ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΚΗ ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΠΙΣΤΩΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΕΜΕΣΟΥ ΛΙΜΙΤΕΔ ν. ΣΟΦΟΚΛΕΟΥΣ - ΣΑΡΚΑ ΖΩΗ ΚΩΣΤΑ κ.α., Αρ. Αγωγής: 1810/2014, 22/3/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2016:A135 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Ε. Ευθυμίου - Ανδρέου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1810/2014 Μεταξύ: ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΚΗ ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΠΙΣΤΩΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΕΜΕΣΟΥ ΛΙΜΙΤΕΔ και
- ΣΟΦΟΚΛΕΟΥΣ - ΣΑΡΚΑ ΖΩΗ ΚΩΣΤΑ
- ΣΟΦΟΚΛΕΟΥΣ ΑΛΙΚΗ ΣΟΦΟΚΛΗ
- ΣΟΦΟΚΛΕΟΥΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΣΟΦΟΚΛΗ
- ΣΟΦΟΚΛΕΟΥΣ ΣΟΦΟΚΛΗΣ ΚΩΣΤΑ
- ΧΡΙΣΤΟΥ - ΣΟΦΟΚΛΕΟΥΣ ΧΡΥΣΤΑΛΛΑ ΝΙΚΑΝΔΡΟΥ Ημερομηνία: 22 Μαρτίου 2016 Εμφανίσεις: Για την Αιτήτρια -Εναγόμενη: κα Γιατρού για Κώστας Μελάς &Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για την Καθής η αίτηση- Ενάγουσα: κος Γιώργος Α. Δανός ΑΠΟΦΑΣΗ ΣΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΓΙΑ ΠΑΡΑΜΕΡΙΣΜΟ ΑΠΟΦΑΣΗΣ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 22/12/2014 Με την αίτηση της ημερομηνίας 22/12/14 η Εναγόμενη 1 - Αιτήτρια (αφ' εξής η Αιτήτρια) ζητά όπως η απόφαση που εκδόθηκε υπέρ της Ενάγουσας-Καθ' ής η Αίτηση (αφ' εξής η Καθ' ής η Αίτηση) στα πλαίσια της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή στις 4/6/2014 λόγω μη καταχώρηση σημειώματος εμφάνισης να ακυρωθεί και ή να παραμεριστεί. Η αίτηση της βασίζεται επί των θεσμών Πολιτικής Δικονομίας Δ.17 Θ. 10, Δ.26 Θ.14, Δ.48 Θ. 2 έως 4, 9 (H) επί του άρθρου 30 του Συντάγματος και επί της πρακτικής και των Γενικών Εξουσιών του Δικαστηρίου. Η αίτηση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση της Αιτήτριας η μαρτυρία της οποίας μπορεί να συνοψιστεί ως ακολούθως.
- Στις 25/4/2014 την επισκέφθηκε δικαστικός επιδότης και της επέδωσε την ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγή. Η ίδια ως αναφέρει πανικόβλητη επικοινώνησε με τον εναγόμενο 4 ο οποίος όπως αναφέρει είναι αδελφός της και ως ισχυρίζεται και το άτομο προς όφελος του οποίου είχε γίνει στην πραγματικότητα το δάνειο και έλαβε διαβεβαιώσεις του ότι θα τακτοποιούσε το θέμα, τις οποίες και εμπιστεύτηκε.
- Τον Ιούλιο του 2014 άκουσε στην τηλεόραση για τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια και την δυνατότητα αναδιάρθρωσης τους και απέστειλε επιστολές στα πιστωτικά ιδρύματα στα οποία είχε εγγυηθεί τον αδελφό της καθώς και στην Καθής η Αίτηση ως ήταν οι οδηγίες του Συνδέσμου Προστασίας Δανειοληπτών.
- Στην εν λόγω επιστολή της έλαβε απάντηση με ημερομηνία 22/7/
- Οι δικηγόροι της Καθής η Αίτηση την ενημέρωσαν ότι είχε εκδοθεί απόφαση εναντίον της.
- Με την λήψη της εν λόγω επιστολής έκανε νέα επικοινωνία με τον αδελφό της ο οποίος της υποσχέθηκε εκ νέου ότι θα διευθετούσε το ζήτημα και ότι δεν υπήρχε λόγος για την ίδια να ανησυχεί.
- Όταν η ξαδέλφη της Τζένη Παπαχαραλάμπους εργοδοτήθηκε στο γραφείο Μελά και η Αιτήτρια εξιστόρησε σε αυτήν τα τεκταινόμενα, έλαβε συμβουλή από την ξαδέλφη της ότι εις περίπτωση που δεν είχε γίνει οποιοσδήποτε διακανονισμός ως ο αδελφός της είχε υποσχεθεί, τότε θα έπρεπε να προχωρήσει με την καταχώρηση της παρούσας αίτησης και για τον σκοπό αυτό έπρεπε να συγκεντρώσει έγγραφα σχετικά με την εν λόγω υπόθεση.
