ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ ν. Λούης Μιχαήλ Μιχαηλίδης κ.α., Αρ. Αγωγής: 5281/09, 27/4/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2016:A197 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Ε. Ευθυμίου - Ανδρέου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 5281/09 Μεταξύ:- ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ, εκ Λευκωσία Εναγόντων -και- 1.Λούης Μιχαήλ Μιχαηλίδης, εκ Λεμεσού 2.Σταύρου Σταύρου, εκ Λεμεσού 3.Χριστάκης Γεωργίου, εκ Λεμεσού 4.Miresevic Milorad, εκ Λεμεσού Εναγομένων Ημερομηνία : 27 Απριλίου 2016 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες -Αιτητές: κα Αδαμίδου για Ν. Αναστασιάδης ΔΕΠΕ Για Εναγόμενο 2 - Καθ' ου η Αίτηση: κα Ιωάννου για Μιχάλη Β. Ιωάννου Για Εναγόμενο 3 - Καθ' ου η Αίτηση: κος Γεωργίου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ ΣΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 3/12/15 ΓΙΑ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗ ΤΗΣ ΕΚΘΕΣΕΩΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΣ Η Αιτητές καταχώρησαν στις 3/12/2015 αίτηση με την οποία ζητούν να τροποποιήσουν την παράγραφο 11 της Εκθέσεως Απαιτήσεως, να προσθέσουν νέα παράγραφο με αριθμό 12, να αντικαταστήσουν την υφιστάμενη παράγραφο 12 με νέα και να την αναριθμήσουν, να αναριθμήσουν τις παραγράφους 11 ως 15 σε 11 έως 16 και να τροποποιήσουν το παρακλητικό της αγωγής διαχωρίζοντας τα ποσά των καθυστερημένων ενοικίων, των ληγμένων ενοικίων και των μη ληγμένων ενοικίων. Η αίτηση των εναγόντων υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του Κωνσταντίνου Χωραϊτη («Ε/Δ Χωραϊτη») ο οποίος εξηγεί στο Δικαστήριο τους λόγους για τους οποίους ζητά την εν λόγω τροποποίηση υποστηρίζονταν ότι το σφάλμα που έγινε στην καταχώρηση της αγωγής είναι αθώο, ότι οι αιτούμενες τροποποιήσεις είναι απλές και συνήθεις και ότι επιδιώκεται διόρθωση καλόπιστων λαθών. Υποστηρίζει δε ο ομνύων ότι ο απώτερος σκοπός των τροποποιήσεων είναι ο πραγματικός προσδιορισμός αξίωσης των εναγόντων εναντίον των Εναγομένων ώστε να καθοριστεί το ύψος του οφειλόμενου ποσού. Η αίτηση προσέκρουσε στην ένσταση των Εναγομένων. Ο Εναγόμενος 2 καταχώρησε ειδοποίηση περί προθέσεως Ενστάσεως («η Ένσταση των Εναγομένων») στην αίτηση στις 5/2/16 και ο Εναγόμενος 3 υιοθέτησε την Ένσταση του Εναγομένου 2 στις 8/4/
- Η Ένσταση των Εναγομένων βασίζεται επί των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας Δ.48 Θ.4 και Δ.25 Θ. 1-6 της πρακτικής και των εξουσιών του Δικαστηρίου. Οι συγκεκριμένοι λόγοι της ενστάσεως είναι: α. Εφ' όσον εις την παράγραφο 2 της ένορκης δήλωσης αναφέρεται ότι οι Ενάγοντες την 21.10.2011 έκδωσαν απόφαση εναντίον των Εναγομένων 1 και 4 χωρίς να ζητήσουν τροποποίηση της αξίωσης δεν θα πρέπει να επιτραπεί η τροποποίηση διότι διά το ίδιο επίδικο θέμα θα υπάρχουν διαφορετικές δικαστικές αποφάσεις. β. Η ένορκος δήλωση του Κωνσταντίνου Χωραϊτη που υποστηρίζει το αίτημα περιορίζεται να αναφέρει στην παράγραφο 4 ότι η έκθεση απαίτησης που καταχωρήθηκε χρήζει τροποποίησης αναφορικά με το χρεωστικό υπόλοιπο που αξιώνουν οι Ενάγοντες από τους Εναγομένους 2 και 3 ενώ μελετώντας το αίτημα φαίνεται να προστίθενται νέοι ισχυρισμοί κατά τρόπο ώστε να δημιουργούνται νέα αγώγιμα δικαιώματα. γ. Εις την παράγραφο 7 ο ενόρκως δηλών με ένα γενικό και αόριστο τρόπο αναφέρεται σε λάθος, παραδρομή και αβλεψία δικηγόρου που χειριζόταν την υπόθεση χωρίς να αποκαλύπτει ποιος δικηγόρος χειριζόταν την υπόθεση. δ. Η παρούσα αγωγή εκκρεμεί από το έτος 2009 και ο ισχυρισμός της παραγράφου 5 ότι η ανάγκη για τροποποίηση προέκυψε κατά το στάδιο προετοιμασίας του πρώτου μάρτυρα των Εναγόντων αφού εδώ οι Ενάγοντες σύμφωνα με όσα αναφέρουν και οι ίδιοι στην παράγραφο 2 της ένορκης δήλωσης των την 21.10.2011 έκδωσαν απόφαση εναντίον των Εναγομένων 3 και 4 και ο Εναγόμενος 4 σύμφωνα με τους ισχυρισμούς των Εναγόντων ήτο ο εγγυητής όπως ήτο και οι Ενάγοντες 2 και 3 και από τις 21.10.2011 γνώριζαν οι Ενάγοντες τι όφειλαν οι εγγυητές αφού έπεισαν και το Δικαστήριο για την έκδοση απόφασης εναντίον του Εναγομένου
- ε. Η ένορκος δήλωση του Κωνσταντίνου Χωραϊτη που υποστηρίζει την αίτηση είναι γενική ελλιπής, ανεπαρκής, συγκρουόμενη εις τους προβαλλόμενους ισχυρισμούς και αόριστος κατά τρόπο ώστε το Δικαστήριο να μην έχει την ευχέρεια να λάβει υπόψη του κάποια γεγονότα και να εξασκήσει την διακριτική του ευχέρεια ανάλογα. ζ. Εάν επιτραπεί η τροποποίηση θα προκληθεί σύγχυση και θα περιπλεχθούν τα πράγματα αφού η αξίωση δεν θα συνάδει με την ήδη εκδοθείσα απόφαση εναντίον του εγγυητή Εναγομένου 4 και θα καθυστερήσει η δικαία εκδίκαση της υποθέσεως προς βλάβη του Εναγομένου 2 Καθ' ου η Αίτηση. η. Υπάρχει παντελής έλλειψη μαρτυρίας η οποία δεν επιτρέπει στο Δικαστήριο να αξιολογήσει κατά πόσο συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις ώστε να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια για να επιτρέψει ή όχι την αιτούμενη τροποποίηση. θ. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος για τροποποίηση ήτο στην Ενάγουσα με τη μαρτυρία όπως που προσκόμισε στο δικαστήριο υπό μορφή ενόρκου δηλώσεως του Κωνσταντίνου Χωραϊτη δεν παρουσίασε την κατάλληλη μαρτυρία για να δικαιολογείται η έκδοση του αιτουμένου διατάγματος για τροποποίηση. ι. Υπάρχει δεδικασμένο αφού για το ίδιο θέμα κατεχωρήθη αίτηση την 17.09.2014 η οποία αφού ακούσθηκε μεταξύ των ιδίων διαδίκων για τα ίδια επίδικα θέματα το Δικαστήριο με ενδιάμεση απόφαση του ημερ. 29.06.2015 απέρριψε το αίτημα. κ. Η ένορκος δήλωση του Κωνσταντίνου Χωραϊτη περιέχει αντιφατικούς και συγκρουόμενους ισχυρισμούς αφού στην παράγραφο 4 αναφέρεται σε διαφορές που υπάρχουν μεταξύ των διαδίκων αναφορικά με το χρεωστικό υπόλοιπο, στην παράγραφο 5 αναφέρεται ότι το χρεωστικό υπόλοιπο δεν είναι ορθό, στην παράγραφο 6 αναφέρεται ότι θα υπάρχει δυσχέρεια στην απόδειξη αξίωσης τόκου 13% ενώ αντίθετα με όλα αυτά στην παράγραφο 7 επιρρίπτεται το λάθος σε έναν άγνωστο δικηγόρο, ενώ στην παράγραφο 11 οι Ενάγοντες μιλούν για ορθότερη και καλύτερη παρουσίαση των θέσεων τους και επιρρίπτεται και πάλι ευθύνη στον άγνωστο δικηγόρο και στην παράγραφο 12 γίνεται αναφορά σε αθώα σφάλματα. λ. Όπως είναι νομολογημένο οι Ενάγοντες δεν μπορούν κατά κανόνα, να προβάλλουν το λάθος, αμέλεια ή παράλειψη του δικηγόρου των για να πετυχαίνουν την παράταση προθεσμιών ή την αναγέννηση δικαστικών διαδικασιών. Θα αποτελούσε ένα εύσχημο τρόπο υπερφαλάγγισης των δικονομικών διατάξεων. Από τη συμμόρφωση προς τα χρονοδιαγράμματα αυτά εξαρτάται η απρόσκοπτη απονομή της δικαιοσύνης και συνακόλουθα το κύρος της. Η ένσταση συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση της κας Άνθιας Ιωάννου δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τον Εναγόμενο
- Η ένορκος δήλωση της κας Ιωάννου στην ουσία επαναλαμβάνει τους λόγους ένστασης αφού προηγουμένως προβαίνει σε μια γενική άρνηση όλων των ισχυρισμών που περιέχονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση. Στην κατάκλείδα της εισηγείται όπως η αίτηση απορριφθεί. Οι εισηγήσεις των εκατέρωθεν μερών Οι διάδικοι περιορίστηκαν στην κατάθεση γραπτών προς υποστήριξη των θέσεων τους. Οι Αιτητές εισηγούνται ότι η αίτηση πρέπει να εγκριθεί καθότι είναι καλόπιστη και έχουσα ως αποκλειστικό σκοπό την ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Υποστηρίζει δε ότι σε περίπτωση που η αιτούμενη τροποποίηση επιτραπεί θα διασαφηνιστούν τα επίδικα θέματα ενώπιον του Δικαστηρίου. Στον Αντίποδα ο Καθ'ού η Αίτηση 2 καταχώρησε γραπτή αγόρευση η οποία υιοθετήθηκε προφορικώς στις 8/4/2016 από τον δικηγόρο του Καθ'ού η Αίτηση 3 («Η Αγόρευση των Καθ'ων η Αιτηση»). Οι Καθ'ων η Αίτηση προβάλλουν ως κύριες θέσεις ότι υπάρχει επί του θέματος δεδικασμένο μετά την ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου στην παρούσα αγωγή ημερομηνίας 29/6/2015 με την οποία απορρίφθηκε η αίτηση για τροποποίηση ημερομηνίας 17/9/
- Εισηγούνται επί τούτου ότι αφ'ής στιγμής οι Ενάγοντες δεν έχουν καταχωρήσει έφεση εναντίον της εν λόγω απόφασης δεν μπορούν να επανέλθουν με νέα αίτηση. Το δεύτερο σημείο που επικαλείται η πλευρά των Καθ'ων η Αίτηση είναι η μεγάλη καθυστέρηση στην καταχώρηση της υπό εξέτασης αίτησης. Εισηγείται η πλευρά των Καθ'ων η Αίτηση ότι το λάθος το οποίο επικαλούνται οι Αιτητές ότι θέλουν να διορθώσουν προέκυψε τουλάχιστον κατά ή περί την 12/9/2014 και ως εκ τούτου δεν δικαιολογείται η πάροδος ενός και πλέον έτους για την καταχώρηση της παρούσας αίτησης. Στο υπόλοιπο μέρος η αγόρευση επαναλαμβάνει αυτολεξεί τους λόγους ένστασης α-λ, χωρίς περαιτέρω λεπτομέρειες. Πριν προχωρήσω στην εξέταση των εκατέρωθεν θέσεων θεωρώ σημαντικό όπως παραθέσω ένα μικρό ιστορικό της αγωγής. Η αγωγή καταχωρήθηκε στις 10/12/2009 εναντίον των Εναγομένων 1-
- Ο Εναγόμενος 2 καταχώρησε υπεράσπιση 21/01/2010 και ο Εναγόμενος 3 στις 14/04/
- Για τους Εναγόμενους 1 και 4 εκδόθηκε εκ συμφώνου απόφαση στις 21/10/
- Στις 17/09/2014 καταχωρήθηκε αίτηση για τροποποίηση της έκθεσης απαίτησης από μέρους των Εναγόντων η οποία και απερρίφθηκε με ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου στις 29/06/
- Ακολούθησε η καταχώρηση της παρούσας αίτησης στις 03/12/2015 αφού εν τω μεταξύ η ακρόαση της αγωγής είχε αναβληθεί αρκετές φορές για διάφορους λόγους. Νομικές Αρχές Σχετική για τροποποιήσεις δικογράφων είναι η Διαταγή 25, θεσμός 1[1] των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Το θέμα της τροποποίησης δικογράφων απασχολεί τα Δικαστήρια εδώ και δεκαετίες με αποτέλεσμα η σχετική επί του θέματος νομολογία να είναι πλούσια και οι εφαρμοστέες αρχές πλήρως αποκρυσταλλωμένες. Οι αρχές τις νομολογίας συνοψίζονται ως ακολούθως:
(1)Η τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης (βλ. Φοινιώτης ν. Grenmar Navigation
(1989)1Ε 33 σελ 36 -37, Clive Preece κ.α. ν. Νάσου Θεοφίλου Ρωσσίδου,
(2011)1Γ ΑΑΔ 2138 και Αρτέμιος Παπαχρυσοστόμου ν. Κώστα Γρηγοριάδη και Συνεταίροι, Πολιτική Έφεση Αρ. 79/2009, ημερομηνίας 4/5/2012).
(2)Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στη συγκεκριμένη υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διαδίκου (βλ. Φοινιώτης ν. Grenmar Navigation πιο πάνω).
(3)Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στη διατύπωση των θέσεων του αιτητή ποικίλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση (βλ. Φοινιώτης ν. Grenmar Navigation πιο πάνω και Περικτιόνη Χρίστου ν. Αζά
(1992)1 ΑΑΔ 704 σελ 707).
(4)Η καθυστέρηση είναι σχετικός παράγοντας σε αιτήσεις για τροποποίηση της δικογραφίας, αλλά δεν είναι εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας (βλ. Astor Manufacturing v. A & G Leventis Co.
(1993)1 ΑΑΔ 726 σελ 730, Ikos Cif Ltd v 1. Martin Coward κ.α. ECLI:CY:AD:2014:A205, Πολιτικές Εφέσεις 137/2013 και 138/2013, 20/3/2014).
(5)Η σημασία του θέματος της δικαιολόγησης της καθυστέρησης ποικίλλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης και σχετίζεται με τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης (βλ. SABA & CO (T.M.P) v. T.M.P. Agents
(1994)1 AΑΔ 426 στη σελ 432, Ikos Cif Ltd v 1. Martin Coward κ.α., πιο πάνω).
(6)Αίτηση τροποποίησης δεν είναι δυνατό να επιτύχει αν το υλικό, το οποίο σκοπείται να εισαχθεί, ήταν σε γνώση του αιτητή ή μπορούσε με εύλογη επιμέλεια να εντοπιστεί έγκαιρα. (βλ. Γραμμές Στριντζή Αιγαίου Ναυτική Εταιρεία v. Always Travel Holidays Ltd
(1995)1 ΑΑΔ 607, United Sea Transport Ltd v. Zakou
(1980)1 AΑΔ 501, Ikos Cif Ltd v
- Martin Coward κ.α., πιο πάνω). Η γραμμή αυτή της νομολογίας συναρτάται απόλυτα με την φειδώ με την οποία το Δικαστήριο θα πρέπει να ασκεί τη διακριτική του ευχέρεια, ιδίως στις περιπτώσεις όπου η όποια καθυστέρηση ενέχει καταλυτικές επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου (βλ. Ikos Cif Ltd v
- Martin Coward κ.α., πιο πάνω).
(7)Η τροποποίηση είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαίο για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις που η τροποποίηση δυνατό να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμη εκεί που η κακή πίστη του Αιτητή είναι εμφανής (βλ. Περικτιόνη Χρίστου ν. Αζά πιο πάνω).
(8)Η σύγχρονη τάση είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες περιπτώσεις, ακόμα και αν η αναγκαιότητα τροποποίησης είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα. (βλ. Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου
(1991)1 ΑΑΔ 934 στη σελ 939 και Evripidou v. Kannaourou
(1985)1 CLR 21 στην σελ. 27). Ο κρίσιμος παράγοντας είναι η ανάγκη για προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων και η διατύπωση των θέσεων των διαδίκων (βλ. Ikos Cif Ltd v 1. Martin Coward κ.α., πιο πάνω).
(9)Όσο φιλελεύθερη και αν δικαιολογείται να είναι η προσέγγιση στο θέμα τροποποίησης δικογράφων το ζήτημα εξακολουθεί να υπόκειται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου. Γνώμονας για την άσκηση αυτής της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου είναι το σύνολο των περιστατικών και όχι μόνο το επανορθώσιμο των συνεπειών της τροποποίησης ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο (βλ. Ταξί Κυριάκος Λτδ ν. Παύλου
(1995)1 ΑΑΔ 560).
(10)Το ότι με την τροποποίηση επιδιώκεται η εισαγωγή νέας βάσης αγωγής δεν σημαίνει αφ' εαυτού ότι η τροποποίηση δεν μπορεί να επιτραπεί (βλ. SABA & CO (T.M.P) v. T.M.P. Agents πιο πάνω, Ikos Cif Ltd v 1. Martin Coward κ.α., πιο πάνω).
(11)Όπου τα γεγονότα που ο αιτητής προτίθεται να εισαγάγει με την αίτησή του είναι γνωστά στον καθ' ου η αίτηση τότε το πλαίσιο της δίκης δεν μεταβάλλεται και ούτε επιφέρονται ζημιογόνες συνέπειες στα δικαιώματά του (βλ. BAUER SPEZIALTIENFBAU GMBH, και άλλος ν. DIVNOGORSK SHIPPING CO LTD
(2002)1Α ΑΑΔ 618 σελ. 625) ή όπου θα συγκεκριμενοποιηθούν υφιστάμενοι ισχυρισμοί που θα θέσουν τα δικόγραφα σε τάξη Federal Bank of Lebanon v. Σιακόλα
(1999)1 ΑΑΔ 44 ή όπου θα εισαχθούν περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες υφιστάμενου ισχυρισμού (βλ. Alexandrou Rent a Car v. Δήμητρας Α. Νεάρχου
(1992)1 ΑΑΔ 111). Οι αρχές αυτές επαναλήφθηκαν πρόσφατα στην Kayat Trading Ltd v. GENZYME CORPORATION, Πολιτική Έφεση Αρ. 58/2012, ημερ. 4.3.2013, όπου λέχθηκαν τα εξής: «Το συμπέρασμα που μπορεί με ασφάλεια να συναχθεί από τη σχετική νομολογία, είναι ότι το θέμα, τροποποίησης δικογράφων, ανάγεται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου η οποία ασκείται φιλελεύθερα και δεν διέπεται από άκαμπτους κανόνες, αλλά από διάφορους παράγοντες, η βαρύτητα των οποίων ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Η βασική αρχή η οποία πηγάζει μέσα από την εν λόγω νομολογία είναι, όπως πολύ εύστοχα επισημάνθηκε στην υπόθεση Clive Preece: "Αίτηση για τροποποίηση δικογράφου μπορεί να εγκριθεί σε κάθε στάδιο της διαδικασίας εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις οι οποίες καθιστούν την τροποποίηση απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης. Το συμφέρον της δικαιοσύνης αποτιμάται ύστερα από συνεκτίμηση όλων των παραγόντων της κάθε υπόθεσης, συμπεριλαμβανομένων και των επιπτώσεων που ενδεχομένως θα προκληθούν στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Βλ. Εθν. Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. κ.α. ν. Βιομ. Χαρ. Αλωνεύτης Λτδ κα
(2002)1(Α) ΑΑΔ 237. Στην Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου
(1991)1 ΑΑΔ 934 έχει ειπωθεί ότι η σύγχρονη τάση είναι να επιτρέπουν τα δικαστήρια τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμα και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα." Στην προκειμένη περίπτωση, πέραν του ζητήματος της τροποποίησης, τίθεται και θέμα δεδικασμένου, κωλύματος ή/και κατάχρησης της δικαστικής διαδικασίας για τον λόγο ότι οι Αιτητές, στο προηγούμενο τους διάβημα για τροποποίηση είχαν συμπεριλάβει ως η θέση των κσθ'ων η Αίτηση πανομοιότυπο με το παρόν, αίτημα, το οποίο όμως, απερρίφθηκε. Για να υφίσταται δεδικασμένο υπό την αυστηρή νομική έννοια θα πρέπει να πληρούνται τέσσερεις προϋποθέσεις. Πρώτον, η απόφαση να είναι τελεσίδικη. Δεύτερον, να υπάρχει ταύτιση διαδίκων. Τρίτον, να υπάρχει ταύτιση ιδιότητας διαδίκων και τέταρτον να υπάρχει ταύτιση επιδίκων θεμάτων. (βλ. σύγγραμμα Το Δίκαιο της Απόδειξης - Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές
(2014), σελ.928, των Ηλιάδη και Σάντη). Στόχος του δεδικασμένου είναι να διασφαλιστεί η αρχή της τελεσιδικίας και να αποτραπεί το φαινόμενο ένας διάδικος να υποχρεωθεί να προστατεύσει τον εαυτό του δύο φορές για το ίδιο θέμα (βλ. Παπέττα v. Σ.Μ.Φλόκκας Λτδ κ.α
(2001)1 Α.Α.Δ. 1703). Η αρχή του δεδικασμένου, δεν τυγχάνει εφαρμογής σε ενδιάμεσες αιτήσεις παρά μόνο όταν υπάρχει απόφαση κατά τρόπο καθοριστικό επί της ουσίας των επιδίκων θεμάτων. Σχετική επί του ζητήματος είναι η υπόθεση Recnex Trading Limited κ.α v. Τράπεζας Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, ECLI:CY:AD:2014:A269, Πολ. Έφεση 71/2011, ημερ. 16.4.2014, στην οποία αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Οι ενδιάμεσες αποφάσεις, πλην ειδικών περιπτώσεων, δεν θεωρούνται τελεσίδικες ακόμη και αν αποφασίζεται τελικώς ένα ζήτημα το οποίο κρίνεται δεσμευτικό για την μετέπειτα διαδικασία. Η απόρριψη μιας ενδιάμεσης αίτησης δεν μπορεί να θεωρηθεί ως τελική και ως εκ τούτου η καταχώρηση νέας δεν μπορεί να προσκρούσει στην αρχή του δεδικασμένου. Εναπόκειται πάντοτε στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου αν θα εγκρίνει τη δεύτερη αίτηση ή αν θα την απορρίψει, ελλείψει νέων στοιχείων. [.] Εξαρτάται πάντοτε από το κατά πόσο η απορριπτική απόφαση επεκτάθηκε σε ζητήματα επί της ουσίας. Σε αντίθετη περίπτωση, σε ενδιάμεσες αιτήσεις και εκεί όπου δεν αποφασίζεται οτιδήποτε, εκτός από το γεγονός ότι το Δικαστήριο για άλλους λόγους αρνήθηκε να παραχωρήσει τη θεραπεία που ο διάδικος ζήτησε, τότε το δεδικασμένο δεν καλύπτει την περίπτωση». Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Spencer Bower, Turner and Handley, The Doctrine of Res Judicata, 1996, σελ.82: «Although some interlocutory orders may finally determine some question and be binding in later stages of the proceedings, the dismissal of an interlocutory application is not final and will not bar a further application on the ground of res judicata, although the further application is not likely to succeed unless supported by additional evidence or a different argument». Σε ότι αφορά το ζήτημα της κατάχρησης σχετική είναι η υπόθεση Constantinides v. Vima Ltd
(1983)1 C.L.R στην οποία επισημαίνεται ότι κάθε Δικαστήριο έχει σύμφυτη εξουσία να παρεμποδίζει κατάχρηση οποιασδήποτε δικαστικής διαδικασίας. Η εξουσία αποβλέπει στην αποτροπή υπονόμευσης της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. Η όποια διαδικασία μπορεί να κατασταλεί όποτε η προσεπίκληση της μολύνεται από αλλότρια κίνητρα (βλ. επίσης Βασιλείου v. Μακρίδη
(2000)2 Α.Α.Δ. 133, M & M Loizou Ltd v. Jumbo Investments Ltd
(2000)2 Α.Α.Δ. 717 και Χαραλαμπίδης v. Κωμοδρόμου
(2002)2 Α.Α.Δ. 522). Ξεκινώντας την εξέταση, απ΄ αυτά τα δύο ζητήματα, ανενδοίαστα βρίσκω ότι δεν υφίσταται ούτε ζήτημα δεδικασμένου, ούτε ζήτημα κατάχρησης. Δεδικασμένο δεν υφίσταται, διότι, καμία απόφαση και μάλιστα τελεσίδικη δεν υπήρξε επί των επιδίκων θεμάτων με την προηγούμενη ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου. Ούτε και υπήρξε κρίση, επί της ουσίας, του εδώ αιτήματος των Αιτητών. Η προηγούμενη αίτηση τροποποίησης στόχευε στην τροποποίηση του παρακλητικού Γ της αγωγής αλλά με άλλο τρόπο ο οποίος διαφέρει κατά την κρίση μου σημαντικά από το αιτητικό 3 της υπό εξέταση αίτησης. Το αιτητικό της υπό εξέταση αίτησης διαφέρει από το αιτητικό της αίτηση τροποποίησης ημερομηνίας 17/9/14 και ως εκ τούτου η προώθηση άλλης αίτησης τροποποίησης από μέρους των Αιτητών είναι απόλυτα θεμιτή, Για τους ίδιους ουσιαστικά λόγους και με δεδομένο ότι η κατάσταση έχει διαφοροποιηθεί δεν υπάρχει ούτε και κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. Δεν επιχειρείται ανατροπή ή υποσκελισμός της προηγούμενης ενδιάμεσης απόφασης του Δικαστηρίου. Ο διαμορφωμένος τρόπος με τον οποίο τίθεται το αίτημα των Αιτητών, - για πρώτη φορά - θα τύχει κρίσης από το Δικαστήριο. Σε ότι αφορά τον επηρεασμό της αίτησης τροποποίησης από το γεγονός ότι έχει ήδη εκδοθεί εκ συμφώνου απόφαση εναντίον των Εναγομένων 1 και 4 και της εισήγησης που προβάλλεται από πλευράς των Εναγομένων 2 και 3 ότι η τροποποίηση δεν πρέπει να επιτραπεί ούτως ώστε να μην υπάρχουν δύο διαφορετικές αποφάσεις για το ίδιο επίδικο θέμα παρατηρώ ότι η τροποποίηση ως εισηγούνται οι Αιτητές τροποποιεί την έκθεση απαίτησης κατά τρόπο με τον οποίο το αξιούμενο ποσό διαχωρίζεται σε ληγμένα και μη ληγμένα ενοίκια φέροντας έτσι μικρότερο τόκο. Συγκεκριμένα η αξίωση επί της παραγράφου 15 Γ (παρακλητικό της αγωγής) ως έχει το καταχωρημένο κλητήριο ένταλμα διαβάζεται ως ακολούθως: «ποσό εκ €84,227.08 πλέον τόκοι 13% επί ποσού €83,413.79 από 17/09/2009 συμπεριλαμβανομένης μέχρι εξοφλήσεως με κεφαλαιοποίηση δύο φορές τον χρόνο». Με το αιτητικό Γ οι Αιτητές ζητούν όπως η πιο πάνω αξίωση τροποποιηθρί ώστε να διαβάζεται ως ακολούθως: « Γ) ι) €6.964,65 σεντ ποσό το οποίο αντιπροσωπεύει τα καθυστερημένα ενοίκια. ιι) €69,07 σεντ ως τόκοι επί των καθυστερημένων νεοικίων μέχρι την ημέρα τερματισμού της Συμφωνίας Ενοικιαγοράς, ήτοι μέχρι την 11/08/
- ιιι) Τόκο προς 13% επί του ποσού των καθυστερημένων δόσεων εκ €6.964,65 από 25/08/2009 μέχρι την πλήρη εξόφληση με δικαίωμα κεφαλαιοποίησης των τόκων κάθε 6 μήνες. ιν) €76.156,39 σεντ ποσό το οποίο αντιπροσωπεύει τα μη ληγμένα ενοίκια πλέον νόμιμο τόκο επί του ποσού των €76.156,39 από 11/08/2009 μέχρι την πλήρη εξόφληση με δικαίωμα κεφαλαιοποίηση κάθε 6 μήνες. Αναγκάζομαι να πω το αυτονόητο. Από την στιγμή που ο σκοπός της αίτησης είναι να καθορίσει το πραγματικό οφειλόμενο κατά τους Αιτητές ποσό και στην ουσία να μειώσει σημαντικά τον τόκο, από 13% σε νόμιμο , θεωρώ ότι είναι προς όφελος των ιδίων των Καθ΄ων η Αίτηση που ενστούν στην αίτηση να τροποποιηθεί το παρακλητικό αλλά και η απαίτηση και με αυτόν τον τρόπο αν η αγωγή των Εναγόντων έχει επιτυχή κατάληξη οι Καθ΄ων η Αίτηση να κληθούν να καταβάλουν μικρότερο από το αρχικά απαιτητό ποσό. Η διαμόρφωση αυτή του ποσού, δίνει έναυσμα στους Καθ'ών η Αίτηση να κάνουν αναφορές περί πρόκλησης σύγχυσής και περιπλοκής των επίδικων θεμάτων οι οποίες βασίζονται εξ' ολοκλήρου στο ζήτημα της ήδη υπάρχουσας απόφασης εναντίον των Εναγομένων 1 και
- Αυτές οι εισηγήσεις δεν μπορούν να δικαιολογηθούν αφού η απαίτηση των Εναγόντων εναντίον των όλων των Εναγομένων είναι αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένη. Θα μπορούσαν δηλαδή να καταχωρηθούν ακόμη και ξεχωριστές αγωγές για τον καθένα από τους Εναγόμενους και να μην δημιουργούσε κανένα κώλυμα η έκδοση απόφασης εις μία εξ' αυτών με την εκδίκαση εις άλλης εξ' αυτών. Δεν παραγνωρίζω ότι η αίτηση έχει καταχωρηθεί με μεγάλη καθυστέρηση και συμφωνώ με την εισήγηση των Καθ'ων η Αίτηση ότι οι δικηγόροι οφείλουν να είναι πιο επιμελής στην προετοιμασία των υποθέσεων τους. Παρά ταύτα για τον λόγο που έχω αναφέρει πιο πάνω θεωρώ ότι θα ήταν άδικο περισσότερο για την πλευρά των Καθ'ων η Αίτηση παρά των Αιτητών να μην εγκριθεί η παρούσα αίτηση. Επί της ουσίας του αιτήματος και λαμβάνοντας υπόψη μου τις εφαρμοστέες νομικές αρχές, φρονώ πως η αιτούμενη τροποποίηση θα πρέπει να επιτραπεί. Άσκησα την διακριτική μου ευχέρεια λαμβάνοντας υπόψη τα ακόλουθα:
- Η ακρόαση της υπόθεσης δεν έχει ξεκινήσει και ως εκ τούτου ουδεμία αδικία προκαλείται στην άλλη πλευρά.
- Κρίνω ότι οι αιτούμενες τροποποιήσεις είναι αναγκαίες και σίγουρα δεν επαναπροσδιορίζουν τα επίδικα θέματα.
- Δεν έχει καταδειχθεί ότι οι αιτούμενες τροποποιήσεις θα επιφέρουν οποιαδήποτε βλάβη στους Καθ'ών η Αίτηση η οποία δεν μπορεί να αποζημιωθεί με την κατάλληλη διαταγή ως προς τα έξοδα. Αντιθέτως ως αναλυτικά έχω εξηγήσει ανωτέρω είναι προς όφελος τους σε περίπτωση που η αγωγή των Εναγόντων έχει επιτυχή κατάληξη. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Ως εκ των ανωτέρω, η αίτηση ημερομηνίας 3/12/15 επιτυγχάνει. Ως εκ τούτου ,εκδίδεται διάταγμα ως τα αιτητικά 1,2 και 3 της αίτησης ημερομηνίας 3/12/
- Τροποποιημένη έκθεση απαίτησης να καταχωριστεί και αντίγραφο να δοθεί στο συνήγορος των Εναγομένων 2 και 3 εντός 21 ημερών από σήμερα. Να ακολουθήσουν τροποποιημένες υπεράσπισεις των Εναγομένων 2 &3 στην τροποποιηθείσα έκθεση απαίτησης εντός 21 ημερών. Κατά τα λοιπά να ακολουθηθούν οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας Με έχει προβληματίσει ιδιαίτερα το θέμα των Εξόδων ενόψει της άτυπης πρακτικής που υπάρχει, σε τέτοιες Αιτήσεις οι Καθ΄ ων να δικαιούνται να λαμβάνουν όλα τα Έξοδα ανεξάρτητα από του εάν δέχονται ή ενίστανται στην Αίτηση, από το εάν διεξάγεται ακρόαση ή όχι. Η δική μου άποψη είναι ότι, αφής στιγμής καταχωριστεί Ένσταση, διεξαχθεί ακρόαση και η Αίτηση εγκριθεί, η επιτυχία αυτή της Αίτησης κατά κανόνα σημαίνει ότι οι Αιτητές πρέπει να δικαιούνται στα Έξοδα της διαδικασίας. Τα υπόλοιπα όμως έξοδα τα οποία αναγκαστικά θα δημιουργηθούν λόγω της καταχώρισης της Αίτησης είναι Έξοδα που σε όλες τις περιπτώσεις τα δικαιούνται οι Καθ΄ ων αφού δημιουργήθηκαν από ενέργειες των Αιτητών και χωρίς οιαδήποτε υπαιτιότητα των Καθ΄ ων η Αίτηση. Γι΄ αυτό πιστεύω ότι, το Δικαστήριο πριν από την έκδοση της διαταγής για έξοδα, θα πρέπει να εξετάζει όλους τους σχετικούς παράγοντες (λόγους επιτυχίας της Αίτησης, δικαιολογημένο της Ένστασης, κλπ). Στην παρούσα περίπτωση έχω καταλήξει ότι, εφόσον η αίτηση εγκρίνεται, οι Ενάγοντες -Αιτητές δικαιούνται στα Έξοδα τα οποία δημιουργήθηκαν από την ημερομηνία καταχώρισης της Ένστασης μέχρι σήμερα, ημερομηνία εκφώνησης της Ενδιάμεσης Απόφασης. Τα υπόλοιπα έξοδα τα δικαιούνται οι Εναγόμενοι- Καθ'ων οι Αίτηση. Τα έξοδα που θα σπαταληθούν λόγω της τροποποίησης (thrown away expenses) όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο επιδικάζονται υπέρ των Καθ'ων η Αίτηση 2 & 3 / Εναγομένων 2 & 3 και εναντίον των Εναγόντων-Αιτητών και θα είναι εισπραχθέα στο τέλος της διαδικασίας στην πιο πάνω αγωγή. Τα έξοδα της Αίτησης ημερομηνίας 3/12/15 από την ημερομηνία καταχώρησης ένστασης μέχρι και την ημερομηνία εκφώνησης της ενδιάμεσης απόφασης επιδικάζονται υπέρ των Εναγόντων-Αιτητών και εναντίον των Καθ'ων η Αίτηση 2 & 3- Εναγομένων 2 &3 και θα είναι εισπραχθέα στο τέλος της διαδικασίας στην πιο πάνω αγωγή (Υπ). ................. Ε. Ευθυμίου - Ανδρέου, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1]
- The Court or a Judge may, at any stage of the proceedings, allow either party to alter or amend his indorsement or pleadings, in such manner and on such terms as may be just, and all such amendments shall be made as may be necessary for the purpose of determining the real questions in controversy between the parties. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο