← Κύπρος

MINERVA FINANCIAL SERVICES LTD ν. ΦΩΤΗ ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΕΟΥΣ κ.α., Αρ. Αγωγής: 3903/2007, 8/8/2016

MINERVA FINANCIAL SERVICES LTD ν. ΦΩΤΗ ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΕΟΥΣ κ.α., Αρ. Αγωγής: 3903/2007, 8/8/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2016:A357 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. Ευθυμίου-Ανδρέου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3903/2007 Μεταξύ: MINERVA FINANCIAL SERVICES LTD Eνάγοντες Και ΦΩΤΗ ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΕΟΥΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΕΟΥΣ ΑΙΓΛΗ ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΕΟΥΣ Εναγόμενοι Ημερομηνία: 8 Αυγούστου 2016 Εμφανίσεις: Για τους Αιτητές/ Εναγομένους: Ν.Μαλά για Ρ.Ερωτοκρίτου & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για Καθ'ών η Αίτηση/Ενάγοντες: Ν.Παπαδόπουλος &Σια Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την αίτηση που καταχωρήθηκε στις 2/12/2015 οι Εναγόμενοι/ Αιτητές (στο εξής οι «Αιτητές») ζητούν από το Δικαστήριο : A. Έκδοση Διατάγματος με το οποίο να ακυρώνονται και/ή παραμερίζονται όλες οι εγγραφές (ΜΕΜΟ) της δικαστικής απόφασης ημερομηνίας 30/5/2014 επί της ακίνητης περιουσίας τους ως καταχρηστικές και/ή επηρεάζουσες δυσμενώς τους Εναγόμενους - Αιτητές, και/ή ως μη εύλογες υπό τις περιστάσεις, πλην οποιωνδήποτε ΜΕΜΟ επί ακίνητης ιδιοκτησίας των Εναγομένων-Αιτητών, ήθελε κριθεί ως επαρκή εγγύηση από το Δικαστήριο για την πληρωμή του χρέους τους. Β. Έκδοση Διατάγματος με το οποίο να περιορίζεται η εγγραφή (ΜΕΜΟ) της δικαστικής απόφασης ημερομηνίας 30/5/2014 σε μέρος του συνόλου της ακίνητης περιουσίας των Εναγομένων-Αιτητών ως καταχρηστική και επηρεάζουσα δυσμενώς τους Αιτητές και/ή ως μη εύλογη και/ή δίκαιη και/ή χρηστή υπό τις περιστάσεις. Η αίτηση στηρίζεται στον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο - Μέρος V, άρθρα 53, 54, 55, 56, 61 και 71, στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς, Δ.48 θ.1-4, 8 και 9, και Δ.64, στα Άρθρα 23 και 30

(3)του Συντάγματος καθώς και στις αρχές τις επιείκειας (equity), στη νομολογία, την πρακτική, τη διακριτική ευχέρεια και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Την Αίτηση συνοδεύει η ένορκη δήλωση του Εναγομένου 1 - Αιτητή 1 (στο εξής «Ε/Δ Θεμιστοκλέους») στην οποία αναφέρεται πολύ επιγραμματικά ότι εκδόθηκε απόφαση μετά από ακροαματική διαδικασία εναντίον όλων των Αιτητών στις 30/5/14, με βάση την οποία οι Eνάγοντες/Καθ'ών η Αίτηση (στο εξής οι «Καθ'ών η Αίτηση») κατέθεσαν στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λεμεσού επιβαρύνσεις τους αριθμούς των οποίων δεν αναφέρει. Είναι η θέση του ομνύοντα ότι η εν λόγω έγγραφες επιβαρύνσεις έγιναν από τους Καθ΄ων η Αίτηση κατά παράβαση του Νόμου και της νομολογίας και γι΄ αυτό το λόγο θα πρέπει να ακυρωθούν. Κυρίαρχη θέση αποτελεί ότι το ύψος της αξίας της ακίνητης περιουσίας που έχει δεσμευθεί ανέρχεται στο ποσό των €6,746.200.00 το οποίο υπερβαίνει κατά πολύ το εξ΄ αποφάσεως επιδικασθέν ποσό ήτοι €65.016.26 πλέον τόκους 9% ετησίως από 1.1.2003 μέχρι εξοφλήσεως. Η δεύτερη θέση που προωθείται δια της ενόρκου δηλώσεως είναι ότι οι Καθ΄ ων η αίτηση έχουν αποδείξει αδράνεια στην λήψη μέτρων εκτέλεσης αφού μέχρι και την καταχώρηση της αίτησης δεν προχώρησαν στην πώληση οποιουδήποτε ακινήτου και η ενέργεια τους αυτή σε συνδυασμό με την ενέργεια τους να καταχωρήσουν επιβαρύνσεις επί όλων των ακινήτων είναι καταχρηστική και ως εκ τούτου πρέπει να ακυρωθεί. Ο ομνύων αναφέρει περαιτέρω ότι εναντίον της απόφασης του Δικαστηρίου έχει καταχωρηθεί έφεση, αντίγραφο της οποίας ενώ αναφέρει ότι επισυνάπτει στην ένορκη του δήλωση δεν υπάρχει στο φάκελο του δικαστηρίου. Στην κατακλείδα του επισημαίνει ότι εις περίπτωση απόρριψης της αιτήσεως εάν τα ακίνητα των Αιτητών παραμείνουν δεσμευμένα οι ίδιοι θα υποστούν ζημιά αφού στερείται από αυτούς το δικαίωμα για διάθεση και εκμετάλλευση της ακίνητης περιουσίας προς αποπληρωμή του εξ΄ αποφάσεως χρέους. Η αίτηση αναπόφευκτα προσέκρουσε στην Ένσταση των Καθ΄ ων η Αίτηση οι οποίοι καταχώρηση ειδοποίηση περί προθέσεως ενστάσεως (στο εξής «η Ένσταση» στις 23.3.16 αναφέροντας ως συγκεκριμένους λόγους Ένστασης τους ακόλουθους:
  1. Η παρούσα αίτηση είναι παράτυπη και/ή ανεπίτρεπτη και/ή αντίθετη των Διαδικαστικών Κανονισμών και της Πρακτικής του Δικαστηρίου.
  2. Οι Εναγόμενοι/Αιτητές στηρίζουν την αίτησή τους μεταξύ άλλων σε πρόνοιες του Συντάγματος οι οποίες δεν έχουν σχέση με την παρούσα αίτηση.
  3. Στην παρούσα υπόθεση, οι Ενάγοντες/Καθ' ων η Αίτηση ακολούθησαν πάντοτε την ορθή και/ή ενδεδειγμένη διαδικασία και έλαβαν όλα τα επιτρεπτά και/ή νόμιμα μέτρα.
  4. Εκκρεμεί αίτηση η οποία έχει υποβληθεί από τους Ενάγοντες για πώληση των ακινήτων προς ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης.
  5. Η εγγραφή δικαστικής απόφασης (ΜΕΜΟ) επί της ακίνητης περιουσίας των Αιτητών, δεν μπορεί να θεωρηθεί καταπιεστική και έχει ως μοναδικό σκοπό τη σωστή διασφάλιση και εκτέλεση της δικαστικής απόφασης που εκδόθηκε εναντίον των Εναγομένων, καθώς και τη διασφάλιση των συμφερόντων των Εναγόντων/Καθ' ων η Αίτηση.
  6. Οι Αιτητές δεν παρουσιάζουν σοβαρούς και/ή επαρκείς λόγους και/ή εύλογη αιτία που να δικαιολογεί την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος.
  7. Το αιτούμενο διάταγμα θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά στους Ενάγοντες/Καθ' ων η Αίτηση. Η ακύρωση της εύλογης εγγραφής (ΜΕΜΟ) θα οδηγούσε σε κατάφωρη αδικία εις βάρος των Εναγόντων, παρεμποδίζοντας τους από το να εισπράξουν το λαβείν τους από την προς όφελος τους εκδοθείσα απόφαση.
  8. Το αιτούμενο διάταγμα θα έπληττε την απονομή δικαιοσύνης και/ή δεν θα ήταν ορθό και δίκαιο να δοθεί υπό τις περιστάσεις.
  9. Μέχρι σήμερα, σχεδόν 2 χρόνια από την έκδοση της απόφασης, οι Εναγόμενοι-Αιτητές δεν εκδήλωσαν καμία πρόθεση για ικανοποίηση της απαίτησης της Ενάγουσας-Καθ' ης η Αίτηση. Η Ένσταση βασίζεται στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.40 και Δ.48 κ1-9, στον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ. 6, άρθρα 14 και 71, καθώς και στις συμφυείς εξουσίες και γενική πρακτική του Δικαστηρίου. Η Ένσταση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του Άντρου Ευσταθίου, υπαλλήλου των Καθ΄ ων η Αίτηση (στο εξής «Ε/Δ Ευσταθίου»). Ο ομνύων υιοθετεί τους λόγους Ένστασης και αναφέρει ότι ο λόγος που έχουν καταχωρηθεί ΜΕΜΟ στην περιουσία των Αιτητών είναι η εξασφάλιση της δικαστικής απόφασης που εκδόθηκε υπέρ των Καθ΄ ων η Αίτηση δηλαδή ως μέτρο εκτέλεσης της απόφασης. Απορρίπτει τους ισχυρισμούς ως αυτοί αναφέρονται στην Έ/Δ Θεμιστοκλέους και αναφέρει ότι μερικά από τα ακίνητα των Αιτητών βαρύνονται με υποθήκες επισημαίνοντας ότι το σχετικό αυτό σημείο δεν έχει δεόντως αποκαλυφθεί από τον ομνύοντα στην Αίτηση. Περαιτέρω ο ομνύων επισημαίνει ότι στο κείμενο της Ε/Δ Θεμιστοκλέους γίνονται αναφορές σε επισυνημμένα τεκμήρια τα οποία όμως δεν επισυνάπτονται και συγκεκριμένα πιστοποιητικό έρευνας σε σχέση με τον Εναγόμενο 2-Αιτητή
  10. Ο ομνύων εκφράζει την πεποίθηση ότι τυχόν έγκριση του αιτήματος θα εξουδετερώσει παντελώς την ισχύ και σημασία του ΜΕΜΟ ως μέτρου εκτέλεσης, καταστρατηγώντας παράλληλα τα δικαιώματα των Καθ΄ ων η Αίτηση ως επιτυχόντες διάδικους και καθιστώντας την απαίτηση των Καθ΄ ων η Αίτηση ανεξασφάλιστη. Στην κατακλείδα του ο Ενόρκως Δηλών αναφέρει ότι οι εκτιμήσεις που επισυνάπτονται δεν αναφέρονται στην αξία των ακινήτων εις περίπτωση καταναγκαστικής πώλησης στο στάδιο της εκποίησης διευκρινίζοντας ότι η εκποίηση ως το μόνο έννομο αποτέλεσμα εγγραφής ΜΕΜΟ είναι διαδικασία στην οποία η πώληση πραγματοποιείται με άλλη μέθοδο υπολογισμού αξίας και όχι με βάση τις τιμές της ελεύθερης αγοράς. Ουδείς από τους ενόρκως δηλούντες αντεξετάστηκε και η αίτηση προχώρησε σε ακρόαση με την καταχώρηση γραπτών αγορεύσεων από τους δικηγόρους των διαδίκων οι οποίοι προώθησαν τις θέσεις τους με αναφορά στον Νόμολογία. Οι συνηγοροι των Αιτητών στηριζόμενοι σε πρωτόδικες αποφάσεις αλλά και νομολογία προωθούν την θέση τους ότι η εγγραφή επιβαρύνσεων όπως έχει διαμορφωθεί στην υπό εξέταση περίπτωση αντίκειται στο άρθρο 23 του Συντάγματος δηλαδή στο δικαίωμα ιδιοκτησίας. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι διαχωρίζουν τις έννοιες της στέρησης της ιδιοκτησίας και του περιορισμού της ιδιοκτησίας με αναφορά σε συγγράμματα επιχειρηματολογώντας ότι η εγγραφή επιβάρυνσης σε ακίνητη περιουσία ως εγγύηση για αποπληρωμή του εξ΄ αποφάσεως χρέους αποτελεί περιορισμό του δικαιώματος ιδιοκτησίας εισηγούμενοι ότι πρέπει να γίνεται με τρόπο που να μην στερεί ολοκληρωτικά από τον ιδιοκτήτη της την διάθεση και εκμετάλλευση του μέρους της περιουσίας που δεν είναι αναγκαία προς εγγύηση του ποσού για αποπληρωμή του εξ΄ αποφάσεως χρέους. Εκφράζουν περαιτέρω την άποψη ότι οι Αιτητές θεωρούν ότι η εγγραφή της δικαστικής απόφασης επί της συνολικής ακίνητης περιουσίας τους είναι επαχθής και καταπιεστική σε βαθμό που να εξισώνεται με την στέρηση της ιδιοκτησίας τους και συνεπακόλουθα κατάχρηση της διαδικασίας. Στον αντίποδα οι θέσεις του συνηγόρου των Καθ΄ ων η Αίτηση είναι ότι οι μοναδικές προϋποθέσεις για ακύρωση εγγραφής ΜΕΜΟ σε δικαστική απόφαση καθορίζονται από το Άρθρο 71 του Κεφ. 6 καμία από τις οποίες δεν πληρείται στην υπό εξέταση αίτηση και ως εκ τούτου η αίτηση πρέπει να οδηγηθεί σε απόρριψη. Επισημαίνει ότι σκοπός του ΜΕΜΟ ως μέτρο εκτέλεσης είναι να ικανοποιηθεί πρωτίστως η δικαστική απόφαση πριν να δύναται ο οφειλέτης να εκμεταλλευθεί οποιοδήποτε από τα ακίνητα. Η γραπτή αγόρευση των Καθ΄ ων η Αίτηση δεν αναφέρει ούτε αναπτύσσει τους λόγους Ένστασης ως αυτοί αναφέρονται στο σώμα της Ένστασης με εξαίρεση το πιο πάνω σημείο. Ο ακρογωνιαίος λίθος της επιχειρηματολογίας των Αιτητών είναι η δυσανάλογη δέσμευση μεγάλης σε αξία περιουσίας σε σχέση με την απόφαση που εκδόθηκε εναντίον τους. Είναι γεγονός ότι στην Ε/Δ Θεμιστοκλέους γίνεται αναφορά σε επισύναψη τριών τεκμηρίων που αφορούν πιστοποιητικά έρευνας για καθένα από τους Αιτητές. Στην πραγματικότητα έχει επισυναφθεί εις διπλούν το πιστοποιητικό έρευνας που αφορά τον Αιτητή - Εναγόμενο 1 και πιστοποιητικό έρευνας που αφορά την Αιτήτρια - Εναγομένη
  11. Σε ότι αφορά δηλαδή τον Αιτητή 2 το Δικαστήριο δεν έχει καμία εικόνα της περιουσίας που υπάρχει στο όνομα του, κάτι που από μόνο του θα μπορούσε να οδηγήσει την αίτηση σε απόρριψη. Περαιτέρω, στην υπό εξέταση περίπτωση πέραν των πιστοποιητικών ερεύνης δεν έχει προσφερθεί καμία μαρτυρία σε σχέση με τις εκτιμήσεις των ακινήτων οι οποίες αφής στιγμής αποτελούν την βάση για το παράπονο των Αιτητών, έπρεπε να έχει δοθεί ιδιαίτερη βαρύτητα και να προωθηθεί κατά το ελάχιστο με κατάθεση εκθέσεων εκτίμησης ούτως ώστε το Δικαστήριο να έχει εικόνα σε σχέση με την πραγματική αξία των ακινήτων για να μπορέσει να καταλήξει σε ασφαλές συμπέρασμα κατά πόσο όντως οι έγγραφες επιβαρύνσεις επί των ακινήτων τους δημιουργούν αυτή την κατ΄ ισχυρισμό δυσαναλογία. Η δεύτερη βασική θέση της πλευράς των Αιτητών είναι ότι η επιβάρυνση των ακινήτων συνιστά κατάχρηση στην άσκηση του δικαιώματος για εγγραφή επιβάρυνσης η οποία είναι τέτοια που επιτρέπει στο δικαστήριο να παρέμβει, στηριζόμενοι και πάλι στη αξία της περιουσίας την οποία συνδέουν και με το Συνταγματικό Δικαίωμα του άρθρου
  12. Έχει κατ΄ επανάληψη διακηρυχθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο της χώρας ότι καταχρηστική άσκηση ενός δικαιώματος είναι πολύμορφη και πολυδιαστατη. Σε αυτή την πολύμορφη κατάχρηση το καθήκον του Δικαστηρίου είναι πάντοτε το ίδιο: να παρεμβαίνει με τέτοιο τρόπο για να ανακόπτει την κατάχρηση και να δίνει θεραπεία στο αθώο μέρος. Δεν συμφωνώ με την θέση των Αιτητών ότι η άσκηση δικαιώματος εγγραφής επί του συνόλου της ακίνητης περιουσίας τους επηρεάζει αφ΄ αυτής το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα της ιδιοκτησίας όπως διαλαμβάνεται από το Άρθρο 23 του Συντάγματος. Θα συμφωνήσω μόνο με την θέση ότι το εν λόγω δικαίωμα δεν είναι απόλυτο αφού το ίδιο άρθρο 23 προβλέπει την δυνατότητα δεσμεύσεων και περιορισμών στην άσκηση του δικαιώματος ιδιοκτησίας. Ανάμεσα σε άλλους περιορισμούς που τίθενται είναι και η δυνατότητα υποβολής περιορισμών σε σχέση με την προστασία δικαιωμάτων τρίτων. (23.3 ). Επομένως το δικαίωμα ενός εξ΄ αποφάσεως πιστωτή να εγγράψει ΜΕΜΟ επί περιουσίας χρεώστη το οποίο είναι νομοθετικά κατοχυρωμένο από μόνο του και συναφώς και δεν επηρεάζει το συνταγματικό δικαίωμα της ιδιοκτησίας. Είναι γεγονός ότι η δυνατότητα που παρέχει ο νομοθέτης στον εξ΄ αποφάσεως πιστωτή να επιβαρύνει περιουσία του εξ΄ αποφάσεως οφειλέτη, λειτουργώντας ως εγγύηση για την πληρωμή του οφειλόμενου ποσού, δεν φαίνεται να συνδέεται με την αξία της περιουσίας που δεσμεύεται για τους σκοπούς του Άρθρου 53 του Κεφ.
  13. Συνεπακόλουθα θα μπορούσε να προβληθεί η θέση ότι είναι άνευ σημασίας η αξία της περιουσίας που δεσμεύεται σε σχέση με το οφειλόμενο ποσό που στην ουσία η δέσμευση της εγγυάται. Η μεταβολή μετά από τον τοκισμό του ποσού μιας δικαστικής απόφασης μπορεί να υπολογιστεί μόνο κατά την ημέρα που αυτή αποπληρώνεται με στεγνό μαθηματικό υπολογισμό. Στην υπό εξέταση περίπτωση το χρέος των οφειλετών είναι τοκοφόρο και αυξάνεται με την πάροδο των ετών. Από την άλλη η αξία ακίνητης περιουσία είναι ζωντανή και μεταβλητέα με αποτέλεσμα να μην είναι πάντα εύκολος ο υπολογισμός της ούτε μπορεί να καλουπωθεί σε στενά μαθηματικά πλαίσια. Ο υπολογισμός και η εκτίμηση ακίνητης περιουσίας είναι θέμα επιστημονικό που επηρεάζεται από πληθώρα παραγόντων ένας εκ των οποίων είναι και η περίοδος κατά την οποία η περιουσία εκτιμάται. Στην υπό συζήτηση περίπτωση δεν προσφέρθηκε μαρτυρία από το Κτηματολόγιο, για τα ποσά των εκτιμήσεων των ακινήτων, τις οποίες επικαλείται η πλευρά των Αιτητών. Το μόνο που αναγράφεται επί των πιστοποιητικών έρευνας είναι το ποσό της αγοραίας αξίας για τα έτη 1980 και 2013 χωρίς την παράθεση λεπτομερειών οι οποίες εύλογα αναμένονται από το Δικαστήριο για να μπορέσει να αποφασίσει. Το Δικαστήριο καλείται χωρίς την παροχή βοήθειας σε σχέση με την εκτίμηση των ακινήτων να καταλήξει σε ασφαλές συμπέρασμα σε σχέση με την υπο εξέταση Αίτηση. Είναι καλά γνωστές οι αρχές στη βάση των οποίων προσεγγίζεται ειδική μαρτυρία και η υποχρέωση που οι ειδικοί μάρτυρες έχουν να θέσουν υπόψη του Δικαστηρίου όλα εκείνα τα αναγκαία στοιχεία και επιστημονικά κριτήρια για το αντικείμενο το οποίο αφορά η μαρτυρία τους, κατά τρόπο που θα επιτρέπει στο Δικαστήριο, λαμβάνοντας τα υπόψη, να καταλήξει στα δικά του συμπεράσματα. Δεν μπορώ να παραβλέψω το γεγονός ότι η όποια κατάληξη των εκτιμησεων αναφορικά με την αξία των ακινήτων αφορά την αγοραία αξία τους κατά τα έτη 1980 και 2013, χωρίς να γίνεται οποιαδήποτε μνεία για την αξία αυτών των ακινήτων σε περίπτωση καταναγκαστικής πώλησης τους, που προφανώς αυτή θα είναι η περίπτωση κατά το στάδιο που δρομολογηθούν οι διαδικασίες εκποίησης οποιουδήποτε ακινήτου που βαρύνεται με επιβάρυνση, για να χρησιμοποιηθεί τούτο προς ικανοποίηση του εξ αποφάσεως χρέους. Η δε σοβαρότατη παράλειψη στην καταχώρηση έστω πιστοποιητικού έρευνας στην οποία να φαίνεται η καταγραφή της περιουσίας του Αιτητή 2 αφήνει την Αίτηση μετέωρη. Αυτή δε η επισήμανση γίνεται σοβαρότερη όταν υπάρχει σαφής ισχυρισμός στο κείμενο της Ένστασης ότι ακίνητα του εν λόγω Αιτητή 2 βαρύνονται από υποθήκες δημιουργώντας εύλογες αμφιβολίες στο Δικαστήριο σε σχέση με το ηθελημένο της παράλειψης στην επισύναψη του σχετικού πιστοποιητικού για τον Αιτητή
  14. Σε αυτό το θολό τοπίο προστίθεται και η αποδοχή ότι δεν έχει μέχρι σήμερα εκδηλωθεί οποιαδήποτε πρόθεση από τους Αιτητές προς ικανοποίηση της απόφασης που εκδόθηκε εναντίον τους, τουναντίον η απόφαση αμφισβητείται δια εφέσεως και μάλιστα χωρίς να έχει προηγηθεί αίτηση για αναστολή εκτέλεση της απόφασης στα πλαίσια της οποίας ενδεχομένως να μπορούσε να γίνει περιορισμός και της εγγραφής των επιβαρύνσεων το εύρος των οποίων θα μπορούσε να έχει καθοριστεί. Όμως, έστω και αν οι θέσεις των Αιτητών για την αξία της περιουσία τους, σε σχέση με το εξ αποφασεως χρέος ευσταθούν και πάλιν η θέση μου είναι ότι δεν θα δικαιολογείτο η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Ειδικότερα, η νομολογία αλλά και η νομοθεσία που διέπουν το ζήτημα εγγραφής δικαστικής απόφασης επί ακίνητης περιουσίας δεν αναφέρουν ούτε και καθορίζουν ύψος για την αξία της ακίνητης περιουσίας που μπορεί να δεσμευτεί ως ικανοποιητική εγγύηση για την πληρωμή του εξ αποφάσεως χρέους. Ο σκοπός του άρθρου 53 του Κεφ.6 είναι η παροχή δικαιώματος σε επιτυχόντα διάδικο μετά την έκδοση απόφασης να καταστήσει την περιουσία ενός αποτυχόντα διαδίκου ως εγγύηση για την πληρωμή του οφειλόμενου σ' αυτόν χρέους. Το λεκτικό του νόμου οποίο αναφέρεται σε δικαίωμα εγγραφής επί οποιασδήποτε περιουσίας ως εκ τούτου είναι εύλογο να ειπωθεί ότι στην απουσία αντίθετης ρύθμισης ή πρόνοιας ο νομοθέτης δεν θέλησε να καθορίσει ύψος για την αξία της περιουσίας που δεσμεύεται ως ικανοποιητική εγγύηση για σκοπούς του άρθρου
  15. Συνακόλουθα των πιο πάνω η οποιαδήποτε αξία της ακίνητης δεσμευμένης περιουσίας των Αιτητών συγκρινόμενη με το χρέος τους έχει ουδέτερη σημασία για την παρούσα απόφαση. Την θέση αυτή υιοθέτησε και άλλο πρωτόδικο Δικαστήριο στην υπόθεση Τράπεζα Κύπρου Λτδ ν. Παπακόκκινου αρ. αγ.5937/04 Επ.Δικ.Λευκωσίας 22/3/2011όπου έχουν αναφερθεί τα εξής: «Παρόλο που είναι προφανές ότι οι Ενάγοντες δέσμευσαν ακίνητα των Εναγομένων πολύ μεγαλύτερης αξίας - εκατομμυρίων, όπως διαπιστώθηκε - δεν ενήργησαν κατά παράβαση του δικαιώματος που τους παρεχόταν από το Νόμο. Όπως υποδείχθηκε, διατηρούσαν αυτό το δικαίωμα, ως εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτές, με βάση τις πρόνοιες των άρθρων 53 και 54 του Κεφ.
  16. Η θέση των Εναγομένων ότι ο εξ αποφάσεως πιστωτής έχει υποχρέωση να μην δεσμεύσει περιουσία δυσανάλογη από το εξ αποφάσεως χρέος, δεν βρίσκει έρεισμα στις αναφερθείσες νομοθετικές πρόνοιες.» Λαμβανομένων υπόψη των πιο πάνω κρίνεται πως απουσιάζει το οποιοδήποτε μέτρο ή βάση, για να κριθεί από το δικαστήριο ότι η ενέργεια των καθ΄ ων η αίτηση να εγγράψουν την απόφαση που εξασφάλισαν συνιστά καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος τους ως ισχυρίζονται οι Αιτητές. Συνακόλουθα η εισήγηση που υποστηρίζει την εκδοχή των Αιτητών περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος του άρθρου 53 και η οποία κάνει λόγο για δέσμευση μόνο των απολύτως αναγκαίων κτημάτων ή εύλογων από τις περιστάσεις, δεν δύναται να γίνει αποδεκτή αφού τέτοια όρια ή πλαίσια δεν τέθηκαν από το Νομοθέτη αλλά ακόμα και αν ετίθεντο θα ήταν αδύνατο για το Δικαστήριο να αποδώσει τέτοια θεραπεία από την στιγμή που δεν έχει ακριβή εικόνα της περιουσίας των Αιτητών επί της οποίας ενεγράφηκαν οι επιβαρύνσεις και κυρίως του Αιτητή 2 ως ανωτέρω αναφέρεται. Ελλείψη απαραίτητων στοιχείων το Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να περιορίσει καθ' οιονδήποτε τρόπο το εύρος των επιβαρύνσεων αφού θα έπρεπε να περιοριστεί στα ακίνητα των Αιτητών 1 και 3, κάτι που κατά την κρίση μου είναι ανεπίτρεπτο με δεδομένο ότι το Δικαστήριο εξέδωσε απόφαση εναντίον όλων των Αιτητών αλληλεγγύως και/ή κεχωρισμένως. Ενόψει όλων των πιο πάνω κρίνεται ότι οι Αιτητές έχουν αποτύχει να αποδείξουν ότι δικαιούται στην έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, συνεπώς η αίτηση τους απορρίπτεται. Σε ότι αφορά τα έξοδα, δεν βρίσκω κανένα λόγο απόκλισης από το συνήθη κανόνα που είναι ότι αυτά ακολουθούν το αποτέλεσμα και έτσι επιδικάζονται υπέρ των Καθ΄ων η Αίτηση/Εναγόντων και εναντίον των Αιτητών/Εναγομένων, όπως αυτά υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .............. Ε. Ευθυμίου-Ανδρέου, Ε.Δ ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.