ΜΕΛΙΟΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ ν. LIMASSOL MARINA LTD, Αρ. Αγωγής: 412/2016, 28/4/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2016:A200 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Ε. Ευθυμίου-Ανδρέου, Ε. Δ. Αρ. Αγωγής: 412/2016 Μεταξύ: ΜΕΛΙΟΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ, εκ Λεμεσού Ενάγοντα -και- LIMASSOL MARINA LTD, εκ Λεμεσού Εναγόμενης Ημερομηνία: 28/4/2016 Για Αιτητή/Εναγοντα: κος Αβραάμ Για Καθ'ης η Αίτηση/Εναγομένη: κος Χριστοφίδης για Ανδρέας Νεοκλέους &Σια Δ.Ε.Π.Ε. Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Αίτηση ημερομηνίας 15/2/16 για Ενδιάμεσο Απαγορευτικό Διάταγμα Στις 15.2.2016 καταχωρήθηκε στην ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή γενική οπισθογράφηση απαιτήσεως με την οποία αξιώνονται από τον Ενάγοντα σειρά από αναγνωριστικών αποφάσεων πλέον απαίτηση για Γενικές και Ειδικές Αποζημιώσεις. Την ίδια μέρα στα πλαίσια της αγωγής ο Ενάγοντας καταχώρησε αίτηση για έκδοση ενδιάμεσων διαταγμάτων αιτούμενος ως ακολούθως: «Ενδιάμεσο Συντηρητικό και/ή Απαγορευτικό Διάταγμα του Δικαστηρίου, το οποίο να απαγορεύει στην Εναγόμενη / Καθ΄ης η Αίτηση και/ή στους αντιπροσώπους και/ή υπηρέτες αυτής να προβαίνουν σε οποιαδήποτε πράξη και/ή παράλειψη και/ή επέμβαση και/ή παρεμπόδιση εισόδου του Αιτητή στο υπ' αριθμό 3 Καταστήματος του συγκροτήματος και/ή τομέα και/ή κτιρίου D2 επί της Μαρίνας Λεμεσού, το οποίο ενοικιάζεται και/ή κατέχεται και/ή χρησιμοποιείται από τον Ενάγοντα / Αιτητή και/ή τους αντιπροσώπους αυτού και/ή περαιτέρω διάταγμα του Δικαστηρίου που να παρεμποδίζει την είσοδο των Καθ΄ων η Αίτηση / Εναγομένων επί του ως άνω Καταστήματος, χωρίς την άδεια του Ενάγοντα / Αιτητή και/ή παρά την θέληση αυτού, μέχρι την πλήρη αποπεράτωση της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής και/ή μέχρι την έκδοση τελικής απόφασης, επί της εν λόγω αγωγής και/ή μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου. « Η Αίτηση του στηρίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.48 Θ.1 και 2, στον Περί Δικαστηρίων Νόμο 14/60 Άρθρα 31 και 32, στο Κοινοδίκαιο, στη Νομολογία, στις αρχές του Δικαίου της επιείκειας και στην εν γένει εξουσία και πρακτική του Δικαστηρίου. Η Ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση Ο ίδιος ο Ενάγων ως Αιτητής («ο Αιτητής») προβαίνει σε Ένορκη Δήλωση προς υποστήριξη του αιτήματος του. Αναφέρει ότι είναι επιχειρηματίας, που λειτουργεί επιχείρηση πώλησης έτοιμων ενδυμάτων στη Λεμεσό. Εξηγεί στο Δικαστήριο ότι ενδιαφερόμενος για την επέκταση της επιχείρησης του υπέγραψε συμφωνία για υπομίσθωση του καταστήματος υπ' αριθμό 3 που αποτελεί μέρος του κυρίως κτιρίου της Μαρίνας στις 20.12.11 την οποία επισυνάπτει και ως Τεκμήριο Α . Η εν λόγω συμφωνία προέβλεπε ότι το αντάλλαγμα της υπομίσθωσης θα καταβάλλετο σε 12 μηνιαίες δόσεις των €1.750 με αύξηση 5% ετησίως και ότι η συμφωνία θα διαρκούσε από τις 30.4.13 μέχρι και τις 30.4.
- Η πρώτη ήταν και η ημερομηνία η οποία θα αναμένετο το ακίνητο να παραδοθεί από την Καθ' ης η Αίτηση στον Αιτητή. Αναφέρει ο ομνύων ότι η παράδοση του καταστήματος δεν κατέστη δυνατή και μετά από σειρά διαπραγματεύσεων παραδόθηκε σε αυτόν περί τους πρώτους μήνες του 2015 με συμφωνία ,ως ισχυρίζεται, το ενοίκιο για την αρχικά συμφωνημένη περίοδο υπομίσθωσης να μειωθεί στο ποσό των €750 μηνιαίως. Ισχυρίζεται ο ομνύων ότι η λειτουργία της Μαρίνας Λεμεσού δεν είχε επιτυχία και δεν υπήρχε κύκλος εργασιών για τον ίδιο και την εταιρεία του με αποτέλεσμα να μην ανταποκριθεί σχεδόν καθόλου στην πληρωμή των ενοικίων. Ο Ενόρκως Δηλών αναφέρει ότι κατέβαλε ένα μέρος για τα ενοίκια του Απριλίου και Μαϊου 2015 και ακολούθως τερμάτισε τις πληρωμές του ενοικίου αφού υπήρξε διαφωνία μεταξύ του ιδίου και της Καθ'ης η αίτηση σε σχέση με το ύψος του συμφωνηθέντος ενοικίου , με την πλευρά του Αιτητή να υποστηρίζει ότι το ενοίκιο συμφωνήθηκε σε €750 και την πλευρά της Καθ'ής η αίτηση να υποστηρίζει ότι το ενοίκιο συμφωνήθηκε σε €
- Είναι η θέση του Ενόρκως Δηλούντα ότι αρνήθηκε να καταβάλει τα ποσά τα οποία ζητήθηκαν από αυτόν, ως αντίδραση του στην υπαναχώρηση της Καθ' ης η Αίτηση στην μεταξύ τους συμφωνία για μείωση του ενοικίου. Στις 26.1.16 παρέλαβε επιστολή από την Καθ'ης η αίτηση ενημερώνοντας τον ότι λόγω της άρνησής του στην καταβολή ενοικίων, η συμφωνία μεταξύ τους τερματίζεται και θα εισέρχονταν εντός του καταστήματος προς ανάληψη της κατοχής μετά την πάροδο 15 ημερών από την λήψη της επιστολής. Αυτή ήταν και η ενέργεια που οδήγησε στην καταχώρηση της υπό εξέταση Αίτησης με τον Αιτητή να ζητά όπως η Καθ' ης η Αίτηση παρεμποδιστεί από το να εισέρχεται εντός του καταστήματος μέχρι την αποπεράτωση της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής. Εκφράζει τον φόβο για καταστροφή της περιουσίας του, του καλού εμπορικού του ονόματος στη Λεμεσό και τη δημιουργία ανυπολόγιστων οικονομικών συνεπειών εις βάρος του ιδίου, εις περίπτωση που η Καθ΄ ης η αίτηση αποφασίσει να υλοποιήσει την αναφερόμενη στην επιστολή της ημερομηνίας 26.1.16 απειλής, ως ο ίδιος την χαρακτηρίζει. Υποστηρίζει στην κατακλείδα του ότι πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις για την έκδοση του ζητούμενου διαταγμάτος. Το Δικαστήριο διέταξε όπως η μονομερής Αίτηση επιδοθεί και ορίστηκε 22.2.2016 όταν και εμφανίστηκε συνήγορος για την Καθ'ής η αίτηση ζητώντας άδεια για καταχώρηση ειδοποίηση περί προθέσεως ενστάσεως, («η Ένσταση») η οποία και καταχωρήθηκε με σπουδή από μέρους των συνηγόρων της Καθ'ής η αίτηση στις 16/3/
- Η ένσταση της Καθ'ής η Αίτηση Η Ένσταση της Καθ'ης η αίτηση βασίζεται στους πιο κάτω λόγους: 1) Η παρούσα Αίτηση είναι νομικά και πραγματικά αβάσιμη και/ή αστήρικτη και/ή δεν στηρίζεται στο ορθό νομικό και/ή πραγματικό υπόβαθρο. 2) Η Αίτηση λανθασμένα και/ή αντικανονικά και/ή παράτυπα καταχωρήθηκε μονομερώς (ex parte) αφού δεν προβλήθηκε και/ή δεν στοιχειοθετήθηκε και/ή δεν αποδείχθηκε με την Ένορκη Δήλωση το αιτητή το κατ' επείγον της Αίτησης. 3) Η Ένορκη Δήλωση που υποστηρίζει την Αίτηση είναι ανεπαρκής και/ή ελλιπής και/ή δεν υπάρχει σε αυτή ίχνος αποδεικτικής μαρτυρίας που να υποστηρίζει και/ή να αποδεικνύει τους ισχυρισμούς του Αιτητή. 4) Τα αιτούμενα διατάγματα είναι αντίστοιχα και/ή πανομοιότυπα με τις θεραπείες που ζητούνται με την Αγωγή και τυχόν έκδοσή τους θα ισοδυναμούσε με την εκδίκαση της ουσίας της Αγωγής στο στάδιο της εκδίκασης της αίτησης για έκδοση των ενδιάμεσων διαταγμάτων. 5) Ο Αιτητής δεν προσήλθε στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια και δεν προέβη σε πλήρη και αληθή αποκάλυψη όλων των ουσιωδών γεγονότων που πλαισιώνουν το αίτημά του. 6) Η Ένορκη Δήλωση του Αιτητή στηρίζεται και/ή περιέχει γενικούς και/ή ασαφείς και/ή ανακριβείς ισχυρισμούς και/ή πληροφορίες και/ή διαστρεβλώνει τα γεγονότα με σκοπό την παραπλάνηση του Δικαστηρίου. 7) Η Αίτηση υποβάλλεται κακόπιστα και/ή καταχρηστικά με σκοπό ο Αιτητής να χρησιμοποιήσει τη δραστικότητα του αιτούμενου Διατάγματος για να εξαναγκάσει την Καθ' ης η Αίτηση να αποδεχθεί τις απαιτήσεις και/ή αξιώσεις του Αιτητή τις οποίες εν πάση περιπτώσει δεν δικαιούται και δεν νομιμοποιείται να εξαιτείται. 8) Καμία από τις προϋποθέσεις που απαιτούνται από το Άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου αρ. 14/1960 και/ή καμία από τις προϋποθέσεις που απαιτούνται για έκδοση Διαταγμάτων τέτοιας φύσης δεν πληρείται και/ή δεν ικανοποιείται. 9) Ο Αιτητής δεν έχει αποκαλύψει οποιαδήποτε βάση αίτησης και/ή αγωγής και/ή οποιοδήποτε αγώγιμο δικαίωμα εναντίον της Καθ' ης η Αίτηση. 10) Ο Αιτητής δεν έχει καλές πιθανότητες επιτυχίας στην υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό Αγωγή. 11) Πλήρης Δικαιοσύνη θα μπορεί να απονεμηθεί σε μεταγενέστερο στάδιο και/ή ο Αιτητής δεν έχει δείξει και/ή αποδείξει ότι θα είναι αδύνατο ή δύσκολο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. 12) Δεν έχει αποδειχθεί και/ή υποδειχθεί ότι οι Αιτητές θα υποστούν ανεπανόρθωτη ζημιά από τη μη έκδοση των αιτούμενων Διαταγμάτων. 13) Τυχόν έκδοση των αιτούμενων Διαταγμάτων θα προκαλέσει περαιτέρω ζημιές στην Καθ΄ ης η Αίτηση. 14) Το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει σαφώς υπέρ της Καθ' ης η Αίτηση και δεν είναι δίκαιη και/ή εύλογη η έκδοση του αιτούμενου Διατάγματος. 15) Υπό τις περιστάσεις το Δικαστήριο θα πρέπει να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια προς απόρριψη της Αίτησης με έξοδα εις βάρος του Αιτητή. Η Ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση Η ένσταση υποστηρίζεται από την Ένορκη Δήλωση του Νικηφόρου Παμπακά από τη Λεμεσό. Ο ομνύων αναφέρει ότι είναι εμπορικός διευθυντής της Καθ΄ ης η Αίτηση και άτομο εξουσιοδοτημένο από την εταιρεία να προβεί στην Ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της Ένστασης. Απορρίπτει όλους τους ισχυρισμούς που υποστηρίζουν την Ένορκη Δήλωση της Αίτησης και αναφέρει ότι υπεγράφη μεταξύ της Καθ΄ ης η Αίτηση και του Αιτητή προσύμφωνο ενοικίασης ενός καταστήματος στην υπό ανέγερση Μαρίνα Λεμεσού. Η σύμβαση ως αναφέρει ο ομνύων είναι ημερομηνίας 20.12.11 της οποία και επισυνάπτει στην Ένορκη του Δήλωση ως Τεκμήριο 1 το οποίο είναι το ίδιο με το Τεκμήριο Α, που επισυνάπτεται στην Αίτηση. Ο ομνύων αναφέρεται στους όρους της συμφωνίας και συγκεκριμένα στον όρο 3.2 με τον οποίο τα μέρη συμφώνησαν όπως η μεταξύ τους συμφωνία τερματιστεί στις 30.10.12 εις περίπτωση που δεν εξασφαλίζονταν οι απαιτούμενες άδειες που περιγράφονται στο συμβόλαιο. Ο ομνύων παραδέχεται ότι κατά την 30.10.12 η Καθ' ης η Αίτηση δεν είχε εξασφαλίσει τις απαιτούμενες άδειες και έτσι το εν λόγω προσύμφωνο τερματίστηκε αυτομάτως. Παρά την ακύρωση του εν λόγω εγγράφου, με την ολοκλήρωση του επίδικου υποστατικού, ο αιτητής πληροφορήθηκε για να λάβει κατοχή στις 12.5.
- Ο Αιτητής όντως τον Δεκέμβριο του 2014 έλαβε κατοχή του επίδικου υποστατικού, χωρίς όμως να έχει υπογραφτεί μεταξύ των μερών οποιαδήποτε συμφωνία υπομίσθωσης. Επί τούτου ο ομνύων ισχυρίζεται ότι το κείμενο της συμφωνίας είχε καθοριστεί προφορικώς και ότι απεστάλη στον Αιτητή προς υπογραφή. Είναι η θέση του Ενόρκως Δηλούντα ότι ο Αιτητής άρχισε να λειτουργεί το κατάστημα του τον Ιανουάριο του
- Παρά ταύτα, προς ένδειξη καλής συνεργασίας και με γνώμονα ότι είχε δημιουργηθεί κάποια καθυστέρηση στην παραδοση του υποστατικού, η διεύθυνση της Καθ' ης η Αίτηση αποφάσισε να μη χρεώσει οποιοδήποτε ποσό για την υπομίσθωση σε σχέση με την περίοδο Δεκεμβρίου 2014 - Φεβρουαρίου
- Με τη λήξη της περιόδου αυτής η Καθ΄ης η Αίτηση εξέδωσε τιμολόγιο για το ενοίκιο του μηνός Μαρτίου 2015, το οποίο και ακύρωσε ανταποκρινόμενη σε αίτημα του Αιτητή, δίνοντας του παράλληλα περαιτέρω περίοδο χάριτος μέχρι και τον Απρίλιο
- Για τον τελευταίο μήνα θα καταβαλλόταν το μισό ενοίκιο, ενώ από τον Μάϊο 2015 θα επανερχόταν κανονικά το συμφωνημένο ποσό υπομίσθωσης, δηλαδή € 1.500.- Αυτά ήταν και τα ποσά των τιμολογίων που σύμφωνα με τον ομνύοντα η Καθ' ης η Αίτηση εξέδιδε και κοινοποιούσε στον Αιτητή. Επισυνάπτει μεγάλη δέσμη τεκμηρίων, με πρώτο αυτό του Απριλίου 2015 το οποίο είναι απομειωμένο κατά το ήμισυ, και τελευταίο του μηνός Φεβρουαρίου 2016, τα οποία εστάλησαν και με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο. Αναφέρει ο ομνύων ότι από τις 15.4.2015 μέχρι και τον Φεβρουάριο του 2016 ο Αιτητής αγνόησε τις οφειλές του προς την Καθ' ης η Αίτηση, καταβάλλοντας συνολικά για όλη την περίοδο το ποσό των €1.
- Πέραν των ποσών των οφειλόμενων ενοικίων, στην Καθ΄ ης η Αίτηση οφείλονται από τον Αιτητή ποσά που αφορούν απλήρωτους λογαριασμούς νερού, τηλεφώνου και ηλεκτρικού ρεύματος. Ο ομνύων εξηγεί ότι παρά τις οχλήσεις της Καθ΄ης η Αίτηση, ο Αιτητής δεν ανταποκρίθηκε, γεγονός που οδήγησε την Καθ' ης η αίτηση στις 26.1.2016 να τερματίσει τη συμφωνία υπομίσθωσης και να καλέσει τον Αιτητή να παραδώσει την κατοχή του επίδικου υποστατικού στην ίδια. Ο ομνύων αναφέρει ότι η θέση και ισχυρισμός που προβάλλεται από πλευράς του Αιτητή ότι η σχέση μεταξύ των μερών διέπεται από το προσχέδιο της συμφωνίας υπομίσθωσης είναι λανθασμένη και νομικά αβάσιμη, αφού ουδέποτε υπεγράφη μεταξύ των μερών άλλη συμφωνία ως το προσύμφωνο ρητώς προνοούσε. Ισχυρίζεται δε περαιτέρω ότι ο Αιτητής δεν νομιμοποιείται να εγείρει την παρούσα αγωγή καθότι δεν έχει υποστεί καμία ζημιά από την Καθ' ης η Αίτηση, αλλά ούτε και έχει και αγώγιμο δικαίωμα εναντίον της. Προβάλλει δε τον ισχυρισμό ότι η αγωγή είναι πρόωρη και αποσκοπεί στην ουσία στην καθυστέρηση της έξωσης του Αιτητή. Τονίζει ότι οι θεραπείες που ζητούνται διά του προσωρινού διατάγματος είναι πανομοιότυπες με αυτές που ζητούνται στην αγωγή, και ως εκ τούτου η τυχόν έκδοση των διαταγμάτων θα ισοδυναμούσε ουσιαστικά με εκδίκαση της επίδικης διαφοράς των διαδίκων στο στάδιο της Αίτησης. Ο ομνύων προβαίνει δε σε σειρά από ισχυρισμούς υποστηρίζοντας τους λόγους Ένστασής του και συγκεκριμένα ισχυρισμούς προς μη ικανοποίηση των απαραίτητων προϋποθέσεων όπως αυτές τίθενται στο Άρθρο 32, ισχυρισμών περί παραπλάνησης του Δικαστηρίου από τον Αιτητή, αλλά και ισχυρισμούς σε σχέση με το Ισοζύγιο της ευχέρειας, το οποίο κατά την δική του θέση, κλίνει υπέρ της Καθ΄ης η Αίτηση. Νομικές Αρχές Έκδοσης Ενδιάμεσων Διαταγμάτων - Άρθρο 32, Ν.14/60 Οι αρχές έκδοσης παρεμπίπτοντος διατάγματος με βάση το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960, Ν.14/60είναι οι ακόλουθες: (α) Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση, (β) Η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας, και (γ) Η πιθανότητα να υποστεί ο ενάγων ανεπανόρθωτη ζημιά αν δεν εκδοθεί το διάταγμα. (βλ. Odysseos v. Pieris Estates and others
(1982)1 CLR 557 και Papapetrou Bros Ltd v. Αντρούλλας Παπαπέτρου,
(2003)1 ΑΑΔ 741). Η ύπαρξη των τριών θεσμικών προϋποθέσεων δεν είναι αρκετή. Στο τελικό στάδιο το Δικαστήριο πρέπει πρόσθετα να σταθμίσει πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδοθεί ένα τέτοιο διάταγμα. (βλ. Odysseos, ανωτέρω, και Χριστοφή Κουνούνα v. C. & A. Simonos Ltd,
(2002)1 ΑΑΔ 1361). Δεν υπάρχουν αυστηρά οριοθετημένα πλαίσια, μέσα στα οποία ασκείται η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων. Η κάθε περίπτωση κρίνεται υπό το φως των δικών της γεγονότων και περιστατικών, με γνώμονα πάντοτε το κατά πόσο η έκδοση του διατάγματος είναι αναγκαία, για να καταστεί δυνατή η απονομή της δικαιοσύνης σε κάθε στάδιο, περιλαμβανομένου και αυτού της ικανοποίησης της απόφασης, που τυχόν ήθελε εκδοθεί (βλ. Κώστα Καλογήρου ν. C.C.F Credit Capital Finance Ltd
(2005)1 ΑΑΔ 1235). Η πρώτη προϋπόθεση, η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση, ικανοποιείται με την αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης (βλ. Odysseos, ανωτέρω). Η δεύτερη προϋπόθεση, η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας, έχει ερμηνευθεί ως κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα αλλά κάτι πολύ λιγότερο από «το ισοζύγιο των πιθανοτήτων» που είναι το μέτρο απόδειξης σε αστικές υποθέσεις (βλ. Odysseos, ανωτέρω). Εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξής του (βλ. T.A. Micrologic Computer Consultants Ltd ν. Microsoft Corporation
(2002)1(Γ) ΑΑΔ 1802 και Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co Ltd
(2002)1 ΑΑΔ 2015). Το Δικαστήριο εξετάζει τη μαρτυρία με σκοπό να αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο ή όχι να εκδοθεί το διάταγμα, αποφεύγοντας να υπεισέλθει στην ουσία της υπόθεσης. Θα πρέπει απλά να ικανοποιηθεί ότι υπάρχει συζητήσιμη υπόθεση και ότι υπάρχει πιθανότητα επιτυχίας (βλ. Επίσημος Παραλήπτης κ.α. ν. Nicantony Trading Co. Ltd
(1998)1 ΑΑΔ 1653). Το Δικαστήριο δεν απαιτείται, αλλά ούτε και πρέπει, να εξετάζει την ενώπιον του μαρτυρία και να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με συγκρουόμενα γεγονότα, κάτι που θα έχει το καθήκον να πράξει στο τελικό στάδιο της υπόθεσης. Στο αρχικό αυτό στάδιο πρέπει να περιοριστεί στη διαπίστωση ύπαρξης ή μη κάποιας προοπτικής επιτυχίας (βλ. Hellenic Bank Public Company Ltd v. Alpha Panareti Public Ltd, Πολιτική Έφεση 145/2011, 13/6/2013). Η προοπτική επιτυχίας και η διακρίβωση της πιθανότητας επιτυχίας δεν μπορεί παρά να εξετάζεται στη βάση της προσαχθείσας μαρτυρίας. Η μαρτυρία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη πιθανότητας επιτυχίας (βλ. Κυτάλα κ.α. ν. Χρυσάνθου κ.α.
(1996)1 ΑΑΔ 253, στη σελ. 257). Αυτό που εξετάζεται είναι κατά πόσο έχουν ικανοποιηθεί οι προϋποθέσεις του άρθρου 32. Το Δικαστήριο, κατά την εκδίκαση αίτησης για προσωρινό διάταγμα, πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης. Αυτό εναπόκειται στην κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου, κατά τη δίκη της ουσίας της υπόθεσης (βλ. Jonitexo Ltd. v. Adidas
(1984)1 CLR 263 και Γρηγορίου κ.ά. ν. Χριστόφορου κ.ά.
(1995)1 AAΔ 248). Αναφορικά με την τρίτη προϋπόθεση, το Δικαστήριο εξετάζει την πιθανότητα να υποστεί ο ενάγων ανεπανόρθωτη ζημιά αν δεν εκδοθεί το διάταγμα ή αν θα είναι αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Πλήρης δικαιοσύνη σημαίνει την απόδοση στον ενάγοντα των θεραπειών που δικαιούται σύμφωνα με το νόμο (βλ. Παναγίδου κ.α. ν. Παναγίδου κ.α.
(2001)1 ΑΑΔ 396). Κριτήριο για την έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος, είναι η αδυναμία απονομής πλήρους δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με τη στενή αντίληψη της υλικής ζημίας αλλά με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του αιτητή (βλ. M. & Ch. Mitsingas Trading Ltd v. Timberland Co.
(1997)1 AΑΔ 1799). Αξιολόγηση της Αίτησης Σε ό,τι αφορά τα θέματα τα οποία επικαλoύνται οι Δικηγόροι της Καθ' ης η Αίτηση στην εμπεριστατωμένη και ικανή τους αγόρευση, σε σχέση με τις προϋποθέσεις που απαιτούνται από το Άρθρο 9 του Κεφ. 6, το Δικαστήριο δεν θα προχωρήσει στην εξέτασή τους αφού, ως ανέφερα ανωτέρω το Δικαστήριο επιλαμβανόμενο της μονομερούς αίτησης δεν εξέδωσε προσωρινό διάταγμα και διέταξε την επίδοση της αίτησης . Το γεγονός αυτό σύμφωνα με την νομολογία μετατρέπει την μονομερή σε αίτηση δια κλήσεως. (βλ.The Royal Bank of Scotland v. Πλοίου "Kalia",Αγ. Ναυτοδικείου 14/11 ημ.12/1/2002 και Κυριακίδης ν. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ
(2011)1 (Β) ΑΑΔ 816). Ως εκ τούτου θα προχωρήσω να εξετάσω κατά πόσο με τα ενώπιον του Δικαστηρίου στοιχεία πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Περι Δικαστηρίων Νόμου (14/60). Με βάση τις δυο πρώτες προϋποθέσεις του εν λόγω άρθρου, όπως έχουν τύχει εκτεταμένης ανάλυσης στην νομολογία, ο Αιτητής πρέπει να καταδείξει ότι υπάρχει συζητήσιμη υπόθεση με βάση τα δικόγραφα αλλά και πέραν τούτου να καταδείξει ότι έχει ορατή προοπτική και πιθανότητα να δικαιούται στις θεραπείες που προωθεί. Ο Αιτητής στο γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα που καταχώρησε επικαλείται να του επιδικαστεί ποσό ως αποζημιώσεις λόγω παράνομων και αυθαίρετων ενεργειών της Καθ' ης η Αίτηση εις βάρους του ιδίου, αφού προηγουμένως κηρυχθεί από το Δικαστήριο ότι ο ίδιος κατέχει το επίδικο ακίνητο δυνάμει έγκυρης και δεσμευτικής συμφωνίας υπομίσθωσης. Όπως το αντιλαμβάνομαι, από την μαρτυρία που ο Αιτητής παράθεσε δια της Ενόρκου Δηλώσεως του, οι αξιώσεις του Αιτητή στην παρούσα αγωγή αφορούν σε μεγάλο μέρος, γεγονότα τα οποία δεν έχουν ακόμα επισυμβεί. Συγκεκριμένα, η αξίωση των αποζημιώσεων κατά το γενικό τρόπο που δικογραφείται (λόγω αυθαίρετων και παράνομων ενεργειών της Καθ'ης η Αιτηση) αφήνουν να νοηθεί ότι ζητούνται αποζημιώσεις που αφορούν την πράξη έξωσης του Ενάγοντα η οποία ακόμα δεν έχει συμβεί, γεγονός αποδεχτό από αμφότερες τις πλευρές. Είναι επίσης αποδεχτό από αμφότερες τις πλευρές ότι η Καθ' ης η Αίτηση δεν προέβη σε οποιαδήποτε ενέργεια για να αναλάβει την κατοχή του επίδικου υποστατικού ή με οποιοδήποτε τρόπο να απομακρύνει από αυτό τον Αιτητή. Συνεπώς, ο Αιτητής δεν μπορεί να ισχυρίζεται (και στην ουσία δεν προβαίνει σε τέτοιο ισχυρισμό στην αίτηση ή στην Ένορκη του Δήλωση) ότι έχει υποστεί ζημιά ή απώλεια από οποιαδήποτε πράξη της Εναγομένης - Καθ΄ ης η αίτηση στα πλαίσια της υπό εξέταση υπόθεσης. Εξετάζοντας το θέμα του κατοχικού καθεστώτος του ακινήτου και χωρίς να υπεισέρχομαι στη ουσία της αγωγής παρατηρώ ότι η συμφωνία που υπεγράφη το 2011 την οποία αμφότερα μέρη παρουσιάζουν στο Δικαστήριο, αναφέρει μεταξύ άλλων ότι τα μέρη θα υπέγραφαν νέα συμφωνία με την ολοκλήρωση του έργου. Η εν λόγω συμφωνία δεν αναφέρεται σε ενοικίαση, διάρκεια, ποσό υπομίσθωσης ή οτιδήποτε που να καταδεικνύει ότι η εν λόγω συμφωνία αποτελεί συμφωνία υπομίσθωσης. Ακόμα και αγνοώντας τα αναφερόμενα στην ένσταση της Καθ' ης η Αίτηση, περί ύπαρξης άλλης συμφωνίας η οποία εξ' υπαιτιότητας του Αιτητή δεν υπεγράφηκε στο μόνο συμπέρασμα που μπορεί να οδηγηθεί το Δικαστήριο είναι ότι το επίδικο υποστατικό κατέχεται από τον Αιτητή με προφορική συμφωνία, καταδεικνύοντας ότι για να μπορέσει το Δικαστήριο να καταλήξει ότι υπάρχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας η προφορική συμφωνία αυτή να βρίσκεται σε ισχύ πρέπει ο Αιτητής να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι το επίδικο υποστατικό υπομισθώνεται από τον ίδιο με κάποιο τρόπο. Το ότι απλά κατέχεται δεν είναι αρκετό. Ανατρέχοντας στην νομολογία, προκύπτει ότι συμβάσεις μίσθωσης ακινήτων δεν είναι έγκυρες εκτός μεταξύ άλλων προϋποθέσεων που τίθενται , είναι γραπτές. Σχετική είναι η παλαιά απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση Petrolina Ltd-v-Athinodoros Vassiliades
(1975)1A.A.D. 289 όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα: "There is no doubt that under the provisions of s. 77 of our law, contracts relating to leases of immovable property for any term exceeding one year shall not be valid and enforceable unless (
- a)expressed in writing and (
- b)signed at the end thereof in the presence of at least two witnesses . by each party to be charged therewith or by a person who is himself competent to contract and who has been duly authorised to sign on behalf of such party" ..."Once, therefore, that agreement may then be capable of being enforced by the remedy of specific performance, it appears that once the tenant has entered into possession under a void lease-and in the present case there is ample evidence that the defendants have entered and remained in possession-they thereupon become tenants from year to year upon the terms of the writing, so far as they are applicable to and not inconsistent with yearly tenancy. Doe d. Rigge v. Bell [1793] 5 T.R. 472; and Tress v. Savage, [1854] 4 E. & B. 36. Thus it appears that the defendants in the light of the authorities, are entitled and have become tenants from year to year." Είναι αποδεκτό από αμφότερα τα μέρη ότι πέραν της πιο πάνω αναφερόμενης συμφωνίας (Τεκμήριο Α στην Ε/Δ του Αιτητή και Τεκμήριο 1 στην Ένσταση) η οποία αναλύεται ανωτέρω και για την οποία το Δικαστήριο σχολιάζει ανωτέρω ότι εκ πρώτης όψεως δεν φαίνεται να είναι για συμφωνία υπομίσθωσης ως ο Αιτητής διατείνεται, δεν υπογράφηκε άλλη συμφωνία μεταξύ των μερών άρα το κατοχικό καθεστώς του Αιτητή είναι αδιευκρίνιστο με βάση τα δικόγραφα. Αλλά και ακόμα αυτός ο σκόπελος να μπορεί να υπερπηδηθεί, με όσα ο ίδιος ο Αιτητής παρουσιάζει , και το Δικαστήριο να καταλήξει ότι υπάρχει κάποια προφορική συμφωνία, δεν έχει εξηγηθεί στο Δικαστήριο γιατί ο ίδιος δεν αποπληρώνει μηνιαίως έστω και το ενοίκιο των €750 που ισχυρίζεται ότι οφείλει. Η θέση του Αιτητή περι διαφωνίας στο ύψος του ενοικίου μεταξύ του ιδίου και της Καθ'ής η Αίτηση δεν έχει πείσει το Δικαστήριο για την ενέργεια του να μην αποπληρώνει κανένα ποσό. Τουτέστιν, είναι τουλάχιστον αντιφατικό να ζητείται το διαταγμα χωρίς ννα υπάρχει υπόβαθρο στην βάση της αγωγής ότι το ακίνητο κατέχεται νομίμως από τον ίδιο. Περαιτέρω ο Αιτητής δεν έχει δε παραθέσει οποιαδήποτε στοιχεία σε σχέση με την πρόκληση ζημίας στον ίδιο, όπως αυτές ζητούνται στα αιτητικά Γ και Δ της αξίωσής του, το μόνο που έχει παρατεθεί είναι η θέση του ίδιου ότι φοβάται την πρόκληση ανεπανόρθωτης ζημιάς στα εμπορεύματα και στην εμπορική του φήμη, εάν επιτραπεί στην Καθ' ης η αίτηση να εισέλθει στο ακίνητο που κατέχει, χωρίς προειδοποίηση. Αυτό το ενδεχόμενο θα αποτελούσε μέρος της εξέτασης και αξιολόγησης του Δικαστηρίου σε σχέση με την τρίτη προϋπόθεση που θέτει το άρθρο 32 του Ν.14/60, την οποία όμως το Δικαστήριο ενόψει της πιο κάτω κατάληξής του δεν θα προχωρήσει να εξετάσει. Χωρίς να υπεισέρχομαι σε αξιολόγηση της μαρτυρίας ή σε εξαγωγή οποιουδήποτε συμπεράσματος, κρίνω ότι, με το υπόβαθρο μαρτυρίας που έχει παρατεθεί, ο Αιτητής δεν έχει καταδείξει σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση ούτε ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Σημειώνω ότι στο παρόν στάδιο, ο Αιτητής είχε υποχρέωση να παραθέσει στο Δικαστήριο υπόβαθρο μαρτυρίας που να δικαιολογεί την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος και ότι η αξιολόγηση του Δικαστηρίου αναφορικά με τα γεγονότα σταματά όπου διαπιστώνεται ύπαρξη ή ανυπαρξία κάποιας προοπτικής επιτυχίας. Δεν μπορώ όμως να παραγνωρίσω αυτή την ουσιώδη διάσταση ισχυρισμών του Αιτητή η οποία όπως ανέφερα στηρίζεται μόνο στη βάση της μαρτυρίας που έχει παρουσιάσει στο Δικαστήριο από τον ίδιο και άπτεται της βάσης αγωγής του. Με βάση τα πιο πάνω δεδομένα κρίνω ότι ο Αιτητης έχει αποτύχει να ικανοποιήσει τις δύο πρώτες προϋποθέσεις έκδοσης ενδιάμεσου διατάγματος, την ύπαρξη δηλαδή, σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση και ορατής πιθανότητας επιτυχίας. Ενόψει της κατάληξης μου δεν κρίνω σκόπιμο να εξετάσω το ζήτημα της πρόκλησης ανεπανόρθωτης ζημιάς. Κατάληξη Για τους πιο πάνω λόγους, η αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ της Εξαγομένης/Καθ'ής η Αίτηση και εναντίον του Ενάγοντα/ Αιτητή και θα πληρωτέα στο τέλος της αγωγής (Υπ.) ............... Ε. Ευθυμίου-Ανδρέου, Ε. Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο