Gazin Holdings Corp ν. Magot Incorporation Limited, Αρ. Αγωγής: 2715/2015, 18/8/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2016:A368 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Ε. Ευθυμίου-Ανδρέου, Ε. Δ. Αρ. Αγωγής: 2715/2015 Gazin Holdings Corp, εκ Βρετανικών Παρθένων Νήσων Εναγόντων -και- Magot Incorporation Limited, εκ Λεμεσού Εναγομένων Ημερομηνία: 18 Αυγούστου 2016 Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες / Αιτητές : κα Ε.Κονναρή για Ανδρέας Κονναρής ΔΕΠΕ και κος Χ.Βελάρης για Βελάρης και Βελαρής ΔΕΠΕ Για τους Εναγόμενους /Καθ'ών η Αίτηση : Δρ. Π.Ν.Κούρτελλος για Π.Ν.Κούρτελλος & Συνεργάτες ΔΕΠΕ και κος Δ.Κάτσης για D.Katsis LLC Ενδιάμεση Απόφαση στην Αίτηση ημερομηνίας 14.10.2015 για έκδοση συνοπτικής απόφασης Ιστορικό της υπόθεσης Η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή καταχωρήθηκε στις 2.7.2015 με ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα με το οποίο οι Ενάγοντες ζητούν έκδοση απόφασης για ποσό USD 18.615 πλέον τόκο 5% ετησίως από 19.3.2013 μέχρι τελικής εξοφλήσεως, και USD 57.385 πλέον τόκο 5% ετησίως από 23.3.
- Τα δύο αυτά ποσά αφορούν έξοδα τα οποία ψηφίστηκαν ή υπολογίστηκαν προς όφελος των Εναγόντων σε αποφάσεις που εκδόθηκαν από το Εμπορικό Τμήμα του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Ανατολικής Καραϊβικής στις Βρετανικές Παρθένες Νήσους. Οι Εναγόμενοι καταχώρησαν σημείωμα εμφάνισης στις 26.8.
- Ακολούθησε η καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης εκ μέρους των Εναγόντων/Αιτητών (στο εξής «οι Αιτητές») στις 14.10.15 η οποία αναπόφευκτα προσέκρουσε στην Ένσταση των Εναγομένων/ Καθ' ων η Αίτηση (στο εξής «οι Καθ'ών η Αίτηση») που καταχωρήθηκε στις 22.3.
- Η Αίτηση και η Ένορκη Δήλωση που την Συνοδεύει Με την αίτηση τους οι Αιτητές ζητούν την έκδοση συνοπτικής απόφασης εναντίον των Καθ'ών η Αίτηση ως η Έκθεση Απαίτησης λόγω του ότι οι τελευταίοι στερούνται υπεράσπισης. Η αίτηση βασίζεται στο Άρθρο 29 του περί Δικαστηρίων Νόμου Ν.14/1960στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.18 Θ1(α), 2,4,5,6,8,9, Δ.48 Θ1,2,3,4 και 9, Δ.64, στο Κοινοδίκαιο, και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Η αίτηση στηρίζεται στα γεγονότα ως αυτά εκτίθενται στη ένορκη δήλωση του Stephan Clause Roh από την Ελβετία που την συνοδεύει (στο εξής «Ε/Δ Roh»). Ο ομνύων αναφέρει ότι είναι ο διευθυντής και μέτοχος στο 100% του μετοχικού κεφαλαίου των Αιτητών και προσωπικός γνώστης της υπόθεσης. Αναφέρεται στο ιστορικό των δικαστικών διαδικασιών μεταξύ Αιτητών και Καθ'ών η Αίτηση τόσο στην Κύπρο όσο και στο εξωτερικό δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση στις εκδοθείσες προς όφελος των Αιτητών αποφάσεις από το Εμπορικό Τμήμα του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Ανατολικής Καραϊβικής στις Βρετανικές Παρθένες Νήσους (στο εξης των Ανώτατο Δικαστήριο των ΒΠΝ»). Επισυνάπτει στην ένορκη του δήλωση ως τεκμήρια τις δυο αποφάσεις του Ανωτατού Δικαστηρίου των ΒΠΝ καθώς και μεταξύ άλλων γνωμάτευση από δικηγόρο των Βρετανικών Παρθένων Νήσων (στο εξής «οι ΒΠΝ») στο οποίο γίνεται εκτενής αναφορά σε σχέση με την τελεσιδικία των δύο αποφάσεων αλλά και σε σχέση με το δικονομικό καθεστώς στις ΒΠΝ. Στην κατακλείδα του ζητά από το Δικαστήριο την έκδοση συνοπτικής απόφασης για το συνολικό ποσό που έχει προκύψει και που οφείλεται ως έξοδα στους Ενάγοντες δυνάμει των αποφάσεων Ανωτάτου Δικαστηρίου των ΒΠΝ επιβεβαιώνοντας παράλληλα ότι το ποσό αυτό ισχύει μέχρι σήμερα και δεν έχει γίνει καμία πληρωμή έναντι του. Υποστηρίζει με ιδιαίτερη επίταση ότι ουδεμία υπεράσπιση υπάρχει για την πλευρά των Εναγόντων. Η Ένσταση και η Ένορκη Δήλωση που την Συνοδεύει Η Αίτηση αναπόφευκτα προσέκρουσε στην Ένσταση των Καθ΄ ων η Αίτηση οι οποίοι καταχώρησαν ειδοποίηση για πρόθεση Ένστασης (στο εξής «η Ένσταση») προβάλλοντας ως συγκεκριμένους λόγους ένστασης τους ακόλουθους:
- Το πραγματικό και/ή νομικό υπόβαθρο στο οποίο στηρίζεται η Αίτηση δεν δικαιολογεί την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων και/ή στη νομική βάση της Αίτησης δεν συμπεριλαμβάνεται το δικαιοδοτικό βάθρο που να επιτρέπει και/ή δικαιολογεί την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων ώστε η Αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί.
- Δεν πληρούνται οι αναγκαίες προϋποθέσεις που τίθενται από την Διαταγή 18 προκειμένου για την μη πλήρη διεξαγωγή δίκης, έτι δεν υφίσταται καλόπιστη υπεράσπιση εκ μέρους των Καθ΄ ων η Αίτηση η οποία έλκει την πλήρη ακρόαση της ουσίας της αγωγής.
- Οι αιτούμενες τελικές θεραπείες της υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγής προσκρούουν και/ή αντιμάχονται ρητή νομοθετική διάταξη και/ή προσκρούουν σε κώλυμα και/ή η αλλοδαπή απόφαση και/ή τα αλλοδαπά δικαστικά διατάγματα των οποίων και/ή επί των οποίων διώκεται η έκδοση απόφασης κατά τρόπο συνοτπικό αποτελούν απόπειρα εκ του πλαγίου εγγραφής κατ΄ ισχυρισμό αλλοδαπών αποφάσεων τα οποία είναι εγγράψιμα επί τη βάσει μόνο του περί Αλλοδαπών Αποφάσεων (Αμοιβαία Εκτέλεση) Νόμου Κεφ.
- Οι Αιτητές κωλύονται να προωθούν την παρούσα λόγω ρητής νομοθετικής διάταξης ήτοι των προνοιών του περί Αλλοδαπών Αποφάσεων (Αμοιβαία Εκτέλεση) Νόμου Κεφ. 10 (άρθρα 4 και 6) και/ή εμποδίζονται να προωθούν άλλες διαδικασίες αναγνώρισης αλλοδαπής απόφασης, στις περιπτώσεις όπως στην παρούσα οπότε και τυγχάνει εφαρμογής το Κεφ.
- Οι Αιτητές διώκουν εκ του πλαγίου και/ή καταχρηστικά την εισαγωγή στην ημεδαπή έννομη τάξη αλλοδαπής απόφασης και/ή διαταγμάτων κατά τρόπο αντικανονικό και/ή σε αντίθεση μετά της οικείας νομοθεσίας και/ή νομολογίας.
- Η υπαλλακτική διαδικασία καταχώρισης αγωγής ως εις την παρούσα υπό των Αιτητών είναι ανεφάρμοστη καθώς βάση της αγωγής και/ή της αίτησης για συνοπτική απόφαση των εναγόντων αποτελούν κατ΄ ισχυρισμό αλλοδαπή απόφαση και/ή διατάγματα.
- Ειδικότερα οι Καθ΄ ων η Αίτηση εγείρουν μετά της Ειδοποίησης Ένστασης και τους ακόλουθους λόγους ένστασης: i. Το Δικαστήριο στερείται της αναγκαίας δικαιοδοτικής βάσης προκειμένου για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων ως εκ του ότι αφορούν σε αλλοδαπή απόφαση για τον τρόπο εισαγωγής της οποίας στην ημεδαπή έννομη τάξη προνοείται ειδική διαδικασία κατά τον οικείο Νόμο. ii. Η έκδοση τελικής θεραπείας ως η αγωγή θα ισοδυναμούσε με παράβαση του περί Αλλοδαπών Αποφάσεων (Αμοιβαία Εκτέλεση) Νόμου Κεφ. 10, οι πρόνοιες του οποίου είναι επιτακτικής φύσης. iii. Η υπό κρίση εδράζεται σε αγωγή που καίτοι παραπέμπει δεν εκπληρώνει δεόντως τα συστατικά στοιχεία αγωγής καταχωρηθείσης επί αλλοδαπής απόφασης κατά το Κοινό δίκαιο (action on a foreign judgment at common law). iv. H αλλοδαπή απόφαση και/ή διατάγματα που επικαλούνται ο Αιτητές εμπίπτουν στην κατηγορία των εγγράψιμων αποφάσεων δυνάμει του περί Αλλοδαπών Αποφάσεων (Αμοιβαία Εκτέλεση) Νόμου Κεφ.
- v. Η ορθή διαδικασία, είναι αυτή που προνοείται από το Κεφ.10, δηλαδή η λήψη διατάγματος εγγραφής και εκτέλεσης αλλοδαπής απόφασης και όχι η καταχώριση αγωγής επί αλλοδαπής απόφασης και/ή προώθηση αυτοτελούς αγωγής οποιοδήποτε εκ των δύο και να ήθελε ισχύει εις στην παρούσα. vi. Η αλλοδαπή Απόφαση και/ή διατάγματα δεν ενσωματώνουν την αποδοχή (consent) των Εναγομένων μερών υπέρ της αναγνώρισης και/ή εκτέλεσης της αλλοδαπής Απόφασης εις οποιαδήποτε δικαιοδοσία. vii. Οι Αιτητές δεν έχουν προσαγάγει δεόντως μετάφραση στην ελληνική γλώσσα της αλλοδαπής απόφασης και/ή των διαταγμάτων τα οποία διώκουν εκ του πλαγίου και/ή παρακάμπτοντας την ενδεδειγμένη εκ του νόμου διαδικασία εγγραφή και/ή αναγνώριση.
- Το πραγματικό υπόβαθρο στο οποιο εδράζεται το Γενικό Κλητήριο Ένταλμα και/ή η Έκθεση Απαίτησης δεν αποκαλύπτει στην πληρότητα του τα γεγονότα και/ή γεγονότα που έχουν ακολουθήσει την καταχώρηση που στοιχειοθετούν έτοι περαιτέρω την αναγκαιότητα να δοθεί δυνατότητα υπεράσπισης στους Καθ΄ ων η Αίτηση και/ή οι Αιτητές έχουν αποτύχει να θέσουν υπόψη του Δικαστηρίου πάντα τα νομικά και/ή πραγματικά περιστατικά.
- Οι Αιτητές απέτυχαν και/ή παράλειψαν να προβούν σε πλήρη έκθεση όλων των γεγονότων που αφορούν στην αξίωση των, ουσιαστικά δε γεγονότα που παραλείφθηκαν δυνατόν να επηρεάσουν την κρίση επί της ουσίας της αξίωσης του Δικαστηρίου.
- Οι Καθ΄ ων η Αίτηση έχουν βάση καλής υπεράσπισης στην αγωγή και/ή στο εισαγωγικό της διαδικασίας διάβημα των Αιτητών ώστε δέον να τους δοθεί η δυνατότητα έκθεσης των συναφών ισχυρισμών και/ή το δικαίωμα να υπερασπιστούν.
- Η μαρτυρία υπέρ της Αίτησης πάσχει μερικότητας σε ότι αφορά κρίσιμα νομικά και πραγματικά περιστατικά ώστε το Δικαστήριο δεν μπορεί να βασιστεί εις αυτή επί σκοπό έκδοσης τελικής θεραπείας κατά τρόπο συνοπτικό ώστε η Αίτηση δέον να απορριφθεί. Η Ένσταση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.18 Θ.Θ.1-9, Δ.39 Θ.Θ.1-21, Δ.48 Θ.Θ.1-13, Δ.5, Δ.58 Θ.Θ.1-3 και Δ.64 Θ.Θ.1-2, στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ.6 στα άρθρα 1-5, 7-8,9, στον περί Επισήμων Γλωσσών της Δημοκρατίας Νόμο του 1988 (67/1988) Άρθρο 5, στον περί Δικαστηρίων Νόμο 14/60, άρθρα 1-28, 29, 31,32,41,42 και 43-71, στα άρθρα 4,6,8,9,10 του περί Αλλοδαπών Αποφάσεων (Αμοιβαία Εκτέλεση) Νόμου Κεφ. 10 στα άρθρα 4,6,30
(2), 54,61,146 και 152 του Συντάγματος, στην Αγγλική και Κυπριακή Νομολογία καθώς και στις αρχές της επιείκειας, του κοινού δικαίου, στις συμφυείς και εγγενείς Εξουσίες, στη γενική Πρακτική και στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Η Ένσταση υποστηρίζεται από την Ένορκη Δήλωση του Αντώνη Βαφέα (στο εξής «Ε/Δ Βαφέα»). Ο ομνύων αναφέρει ότι είναι ένας εκ των διευθυντών των Καθ΄ ων η Αίτηση και εξουσιοδοτημένος να προβεί στην υποστηρικτική της Ενστάσεως ένορκη δήλωση. Ο ενόρκως δηλών απορρίπτει το περιεχόμενο της Ε/Δ Roh και αναφέρει ότι διαφωνεί πλήρως με την Αίτηση για έκδοση συνοπτικής απόφασης. Αναφέρεται επιγραμματικά στην παράγραφο 7 της ένορκης του δήλωσης στην θέση του ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις όπως τίθενται από την Δ.18 για την μη πλήρη διεξαγωγή δίκης αφού οι Καθ΄ ων η Αίτηση έχουν καλή υπεράσπιση στην απαίτηση των Αιτητών. Ο ομνύων παραπονείται ότι οι Αιτητές επιδιώκουν εκ του πλαγίου και καταχρηστικά την εισαγωγή στην ημεδαπή έννομη τάξη αλλοδαπής απόφασης κατά τρόπο αντικανονικό που έρχεται σε αντίθεση με την οικεία νομοθεσία. Ο ομνύων εξηγεί τις θέσεις του σε ότι αφορά την ακαταλληλότητα του διαβήματος που προωθείται με την παρούσα αγωγή από τους Αιτητές. Αναφέρει ότι ο σκοπός των Καθ΄ ων η Αίτηση είναι να προσάγουν στο κατάλληλο δικονομικό στάδιο « εφόσον ήθελεν χρειασθεί μαρτυρία επί του αλλοδαπού δικαίου εξ΄ σού και εύλογο είναι να τους επιτραπεί να υπερασπιστούν αντί της εκδόσεως συνοπτικής απόφασης ως η αίτηση» κατά τα λεγόμενα του ιδίου του ομνύοντα. Επεκτείνει την σκέψη του για να ισχυριστεί στην ουσία τέσσερα σημεία σε σχέση με την έκδοση συνοπτικής απόφασης. Το πρώτο αφορά την έκδοση τελικής θεραπείας αφού ένα τέτοιο αποτέλεσμα θα ισοδυναμούσε με παράβαση του Κεφ.10 οι πρόνοιες του οποίου είναι επιτακτικής φύσεως. Το δεύτερο σημείο είναι ότι η υπό κρίση αίτηση εδράζεται σε αγωγή που καίτοι παραπέμπει δεν εκπληρώνει δεόντως τα συστατικά στοιχεία αγωγής καταχωρηθείσης επί αλλοδαπής Απόφασης κατά το Κοινοδίκαιο. Το τρίτο και τέταρτο σημείο είναι συνυφασμένα αφού ο ομνύων ισχυρίζεται ότι η απόφαση και τα διατάγματα που επικαλούνται οι Αιτητές εμπίπτουν στην κατηγορία των εγγράψιμων αποφάσεων δυνάμει του Κεφ. 10 του έστι η ορθή διαδικασία είναι αυτή που προνοείται από το Κεφ. 10 και όχι καταχώρηση αγωγής επί αλλοδαπής απόφασης ως η μέθοδος που επέλεξαν οι Αιτητές. Στην κατακλείδα του ο ομνύων θεωρεί ότι οι Αιτητές έχουν αποτύχει να θέσουν υπόψη του Δικαστηρίου τα νομικά και/ή πραγματικά περιστατικά, δεν αποκαλύπτουν στην πληρότητα του γενικού κλητηρίου εντάλματος τα γεγονότα και /ή τα γεγονότα που έχουν ακολουθήσει μετά την καταχώρηση της αγωγής και εισηγείται ότι το Δικαστήριο πρέπει να ασκήσει την διακριτική του ευχέρεια και να απορρίψει την Αίτηση ώστε να κριθεί η αγωγή στην εντέλεια των νομικών περιστατικών που την αφορούν διαφορετικά το Δικαστήριο δεν δύναται να έχει «πλήρη εποπτεία κρίσιμων για την μόρφωση δικανικής άποψης» κατά τα λεγόμενα και πάλι του ιδίου. Ο ομνύων παραπέμπει σε σειρά από επισυνημμένα τεκμήρια, το σημαντικότερο εκ των οποίων, κατά την κρίση μου, το Τεκμήριο 3 Jonathan Cotton «Τhe Dispute Resolution Review» 7th edition, Law Business Research, Φεβρουάριος 2015» όπου στο Κεφάλαιο 6 γίνεται ιδιαίτερη αναφορά στις ΒΠΝ και ιδιαίτερα στις δικαστικές και δικονομικές διαδικασίες. Ακροαματική Διαδικασία Κατά την ακροαματική διαδικασία δεν κλήθηκαν για αντεξέταση οι ενόρκως δηλούντες, με αποτέλεσμα να δοθεί απευθείας ο λόγος στους συνηγόρους να επιχειρηματολογήσουν προς υποστήριξη των θέσεων των πελατών τους. Αμφότεροι το έπραξαν με επάρκεια και πληρότητα, παραπέμποντας το Δικαστήριο στις εφαρμοστέες επί του ζητήματος νομικές αρχές. Ο κάθε ένας βεβαία από τη δική του οπτική γωνία των πραγμάτων και αναπόφευκτα μέσα από την ανάλυση τους καταλήγουν σε αντίθετα συμπεράσματα. Αντικείμενο μεγάλης ανάλυσης στις γραπτές αγορεύσεις των μερών είναι ο τρόπος ερμηνείας του Νόμου Περί Αλλοδαπών Αποφάσεων (Αμοιβαία Εκτέλεση) Κεφάλαιο 10 (στο εξής «Το Κεφ. 10») για την διάγνωση του πεδίου εφαρμογής του και είναι και το πρώτο σημείο που θα απασχολήσει το Δικαστήριο. Οι Αιτητές στην εμπεριστατωμένη και αναλυτική τους αγόρευση θεωρούν ότι οι ΒΠΝ δεν μπορούν να εμπίπτουν στη δικαιοδοσία του Ηνωμένου Βασιλείου καθότι ανεξάρτητο κράτος με δικούς του νόμους και Δικαστήρια απορρίπτοντας τον λόγο ένστασης των Καθ'ων η Αίτηση που αναφέρεται σε εφαρμογή του Κεφ.
- Είναι η θέση των Αιτητών ότι το Κεφ. 10 δεν εφαρμόζεται σε αποφάσεις που εκδίδονται από τα Δικαστήρια των ΒΠΝ υποστηρίζοντας την θέση τους αυτή με αναφορά στην πρωτογενή και δευτερογενή νομοθεσία. Στον αντίποδα σε μια ιδιαιτέρως εύγλωττη αγόρευση οι Καθ'ων η Αίτηση παραθέτουν επιχειρηματολογία σε σχέση με την εφαρμογή του Κεφ.
- Θεωρούν ότι οι ΒΠΝ δεν νοούνται ότι απολαμβάνουν καθεστώς αλλοδαπής χώρας για σκοπούς εφαρμογής του Κεφ.10 . Αναπτύσσουν την επιχειρηματολογία τους επικεντρώνοντας την αγόρευση τους σε τρια σημεία . Το πρώτο αφορά αυτό καθεαυτό το καθεστώς των ΒΠΝ σε σχέση με το Ηνωμένο Βασίλειο, προβάλλοντας την θέση ότι οι ΒΠΝ συγκαταλέγονται μεταξύ άλλων δεκατεσσάρων χωρών στα Βρετανικά υπερπόντια εδάφη, στους υπηκόους των οποίων απονεμήθηκε και υπηκοότητα. Το δεύτερο και τρίτο σημείο αφορούν το Κοινοτικό Δίκαιο. Οι Καθ'ών η Αίτηση αναφέρουν ότι με βάση τη δήλωση προσχώρησης του Ηνωμένου Βασιλείου στην Ευρωπαϊκή Ένωση επαληθεύεται η ιδιαίτερη και ειδική σχέση των ΒΠΝ για τις οποίες εφαρμόζονται οι διατάξεις του τέταρτου μέρους της συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης και όχι το Κοινοτικό Δίκαιο. Με γνώμονα αυτά τα δεδομένα ο ισχυρισμός των Καθ' ων η Αίτηση ότι οι ΒΠΝ αποτελούν ως πρώην αποικία πλέον κτήση του Ηνωμένου Βασιλείου και επακόλουθα οι αποφάσεις που προέρχονται από τα Δικαστήρια με αυτό το καθεστώς εγγράφονται συμφώνως με το Νόμο Περί Αλλοδαπών Δικαστικών Αποφάσεων (αμοιβαία εκτέλεση Κεφ. 10). Επεκτείνουν την εισήγηση τους αυτή για να αναφέρουν ότι ο εν λόγω νόμος εφαρμόζεται επιτακτικά και δεν επιτρέπει την προώθηση άλλων διαδικασιών για εγγραφή και εκτέλεση των δικαστικών αποφάσεων που προέρχονται από Δικαστήρια των κτήσεων Η εφαρμογή του Κεφ.10 Το πρώτο θέμα που θα απασχολήσει το Δικαστήριο είναι και το πρώτο σημείο που εγείρεται διά της ενστάσεως των Καθ' ων η Αίτηση και που αφορά το πραγματικό νομικό υπόβαθρο και τη νομική βάση της αίτησης. Συγκεκριμένα οι Καθ' ων η Αίτηση εισηγούνται ότι το Δικαστήριο στερείται της αναγκαίας δικαιοδοτικής βάσης για να εκδώσει τα αιτούμενα διατάγματα, αφού αυτά αφορούν αλλοδαπή απόφαση η οποία δύναται να εισάγεται στην ημεδαπή έννομη τάξη με τον τρόπο που περιγράφει ο οικείος Νόμος, δηλαδή το Κεφ. 10, δηλαδή την λήψη διατάγματος εγγραφής και εκτέλεσης αλλοδαπής απόφασης. Η εν λόγω θέση, ως αναφέρεται και πιο πάνω αντικρούεται από τους Αιτητές που υποστηρίζουν ότι η υπόθεση τους συγκεντρώνει τα συστατικά στοιχεία αγωγής καταχωρηθείσης επί αλλοδαπής απόφασης κατά το Κοινοδίκαιο. Πριν καν το Δικαστήριο ερευνήσει κατά πόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις για έκδοσης συνοπτικής απόφασης, πρέπει να ασχοληθεί με την ερμηνεία του Κεφ. 10 αφού ενδεχόμενη αποδοχή των ισχυρισμών της Ένστασης θα είναι καταλυτική για την υπό εξέταση αίτηση. Θυμίζω ότι οι αιτούμενες θεραπείες όπως αυτές διεκδικούνται στο κλητήριο ένταλμα αφορούν ποσά εξόδων τα οποία επιδικάστηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο των ΒΠΝ προς όφελος των Αιτητών σε διαδικασίες που εκκρεμούσαν μεταξύ Αιτητών και Καθ' ων η Αίτηση ενώπιον του εν λόγω Δικαστηρίου, μετά από αγωγές που καταχωρήθηκαν από τους τελευταίους. Η ορθότητα του δικονομικού διαβήματος για εκτέλεση απόφασης η οποία προέρχεται από ξένο για τη Δημοκρατία Δικαστήριο είναι ιδιαίτερο θέμα, στο οποίο η Νομολογία δεν έχει εντρυφήσει, με εξαίρεση μικρό αριθμό αποφάσεων αλλά και με εμφανή την αιτιολογία ότι η ένταξη της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση απλούστευσε τις διαδικασίες δικαστικής συνεργασίας σε μεγάλο βαθμό συμφώνως με το πνεύμα του χώρου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ο σκοπός της απλούστευσης των διαδικασιών αυτών εμπίπτει στο γενικότερο πνεύμα του Ευρωπαϊκού κεκτημένου για την διευκόλυνση και προώθηση κυρίως των εμπορικών σχέσεων των κρατών μελών μεταξύ τους. Τούτων λεχθέντων και με δεδομένο ότι οι ΒΠΝ εξαιρούνται της εφαρμογής του Ευρωπαϊκού νομοθετικού πλαισίου είναι αξιοπερίεργο πως η Κυπριακή Δημοκρατία δεν αναγκάστηκε να δρομολογήσει διμερή συμφωνία με τις ΒΠΝ για αμοιβαία αναγνώριση και εκτέλεση των αποφάσεων παρά το γεγονός ότι αμφότερες περιοχές ασχολούνται με τον τομέα παροχής υπηρεσιών και αποτελούν την χώρα υπηκοότητας τεράστιου αριθμού νομικών προσώπων. Με αδιαμφισβήτητο γνώμονα την αναγκαιότητα που προκύπτει για την διευκόλυνση των εμπορικών σχέσεων η οποία επεκτείνεται και στον τομέα της εφαρμογής των δικαστικών αποφάσεων θεωρώ ότι μια τέτοια συμφωνία θα εκκολαφθεί λίαν συντόμως εξουδετερώνοντας οποιαδήποτε προβλήματα δύναται να προκύψουν. Στο στάδιο όμως που το Δικαστήριο καλείται σήμερα να αποφασίσει επί του θέματος δεν έχω πεισθεί για τις θέσεις της πλευράς των Καθ΄ ων η Αίτηση και κρίνω ότι οι πρόνοιες του Κεφ. 10 δεν τυγχάνουν εφαρμογής στην παρούσα περίπτωση. Οι Αιτητές επέλεξαν αντί να ενεργοποιήσουν το Κεφ. 10 να καταχωρήσουν αγωγή κατά το Κοινοδίκαιο, ισχυριζόμενοι ότι τέτοια αγωγή είναι ορθός μηχανισμός για την αναγνώριση και εκτέλεση αλλοδαπής απόφασης, ο οποίος αναγνωρίζεται από την οικεία νομοθεσία και νομολογία και εφαρμόζεται στην απουσία τέτοιου νομοθετικού πλαισίου ή νομοθετικής πρόνοιας, είτε όταν δεν υπάρχει οποιαδήποτε σύμβαση μεταξύ της Κυπριακής Δημοκρατίας και της δικαιοδοσίας στην οποίαν εκδόθηκε η υπό εγγραφή απόφαση. Από οποιαδήποτε σκοπιά και εαν ειδωθεί το δικονομικό διάβημα των Αιτητών να καταχωρήσουν αγωγή κατα το κοινοδίκαιο φαίνεται να είναι όρθρο αφού από την ανάλυση που θα παραθέσω πιο κάτω προκύπτει ότι οι διατάξεις του Κεφ.10 δεν μπορούν να τύχουν εφαρμογής. Θα ξενικήσω από το άρθρο 3 του Κεφ. 10 όπου ρητώς αναφερεται ότι για να έχει εφαρμογή το Κεφ. 10 πρέπει να έχει προηγηθεί έκδοση Υπουργικού Διατάγματος που να επεκτείνει την εφαρμογή του Νόμου σε οποιαδήποτε αλλοδαπή χώρα. Από της εφαρμογής του Νόμου έχει εκδοθεί μόνο 1 διάταγμα που να επεκτείνει την εφαρμογή του Κεφ. 10 το οποίο παραθέτω αυτούσιο: "Order of the Council made under Section 3 The Governor has by Order in Council directed as follows:
- Part1 of the Foreign Judgements (Reciprocal Enforcement) Law shall extend to the United Kingdom.
- The Courts specified in the Schedule hereto shall be deemed Superior Courts of the United Kingdom for the purposes of Part I of the Foreign Judgements (Reciprocal Enforcement) Law. Schedule - The House of Lords - The Supreme Court of Judicature (Court of Appeal and High court of Justice) for England and Wales - The Courts of Chancery of the Counties Palatine of Lancaster and Durham - The Court of Session for Scotland - The Supreme Court of Judicature for Northern Ireland" Το λεκτικό του πιο πάνω διατάγματος καθιστά ξεκάθαρο ότι το Κεφ. 10 μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως μέσο για την αναγνώριση και εγγραφή αποφάσεων που εκδίδονται μόνο από τα αναφερόμενα σε αυτό Δικαστήρια και συναφώς δεν επεκτείνεται στο Ανώτερο Δικαστήριο της Ανατολικής Καραϊβικής των ΒΠΝ. Το Άρθρο 3 όμως δεν μπορεί να διαβάζεται απομονωμένο από το υπόλοιπο κείμενο του Νόμου. Σε σχέση με τις κτήσεις του Ηνωμένου Βασιλείου σχετικό είναι και το άρθρο 9 του Κεφ.10 το οποίο διευκρινίζει ότι το ΜΕΡΟΣ Ι του Νόμου εφαρμόζεται και στην περίπτωση αποφάσεων που εκδίδονται από το Ηνωμένο Βασίλειο και από τις κτήσεις του Ηνωμένου Βασιλείου. Η ανάγκη για την συμπερίληψη της μεταβατικής αυτής διάταξης σχετίζεται με την εφαρμογή του Περί Πολιτικής Δικονομίας (Αμοιβαία Εκτέλεση Αποφάσεων) Νόμου, Κεφ. 7 (στο εξής «το Κεφ.7»). Το Κεφ. 7 είχε αυτόματα εφαρμογή για το Ηνωμένο Βασίλειο χωρίς να χρειάζεται η έκδοση οποιουδήποτε διατάγματος. Συγκεκριμένα το άρθρο 3 του Κεφ. 7 προνοούσε ότι όταν πιστωτής εξασφαλίσει απόφαση από Δικαστήριο του Ηνωμένου Βασιλείου, υπήρχε η δυνατότητα ο πιστωτής να απευθυνθεί σε Επαρχιακό Δικαστήριο στην Κύπρο για την εγγραφή της απόφασης. Με το άρθρο 9 του Κεφ. 10 φαίνεται ότι ο σκοπός του Νομοθέτη ήταν να σταματήσει την εφαρμογή του Κεφ. 7 καθόσον αφορά το Ηνωμένο Βασίλειο και η οποιαδήποτε αναγνώριση και εγγραφή αποφάσεων που εκδίδονταν από το Ηνωμένο Βασίλειο να γίνεται πλέον σύμφωνα με τις πρόνοιες του Κεφ.
- Είναι για αυτό τον λόγο που ταυτόχρονα με την θέσπιση του Κεφ. 10 εκδόθηκε διάταγμα σύμφωνα με το άρθρο 3 που επέκτεινε την εφαρμογή του Νόμου στο Ηνωμένο Βασίλειο. Εδώ κρίνω σκόπιμο να παραθέσω αυτούσιο το λεκτικό του άρθρου 9: «Εξουσία εφαρμογής του Μέρους Ι του Νόμου στο Ηνωμένο Βασίλειο, Βρετανικές κτήσεις, προτεκτοράτα και χώρες υπό εντολή.
- -
(1)Το Μέρος αυτό του Νόμου αυτού εφαρμόζεται στις κτήσεις της Αυτής Μεγαλειότητας εκτός της Αποικίας και σε αποφάσεις που λαμβάνονται στα Δικαστήρια του Ηνωμένου Βασιλείου και των κτήσεων που αναφέρονται όπως αυτό εφαρμόζεται σε αλλοδαπές χώρες και αποφάσεις που λαμβάνονται στα Δικαστήρια των αλλοδαπών χωρών, και ο περί Πολιτικής Δικονομίας (Αμοιβαία Εκτέλεση Αποφάσεων) Νόμος, παύει να ισχύει εκτός σε σχέση με τα μέρη εκείνα των κτήσεων που αναφέρονται στα οποία επεκτείνεται κατά την ημερομηνία της έναρξης του Νόμου αυτού.
(2)Αν Διάταγμα εκδίδεται βάσει του άρθρου 3 του Νόμου αυτού που επεκτείνεται το Μέρος Ι του Νόμου αυτού σε οποιοδήποτε μέρος των κτήσεων της Αυτής Μεγαλειότητας στο οποίο ο περί Πολιτικής Δικονομίας (Αμοιβαία Εκτέλεση Αποφάσεων) Νόμος, επεκτείνεται όπως προαναφέρθηκε, ο Νόμος που αναφέρθηκε παύει να ισχύει σε σχέση με το μέρος εκείνο των κτήσεων της Αυτής Μεγαλειότητας, εκτός όσον αφορά αποφάσεις που λαμβάνονται πριν από την έναρξη ισχύος του Διατάγματος.
(3)Αναφορές στο άρθρο αυτό στις κτήσεις της Αυτής Μεγαλειότητας εκτός της Αποικίας ερμηνεύονται ότι περιλαμβάνουν αναφορές σε οποιοδήποτε προτεκτοράτο, προστατευόμενη χώρα, χώρα υπό εντολή και χώρα υπό κηδεμονία.» Είναι κατά την κρίση μου φανερό, και επι τούτου συμφωνώ με τις θέσεις των ευπαίδευτων συνηγόρων των Αιτητών, ότι το άρθρο 9 του Κεφ. 10 προνοεί ότι εκείνα τα μέρη των Κτήσεων του Ηνωμένου Βασιλείου στα οποία εφαρμοζόταν το Κεφ. 7 (παλαιό Κεφ.8) θα συνεχίσουν να καλύπτονται από το Κεφ. 7 μέχρι να εκδοθεί σχετικό Διάταγμα από το Υπουργικό Συμβούλιο με βάσει το Άρθρο 3 του Κεφ. 10 το οποίο να επεκτείνει την εφαρμογή του Μέρους Ι του Κεφ. 10 σε οποιονδήποτε μέρος των Κτήσεων της Αυτής Μεγαλειότητας. Από την στιγμή έκδοσης διατάγματος δυνάμει του Κεφ. 10 τότε οι πρόνοιες του Κεφ. 7 παύουν να ισχύουν για εκείνες τις χώρες ή κτήσεις για τις οποίες εκδίδεται ειδικό διάταγμα δυνάμει του Κεφ.
- Σε κάθε περίπτωση το Κεφ.7 δεν έχει πλέον εφαρμογή σε σχέση με αποφάσεις που εκδίδονται στο Ηνωμένο Βασίλειο, (Βλ. την Δευτερογενή Νομοθεσία , Τομ. Ι Σελ 116). Από την πιο πάνω ανάλυση προκύπτει ότι πριν την θέσπιση του Κεφ.10 σε ότι αφορούσε την αναγνώριση και εγγραφή αλλοδαπών αποφάσεων του Ηνωμένου Βασιλείου και των κτήσεων της Αυτής Μεγαλειότητας εφαρμόζονταν οι πρόνοιες του Κεφ.
- Συμφώνως με το Μέρος Ι του Κεφ. 10 η ισχύς του Κεφ. 10 επεκτάθηκε μόνο στις τα Δικαστήρια για τα οποία εκδόθηκαν διατάγματα και που συναφώς δεν περιλαμβάνουν το Ανώτατο Δικαστήριο της Ανατολικής Καραϊβικής από όπου και εκδόθηκαν οι εκ συμφώνου αποφάσεις συνεπώς δεν μπορώ να αποδεκτώ το επιχείρημα των Καθ'ών η Αίτηση ότι τυγχάνει εφαρμογής το Κεφ.
- Είναι κατά την κρίση μου άσχετο εάν έχει απονεμηθεί Βρετανική ιθαγένεια στους κατοίκους των ΒΠΝ και εαν υπάρχουν ειδικές ρυθμίσεις για αυτούς στο Κοινοτικό Δίκαιο και τούτο γιατί η ιθαγένεια είναι ο νομικός δεσμός που συνδέει το άτομο με την πολιτεία στο λαό της οποίας ανήκει και η ικανότητα δικαίου του φυσικού προσώπου ρυθμίζεται από το δίκαιο της ιθαγένειας .Στην υπό εξέταση όμως περίπτωση ,ακόμα και εάν γίνει αποδεκτή η εισήγηση των Καθ'ών η Αίτηση ότι το θέμα της ιθαγένειας είναι καταλυτικό, και πάλιν δεν μπορεί να είναι σχετικό αφού οι Ενάγοντες είναι νομικό πρόσωπο, εταιρεία η οποία εγγράφηκε στις Βρετανικές Παρθένες Νήσους και η ικανότητα δικαίου του νομικού προσώπου ρυθμίζεται από το δίκαιο της έδρας του. Ως εκ τούτου δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή εισήγηση ότι η ιθαγένεια των κατοίκων των ΒΠΝ μπορεί να αποτελέσει το κριτήριο για την ταξινόμηση των αποφάσεων που εκδίδονται από την χώρα εκείνη σε αποφάσεις του Ηνωμένου Βασιλείου. Εδώ αξίζει αναφοράς και ένα άλλο σημείο το οποίο προκύπτει από τα Τεκμήρια που οι Καθ'ών η Αίτηση προς τιμή τους κατέθεσαν στο Δικαστήριο. Σύμφωνα με το κεφάλαιο 6 του συγγράμματος «The dispute Resolution Review" , Seventh Edition σελ. 104 γίνεται ρητή αναφορά ότι για την εγγραφή και εκτέλεση αποφάσεων του Ηνωμένου Βασιλείου στις ΒΠΝ εφαρμόζεται ειδική νομοθεσία η οποία προνοεί την αίτηση στο Δικαστήριο των ΒΠΝ συνοδευόμενη από Ένορκη Δήλωση και επίσημο αντίγραφο της απόφασης προς εγγραφή. Η αίτηση, σύμφωνα με το σύγγραμμα γίνεται μονομερώς και αφού εκδοθεί το σχετικό διάταγμα προς εγγραφή επιδίδεται στο άλλο μέρος το οποίο έχει συγκεκριμένο χρόνο για να ζητήσει τον παραμερισμό της απόφασης. Αυτό το δεδομένο ρίχνει άπλετο φως στα επιχειρήματα των μερών και τούτο γιατί δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή η εισήγηση ότι οι ΒΠΝ αποτελούν στην ουσία μέρος του Ηνωμένου Βασιλείου αλλά δεν αναγνωρίζουν και δεν εκτελούν αποφάσεις , τις οποίες ο ίδιος Νόμος των ΒΠΝ ονομάζει ως αλλοδαπές, εαν δεν ενεργοποιηθεί ειδικός δικαστικός μηχανισμός προς τούτο. Τούτων λεχθέντων καθοδηγούμενη από την εγχώρια νομολογία Αχιλλέας Κωνσταντίνου κ.α. ν Εκδοτικής Εταιρείας Δημόκριτος Λτδ κ.α
(1996)1 Α ΑΑΔ 206 και αφού έχει ήδη αποφασιστεί ότι οι δύο αποφάσεις δεν είναι εγγράψιμες με βάση το Κεφ.10 ,κατά την κρίση μου, το δικονομικό διάβημα που επέλεξαν οι Αιτητές δηλαδή να καταχωρήσουν αγωγή συμφώνως με το Κοινοδίκαιο είναι το κατάλληλο και γι΄ αυτό τον λόγο η Ένσταση των Καθ'ών η Αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει. Το αίτημα για Συνοπτική Απόφαση Προτού καταπιαστώ με την επίλυση της ανακύπτουσας διαφοράς, αξίζει να γίνει μια σύντομη ανασκόπηση των εφαρμοστέων νομικών αρχών σε αιτήσεις για έκδοση Συνοπτικής Απόφασης. Η Δ.18 θ.1(α) των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, που δεσπόζει σε τέτοιες περιπτώσεις, διαλαμβάνει ως εξής: «(α) Where the defendant appears to a writ of summons specially indorsed under Order 2 rule 6, the plaintiff may on affidavit made by himself, or by any other person who can swear positively to the facts, verifying the cause of action, and the amount claimed (if any), and stating that in his belief there is no defence to the action, apply for judgment for the amount so indorsed, together with interest (if any), or for the recovery of the land, (with or without rent), or for the delivering up of a specific chattel, as the case may be, and costs. And judgment for the plaintiff may be given thereupon, unless the defendant shall satisfy the Court that he has a good defence to the action on the merits, or disclose such facts as may be deemed sufficient to entitle him to defend». Από τις πιο πάνω πρόνοιες προκύπτουν τρεις προκαταρτικές προϋποθέσεις, οι οποίες θα πρέπει να εκπληρωθούν για να δύναται το Δικαστήριο να εκδώσει συνοπτική απόφαση. Πρώτα απ΄ όλα το κλητήριο ένταλμα θα πρέπει να είναι ειδικώς οπισθογραφημένο συμφώνως της Δ.2 θ.6. Δεύτερο, ο εναγόμενος θα πρέπει να έχει καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης και τρίτο, η αίτηση για συνοπτική απόφαση θα πρέπει να συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του ιδίου του ενάγοντος ή σε περίπτωση νομικού προσώπου από κάποιον, ο οποίος να είναι σε θέση να ορκιστεί θετικά ως προς τα γεγονότα της υπόθεσης και ο οποίος να επαληθεύει το αγώγιμο δικαίωμα, το αξιούμενο ποσό και να δηλώνει ότι κατά την πεποίθηση του, δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή. Επισημαίνω, ότι, η παράλειψη ενός ενάγοντα να εκπληρώσει κατά τρόπο αυστηρό τις πιο πάνω προϋποθέσεις, αφαιρεί παντελώς από το Δικαστήριο τη δικαιοδοσία να εκδώσει συνοπτική απόφαση (βλ. Δημητρίου v. Τράπεζα Κύπρου Λτδ
(1997)1 Α.Α.Δ. 782 και Μεττή κ.α v. Τράπεζα Κύπρου Λτδ
(2002)1 Α.Α.Δ. 417). Αν όμως ο ενάγοντας καταφέρει να αποσείσει αυτό το βάρος, τότε το σκηνικό μεταφέρεται στην πλευρά του εναγομένου, ο οποίος οφείλει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση ή τουλάχιστον να αποκαλύψει τέτοια στοιχεία και γεγονότα που να είναι επαρκή για να του δώσουν το δικαίωμα να υπερασπιστεί στην καταχωρηθείσα εναντίον του αγωγή (βλ. Kyprianides v. Ioannou
(1966)1 C.L.R. 265, CY.E.M.S. Co. v. Central Co-operative Industries
(1982)1 C.L.R. 897, Hermes Insurance Co Ltd v. Theodorides
(1983)1 C.L.R. 333, Αυγουστή κ.α v. Πίριλλου
(1997)1(Α) Α.Α.Δ. 5, Subotic v. Στυλιανίδη
(1998)1(Α) Α.Α.Δ. 22 και Μεττή κ.α (πιο πάνω)). Σκοπός της Δ.18 είναι να δώσει τη δυνατότητα στον ενάγοντα να πετύχει απόφαση εναντίον του εναγόμενου, χωρίς χρονοτριβή και χωρίς την ανάγκη αναμονής σε μελλοντικό χρόνο μιας επίπονης ακροαματικής διαδικασίας, νοουμένου όμως ότι ο εναγόμενος δεν είναι σε θέση να προβάλει καλόπιστη υπεράσπιση ή να εγείρει ζήτημα κατά της απαίτησης, άξιον εξέτασης σε μια κανονική και εφ όλης της ύλης ακροαματική διαδικασία (βλ. Παύλου v. Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ,
(2001)1 Α.Α.Δ. 1051). Στόχο έχει η συνοπτική απόφαση την αποφυγή κωλυσιεργίας, σκοπιμοτήτων και καθυστερήσεων από ένα εναγόμενο, στοιχεία τα οποία αντιστρατεύονται την ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Στην προκειμένη περίπτωση έχοντας κατά νου τις πιο πάνω νομικές αρχές, κρίνω ότι οι Αιτητές έχουν ικανοποιήσει τις προκαταρκτικές προϋποθέσεις για την έκδοση συνοπτικής απόφασης. Πιο συγκεκριμένα, το κλητήριο ένταλμα είναι ειδικώς οπισθογραφημένο και καταχωρήθηκε στις 2.7.
- Οι Καθ΄ ων η Αίτηση καταχώρησαν σημείωμα εμφάνισης στις 26.8.2015 και η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση πληροί πράγματι τις προϋποθέσεις της Δ.18, αφού υπάρχει επιβεβαίωση, από αρμόδιο άτομο με άμεση και θετική γνώση για τα προαπαιτούμενα της συγκεκριμένης διάταξης. Σε σχέση με την Έ/Δ Roh υπάρχει σημείο στην Ένσταση των Καθ'ών η Αίτηση ότι η δεν είναι δεόντως μεταφρασμένη στην Ελληνική γλώσσα. Τέτοια προϋπόθεση δεν υπάρχει. Σε περίπτωση που το Δικαστήριο δεν αντιλαμβάνεται το κείμενο που έχει καταχωρηθεί διατηρεί την ευχέρεια να ζητήσει μετάφραση με βάση των Περί Επισήμων Γλωσσών Νόμο Ν.67/
- Όπως έχω προαναφέρει, μετά την απόσειση αυτού του βάρους, το σκηνικό μεταφέρεται στην πλευρά των Καθ΄ων η Αίτηση. Η βάση της παρούσας αγωγής κατά το Κοινοδίκαιο είναι υπενθυμίζω οι δυο αλλοδαπές αποφάσεις που αφορούν συμφωνηθέντα και επιδικασθέντα έξοδα. Αποτελεί εισήγηση των ευπαίδευτων συνήγορων των Αιτητών ότι ουδεμία υπεράσπιση υπάρχει στην παρούσα αγωγή, υποστηρίζοντας παράλληλα ότι η απαίτηση τους είναι εκκαθαρισμένη και ότι η υπό εξέταση περίπτωση αποτελεί την «κλασική περίπτωση» (αγγλιστί textbook case) που το Δικαστήριο ασκεί την διακριτική του ευχέρεια για την έκδοση συνοπτικής απόφασης. Σε διαμετρικά αντίθετη θέση κινείται η εισήγηση των Καθ'ών η Αίτηση οι οποίοι υποστηρίζουν ότι το έντονο δικαστικό παρελθόν των διαδίκων δεν αποτυπώνεται ούτε κατά το ελάχιστο στην παρούσα αγωγή και εισηγούνται ότι οι Αιτητές έχουν αποτύχει να παραθέσουν στο Δικαστήριο πλήρη έκθεση όλων των γεγονότων. Παραθέτουν απόσπασμα από προηγούμενη Δικαστική Διαδικασία μεταξύ των μερών αλλά και πληροφορίες σε σχέση με άλλες εκκρεμούσες υποθέσεις υπονοώντας την ύπαρξη σκοπιμότητας στην διαδικασία. Πέραν τούτου θεωρεί ότι είναι ανεπίτρεπτη η παράθεση αποφάσεων Δικαστηρίου χωρίς τις απαραίτητες βεβαιώσεις γνησιότητας των εγγράφων ως προνοούνται από άλλους κανονισμούς και νομοθετικές διατάξεις. Τέλος εκφράζει τις αμφιβολίες του σε σχέση με το καθεστώς του ομνύοντα στην Ε/Δ που συνοδεύει την αίτηση στην εταιρεία των Αιτητών , λέγοντας ευθέως ότι είναι αλλοδαπός δικηγόρος που καλύπτει τα πρόσωπα που πραγματικά ευθύνονται για την ζημιά που υπέστηκαν οι Καθ'ών η Αίτηση. Σε αυτό το σημείο πρέπει να αναφερθεί ότι οι πιο πάνω θέσεις των Καθ'ών η Αίτηση παρουσιάστηκαν για πρώτη φορά στην Γραπτή τους Αγόρευση και δεν αναφέρονται ευθέως και ευθαρσώς στους λόγους Ένστασης. Παρά ταύτα, δεν έχω αναγνώσει κανένα γεγονός ή ισχυρισμό από μέρους των Καθ'ών η Αίτηση που να αμφισβητεί την ύπαρξη των δύο αποφάσεων που επικαλούνται οι Αιτητές, το ιστορικό που παρατίθεται επί του κλητηρίου εντάλματος σε σχέση με τη διαδικασία που ακολουθήθηκε ή έστω θέση με την οποία να αμφισβητούν ότι οφείλουν τα αιτούμενα ποσά στους Αιτητές. Η ύπαρξη άλλων διαδικασιών μεταξύ των διαδίκων δεν αφορά την παρούσα αγωγή. Ούτε και το Δικαστήριο θα πρέπει να απασχοληθεί με το Δικαστικό παρελθόν των διαδίκων για να αποφασίσει την απαίτηση σε αυτή την υπόθεση. Πέραν τούτου, οι Καθ'ών η Αίτηση δεν αμφισβητούν την θετική γνώση του ομνύοντα αλλά τον ρόλο του, ο οποίος είναι επίσης άσχετος στην διαδικασία. Επί της ουσίας όμως ουδείς ισχυρισμός των Καθ'ών η Αίτηση δεν έχει προβληθεί ευθέως ή ακόμα ακροθιγώς που να δείχνει την ύπαρξη καλής υπεράσπισης στην αγωγή, ούτε αποκάλυψαν τέτοια γεγονότα που θα ήταν ουσιώδη για να τους δοθεί δικαίωμα υπεράσπισης. Για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω, η αίτηση επιτυγχάνει. Συνεπακόλουθα εκδίδεται απόφαση υπέρ των Εναγόντων / Αιτητών και εναντίον των Εναγόμενων / Καθ'ων η Αίτηση για το ποσό των USD 18.615 ή το αντίστοιχο ποσό σε Ευρώ πλέον τόκο 5% ετησίως από 19/3/13 μέχρι εξοφλήσεως πλέον το ποσό των USD 57.385 ή το αντίστοιχο ποσό σε Ευρώ πλέον τόκο 5% ετησίως από 23/3/15 μέχρι εξοφλήσεως. Ως αποτέλεσμα τα έξοδα της αίτησης καθώς και τα έξοδα της αγωγής επιδικάζονται υπέρ των Εναγόντων /Αιτητών και εναντίον των Εναγόμενων/ Καθ'ων η Αίτηση όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .............. Ε. Ευθυμίου-Ανδρέου, Ε.Δ ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο