπιση απορρίπτεται. Γίνεται περαιτέρω μνεία στην αγόρευση του συνήγορου του Εναγομένου ότι το σχόλιο του Εναγομένου ήταν έντιμο επικαλούμενος την υπεράσπιση του Εντίμου σχολίου. Το θέμα επίσης εξετάστηκε στην υπόθεση Ελευθεριος Γαληνιώτης -ν- Εκδοτικού Οίκου Διας κ.α.(πιο πάνω) Η πιο κάτω περικοπή από την απόφαση του Δικαστή Ναθαναήλ είναι σχετική «Ο έντιμος σχολιασμός, από την άλλη, το βάρος του οποίου επίσης είναι στους ώμους του εναγομένου, περιλαμβάνει τρία στοιχεία υπεράσπισης: (
  1. i)ότι οι επίδικες λέξεις αποτελούν σχόλιο και όχι δήλωση γεγονότων, (
  2. ii)ότι αποτελούν έντιμο ή εύλογο («fair») σχολιασμό επί γεγονότων ορθώς διατυπωμένων και (iii) ότι αποτελούν σχολιασμό επί θέματος δημοσίου συμφέροντος. Εάν το σχόλιο αλλοιώνει ή παραποιεί τα γεγονότα η υπεράσπιση του εντίμου σχολιασμού εκπίπτει. Το σχόλιο επίσης πρέπει να γίνεται έντιμα και να μην έχει ως πηγή του κακόβουλο κίνητρο, ενώ γενικώς πρέπει να αποδειχθεί ότι τα γεγονότα επί των οποίων το σχόλιο γίνεται, είναι αληθή, το δε σχόλιο δικαιολογείται και από την άποψη ότι είναι της φύσεως που θα μπορούσε να γίνει από ένα έντιμο άνθρωπο. Συμπληρώνεται εδώ ότι λόγω της δυσκολίας που ενυπάρχει πολλές φορές στο διαχωρισμό γεγονότος και σχολίου και της ανάμειξης των δύο στο αυτό δημοσίευμα, δημιουργήθηκε και το λεγόμενο «rolled-up plea» που στην ουσία αποτελεί υπεράσπιση για τον έντιμο και εύλογο σχολιασμό και όχι για την αλήθεια του κειμένου.» Σύμφωνα με την κλασική προσέγγιση προς επίκληση της Υπεράσπισης του Έντιμου Σχολίου, σε κάποιο δημοσίευμα θα πρέπει να παρατίθενται τα συγκεκριμένα γεγονότα επί των οποίων το άτομο προτίθεται να προβεί σε σχόλιο, τα γεγονότα αυτά θα πρέπει να ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα και ακολούθως θα πρέπει να διατυπώνεται το σχόλιο ή η κριτική έτσι ώστε ο αποδέκτης του σχολίου να μπορεί ο ίδιος να αποφασίσει για το βάσιμο ή όχι της κριτικής ή του σχολιασμού. Κατά την κρίση μου όπου τα γεγονότα δεν μπορούν να διασωθούν με την υπεράσπιση της αλήθειας δεν είναι δυνατό να ευδοκιμήσει υπεράσπιση του εντίμου σχολίου. Στην υπό εξέταση περίπτωση δεν αποδέχομαι ότι ο Εναγόμενος προέβηκε σε σχόλιο. Η θέση του προς το κοινό της Συνέλευσης ήταν ξεκάθαρη : Ο Ενάγόντας κλέβει τα χρήματα των παιδιών σας, χωρίς να παραθέσει πριν από την δήλωση αυτή λεπτομέρειες η γεγονότα . Αυτή του η έκφραση δεν συνιστά κατά την σχόλιο και δη έντιμο. Τελευταίο οχυρό υπεράσπισης για τον Εναγόμενο είναι η υπεράσπιση του δημοσιεύματος υπό επιφύλαξη προνομίου με βάση το άρθρο 21(α) και (β) του Κεφ. 148 Το άρθρο 21 του νόμου έχει ως εξής: 21.-
(1)Η δημoσίευση δυσφημηστικoύ δημoσιεύματoς είvαι πρovoμιoύχα, υπό τηv επιφύλαξη ότι έγιvε καλή τη πίστει, στις ακόλoυθες περιπτώσεις, δηλαδή- (α) αv η σχέση μεταξύ τoυ πρoσώπoυ από τo oπoίo και τoυ πρoσώπoυ πρoς τo oπoίo έγιvε η δημoσίευση είvαι τέτoια ώστε τo πρόσωπo πoυ δημoσίευσε vα τελεί υπό voμικό, ηθικό ή κoιvωvικό καθήκov vα δημoσιεύσει αυτό πρoς τo πρόσωπo πρoς τo oπoίo έγιvε η δημoσίευση και o τελευταίoς έχει αvτίστoιχo συμφέρov στη λήψη τoυ δημoσιεύματoς ή τo πρόσωπo πoυ δημoσίευσε έχει έvvoμo πρoσωπικό συμφέρov πoυ χρειάζεται πρoστασία, και τo πρόσωπo πρoς τo oπoίo έγιvε η δημoσίευση τελεί υπό αvτίστoιχo voμικό, ηθικό ή κoιvωvικό καθήκov vα πρoστατεύσει τo εv λόγω συμφέρov: Νoείται ότι η δημoσίευση δεv υπερβαίvει είτε κατ' έκταση είτε κατ' oυσία τo εύλoγα επαρκές υπό τις περιστάσεις. (β) αv τo δημoσίευμα είvαι μoμφή η oπoία πρoσάπτεται από κάπoιo κατά της συμπεριφoράς άλλoυ, ως πρoς oπoιoδήπoτε θέμα σε σχέση με τo oπoίo o πρώτoς έχει εξoυσία, συμβατικά ή άλλως πως, επί τoυ άλλoυ, ή ως πρoς τo χαρακτήρα τoυ άλλoυ στo μέτρo πoυ εκδηλώvεται στη συμπεριφoρά αυτή͘ Το ερώτημα που τίθεται στη παρούσα υπόθεση είναι κατά πόσο υπό τις περιστάσεις την ώρα που έγινε η επίδικη δήλωση το κοινό είχε το δικαίωμα να πληροφορηθεί και να γνωρίζει την πληροφόρηση που του έγινε, χωρίς να χρειάζεται να γίνει οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω έρευνα επί του ζητήματος από πλευράς του Εναγομένου. Το ότι το κοινό είχε το δικαίωμα και συμφέρον να πληροφορηθεί θεωρώ πως δεν μπορεί να τύχει καμίας αμφισβήτησης. Στην απόφαση GKR KARATE (UK) Limited v. Yorkshire Post Newspapers Limited a.o.
(2000)EWCA Civ 420, αναφέρονται επί τούτου στην παράγραφο 26 τα ακόλουθα: «If the judge decides that the occasion was not privileged, the issue of malice does not arise. If the judge decides that the occasion was privileged, he must have decided that in all the circumstances at the time of the publication, including the extent of Mrs Holmes' inquiries, the public was entitled to know the particular information available to Mrs Holmes without her making further inquiries». Ο Εναγόμενος με βάση τα ευρήματα και την αποδεκτή ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία δεν ήταν το υπεύθυνο άτομο από το Γραφείο Ευημερίας για τον έλεγχο του Συνδέσμου κατά την ημέρα πραγματοποίησης της Γενικής Συνέλευσης. Ο Εναγόμενος κατά την δική του εκδοχή παρευρέθηκε μετά από προφορική προσωπική πρόσκληση από γονείς παιδιών- μέλη του Συνδέσμου, συνεπώς δεν βρισκόταν εκεί με την επαγγελματική του ιδιότητα. Πέραν τούτου, και στηριζόμενη στην πιο πάνω περικοπή, το Αγγλικό Εφετείο καθόρισε και μια περαιτέρω παράμετρο για την προσεπίκληση της υπεράσπισης του προνομίου : εάν εχρειάζετο ή επιβάλλετο να γίνει οποιαδήποτε άλλη ή περαιτέρω έρευνα από μέρους του Εναγομένου . Ο ίδιος ο Εναγόμενος δεν ανέφερε στο Δικαστήριο ότι ήλεγξε τις αποδείξεις που κρατούσε στην Συνέλευση εκείνη την ημέρα ,οι οποίες ειρήσθω εν παρόδω κατατέθηκαν στα πλαίσια της Ακροαματικής Διαδικασίας και δεν καταδεικνύουν προσπάθεια του Ενάγοντα να αποσπάσει κονδύλι από το Γραφείο Ευημερίας σε σχέση με αγορά γυαλιών ηλίου, ούτε και ανέφερε ότι ο ίδιος ότι έκαμε έρευνα για να καταλήξει σε οποιαδήποτε διαπίστωση. Εάν ήθελε να στηριχθεί σε αυτή την υπεράσπιση ο Εναγόμενος έπρεπε να προσφέρει μαρτυρία επι τούτου στα πλαίσια της Ακρόασης αλλά και να εκφράσει την θέση του ενώπιον της Γενικής Συνέλευσης με άλλο τρόπο. Χωρίς οποιαδήποτε αναφορά σε γεγονότα προέβητε σε σχόλιο και έκφραση γνώμης η οποία μείωνε τον Ενάγοντα αποκαλώντας τον «κλέφτη». Δηλαδή ο Εναγόμενος δεν περιορίστηκε στο να σχολιάζει τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες υποβλήθηκαν οι αποδείξεις προς πληρωμή στο γραφείο ευημερίας. Ούτε και βεβαίως περιορίστηκε στο να ασκήσει κριτική σε πράξη του Ενάγοντα στα πλαίσια των καθηκόντων του ως Πρόεδρος του Συνδέσμου προχώρησε να τον αποκαλέσει «κλέφτη» ενώπιον της Συνέλευσης. Εν κατακλείδι βρίσκω ότι το επίδικο σχόλιο με τον τρόπο που ειπώθηκε υπερβαίνει το εύλογα επαρκές υπό τις περιστάσεις και ως εκ τούτου η εν λόγω υπεράσπιση απορρίπτεται. Ανταπαίτηση Η ενώπιον του Δικαστηρίου αποδεκτή μαρτυρία, η αξιολόγηση και τα ευρήματα οδηγούν την Ανταπαίτηση σε απόρριψη. Παρά ταύτα με βάση τις νομικές αρχές που έχω παραθέσει ανωτέρω θα προχωρήσω να εξετάσω κατά πόσο οι κατ' ισχυρισμό αναφορές του Ενάγοντα στο πρόσωπο του Εναγόμενου ως «καραγκιόζη, παλιάνθρωπε, απατεώνα, παράνομε, ποιος σε κάλεσε ρε και ανακατεύεσαι μέσα στις δουλειές μου» είναι δυσφημιστικές. Αναμφίβολα οι λέξεις είναι υβριστικές με κοινό άξονα την προσβολή της τιμιότητας του αποδέκτη. Τούτων λεχθέντων ο Εναγόμενος επικαλείται ότι έγινε προφορική δυσφήμηση εναντίον του και οφείλει να το αποδείξει. Δηλαδή , ακόμη και εάν αποδεχόμουν ότι ο Ενάγοντας χαρακτήρισε τον Εναγόμενο με αυτές τις φράσεις, κρίνω ότι και πάλιν δεν θα μπορούσε να επιτύχει η ανταπαίτηση αφού η εισήγηση από πλευράς του Εναγόμενου ότι η δυσφήμηση που έγινε εναντίον του εμπίπτει στις εξαιρέσεις του άρθρου 17.1
(1)δεν με βρίσκει σύμφωνη και θεωρώ ότι είναι ιδιαίτερα απομακρυσμένη η σύνδεση των λέξεων αυτών με τις πρόνοιες του άρθρου 17.1
(1)(γ). Επί τούτου, ο ίδιος ο Εναγόμενος δεν υποστήριξε ότι οι φράσεις αυτές του δημιούργησαν πρόβλημα στον εργασιακό του χώρο και δεν έδωσε ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία προς τούτη την κατεύθυνση. Το θέμα δεν είναι θεωρητικό. Η ίδια η δυσφημιστική δήλωση από μόνη της πρέπει να τείνει στο να βλάψει τον αποδέκτη στο επάγγελμα η την θέση του. Εν αποτυχία της επίκλησης της εκ του νόμου εξαίρεσης η ανταπαίτηση οδηγείται σε αποτυχία και απορρίπτεται αφού με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 17
(3)δεν έχει στοιχειοθετηθεί από τον Εναγόμενο ύπαρξη ειδικής ζημιάς. Αποζημιώσεις: Αναμφίβολα, ο καθορισμός των αποζημιώσεων σε υποθέσεις δυσφήμισης είναι ένα δύσκολο έργο και η αριθμητική προσέγγιση αν και η μοναδική που υπάρχει είναι σίγουρα ανεπαρκής γι' αυτό όποτε ζητούνται, εκδίδονται, και απαγορευτικά διατάγματα στις κατάλληλες περιπτώσεις έτσι ώστε να εμποδίζεται ο Εναγόμενος να ασχολείται περαιτέρω με το πρόσωπο του Ενάγοντα. Οι παράγοντες που επηρεάζουν το ύψος των αποζημιώσεων συναρτώνται από τη θέση του Ενάγοντα στην κοινωνία, την έκταση και μορφή του δημοσιεύματος, τη γενικότερη συμπεριφορά του Εναγόμενου πριν και μετά τη δυσφήμιση, τον τρόπο διεξαγωγής της υπεράσπισης, την αποτυχία της υπεράσπισης της αλήθειας, την τυχόν απολογία, το στάδιο της απολογίας ή αντίθετα την επανάληψη της δυσφήμισης και την πρόκληση ειδικής ζημιάς. Στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England (πιο πάνω) επεξηγείται στη σελίδα 127 (παράγραφος 248) ο σκοπός της επιδίκασης αποζημιώσεων σε αγωγή για δυσφήμιση: «248. Basis of the award of damages. In actions for libel and slander, damages are awarded to compensate the plaintiff for
(1)the injury to his reputation; and
(2)the hurt to his feelings. Such damages are compensatory and are at large. They operate to vindicate as a solatium than as monetary recompense for harm measurable in money terms. Special damages, over and above such general damages, may be awarded in respect of actual material loss proved to have been sustained as a natural result of the words may be increased to take into account the defendant's motives in uttering the words complained of, or his conduct before or during the action; such "aggravated damages" (which must be distinguished from exemplary damages) are meant to compensate the plaintiff for the additional injury, going beyond that which would have flowed from the words alone, caused by the presence of the aggravating factors. Exemplary damages, that is, damages going beyond mere compensation, can only be awarded in special circumstances.» Σχετικά είναι επίσης τα όσα αναφέρονται και στο σύγγραμμα Gatley on Libel and Slander (πιο πάνω) στις σελίδες 265-270 (παράγραφος 9.2): «General damages compensatory. The purpose of general damages is to compensate the claimant for the effects of the defamatory statement, but compensation here is a more complex idea than it is in the case of injury to person or property by negligence. General damages serve three functions: to act as a consolation to the claimant for the distress he suffers from the publication of the statement; to repair the harm to his reputation (including, where relevant, his business reputation); and as a vindication of his reputation. ..................... While actual financial loss (such as loss of business or employment) which is not too remote is clearly recoverable (and in some cases of slander has to be shown in order to establish a cause of action) it is a comparatively rare case in which evidence of such loss is given, simply because it is not available. It has been said that the most serious defamations are those that touch the "core attributes of the plaintiff's personality", matters such as integrity, honour, courage, loyalty and achievement and in these cases it is most unlikely that he will be able to point to provable items of loss flowing from the words. Even where the libel goes to the claimant's financial credit it may be virtually impossible to prove financial loss but the damage is insidious and merits a substantial award. .................... Damages are "at large" in the sense that they cannot be assessed by reference to any mechanical, arithmetical or objective formula and they are peculiarly the province of the jury (where there is a trial by that method). The jury (or judge if sitting alone) is entitled to take into their consideration the conduct of the claimant, his position and standing, the nature of the libel, the mode and extent of publication, the absence or refusal of any retraction or apology, and the conduct of the defendant from the time when the libel was published down to the verdict. The conduct of the claimant is relevant not only in respect of matters which go to "partial justification" of the libel but also to his conduct in the course of the litigation, as where he engages in an elaborate and long-lasting attempt to pervert the course of justice involving making and procuring false testimony and making the most damaging allegations of corruption and lying against innocent third parties.» Ως προς τους παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη κατά τον καθορισμό των αποζημιώσεων γίνεται παραπομπή στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England (πιο πάνω), στις σελίδες 128-130 (παράγραφοι 250-255) και στην υπόθεση J.C.P. (Cyprus) Ltd v. Times Newspapers Ltd and others
(1972)4 JSC 455. Τα Δικαστήρια στην Κύπρο ακολουθούν τα τελευταία χρόνια ολοένα και περισσότερο αυξητική τάση στην απόδοση αποζημιώσεων, και αυτό γιατί το αντικείμενο της δικαστικής προστασίας είναι η προσωπικότητα και η αξία του ανθρώπου, ο τραυματισμός της φήμης ή των αισθημάτων του (βλέπε Ηνωμένοι Δημοσιογράφοι ΔΙΑΣ Λίμιτεδ v. Σταύρου Ναθαναήλ
(1993)1 ΑΑΔ 893). Η αυξητική αυτή τάση φαίνεται μέσα από τις αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, όπως στην υπόθεση «Αλήθεια» Εκδοτική Εταιρεία Λίμιτεδ κ.α. v. Χαράλαμπου Λεωνίδα
(1997)1 ΑΑΔ 550 όπου η επιδικασθείσα αποζημίωση £600 αυξήθηκε σε £2,000 σε κατηγορία που εκτοξεύτηκε εναντίον του Ενάγοντα, ιδιαίτερα σοβαρή, λόγω της θέσης του στο Αστυνομικό Σώμα, ενώ στην υπόθεση Αλέκου Κωνσταντινίδη κ.α. v. Τάσου Παπαδόπουλου
(1999)1 ΑΑΔ 922, το Ανώτατο Δικαστήριο αύξησε το ποσό των £12,000 που επιδικάστηκε πρωτόδικα στις £20,000, θεωρώντας ότι ο Ενάγόντας, γνωστό δημόσιο πρόσωπο και σημαίνον στέλεχος της δημόσιας ζωής «χλευάστηκε με αχαρακτήριστη κακοήθεια και χυδαιότητα που προκαλεί αποστροφή». Τονίστηκε δε ότι «τέτοιου είδους τραυματισμός της ψυχής, του ήθους και της υπόληψης ενός, πάντοτε πρέπει να βρίσκει αντιμέτωπο το νόμο, στην πλήρη του έκταση για να αποκατασταθεί και εμπεδωθεί η δικαιοσύνη». Τέλος, στην υπόθεση Σωτήρης Δαμιανού ν. Ιωάννη Ιωακείμ
(2006)1 ΑΑΔ 219, όπου ο εφεσείοντας βρέθηκε ένοχος διάπραξης προφορικής δυσφήμησης, το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε το ποσό των £750,00 που επιδικάστηκε υπέρ του εφεσιβλήτου ως αποζημιώσεις υποδεικνύοντας τα ακόλουθα στη σελίδα 222: «Το ύψος του ποσού της αποζημίωσης που έχει επιδικαστεί δεν είναι υπερβολικό. Η υπόληψη κάθε ανθρώπου στην κοινωνία είναι σεβαστή και προστατεύεται. Η προσβολή της τιμωρείται και ενίοτε, μέσω της τιμωρίας, επιτυγχάνεται η αποκατάστασή της. Στην προκειμένη περίπτωση, το πρωτόδικο Δικαστήριο αφού συνεκτίμησε σωστά όλους τους σχετικούς παράγοντες και έλαβε υπόψη ότι η δυσφήμιση του εφεσίβλητου με τη λέξη «κλέφτης» και τις φράσεις «έφαε λεφτά» και «έφαε τις μετοχές του», έγινε στην παρουσία δύο μόνο προσώπων, επιδίκασε υπέρ του εφεσιβλήτου και σε βάρος του εφεσείοντα £750 ως γενικές αποζημιώσεις, ποσό το οποίο θεωρούμε ότι δεν είναι υπερβολικό υπό τις περιστάσεις.» Ο Ενάγοντας ήταν ένα δραστήριο άτομο με έντονη κοινωνική προσφορά η οποία για τον ίδιο ήταν έργο ζωής μιας ανιδιοτελούς πορείας που αναπόφευκτα ένας γονέας με παιδί με ειδικές ανάγκες θα διανύσει για να διασφαλίσει το μέλλον του παιδιού του. Το έργο αυτό της ζωής του Ενάγοντα χαρακτηριζόταν από διαφάνεια και αρετή. Το σχόλιο του Εναγόμενου θόλωσε την καθαρή αυτή εικόνα προκαλώντας πόνο στον Ενάγοντα. Στην υπό κρίση περίπτωση δεν δύναται να προσεγγιστεί το σχόλιο ως ανταποκρινόμενο μόνο σε μια μικρή μικρή μερίδα ατόμων, ήτοι των παρευρισκομένων ( 40 ατόμων μέλη του Συνδέσμου Γονέων) του σχολείου Απόστολος Λουκάς. Αν και αναμφίβολα μικρή αυτή η ομάδα ατόμων, ο Ενάγοντας με τη μαρτυρία του κατέδειξε ότι ο κοινωνικός κύκλος των οικογενειών με άτομα με ειδικές ανάγκες ήταν για εκείνον ολόκληρος ο κόσμος αφού η γέννηση ενός παιδιού με ειδικές ανάγκες στην οικογένεια του κατέστησε τον ίδιο άτομο με στόχο και σκοπό την ανάμιξη του για τη διαφύλαξη των παιδιών αυτών σε όλες τις πτυχές που θα μπορούσε να προσφέρει αφιερώνοντας εν ολίγοις τη ζωή στον ανιδιοτελή αυτό σκοπό. Η προσφορά του αυτή εξουδετερώθηκε σε κλάσματα δευτερολέπτων με την καταγγελία - δυσφήμιση που έτυχε από τον Εναγόμενο ότι είναι κλέφτης. Το σχόλιο του δε, γίνεται ακόμη χειρότερο αφού τα χρήματα για τα οποία ο Εναγόμενος αναφέρθηκε ότι ο ίδιος «κλέβει» ανήκαν σε ευαίσθητη κοινωνική ομάδα, όπως αυτήν των παιδιών με ειδικές ανάγκες. Αυτό το τελευταίο σημείο δημιουργεί ιδιαίτερη κοινωνική αποστροφή για το άτομο το οποίο φέρεται να έχει διαπράξει ένα αδίκημα εκμεταλλευόμενος άτομα τα οποία η ίδια η κοινωνία καλείται να προστατεύει με ιδιαίτερη αυστηρότητα. Η δε θέση του Εναγόμενου στην κοινωνία αυτή των παιδιών με ειδικές ανάγκες ως ενός ανεξάρτητου παρατηρητή και λειτουργού της κυβέρνησης προσέδωσε στα λόγια του Εναγόμενου ακόμα μεγαλύτερη βαρύτητα καθιστώντας τα πιστευτά και αποδέχομαι ότι η δυσφήμιση που έγινε στον Ενάγοντα ήταν τέτοιας έκτασης και έγινε με τέτοιον τρόπο που τον κατέστησε αντικείμενο χλεύης αλλά και καχυποψίας για τους παρευρισκόμενους που ήταν τα μέλη του Συνδέσμου και τα άτομα τα οποία γνώριζαν τον Ενάγοντα. Στην Χατζηπαναγιώτου ν. Δρουσιώτη κ.α.
(2009)1(Β) Α.Α.Δ. 1321 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα στη σελίδα 1330: «Αναφορικά με το ύψος της αποζημίωσης, σε περιπτώσεις δυσφή­μισης, καθοδηγητικά είναι τα όσα αναγράφονται στο σύγγραμμα Gatley on Libel and Slander, 10η έκδοση, Κεφ. 9, σελ. 228-258. Οι απο­ζημιώσεις είναι η πρωταρχική θεραπεία, σε περιπτώσεις δυσφημίσε­ων. Ο σκοπός της επιδίκασης αποζημιώσεων είναι η αποκατάσταση του ενάγοντα από τα αποτελέσματα της δυσφημιστικής δήλωσης. Οι γενικές αποζημιώσεις, στην περίπτωση της δυσφήμισης, εξυπηρε­τούν τρεις βασικούς στόχους: (α) τη θεραπεία του ενάγοντα από τη βλάβη που υπέστη εξαιτίας της δημοσίευσης της δήλωσης, (β) την αποκατάσταση της ζημιάς στην πληγείσα φήμη του ενάγοντα και (γ) τη δικαίωση του. Οι αποζημιώσεις, σε περιπτώσεις δυσφήμισης όπως η παρούσα, δεν υπολογίζονται με αναφορά σε οποιοδήποτε μαθηματικό τύπο. Το Δικαστήριο θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη του όλους τους σχετικούς παράγοντες, μεταξύ των οποίων, τη συμπερι­φορά του ενάγοντα, τη θέση και την υπόληψη του, τη φύση της δυ­σφήμισης, τον τρόπο και το βαθμό της δημοσίευσης, την απουσία ή την άρνηση του εναγομένου να απολογηθεί και να αποκαταστήσει τη φήμη του ενάγοντα και τη συμπεριφορά του Εναγόμενου από το χρό­νο της δημοσίευσης της δυσφήμισης μέχρι την απόφαση». (τονισμός δικός μου) Στην πιο πάνω υπόθεση αφού λήφθηκε υπόψη ότι η δυσφήμιση ήταν αποτέλεσμα ενός καλόπιστου τυπογραφικού λάθος των Εναγομένων ως προς το επίθετο του Ενάγοντα, το οποίο διορθώθηκε πολύ σύντομα, την απολογία των εναγομένων, και την ετοιμότητα τους να επανορθώσουν και το γεγονός ότι κανένα λογικό πρόσωπο δεν θα πίστευε ότι το δημοσίευμα ανταποκρινόταν στην αλήθεια, το Εφετείο δεν επενέβηκε στο ποσό της αποζημίωσης (Λ.Κ.800) ,το οποίο αν και έκρινε χαμηλό, δεν το βρήκε εκτός των πλαισίων για να δικαιολογείται η επέμβαση του. Στην παρούσα υπόθεση δεν υπάρχουν αυτοί οι μετριαστικοί παράγοντες , αφού ως ανέφερα ανωτέρω ο Εναγόμενος επέμεινε στην θέση του μέχρι τέλους. Αφού έλαβα υπόψη μου την προσωπικότητα του Ενάγοντα, τη θέση του τη φύση της δυσφήμισης η οποία ήταν σοβαρή, αφού ο Ενάγων παρουσιάζεται κλέφτης, και την απουσία απολογίας εκ μέρους του Εναγομένου, κρίνω ότι το ποσό των €7.000 ( επτά χιλιάδες ευρώ) είναι δίκαιο και επιδικάζεται προς όφελος του Ενάγοντα. Εξετάζοντας την απαίτηση του Ενάγοντα για τιμωρητικές αποζημιώσεις, παρατηρώ ότι αυτή δεν προωθήθηκε τελικά από τον Ενάγοντα και για το λόγο αυτό δεν θα εξεταστεί από το Δικαστήριο. Σε κάθε περίπτωση, όμως, κρίνω ότι υπό τις περιστάσεις δεν θα δικαιολογείτο η επιδίκαση οποιουδήποτε ποσού για τιμωρητικές αποζημιώσεις (βλέπε Gregoriades v. Kyriakides
(1970)1 CLR 120). Σε σχέση με το αιτούμενο διατάγμα θα έλεγα πως η αξίωση αυτή έχει ουσιαστικά εγκαταλειφθεί. Άλλωστε δεν έχει δοθεί μαρτυρία ότι η δυσφήμηση από μέρους του Εναγόμενου συνεχίζεται. Εκδίδεται απόφαση υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον του Εναγομένου για το ποσό των €7.000 (επτά χιλιάδες ευρώ) με τον εκάστοτε νόμιμο τόκο από την ημέρα καταχώρισης της αγωγής. Ο Εναγόμενος καταδικάζεται στα έξοδα της αγωγής όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον πρωτοκολλητή στην κλίμακα του επιδικασθέντος ποσού και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Η Ανταπαίτηση απορρίπτεται χωρίς διαταγή ως προς τα έξοδα. (Υπ.) ............... Ε.Ευθυμίου-Ανδρέου, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.