Αίτηση υπό: B.A. (MIM) PROPERTIES LIMITED, Αρ. Αίτησης: 86/2014, 20/7/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2016:A338 ΕΝ ΤΩ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Ε. Ευθυμίου - Ανδρέου, Ε.Δ. Αρ. Αίτησης: 86/2014 Επί τοις αφορώσι τον περί Εταιρειών Νόμο Κεφ. 113 Άρθρα 209, 211 (ε), 211(στ), 212 (α), 212 (γ), 213
(1)και 214 Επί τοις αφορώσι την Εταιρεία B.A. (MIM) PROPERTIES LIMITED Από την Λεμεσό Αίτηση υπό: B.A. (MIM) PROPERTIES LIMITED από την Λεμεσό 20 Ιουλίου 2016 Για τους Αιτητές : κος Χαραλάμπους Για Καθ'ων η Αίτηση: κα Αχιλλέως για Ανδρέας Νεοκλέους & Σια Δ.ΕΠ.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την αίτηση τους η οποία καταχωρήθηκε στις 18/3/16 οι Αιτητές στην παρούσα/ Καθ'ων η Αίτηση (στο εξής «οι Αιτητες») στην Αίτηση Εκκαθάρισης/ Κυρίως Αίτηση, στο εξής «η Αίτηση Εκκαθάρισης") ζητούν: Α. Διάταγμα του Δικαστηρίου για παραμερισμό και/ή η απόρριψη της αίτησης εκκαθάρισης ημερομηνίας 11/02/2014 που εγέρθηκε εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση/Αιτητών (στο εξής η κυρίως αίτηση), για το λόγο ότι δεν πληρούνται οι τυπικές και ουσιαστικές προϋποθέσεις έγκυρης αίτησης εκκαθάρισης και συγκεκριμένα:
- Η ειδοποίηση πληρωμής (demand letter) δεν υπογράφεται από τους ίδιους τους Αιτητές αλλά από τον δικηγόρο των Αιτητών, κατά παράβαση ρητής πρόνοιας του άρθρου 212(α) του κεφαλαίου 113 και της σχετικής επί του θέματος νομολογίας.
- Η επίδοση της ειδοποίησης πληρωμής (demand letter) έγινε στον διευθυντή των Καθ' ων η Αίτηση όχι στο εγγεγραμμένο γραφείο της Εταιρείας, όπως ρητά ορίζει ο σχετικός νόμος (212 (α) του κεφαλαίου 113), αλλά στον χώρο του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού.
- Το αντικείμενο και/ή η αξίωση που εγείρεται και/ή το ισχυριζόμενο χρέος στο οποίο βασίζεται ή θεμελιώνεται η κυρίως αίτηση, τελεί υπό αμφισβήτηση και δεν συνιστά εκκαθαρισμένη απαίτηση και οι Αιτητές δεν είναι και δεν μπορούν να θεωρούνται πιστωτές της Εταιρείας και το θέμα δεν μπορεί να αποφασιστεί στα πλαίσια της αίτησης εκκαθάρισης, αλλά σε κανονική πολιτική αγωγή. Β. Διαζευκτικά διάταγμα του Δικαστηρίου για παραμερισμό και/ή απόρριψη της αίτησης εκκαθάρισης ημερομηνίας 11/02/2014 (κυρίως αίτηση), για το λόγο ότι είναι κακόπιστη, υποβολιμαία και εκδικητική και/ή είναι ότι η καταχώρηση της συνιστά κατάχρηση των δικαστικών διαδικασιών και/ή είναι επιπόλαιη και ενοχλητική. Η Αίτηση βασίζεται στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Κανονισμούς Δ.21 Θ.14
(1)και
(2), Δ.19 Θ.26, Δ.27 Θ.3, Δ.57 Θ.
(2), Δ.48 κ.1-4, 7, στον Περί Εταιρειών Νόμο Κεφ. 113, άρθρα 198, 209, 211(ε), 211(στ), 212(α), 212(γ), 213 και 214, 234
(5), 243
(1),
(2),
(3)και 326, στους Περί Εταιρειών (Εκκαθαρίσεις) Κανονισμούς, Καν. 92 και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Κύπρου και Αγγλίας και την Πρακτική του Δικαστηρίου. Η Αίτηση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση της Άντρης Αντρέου («Ε/Δ Αντρέου») η οποία αναφέρεται στην Επιστολή Απαίτησης / Demand Letter (στο εξής «η Επιστολή Απαίτησης ») ημερομηνίας 2/7/13 και εκφράζει την πεποίθηση ότι το γεγονός ότι έχει υπογραφεί από την κα. Μαρία Ιωάννου Δικηγόρο έρχεται σε αντίθεση με τις επιταγές του Νόμου και της Νομολογίας. Συγκεκριμένα, η ομνύουσα αναφέρεται στο άρθρο 212 (α) του Κεφ. 113 το λεκτικό του οποίου αναφέρει ότι η Επιστολή Απαίτησης πρέπει να υπογράφεται από «το χερι των Αιτητών» και όχι από άλλο άτομο αφού τέτοια πρόβλεψη δεν γίνεται στη Νομοθεσία. Περαιτέρω, αναφέρεται ότι η ίδια η επίδοση της Επιστολής Απαίτησης δεν είναι νομότυπη αφού αντί να έχει επιδοθεί στο εγγεγραμμένο γραφείο της Εταιρείας των Καθ'ων η Αίτηση («η Εταιρεία») επιδόθηκε προσωπικά και στο χώρο του Δικαστηρίου στον διευθυντή της Εταιρείας κ. Μάριο Αποστόλου. Η ομνύουσα παραπονείται περαιτέρω ότι τα αντίγραφα των τιμολογίων που έχουν επισυναφθεί ως τεκμήρια στην Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση των Αιτητών, αφορούν υπηρεσίες που κατ' ισχυρισμό προσφέρθηκαν στην Εταιρεία, είναι ανυπόγραφα και αμφισβητούνται. Επεκτείνει τη σκέψη της για να επιχειρηματολογήσει ότι δεν πληρούνται οι εκ του Νόμου προϋποθέσεις για την έκδοση διατάγματος Εκκαθάρισης αφού η θέση της Εταιρείας είναι ότι οι Αιτητές στην Αίτηση Εκκαθάρισης δεν μπορούν να θεωρούνται ως πιστωτές εν τη εννοία του σχετικού Νόμου. Η ομνύουσα αναφέρει περαιτέρω ότι η Εταιρεία είναι αξιόχρεη και ικανή να πληρώσει τα χρέη της απλά λόγω της οικονομικής κρίσης πάσχει από έλλειψη ρευστότητας. Η ενόρκως δηλούσα χαρακτηρίζει την Αίτηση για Εκκαθάριση που εκκρεμεί εναντίον της Εταιρείας ως «δαμόκλειον σπάθη» η οποία που κρέμεται πάνω από την Εταιρεία απειλώντας την με πιθανή εκκαθάριση το οποίο κατά την ομνύουσα είναι το χειρότερο δικονομικό μέτρο εναντίον μιας Εταιρείας. Στην κατακλείδα της ένορκης της δήλωσης αναφέρει ακόμα ότι δεν έχει αποκαλυφθεί αγώγιμο δικαίωμα, η Αίτηση Εκκαθαρισης χαρακτηρίζεται ως επιπόλαια και ενοχλητική σκοπός της οποίας είναι να προκαλέσει βλάβη στο καλό όνομα και τη φήμη της Εταιρείας. Η αίτηση αναπόφευκτα προσέκρουσε στην ένσταση των Αιτητών στην Αίτηση Εκκαθάρισης/ Καθ'ων η Αίτηση στην παρούσα Αίτηση (στο εξής «οι Καθ'ων η Αίτηση») οι οποόιοι καταχώρησαν Ειδοποίηση Περί Προθέσεως Ενστάσεως (στο εξής «η Ένσταση»). Οι Λόγοι Ένστασης έχουν ως ακολούθως:
- Η παρούσα Αίτηση είναι νομικά και πραγματικά αβάσιμη και/ή αστήρικτη και/ή δεν στηρίζεται στο ορθό νομικό και/ή πραγματικό υπόβαθρο.
- Η νομική βάση της υπό κρίση Αίτησης πάσχει και/ή δεν παρέχει δικαιοδοσία στο Δικαστήριο στο στάδιο αυτό να εκδώσει τα αιτούμενα διατάγματα για παραμερισμό και/ή απόρριψη της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αίτησης εκκαθάρισης.
- Η παρούσα Αίτηση υποβλήθηκε με μεγάλη και/ή αδικαιολόγητη καθυστέρηση ήτοι περίπου 2 και πλέον χρόνια μετά την καταχώρηση της Αίτησης εκκαθάρισης και το Δικαστήριο δεν μπορεί στο παρόν στάδιο να αποφασίσει επί τούτης.
- Τα όσα εγείρει η PALATINO CONSTRUCTIONS LIMITED άπτονται της ουσίας της Αίτησης εκκαθάρισης και/ή θα πρέπει να αποφασιστούν κατόπιν προσκόμισης σχετικής μαρτυρίας από τους διαδίκους και/ή το Δικαστήριο εμποδίζεται αό του να υπεισέλθει και να αποφασίσει επί της ουσίας της Αίτησης εκκαθάρισης και/ή των πραγματικών γεγονότων στο παρόν στάδιο και/ή στα πλαίσια της παρούσας Αίτησης.
- Η υπό εξέταση Αίτηση εμπεριέχει υλικό, θέσεις και επιχειρηματολογία, τα οποία μόνο στο πλαίσιο της ένστασης στην Αίτηση εκκαθάρισης θα μπορούσαν να εγερθούν και έχουν εγερθεί και/ή η επανάληψη τους στην παρούσα αποτελεί κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας.
- Η Αίτηση εκκαθάρισης είναι καθ' όλα νομότυπη και/ή συμμορφώνεται πλήρως με τον περί Εταιρειών Νόμο, Κεφ. 113, και/ή τις αρχές που απορρέουν από τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Κύπρου και/ή δεν δικαιολογείται η απόρριψη και/ή ο παραμερισμός της.
- Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων και/ή η PALATINO CONSTRUCTIONS LIMITED δεν συμμορφώθηκε με τις εκ του Νόμου και νομολογίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Κύπρου αρχές για την καταχώρηση τέτοιων Αιτήσεων για απόρριψη και/ή παραμερισμός της Αίτησης εκκαθάρισης.
- Η επιστολή απαίτησης (letter of demand) υπογράφηκε από εξουσιοδοτημένο αντιπρόσωπο της Deloitte Limited, ήτοι τη δικηγόρο Μαρία Ιωάννου, συνέταιρο στο δικηγορικό γραφείο των κ.κ. Ανδρέας Νεοκλέους & Σία ΔΕΠΕ, δικηγόρων της Deloitte Limited.
- Η επιστολή απαίτησης (letter of demand) επιδόθηκε στο διευθυντή της PALATINO CONSTRUCTIONS LIMITED, σύμφωνα με τις πρόνοιες της Διάταξης 5 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και/ή τις γενικές αρχές για επίδοση σε εταιρείες, για το λόγο ότι το γραφείο που είναι καταχωρημένο στον Έφορο Εταιρειών ως το εγγεγραμμένο γραφείο της PALATINO CONSTRUCTIONS LIMITED ήταν εγκαταλελειμμένο.
- Το οφειλόμενο ποσό αποτελεί εκκαθαρισμένη οφειλή και/ή ουδέποτε, πριν την καταχώρηση της Αίτησης εκκαθάρισης, τέλεσε υπό αμφισβήτηση από την PALATINO CONSTRUCTIONS LIMITED και/ή η PALATINO CONSTRUCTIONS LIMITED εγείρει τους εν λόγω ισχυρισμούς περί μη εκκαθαρισμένης και/η αμφισβητούμενης οφειλής εκ των υστέρων και/ή κακόπιστα και/ή καταχρηστικά με μόνο σκοπό να αποφύγει τις ευθύνες της και/ή η προβαλλόμενη σε αυτό το στάδιο αμφισβήτηση δεν είναι ουσιαστική και/ή είναι κακόπιστη.
- Η PALATINO CONSTRUCTIONS LIMITED ουδεμία καλόπιστη και/ή ουσιαστική υπεράσπιση εγείρει στην απαίτηση της Deloitte Limited εναντίον της.
- Η Deloitte Limited είναι πιστωτής της PALATINO CONSTRUCTIONS LIMITED και ως εκ τούτου πολύ ορθώς καταχώρησε την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αίτηση εκκαθάρισης υπό την ιδιότητα της αυτή.
- Η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αίτηση εκκαθάρισης ηγέρθηκε από την Deloitte Limited καλόπιστα.
- Ακόμη κι αν το Δικαστήριο αποφανθεί ότι δεν ενεργοποιούνταν υπό τις περιστάσεις οι πρόνοιες του άρθρου 212(α) για την προώθηση της παρούσας Αίτησης εκκαθάρισης, το οποίο η Deloitte Limited αμφισβητεί, το Δικαστήριο δύναται να προχωρήσει στην έκδοση διατάγματος εκκαθάρισης της PALATINO CONSTRUCTIONS LIMITED, στη βάση του άρθρου 211(ε) του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ.
- Η υπό κρίση Αίτηση εγείρεται από την PALATINO CONSTRUCTIONS LIMITED κακόπιστα και/ή καταχρηστικά, με μόνο σκοπό την καθυστέρηση της εκδίκασης της Αίτησης εκκαθάρισης και/ή την πρόκληση περαιτέρω εξόδων.
- Υπό τις περιστάσεις είναι ορθό και δίκαιο όπως το Σεβαστό σας Δικαστήριο ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ της Deloitte Limited, απορρίπτοντας την Αίτηση για παραμερισμό και/ή απόρριψη της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αίτησης εκκαθάρισης. Στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση («Ε/Δ Κυριακίδη») ο Νίκος Κυριακίδης συνεταίρος και επικεφαλής του τμήματος οικονομικών και συμβουλευτικών υπηρεσιών των Αιτητών αναφέρει ότι έχει εξουσιοδοτηθεί εκ μέρους των Αιτητών για να υποστηρίξει την ένσταση στην υπό εξέταση Αίτηση με ένορκη δήλωση. Ο ομνύων εκφράζει την πεποίθηση ότι η νομική βάση της υπό εξέταση Αίτησης πάσχει και δεν παρέχει δικαιοδοσία στο Δικαστήριο να εκδώσει τα αιτούμενα διατάγματα. Πέραν τούτου εκφράζει την άποψη ότι η Αίτηση έχει υποβληθεί με μεγάλη καθυστέρηση η οποία ουδόλως έχει δικαιολογηθεί από τους Αιτητές. O ομνύων αναφέρει περαιτέρω ότι λαμβάνει νομική συμβουλή ότι διά της Αίτησης που έχει καταχωρηθεί το Δικαστήριο καλείται στην ουσία να αποφασίσει επί θεμάτων τα οποία μόνο στο πλαίσιο της Αίτησης Εκκαθάρισης θα μπορούσαν να εγερθούν και τα οποία εν πάση περιπτώσει βρίσκονται ενώπιον του δικαστηρίου και ως εκ τούτου η αίτηση αποτελεί κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. Αναφερόμενος στην Επιστολή Απαίτησης εξηγεί ότι, αυτή υπεγράφηκε από εξουσιοδοτημένο αντιπρόσωπο των Αιτητών αρα θα πρέπει να θεωρείται ως υπογραφή της ίδιας της Εταιρείας. Περαιτέρω, σε ότι αφορά το θέμα της επίδοσης της Επιστολής Απαίτησης αναφέρει ότι αφού το γραφείο της Εταιρείας όπως αυτό έχει δηλωθεί στον Έφορο Εταιρειών ήταν εγκαταλελειμμένο, οι Αιτητές επέδωσαν απευθείας στο Διευθυντή της Εταιρείας. Ο ομνύων παραθέτει το ιστορικό των ποσών που οφείλονται και κάνει συγκεκριμένη αναφορά σε όλες τις χρεωστικές σημειώσεις. Οι εν λόγω χρεωστικές σημειώσεις αποτελούν την αμοιβή των Αιτητών για διάφορες υπηρεσίες που παρείχαν στην Εταιρεία σύμφωνα με τις οδηγίες της τελευταίας σε σχέση με ελεγκτικό και λογιστικό έλεγχο. Ο ομνύων αναφέρει ότι οι χρεωστικές σημειώσεις οι οποίες κοινοποιήθηκαν στην Εταιρεία ουδέποτε αμφισβητήθηκαν και ως εκ τούτου αποτελούν εκκαθαρισμένη οφειλή. Επί τούτου του σημείου εστιάζεται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση στην Αίτηση Εκκαθαρισης και αναφέρει ότι οι ισχυρισμοί της Εταιρείας περί μη εκκαθαρισμένης και αμφισβητούμενης οφειλής προέκυψαν κακόπιστα και εκ των υστέρων με μοναδικό σκοπό να αποφύγει τις υποχρεώσεις της. Χαρακτηρίζει τους εν λόγω ισχυρισμούς ως γενικούς και αόριστους οι οποίοι δεν εγείρουν ούτε καλόπιστη ούτε ουσιαστική υπεράσπιση σε σχέση με την Απαίτηση των Αιτητών εναντίον της Εταιρείας. Επί του σημείου αυτού σχολιάζει την θέση της Εταιρείας, όπως αυτή εκφράζεται τόσο στην παρούσα Αίτηση όσο και στην Ένσταση των Αιτητων, ότι αφης στιγμής τα τιμολόγια δεν είναι υπογραμμένα , είναι και αμφισβητούμενα και εξηγεί ότι δεν αποτελεί πρακτική των Αιτητών τα τιμολόγια τους να υπογράφονται από τους πελάτες τους Καθ΄ών η Αίτηση. Στην κατακλείδα του ο ομνύων αναφέρει ότι η νομική συμβουλή που έχει λάβει από τους δικηγόρους του είναι ότι, η Αίτηση Εκκαθαρισης από τη στιγμή που στηρίζεται και στο άρθρο 211 (ε) του Κεφ. 113, το δικαστήριο έχει την εξουσία να εκδώσει διάταγμα Εκκαθάρισης εναντίον Εταιρείας όταν η τελευταία είναι ανίκανη να πληρώσει τα χρέη της. Η εξειδίκευση των περιστάσεων του άρθρου 212(α) του Κεφ. 113 στη βάση του οποίου επιδόθηκε η Επιστολή Απαίτησης δεν περιορίζει τη γενικότητα του άρθρου 211 (ε) του Κεφ.
- Η σκέψη του ομνύοντα με βάση τις αναφορές του καταλήγει στην εισήγηση ότι ακόμα και αν το Δικαστήριο αποφανθεί ότι υπό τις περιστάσεις δεν ενεργοποιούνται οι πρόνοιες του άρθρου 212 (α) για την προώθηση της Αίτησης Εκκαθάρισης το Δικαστήριο μπορεί να προχωρήσει και να εκδώσει διάταγμα Εκκαθάρισης εναντίον της Εταιρείας στη βάση του άρθρου 211 (ε) του Κεφ.
- Στην ένορκη δήλωση του ομνύοντα επισυνάπτονται ως τεκμήρια οι χρεωστικές σημειώσεις στις οποίες κάνει αναφορά στην παράγραφο 13 της ενόρκου δηλώσεως. Η ακρόαση της Αίτησης έγινε με γραπτές αγορεύσεις χωρίς να προσκομιστεί στο δικαστήριο πέραν των ενόρκων δηλώσεων οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των μερών αγόρευσαν με αναφορά στο Νόμο και τη Νομολογία υποστηρίζοντας ο καθένας τις εκατέρωθεν θέσεις τους. Ο συνήγορος για τους Αιτητες αναφερόμενος σε νομολογία του Ανωτάτου υποστηρίζει τη θέση του ότι υπάρχει σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου να απορρίψει στο στάδιο αυτό την Αίτηση Εκκαθάρισης . Ο συνήγορος στηρίζεται στη Διάταξη 27 θεσμό 3, εξηγώντας ότι με βάση τον Καν. 92 του Περί Εταιρειών Κανονισμών 1933 οι θεσμοί πολιτικής δικονομίας τυγχάνουν εφαρμογής όπου δεν υπάρχει πρόνοια στους εν λόγω εταιρικούς κανονισμούς. Αναφέρεται με λεπτομέρεια στη νομική πτυχή που διέπει αιτήσεις για διαγραφή δικογράφου τόσο με αναφορά στην εγχώρια όσο και στην αγγλική Νομολογία. Αναλύει τις έννοιες του πιστωτή και της εκκαθαρισμένης οφειλής και χωρίζει την επιχειρηματολογία της αγόρευσης του σε δύο βασικά θέματα, αμφότερα σε σχέση με την Επιστολή Απαίτησης. Το πρώτο θέμα ασχολείται με την υπογραφή της Επιστολής Απαίτησης από μη αρμόδιο κατά το Νόμο πρόσωπο και το δεύτερο σε σχέση με την επίδοση της εν λόγω Επιστολής Απαίτησης στον διευθυντή της Εταιρείας αντί στο εγγεγραμμένο γραφείο της Εταιρείας. Η επιχειρηματολογία του ευπαίδευτου συνήγορου παρατίθεται μέσα από κείμενα αποφάσεων του Δικαστηρίου και εισηγείται ότι η ίδια ειδοποίηση πληρωμής δεν πληρεί της προϋποθέσεις για να αποτελέσει τη βάση για έναρξη της διαδικασίας. Είναι η θέση του ότι το λεκτικό του άρθρου 212(α) προνοεί για Επστολη Απαίτησης υπογραμμένη από τον ίδιο τον πιστωτή. Παραπέμπει επί τούτου στην απόφαση του Έντιμου Δικαστή του Ανωτάτου στην Πολ. Έφεση 124/10 Γιώργος Νικολάου -ν- Total Properties Ltd κ.α. (Απόφαση ημερομηνίας 14/7/2011) όπου γίνεται εκτενής αναφορά στην προϋπόθεση της υπογραφής της Επιστολής Απαίτησης από τον ίδιο τον πιστωτή. Στην εν λόγω υπόθεση ο Έντιμος Δικαστής Πασχαλίδης καταλήγει ότι υπάρχει σαφήνεια στη διατύπωση του επίμαχου άρθρου 212(α) το οποίο δεν μπορεί να επεκταθεί έτσι ώστε να καλύπτει και υπογραφές αντιπροσώπων του πιστωτή ή άλλων προσώπων που υπογράφουν εκ μέρους του ή για λογαριασμό του. Το Δικαστήριο αναφέρει συγκεκριμένα ότι στις περιπτώσεις που ο Νομοθέτης επιθυμούσε την επέκταση του πεδίου εφαρμογής ενός άρθρου μεριμνούσε ανάλογα στη διατύπωση του εν λόγω άρθρου αναφερόμενος σε παράδειγμα παρόμοιο με την Επιστολή Απαίτησης. Σε σχέση με το δεύτερο σημείο που αφορά στην Επιστολή Απαίτησης, αυτό της επίδοσης της, ο ευπαίδευτος συνήγορος των Αιτητών στηρίζεται και πάλι στο άρθρο 212 όπου γίνεται συμφυής πρόνοια για επίδοση της απαίτησης πληρωμής στο εγγεγραμμένο γραφείο της Εταιρείας και όχι σε οποιοδήποτε άλλο άτομο. Εισηγείται με βάση τις αναφορές του ότι υπάρχει το δικονομικό και νομοθετικό υπόβαθρο για έγκριση της υπό εξέταση Αίτησης αλλά και παραμερισμό της απαίτησης πληρωμής η οποία αναπόφευκτα κατά την εισήγηση του συνήγορου οδηγεί την Αίτηση σε αποτυχία. Πέραν των πιο πάνω αναφορών του, ο συνήγορος ισχυρίζεται ότι με βάση την υπόθεση Αντρέας Χατζηγιάννης v. C & J Kyprianou Promotions Ltd
(2010)1 (B) AAΔ.991 όπου εξετάστηκε το ζήτημα σε σχέση με το ποιος θεωρείται ως πιστωτής Εταιρείας για σκοπούς γραπτής απαίτησης πληρωμής, το δικαστήριο πρέπει να απορρίψει την Αίτηση Εκκαθάρισης αφού από τη στιγμή που οι πελάτες του αμφισβητούν το χρέος η Αίτηση Εκκαθάρισης δεν είναι ο σωστός τρόπος για διεκδίκηση οποιωνδήποτε δικαιωμάτων θεωρούν ότι έχουν οι Αιτητές. Η πλευρά των Καθ' ων η Αίτηση στην δική τους επιχειρηματολογία παραθέτουν σειρά από εγχώρια και αλλοδαπή νομολογία και αναπτύσσουν τις θέσεις τους τόσο επί του σημείου που εγείρεται από τους Αιτητές για διαγραφή της Αίτησης Εκκαθάρισης όσο και σε σχέση με τον νομικό και τεχνικό έλεγχο που το Δικαστήριο καλείται να κάνει σε σχέση με την Επιστολή Απαίτησης. Στις αναφορές τους με βάση τις προϋποθέσεις για διαγραφή δικογράφων οι Καθ' ων η αίτηση αναφέρουν ότι όχι μόνο δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που έχουν τεθεί από το Νόμο και τη Νομολογία αλλά η καθυστέρηση που έχει παρατηρηθεί στην καταχώρηση της υπό εξέταση Αίτησης είναι τέτοια που από μόνη της μπορεί να σφραγίσει την τύχη της Αίτησης. Σε σχέση με την Επιστολή Απαίτησης, η επιχειρηματολογία τους είναι δίπτυχη. Η πρώτη πτυχή υποστηρίζει ότι η υπογραφή του δεόντως εξουσιοδοτημένου ατόμου είναι υπογραφή στην ουσία των ίδιων των Αιτητών ως εκ τούτου ουδεμία παρατυπία δημιουργείται, αλλά ακόμα και αν ήθελε θεωρηθεί ότι υπάρχει παρατυπία σε σχέση με την Επιστολή Απαίτησης αυτή θεραπεύεται με βάση το άρθρο 37 του Νόμου 63
(1)του 2015 με τον οποίο τροποποιήθηκε το Κεφ. 113. Οι Καθ' ων η Αίτηση επιχειρηματολογούν ότι με τον εν λόγω νόμο τροποποιήθηκε και το άρθρο 212 από το οποίο έχει απαλειφθεί η προϋπόθεση υπογραφής της Επιστολής Απαίτησης από τον πιστωτή. Το δε άρθρο 37 αποτελεί μεταβατική διάταξη η οποία προνοεί την εξέταση των υφιστάμενων αιτήσεων που δεν έχουν ολοκληρωθεί σύμφωνα με τις διατάξεις που τροποποίησαν τον Περί Εταιρειών Νόμο. Εδράζουν την εισήγηση τους στο εν λόγω άρθρο ότι ο τροποποιητικός αυτός Νόμος έχει αναδρομική ισχύ και εφαρμόζεται σε Αιτήσεις Εκκαθάρισης όπως η παρούσα η οποία καταχωρήθηκε πριν την έναρξη της ισχύος του τροποποιητικού Νόμου. Επιχειρηματολογούν επί τούτου δυνάμει τόσο της τροποποίησης όσο και της μεταβατικής διάταξης η προϋπόθεση σε ότι αφορά τις Επιστολές Απαίτησης έχει χαλαρώσει με αποτέλεσμα να μην είναι πλέον αναγκαίο να υπογράφεται από τον ίδιο τον πιστωτή και ως εκ τούτου το δικαστήριο δύναται να συνεχίσει την διαδικασία ενώπιον του αφού τηρούνται οι διατάξεις του νέου νομοθετικού καθεστώτος. Σε ότι αφορά το σημείο περί επίδοσης της Επιστολής Απαίτησης ο ισχυρισμός των Καθ' ων η Αίτηση είναι ότι η επίδοση έγινε με βάση τη Διάταξη 5 Θ. 7 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας όπου προνοείται ότι στην απουσία οποιασδήποτε νομοθετικής πρόνοιας για την επίδοση σε νομικό πρόσωπο επίδοση μπορεί να επιτευχθεί στον Πρόεδρο του εν λόγω προσώπου ή στον Ταμεία ή στον Γραμματέα του νομικού προσώπου η οποία θα θεωρείται ως καλή επίδοση. Μεγάλο μέρος της αγόρευσης των Καθ' ων η Αίτηση αναλώνεται και στην καθυστέρηση στην υποβολή της υπό εξέταση Αίτησης την οποία υποστηρίζουν με αναφορά στην Νομολογία και ανάγουν σε κατάχρηση της διαδικασίας. Σε σχέση με την πτυχή της ίδιας της απαίτησης των Καθ' ών η Αίτηση, εισηγούνται ότι αυτή πρέπει να εξεταστεί στο πλαίσιο εκδίκασης της Αίτησης για Εκκαθάρισης και όχι στο στάδιο εξέτασης της παρούσας Αίτησης. Νομική Πτυχή Η νομική βάση επί της οποίας μπορεί να στηριχθεί αίτηση για διαγραφή είναι η Δ.19, Θ.26 (βλ. Cyber Group Ltd v. Χαραλαμπίδη κ.α.
(2004)1Γ ΑΑΔ 1852, Νίκος Σιακόλας ν. Federal Bank of Lebanon (S.A.L.)
(1998)1Γ ΑΑΔ 1338 και Βιομηχανία Χαρ. Αλωνεύτης Λτδ κ.α. Alpha Bank Ltd
(2003)1Β ΑΑΔ 990). Η Δ.19, Θ.26 προνοεί τα ακόλουθα: 'The Court or a Judge may, at any stage of the proceedings, order to be struck out or amended any matter in any indorsement or pleading which may be unnecessary or scandalous or which may tend to prejudice, embarrass, or delay the fair trial of the action'. Τα δικόγραφα αποτελούν το πλαίσιο μέσα στο οποίο προσφέρεται η δυνατότητα στους διαδίκους να εκθέσουν την υπόθεσή τους. Η Δ.19, Θ.4 επιτακτικά καθορίζει ότι πρέπει να συμπεριλαμβάνονται στα δικόγραφα γεγονότα, κατ' αντίθεση προς τη μαρτυρία. Κατά δεύτερο λόγο τα γεγονότα στα οποία γίνεται αναφορά από ένα διάδικο πρέπει να είναι ουσιώδη σχετιζόμενα με το επίδικο ζήτημα που τίθεται προς εκδίκαση (βλ. Αγγελίδου ν. Μούσουλου, Έφεση 18/2011 (ΔΟΔ) 26/7/2012, Μαυρομιχάλη κ.ά. ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας,
(1996)1(Α) ΑΑ. 530, Γεωργίου Καψού
(1997)1(Α) ΑΑΔ 164 και Παγκύπριος Ετ. Αρτοποιών Λτδ., ν. Σαββίδη
(1997)1(Β) ΑΑΔ 685). Η Δ.19, Θ.4 προνοεί τα ακόλουθα: 'Every pleading shall contain, and contain only, a statement in a summary form of the material facts on which the party pleading relies for his claim or defence, as the case may be, but not the evidence by which they are to be proved, and shall, when necessary, be divided into paragraphs, numbered consecutively. Dates, sums, and numbers shall be expressed in figures and not in words. The pleadings shall be signed by the advocate, or by the party, if he sues or defends in person'. Στις έγγραφες προτάσεις δεν περιλαμβάνεται μαρτυρία (βλ. Havariyoun ν. Ρουσή
(2008)1Α ΑΑΔ 406, 410 και T. & E. Tofinis Estates Ltd ν. Παπαλεοντιου
(2009)1Β ΑΑΔ 1540, 1544). Η μαρτυρία με την οποία μπορεί να αποδειχθεί οποιοδήποτε από τα επίδικα θέματα δεν έχει θέση σε δικόγραφο. Αν παρεισφρήσει πρέπει να διαγραφεί (βλ. Παγκύπριος Ετ. Αρτοποιών Λτδ, σελ. 689 ανωτέρω[1]). Στην Χατζηκωνσταντή ν. Golden Coast Ltd κ.α Πολιτική Έφεση 314/2008, 24/1/2012 το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε απόφαση του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών με την οποία διαγραφόταν ισχυρισμός η εισαγωγή του οποίου στη διαδικασία θα είχε ως αποτέλεσμα την «παρέλκυση, σύγχυση και υπερφόρτωση της δίκης». Ένα δικόγραφο για να μην είναι ενοχλητικό πρέπει να εκθέτει τα γεγονότα τα οποία θα θέτουν σε γνώση, εναντίον αυτών στους οποίους στρέφονται, της υπόθεσης που θα πρέπει να αντιμετωπίσουν. Στο σύγγραμμα The Supreme Court Practice 1997, Vol. 1, σελ 296 παρ. 18/7/10 αναφέρονται τα ακόλουθα: 'It is essential that a pleading, if not to be embarrassing, should state those facts which will put those against whom it is directed on their guard, and tell them what the case which they will have to meet (per Cotton L.J. in Philipps v. Philipps
(1878)4 Q.B.D. 127, p. 139. 'Material' means necessary for the purpose of formulating a complete cause of action; and if any one material statement is omitted, the statement of claim is bad (per Scott L.J. in Bruce v. Oldhams Press Ltd [1936] 1 All E.R. 287, p.294). Πότε ένα δικόγραφο μπορεί να χαρακτηρισθεί ως embarrassing, σύμφωνα με τον παραπάνω κανονισμό, αναφέρεται με σαφήνεια στο σύγγραμμα Bullen & Leake "Precedents of Pleadings", 12η έκδοση, σελ. 144: "Accordingly, a pleading is embarrassing which is ambiguous or unintelligible or which states immaterial matter and so raises irrelevant issues which may involve expense, trouble and delay and thus will prejudice the fair trial of the action, and so is a pleading which contains unnecessary or irrelevant allegations." Η συμπερίληψη στο δικόγραφο σχετικών ισχυρισμών διατυπωμένων σε μεγαλύτερη έκταση απ΄ ότι χρειάζεται, συμπλεγμένων με άσχετους ισχυρισμούς ή με μαρτυρία, μπορεί να προκαλέσει σοβαρή δυσχέρεια στον αντίδικο (βλ. Davy v. Garrett [1878] 7 Ch. D. 473 και Παγκύπριος Εταιρεία Αρτοποιών Λτδ v. Σαββίδη (ανωτέρω). Αίτηση για διαγραφή πρέπει να καταχωρείται το συντομότερο δυνατό και συνήθως πριν να κλείσουν τα δικόγραφα. Η καταχώριση όμως μεταγενέστερα δεν απαγορεύεται ακόμη και όταν η υπόθεση έχει οριστεί για ακρόαση. Στο σύγγραμμα The Supreme Court Practice 1997, Vol. 1, σελ 328 παρ. 18/19/4 αναφέρονται τα ακόλουθα: 'Application—Although the rule expressly states that the order may be made "at any stage of the proceedings," still the application should always be made promptly, and as a rule before the close of pleadings. Where the statement of claim is being attacked, the application may be made before the defence is served (Att.-Gen. of Duchy of Lancaster v. L. & N. W. Ry. [1892] 3 Ch. 274); ......... The application may be made even after the pleadings are closed (per Brett M.R. in Tucker v. Collinson
(1886)34 W.R. 354, or the trial set down (Goymer v. Central Wheelbase Ltd, The Times, April 1, 1993, C.A.), though it should not be heard at the opening of the trial, save in exceptional circumstances (Halliday v. Shoesmith [1993) 1 W.L.R. 1, CA.)' Πέραν της εξουσίας που παρέχουν οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας, όταν ένα δικόγραφο είναι υπερβολικά μακροσκελές χωρίς να δικαιολογείται από τα γεγονότα της υπόθεσης και με τον τρόπο αυτό ή με κάποιο άλλο τρόπο προκαλεί σύγχυση και δυσχέρεια στην άλλη πλευρά, η οποία θα πρέπει να απαντήσει και αναπόφευκτα θα προκαλέσει καθυστέρηση στην εκδίκαση της υπόθεσης, η καταχώριση του εν λόγω δικογράφου μπορεί να προλάβει μορφή κατάχρησης της δικαστικής διαδικασίας. Το Δικαστήριο έχει, σε τέτοιες περιπτώσεις, σύμφυτη εξουσία να παρέμβει (βλ. Annual Practice 1958, σελ. 448, 477 και Hill v. Hart-Davis 26 Ch. D. 470). Περαιτέρω, το Δικαστήριο έχει σύμφυτη εξουσία να διαγράψει δικόγραφο το οποίο είναι ενοχλητικό και καταπιεστικό (vexatious and oppressive - βλ. Charles Oxford Ltd v. Gonshaw Ltd [1948] 2 All E.R. 229). Νομική Πτυχή-Επιστολή Απαίτησης Η νομική πτυχή σε ότι αφορά τις προϋποθέσεις της Επιστολής Απαίτησης έχει συνοψιστεί στην απόφαση Πολ. Έφεση 124/10 Νικολάου v. Τotal Properties Ltd (πιο πάνω) όπου εξετάστηκε το θέμα του άρθρου 212(α) ως ίσχυε τότε και κρίθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο της Χώρας ότι αποτελούσε βασική προϋπόθεση για την Επιστολή Απαίτησης να έχει υπογραφεί από τον ίδιο τον πιστωτή. Το θέμα μάλιστα της ερμηνείας του εν λόγω άρθρου προέκυψε στην υπό εξέταση Έφεση από το ίδιο το Ανώτατο Δικαστήριο το οποίο προβληματίστηκε σε σχέση με την συγκεκριμένη Επιστολή Απαίτησης το οποίο εν τέλει αποφάνθηκε ότι η μη υπογραφή από τον πιστωτή έκανε την Επιστολή Απαίτησης αδύνατη να δημιουργήσει έννομα αποτελέσματα. Στην εν λόγω όμως υπόθεση γίνεται και μια σαφής μνεία από το Δικαστήριο σε σχέση με την αναγκαιότητα λήψης τέτοιων μέτρων που να θεραπεύουν αλλά και να βοηθούν τις εμπορικές συναλλαγές στο πνεύμα της σύγχρονης εποχής. Συγκεκριμένα ο έντιμος Δικαστής Πασχαλίδης αναφέρει υπό μορφή σχολίου τα ακόλουθα : "Δεν διαφεύγει της προσοχής μας ότι ο αριθμός και η φύση των εμπορικών συναλλαγών, στη σύγχρονη εποχή που ζούμε, έχει διαφοροποιηθεί ουσιαστικά και προϋποθέτει μια πιο ευέλικτη ρύθμιση που να ανταποκρίνεται στις ανάγκες των καιρών και στην αμεσότητα που επιβάλλουν οι συναλλακτικές σχέσεις. Εναπόκειται βέβαια στο νομοθέτη να προβεί στη λήψη των αναγκαίων για σκοπούς θεραπείας μέτρων, τα οποία να σημειωθεί εφαρμόζονται ήδη σε χώρες με παρόμοια νομικά συστήματα όπως και στον τόπο μας (Insolvency Rules
(1986)Statutory Instrument 1986/1925, r. 4.4
(3))." Αυτή φαίνεται ότι είναι και η σκέψη πίσω από την τροποποίηση του Κεφ. 113 με τον Νόμο 63
(1)του 2015 στο προοίμιο του οποίου αναφέρονται τα ακόλουθα: «Επειδή οι υφιστάμενες διατάξεις του Μέρους V του Περί Εταιρειών Νόμου οι οποίες μεταξύ άλλων καθορίζουν το νομικό πλαίσιο σε σχέση με τη διαδικασία της αναγκαστικής εκκαθάρισης χρήζουν μεταρρύθμισης, καθότι η τρέχουσα διαδικασία κρίνεται ανεπαρκής και χρονοβόρα και απαιτείται ο εκσυγχρονισμός της μέσω της τροποποίησης του υφιστάμενου νομικού πλαισίου διευκολύνοντας τη γρήγορη διεκπεραίωση της διαδικασίας εκκαθάρισης και διασφαλίζοντας την επιστροφή των παραγωγικών περιουσιακών στοιχείων πίσω στην οικονομία..» H Bουλή των Aντιπροσώπων ψήφισε τον τροποποιητικό Νόμο ο οποίος μεταξύ άλλων απάλειψε και την προϋπόθεση όπως η Επιστολή Απαίτησης να είναι υπογραμμένη από τον ίδιο τον πιστωτή που προηγουμένως ήταν απαραίτητη για τη δημιουργία έννομων αποτελεσμάτων. Μετά την τροποποίηση το άρθρο 212(α) διαβάζεται τώρα ως ακολούθως: "Εταιρεία λογίζεται ότι είναι ανίκανη να πληρώσει τα χρέη της- (α) αν πιστωτής, με εκχώρηση ή διαφορετικά, που του χρωστεί η Εταιρεία ποσό που υπερβαίνει τις πέντε χιλιάδες ευρώ (€5.000), επέδωσε στην Εταιρεία παραδίνοντας στο εγγεγραμμένο γραφείο της Εταιρείας απαίτηση η οποία απαιτεί από την Εταιρεία να καταβάλει το ποσό που οφείλεται με τον τρόπο αυτό, και η Εταιρεία για τις επόμενες τρεις εβδομάδες αμέλησε να καταβάλει το ποσό ή να εξασφαλίσει ή να το διευθετήσει προς εύλογη ικανοποίηση του πιστωτή· ...." Ο τροποποιητικός Νόμος 63(Ι)/2015 εισήγαγε περαιτέρω την ακόλουθη μεταβατική Διάταξη ως άρθρο 372Α : «
(1)Χωρίς επηρεασμό του κύρους των ενεργειών ή των διαδικασιών οι οποίες έγιναν με βάση το καθεστώς που ίσχυε πριν από την έναρξη της ισχύος του περί Εταιρειών (Τροποποιητικού) (Αρ. 3) Νόμου του 2015 οποιαδήποτε αίτηση για έκδοση διατάγματος εκκαθάρισης εναντίον Εταιρείας, στην οποία αίτηση, περιλαμβάνεται και αίτημα για διορισμό του επίσημου παραλήπτη ως προσωρινού εκκαθαριστή, η οποία έγινε πριν από την έναρξη της ισχύος του Νόμου αυτού, αλλά δεν ολοκληρώθηκε η εξέτασή της από το Δικαστήριο κατά την έναρξη της ισχύος του, θα εξεταστεί, κατά το δυνατό, σύμφωνα με τις διατάξεις του περί Εταιρειών Νόμου, ως τροποποιείται με τον περί Εταιρειών (Τροποποιητικό) (Αρ. 3) Νόμο του 2015 και αναλόγως, αν το Δικαστήριο το κρίνει απαραίτητο, δυνατό να τροποποιηθεί..» Αξιόλογηση των εκατέρωθεν θέσεων Δεν διαλανθάνει της προσοχής του Δικαστηρίου ότι η Αίτηση Εκκαθάρισης καταχωρήθηκε στις 11/2/2014 και ο τροποποιητικός Νόμος 63(ι)/2015 τέθηκε σε ισχύ στις 7/5/2015 Η μεταβατική διάταξη του άρθρου 37 του ιδίου του Τροποποιητικού Νόμου σκοπό έχει την εφαρμογή του Νόμου σε εκκρεμούσες διαδικασίες με εμφανή στόχο την διάσωση τους, όπου αυτό είναι εφικτό. Η υπό εξέταση περίπτωση είναι , κατά την κρίση μου μια εκ των Διαδικασιών, που μπορούν να διασωθούν από το σωσίβιο του νέου Νόμου. Η μόνη 'παρατυπία' της Επιστολής Απαίτησης, αν ήθελε θεωρηθεί τέτοια, είναι η υπογραφή της από τον Δικηγόρο των Καθ'ων η Αίτηση. Αφής στιγμής ο νόμος έχει απαλείψει την προϋπόθεση αυτή κρίνω ότι η εν λόγω Επιστολή Απαίτησης δημιουργεί πλέον έννομα αποτελέσματα. Περαιτέρω, κατά την κρίση μου με την μεταβατική διάταξη του άρθρου 37 αποκρυσταλλώνει το σκεπτικό του Νομοθέτη για επίσπευση των διαδικασιών και εφαρμογή πιο πρακτικών μεθόδων απαλλαγμένων από τυπολατρικούς κανονισμούς. Συμφωνώ με τη θέση των Καθ΄ ων η Αίτηση ότι έχουν δημιουργηθεί μετά την τροποποίηση οι βάσεις για να προχωρήσει το Δικαστήριο με την εκδίκαση της Αίτησης χωρίς μάλιστα να χρειάζεται οποιαδήποτε διόρθωση της Επιστολής Απαίτησης αφού πλέον πληρεί τις τυπικές προϋποθέσεις του Νόμου. Σε ότι αφορά το ζήτημα της επίδοσης της Επιστολής Απαίτησης δεν θα συμφωνήσω με τη θέση των Καθ΄ ων η αίτηση ότι τυγχάνει εφαρμογής Δ.5 Θ.7 αφού κατά την κρίση μου η εν λόγω διάταξη δύναται να εφαρμοστεί όπου δεν υπάρχει σαφής νομοθετική πρόνοια ως προς την επίδοση. Εν προκειμένου υπάρχει στο Νόμο σαφής πρόνοια στο Άρθρο 212 (α)ότι η εν λόγω Επιστολή Απαίτηση παραδίδεται στο εγγεγραμμένο γραφείο της Εταιρείας. Μάλιστα η επίδοση της Επιστολής Απαίτησης είναι και νομοθετικό προαπαιτούμενο για ενεργοποίηση του άρθρου 212. Συνεπώς δεν μπορούν να εφαρμοστούν οι πρόνοιες της Δ.5 θ.7 αφού υπάρχει περι τούτου σαφής νομοθετική πρόνοια. Περαιτέρω στο άρθρο 372 του Περί Εταιρειών Νόμου υπάρχει μια γενικότερη πρόνοια ότι "Έγγραφο δύναται να επιδοθεί σε Εταιρεία με την άφεση του ή με την αποστολή του ταχυδρομικώς στο εγγεγραμμένο γραφείο της Εταιρείας." Στην παρούσα περίπτωση αποτελεί παραδεκτό γεγονός ότι η Επιστολή Απαίτησης επιδόθηκε μόνο στον διευθυντή της Εταιρείας και όχι στο εγγεγραμμένο γραφείο. Αν και η επιστολή Απαίτησης είναι ένα ιδιόμορφο έγγραφο κατά την κρίση μου η επίδοση της θα πρέπει να διασφαλίζει το συνταγματικώς κατοχυρωμένο δικαίωμα του αντιδίκου να λάβει γνώση για τη δρομολογούμενη δικαστική διαδικασία εναντίον του. (σχ. Ιερά Μητρόπολη Λεμεσού v. Chr. P. Michaelides (Estates) Ltd
(2002)1 Α.Α.Δ. 43, J.Z. CLASSIC MUZIC PRO LTD. v. ALKADIA MUSIC LAND LTD.,
(2002)1.Α.Α.Δ. 1151 και Αντωνίου κ.α v. C. Poupakis Transport Ltd
(2006)1(Α) Α.Α.Δ. 546, 43.) Δεν αντιλαμβάνομαι , ούτε έχει τεθεί επιχειρηματολογία από πλευράς των Αιτητών για ποιο λογο πάσχει η επίδοση επι της ουσίας. Η προσέγγιση τους στο όλο θέμα είναι τυπολατρική. Οι επιταγές της νομολογίας επιτάσσουν να λαμβάνει γνώση ο διάδικος εναντίον του οποίου δρομολογείται το διάβημα ουτοσώστε να μην βρεθεί προ τετελεσμένου γεγονότος με την επίδοση Αίτησης εκκαθάρισης, όπερ και εγενετο, εξού και η Εταιρεία δεν παραπονείται ότι δεν έλαβε εγκαίρως γνώση. Το θέμα που εγείρεται στην προκειμένη υπό εξέταση περίπτωση θεωρώ ότι δεν είναι θέμα ουσίας και σίγουρα δεν μπορεί να είναι επιχειρηματολογία από μέρους της Εταιρείας να ισχυρίζεται ότι από τη στιγμή που το εν λόγω έγγραφο δεν αφέθηκε στο εγγεγραμμένο γραφείο η επίδοση του πρέπει να παραμεριστεί. Το εάν έγινε σε χώρο έξω του εγγεγραμμένου γραφείου της Εταιρείας δεν μπορεί να αποτελεί βάση για τον παραμερισμό της επίδοσης. Εδώ προκύπτει, και πρέπει να σχολιαστεί, και ένα κάπως οξύμωρο σχήμα αφού οι Αιτητές δεν παραπονούνται για την επίδοση της ίδιας της Αίτησης Εκκαθάρισης η οποία ομοίως επιδόθηκε στο διευθυντή της Εταιρείας. Συνεπώς, σε ότι αφορά την επίδοση, κρίνω, υπό τις περιστάσεις, ότι υπήρξε συμμόρφωση με τις διατάξεις του άρθρου 212(α) του Κεφ.113. Η πιο πάνω κατάληξη του Δικαστηρίου είναι μονόδρομος για την πορεία τέτοιων υποθέσεων. Οποιαδήποτε άλλη προσέγγιση, θα άνοιγε τον δρόμο σε κακόπιστους χρεώστες να φρόντιζαν τα εγγεγραμμένα τους γραφεία να είναι απρόσιτα ή ακόμα να επέλεγαν να τα εγκαταλείπουν για να καταστήσουν έτσι αδύνατη την επίδοση Επιστολής Απαίτησης δυνάμει του άρθρου 212(α). Σε ότι αφορά το τελευταίο αιτητικό για διαγραφή ολόκληρης της Αίτησης Εκκαθαρισης , αυτή βασίζεται κυρίως στην θέση των Αιτητών στην παρούσα ότι υπάρχει καλόπιστη αμφισβήτηση του χρέους. Εμμέσως πλην σαφώς ζητείται από το Δικαστήριο να επεισέλθει στην ουσία της υπόθεσης και να κρίνει την απαίτηση των Αιτητων στην Αίτηση Εκκαθαρισης , να εξάξει συμπεράσματα περι της οφειλής που κατ' ισχυρισμόν υπάρχει και να διαπιστώσει κατά πόσο η διεκδίκηση των Αιτητών στην Αίτηση Εκκαθαρισης έχει πιθανότητες επιτυχίας. Αυτή η εισήγηση δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή , αφού κατά την εξέταση αιτήσεων όπως η παρούσα το δικαστήριο δεν επεισέρχεται στην ουσία της υπόθεσης αλλά εξετάζει εκ πρώτης όψεως το δικόγραφο για να διαπιστώσει εαν περιέχονται σε αυτό ισχυρισμοί που δυνατό να προκαλέσουν αμηχανία ή σύγχυση στον αντίδικο, άσχετοι ως προς τα επίδικα θέματα, που δύνανται να παρελκύσουν ή να υπερφορτώσουν την διαδικασία. Τέτοιοι ισχυρισμοί δεν έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου στα πλαίσια της Παρούσας διαδικασίας , το μόνο που έχει τεθεί είναι η ανάλυση της Αίτησης Εκκαθαρισης και η επέκταση των θέσεων αμφοτέρων των μερών ως προς την ουσία της υπόθεσης. Η όλη επιχειρηματολογία αμφοτέρων των διαδίκων παραγνωρίζει σε μεγάλο βαθμό το σκοπό του μέτρου της διαγραφής δικογράφου και τα κριτήρια βάσει των οποίων αποφασίζεται η βιωσιμότητα δικονομικού μέτρου. Στις εισηγήσεις των Αιτητών εξομοιώνονται σε μεγάλο βαθμό η εκδίκαση της αίτησης για διαγραφή με την εκδίκαση της αίτησης για διάλυση. Αυτές οι θέσεις δεν χωρούν εξέτασης στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας αφού η νομική υπόσταση της Αίτησης Εκκαθάρισης κρίνεται αποκλειστικά με βάση το περιεχόμενό της. Όπως λέχθηκε και στην υπόθεση In Re Pelmako Development Ltd
(1991)1 C.L.R. 246 : "Η εγκυρότητα αίτησης για διάλυση, εξετάζεται αποκλειστικά με βάση το περιεχόμενό της και τις αντικειμενικές συνέπειες που συνεπάγεται η τεκμηρίωση των ισχυρισμών που προβάλλονται σ' αυτή. Η διαγραφή δικογράφου, και ιδιαίτερα δικογράφου με το οποίο ο διάδικος επικαλείται την άσκηση της δικαιοδοσίας του δικαστηρίου, αποτελεί εξαιρετικό μέτρο το οποίο δικαιολογείται μόνο εφόσον το δικόγραφο κρίνεται αναντίλεκτα ανυπόστατο. Διαφορετικά, η διαγραφή θα συνεπαγόταν και παραβίαση του δικαιώματος διαδίκου να προσφύγει ενώπιον δικαστηρίου στο οποίο δικαιούται να προσφύγει βάσει του Συντάγματος, το οποίο κατοχυρώνεται από το άρθρο 30.1 του Συντάγματος." Η επιμονή των συνήγορων των Αιτητών ότι η υπόθεση των Καθ'ων η Αίτηση στην Αίτηση Εκκαθαρισης είναι αδύνατη και δεν ενδέχεται να έχει πιθανότητες επιτυχίες συναφώς και δεν αποτελεί καλό λόγο για την διαγραφή του δικογράφου.(Cyber Grooup Ltd-v-Κυριάκου Χαραλαμπίδη κ.α.
(2004)1Γ Α.Α.Δ. 1852). Η τεκμηρίωση των ισχυρισμών περί τούτου θα είναι το επίδικο θέμα της δίκης, γι' αυτό και το Δικαστήριο οφείλει να είναι ιδιαιτέρως φειδωλό στο χαρακτηρισμό και την πρόβλεψη των επιπτώσεων τους. Τέλος σε ότι αφορά το αιτητικό για απόρριψη της αίτησης εκκαθάρισης ημερομηνίας λόγω κατάχρησης, αυτή θέση ουδόλως έχει προωθηθεί στα πλαίσια της Ακρόασης της υπό εξέτασης αίτησης και ως εκ τούτου απορρίπτεται. Κατάληξη Για τους λόγους που εξήγησα ανωτέρω η αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται υπέρ των Καθ'ων η Αίτηση και εναντίον των Αιτητών, ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο θα είναι δε εισπρακτέα στο τέλος της διαδικασίας της Αίτησης Εκκαθαρισης (Κυρίως Αίτησης). (Υπ). ................. Ε. Ευθυμίου - Ανδρέου, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] με αναφορά στην Merchants' and Manufacturers' Insurance Co. ν.Davies [1938] 1 Κ.Β. 196, 207 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο