← Κύπρος

Ευανθία Θρασυβουλίδου κ.α. ν. Όλγα Μιχαλάκη Καζάζη κ.α., Αρ. Αγωγής: 938/15, 8/8/2016

Ευανθία Θρασυβουλίδου κ.α. ν. Όλγα Μιχαλάκη Καζάζη κ.α., Αρ. Αγωγής: 938/15, 8/8/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2016:A358 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Ε. Ευθυμίου - Ανδρέου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 938/15 Μεταξύ:

  1. Ευανθία Θρασυβουλίδου, εκ Λεμεσού
  2. Θρασυβουλίδης Αντρέας, εκ Λεμεσού
  3. Χατζήκκου Μυροφόρα, εκ Λεμεσού
  4. Αριστείδου Στέλλα, εκ Λεμεσού
  5. Γεωργίου Γεωργία, εκ Λεμεσού Ενάγοντες και
  6. Όλγα Μιχαλάκη Καζάζη, εκ Λάρνακας
  7. Κωστάκη Μελή Κωνσταντίνου, εκ Λάρνακας Εναγομένων Ημερομηνία: 8 Αυγούστου 2016 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Αιτητές: κ. Γ. Διογένους για Αρετή Χαριδήμου & Συνεργάτες ΔΕΠΕ Για Καθ' ης η Αίτηση 1: κ. Π. Μιχαηλίδης ΑΠΟΦΑΣΗ (στην αίτηση ημερομηνίας 25/11/2015) Οι Ενάγοντες/ Αιτητές («οι Αιτήτες) - με ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα ημερομηνίας 10/3/2015 διεκδικούν από τους Εναγομένους (οι «Καθ΄ ων η Αίτηση») διάταγμα κατεδάφισης οικοδομημάτων, ποσό €4595,00 ως Ειδικές Αποζημιώσεις , Γενικές Αποζημιώσεις , Νομιμους Τόκους και Εξοδα. Εν συντομία οι Αιτητές παραπονούνται ότι οι Καθ΄ ων η Αίτηση επεμβαίνουν παράνομα στο ακίνητο τους το οποίο συνορεύει με δικό τους στην περιοχή Ύψωνα. Το πρόβλημα δημιουργήθηκε κατά την ανέγερσή της κατοικίας των Καθ΄ ων η Αίτηση όταν προέβησαν σε κατασκευή περίφραξης και ανέγερση αποθήκης με αποτέλεσμα να επεκτείνουν τα σύνορα του τεμαχίου τους εις βάρος του τεμαχίου ιδιοκτησίας των Αιτητών. Μετά από επιτόπια εξέταση ο Διευθυντής του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας εξέδωσε απόφαση στις 28/6/2011 ότι το διαφιλονικούμενο μέρος του ακινήτου αποτελεί μέρος του ακινήτου ιδιοκτησίας των Αιτητών. Μετά την απόφαση του διευθυντή του Κτηματολογίου και αφού παρήλθε μεγάλο χρονικό διάστημα οι Αιτητές εξαντλησαν τα περιθώρια για να πείσουν τους Καθ' ων η Αίτηση να άρουν την παράνομη επέμβαση και να κατεδαφίσουν τις κατασκευές που εγέρθησαν στο δικό τους τεμάχιο. Οι πολύχρονες προσπαθείς των Αιτητών δεν βρήκαν ανταπόκριση με αποτέλεσμα να οδηγηθούν στην καταχώρηση της αγωγής σχεδόν τέσσερα χρόνια μετά την απόφαση του Διευθυντή του Κτηματολογίου, η οποία σημειωτέον ουδέποτε εφεσιβλήθηκε από τους Καθ' ών η Αίτηση. Η αγωγή επιδόθηκε μόνο στην Εναγόμενη 1 («η Καθ'ης η Αίτηση») στις 17/05/2015 και αυτή καταχώρησε Σημείωμα Εμφάνισης στις 28/5/2015 Στις 23/6/2015 οι Αιτητές προχώρησαν με την καταχώρηση αίτησης για απόφαση λόγω μη καταχώρησης Υπεράσπισης. Η Αίτηση αυτή άχθην ενώπιον του Δικαστηρίου για πρώτη φορά στις 20/10/2015 Αναβλήθηκε για οδηγίες στις 2/12/2015 οπότε και απεσύρθη με έξοδα υπέρ των Αιτητων - αφού εν τω μεταξύ και συγκεκριμένα στις 1/12/2015 η Καθ΄ ης η Αίτηση προχώρησε στην καταχώρηση Υπεράσπισης. Είναι σημαντικό να σημειωθεί, ότι, στα πλαίσια του δικογράφου αυτού, η Καθ΄ ης η Αίτηση δεν εγείρει ζητήματα προς εξέταση, αλλά αμφισβητεί τις αξιώσεις των Αιτητών Στις 8/1/16 , 10 μήνες δηλαδή μετά την καταχώρηση της αγωγής και 8 μήνες μετά την επίδοση της στην Καθ΄ ης η Αίτηση, οι Αιτητές καταχώρησαν την παρούσα Αίτηση για συνοπτική απόφαση με την οποία διεκδικεί την έκδοση απόφασης υπέρ αυτων και εναντίον της Καθ΄ ης η Αίτηση ως η αξίωση τους στην οπισθογραφημένη έκθεση απαιτήσεως λόγω του ότι η τελευταία στερειται ουσιαστικής υπεράσπισης. Η Αίτηση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.18 θ.θ 1.2 και 9, Δ.48 θ.1 - 4 και 9 αλλά και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου και την Γενική Πρακτική. Η Αίτηση συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση της πρώτης Ενάγουσας - Αιτήτριας η οποία υιοθετεί το ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα και αναφέρει ότι λαμβάνει νομική συμβουλή ότι ικανοποιούνται πλήρως οι προϋποθέσεις οι οποίες έχει θέσει τόσο η Κυπριακή όσο και η Αγγλική Νομολογία για μετατόπιση του βάρους απόδειξης στους ώμους των Καθών η Αίτηση για να αποδείξουν και να ικανοποιήσουν το Δικαστήριο ότι έχουν καλή υπεράσπιση ή ακόμα και να αποκαλύψουν γεγονότα για να τους δοθεί το δικαίωμα να υπερασπιστούν τον εαυτό τους. Επί τούτου η ίδια λέει ότι οι Εναγόμενοι δεν φαίνεται να έχουν καμία υπεράσπιση. Η ομνύουσα αναφέρεται σε αμφότερους τους Εναγομένους αν και η Αίτηση στρέφεται μόνο εναντίον της Καθ'ης η Αίτηση. Η Aίτηση αναπόφευκτα προσέκρουσε στην Ένσταση της Καθ'ης η Αίτηση η οποία καταχώρησε ειδοποίηση περί προθέσεως ενστάσεως («η Ένσταση»). Οι συγκεκριμένοι λόγοι της Ένστασης είναι οι ακόλουθοι:
  8. Η Εναγόμενη αρ. 1 έχει καλή υπεράσπιση εναντίον των Εναγόντων.
  9. Η απαίτηση των Εναγόντων είναι αβάσιμη και/ή αναληθής και/ή διογκωμένη και/ή υπερβολική.
  10. Η Ενόρκως Δηλούσα δεν αναφέρει στην Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την αίτηση για έκδοση συνοπτικής απόφασης όλα τα ουσιώδη ή/και σχετικά γεγονότα που αφορούν στην παρούσα υπόθεση.
  11. Η Αίτηση και η Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση δεν ικανοποιούν τις προϋποθέσεις για έκδοση συνοπτικής απόφασης.
  12. Η αίτηση ημερ. 8/1/2016 είναι νόμω και ουσία αβάσιμη ή/και τα γεγονότα ενώπιον του Σεβαστού Δικαστηρίου δεν συνηγορούν στην έκδοση συνοπτικής απόφασης,
  13. Η Ένορκος Δήλωση είναι ελλιπής και/ή δεν τηρά τις προϋποθέσεις της Δ.18 ως δεν παρουσιάζει ούτε ένα τεκμήριο προς σκοπούς απόδειξης της υπόθεσης ώστε να μπορέσει να εφαρμοστή η Δ.18 η οποία εφαρμόζεται μόνο όπου η υπόθεση είναι καθαρή και αδιαμφισβήτητη.
  14. Η Εναγόμενη αρ. 1 - Καθ' ης η Αίτηση έχει πολύ καλή, ουσιαστική και καλόπιστη Υπεράσπιση στην παρούσα αγωγή. Τα γεγονότα της υπόθεσης που εκθέτει η Εναγόμενη - Καθ' ης η Αίτηση στην Ένορκο Δήλωση που συνοδεύει την παρούσα ένσταση αποτελούν ευλογοφανή και/ή συζητήσιμη Υπεράσπιση, η οποία θα πρέπει να εκδικάσει στα πλαίσια της παρούσας αγωγής.
  15. Η Εναγόμενη - Καθ' ης η Αίτηση αρνείται ότι οφείλει και ότι πρέπει να πληρώσει αποζημιώσεις για το αιτούμενο ποσό που αναφέρονται της τάξης των €4,595,00 στους Ενάγοντες - Αιτητές αφού πουθενά δεν δικαιολογείτε με επιστημονικό και/ή τεκμηριωμένο τρόπο ή άλλως πως το συγκεκριμένο ποσό το οποίο και απαιτείτε αφού είναι έκδηλα αυθαίρετο και υπερβολικό. Αντίθετα η Εναγόμενη / Καθ' ης η Αίτηση έχει προβεί σε επιστημονική έρευνα για την αξία της γης που αφορά το επίδικο θέμα της Αγωγής και της Αίτησης.
  16. Οι Ενάγοντες - Αιτητές δεν εκθέτουν όλα τα πραγματικά γεγονότα ενώ τα γνώριζαν και/ή όφειλαν να τα θέσουν ενώπιων του Δικαστηρίου και δεν παρέχουν τα απαραίτητα γεγονότα για τη θεμελίωση της Απαίτησης τους.
  17. Η παρούσα Αίτηση έγινε κακόπιστα από τους Ενάγοντες - Αιτητές και θα πρέπει να απορριφθεί.
  18. Οι Ενάγοντες - Αιτητές δεν προσέρχονται στην διαδικασία με καθαρά χέρια καθότι είναι εις γνώση τους ότι το ύψος των ειδικών αποζημιώσεων είναι κατά πολύ μικρότερο από αυτό το οποίο και ζητείτε στην απαίτηση τους και πέραν των άλλων ουδέν έπραξαν για να εξακριβωθεί με επιστημονικό τρόπο το ποσό αυτό το οποίο και ζητείτε.
  19. Η αίτηση καταχωρήθηκε μετά την καταχώρηση της Υπεράσπισης και, επομένως, εκτός των χρονικών πλαισίων που επιβάλλουν οι Θεσμοί της Πολιτικής Δικονομίας. Η Ένσταση βασίζεται στους Διαδικαστικούς Κανονισμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.18 Κ.1 Δ.18, θ. 1-θ.6 και 9 (α), και Δ.48 Κ. 1 - 4

(1), 5, 6, 7, 8 και 9, Δ.39, Δ.59 και Δ.64 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και επί των συμφυών εξουσιών του Δικαστηρίου, στον περί Συμβάσεως Νόμο Κεφ. 149 Α, 19, 24 και του Μέρους ΧΙ, και 43 του Περί Δικαστηρίων Νόμου Ν.14/60όπως τροποποιήθηκε, επί του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ, ως επίσης και επί του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας άρθρο 30
(2), επί των αρχών της Επιείκειας και επί των συμφυών εξουσιών και πρακτικής του Δικαστηρίου. Η Ένσταση συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση της δικηγόρου Άννας Γρύλλη. Η ομνύουσα αφού επαναλαμβάνει τους λόγους Ένστασης αναφέρει ότι είναι εξουσιοδοτημένη από την Καθ' ης η Αίτηση για να προβεί στην ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της Ένστασης. Απορρίπτει όλους τους ισχυρισμούς που εκτίθενται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση και αναφέρει ότι δεν έχει προσκομισθεί κανένα αποδεικτικό στοιχείο από πλευράς των Αιτητών για σκοπούς απόδειξης των ειδικών αποζημιώσεων που ζητούν ώστε το Δικαστήριο να έχει πλήρη επίγνωση των γεγονότων. Περαιτέρω αναφέρει ότι δεν έχει καταδειχθεί με οποιοδήποτε στοιχείο επέμβαση στο ακίνητο των Αιτητών από την Καθ' ης η Αίτηση. Ισχυρίζεται περαιτέρω η ομνύουσα ότι η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση περιλαμβάνει ανακριβή γεγονότα αλλά και αποκρύπτει ουσιώδη γεγονότα που αφορούν την υπόθεση. Επιμένει με κατ' επανάληψη αναφορά προς τούτο ότι η Καθ' ης η Αίτηση έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή και το Δικαστήριο πρέπει να παραχωρήσει σε αυτήν το δικαίωμα να προβάλει την υπεράσπιση της. Μέρος αυτής της υπεράσπισης κατά την ομνύουσα φαίνεται να είναι διαφορά στην εκτίμηση των ζημιών αναφερόμενη προς τούτο σε έκθεση εκτίμησης ζημιών η οποία έχει ετοιμασθεί για λογαριασμό της ιδίας από ιδιώτη εκτιμητή και η οποία φαίνεται ότι διαφέρει κατά πολύ από τις αξιώσεις των αιτητών. Η ομνύουσα ισχυρίζεται ότι το εν λόγω πόρισμα είναι εις γνώση των Αιτητών και αναφέρει ότι έγινε νύξη για διορισμό ανεξάρτητου εκτιμητή, εισήγηση η οποία απορρίφθηκε από τους Αιτητές. Ισχυριζόμενη ότι έχουν γίνει πολλές κρούσεις για φιλική διευθέτηση των επίδικων θεμάτων χαρακτηρίζει την συμπεριφορά των Αιτητών αλαζονική αναφέρει ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση συνοπτικής απόφασης ζητώντας στην κατακλείδα της από το Δικαστήριο να απορρίψει την Αίτηση με έξοδα. Στις 06/06/2016 μετά από προφορικό αίτημα στο οποίο δεν υπήρξε Ένσταση δόθησε άδεια του Δικαστηρίου για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης από πλευράς των Αιτητών. Συμπληρωματική ένορκη δήλωση κατατέθηκε στις 21/06/2016 από την ομνύουσα στην αίτηση Αιτήτρια 1, η οποία επαναλαμβάνει την αρχική της θέση ότι οι Καθ'ων η Αίτηση δεν έχουν οποιαδήποτε υπεράσπιση στην αγωγή και ότι η αγωγή των αιτητών είναι βάσιμη και η αξίωση τους ορθή και δίκαιη. Η ομνύουσα αναφέρεται με λεπτομέρεια στα γεγονότα της υπόθεσης επαναλαμβάνοντας σχεδόν στην ολότητα τους, τους ισχυρισμούς της έκθεσης απαίτησης και επισυνάπτοντας διάφορα τεκμήρια προς υποστήριξη τους. Η ομνύουσα καλεί το Δικαστήριο να εκδώσει συνοπτική απόφαση επιμένοντας ότι ούτε στην καταχωρηθείσα υπεράσπιση αλλά ούτε και στην Ένσταση που έχει προβληθεί από πλευράς της Καθ' ης η Αίτηση έχει καταδειχθεί ότι υπάρχει οποιαδήποτε υπεράσπιση. Κατά την ακροαματική διαδικασία δεν κλήθηκαν για αντεξέταση οι ενόρκως δηλούντες, με αποτέλεσμα να δοθεί απευθείας ο λόγος στους συνηγόρους να επιχειρηματολογήσουν προς υποστήριξη των θέσεων των πελατών τους. Αμφότεροι το έπραξαν με επάρκεια και πληρότητα, παραπέμποντας το Δικαστήριο στις εφαρμοστέες επί του ζητήματος νομικές αρχές. Συνέδεσαν δε τις νομικές αυτές αρχές, με τα επιμέρους γεγονότα της υπό συζήτησης υπόθεσης. Ο κάθε ένας βεβαία από τη δική του οπτική γωνία των πραγμάτων και αναπόφευκτα μέσα από την ανάλυση του, καταλήγουν σε αντίθετα συμπεράσματα. Οι θέσεις του δικηγόρου των Αιτητών σε σχέση με τους λόγους ένστασης είναι ότι ουδείς εξ' αυτών υφίσταται και τους χαρακτηρίζει αβάσιμους και ανυπόστατους εκφράζει την πεποίθηση ότι οι Αιτητές παρουσίασαν στοιχεία και μαρτυρία μέσα από τις ένορκες δηλώσεις τους με τα οποία μπορούν να αποδείξουν την υπόθεση τους δηλαδή να αποδείξουν την παράνομη επέμβαση από μέρους των καθ' ων η αίτηση αλλά και τις αποζημιώσεις που αξιώνουν συνεπεία της παράνομης επέμβασης. Ο ευπαίδευτος συνήγορος των Αιτητών εισηγείται ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις της Δ.18 αλλά και οι επιταγές της νομολογίας που έχουν τεθεί σε σειρά αποφάσεων ούτως ώστε να ενεργοποιείται η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου για έκδοση συνοπτικής απόφασης. Κατά τον ευπαίδευτο συνήγορο οι συσσωρευτικές προϋποθέσεις για την έκδοση συνοπτικής απόφασης πληρούνται συνεπώς το βάρος μετατίθεται στους ώμους της Καθής η Αίτηση για να αποδείξει ότι υπάρχει υπεράσπιση. Το δικόγραφο υπεράσπισης που έχει καταχωρηθεί είναι κατα τον συνήγορο τρόπος για την καθυστέρηση της διαδικασίας αφού δεν προβάλλεται σε αυτό καμία ουσιαστική υπεράσπιση. Αναφέρει επι τούτου ότι δεν έχει αμφισβητηθεί το ποσό των αποζημιώσεων που αξιώνουν οι Αιτητές αλλά το μόνο που έχει αμφισβητηθεί είναι το ποσό για αγορά του ακινήτου το οποίο δεν έχει καμία σχέση με τα επίδικα θέματα. Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι ακόμη και αν κριθεί ότι υπάρχει υπεράσπιση σε σχέση με το θέμα των αποζημιώσεων το Δικαστήριο μπορεί να εκδώσει διάταγμα κατεδάφισης των παράνομων αναγερθέντων κατασκευών. Στον αντίποδα ο ευπαίδευτος συνήγορος της Καθ' ης η Αίτηση αναφέρει ότι η παρούσα αίτηση δεν πληροί τις προϋποθέσεις για την ενεργοποίηση της Δ.18 για συνοπτική απόφαση.Με αναφορά σε Αγγλική και Κυπριακή νομολογία θεωρεί ότι συνοπτική απόφαση πρέπει να εκδίδεται με φειδώ και ως εξαίρεση στον βασικό κανόνα σύμφωνα με τον οποίο το Δικαστήριο πρέπει να ακούσει και τις δύο πλευρές προτού καταλήξει στην ετυμηγορία του. Ο συνήγορος επικεντρώνεται στο σημείο ότι δεν έχει επαληθευτεί η απαίτηση των Αιτητών στις δύο ένορκες δηλώσεις που υποστηρίζουν την Αίτηση κάνοντας συγκεκριμένη αναφορά σε σύγκρουση των τεκμηρίων που έχουν κατατεθεί σε σχέση με το ύψος των ποσών που ζητούνται. Συγκεκριμένα αναφέρεται στο τεκμήριο 3 που επισυνάπτεται στην συμπληρωματική ένορκη δήλωση στο οποίο η καταβλητέα αποζημίωση ορίζεται στις 4.000 ενώ στην έκθεση απαίτησης ζητείται μεγαλύτερο ποσό. Αναφέρεται περαιτέρω στην διεκδίκηση από μέρους των Αιτητών γενικών αποζημιώσεων, απαίτηση η οποία αφενός δεν προσδιορίζεται από την ομνύουσα στην αίτηση και αφετέρου δεν αποτελεί ξεκαθαρισμένη απαίτηση. Ο συνήγορος επικεντρώνεται επίσης στο χρονικό διάστημα που έχει διαρρεύσει από την καταχώρηση του σημειώματος εμφάνισης μέχρι την καταχώρηση της υπό εξέτασης αίτησης το οποίο δεν έχει δικαιολογηθεί από πλευράς των Αιτητών. Στην κατάκλείδα του εισηγείται ότι ακόμη και αν ικανοποιηθούν οι εκ της νομολογίας προϋποθέσεις για την έκδοση συνοπτικής απόφασης η πλευρά της Καθ' ης η αίτηση έχει ικανοποιήσει ότι έχει καλή υπεράσπιση αφού μπορεί να μην αμφισβητεί την ύπαρξη της επίδικης διαφοράς αλλά αμφισβητεί το ύψος της, το οποίο μόνο με την παρουσίαση ολόκληρης της μαρτυρίας θα μπορέσει να καθοριστεί από το Δικαστήριο. Με βάση τις θέσεις που έχει εκφράσει εισηγείται όπως η αίτηση απορριφθεί με έξοδα εις βάρος των Αιτητών. Νομικές Αρχές Σύμφωνα με τη Δ.18 Θ.1 (α)[1] ο ενάγων θα πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι - (α) Καταχωρίστηκε ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα. (β) Ο εναγόμενος καταχώρησε σημείωμα εμφανίσεως. (γ) Η αίτηση του συνοδεύεται από ένορκη δήλωση από τον ίδιο ή από άλλο πρόσωπο που μπορεί να ορκιστεί θετικά ως προς τα γεγονότα της υπόθεσης. (δ) Στην ένορκη δήλωση του ο ενάγων θα πρέπει να επαληθεύει το αγώγιμο δικαίωμα και να δηλώνει ότι εξ όσων γνωρίζει ο εναγόμενος δεν έχει υπεράσπιση στην αγωγή. Εκεί που ο αιτητής είναι νομικό πρόσωπο τότε μπορεί να ορκισθεί κάποιο άλλο πρόσωπο που εργοδοτείται από την εταιρεία το οποίο όμως να μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα της υπόθεσης και να επιβεβαιώνει την βάση της αγωγής και το αιτούμενο ποσό και όχι τα όσα αναφέρει να είναι πληροφορίες που πήρε από άλλους ή να στηρίζεται απλώς στα όσα ο ίδιος πιστεύει. (βλ. Stavrinides v. Cheskoslovenska Obchondi Banka A.S.
(1972)1 CLR 130 στη σελ.133). Παράλειψη εκπλήρωσης των πιο πάνω προϋποθέσεων, στερεί από το Δικαστήριο την δικαιοδοσία έκδοσης συνοπτικής απόφασης (βλ. Αθηνούλλα Δημητρίου v. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1997)1 ΑΑΔ 782 σελ. 789). Όταν και εφόσον ικανοποιηθούν οι πιο πάνω προϋποθέσεις, το βάρος μετατίθεται στον εναγόμενο να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση ή να αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που να είναι επαρκή για να δώσουν το δικαίωμα να υπερασπιστεί στην αγωγή (βλ. Ανδρονίκου κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ
(2007)1Β ΑΑΔ 977, Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. ν. Ν. Χατζηνέστωρος
(1989)1 ΑΑΔ 204, Καζαμίας ν. Ρωμαϊκά Κεραμουργεία
(1990)1ΑΑΔ752, Trans Middle East Trading (T.M.E.T)Limited v. Abdul Aziz Tlais
(1991)1 ΑΑΔ 239). Από πλευράς εναγομένου (εκτός από το θέμα της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου που μπορεί να εγερθεί σε όλες τις περιπτώσεις), και νοουμένου ότι ο ενάγων ικανοποιεί τις προαναφερθείσες προϋποθέσεις, θα πρέπει και αυτός να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι: (α) Έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή, ή ότι αποκαλύπτονται τέτοια γεγονότα που του δίνουν το δικαίωμα να υπερασπισθεί ή τουλάχιστον η υπεράσπιση να μπορεί να περιγραφεί ως κάτι περισσότερο από σκιώδης αλλά λιγότερο από πιθανή (βλ. Ανδρονίκου κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ πιο πάνω, Ευάγγελος Λαζάρου και Άλλος ν. Γιάννη Π. Μακεδόνα
(1999)1 ΑΑΔ 817). (β) Ο εναγόμενος πρέπει επίσης να διευκρινίζει αν η υπεράσπιση του αφορά ολόκληρο ή μέρος της απαίτησης και αν αφορά μέρος, να καθορίζει ποιο μέρος από την απαίτηση του ενάγοντα αμφισβητεί. (Βλ. Δ.18, θ.3) (γ) Δεν αρκεί ο εναγόμενος να προβεί σε γενική άρνηση της απαίτησης ή σε αόριστους ισχυρισμούς για ανυπαρξία αντιπαροχής. Θα πρέπει να δώσει τέτοιες λεπτομέρειες με την ένορκη του δήλωση που να καταδεικνύεται το βάσιμο της υπεράσπισης του επί της ουσίας της αγωγής και να αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που θα θεωρηθούν επαρκή για να του δώσουν το δικαίωμα να υπερασπιστεί (Hermes Insurance Co Ltd v. Θεοδωρίδης
(1983)1 CLR 333 στη σελ 337 - 338 και 339 - 340). Σχετική ως προς το βάρος που πρέπει να αποσείσει ο εναγόμενος είναι η απόφαση R.C.K. Sports Ltd ν. Persona Advertising Ltd
(1996)1 ΑΑΔ 1074 στην οποία λέχθηκαν τα ακόλουθα (σελ. 1080 -1081 - απόσπασμα από το Annual Practice 1967): «Η εξουσία έκδοσης συνοπτικής απόφασης, δυνάμει της Δ.14, εφαρμόζεται στις περιπτώσεις που δεν υπάρχει εύλογη αμφιβολία ότι ο ενάγων δικαιούται σε απόφαση και όπου είναι απρόσφορο να επιτραπεί στον εναγόμενο να υπερασπισθεί απλώς για λόγους καθυστέρησης (Jones ν. Stones
(1984)A.C. 122). Αποτελεί γενική αρχή ότι οσάκις ο εναγόμενος αποδεικνύει ότι έχει μια δίκαιη υπόθεση για υπεράσπιση, ή εύλογους λόγους για να θέσει μια υπεράσπιση ή ακόμη και μια δίκαιη πιθανότητα ότι έχει μια καλόπιστη υπεράσπιση πρέπει να του δοθεί άδεια να υπερασπισθεί (Saw v. Hakim, 5 T.L.R. 72; Ironclad, etc., Co. v. Gardner, 4 T.L.R. 18; Ward v. Plumbley, 6 T.L.R. 198; Yorkshire Banking Co. v. Beatson, 4 C.P.D. 213; Ray ν. Barker, 4 Ex.D. 279). Πρέπει να δίδεται άδεια για υπεράσπιση εκτός εάν είναι καθαρό ότι δεν υπάρχει ουσιώδες ζήτημα για εκδίκαση (Godd ν. Delap
(1905)92 L.T. 510, H.L.), και ότι δεν υπάρχει αμφισβήτηση σε σχέση με πραγματικά ή νομικά ζητήματα τα οποία εγείρουν εύλογη αμφιβολία κατά πόσο ο ενάγων δικαιούται σε απόφαση (Jones v. Stone,
(1894)A.C. 122; Thompson v. Marshall, 41 L.T. 720, C.A.; Jacobs v. Booth' s Distillery Co.
(1901)85 L.T. 262, H.L.; Lindsay ν. Martin, 5 T.L.R. 322)». Δικαιοδοτικές Προϋποθέσεις Έχοντας υπόψη τις πιο πάνω αρχές κρίνω ότι οι Αιτητές πέτυχαν να ικανοποιήσουν τις δικαιοδοτικές προϋποθέσεις που απαιτούνται για τους ακόλουθους λόγους:
  1. Καταχωρίστηκε ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα στις 10/2/
  2. Η Καθ'ης η Αίτηση καταχώρησε σημείωμα εμφανίσεως στις 28/5/
  3. H αίτηση των Αιτητών συνοδεύεται από 2 ένορκες δήλωσεις ενός εξ'αυτών , στις οποίες η ομνύουσα δηλώνει ότι έχουν προσωπική και θετική γνώση των γεγονότων της υπόθεσης.
  4. Στην συμπληρωματική ένορκη δήλωση της η ομνύουσα επαληθεύει το αγώγιμο δικαίωμα και δηλώνει ότι εξ όσων γνωρίζει η Καθ΄΄ης η Αίτηση δεν έχει υπεράσπιση στην αγωγή. Όπως έχω προαναφέρει, μετά την απόσειση αυτού του βάρους, το σκηνικό μεταφέρεται στην πλευρά της Καθ΄ης η Αίτηση. Η βάση της αγωγής υπενθυμίζω είναι κατά μείζονα λόγο η διεκδικηση αποζημιώσεων και διαταγματων κατεδάφισης για παρανομη επέμβαση. Η διεκδίκηση αποζημιώσεων γενικών ή ειδικών δεν δημιουργεί τα κατά τις κρίση μου τις προϋποθέσεις για την υποβολή μιας εκκαθαρισμένης και ξεκαθαρισμένης οφειλής, όπως πολύ σωστά έχει επισημανθεί από τον ευπαίδευτο συνήγορο της Καθ'ης η Αίτηση. Πόσον μάλλον όταν το άθροισμα στο οποίο έχει καταλήξει η πλευρά των Αιτητών για διεκδίκηση των ειδικών Αποζημιώσεων είναι προϊόν υποκειμενικής μελέτης η οποία έχει γίνει με κριτήρια και μεθόδους άγνωστες στο Δικαστήριο. Το δε έργο του Δικαστηρίου είναι εξαιρετικά δύσκολο σε ότι αφορά την διεκδίκηση των γενικών αποζημιώσεων οι οποίες δεν έχουν καθοριστεί με οποιονδήποτε τρόπο και ενδεχομένως να μην μπορούν να καθοριστούν χωρίς την προσκόμιση κατάλληλης μαρτυρίας. Αυτού λεχθέντος κατά την κρίση ότι στην προκειμένη περίπτωση έχει τεθεί από πλευράς Καθ'ής η Αίτηση ένα τουλάχιστον ζητήμα το οποίο όχι απλά είναι άξιο αναφοράς, αλλά δικαιολογείται και η παραπομπή του για εξέταση στα πλαίσια μιας κανονικής και εφ' όλης της ύλης ακροαματικής διαδικασίας, όπως εξάλλου ορίζει και το Σύνταγμα μας, αυτό δηλαδή του καθορισμού των αποζημιώσεων. Στην πιο πάνω κατάληξη, έφτασα χωρίς ποσώς να αξιολογήσω τη δύναμη ή το εύλογο των προβληθέντων ισχυρισμών. Τούτο θα γίνει κατά την ακρόαση. Το μόνο που εξέτασα, καταλήγοντας σε θετικό για την πλευρά της Καθ΄ης αίτηση αποτέλεσμα, είναι αν αυτή αποκάλυψε γεγονότα ικανά να καταδείξουν καλόπιστα την ύπαρξη δικάσιμου θέματος. Σε αυτό το πλαίσιο, πιστεύω ότι το έχουν πράξει. Κλείνοντας να υπομνήσω ότι, άδεια για υπεράσπιση θα πρέπει να παρέχεται ακόμη και όταν η προβληθείσα υπεράσπιση δεν συγκεντρώνει πολλές πιθανότητες επιτυχίας (βλ. Jacobs v. Booth's Distillery Co
(1901)85 L.T. 262, καθ΄ ότι η έκδοση συνοπτικής απόφασης είναι η εξαίρεση και η διεξαγωγή κανονικής δίκης που διασφαλίζει και τα συνταγματικά κατοχυρωμένα δικαιώματα των διαδίκων ο κανόνας. Κλείνοντας και ένα γενικό σχόλιο για την διαδικαστική συμπεριφορά των Αιτητών όπως την έχω σκιαγραφήσει στην αρχή αυτής της απόφασης. Χωρίς να εισηγούμαι ότι υπάρχει κανόνας γενικής απαγόρευσης για το αντίθετο, το θεωρώ άκρως επιθυμητό αίτημα για συνοπτική απόφαση να υποβάλλεται το συντομότερο δυνατό μετά την καταχώρηση σημειώματος εμφάνισης. Το να αφήνεται ο χρόνος να διαρρεύσει ή ακόμα να λαμβάνονται διαβήματα προς ουσιαστικά αντίθετη κατεύθυνση, όπως είναι η υποβολή αίτησης για απόφαση λόγω μη καταχώρησης υπεράσπισης - η οποία μάλιστα μετά από συναινετικές αναβολές - να αποσύρεται με ανάλογη διαταγή εξόδων προς όφελος των Αιτητών, αντιστρατεύεται ευθέως των σκοπών που τάσσει να εξυπηρετήσει η έκδοση συνοπτικής απόφασης. Περαιτέρω οφείλω να τονίσω ότι στα πλαίσια της γενικής συμπεριφοράς των Αιτητ΄των παρατηρήθηκε τεράστια κωλυσυεργία στην καταχωρηση της αγωγής , η οποία καταχωρήθηκε σχεδόν τέσσερα χρόνια μετά που η απόφαση του Διευθυντή του Κτηματολογίου και Χωρομετρίας κατέστηκε απόλυτη. Αυτή η καθυστέρηση σίγουρα δεν μπορεί να θεραπευτεί δια της οδού αιτήσεως για συνοπτική απόφαση. Στη βάση όλων των πιο πάνω η Αίτηση απορρίπτεται. Η Καθ΄ης η Αίτηση έχει ήδη καταχωρήσει Υπεράσπιση οπόταν δεν χρειάζεται να δοθούν περαιτέρω οδηγίες επί του προκειμένου. Τα έξοδα όπως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, στο τέλος της όλης διαδικασίας, επιδικάζονται υπέρ της Καθ΄ης η Αίτηση και εναντίον των Αιτητών (Υπ.) .................................................. Ε. Ευθυμίου - Ανδρέου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Ord. 18, r.1. (a): Where the defendant appears to a writ of summons specially indorsed under Order 2, Rule 6, the plaintiff may on affidavit made by himself, or by any other person who can swear positively to the facts, verifying the cause of action, and the amount claimed (if any), and stating that in his belief there is no defence to the action, apply for judgment for the amount so indorsed, together with interest (if any), or for the recovery of the land (with or without rent), or for the delivering up of a specific chattel, as the case may be, and costs. And judgment for the plaintiff may be given thereupon, unless the defendant shall satisfy the Court that he has a good defence to the action on the merits, or disclose such facts as may be deemed sufficient to entitle him to defend. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.