Νίκος Μαυρικίου ν. Γενικού Εισαγγελέα, Αρ. Αγωγής 5616/12, 8/8/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2016:A360 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: E. Ευθυμίου - Ανδρέου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 5616/12 Μεταξύ: Νίκος Μαυρικίου, από τη Λεμεσό Ενάγοντα και Γενικού Εισαγγελέα, από τη Λευκωσία Εναγόμενου Ημερομηνία: 8 Αυγούστου 2016 Για τον Αιτητή -Εναγόμενο: κα Ιάση Τσιντίδου Για τον Καθ' ου η αίτηση - Ενάγοντα: κος Ν. Μετζοίτικος Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την Αιτηση του , ο Εναγόμενος/ Αιτητής(στο εξής «ο Αιτητής») ζητά όπως το νομικό σημείο και/ή η προδικαστική ένσταση που εγείρεται στην παράγραφο 1 της Έκθεσης Υπεράσπισης του δικαστεί από το Δικαστήριο πριν από την ακρόαση ολόκληρης της αγωγής. Η αίτηση στηρίζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.27 θ.1-2, Δ.48 θ.1-3 και 9, στο Άρθρο 146 του Συντάγματος, στις διατάξεις του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ.148,όπως τροποποιήθηκε και ειδικότερα αυτές του άρθρου 51, στον περί Δικαστηρίων Νόμο [Ν.14/60], όπως τροποποιήθηκε και ειδικότερα στο άρθρο 57 αυτού, και στις συμφυείς εξουσίες, πρακτική και διακριτική ευχέρεια και νομολογία του Δικαστηρίου. Η αίτηση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση της Δέσποινας Κουρουσίδου, δικηγόρου στο Επαρχιακό Γραφείου Λεμεσού του Γενικού Εισαγγελέα, η οποία ως αναφέρει πληροφορείται με βάση τα στοιχεία του φακέλου της υπόθεσης αλλά και από την δικηγόρο της Δημοκρατίας που την χειρίζεται. Αναφέρεται στις έγγραφες προτάσεις καθώς και στην αγωγή 6684/09 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας αντίγραφο της οποίας επισυνάπτει ως τεκμήριο 1 και αντίγραφο της απόφασης που δηλώθηκε ως τεκμήριο 2. Η ομνύουσα αναφέρει ότι λόγο της καταχώρησης της αγωγής 6684/09 και της απόφασης η οποία εκδόθηκε στα πλαίσια της εν λόγω αγωγής ο Ενάγων κωλύεται από το να εγείρει για την περίοδο που καλύπτει μέχρι τις 15/10/2010 την παρούσα αγωγή. Η ομνύουσα ισχυρίζεται ότι ο κανόνας του δεδικασμένου εδράζεται στις αρχές του οφέλους του δημοσίου συμφέροντος και εισηγείται ότι είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης να εμποδίσει την προώθηση της αγωγής ή να καταργήσει εξ' ολοκλήρου την βάση της αγωγής. Η Αίτηση αναπόφευκτα προσέκρουσε στην ένσταση του Ενάγοντα/Καθ'ού η Αίτηση (στο εξής ο «Καθ'ού η Αίτηση») ο οποίος καταχώρησε Ειδοποίηση Προθέσεως Ενστάσεως (στο εξής «η Ένσταση»). Η Ένσταση βασίζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Δ.27 θ.1-2, Δ.30 θ.2
(5), Δ.33 και Δ.48 θ.1-4, 8 και 9, επί του άρθρου 30
(3)του Συντάγματος και στη συμφυή εξουσία και διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου και των Γενικών Αρχών των Νόμων και της Νομολογίας. Οι συγκεκριμένοι λόγοι ένστασης είναι οι ακόλουθοι: Η αίτηση ημερομηνίας 8.4.2016 είναι νόμω και ουσία αβάσιμη. Δεν τηρούνται οι κατά το νόμο και την νομολογία προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος και/ή θεραπείας και/ή είναι αδύνατη η εκδίκαση της προδικαστικής ένστασης. Η Αίτηση υποβάλλεται με υπέρμετρη και αδικαιολόγητη υπό τις περιστάσεις καθυστέρηση και συνιστά κατάχρηση δικαστικού χρόνου. Ο Αιτητής δεν νομιμοποιείται στις αιτούμενες θεραπείες καθώς το ζήτημα δεν είναι καθαρά νομικό αλλά είναι ζήτημα νομικών και πραγματικών γεγονότων. Η Αίτηση συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας. Το συμφέρον της δικαιοσύνης προστάζει την απόρριψη της Αίτησης. Η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση είναι παράτυπη και/ή αντικανονική και δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη. Η Αίτηση δεν υποστηρίζεται από το αναγκαίο πραγματικό υπόβαθρο το οποίο είναι απαραίτητο προκειμένου το Δικαστήριο να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια. Δεν υπάρχει κοινό πραγματικό υπόβαθρο γεγονότων τα οποία θα μπορούσαν να αποτελέσουν βάση για εξέταση των νομικών σημείων που εγείρονται προδικαστικά. Το αίτημα του Αιτητή είναι ξεκάθαρο ότι αποτελεί κατάχρηση καθώς ακόμα και αν αποδειχθεί ότι βασίζεται σε ένα απλό τυπικό ή τυπογραφικό λάθος καταγραφής μήνα στην Έκθεση Απαίτησης αυτό δεν είναι ικανό να απορρίψει ολόκληρη την αγωγή ενώ από το γενικότερο νόημα της Έκθεσης Απαίτησης προκύπτει ξεκάθαρα για ποια περίοδο αξιώνει θεραπείες ο Καθ' ου η αίτηση. Η αίτηση είναι αόριστη, ασαφής, επιπόλαιη, καταχρηστική και ενοχλητική. Η Ένσταση συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση της κας. Πελαγίας Κυριακίδου, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τον Καθ' ου η αίτηση, και η οποία ορκίζεται αντί του ιδίου λόγω κωλύματος του τελευταίου. Η ομνύουσα λαμβάνει πληροφορίες από τον Καθ' ου η Αίτηση αλλά και τον δικηγόρο που χειρίζεται την υπόθεση του και αναφέρει ως πρώτο σημείο για την Ένσταση του Καθ' ου η Αίτηση το γεγονός ότι η υπό εξέταση Αίτηση έχει καταχωρηθεί με τεράστια καθυστέρηση την οποία ανάγει σε κατάχρηση της Δικαστικής διαδικασίας. Η ομνύουσα παραδέχεται τα όσα αναφέρονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση σε σχέση με την αγωγή 6684/09 και διαχωρίζει την εν λόγω υπόθεση θεωρώντας ότι εκείνη αφορούσε την περίοδο κατά την οποία ο Καθ' ου η Αίτηση ήταν υπόδικος σε αντιθέσει με την παρούσα υπόθεση που αφορά την περίοδο κατά την οποία ήταν κατάδικος. Αναλώνει μέρος της ένορκης της δήλωσης στην διαφορά που προκύπτει σε σχέση με την περίοδο κατά την οποία ο Καθ' ου η Αίτηση καταδικάστηκε εκφράζοντας την θέση ότι η διαφορά μεταξύ Απριλίου και Μαΐου του 2006 δεν μπορεί να διαφοροποιήσει το αποτέλεσμα της υπόθεσης. Θεωρεί την αίτηση ως ενοχλητική, εκδικητική και καταχρηστική. Η ακρόαση της αίτησης διεξήχθηκε με βάση τις ένορκες δηλώσεις. Η δικηγόρος του Αιτητή αγόρευσε γραπτώς με αναφορά στο νόμο και τη νομολογία, ο δε δικηγόρος του Καθ' ου η Αίτηση αγόρευσε προφορικά. Δεν θα επαναλάβω τους ισχυρισμούς των μερών αφού αυτό δεν κρίνεται ωφέλιμο στο παρόν στάδιο. Αναφορά προς τους εκατέρωθεν ισχυρισμούς θα γίνει όπου δει. Πριν προχωρήσω στην εξέταση του θέματος που εγείρεται θεωρώ χρήσιμο να παραθέσω ένα σύντομο ιστορικό της υπόθεσης. Για σκοπούς παράθεσης του ιστορικού οι διάδικοι θα αναφέρονται ως «Ενάγοντας» και «Εναγόμενος». Με την έκθεση απαίτησης του η οποία καταχωρήθηκε στις 5/12/2012 ο Ενάγοντας ισχυρίζεται ότι κατά το διάστημα της κράτησης του στις φυλακές ήτοι από τον Απρίλιο του 2006 μέχρι και την 22/12/2011 όταν και απολύθηκε υποβλήθηκε σε εξευτελιστική, απάνθρωπη και ταπεινωτική μεταχείριση, με αποτέλεσμα να υποστεί ψυχική ταλαιπωρία, ταπείνωση και εξευτελισμό αλλά και οικονομική ζημιά, έξοδα και απώλειες. Παραθέτει στην έκθεση απαίτησης του στις λεπτομέρειες παραβίασης των Ευρωπαϊκών Συμβάσεων και Διεθνών Συμβάσεων σε σχέση με τα ανθρώπινα δικαιώματα κατά παράβαση των προνοιών των οποίων ισχυρίζεται ότι ενεργούσε ο Εναγόμενος. Ο Εναγόμενος αντέδρασε στην έκθεση απαίτησης καταχωρώντας υπεράσπιση στις 29/05/2014. Στην έκθεση υπεράσπισης του ο Εναγόμενος εγείρει την προδικαστική ένσταση την οποία καλείται το Δικαστήριο να εξετάσει με την παρούσα αίτηση. Ο Εναγόμενος εγείρει περαιτέρω υπεράσπιση και αναφέρει τα γεγονότα που αφορούν την παραμονή του Εναγομένου στις κεντρικές φυλακές. Μετά την καταχώρηση της υπεράσπισης η υπόθεση άχθει ενώπιον του Δικαστηρίου στις 21/01/2015 όταν και εδόθηκαν οδηγίες συμφώνως της Δ.30, τα μέρη προχώρησαν σε αποκάλυψη εγγράφων και η υπόθεση ορίστηκε για οδηγίες στις 10/03/2015 ακολούθως στις 07/05/2015 ημερομηνία κατά την οποία ορίστηκε για πρώτη φορά για ακρόαση στις 05/11/2015. Στις 05/11/2015 η υπόθεση αναβλήθηκε λόγω ελλείψεως χρόνου του Δικαστηρίου για να επαναοριστεί στις 17/2/2016 ημέρα κατά την οποία τέθηκε για πρώτη φορά το θέμα καταχώρησης Αίτηση για προώθηση της προδικαστικής ένστασης από πλευράς του Αιτητή. Ακολούθησε η καταχώρηση της υπό εξέταση Αίτησης στις 08/04/2016. Νομική πτυχή Οι αρχές που διέπουν την προκαταρκτική εκδίκαση νομικών σημείων που εγείρονται στις έγγραφες προτάσεις συνοψίζονται σε αριθμό αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλέπε μεταξύ άλλων Costas Mavromoustaki ν. Iacovos N. Yeroudes as Executor of the Will of the deceased Spyros Michaelides
(1065)1 CLR 176, Maroulla Athanassi Michaelides (Wife of Aristotelis Gregoriades) v. Pinelopi HjiMichael Diakou
(1968)1 CLR 392, Michael v. United Sea Transport
(1981)1 CLR 322 και Ιωάννη Νικόλα Χ''Οικονόμου ν. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ
(1992)1 ΑΑΔ 949). Πιο συγκεκριμένα, η έκδοση τέτοιας διαταγής γίνεται κατά κανόνα όταν το Δικαστήριο διαπιστώσει ότι το κρινόμενο νομικό σημείο εγείρει σοβαρό νομικό θέμα, το οποίο εάν αποφασιστεί υπέρ του διαδίκου που το εγείρει, αποφασίζεται όλη η υπόθεση ή ένα ουσιώδες θέμα αυτής. Μια τέτοια διαταγή θα πρέπει να εκδίδεται με φειδώ και σε εξαιρετικά απλές και καθαρές περιπτώσεις και όχι στις περιπτώσεις εκείνες όπου τα εγειρόμενα θέματα, λόγω της ασάφειας των γεγονότων ή του νόμου, θα πρέπει να αποφασιστούν κατά την ακρόαση. Όπου τα γεγονότα, όπως αυτά εκτίθενται στις έγγραφες προτάσεις, είναι ικανά να δώσουν πλήρη εικόνα, τότε το Δικαστήριο υιοθετεί τη διαδικασία της προδικαστικής επίλυσης. Σε περίπτωση, όμως, που χρειάζεται να δοθεί πρόσθετο φως στα γεγονότα με μαρτυρία, είναι ορθότερο όπως η υπόθεση προχωρήσει σε δίκη σύμφωνα με τις πρόνοιες της Δ.33 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας (βλέπε Paikkos v. Kontemeniotis
(1989)1 CLR 50, Grindlays Bank Limited v. Christodoulos Demetriades & Co Ltd and others
(1987)1 CLR 461). Επιπρόσθετα, νομικό σημείο δεν εκδικάζεται προδικαστικά όταν τα γεγονότα επί των οποίων θα αποφασιστεί είναι αμφισβητούμενα (Βλέπε Ιωάννη Νικόλα Χ''Οικονόμου ν. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ (πιο πάνω). Συνεπώς, η εκδίκαση προδικαστικού ζητήματος είναι εφικτή εάν και εφόσον το συζητούμενο θέμα αποκρυσταλλώνεται σε καθαρά νομικό θέμα και τα γεγονότα είναι αδιαμφισβήτητα ή παραδεκτά (βλέπε Αγρόκτημα Λανίτη Λτδ & άλλοι ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας και άλλων
(1991)1 ΑΑΔ 225). Η σύγχρονη τάση της εγχώριας Νομολογίας αντανακλάται στην πρόσφατη απόφαση ημερομηνίας 24/02/2016 Πολιτική Έφεση 168/10 Ρεας Ανδρονίκου κ.α. -ν- Επιτροπής του Σχεδίου Ταμείου Συντάξεων και Χορηγημάτων σε Υπαλλήλους της Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου και Εξαρτωμένους. Η ουσία της εν λόγω έφεσης αφορούσε την διαπίστωση του πρωτόδικου Δικαστηρίου που εκδίκασε την υπόθεση υπό τις οποίες το Δικαστήριο μπορεί να ασκήσει την εξαιρετική δικαιοδοσία του για προδικαστική απόρριψη της αγωγής. Το Εφετείο με αναφορά στην υπόθεση Χ'' Οικονόμου ν. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ
(1992)1 ΑΑΔ 949, όπου κρίθηκε ευθέως ότι η αίτηση για εκδίκαση προδικαστικού σημείου δυνάμει της Δ.27 που καταχωρίστηκε μετά που η αγωγή ορίστηκε για ακρόαση δεν μπορούσε να πετύχει και λόγω της αδικαιολόγητης καθυστέρησης με βάση την αρχή ότι τέτοιες αιτήσεις καταχωρούνται κατά τον χρόνο που κλείνουν οι έγγραφες προτάσεις ή πολύ σύντομα αργότερα, επικύρωσε την απόφαση του Πρωτόδικου Δικαστηρίου. Στην εν λόγω υπόθεση τέθηκε το ζήτημα ότι η απόρριψη της αίτησης λόγω καθυστέρησης θα ισοδυναμούσε με συνέχιση της αγωγής με ανύπαρκτο ενάγοντα. Ακόμα και αυτό το θέμα το Εφετείο δεν ικανοποιήθηκε ότι μπορούσε να επιτρέψει την αδικαιολόγητη καθυστέρηση την οποία βρήκε καθοριστική επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση. Δεδικασμένο Σε περίπτωση που το Δικαστήριο ικανοποιηθεί για το ωφέλιμο της προδικασίας στην παρούσα υπόθεση θα εξετάσει το ζήτημα με βάση τα δικόγραφα που έχουν καταχωρηθεί στα πλαίσια της αγωγής με αριθμό 6684/2009 Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας και της παρούσας αγωγής, την εκ συμφώνου απόφαση και όλα τα συναφή έγγραφα (βλέπε Spencer Bower and Handley Res Judicata (4η έκδοση) στη σελίδα 119). Η έννοια του δεδικασμένου (res judicata) έχει διάφορες πτυχές και εφαρμόζεται τόσο υπό τη μορφή κωλύματος αναφορικά με την αιτία αγωγής (cause of action estoppel) όσο και υπό την έννοια του κωλύματος για συγκεκριμένα επίδικα θέματα (issue estoppel). Η έννοια του κωλύματος αναφορικά με αιτία αγωγής (cause of action estoppel) έχει επεξηγηθεί από τον Diplock L.J. στην Thoday v. Thoday
(1964)1 All ER 341 στη σελίδα 352 ως εξής: « 'cause of action estoppel', is that which prevents a party to an action from asserting or denying, as against the other party, the existence of a particular cause of action, the non-existence or existence of which has been determined by a court of competent jurisdiction in previous litigation between the same parties. If the cause of action was determined to exist, i.e., judgment was given on it, it is said to be merged in the judgment, or, for those who prefer Latin, transit in rem judicatam. If it was determined not to exist, the unsuccessful plaintiff can no longer assert that it does; he is estopped per rem judicatam. This is simply an application of the rule of public policy expressed in the Latin maxim, 'nemo debet bis vaxari pro una et eadem causa'. In this application of the maxim, causa bears its literal Latin meaning. The second species, which I will call 'issue estoppel', is an extension of the same rule of public policy». Αυτή η αναφορά έχει υιοθετηθεί και ακολουθηθεί από την πλειοψηφία του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Αίτηση για Αναθεώρηση στην Αγωγή Ναυτοδικείου Αρ. 191/96 μεταξύ του The Governor and the company of the Bank of Scotland v. Του Πλοίου "SAPPHIRE SEAS",
(2002)1 ΑΑΔ 1563 όπου αναφέρθηκαν τα εξής από τον Καλλή Δ: «Εν όψει της δημιουργίας κωλύματος αναφορικά με την αιτία αγωγής, η Τράπεζα κωλύεται από του να επαναφέρει το θέμα, για να πετύχει το αυτό αποτέλεσμα ήτοι απόφαση εναντίον του εναγομένου πλοίου. Μια τέτοια πορεία θα εξουδετέρωνε την αρχή της τελεσιδικίας. Εδώ έχουν τη θέση τους τα λεχθέντα στην Παπαδόπουλος ν. Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Στέγης
(1998)3 ΑΑΔ 608 (απόφαση Νικήτα, Δ.). «Ο αντίθετος προσανατολισμός θα δημιουργούσε επικίνδυνο ρήγμα στην αρχή της τελεσιδικίας. Το δεδικασμένου έχει τη θεωρητική του προέλευση και διατύπωση στο Ρωμαϊκό δίκαιο. Στον Ουλπιανό ανήκει η κλασσική φράση, που εκφράζει την πεμπτουσία του δόγματος, quia res judicata pro veritate accipitur (Dig. 15.25), που συνδέθηκε με την αλήθεια των νομικών καταστάσεων. Αξίζει να παραθέσουμε από τη μελέτη του καθηγητή Χρίστου Μπάκα τον τόμο δεδικασμένο του Ερευνητικού Ινστιτούτου Δικονομικών Μελετών
(1989)στη σελ. 50, που φανερώνει τη διαχρονική αξία του δόγματος: 'Σύμφωνα με την αρχή αυτή κάθε απόφαση άσχετα αν είναι δίκαια ή όχι, θεωρείται ότι περιέχει την αλήθεια και ο καθένας πρέπει να αποδεχθεί την απόφαση και την εκτέλεσή της ... Το πλάσμα αλήθειας που εισάγεται με την προαναφερόμενη αρχή είναι σαφώς προτιμότερα από διαιώνιση της αβεβαιότητας που θα κυριαρχούσε σε διαφορετική περίπτωση στη δίκαιη κρίση ..'. Η ανάγκη εφαρμογής του κανόνα επεξηγήθηκε στην υπόθεση K.S.R. Commercio S.A. κ.ά. ν. Bluecoral Navigation Ltd
(1995)1 Α.Α.Δ. 309, όπου τονίστηκε ότι, "Σαν θέμα γενικής πολιτικής του δικαίου η παράλειψη διαδίκου να εγείρει σε προηγούμενη δικαστική διαδικασία στα δικογραφήματά του ή την επιχειρηματολογία που ανέπτυξε ή να προσκομίσει μαρτυρία αναφορικά με οτιδήποτε θα μπορούσε να στηρίξει την υπόθεση ή υπεράσπιση του δε δικαιολογεί ούτε επιτρέπει νέο δικαστικό αγώνα με αντικείμενο ότι παραλείφθηκε. Αυτό θα σήμαινε την τμηματική εκδίκαση των διαφορών κατ' επιλογήν του διαδίκου και τη διαιώνιση τους. Έτσι η αρχή της τελεσιδικίας, που είναι κοινωνικά επιβεβλημένη, θα υφίστατο καίριο πλήγμα." Ο Κανόνας βασίζεται σε δύο αρχές: (
- i)Ότι η τελεσίδικη εκδίκαση μιας διαφοράς είναι προς όφελος του δημοσίου συμφέροντος (Interest rei publicae ut sit finis litium) και (
- ii)Κανένας δεν πρέπει να ενοχλείται δύο φορές για το ίδιο θέμα (Nemo debet bis vexavi pro eadem causa). Έχει νομολογιακά καθιερωθεί ότι η εφαρμογή της αρχής του δεδικασμένου προϋποθέτει ότι, (
- i)Η απόφαση θα πρέπει να είναι τελεσίδικη, (
- ii)Πρέπει να υπάρχει ταύτιση διαδίκων και (iii) Πρέπει να υπάρχει ταύτιση επίδικων θεμάτων. Από τα στοιχεία που έχουν παρουσιαστεί φαίνεται ότι ικανοποιούνται οι δύο πρώτες προϋποθέσεις εφαρμογής του κανόνα του δεδικασμένου αφού η απόφαση στην αγωγή 11026/1997 έχει καταστεί τελεσίδικη και οι διάδικοι και στις δύο αγωγές είναι οι ίδιοι. Η τρίτη προϋπόθεση για την εφαρμογή του κανόνα επιβάλλει την ταύτιση των επίδικων θεμάτων, που εξυπακούει ότι το επίδικο θέμα στη β΄ διαδικασία θα πρέπει να είναι το ίδιο με εκείνο που εξετάστηκε στην α΄ διαδικασία. Είναι αποδεκτό και από τις δύο πλευρές ότι η α΄ αγωγή βασίστηκε στο αδίκημα της απάτης και η β΄ αγωγή στο αδίκημα της αμέλειας και το ερώτημα που εγείρεται είναι κατά πόσο η εφεσείουσα θα έπρεπε να συμπεριλάβει στην α΄ αγωγή μαζί με το αδίκημα της απάτης και το αδίκημα της αμέλειας. Για να αποφευχθεί η καταχώριση πολλών αγωγών, ο κανόνας του δεδικασμένου έχει επεκταθεί για να καλύπτει όλες τις βάσεις αγωγής που ένας διάδικος θα μπορούσε να περιλάβει κατόπι λογικής έρευνας στα δικόγραφα, εκτός από εκείνες πάνω στις οποίες βασίζει την αγωγή του. Και τούτο για να διασφαλιστεί η εξέταση όλων των θεμάτων που θα μπορούσαν να ήταν επίδικα σε μια δικαστική διαδικασία. Το αποτέλεσμα είναι ότι αν ένας διάδικος παραλείψει να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου ένα θέμα, το οποίο θα μπορούσε να περιληφθεί στην αρχική διαδικασία, δεν θα του επιτραπεί να το εγείρει σε μια νέα αγωγή που καταχωρίζεται μετά την εκδίκαση της πρώτης. Στην υπόθεση L.E. Walwin and Partners Ltd. v. West Sussex County Council [1975] 3 All E.R. 604, η ενάγουσα εταιρεία διεκδικούσε το δικαίωμα να ελέγχει την τροχαία κίνηση σε ένα δρόμο που οδηγούσε σε μια οικιστική περιοχή της εταιρείας. Πριν από μερικά χρόνια, όταν η νομική θέση του δρόμου εξεταζόταν από ένα άλλο Δικαστήριο μεταξύ των προκατόχων του τίτλου της ενάγουσας εταιρείας και των εναγομένων, το θέμα του ελέγχου της τροχαίας κίνησης δεν ηγέρθη, αν και μπορούσε να προβληθεί και να εξεταστεί. Το Δικαστήριο βρήκε ότι η παράλειψη των προκατόχων της ενάγουσας εταιρείας να προβάλουν την απαίτηση στην προηγούμενη αγωγή συνιστούσε δεδικασμένο θέμα και απέρριψε την αγωγή. Το ερώτημα κατά πόσο ένας διάδικος μπορεί να αποφύγει την εφαρμογή του κανόνα όταν επικαλείται στη δεύτερη διαδικασία θέματα που δεν είχαν εξεταστεί στην πρώτη διαδικασία, εξετάστηκε στην υπόθεση Theori and Others v. Djoni and Others [1984] 1 C.L.R. 296, στην οποία το Ανώτατο Δικαστήριο υιοθετώντας την αγγλική απόφαση Henderson v. Henderson [1843-1860] All E.R. (Rep.) 378 (βλ. επίσης Vernaeke v. Smith [1982] 2 All E.R. 144), αποφάνθηκε ότι ο κανόνας δεν εφαρμόζεται μόνο σε θέματα που είχαν εξεταστεί στην πρώτη διαδικασία αλλά και σε κάθε θέμα που ήταν στενά συνυφασμένο με την πρώτη διαδικασία και το οποίο οι διάδικοι με λογική προσοχή θα μπορούσαν να είχαν εγείρει.» Όπως υποδεικνύεται και στο πιο πάνω απόσπασμα, ο κανόνας του δεδικασμένου εδράζεται σε δύο βασικές αρχές: αφενός του οφέλους του δημοσίου συμφέροντος από την τελεσίδικη εκδίκαση μιας διαφοράς και αφετέρου του αποκλεισμού της ενόχλησης οποιουδήποτε προσώπου δύο φορές για το ίδιο θέμα. Η εφαρμογή της αρχής του δεδικασμένου προϋποθέτει: (α) Το επίδικο θέμα να είναι το ίδιο και στις δύο διαδικασίες, (β) το επίδικο θέμα να έχει εγερθεί και αποφασιστεί στην πρώτη διαδικασία από το Δικαστήριο το οποίο είχε δικαιοδοσία να το εκδικάσει, (γ) το επίδικο θέμα να έχει αποφασιστεί στην πρώτη διαδικασία τελεσίδικα, και (δ) οι διάδικοι να είναι οι ίδιοι. Υπό το φως και την καθοδήγηση της πρόσφατης νομολογία του Ανωτάτου θα προχωρήσω να εξετάσω πρώτα το θέμα της καθυστέρησης στην προώθηση της υπό εξέταση αίτησης. Η υπεράσπιση του Εναγομένου καταχωρήθηκε στις 29/05/2014 και η υπό εξέταση αίτηση στις 08/04/2016 μετά που η υπόθεση ορίστηκε για οδηγίες και ακρόαση. Ζητείται από το Δικαστήριο να απορρίψει την αγωγή λόγω δεδικασμένου με αναφορά στην περίοδο από τον Μάιο του 2006 μέχρι και τις 15/10/2010 όταν και δηλώθηκε απόφαση στα πλαίσια άλλης προγενέστερης αγωγής. Η υπό αναφορά καθυστέρηση δεν έχει δικαιολογηθεί ούτε στα πλαίσια της αίτησης ούτε και στα πλαίσια της γραπτής αγόρευσης του Καθ' ου η Αίτηση. Αντιθέτως γίνεται εισήγηση ότι σε αιτήσεις με βάση την Δ.27 μπορεί να επιδιωχθεί σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας εφόσον το συζητούμενο θέμα αποκρυσταλλώνεται σε καθαρά νομικό θέμα παραπέμποντας στην υπόθεση Αγρόκτημα Λανίτη Λτδ & άλλοι ν. Γενικού Εισαγγελέα
(1991)1 Α.Α.Δ.
- Η τάση της νομολογίας σε ότι αφορά την καθυστέρηση στην υποβολή τέτοιων αιτημάτων, ενώ επιτρέπει την ευρεία άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, δεν ευνοεί την καθυστέρηση. Στην υπόθεση Ανδρονίκου (ανωτέρω) το Εφετείο της χώρας έκρινε ότι πρωτόδικο Δικαστήριο άσκησε ορθά την διακριτική του ευχέρεια κρίνοντας ότι το προδικαστικό αίτημα ήταν καταδικασμένο σε αποτυχία λόγο της μακράς και ανεξήγητης καθυστέρησης στην υποβολή του. Αξίζει να αναφερθεί ότι στην εν λόγω υπόθεση η έκθεση υπεράσπισης είχε καταχωρηθεί στις 07/05/2009 και η αίτηση για εκδίκαση προδικαστικού σημείου στις 11/02/
- Από την στιγμή το Εφετείο έκρινε ότι η καθυστέρηση εννέα μηνών ήταν αδικαιολόγητη και ορθά το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε την αίτηση λόγω καθυστέρησης, η καθυστέρηση των 23 μηνών που παρατηρείται στην υπό εξέταση αίτηση δεν αφήνει περιθώρια διαφορετικής προσέγγισης από το Δικαστήριο. Συμφωνώ με την κρίση του Εφετείου ότι αιτήσεις τέτοιας φύσεως πρέπει να καταχωρούνται εγκαίρως. Η αναγκαιότητα που προκύπτει προς τούτο έγκειται κυρίως στο γεγονός ότι η συνοπτική και προδικαστική επίλυση της διαφοράς οδηγεί και σε οριστική επίλυση του όλου θέματος προς εξοικονόμηση χρόνου και εξόδων. Το όλο πνεύμα της νομολογιακής αυτής αρχής όχι μόνο δεν εξυπηρετείται αλλά τουναντίον ανατρέπεται όταν το αποτέλεσμα προδικαστικής αίτησης δεν επιτυγχάνει την συνοπτική επίλυση της υπόθεσης με αποτέλεσμα αφενός να μην εξυπηρετεί την οικονομία χρόνου και αφετέρου να ανατρέπει την κανονική πορεία της δίκης άσκοπα. Ο Έντιμος Δικαστής Οικονόμου ανέφερε στην υπόθεση Ανδρονίκου (ανωτέρω) τα ακόλουθα: «Αναφορικά με το επιχείρημα των εφεσειόντων ότι οι υποθέσεις Mepa και Αλωνεύτης δεν αποτελούν δεσμευτικά προηγούμενα για την υπό εξέταση περίπτωση, σημειώνεται ότι, επιπρόσθετα προς τις υποθέσεις εκείνες, στην υπόθεση ΧʺΟικονόμου ν. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ
(1992)1 ΑΑΔ 949, υπό παρόμοιες περιστάσεις όπως στην παρούσα, κρίθηκε, ευθέως και επί τούτου, ότι η αίτηση για εκδίκαση νομικού σημείου δυνάμει της Δ.27 που καταχωρίστηκε μετά που η αγωγή ορίστηκε για ακρόαση δεν μπορούσε να επιτύχει και λόγω της αδικαιολόγητης καθυστέρησης, επί της αρχής ότι τέτοιες αιτήσεις καταχωρούνται κατά το χρόνο που κλείνουν οι έγγραφες προτάσεις ή πολύ σύντομα αργότερα και ότι κανονικά η προκαταρκτική εκδίκαση θα πρέπει να ζητείται στην Αίτηση για Οδηγίες. Το έγκαιρο ως προϋπόθεση υφίσταται κατά πάγια αρχή (βλ. Annual Practice 1958, ανωτέρω και Russian Commercial and Industrial Bank, ανωτέρω) προκύπτει δε από τον ίδιο το σκοπό της εξαιρετικής αυτής διαδικασίας που έγκειται στην συνοπτική και προδικαστική επίλυση της διαφοράς άπαξ και δια παντός προς εξοικονόμηση χρόνου και εξόδων. Τέτοιος σκοπός δεν εξυπηρετείται και, αντιθέτως, ανατρέπεται, όταν με καθυστερημένες αιτήσεις όχι μόνο δεν επιτυγχάνεται η συνοπτική επίλυση της όλης υπόθεσης στο προδικαστικό στάδιο, αλλά, ως αποτέλεσμα της προδικαστικής αίτησης, στην πράξη ανατρέπεται αυτή τούτη η κανονική πορεία της δίκης. Η ανάγκη δε για περιορισμό της υπό συζήτηση εξαιρετικής διαδικασίας στο αρχικό, υπό την παραπάνω έννοια, στάδιο, καθίσταται στις μέρες μας περισσότερο επίκαιρη και επιτακτική, λόγω της επίτασης του φαινομένου να παραμερίζεται η εκδίκαση της αγωγής, χάριν ενδιαμέσων διαδικασιών» Στην υπό εξέταση περίπτωση η αίτηση ακόμα και εάν καταχωρείτο εγκαίρως θα ήταν καταδικασμένη σε αποτυχία για ακόμη ένα λόγο. Τυχόν έγκριση του αιτήματος δεν αποφασίζει την αγωγή, αφού είναι αδύνατη η διαγραφή όλης της απαίτησης με βάση το κανόνα του δεδικασμένου. Ο επίδικος χρόνος ως ορίζεται στην έκθεση Απαίτησης καλύπτει την χρονική περίοδο μέχρι και τις 22/12/2011 ενώ η εξ' συμφώνου απόφαση στην προηγούμενη αγωγή εκδόθηκε στις 15/10/2010. Ακόμα και αν ήθελε το Δικαστήριο δεχθεί ότι η περίοδος μέχρι και τις 15/10/2010 υπόκειται σε διαγραφή λόγω δεδικασμένου, ως η εισήγηση της ευπαίδευτου συνήγορου για τον Αιτητή, παραμένει το θέμα του χρόνου μέχρι τις 22/12/2011 το οποίο συναφώς και δεν μπορεί να αγνοηθεί. Ως έχω αναφέρει γνώμονας είναι πάντοτε και παραμένει η περίσωση του δικαστικού χρόνου και η δημιουργία αχρείαστων εξόδων όπου παρατηρείται θεμελιακό πρόβλημα στην ίδια την αγωγή, όπως λόγου χάρη το Δεδικασμένο. Στην υπό εξέταση περίπτωση η μαρτυρία που θα δοθεί από πλευράς Καθ' ου η Αίτηση δεν διαφοροποιείται από το εύρος του επίδικου χρόνου. Συνεπώς και γι' αυτόν τον λόγο δεν κρίνεται ωφέλιμο το Δικαστήριο να ασκήσει την διακριτική του ευχέρεια και να επιτρέψει την αίτηση. Για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω η αίτηση απορρίπτεται. Ανεξαρτήτως της κατάληξης του Δικαστηρίου η προδικαστική Ένσταση παραμένει ανοικτή και σαφώς και θα εξεταστεί στα πλαίσια της ακρόασης της αγωγής. Τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται υπέρ του Καθ' ου η Αίτηση και εναντίον του Αιτητή ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Θα είναι δε πληρωτέα στο τέλος της αγωγής. (Υπ.) .................................................. Ε. Ευθυμίου - Ανδρέου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο