← Κύπρος

Αναφορικά με την αίτηση της εταιρείας MNS INTERLINK CONSTRUCTION & DEVELOPMENT LTD ν. Αναφορικά με την Εταιρεία ALPARI DEVELOPMENT LTD, Αρ. Αίτηση

Αναφορικά με την αίτηση της εταιρείας MNS INTERLINK CONSTRUCTION & DEVELOPMENT LTD ν. Αναφορικά με την Εταιρεία ALPARI DEVELOPMENT LTD, Αρ. Αίτησης: 484/2014, 31/5/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2016:A250 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Ε. Ευθυμίου - Ανδρέου, Ε.Δ. Αρ. Αίτησης: 484/2014 Αναφορικά με τον Περί Εταιρειών Νόμο Κεφ.

  1. και Αναφορικά με την Εταιρεία ALPARI DEVELOPMENT LTD, από την Λεμεσό. και Αναφορικά με την αίτηση της εταιρείας MNS INTERLINK CONSTRUCTION & DEVELOPMENT LTD, στην Λεμεσό για την διάλυση της εταιρείας ALPARI DEVELOPMENT LTD, από την Λεμεσό. Ημερομηνία: 31 Μαΐου 2016 Για Αιτητές: κα Ηροδότου για Συμεού & Κονναρής Δ.Ε.Π.Ε. Γiα Καθ΄ων η Αίτηση: κα Μιχαηλίδου για PHC Tsangarides LLC Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Η αίτηση και οι Ένορκες Δηλώσεις που την συνοδεύουν Με την αίτηση τους οι Αιτητές ALPARI DEVELOPMENT LTD (στο εξής οι Αιτητές ) ζητούν: Διάταγμα του Δικαστηρίου με βάση το οποίο να παραμερίζει και/ή να απορρίπτει και/ή αναστέλλει και/ή να διαγράφει την Αναφορά (Petition) και/ή οποιαδήποτε διαδικασία σχετίζεται με αυτήν και η οποία Αναφορά φέρει τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο, την οποία η Αιτήτρια Εταιρεία MNS INTERLINK CONSTRUCTION & DEVELOPMENT LTD καταχώρησε την 20/11/2014 για το λόγο ότι το αντικείμενο και/ή η αξίωση που εγείρεται και/ή το ισχυριζόμενο χρέος στο οποίο θεμελιώνεται η Αναφορά τελεί υπό αμφισβήτηση και/ή δεν αποτελεί ξεκαθαρισμένη οφειλή και/ή για τον λόγο ότι η Εταιρεία δεν θεωρείται πιστωτής και/ή δεν έχει δικαίωμα (locus standi) καταχώρησης της παρούσας διαδικασίας και/ή για τον λόγο ότι η επίδικη Αναφορά είναι κακόπιστη και/ή εκδικητική και/ή ενοχλητική και/ή αποτελεί κατάχρηση διαδικασίας. Διάταγμα του Δικαστηρίου με βάση το οποίο να παραμερίζει και/ή να απορρίπτει και/ή αναστέλλει και/ή διαγράφει την Αναφορά (Petition) και/ή οποιαδήποτε διαδικασία σχετίζεται με αυτήν και η οποία Αναφορά φέρει τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο, την οποία η Εταιρεία MNS INTERLINK CONSTRUCTION & DEVELOPMENT LTD καταχώρησε την 20/11/2014 για τον λόγο ότι η Αιτήτρια δεν συμμορφώθηκε με τις προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 212(α) του Περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113 σε σχέση με την προβλεπόμενη απαίτηση πληρωμής και/ή συνεπεία του γεγονότος ότι η Αναφορά είναι κακόπιστη και/ή εκδικητική και/ή αποτελεί κατάχρηση διαδικασίας. Διάταγμα που να απαγορεύει στην Αιτήτρια Εταιρεία MNS INTERLINK CONSTRUCTION & DEVELOPMENT LTD από του να προβεί σε οποιαδήποτε δημοσίευση και/ή δημοσιοποίηση της Αναφοράς και/ή περίληψη της Αναφοράς σε οποιανδήποτε εφημερίδα ή άλλως πως. Οποιαδήποτε άλλη διαταγή και/ή διάταγμα και/ή οδηγία που το Δικαστήριο θα κρίνει εύλογη και/ή αναγκαία υπό τις περιστάσεις. Η Αίτηση βασίζεται στους Περί Εταιρειών (Διάλυση) Κανονισμούς του 1933 Καν. 92, στους Διαδικαστικούς Θεσμούς της Πολιτικής Δικονομίας Δ.19, θ.26, Δ.27, θ.3, Δ.33, θ.3 και 5, Δ.40, θ.11, Δ.48, θ.1, 2, 3, 5, 6, 7 και 8, Δ.57, Δ.64, θ.1 και 2 του άρθρου 9 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6, του άρθρου 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, στον Περί Εταιρειών Νόμο, Κεφ. 113, άρθρα 211, 212(α), 214, 215 και 218, στις γενικές εξουσίες, στην σύμφυτη εξουσία και στην διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Η αίτηση υποστηρίζεται από μακροσκελή Ένορκη Δήλωση του Διευθυντή της Αιτήτριας εταιρείας, κ. Armen Esaulov. Αναφέρει ότι για μεγάλο μέρος των γεγονότων έλαβε γνώση από άλλα άτομα και συγκεκριμένα από τον κον Γιαννουλάκη ο οποίος ήταν και υπεύθυνος εκπρόσωπος της Αιτήτριας στις διαπραγματεύσεις της για την αγορά του κτιρίου ALPARI TOWER. Ο ίδιος αναφέρει ότι ήταν προσωπικά εμπλεκόμενος σε όλες τις συνομιλίες που αφορούσαν την επίδικη αγοραπωλησία μετά την έναρξη της εργοδότησης του στην Αιτήτρια Εταιρεία. Κατά τον ομνύοντα στις 9.8.11 υπεγράφη συμφωνία μεταξύ της ALPARI DEVELOPMENT LTD. και της MNS INTERLINK CONSTRUCTION & DEVELOPMENT LTD για την αγορά ενός κτιρίου στα Κάτω Πολεμίδια Λεμεσού, με συμφωνημένο τίμημα πώλησης € 8.135.000,
  2. Αναφέρεται δε σε έκταση σε παραγράφους της συμφωνίας και συγκεκριμένα στην παράγραφο στην οποία επροβλέπετο η παραχώρηση εγγυητικής ύψους €200.000.- με περίοδο ισχύς τρία έτη. Αναφέρει περαιτέρω ότι στις 30.9.11 υπεγράφηκε νέα συμφωνία μεταξύ των μερών η οποία τροποποιούσε μεταξύ άλλων ολόκληρη την παράγραφο της συμφωνίας η οποία αναφερόταν στην παραχώρηση εγγυητικής. Ο ομνύων λέει ότι στις 2.12.11 η Αιτήτρια εταιρεία παρέδωσε στους Καθ' ων η Αίτηση εγγυητική επιστολή ως οι όροι της συμφωνίας μεταξύ τους και προχωρεί σε αξιολόγηση του λεκτικού της εγγυητικής όπως ο ίδιος το αντιλαμβάνεται. Από την πιο πάνω εγγυητική προέκυψε θέμα ερμηνείας σε ό,τι αφορούσε την πρόνοια αναφορικά με την έναρξη του υπολογισμού του τόκου και την αλληλογραφία που ανταλλάχτηκε μεταξύ των δικηγόρων των μερών. Ο ομνύων εξηγεί ότι η πληρωμή της εγγυητικής έγινε στις 26.2.14, ημέρα κατά την οποία πληρώθηκε το ποσό των €222.805,05 στους δικαιούχους της εγγυητικής με υπολογιζόμενο τόκο προς 7% από την 9.7.
  3. Η θέση ως προς την περίοδο έναρξης του υπολογισμού του συμφωνηθέντος τόκου 7% ήταν για την πλευρά των Αιτητών η ημερομηνία έκδοσης του πιστοποιητικού τελικής έγκρισης από τον Δήμο Κάτω Πολεμιδιών, και για τους Καθ' ων η Αίτηση η ημερομηνία κατάθεσης της αίτησης για έκδοση του πιστοποιητικού τελικής έγκρισης από τον Δήμο Κάτω Πολεμιδιών. Είναι η θέση του ομνύοντα ότι ουδέποτε η Αιτήτρια εταιρεία αποδέχθηκε είτε ρητώς είτε σιωπηρά ότι ο υπολογισμός του τόκου θα ξεκινούσε από την ημέρα υπογραφής της σύμβασης, αλλά από την ημέρα έκδοσης του πιστοποιητικού τελικής έγκρισης. Ο ομνύων εξηγεί ότι παρά τη διαφωνία που υπήρχε η πλευρά των Αιτητών συμφώνησε όπως καταβάλει πέραν της εγγυητικής το ποσό των €22.166,66 τόκους οι οποίοι υπολογίστηκαν ως τόκοι από την ημέρα υποβολής της αίτησης για έκδοση τελικού πιστοποιητικού, ήτοι την 9.7.12 μέχρι και την ημερομηνία έκδοσης τελικού πιστοποιητικού, ήτοι την 7.2.
  4. Το ποσό δε αυτό δόθηκε ως επιπλέον ποσό με επιφύλαξη των δικαιωμάτων των Αιτητών. Ισχυρίζεται δε ότι δεν υπάρχει οποιαδήποτε οφειλή προς τους Καθ' ων η Αίτηση και ως εκ τούτου η αξίωση των Αιτητών στην κυρίως αίτηση αμφισβητείται, απορρίπτεται η θέση ότι η Αιτήτρια εταιρεία στην παρούσα είναι ανίκανη για να πληρώσει τα χρέη της και εκφράζει την πεποίθηση ότι η καταχώρηση της αίτησης για εκκαθάριση (στο εξής «Αναφορά») δεν είναι η σωστή διαδικασία που ακολουθείται σε περιπτώσεις όπως η παρούσα. Μετά από αίτηση των Αιτητών δόθηκε στις 25/2/2016 άδεια του Δικαστηρίου για καταχώρηση Συμπληρωματικής Ένορκης Δήλωσης προς υποστήριξη/ συμπλήρωση της παρούσας Αίτησης. Η Συμπληρωματική Ένορκη δήλωση είναι σύντομη και σκοπό έχει κυρίως την παρουσίαση 2 Τεκμηρίων ηλεκτρονικής αλληλογραφίας που ανταλλάχτηκε μεταξύ των δικηγόρων των διαδίκων. Στην μεταξύ των δικηγόρων αλληλογραφία αναφέρεται ότι έχει παραληφθεί αντίγραφο της εγγυητικής επιστολής από δικηγόρο του δικηγορικού γραφείου που εκπροσωπεί τους Καθ'ων η Αίτηση στην παρούσα, Αιτητες στην Αναφορά, το περιεχόμενο της οποίας τους βρίσκει σύμφωνους. Η σχετική αναφορά γίνεται σε ηλεκτρονική επιστολή ημερομηνίας 2/12/
  5. Η Ένσταση και η Ένορκη Δήλωση που την συνοδεύει Η αίτηση προσέκρουσε αναπόφευκτα στην Ένσταση των Καθ'ων η Αίτηση («οι Καθών η Αίτηση») οι οποίοι καταχώρησαν Ειδοποίηση Περί Προθέσεως Ενστάσεως («η Ένσταση») η οποία στηρίζεται στους πιο κάτω λόγους: Οι Αιτητές απέτυχαν να αποδείξουν και/ή προβάλλουν οποιοδήποτε λόγο που να δικαιολογεί τον παραμερισμό και/ή απόρριψη και/ή αναστολή και/ή διαγραφή της Αναφοράς (Petition) με αριθμό 484/2014 και/ή οποιασδήποτε διαδικασίας σχετίζεται με αυτήν. Οι Αιτητές απέτυχαν να αποδείξουν και/ή προβάλλουν οποιοδήποτε λόγο και/ή δεν προσκόμισαν καμία απολύτως μαρτυρία που να αποδεικνύει ότι η καταχώρηση της Αναφοράς (Petition) με αριθμό 484/2014 είναι κακόπιστη και/ή εκδικητική και/ή ενοχλητική και/ή αποτελεί κατάχρηση διαδικασίας. Οι Αιτητές απέτυχαν να αποδείξουν και/ή προβάλουν οποιοδήποτε λόγο που να δικαιολογεί το αίτημα τους για έκδοση διατάγματος που να απαγορεύει τους Καθ' ων η Αίτηση από του να προβεί σε οποιαδήποτε δημοσίευση και/ή δημοσιοποίηση της Αναφοράς και/ή περίληψη της Αναφοράς σε οποιαδήποτε εφημερίδα ή άλλως πως. Οι Αιτητές έχουν πολλούς πιστωτές οι οποίοι επηρεάζονται και/ή ενδέχεται να επηρεαστούν από την Αναφορά και οι οποίοι θα πρέπει να ειδοποιηθούν ώστε να τους δοθεί η ευκαιρία να τοποθετηθούν. Η έκδοση διατάγματος απαγόρευσης της δημοσίευσης και/ή δημοσιοποίησης της Αναφοράς και/ή περίληψη αυτής σε οποιαδήποτε εφημερίδα συγκρούεται με τους κανόνες της φυσικής δικαιοσύνης που επιτάσσει την παροχή εύλογης ευκαιρίας σε κάθε επηρεαζόμενο από δικαστική διαδικασία να εμφανιστεί και να προβάλει τις θέσεις του. Η υπό κρίση αίτηση είναι παράτυπη και/ή ανεπίτρεπτη και/ή αντίθετη με τους διαδικαστικούς κανονισμούς και την πρακτική του Δικαστηρίου. Η υπό κρίση αίτηση είναι κακόπιστη και/ή εκδικητική και/ή αποτελεί κατάχρηση διαδικασίας και έγινε με μόνο σκοπό τον εκτροχιασμό της εκδίκασης της Αναφοράς (Petition) με αριθμό 484/
  6. Οι Καθ' ων η Αίτηση στην παρούσα αίτηση ακολούθησαν πάντοτε την ορθή και ενδεδειγμένη διαδικασία. Οι Αιτητές δεν παρουσιάζουν σοβαρούς και/ή επαρκείς λόγους που να δικαιολογούν το αίτημα τους. Στην Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την Ένσταση στην οποίαν ορκίζεται ο Χρίστος Νικολάου ως Διευθύνων Σύμβουλος του Ομίλου Εταιρειών των Καθ΄ ων η Αίτηση στην παρούσα, και Αιτητών στην κυρίως αίτηση, αναφέρει και εκφράζει την πεποίθηση ότι η εγκυρότητα της αναφοράς κρίνεται αποκλειστικά με βάση το περιεχόμενο της ίδιας και ως εκ τούτου δεν μπορεί να αποτελέσει επίδικο θέμα ή έστω θέμα προς εξέταση στα πλαίσια της παρούσης αίτησης. Συμπληρώνει δε ότι παραμερισμός δικογράφου μπορεί να αποτελέσει εξαιρετικό μέτρο το οποίο να δικαιολογείται μόνο εάν και εφόσον το δικόγραφο κριθεί ανυπόστατο. Προχωρεί δε στην επεξήγηση της εγγύησης που δόθηκε και στην μεταξύ των μερών σύμβαση που αποτελεί και προϊόν ανάλυσης του ιδίου στην κυρίως αίτηση. Σε ό,τι δε αφορά την εγγύηση που δόθηκε από τους Καθ' ων η Αίτηση / Αιτητές στην παρούσα, αναφέρει τις υποχρεώσεις τόσον ως προς το ποσό, τους τόκους και την έναρξη καταβολής των. Συμπληρώνει ότι η απαίτηση των Καθ' ων η Αίτηση είναι εκκαθαρισμένη και αυτή εδράζεται στους όρους της τροποποιητικής συμφωνίας ημερομηνίας 30.9.
  7. Προχωρά δε να απορρίψει τους ισχυρισμούς ότι η κυρίως αίτηση έγινε κακόπιστα και εκδικητικά και εκφράζει την πεποίθηση ότι ο πραγματικός λόγος για την καταχώρηση της υπό αναφοράς αίτησης γίνεται με σκοπό τη δημιουργία μεγάλης καθυστέρησης. Παραθέτει δε την άποψη ότι είναι αναγκαία η δημοσίευση της κυρίως αίτησης ως ήθελε διατάξει το Δικαστήριο, ο σκοπός της οποίας είναι η δημοσιοποίηση της ούτως ώστε να λάβουν γνώση όλα τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα, η θέση των οποίων επηρεάζεται, ή ενδέχεται να επηρεαστεί από την έκβαση του αποτελέσματος της αίτησης, με ειδικότερη έμφαση στους πιστωτές της εταιρείας. Νομική πτυχή και Αξιολόγηση των εκατέρωθεν θέσεων Η νομική βάση επί της οποίας μπορεί να στηριχθεί αίτηση για διαγραφή δικογράφου ή μέρους αυτού είναι η Δ.19, Θ.26 (βλ. Cyber Group Ltd v. Χαραλαμπίδη κ.α.

(2004)1Γ ΑΑΔ 1852, Νίκος Σιακόλας ν. Federal Bank of Lebanon (S.A.L.)
(1998)1Γ ΑΑΔ 1338 και Βιομηχανία Χαρ. Αλωνεύτης Λτδ κ.α. Alpha Bank Ltd
(2003)1Β ΑΑΔ 990). Η Δ.19, Θ.26 προνοεί τα ακόλουθα: 'The Court or a Judge may, at any stage of the proceedings, order to be struck out or amended any matter in any indorsement or pleading which may be unnecessary or scandalous or which may tend to prejudice, embarrass, or delay the fair trial of the action'. Τα δικόγραφα αποτελούν το πλαίσιο μέσα στο οποίο προσφέρεται η δυνατότητα στους διαδίκους να εκθέσουν την υπόθεσή τους. Η Δ.19, Θ.4 επιτακτικά καθορίζει ότι πρέπει να συμπεριλαμβάνονται στα δικόγραφα γεγονότα, κατ' αντίθεση προς τη μαρτυρία. Κατά δεύτερο λόγο τα γεγονότα στα οποία γίνεται αναφορά από ένα διάδικο πρέπει να είναι ουσιώδη σχετιζόμενα με το επίδικο ζήτημα που τίθεται προς εκδίκαση (βλ. Μαυρομιχάλη κ.ά. ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας,
(1996)1(Α) ΑΑ. 530, Γεωργίου Καψού
(1997)1(Α) ΑΑΔ 164 και Παγκύπριος Ετ. Αρτοποιών Λτδ., ν. Σαββίδη
(1997)1(Β) ΑΑΔ 685). Η Δ.19, Θ.4 προνοεί τα ακόλουθα: 'Every pleading shall contain, and contain only, a statement in a summary form of the material facts on which the party pleading relies for his claim or defence, as the case may be, but not the evidence by which they are to be proved, and shall, when necessary, be divided into paragraphs, numbered consecutively. Dates, sums, and numbers shall be expressed in figures and not in words. The pleadings shall be signed by the advocate, or by the party, if he sues or defends in person'. Στις έγγραφες προτάσεις δεν περιλαμβάνεται μαρτυρία (βλ. Havariyoun ν. Ρουσή
(2008)1Α ΑΑΔ 406, 410 και T. & E. Tofinis Estates Ltd ν. Παπαλεοντιου
(2009)1Β ΑΑΔ 1540, 1544). Η μαρτυρία με την οποία μπορεί να αποδειχθεί οποιοδήποτε από τα επίδικα θέματα δεν έχει θέση σε δικόγραφο. Αν παρεισφρήσει πρέπει να διαγραφεί (βλ. Παγκύπριος Ετ. Αρτοποιών Λτδ, σελ. 689 ανωτέρω[1]). Στην Χατζηκωνσταντή ν. Golden Coast Ltd κ.α Πολιτική Έφεση 314/2008, 24/1/2012 το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε απόφαση του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών με την οποία διαγραφόταν ισχυρισμός η εισαγωγή του οποίου στη διαδικασία θα είχε ως αποτέλεσμα την «παρέλκυση, σύγχυση και υπερφόρτωση της δίκης». Ένα δικόγραφο για να μην είναι ενοχλητικό πρέπει να εκθέτει τα γεγονότα τα οποία θα θέτουν σε γνώση, εναντίον αυτών στους οποίους στρέφονται, της υπόθεσης που θα πρέπει να αντιμετωπίσουν. Στο σύγγραμμα The Supreme Court Practice 1997, Vol. 1, σελ 296 παρ. 18/7/10 αναφέρονται τα ακόλουθα: 'It is essential that a pleading, if not to be embarrassing, should state those facts which will put those against whom it is directed on their guard, and tell them what the case which they will have to meet (per Cotton L.J. in Philipps v. Philipps
(1878)4 Q.B.D. 127, p. 139. 'Material' means necessary for the purpose of formulating a complete cause of action; and if any one material statement is omitted, the statement of claim is bad (per Scott L.J. in Bruce v. Oldhams Press Ltd [1936] 1 All E.R. 287, p.294). Πότε ένα δικόγραφο μπορεί να χαρακτηρισθεί ως embarrassing, σύμφωνα με τον παραπάνω κανονισμό, αναφέρεται με σαφήνεια στο σύγγραμμα Bullen & Leake "Precedents of Pleadings", 12η έκδοση, σελ. 144: "Accordingly, a pleading is embarrassing which is ambiguous or unintelligible or which states immaterial matter and so raises irrelevant issues which may involve expense, trouble and delay and thus will prejudice the fair trial of the action, and so is a pleading which contains unnecessary or irrelevant allegations." Η συμπερίληψη στο δικόγραφο σχετικών ισχυρισμών διατυπωμένων σε μεγαλύτερη έκταση απ΄ ότι χρειάζεται, συμπλεγμένων με άσχετους ισχυρισμούς ή με μαρτυρία, μπορεί να προκαλέσει σοβαρή δυσχέρεια στον αντίδικο (βλ. Davy v. Garrett [1878] 7 Ch. D. 473 και Παγκύπριος Εταιρεία Αρτοποιών Λτδ v. Σαββίδη (ανωτέρω). Αίτηση για διαγραφή πρέπει να καταχωρείται το συντομότερο δυνατό και συνήθως πριν να κλείσουν τα δικόγραφα. Η καταχώριση όμως μεταγενέστερα δεν απαγορεύεται ακόμη και όταν η υπόθεση έχει οριστεί για ακρόαση. Στο σύγγραμμα The Supreme Court Practice 1997, Vol. 1, σελ 328 παρ. 18/19/4 αναφέρονται τα ακόλουθα: 'Application—Although the rule expressly states that the order may be made "at any stage of the proceedings," still the application should always be made promptly, and as a rule before the close of pleadings. Where the statement of claim is being attacked, the application may be made before the defence is served (Att.-Gen. of Duchy of Lancaster v. L. & N. W. Ry. [1892] 3 Ch. 274); ......... The application may be made even after the pleadings are closed (per Brett M.R. in Tucker v. Collinson
(1886)34 W.R. 354, or the trial set down (Goymer v. Central Wheelbase Ltd, The Times, April 1, 1993, C.A.), though it should not be heard at the opening of the trial, save in exceptional circumstances (Halliday v. Shoesmith [1993) 1 W.L.R. 1, CA.)' Πέραν της εξουσίας που παρέχουν οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας, όταν ένα δικόγραφο είναι υπερβολικά μακροσκελές χωρίς να δικαιολογείται από τα γεγονότα της υπόθεσης και με τον τρόπο αυτό ή με κάποιο άλλο τρόπο προκαλεί σύγχυση και δυσχέρεια στην άλλη πλευρά, η οποία θα πρέπει να απαντήσει και αναπόφευκτα θα προκαλέσει καθυστέρηση στην εκδίκαση της υπόθεσης, η καταχώριση του εν λόγω δικογράφου μπορεί να προλάβει μορφή κατάχρησης της δικαστικής διαδικασίας. Το Δικαστήριο έχει, σε τέτοιες περιπτώσεις, σύμφυτη εξουσία να παρέμβει (βλ. Annual Practice 1958, σελ. 448, 477 και Hill v. Hart-Davis 26 Ch. D. 470). Περαιτέρω, το Δικαστήριο έχει σύμφυτη εξουσία να διαγράψει δικόγραφο το οποίο είναι ενοχλητικό και καταπιεστικό (vexatious and oppressive - βλ. Charles Oxford Ltd v. Gonshaw Ltd [1948] 2 All E.R. 229). Το γεγονός δε ότι στα δικόγραφα προβάλλονται αλληλοσυγκρουόμενοι ισχυρισμοί δεν μπορεί από μόνο του να οδηγήσει σε διαγραφή. Για το ίδιο θέμα στην Soboh Petroleum (Cyprus) Ltd v. Hussein Ali Nasrat Abdallah κ.α., Πολ. Έφεση Αρ.69/2011, ημερ. 19.7.13 λέχθηκαν τα εξής: «Το Δικαστήριο δεν υποδεικνύει στα μέρη πώς θα διαμορφώσουν την υπόθεσή τους, εφόσον αυτά δεν παραβαίνουν τους κανόνες. Δικόγραφα, έστω και αν δεν είναι απόλυτα σύμφωνα με τους σχετικούς κανόνες, δε διαγράφονται. Το γεγονός ότι δικόγραφο περιέχει αχρείαστα ζητήματα δεν είναι αρκετό για να οδηγήσει σε διαγραφή του, εφόσον δεν προκαλείται ζημιά στον αντίδικο. Εάν, όμως, σε δικόγραφο, περιέχονται ισχυρισμοί παντελώς άσχετοι (με τρόπο ώστε ο Αιτητής θα πρέπει να απαντήσει σε αυτούς), από τους οποίους θα προκληθούν έξοδα και καθυστέρηση στην υπόθεση, τότε αυτοί δικαιολογείται να διαγραφούν. Ισχυρισμοί που προβάλλονται για ανεντιμότητα και συμπεριφορά προσβλητική για τον αντίδικο, εφόσον δεν είναι σχετικοί με τα επίδικα ζητήματα, θεωρούνται σκανδαλώδεις. Ο Αιτητής δε είναι πού πρέπει να αποδείξει ότι με κάποιο τρόπο βλάπτεται από την αντικανονικότητα.» Έχοντας κατά νου τις ανωτέρω αρχές προχωρώ στην εξέταση της παρούσας αίτησης αναφερόμενη παράλληλα στις θέσεις των διαδίκων όπως αυτές διατυπώθηκαν κατά την ακρόαση της αίτησης , τόσο στις γραπτές αγορεύσεις που κατατέθηκαν όσο και στην προφορική επιχειρηματολογία που αναπτύχθηκε. Στην παρούσα υπόθεση οι Αιτητές ζητούν τον παραμερισμό της Αίτησης εκκαθάρισης (Αναφοράς) διότι ως η θέση τους αμφισβητούν το κατ' ισχυρισμόν χρέος καλόπιστα και για το λόγο ότι πιστεύουν ότι οι σκοποί καταχώρησης της αίτησης είναι αλλότριοι. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι στη γραπτή τους αγόρευση προς υποστήριξη της αίτησης αναφέρονται με μεγάλη σπουδή στη νομολογία περί καλόπιστης αμφισβήτησης χρεών και αναλύουν τόσο μέσα από την κυπριακή αλλά και την αγγλική νομολογία τη θέση ότι σε περιπτώσεις καταχώρησης αιτήσεων εκκαθάρισης βάση του Άρθρου 212 του Περί Εταιρειών Νόμου η ευθύνη στον πιστωτή θα πρέπει να είναι τόσο συγκεκριμένη όσο και αδιαμφισβήτητη. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι για τους Αιτητές εκφράζουν την πεποίθηση ότι η παρούσα αίτηση καταχωρήθηκε και χρησιμοποιείται καταχρηστικά ως μοχλός πίεσης για την πληρωμή του ποσού το οποίο αξιώνεται με βάση την απαίτηση πληρωμής που επιδόθηκε στους Αιτητές. Σκοπός δε της καταχώρησης της υπό εξέταση αίτησης για διαγραφή και παραμερισμό της αναφοράς αποσκοπεί κυρίως στο να απαγορεύσει στους Καθ' ων η αίτηση να προχωρήσουν με οποιαδήποτε δημοσίευση της αίτησης εκκαθάρισης σε εφημερίδα ως ήθελε διατάξει το Δικαστήριο, αφού ως ισχυρίζονται μια πιθανή δημοσίευση και προώθηση τέτοιας αιτήσεως θα συμβάλει με βεβαιότητα στη ραγδαία μείωση του κύκλου εργασιών της και στην οικονομική κατάρρευση και πτώχευση της Αιτήτριας εταιρείας. Προχωρούν δε να ισχυριστούν ότι η σημαντικότερη συνέπεια τέτοιας δημοσίευσης θα είναι η αναπόφευκτη, όπως οι ίδιοι την χαρακτηρίζουν, παγοποίηση των λογαριασμών της Αιτήτριας εταιρείας εξηγώντας στην αγόρευση τους ότι με βάση το τραπεζικό σύστημα πληροφοριών Άρτεμις οι τράπεζες μπλοκάρουν τους λογαριασμούς των εταιρειών για τις οποίες δημοσιεύεται αίτηση διάλυσης. Αυτή η τελευταία ενέργεια στην οποίαν οι τράπεζες με βάση την εισήγηση των συνήγορων για την Αιτήτρια θα προχωρήσουν αυτεπάγγελτα, θα έχει ως απότοκο κατά τα λεγόμενα των συνηγόρων «μία καταστροφική αλυσιδωτή αντίδραση και/ή μία μη αναστρέψιμη κατάσταση διότι η εταιρεία θα αδυνατεί να πληρώσει, να εξοφλήσει τις υποχρεώσεις της και θα πάψει η οικονομική της δραστηριοποίηση και λειτουργία». Με αυτό τον τρόπο τίθεται ότι η έκδοση οδηγιών για δημοσιεύσεις δεν θα επηρεάσει τα δικαιώματα οποιουδήποτε πιστωτή αφού με βάση τη βεβαίωση της ιδίας της συνηγόρου της Αιτήτριας πιστωτές δεν υπάρχουν, αφ' ετέρου θα δημιουργήσει δυσανάλογα μεγαλύτερη ζημιά στους Αιτητές παρά σε οποιονδήποτε πιθανόν πιστωτή αλλά και τις απαιτήσεις των Καθ' ων η αίτηση. Στην κατακλείδα της γραπτής αγόρευσης γίνεται εισήγηση ότι η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου πρέπει να ασκηθεί για όλους τους λόγους που αναφέρονται υπέρ της Αιτήτριας. Οι Καθ' ων η Αίτηση στη δική τους αγόρευση επαναλαμβάνουν τους λόγους ένστασης τους και εκφράζουν την πεποίθηση ότι οι λόγοι που προβάλλονται στην αίτηση παραμερισμού της αναφοράς είναι αβάσιμοι, αστήρικτοι και αδικαιολόγητοι. Οι συνήγοροι των Καθ' ων η αίτηση αφού παραθέτουν σχετική νομολογία περί διαγραφής των δικογράφων, αναφέρονται στην ουσία της αίτησης εκκαθάρισης ως προς την αμφισβήτηση της οφειλής, παραθέτοντας τις δικές τους θέσεις επί τούτου, οι οποίες δεν κρίνεται σκόπιμο να επαναληφθούν. Στο θέμα της δημοσίευσης της αναφοράς οι συνήγοροι των Καθ' ων η Αίτηση εξηγούν ότι με βάση τη νομολογία οι οδηγίες για δημοσίευση είναι μέρος της υποχρέωσης του Δικαστηρίου να διατάσσει την επίδοση των αιτήσεων με βάση τη Δ.48 θ.3 που εφαρμόζεται δυνάμει του Κανονισμού 92 των Περί Εταιρειών (εκκαθάριση) Κανονισμών 1933 και ότι το διάταγμα δημοσίευσης είναι ο καλύτερος τρόπος ενημέρωσης όλων των ενδιαφερομένων για την ύπαρξη της αίτησης εκκαθάρισης το οποίο θα επιτυγχάνετο και με επίδοση στα επηρεαζόμενα πρόσωπα. ( βλ. ALFA CONCRETE LTD
(2003)1 Α.Α.Δ. 1640) Μετά το πέρας και την κατάθεση των γραπτών αγορεύσεων το Δικαστήριο ζήτησε διευκρινίσεις ως προς τη θέση των συνήγορων της Αιτήτριας περί καταστροφής της Εταιρείας εις περίπτωση προώθησης της υπό εξέταση αίτησης. Η εισήγηση, όπως τέθηκε ήταν ότι οι δικηγόροι των Καθ'ών η Αίτηση (Αιτητών στην Αναφορά) μπορούν μετά την καταχώρηση και τη δημοσίευση αίτησης για εκκαθάριση, να αποστείλουν επιστολές στα τραπεζικά ιδρύματα ενημερώνοντας τους για την αίτηση, τα οποία με τη λήψη επιστολών προχωρούν στην παγοποίηση των λογαριασμών της εταιρείας εναντίον της οποίας καταχωρήθηκε η αίτηση. Αυτή η θέση που εκφράστηκε , τροποποίησε στην ουσία τις εισηγήσεις που γίνονται στην αγόρευση των Αιτητών περί αυτόματης παγοποίησης των λογαριασμών της εταιρείας με την δημοσίευση της αίτησης εκκαθάρισης. Το Δικαστήριο ακούγοντας την τοποθέτηση αυτή εισηγήθηκε όπως εκδοθούν οι ανάλογες οδηγίες και/ή διάταγμα που να αποτρέπει την πλευρά των Καθ' ων η Αίτηση στην παρούσα Αίτηση να αποστείλουν τέτοιες επιστολές, ούτως ώστε να εξοικονομηθεί πολύτιμος δικαστικός χρόνος και να προωθηθεί η Αίτηση Αναφοράς και να εκδικασθεί η υπόθεση επί της ουσίας. Η εισήγηση έγινε καθότι είχε τονιστεί από τη συνήγορο των Αιτητών ότι ο κίνδυνος των δημοσιεύσεων ήταν και ο μεγαλύτερος προβληματισμός, τόσον της ίδιας όσο και των πελατών της για την προώθηση αυτής της αίτησης. Δυστυχώς η εισήγηση του Δικαστηρίου έπεσε στο κενό και έμεινε χωρίς αποτέλεσμα. Εδώ πρέπει να τονίσω ότι οι απόψεις και οι τοποθετήσεις των συνηγόρων των Αιτητών περί καταστροφής της εταιρείας, αν και εφόσον δημοσιευτεί η αίτηση εκκαθάρισης, δεν έχουν υποστηριχτεί με οποιονδήποτε τρόπο. Είναι μάλιστα τέτοιας σημασίας που ενδεχομένως η παρούσα να ήταν και κατάλληλη για την προσκόμιση μαρτυρίας προς υποστήριξη αυτών των ισχυρισμών. Ούτε έχει τεθεί ενώπιον του δικαστηρίου οποιοσδήποτε κανονισμός ή δευτερογενής νομοθεσία ή έστω οδηγία τραπεζικών ιδρυμάτων που να υποστηρίζει τις θέσεις όπως εκφράστηκαν από τους συνήγορους των Αιτητών. Αναπόφευκτα οι θέσεις αυτές απορρίπτονται και το αιτητικό υπ'αριθμόν 3 της αίτησης συμπαρασύρεται ομοίως σε απόρριψη. Σε ότι αφορά την εισήγηση για διαγραφή ολόκληρης της Αναφοράς , αυτή βασίζεται κυρίως στην θέση των Αιτητών στην παρούσα ότι υπάρχει καλόπιστη αμφισβήτηση του χρέους. Εμμέσως πλην σαφώς ζητείται από το Δικαστήριο να επεισέλθει στην ουσία της υπόθεσης και να κρίνει την απαίτηση των Αιτητων στην Αίτηση Αναφοράς , να εξάξει συμπεράσματα περι της οφειλής που κατ' ισχυρισμόν υπάρχει και να διαπιστώσει κατά πόσο η διεκδίκηση των Αιτητών στην Αίτηση Αναφοράς έχει πιθανότητες επιτυχίας. Αυτή η εισήγηση δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή , αφού κατά την εξέταση αιτήσεων όπως η Παρούσα το δικαστήριο δεν επεισέρχεται στην ουσία της υπόθεσης αλλά εξετάζει εκ πρώτης όψεως το δικόγραφο για να διαπιστώσει εαν περιέχονται σε αυτό ισχυρισμοί που δυνατό να προκαλέσουν αμηχανία ή σύγχυση στον αντίδικο, άσχετοι ως προς τα επίδικα θέματα, που δύνανται να παρελκύσουν ή να υπερφορτώσουν την διαδικασία. Τέτοιοι ισχυρισμοί δεν έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου στα πλαίσια της Παρούσας διαδικασίας , το μόνο που έχει τεθεί είναι η ανάλυση της Αναφοράς και η επέκταση των θέσεων αμφοτέρων των μερών ως προς την ουσία της υπόθεσης. Η όλη επιχειρηματολογία αμφοτέρων των διαδίκων παραγνωρίζει σε μεγάλο βαθμό το σκοπό του μέτρου της διαγραφής δικογράφου και τα κριτήρια βάσει των οποίων αποφασίζεται η βιωσιμότητα δικονομικού μέτρου. Στις εισηγήσεις των Αιτητών εξομειώνονται σε μεγάλο βαθμό η εκδίκαση της αίτησης για διαγραφή με την εκδίκαση της αίτησης για διάλυση. Αυτές οι θέσεις δεν χωρούν εξέτασης στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας αφού η νομική υπόσταση της Αναφοράς κρίνεται αποκλειστικά με βάση το περιεχόμενό της. Όπως λέχθηκε και στην υπόθεση In Re Pelmako Development Ltd
(1991)1 C.L.R. 246 : "Η εγκυρότητα αίτησης για διάλυση, εξετάζεται αποκλειστικά με βάση το περιεχόμενό της και τις αντικειμενικές συνέπειες που συνεπάγεται η τεκμηρίωση των ισχυρισμών που προβάλλονται σ' αυτή. Η διαγραφή δικογράφου, και ιδιαίτερα δικογράφου με το οποίο ο διάδικος επικαλείται την άσκηση της δικαιοδοσίας του δικαστηρίου, αποτελεί εξαιρετικό μέτρο το οποίο δικαιολογείται μόνο εφόσον το δικόγραφο κρίνεται αναντίλεκτα ανυπόστατο. Διαφορετικά, η διαγραφή θα συνεπαγόταν και παραβίαση του δικαιώματος διαδίκου να προσφύγει ενώπιον δικαστηρίου στο οποίο δικαιούται να προσφύγει βάσει του Συντάγματος, το οποίο κατοχυρώνεται από το άρθρο 30.1 του Συντάγματος." Η επιμονή των συνήγορων των Αιτητών ότι η υπόθεση των Καθ'ών η Αίτηση στην Αναφορά είναι αδύνατη και δεν ενδέχεται να έχει πιθανότητες επιτυχίες συναφώς και δεν αποτελεί καλό λόγο για την διαγραφή του δικογράφου.(Cyber Grooup Ltd-v-Κυριάκου Χαραλαμπίδη κ.α.
(2004)1Γ Α.Α.Δ. 1852). Η τεκμηρίωση των ισχυρισμών περί τούτου θα είναι το επίδικο θέμα της δίκης, γι' αυτό και το Δικαστήριο οφείλει να είναι ιδιαιτέρως φειδωλό στο χαρακτηρισμό και την πρόβλεψη των επιπτώσεων τους. Κατάληξη Για τους λόγους που εξήγησα ανωτέρω η αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται υπέρ των Καθ'ών η Αίτηση και εναντίον των Αιτητών, ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο θα είναι δε εισπρακτέα στο τέλος της διαδικασίας της Αναφοράς (Κυρίως Αίτησης). (Υπ). ................. Ε. Ευθυμίου - Ανδρέου, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] με αναφορά στην Merchants' and Manufacturers' Insurance Co. ν.Davies [1938] 1 Κ.Β. 196, 207 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.