← Κύπρος

FUTUREPLAN LTD ν. ΟΛΓΑ ΤΟΣΚΑ, Αρ. Αγωγής: 780/2009, 5/12/2016

FUTUREPLAN LTD ν. ΟΛΓΑ ΤΟΣΚΑ, Αρ. Αγωγής: 780/2009, 5/12/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2016:A512 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: E. Ευθυμίου-Ανδρέου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 780/2009 ΜΕΤΑΞΥ: FUTUREPLAN LTD, από τη Λεμεσό Εναγόντων -και- ΟΛΓΑ ΤΟΣΚΑ, από τη Λεμσεό Εναγομένης Ημερομηνία: 5 Δεκεμβρίου 2016 Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντες: Π. Κονταξής για Σοφρώνιο Σοφρωνίου Για τον Εναγόμενη: Π. Καίκης για Χρίστος Χριστοφόρου ΔΕΠΕ ΑΠΟΦΑΣΗ Οι έγγραφες προτάσεις Οι Ενάγοντες με ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα αξιώνουν από την Εναγομένη το ποσό των €13.190,40 ως υπόλοιπο της υπ' αριθμό 1070 παραγγελίας. Σύμφωνα με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς η Εναγόμενη παρήγγειλε έπιπλα επι πιστώσει από τους Ενάγοντες, εταιρεία που δραστηριοποιείται με το εμπόριο επίπλων, για τα οποία πλήρωσε με επιταγή προκαταβολή ύψους ΛΚ 2000 με την συμφωνία να αποπληρώσει το υπόλοιπο της παραγγελίας όταν θα κατέφθαναν τα εμπορεύματα τον Φεβρουάριο 2008. Η Εναγόμενη ειδοποιήθηκε από τον Φεβρουάριο του 2008 να παραλάβει τα έπιπλα της και να εξοφλήσει το τιμολόγιο αλλά παρέλειψε να το πράξει. Στην υπεράσπισή της η Εναγομένη όπως αυτή τροποποιήθηκε με διαταγή του Δικαστηρίου ημερομηνίας 23/10/15 αρνείται την υπογραφή οποιασδήποτε παραγγελίας ή προσφοράς και περαιτέρω ισχυρίζεται ότι η υπογραφή που ήθελε φανεί στην προσφορά των Εναγόντων είναι προϊόν πλαστογραφίας. Περαιτέρω η Εναγομένη απορρίπτει τους ισχυρισμούς περί καταβολής ποσού προκαταβολής και ισχυρίζεται ότι η επιταγή ημερομηνίας 2/11/07 που δόθηκε στους Ενάγοντες για το ποσό ΛΚ2.000 είχε δοθεί ανοιχτή και χωρίς όνομα παραλήπτη στο σύζυγό της με σκοπό να πληρωθεί ως ισχυρίζεται η εταιρεία ΜΑΜΙΠΑ και η ίδια αγνοεί πως κατέληξε στην κατοχή των Εναγόντων. Προβάλλει δε ανταπαίτηση ισχυριζόμενη ότι η εξαργύρωση της εν λόγω επιταγής αποτελεί σφάλμα και ότι οι Ενάγοντες επλούτισαν αδικαιολόγητα σε βάρος της ίδιας. Ζητά από το Δικαστήριο την επιστροφή του ποσού των ΛΚ2.000 επικαλούμενη το δόγμα του αδικαιολόγητου πλουτισμού.. Με την απάντηση στην υπεράσπιση και υπεράσπιση στην ανταπαίτηση οι Ενάγοντες αρνούνται τους ισχυρισμούς που προβάλλονται από την Εναγομένη και διευκρινίζουν ότι η παραγγελία στην οποία η ίδια προχώρησε έχει παραληφθεί από τους Ενάγοντες και βρίσκεται στον αποθηκευτικό χώρο των ιδίων με αποτέλεσμα να υπόκεινται σε συνεχή ζημιά, αφού οι τελευταίοι κατέβαλαν όλο το ποσό στους κατασκευαστές των εμπορευμάτων στο εξωτερικό. Η μαρτυρία Η υπόθεση αναπόφευκτα οδηγήθηκε σε ακρόαση. Για την πλευρά των Εναγόντων κατέθεσε ο Γιώργος Θαλασσινός (Μ.Ε.1) και για την πλευρά της Εναγομένης η ίδια η Εναγομένη κα Όλγα Τόσκα (Μ.Υ.1). Πέραν της μαρτυρίας κατατέθηκαν και έξι

(6)τεκμήρια. Ο Μ.Ε.1 υιοθέτησε γραπτή δήλωση, αντεξετάστηκε και κατέθεσε τα πρώτα τέσσερα
(4)τεκμήρια στην υπόθεση. Πέραν της γραπτής δήλωσης δέχτηκε σειρά από διευκρινιστικές ερωτήσεις για συμπλήρωση της κυρίως εξέτασής του. Ο μάρτυρας εστιάστηκε και ανέφερε ότι μετά την παραγγελία των εμπορευμάτων , υπαλλήλοι της εταιρείας του μετέβηκαν στην οικία που τους υπέδειξε η Εναγομένη και μέτρησαν τους χώρυς όπου θα τοποθετούνταν τα προιόντα αφού δεν ήταν τυπικών διαδτάσεων και θα κατασκευάζονταν με βαση τις ιδιαιτερες προτιμήσεις της Εναγομένης (χρώμα, μέγεθος , πιότητα υλικού κτλ.)όταν τα εμπορεύματα παραλήφθησαν από την εταιρεία τους οι ίδιοι προέβησαν σε όλα τα αναγκαία μέτρα για να ειδοποιηθεί η Εναγομένη και να της παραδοθούν προς εγκατάσταση. Η αρχική αναφορά της ίδιας ήταν ότι δεν είχε αποπερατωθεί ακόμη η οικία της και παρακάλεσε να κρατηθούν τα παραγγελθέντα για να εγκατασταθούν μόλις η οικία αποπερατωνόταν. Στην πορεία όμως διεφάνηκε ότι δεν υπήρχε πρόθεση από την ίδια να πάρει τα προϊόντα και τότε οι Ενάγοντες αποφάσισαν να καταχωρήσουν την παρούσα αγωγή. Κατά την αντεξέταση αποδέχτηκε ότι εξέδωσε προσφορά πριν την υποβολή της παραγγελίας θέμα για το οποίο έγινε εισήγηση από πλευράς αντεξέτασης ότι το μόνο που εδόθηκε ήταν η προσφορά και ουδέποτε έγινε οποιαδήποτε παραγγελία. Ο μάρτυρας αντεξετάστηκε ενδελεχώς επί του Τεκμηρίου 1 και έδωσε εξηγήσεις σε ότι αφορούσε την παραγγελία ενώ απάντησε και σε ερωτήσεις σε σχέση με την επιταγή που ισχυρίστηκε ότι έδωσε η Εναγομένη στην Εταιρεία του. Ζητήθηκε δε από τον ίδιο να ταυτοποιήσει τα όσα αναφέρονταν στο Τεκμήριο 1 με την παραγγελία που ο ίδιος έκανε στο εργοστάσιο Τεκμήριο 3. Εξήγησε κατά τη διάρκεια της μαρτυρίας του στο Δικαστήριο ότι ο ίδιος επέβλεψε το όλο θέμα ενώ για τα επιμέρους ζητήματα ασχολήθηκαν οι αρμόδιοι διευθυντές της Εταιρείας. Από την πλευρά της η Εναγομένη (Μ.Υ.1) έδωσε μαρτυρία προφορικά και στη γλώσσα και αντεξετάστηκε . Ανέφερε ότι η ίδια ουδέποτε προχώρησε σε παραγγελία στην εταιρεία των Εναγόντων λέγοντας μάλιστα ότι πιθανότατα το άτομο που προέβηκε στην εν λόγω παραγγελία να ήταν κάποιος κ. Bordeanu Christian Mihai ο οποίος ήταν ο αγοραστής υπό ανέγερσης οικίας ιδιοκτησίας της ιδίας στον Άγιο Τύχωνα και το όνομα της αναγράφηκε στην παραγγελία επειδή ήταν η ιδιοκτήτρια. Προώθησε επίσης την θέση ότι η εν λόγω κατοικία ουδέποτε αποπερατώθηκε επειδή ο αγοραστής κ. Bordeanu υπαναχώρησε από τη συμφωνία και δεν τίμησε τις συμβατικές του υποχρεώσεις. Επί τούτου του ισχυρισμού βάσισε τη θέση της ότι θα ήταν αδιανόητο για την ίδια να προβεί σε παραγγελία στους Ενάγοντες αφού η κατοικία ουδέποτε ολοκληρώθηκε. Προς προώθηση του ισχυρισμού της αυτού κατέθεσε το Τεκμήριο 5, το Αγοραπωλητήριο Έγγραφο μεταξύ της ιδίας και του υπό αναφορά αγοραστή . Πέραν αυτής της πιθανότητας η Εναγόμενη προώθησε και άλλες εκδοχές περί της ύπαρξης αυτής της παραγγελίας, αναφέροντας ότι την παραγγελία την έκανε ο σύζυγός της και όχι η ίδια ενώ επιπλέον προώθησε τον ισχυρισμό ότι η υπογραφή της επί του εγγράφου της παραγγελίας , Τεκμηρίου 1 είναι πλαστογραφημένη. Επί του σημείου τούτου η Εναγομένη σε ερώτηση της αντεξέτασης δεν κατάφερε να δώσει καμία απάντηση για τον λόγο που δεν κατήγγειλε το περιστατικό πλαστογράφησης στην Αστυνομία. Περαιτέρω κατέθεσε το Τεκμήριο 6 επιταγή της ιδίας προς την Εταιρεία ΜΑΜΙΠΑ Λτδ. Κατά την αντεξέταση επέμεινε κυρίως την θέση της σε ότι αφορούσε τον αγοραστή της οικίας και τα όσα συνέβησαν με τον ίδιο αναφέροντας ότι εξαπατήθηκε από τον αγοραστή ενώ επέμενε ότι η ίδια δεν έκανε ποτέ την παραγγελία, Τεκμήριο 1 στους Ενάγοντες. Μετά το πέρας της μαρτυρίας η σκυτάλη δόθηκε στους συνηγόρους των διαδίκων οι οποίοι ετοίμασαν και κατέθεσαν στο Δικαστήριο γραπτές αγορεύσεις προσφέροντας τη δική τους ανάλυση τόσο της μαρτυρίας όσο και των δικαϊκών αρχών. Ο καθένας εξ αυτών ανέλυσε το θέμα μέσα από τη δική του οπτική γωνιά και αναπόφευκτα κατέληξαν σε εκ διαμέτρου αντίθετα αποτελέσματα και εισηγήσεις προς το Δικαστήριο. Από την πλευρά του ο Ενάγοντας υιοθετεί τις αναφορές του μάρτυρα των Εναγόντων και ισχυρίζεται ότι η όλη μαρτυρία της Εναγομένης είναι μία προσπάθεια αποποίησης της ευθύνης της εμπλέκοντας τρίτα πρόσωπα ανεπιτυχώς και προωθώντας ανυπόστατους ισχυρισμούς περί πλαστών εγγράφων, ύπαρξης προτιθέμενων αγοραστών και άλλους ισχυρισμούς οι οποίοι ουδόλως δικογραφούνται. Θεωρεί ότι η Εναγομένη δεν ήταν μάρτυρας της αλήθειας και ζητά από το Δικαστήριο να εκδώσει απόφαση υπέρ των πελατών του. Στην άλλη πλευρά η Εναγομένη διά της γραπτής της αγόρευσης επιχειρηματολογεί ότι δεν κατάφερε ο Ενάγων να αποσείσει το βάρος απόδειξης που απαιτείται σε τέτοιου είδους υποθέσεις. Παραθέτει δε πλούσια Νομολογία επί του θέματος και ισχυρίζεται ότι από πλευράς Εναγόντων υπήρχαν σοβαρές αντιφάσεις στη μαρτυρία ενώ περαιτέρω ισχυρίζεται ότι προβλήθηκαν πολλοί ισχυρισμοί που παρέμειναν ατεκμηρίωτοι. Γίνεται περαιτέρω αναφορά ότι αρκετοί από τους ισχυρισμούς που προβάλλονταν από τον Μ.Ε.1 συγκρούονται με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς θέση πολύ γενική και χωρίς να δίνονται οι απαραίτητες λεπτομέρειες. Από την αγόρευση δε ξεχωρίζει η θέση ότι δεν κατάφερε η πλευρά των Εναγόντων να αποδείξει ποιο άτομο υπέγραψε την παραγγελία και ποιο άτομο παρέδωσε την επιταγή στους Ενάγοντες, έλλειψη των οποίων στοιχείων δεν μπορεί να οδηγήσει το Δικαστήριο σε ασφαλές συμπέρασμα με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων ότι οι Ενάγοντες δικαιούνται την αξιούμενη θεραπεία. Στην κατακλείδα του ζητά από το Δικαστήριο να σταθμίσει όλους τους παράγοντες την προσκομισθείσα μαρτυρία και τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης και να απορρίψει την αγωγή των Εναγόντων επιδικάζοντας παράλληλα το ποσό που η Εναγομένη διεκδικεί με την ανταπαίτηση της προς όφελος της ίδιας. Αξιολόγηση Μαρτυρίας Είχα την ευκαιρία να δω, να ακούσω και να παρακολουθήσω με προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου. Μέσα στα πλαίσια της ζωντανής ατμόσφαιρας της δίκης είχα την δυνατότητα να παρακολουθήσω με προσοχή όλους τους μάρτυρες ενώ κατέθεταν ενόρκως ενώπιον μου. Αξιολόγησα τη μαρτυρία τους με βάση το περιεχόμενο και την ποιότητα. Έδωσα ιδιαίτερη βαρύτητα στην αξιολόγηση της μαρτυρίας στη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων των μαρτύρων στην ύπαρξη σ΄αυτές υπερβολών ή ουσιαστικών αντιφάσεων, στην λογικοφάνεια και αληθοφάνεια της εκδοχής τους, στην ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος ή προκατάληψης στην υπόθεση, στις ευκαιρίες που είχαν να αντιληφθούν τα διαδραματισθέντα, στην μνήμη τους και στους λόγους που είχαν να ενθυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία καταθέτουν καθώς και στην πηγή των γνώσεων τους στο βαθμό που αυτές αφορούσαν τα επίδικα γεγονότα. Οι μάρτυρες κρίνονται από τη συμπεριφορά και το λόγο που εκφέρουν στο εδώλιο του μάρτυρα. Το Δικαστήριο για την αξιολόγησή τους εφαρμόζει τις καθιερωμένες από τη νομολογία αρχές αξιολόγησης (βλ. Mohamed ν. Δημοκρατία
(2010)2 ΑΑΔ 266, Kades v. Nicolaou and Another
(1986)1 CLR 212, Γεωργιάδης ν. Αστυνομίας
(1985)1 ΑΑΔ 56, Μιχαήλ ν. Αστυνομίας
(1991)2 ΑΑΔ 168, Βαριάνου ν. Βορκά
(2010)1 ΑΑΔ 1541, Ομήρου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 AAΔ 506, Αεροπόρος κ.α. ν. Αστυνομίας
(1993)2 ΑΑΔ 362, Γιουρούκης ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 171, Λιθογραφεία Κυριακίδη κ.α. ν. Tiba Publishing Co. Ltd,
(1998)1 Α.Α.Δ. 1894, Κουδουνάρης ν. Αστυνομίας
(1991)2 AAΔ 320, Mustafa ν. Κακουρή κ.α.
(2002)1 ΑΑΔ 165, Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρα
(1992)1 ΑΑΔ 1056, Γιασεμή ν. Ρούσου
(1996)1Β ΑΑΔ 1098, Σοφοκλέους ν. Τσεσμελόγλου
(2006)1 ΑΑΔ 1153). Το Δικαστήριο, αφού κρίνει μάρτυρα ως αξιόπιστο, μπορεί να επιλέξει μέρος της μαρτυρίας του και να απορρίψει άλλο. Στην Mohamed ν. Δημοκρατία
(2010)2 ΑΑΔ 266, ο Δ. Κληρίδης ανέφερε τα ακόλουθα (σελ. 278): «Όπως τονίστηκε και στην υπόθεση Kades v. Nicolaou and Another
(1986)1 CLR 212, ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός ή μη πιστευτός, εν όλω ή εν μέρει, σύμφωνα με την άποψη την οποία έχει σχηματίσει το Δικαστήριο ως προς την αξιοπιστία του. Αυτή όμως η δυνατότητα επιλογής μερών μαρτυρίας προσφέρεται μόνο στις περιπτώσεις μαρτύρων οι οποίοι κρίνονται ως αξιόπιστοι μάρτυρες. Σε μια τέτοια περίπτωση, το Δικαστήριο μπορεί να επιλέξει το μέρος της μαρτυρίας του μάρτυρα το οποίο, κατά την άποψη του Δικαστηρίου, εκφράζει την πραγματικότητα, ενώ ταυτόχρονα μπορεί να απορρίψει άλλο μέρος της μαρτυρίας του το οποίο θεωρείται λανθασμένο, είτε λόγω ανεπίγνωστα ανεπαρκούς παρατήρησης, είτε λόγω αδυναμίας μνήμης. (Γεωργιάδης ν. Αστυνομίας
(1985)1 ΑΑΔ 56). Στις περιπτώσεις όμως όπου ένας μάρτυρας κρίνεται αναξιόπιστος για καλό λόγο, σίγουρα δεν υπάρχει διαθέσιμη μια τέτοια επιλογή μερών μαρτυρίας. (Μιχαήλ ν. Αστυνομίας
(1991)2 ΑΑΔ 168).» (βλ. επίσης την Βαριάνου ν. Βορκά
(2010)1 ΑΑΔ 1541, Φάρμα Ρένου Χ΄Ιωάννου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, ν. Χίννη, Πολ. Έφεση 14/2009, 20/6/2012) Η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου πρέπει να ασκείται με προσοχή. Στην Ομήρου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 AAΔ 506, ο Δ. Κωνσταντινίδης ανέφερε στη σελ. 528: «Ωστόσο η ευχέρεια του Πρωτόδικου Δικαστηρίου να δεχθεί μέρος της μαρτυρίας ενός μάρτυρα και να απορρίψει άλλο μέρος δεν είναι απόλυτη. Υπόκειται στον εξής περιορισμό. Πρέπει να αιτιολογείται η σχετική προσέγγιση. Η έντονη πεποίθηση ότι ένας μάρτυρας είπε την αλήθεια δεν αποτελεί αιτιολογία για την απόρριψη μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα που έχει κριθεί αξιόπιστος.» Όταν υπάρχουν διιστάμενες εκδοχές, όπως συμβαίνει και στην παρούσα υπόθεση, το Δικαστήριο με βάση την αξιολόγηση θα πρέπει να επιλέξει ανάμεσα τους. Η γενική αρχή σε μια πολιτική υπόθεση είναι ότι ο ενάγων έχει το γενικό βάρος να αποδείξει στο μέτρο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων ότι η δική του εκδοχή γεγονότων είναι πιο πιθανή παρά να μην είναι. Παραπέμπω σχετικά στην απόφαση Χρυσάνθη Χρυσάνθου και Σταύρος Φραντζή ν. Αντρέα Φραντζή
(2010)1 Β Α.Α.Δ
  1. Προτού προχωρήσω στην αξιολόγηση της μαρτυρίας του κάθε μάρτυρα που κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου, θέλω να τονίζω ότι η αξιολόγηση μου δεν έχει περιοριστεί μόνο στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του καθενός μάρτυρα ξεχωριστά, αλλά την έχω συσχετίσει, αντιπαραβάλει και διερευνήσει με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων, δηλαδή υποβάλλοντας την στη βάσανο της συνεκτίμησης στο πλαίσιο του συνόλου της μαρτυρίας, με βάση την προσέγγιση που η νομολογία επιτάσσει στο θέμα αυτό. Ο Μ.Ε.1 έκανε στο Δικαστήριο πολύ καλή εντύπωση. Εξήγησε επαρκώς τα γεγονότα της υπόθεσης και έδωσε πειστικές θέσεις για όσα έλαβαν χώρα. Ήταν σταθερός στις θέσεις του καθ' όλη τη διάρκεια της μαρτυρίας του και δεν υπέπεσε σε καμία σοβαρή αντίφαση ικανή να κλονίσει τη μαρτυρία του. Η θέση που προβλήθηκε από πλευράς της Εναγομένης ότι δηλαδή ο ίδιος δεν ήταν παρών κατά την υπογραφή της παραγγελίας, κάτι που φυσικά είχε γίνει αποδεκτό από τον ίδιο κατά την κυρίως εξέτασή του, δεν είναι αρκετό για να κλονίσει τη μαρτυρία του αφού ο ίδιος ανέφερε ότι ήλεγξε προσωπικά την προσφορά που είχε γίνει στην Εναγομένη και έκανε έκπτωση σε αυτή πριν προχωρήσει η παραγγελία. Το δεύτερο σημείο της αντεξέτασης η θέση δηλαδή ότι οι Ενάγοντες δεν πλήρωσαν το ποσό που οι ίδιοι αξιούν στο εργοστάσιο στην Ιταλία από όπου και παραγγέλθηκαν τα προϊόντα επίσης δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή αφού θίχθηκε μεν , ακροθιγώς δε και ο μάρτυρας έδωσε επαρκείς εξηγήσεις ως προς τη διαφορά των τιμών, αναφέροντας τον τρόπο υπολογισμού των ενώ η θέση του ότι τα εμπορεύματα βρίσκονται ακόμα στην κατοχή των Εναγόντων και είναι στη διάθεση της Εναγομένης εάν επιθυμεί να τα παραλάβει εξοφλώντας το τίμημα ως αναφέρεται στην παραγγελία ουδόλως αμφισβητήθηκε και έμεινε αναντίλεκτη. Με αυτό ως κατακλείδα αποδέχομαι τη μαρτυρία του Μ.Ε.1 στην ολότητα της. Η Μ.Υ.1 άφησε στο Δικαστήριο πολύ άσχημη εντύπωση. Τόσο οι ισχυρισμοί της όσο και η όλη στάση της στο εδώλιο του μάρτυρα οδηγούν αναπόφευκτα στο συμπέρασμα ότι δεν προσήλθε στο Δικαστήριο για να πει την αλήθεια. Κατ' αρχήν η θέση της περί σύναψης της παραγγελίας με το άτομο το οποίο κατονόμασε η ίδια ως αγοραστή της υπό ανέγερση κατοικίας πέραν του καθοριστικού γεγονότος ότι ουδόλως δικογραφείται και ως εκ τούτου δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη, ιδίως με δεδομένο ότι η έκθεση υπεράσπισης της Εναγομένης τροποποιήθηκε στις 06/11/15 δηλαδή λίγους μήνες πριν την έναρξη της ακρόασης, στερείται και πειστικότητας αφού προβλήθηκε με σειρά άλλων ισχυρισμών αντικρουόμενων και εναλλακτικών τουτέστιν ότι την παραγγελία την έκανε ο σύζυγός της και όχι η ίδια ενώ επιπλέον προώθησε τον ισχυρισμό ότι η υπογραφή της επί του εγγράφου της παραγγελίας , Τεκμηρίου 1 είναι πλαστογραφημένη. Το δε τεκμήριο 6 που κατατέθηκε, επιταγή προς όφελος άλλης εταιρείας, ουδεμία σχέση έχει με τα επίδικα θέματα της παρούσας υπόθεσης και ουδόλως υποστηρίζει τις θέσεις της είτε στην υπεράσπιση είτε στην ανταπαίτηση αφού αφορά μεταγενέστερη της επίδικης ημερομηνίας παραγγελίας πληρωμή της ιδίας προς όφελος άλλης εταιρείας. Ήταν διάχυτο από την μαρτυρία της το στοιχείο της προσπάθειας απόκρυψης της αλήθειας και η προσπάθεια της να πείσει το Δικαστήριο για τους ισχυρισμούς της ακόμα και για τον ισχυρισμό της περί πλαστογραφίας της υπογραφής της για τον οποίο δεν κατάφερε να δώσει ουδεμία εξήγηση για τον λόγο που αποφάσισε να μην καταγγείλει το περιστατικό στην αστυνομία. Η μαρτυρία της στερείται πειστικότητας και για τους λόγους που έχω εξηγήσει απορρίπτεται εξ ολοκλήρου. Ευρήματα Η Εναγόμενη παρά την προσπάθεια της να αποπροσανατολίσει το Δικαστήριο με διάφορες αναφορές δεν κατάφερε να δώσει καμία πειστική εξήγηση σε ότι αφορά την επιταγή της ιδίας πως αυτή βρέθηκε στα χέρια των Εναγόντων . Επιπλέον ουδέποτε αμφισβητήθηκε ότι η εν λόγω επιταγή εκδόθηκε από την Εναγομένη. Η Εναγομένη ως μόνο ισχυρισμό προώθησε ότι εξέδωσε την εν λόγω επιταγή κενή και την παρέδωσε στον σύζυγό της για να την δώσει σε άλλη εταιρεία. Οι θέσεις της ως έχουν αναφερθεί πιο πάνω έχουν αποριφθεί. Ως αποτέλεσμα της πιο πάνω αξιολόγησης προχωρώ να διατυπώσω τα ευρήματα του Δικαστηρίου : Η Εναγόμενη προέβηκε σε παραγγελία στους Ενάγοντες στις 02.11.
  2. Η παραγγελία της ήταν επί πιστώσει για διάφορα εμπορεύματα και συγκεκριμένα δέκα πόρτες και πέντε αρμάρια, συνολικής αξίας Λίρες Κύπρου 9270 συμπεριλαμβανόμενου του Φ.Π.Α. ποσού που αντιστοιχεί σε €16607,
  3. Την ίδια ημέρα στις 02.11.2007 η Εναγόμενη κατέβαλλε στους ενάγοντες ως προκαταβολή το ποσό των Λίρες Κύπρου 2000, €3417,
  4. Μετά την παραγγελία της Εναγομένης οι Ενάγοντες μετέβησαν στην οικία που τους υπέδειξε η Εναγομένη για την αναγκαία μέτρηση των χώρων όπου θα τοποθετούνταν τα παραγγελθέντα προϊόντα τα οποία παραγγέλθηκαν στην Ιταλία από τους Ενάγοντες. Τον Φεβρουάριου του 2008 οι Ενάγοντες παρέλαβαν τα παραγγελθέντα προϊόντα και ειδοποίησαν την Εναγομένη να προβεί την εξόφλησή τους για να γίνει τοποθέτηση. Οι Ενάγοντες για την παραλαβή των προϊόντων πλήρωσαν το εργοστάσιο κατασκευής των προϊόντων στην Ιταλία και μέχρι την ημέρα που ξεκίνησε η ακρόαση της παρούσας υπόθεσης φυλάγονταν στις αποθήκες τους. Η ανταπαίτηση της Εναγομένης Η Εναγόμενη προώθησε κατά την μαρτυρία της ότι η επιταγή που δοθηκε στους Ενάγοντες ήταν κενή και δόθηκε από την ίδια στον σύζυγό της με σκοπό να εξοφληθεί λογαριασμός άλλης εταιρείας. Ζητά δε την επιστροφή της προωθώντας τον ισχυρισμό του αδικαιολόγητου πλουτισμού των εναγόντων εις βάρος της. Οι αρχές που διέπουν το θέμα του αδικαιολόγητου πλουτισμού είναι καλά γνωστές. Η αρχή δεν αποτελεί καν αυτοτελή βάση αγωγής. Η μόνη προϋπόθεση που τίθεται είναι να δικαιολογείται η επίκληση της αρχής τους αδικαιολόγητου πλουτισμού με βάση στους προσβληθέντες στα δικόγραφα ισχυρισμούς αλλά φυσικά και την προσαχθείσα μαρτυρία. Για να επιτύχει μια τέτοια επίκληση της αρχής του άδικου πλουτισμού πρέπει να συντρέχουν τρείς προϋποθέσεις. Κατ'αρχήν θα πρέπει να καταδειχθεί ότι ο Εναγόμενος πλούτισε από όφελος. Εάν συντρέχει αυτή η προϋπόθεση ο εν λόγω πλουτισμός (enragement) πρέπει να καταδεχθεί ότι έγινε εξόδοις του Ενάγοντος (at the plaintiffs expense). Εφόσον πληρούνται οι δυο πιο πάνω αναφερόμενες υποθέσεις πρέπει να καταδειχθεί ότι εάν επιτραπεί στο μέρος που αδίκως πλούτισε να διατηρήσει το όφελος αυτό θα ήτο άδικο για το άλλο μέρος (retention of the benefit would be adjust). (Βλ. Χρίστου v. Khoreva
(2002)1 A.Α.Δ. 454.) Στο σύγγραμμα Chitty on Contracts (general principles 27η έκδοση), καθώς και στο σύγγραμμα Goff and Jones The Law of Restitution (2η έκδοση) γίνεται εκτενής αναφορά ως προς τις περιπτώσεις τις οποίες μπορεί να τύχει εφαρμογής η αρχή. Αυτές περιλαμβάνουν επιγραμματικά περιπτώσεις απόσπασης χρημάτων με υπέρμετρο επηρεασμό, κατόπιν ψυχικής πίεσης ή απειλών με τέχνασμα ή ακόμα και κατά λάθος, καθιστώντας την αρχή ως ιδιότυπη και εκφεύγουσα των στενών εφαρμογών των καθιερωμένων αρχών του δικαίου των συμβάσεων (βλ. Κίτση v. Γενικού Εισαγγελέα
(2001)1Β 1077.) Πρέπει επίσης να λεχθεί ότι η αποκατάσταση (restitution) δεν μπορεί να διαταχθεί με βάση την αρχή του αδικαιολόγητου πλουτισμού σε περιπτώσεις όπου το άτομο που ζητεί αποκατάσταση παρείχε το όφελος προς εκπλήρωση έγκυρης υποχρέωσης είτε δυνάμει του κοινοδικαίου είτε νομοθετήματος είτε ακόμα και του δικαίου της επιείκειας. Επίσης δεν μπορεί να διαταχθεί αποκατάσταση όπου το όφελος που παραχωρήθηκε συμβίβασε νόμιμη αξίωση, εκτέλεση υποχρέωση η οποία οφείλετο ή και σε περιπτώσεις όπου το άτομο που παραχώρησε το όφελος ενέργησε εκούσια προς όφελος ατόμου που το εισέπραξε χωρίς όμως ο τελευταίος να έχει εκφράσει επιθυμία προς τούτο (the plaintiff acted officiously). Τούτο λεχθέντων υπάρχουν και περιπτώσεις που παρά το εθελούσιο της πληρωμής αυτή μπορεί να αποκατασταθεί. Μεταφέροντας τα πιο πάνω στην υπό εξέταση περίπτωση παρατηρώ ότι δεν εκτίθονται στην έκθεση ανταπαίτησης με την απαραίτητη επάρκεια και σαφήνεια γεγονότα για απόδοση θεραπείας στην Εναγομένη με βάση την αρχή αυτή. Η Εναγομένη αναφέρεται απλά σε έκδοση επιταγής χωρίς όνομα η οποία αγνοεί πως κατέληξε τα χέρια των Εναγόντων αναφέροντας μόνο ότι την έδωσε στο σύζυγό της για να πληρώσει άλλη εταιρεία. Πέραν της πιο πάνω διαπίστωσης κρίνω ότι με βάση την ενώπιων του Δικαστηρίου αποδεκτή μαρτυρία το ποσό καταβλήθηκε στα πλαίσια μιας συναλλαγής για αγορά προϊόντων. Συνεπώς υπήρξε αντάλλαγμα για την καταβολή του και τα εν λόγω χρήματα αφαιρέθηκαν από την παραγγελία της Εναγομένης για τα προϊόντα που παράγγειλε, ως είναι τα ευρήματα του Δικαστηρίου ανωτέρω από τους Ενάγοντες. Για τους λόγους που χω αναφέρει θεωρώ ότι το καταβληθέν ποσό δεν μπορεί να επιστραφεί στην Εναγομένη με βάση την αρχή του αδικαιολόγητου πλουτισμού. Κατάληξη Οι ισχυρισμοί που προβάλλονται σε σχέση με την αποτυχία των Εναγόντων να αποσείσουν το βάρος απόδειξης κρίνω ότι είναι ανεδαφικές. Οι Ενάγοντες διεκδικούν με την αξίωσή τους συγκεκριμένο ποσό και με την προσκομισθείσα μαρτυρία απέδειξαν τις συνθήκες που δημιούργησαν την αξίωσή τους ενώ περαιτέρω η μαρτυρία που προσήλθε από πλευράς των Εναγόντων και έχει κριθεί ως αξιόπιστη έχει φθάσει στο επίπεδο της πειστικότητας που να δικαιολογεί απόφαση υπέρ τους (βλ. Αντωνιάδης v. Σταύρου
(1998)1Β Α.Α.Δ. 1171). Ως εκ τούτου κρίνω ότι οι Ενάγοντες έχουν αποδείξει στο μέτρο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων ότι η δική τους εκδοχή γεγονότων είναι πιο πιθανή παρά να μην είναι. (βλ. Χρυσάνθη Χρυσάνθου και Σταύρος Φραντζή ν. Αντρέα Φραντζή
(2010)1 Β Α.Α.Δ 1295). Αντιθέτως η Εναγομένη και εξ ανταπαιτήσεως Ενάγουσα ουδόλως κατάφερε να αποσείσει το βάρος απόδειξης που απαιτείται και για τους λόγους που εξηγούνται λεπτομερώς ανωτέρω η διεκδίκησή της με βάση την αρχή του αδικαιολόγητου πλουτισμού έχει αποτύχει. Ως εκ των ανωτέρω εκδίδεται απόφαση υπέρ των Εναγόντων και εναντίον της Εναγομένης για το ποσό των €13190.40 με νόμιμο τόκο από 23.02.2009 μέχρι εξοφλήσεως πλέον έξοδα στην κίμακα επιτυχίας όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Η ανταπαίτηση απορρίπτεται χωρίς διαταγή ως προς τα έξοδα. (Υπ.) ............... Ε. Ευθυμίου-Ανδρέου, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.