- Αναφέρει ότι αναλώθηκε πολύς χρόνος στην συγκέντρωση εγγράφων από την ίδια λόγω του ότι το μεγαλύτερο μέρος και όγκος των εγγράφων τα κρατούσε ο αδελφός της. Αιτιολογεί δε την καθυστέρηση αυτή και αναφέρει ότι μόλις σύλλεξε τα απαραίτητα στοιχεία οι δικηγόροι της προχώρησαν και καταχώρησαν την αίτηση για παραμερισμό.Η ομνύουσα αναφέρει δε στην παράγραφο 13 της ενόρκου δηλώσεως της ότι το δάνειο ήταν μεταξύ της Καθής η Αίτηση και του Εναγομένου 4 ο οποίος προχώρησε σε διαπραγμάτευση με την Καθής η Αίτηση για να λάβει χρηματοδότηση ύψους €25.
- Η Καθής η Αίτηση τον ενημέρωσε ότι θα ήταν ευκολότερο αν παραχωρούνταν τρία δάνεια σε τρία διαφορετικά πρόσωπα για €8500 το καθένα. Έτσι όπως και έγινε εν τέλη συνεπώς η ίδια ισχυρίζεται ότι στην πραγματικότητα είναι εικονικός πρωτοφειλέτης.
- Ισχυρίζεται ότι προχώρησε στη σύναψη της συμφωνίας μετά από πιέσεις που δέχτηκε από τον αδελφό της στον οποίο έχει τεράστια αδυναμία γεγονός που ήταν σε γνώση της Καθ'ης η Αίτηση η οποία παρέλειψε να την ενημερώσει ως προς τις υποχρεώσεις αλλά και να την συμβουλεύσει για να απευθυνθεί σε δικηγόρο.
- Εισηγείται δε ότι οι ισχυριζόμενες εγγυήσεις είναι άκυρες και χωρίς κανένα νομικό αποτέλεσμα γιατί έγιναν χωρίς την ελεύθερη βούληση της και χωρίς αντάλλαγμα. Ισχυρίζεται περαιτέρω η ομνύουσα ότι η Καθής η Αίτηση όφειλε να παρέχει σε αυτήν καθοδήγηση και ενημέρωση για την φύση των προσφερόμενων υπηρεσιών αλλά και του συγκεκριμένου τύπου της προτεινόμενης δανειοδότησης και για τις υποχρεώσεις που θα είχε απέναντι τους. Όφειλε περαιτέρω να βεβαιωθεί, ως ισχυρίζεται η Αιτήτρια ότι η ίδια αντιλαμβανόταν τις πρόνοιες, τους όρους και τις επιπτώσεις αύξησης του επιτοκίου της αρχικής συμφωνίας δανειοδότησης.
- Προβάλλει δε την εισήγηση ότι οι υπάλληλοι της Καθής η Αίτηση προσπάθησαν να ικανοποιήσουν στόχους τους οποίους επέβαλε η τράπεζα με μοναδικό όφελος την μεγιστοποίηση του κέρδους τους και γι' αυτό δεν έλαβαν υπόψη το συμφέρον της.
- Η Αιτήτρια ισχυρίζεται περαιτέρω ότι η επίδικη συμφωνία διέπεται από τον Καταναλωτικής Πίστεως Νόμου και τον περί Καταχρηστικών Ρητρών Νόμο. Αναλύει δε στην παράγραφο 19 της ένορκης της δήλωσης τις ρήτρες της συμφωνίας δανείου οι οποίες βρίσκονται σε παράβαση των νόμων και οι οποίες δεν επεξηγήθηκαν ούτε στην ίδια ούτε στον αδελφό της με αποτέλεσμα να μην μπορέσουν να διαπραγματευτούν επί τούτων αφού αποτελούσαν προδιατυπωμένους όρους συμφωνίας . Λαμβάνει δε ως αναφέρει νομική συμβουλή από τον κύριο Μελά ότι οι όροι που καθορίζουν το επιτόκιο, την μονομερή αύξηση του επιτοκίου, την επιβολή επιπρόσθετων χρεώσεων δεν επεξηγούνται, είναι γενικοί ενώ σε ότι αφορά τον όρο για επιβολή επιπρόσθετων χρεώσεων αυτός αποτελεί ποινική ρήτρα η οποία αντίκειτε στο νόμο και στη δημόσια πολιτική.
- Η Αιτήτρια αναφέρει ότι ως έχει λάβει συμβουλή από τον κύριο Μελά υπάρχει σειρά όρων οι οποίοι αποτελούν εξυπακουόμενους όρους συμφωνίας δανειοδότησης και αναφέρει ότι η Καθής η Αίτηση οφείλει να εκτελεί τις εργασίες της στα πλαίσια των συνεργατικών αρχών της αυτοβοήθειας, της αυτοευθύνης, της Δημοκρατίας, της ισότητας, της δικαιοσύνης, της αλληλεγγύης, της εντιμότητας, της ειλικρίνειας, της κοινωνικής ευθύνης και της μέριμνας για τον συνάνθρωπο. Παραπέμπει δε σε απόσπασμα από την ιστοσελίδα της Συνεργατικής Κεντρικής Τράπεζας και επί τούτου θεωρεί ότι η Καθής η Αίτηση όφειλε να ενεργήσει καλόπιστα και όχι αυθαίρετα, ανέντιμα και εγωιστικά.
- Η ομνύουσα αναφέρει περαιτέρω ότι η Καθ΄ης η Αίτηση δεν ενήργησε στα πλαίσια των συνεργατικών ηθών για τους εξής τέσσερις λόγους:
- Εκμεταλλεύτηκε την σχέση μεταξύ της Αιτήτριας και του αδελφού της και την ανάγκασε να υπογράψει ως πρωτοφειλέτιδα στο επίδικο δάνειο χωρίς να την ενημερώσει κατάλληλα και ενώ γνώριζε ότι ο αδελφός της ο οποίος θα αναλάμβανε την αποπληρωμή δεν είχε την δυνατότητα να αποπληρώνει το χρέος του.
- Ενώ το Ευρωπαϊκό επιτόκιο ως καθορίστηκε από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα ήταν μειωμένο η Καθ΄ης η Αίτηση προέβηκε σε επιβολή αυξημένου περιθωρίου με αποτέλεσμα το συνολικό επιτόκιο να παραμένει ψηλό. Στο σημείο αυτό παραπέμπει σε ιστοσελίδα της Τράπεζας της Ελλάδος η οποία φέρει τίτλο «Επιτόκια Αναφοράς ΕΚΤ».
- Η Καθ΄ης η Αίτηση προέβηκε στην επιβολή επιπρόσθετων χρεώσεων επί ολόκληρου του υπόλοιπου και όχι μόνο επί των καθυστερημένων δόσεων κατ΄ εφαρμογή ποινικής ρήτρας.
- Δεν προέβηκε σε οποιαδήποτε διαφοροποίηση των όρων δεδομένης της αλλαγής των περιστάσεων και της δυνατότητας αποπληρωμής της πρωτοφειλέτιδας.
- Η ομνύουσα αναφέρει περαιτέρω ότι πληροφορείται από τους δικηγόρους της ότι λόγω της εισόδου της Κυπριακής Δημοκρατίας σε μνημόνιο λόγω των γεγονότων του Μαρτίου του 2013 τα οποία αποτελούν απρόβλεπτο γεγονός η συμφωνία έχει ματαιωθεί.
- Περαιτέρω η ομνύουσα ισχυρίζεται ότι ο τερματισμός της συμφωνίας από πλευράς της Καθ'ης η Αίτηση και η προώθηση της αγωγής είναι πρώιμη αφού η Καθ'ης η Αίτηση δεν εφάρμοσε τον κώδικα της Κεντρικής Τράπεζας σε σχέση με τις αναδιαρθρώσεις.
- Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι το ποσό που επιδικάστηκε υπέρ της Καθ΄ης η Αίτησης δεν αποτελεί το πραγματικό οφειλόμενο ποσό αλλά προϊόν παράνομων, καταχρηστικών και αυθαίρετων χρεώσεων οι οποίες διόγκωσαν το πραγματικό οφειλόμενο ποσό.
- Πληροφορείται περαιτέρω από τους δικηγόρους της ότι έχει πραγματικά καλή υπεράσπιση την οποία θέλει να παρουσιάσει σε ακρόαση της αγωγής επί της ουσίας. Ενώ εκφράζει την έντονη θέση ότι εάν γνώριζε ότι θα προωθείτο η παρούσα αγωγή εναντίον της και ότι ο αδελφός της δεν θα προχωρούσε ως της είχε υποσχεθεί με τα αναγκαία μέτρα η ίδια θα διόριζε αμέσως δικηγόρο για να προβάλει την υπεράσπιση της και ότι η μη εμφάνιση της στο Δικαστήριο δεν αποτελεί περιφρόνηση του Δικαστηρίου ζητώντας στην κατακλείδα της όπως ασκηθεί η διακριτική ευχέρεια υπέρ της και παραμεριστεί η εκδοθείσα απόφαση για να της δοθεί το δικαίωμα να ακουστεί. Η αίτηση της Αιτήτριας προσέκρουσε αναπόφευκτα στην ένσταση της Καθ' ης η αίτηση, η οποία καταχώρησε ειδοποίηση περί προθέσεως Ενστάσεως (αφ' εξής η Ένσταση) προβάλλοντας τους ακόλουθους λόγους: (παρατίθενται αυτούσιοι) Η αίτηση υποβάλλεται σε αδικαιολόγητα καθυστερημένο στάδιο. Η αιτήτρια δεν έχει δείξει ότι έχει καλή υπεράσπιση και οποιοδήποτε ικανοποιητικό λόγο υπεράσπισης. Η αιτήτρια στην ένορκη της δήλωση που συνοδεύει την αίτηση δεν αμφισβητεί το χρέος της. Οι ισχυρισμοί της ένορκης δήλωσης της αιτήτριας που συνοδεύει την αίτηση δεν είναι σοβαροί και εύλογοι γιατί δεν καταχώρησε εμφάνιση και άφησε να εκδοθεί απόφαση εναντίον της. Η αίτηση αποσκοπεί στην καθυστέρηση της απονομής της δικαιοσύνης και πλήττει τα συμφέροντα των εναγόντων. Η αίτηση είναι καταχρηστική. Η αιτήτρια δεν έρχεται με καθαρά χέρια στο Δικαστήριο, εφ' όσον στην ένορκη δήλωση της που συνοδεύει την αίτηση, γίνεται προσπάθεια απόκρυψης ουσιωδών γεγονότων και παραπλάνησης του Δικαστηρίου. Στην ένορκη δήλωση της αιτήτριας που συνοδεύει την αίτηση παρουσιάζονται αντιφάσεις γεγονός το οποίο καθιστά την ένορκη δήλωση ελαττωματική και αφήνει την αίτηση μετέωρη χωρίς οποιοδήποτε έρεισμα. Η αίτηση δεν βρίσκει έρεισμα στα ίδια τα γεγονότα που αναγράφονται στην ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει., 10.Η αιτήτρια - εναγόμενη 1 κωλύεται δυνάμει συμπεριφοράς και δυνάμει εγγράφου από το να αμφισβητεί το χρέος και τα επιτόκια.
- Οι ισχυρισμοί που προβάλλει η αιτήτρια - εναγόμενη 1 αποτελούν εκ των υστέρων σκέψεις, είναι ανεδαφικοί και ανυπόστατοι. Η εναγόμενη κωλύεται από τη συμπεριφορά της, τις πράξεις της και τις παραστάσεις της προς τους ενάγοντες να ισχυρίζεται τα όσα αναφέρονται στην ένορκη δήλωση της που συνοδεύει την αίτηση. Η ένσταση βασίζεται εις τους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.17 Θ.2 και 3, Δ.26 Θ.12, Δ.34, Δ.48 Θ.1-4, εις τον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ. 6, εις το άρθρο 30
(2)του Συντάγματος, εις τον περί Δικαστηρίων Νόμο 14/1960, εις τον περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμο 22/1985 όπως τροποποιήθηκε και της εν γένει πρακτικής και των συμφυών εξουσιών του Δικαστηρίου. Η ένσταση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του Γιώργου Παπαδόπουλου, ο οποίος ως αναφέρει είναι υπάλληλος της Καθ'ης η Αίτηση, αποσπασμένος στην Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα Λτδ και πλήρως εξουσιοδοτημένος από αυτούς για να προβεί στην ένορκη του δήλωση. Απορρίπτει τα όσα αναφέρει η Αιτήτρια στην ένορκη της δήλωση και παραθέτει σειρά από λόγους για τους οποίους η αίτηση της πρέπει να απορριφθεί. Αναφέρεται στην παράγραφο 2 της ένορκης δήλωσης του σε σειρά από επιστολές που στάλθηκαν στην Αιτήτρια τόσο πριν όσο και μετά την καταχώρηση της πιο πάνω αγωγής και αναφέρει ότι γίνεται προσπάθεια παραπλάνησης του Δικαστηρίου από την Αιτήτρια. Εκφράζει την πεποίθηση ότι οι ισχυρισμοί της Αιτήτριας περί αρωγής από τον αδελφό της δεν μπορούν να ευσταθούν στην λογική και αποτελούν εκ των υστέρων σκέψεις για να δικαιολογήσει την μη εμφάνιση της στο Δικαστήριο κατά τρόπο περιφρονητικό. Αναφέρει περαιτέρω ότι ο ισχυρισμός της για πρόσφατη γνωριμία με τον κύριο Μελά είναι αναληθείς αφού πέντε μήνες πριν την καταχώρηση της υπό εξέταση αίτησης έστειλε στην Καθ΄ης η Αίτηση επιστολή η οποία αναφέρεται σε άλλη υπόθεση για άλλο δάνειο την οποία κοινοποίησε στον κύριο Μελά. Σε ότι αφορά τους ισχυρισμούς της Αίτητριας περί εξ' αναγκασμού στην υπογραφή του επίδικου δανείου προς όφελος του αδελφού της επισυνάπτει το τεκμήριο 4 το οποίο αναφέρεται σε προηγούμενο δάνειο της Αίτητριας που εξοφλήθει με την σύναψη του επίδικου δανείου. Ο ομνύων περαιτέρω αρνείται τους ισχυρισμούς της Αίτητριας περί άσκησης πίεσης, ύπαρξης αντισυμβατικών χρεώσεων και επιτοκίων αλλά και παράβασης από μέρους της Καθ'ης η Αίτηση των συνεργατικών ηθών. Ισχυρίζεται δε περαιτέρω ότι από πλευράς της Καθ'ης η Αίτηση έγιναν οι απαραίτητες έρευνες σε ότι αφορούσε τόσο την ίδια την Αιτήτρια όσο και τους εγγυητές της και ως προς την ικανότητα των προσώπων για αποπληρωμή του χρέους τόσο την ίδια την Αιτήτρια όσο και τους εγγυητές της επισυνάπτοντας τα τεκμήρια 7Α έως 7Ε στην ένορκη του δήλωση που αφορούν βεβαιώσεις των μηνιαίων τους απολαβών . Στην κατά κλείδα του αναφέρει ότι η Αιτήτρια δεν έχει δείξει κανένα λόγο τόσο για την μη καταχώρηση εμφάνισης της αλλά ούτε έχει παρουσιάσει καλή υπεράσπιση ως εκ τούτου η αίτηση της πρέπει να απορριφθεί. Η ακρόαση της αίτησης έγινε επί των ενόρκων δηλώσεων με γραπτές αγορεύσεις. Νομική Πτυχή Η Δ.17, Θ.10 προνοεί τα ακόλουθα: «Where judgment is entered pursuant to any of the preceding Rules of this Order, it shall be lawful for the Court in a proper case to set aside or vary such judgment upon such terms as may be just». Η πιο πάνω διάταξη έχει ερμηνευθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Στην προκειμένη περίπτωση η αίτηση αφορά απόφαση που λήφθηκε κανονικά (regular judgment) και όχι απόφαση που λήφθηκε αντικανονικά (irregular judgment). Η επίδοση δεν αμφισβητείται. Όπου ο αιτητής προσβάλλει απόφαση που λήφθηκε κανονικά, οφείλει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση και να δώσει εξηγήσεις γιατί δεν καταχώρισε εμφάνιση στην αγωγή. (βλ. K.C.P. Commission Agents & Importers Limited ν. Ανδρέα Μιχαήλ
(1993)1 ΑΑΔ 415). Στην Phylactou v. Michael
(1982)1 CLR 204, σελ 210 (παρατίθεται η μετάφραση από την Milouca Motor Τr. Ltd v. Κούρτη
(1997)1 Α.Α.Δ. 941) λέχθηκαν τα ακόλουθα (Πικής Δ.): «Κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας, το Δικαστήριο πρέπει να επιδιώκει την εξισορρόπηση δύο παραγόντων, θεμελιακών για την απονομή της δικαιοσύνης: Την ανάγκη να διασφαλίσει, αφενός, αποτελεσματικά το δικαίωμα του διαδίκου να ακουστεί στην υπόθεσή του και, αφετέρου, την ταχεία διεκπεραίωση των δικαστικών υποθέσεων. Η ταχεία απονομή της δικαιοσύνης δεν αποτελεί απλώς ζήτημα ευκολίας, αλλά υψίστης σημασίας παράγοντα για την αποτελεσματική διεκδίκηση των δικαιωμάτων του πολίτη. Η αρχή αυτή είναι στενά συνυφασμένη και με ένα άλλο λόγο, επίσης σημαντικό για την απονομή της δικαιοσύνης, την ανάγκη διασφάλισης της τελεσιδικίας. Εάν διάδικος μπορεί απρόσκοπτα να επιδιώκει το επανάνοιγμα της υπόθεσης, η σφραγίδα της οριστικότητας, την οποία φέρει η απόφαση, και όλα όσα εξυπακούει, καθώς και η βεβαιότητα την οποία εισάγει στη διαχείριση των υποθέσεων του ανθρώπου, θα απωλεσθούν, με οδυνηρές συνέπειες για την απονομή της δικαιοσύνης - (βλ. παρατηρήσεις του Megaw L.J. στη Lambert v. Mainland Market [1977] 2 All E.R. 826, στη σελ. 833 (c-d)». Αίτηση παραμερισμού απόφασης μπορεί να απορριφθεί, παρά την αποκάλυψη συζητήσιμης υπεράσπισης, εφόσον διαπιστωθεί ότι ο εναγόμενος επέδειξε αδιαφορία για την αγωγή, η οποία είναι δυνατό να θεωρηθεί ως μορφή καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας και των δικαιωμάτων του αντιδίκου, Siberia Air v. Πούλλικα
(2005)1 ΑΑΔ 893, Editc Ltd v. Makis Michaelides & Associates κ.α
(2003)1 ΑΑΔ 1887, 1892 και Milouca Motor Τr. Ltd v. Κούρτη (πιο πάνω). Στην Mine & Quarry Services Ltd. v. Ανδρέα Γεωργίου (Μαύρου)
(1993)1 ΑΑΔ 26, 30 το Ανώτατο Δικαστήριο (Νικήτας Δ.) επεσήμανε:- «Η ανεξήγητη αργοπορία είναι παράγων που ασκεί έντονα αρνητική επίδραση κατά του διαδίκου που παρέλειψε να κινηθεί με την πρώτη δυνατή ευκαιρία για να διεκδικήσει το δικαίωμα να ξανανοίξει την υπόθεση του». Στην ίδια απόφαση τονίστηκε ότι το γεγονός πως ένας αιτητής δίνει απλώς κάποια εξήγηση δεν συνιστά δικαιολόγηση. Όσον αφορά την αποκάλυψη υπεράσπισης στην υπόθεση Καλλής Ξενοφών v. Alpha Bank Ltd
(2002)1 ΑΑΔ 793, λέχθηκαν τα ακόλουθα στη σελ. 799 (Κραμβής Δ.): «Αντλώντας κατεύθυνση από την νομολογία η αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης προϋποθέτει αλλά και εξυπακούει κάτι περισσότερο από την απλή παράθεση από τον αιτητή μιας εκδοχής, διαφορετικής από αυτή του ενάγοντα. Θα πρέπει να προσκομιστούν στο Δικαστήριο κάποια αποδεικτικά στοιχεία τα οποία εξυπακούεται πως θα πρέπει να εμπεριέχουν κάποιο βαθμό πειστικότητας που θα καθορίζεται και θα καταδεικνύεται μέσα από τους ίδιους τους προβαλλόμενους ισχυρισμούς, ώστε η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να μην ασκείται επί ματαίω και μόνο αν θα εξυπηρετείται χρήσιμος σκοπός επιλύσεως της διαφοράς των διαδίκων ... Αποδοχή ισχυρισμών χωρίς ίχνος υποστηρικτικού υλικού που να προσδίδει σ' αυτούς κάποια βαρύτητα θα ισοδυναμούσε με κλονισμό της βεβαιότητας που πρέπει να υπάρχει, τόσο για την τελεσιδικία των δικαστικών αποφάσεων, όσο και για τα δικαιώματα των πολιτών.» Στην υπόθεση Ελενίτσα Κωνσταντινίδη ν. Nur Habib Hissin
(2004)1 ΑΑΔ 1774, 1779 (Κραμβής Δ.) τονίστηκε: «Η αποκάλυψη εκ πρώτης όψεως συζητήσιμης υπεράσπισης, προκειμένου να επιτύχει η αίτηση για παραμερισμό, συνιστά πρωταρχικό παράγοντα ο οποίος λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο κατά την ενάσκηση της διακριτικής του ευχέρειας. Δεν απαιτείται απόδειξη των γεγονότων που στοιχειοθετούν την υπεράσπιση. Είναι αρκετό να εγερθεί το ζήτημα το οποίο κρίνεται χωρίς αξιολόγηση της μαρτυρίας. Το δικαστήριο ερευνά τα ενώπιόν του στοιχεία για να διαγνώσει μόνο αν υπάρχει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση ή συζητήσιμο σημείο χωρίς να υπεισέρχεται στην ουσία της υπεράσπισης. Το δικαστήριο, εξέτασε τα στοιχεία υπεράσπισης που είχε ενώπιόν του και χωρίς να υπεισέλθει στην ουσία της υπεράσπισης ορθά διαπίστωσε ότι υπήρχε εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση.» Στο τι συνιστά «συζητήσιμη υπεράσπιση» (arguable case) καθοδηγητική είναι επίσης η αγγλική απόφαση στην Alpine Bulk Transport Co Inc v. Saudi Eagle Shipping Co Inc [1986] 2 Lloyd's rep. 221 CA[1] (με αναφορά στην Evans v. Bartlam
(1937)AC 473) όπου υποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος πρέπει να πείσει το Δικαστήριο ότι η υπεράσπισή που προβάλλει έχει πραγματική πιθανότητα επιτυχίας (a real prospect of success) και να φέρει κάποιο βαθμό πειστικότητας (must carry some degree of conviction). Το βάρος που φέρει ο εναγόμενος είναι βαρύτερο από αυτό που θα πρέπει να αποσείσει σε αίτηση για έκδοση συνοπτικής απόφασης εναντίον του. Το Δικαστήριο πρέπει να σχηματίσει προκαταρκτική άποψη (provisional view) για την πιθανή κατάληξη της υπόθεσης (βλ. επίσης Supreme Court Practice 1997, σελ 145 παρ 13/9/14). Η αντιπαραβολή των δύο εκδοχών σε αιτήσεις για παραμερισμό απόφασης, είναι ορισμένες φορές αναπόφευκτη, αλλά αυτή θα πρέπει να περιορίζεται στα απολύτως αναγκαία, για τη διακρίβωση της καλοπιστίας των ισχυρισμών και κατά πόσο υπάρχει ή όχι εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση (βλ. Clair Morris v. Saratoga Swimming Pools Ltd, Πολ. Έφεση 145/2009, 10/4/2012). Το Δικαστήριο κατά την εξέταση αίτησης παραμερισμού απόφασης δύναται να αντλήσει πληροφορίες και άλλα στοιχεία από έγγραφα που αποτελούν μέρος του φακέλου της υπόθεσης όπως ένορκες δηλώσεις και έγγραφα που καταχωρίστηκαν για απόδειξη της αγωγής (βλ. Γεωργίου ν. Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ (Aρ. 2)
(1999)1 ΑΑΔ 1938). Αξιολόγηση Κατ΄αρχήν θα εξετάσω τους λόγους που δίνονται από την Αιτήτρια για την μη εμφάνιση της στο Δικαστήριο. Η Αιτήτρια έλαβε γνώση της δικαστικής διαδικασίας εναντίον της από τις 25/4/2015 όταν και της επιδόθηκε προσωπικά το κλητήριο ένταλμα και πέραν της ενέργειας της να τηλεφωνήσει στον αδελφό της, στου οποίου τις υποσχέσεις στηρίχτηκε για την τακτοποίηση του όλου θέματος, δεν έκαμε καμία άλλη ενέργεια. Η επόμενη φορά που η ίδια ασχολήθηκε με το θέμα ήταν το Ιούλιο του 2014 όταν άκουσε στην τηλεόραση για τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια, ως η ίδια αναφέρει, και συμφώνως με τις οδηγίες του Συνδέσμου Δανειοληπτών απέστειλε επιστολές στην Καθ΄ης η Αίτηση. Εδώ πρέπει να σχολιάσω το οξύμωρο σχήμα που δημιουργείται εκ των αναφορών της Αιτήτριας. Η Αιτήτρια, στην επίδοση του κλητήριου Εντάλματος , το οποίο αντιλήφθηκε ότι σήμαινε το άνοιγμα δικαστικής διαδικασίας αφού ως η ίδια αναφέρει στην παράγραφο 3 της Ένορκης Δήλωσης της σε σχέση με την επικοινωνία με τον αδελφό της «Του επισήμανα το γεγονός ότι δεν ήθελαν να με σέρνουν στα Δικαστήρια» δεν αντέδρασε καθόλου και περιορίστηκε μόνο σε μια συνομιλία με τον αδελφό της. Στο άκουσμα όμως αναφορών για τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια στην τηλεόραση ενήργησε δια της αποστολής επιστολών στις οποίες έλαβε απάντηση στις 22/7/2014 ότι εναντίον της εξεδοθηκε απόφαση, όταν και πάλι επέλεξε να επικοινωνήσει μόνο το αδελφό της και παρά την αποδοχή του ότι ουδεμία ενέργεια έκαμε, ως είχε υποσχεθεί προηγουμένως στην ίδια, επέλεξε και πάλι να βασιστεί στον ίδιο και να μην λάβει κανένα μέτρο. Η δε αιτιολογία της ότι προσπαθούσε να εντοπίσει έγγραφα προς υποστήριξη της αίτησης της δεν μπορεί να γίνει πιστευτή αφού κανένα έγγραφο πλην της επιστολής που έλαβε 22/7/2014 από την Καθ΄ης η Αίτηση δεν έχει κατατεθεί με την αίτησή της. Τα Τεκμήρια 2 και 3 της Ένορκης Δήλωσης της είναι εκτυπώσεις από ιστοσελίδες και δεν ανήκουν στην κατηγορία των εγγράφων τα οποία η ίδια ισχυρίζεται ότι έψαχνε. Η πάροδος 5 μηνών από την ημερομηνία στην οποία κοινοποιήθηκε στην ίδια η έκδοση απόφασης εναντίον της μέχρι και την καταχώρηση της παρούσας αίτησης δεν έχει δικαιολογηθεί καθόλου. Αντί η Αιτήτρια να επιδείξει ενδιαφέρον στο ανάγνωσμα της επιστολής και να ζητήσει άμεσα τον παραμερισμό απόφασης ή έστω τις υπηρεσίες δικηγόρου , η ίδια αδράνησε, ως έπραξε και όταν έλαβε την επίδοση του κλητηρίου εντάλματος με αποτέλεσμα να δυσχεράνει την θέση της. Η αδράνεια της Αιτήτριας να καταχωρήσει εγκαίρως εμφάνιση στην αγωγή, η οποία ουδόλως έχει αιτιολογηθεί, αλλά και η καθυστέρηση της στην προώθηση της αίτησης παραμερισμού κρίνω ότι διαμορφώνουν μια εικόνα που μόνο ως αδιαφορία μπορεί να χαρακτηριστεί. Η Αιτήτρια όφειλε με την πρώτη δυνατή ευκαιρία και μόλις είχε ενημερωθεί για την έκδοση απόφασης εναντίον της να λάβει ουσιαστικά μέτρα. ( βλ. Siberia Air v. Πούλλικα πιο πάνω) Ως εκ των ανωτέρων κρίνω ότι δεν έχει επεξηγηθεί σε κανένα βαθμό η καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης από μέρους της Αιτήτριας και ότι η αδιαφορία και ο τρόπος που ενήργησε καταδεικνύουν καταφρόνηση του Δικαστηρίου. Παρά την πιο πάνω κατάληξη του Δικαστηρίου, θα προχωρήσω να εξετάσω και κατά πόσο έχει καταδειχθεί εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση στην αγωγή εκ μέρους της Αιτήτριας. Προβάλλεται από την Αιτήτρια ότι η ίδια ήταν εικονικός πρωτοφειλέτης και στην ουσία εγγυητής. Ουδόλως μπορεί να στηριχτεί ο ισχυρισμός αυτός της Αιτήτριας, αφού υπέγραψε σύμβαση δανείου με την Καθ΄ης η Αίτηση και ανέλαβε υποχρέωση αποπληρωμής του διά μηνιαίων δόσεων (Τεκμήριο Γ στην Ένορκη Δήλωση Απόδειξης). Η αποδοχή τέτοιας εισήγησης θα ήταν επικίνδυνο εγχείρημα για το Δικαστήριο το οποίο θα καλείτο να εισέλθει σε αχαρτογράφητα νερά. Η εισήγηση περί εικονικού οφειλέτη, έννοιας άγνωστη στο νόμο ως εκ τούτου απορρίπτεται και ομοίως απορρίπτονται οι όποιες αναφορές στον Περί προστασίας ορισμένης κατηγορίας Εγγυητών Νόμου αφού η Αιτήτρια στην υπό εξέταση περίπτωση είναι πρωτοφειλέτιδα του επίδικου δάνειου και όχι εγγυητής. Πέραν τούτου η Αιτήτρια ισχυρίζεται ότι η Καθ'ής η Αίτηση δεν δικαιούται το ποσό και το επιτόκιο για το οποίο εκδόθηκε απόφαση αφού τόσο το ποσό του δανείου, όσο και του επιτόκιου έχουν διαμορφωθεί μετά από εφαρμογή ποινικής ρήτρας. Προσδιορίζει δε η δικηγόρος της Αιτήτριας ως καταχρηστικό τον όρο για μεταβολή του επιτοκίου της συμφωνίας δανείου. Διατείνεται δε ότι ο όρος αυτός δεν συνάδει με εξυπακουόμενο όρο καλόπιστης συμπεριφοράς από πλευράς της Καθ΄ης η Αίτησης στην άσκηση των νομικών της δικαιωμάτων. Διαφωνώ με αυτή την τοποθέτηση της Δικηγόρου της Αιτήτριας και ανατρέχοντας στην συμφωνία Δανείου (Τεκμήριο Γ στην Ένορκη Δήλωση Απόδειξης, (αφ'εξης «η Συμφωνία») ο όρος 3 αναφέρεται ξεκάθαρα σε συνολικό επιτόκιο 9%, συνεπώς ουδόλως έχει μεταβληθεί από το συμφωνηθέν το επιτόκιο. Πέραν της απλής διαπίστωσης ότι το επιτόκιο αναγράφεται ευκρινώς στην Συμφωνία των μερών αναφέρει τον τρόπο υπολογισμού του τόκου. Εδώ να τονίσω ότι το δάνειο συνήφθηκε κατά την 1/7/2010 και τερματίστηκε με επιστολή ημερομηνίας 26/3/2014. Η εφαρμογή του περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμος του 1996 Ν.93(I)/1996(Άρθρο 5
(4)- Παράρτημα - Ρήτρες που μπορεί να θεωρηθούν ως καταχρηστικές)[2], θέτει κάποιες προϋποθέσεις σε σχέση με την εφαρμογή του νόμου σε τράπεζες όταν αυτές συμβάλλονται με καταναλωτές. Παρα ταύτα το άρθρο 3
(2)του εν λόγω νόμου αναφέρει τα ακόλουθα: "Όταν ρήτρα σύμβασης είναι διατυπωμένη κατά τρόπο σαφή και κατανοητό, καμιά αμφισβήτηση του θεμιτού χαρακτήρα της δεν επιτρέπεται, εφόσον αυτή αφορά- (α) Τον καθορισμό του κύριου αντικειμένου της σύμβασης· ή (β) την αντιπροσωπευτικότητα της τιμής ή του ανταλλάγματος για τα αγαθά ή τις υπηρεσίες που πωλήθηκαν ή παρασχέθηκαν" Η κατάληξη μου περί σαφούς και ευκρινούς διατύπωσης του όρου επιτοκίου ο οποίος μάλιστα στο κείμενο της σύμβασης είναι διατυπωμένος με έντονα μαύρα (στην γλώσσα των υπολογιστών bold) γράμματα αλλά και το γεγονός ότι η ρήτρα του επιτοκίου είναι διατυπωμένη με τρόπο σαφή και με ξεκάθαρες αναφορές σε αριθμούς, δεν μπορώ να αποδεκτώ την εισήγηση της Αιτήτριας επι τούτου συνεπώς απορρίπτεται. Εγείρεται περαιτέρω από πλευράς της Αιτήτριας ζήτημα ενδεχόμενης ποινικής ρήτρας όσον αφορά τον τόκο υπερημερίας (βλ. άρθρο 74
(1)του Περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149[3], Lordsvale Finance Plc v. Bank of Zambia
(1996)3 W.L.R. 688 και Jeancharm Ltd v. Barnet Football Club Ltd
(2003)EWCA Civ 58 (CA)). Το βάρος απόδειξης ότι η ρήτρα είναι ποινικής φύσης το φέρει ο εναγόμενος (βλ. Robophone Facilities Ltd v. Blanc
(1966)1 W.L.R. 1428 στη σελ. 1447 - Απόφαση Πλειοψηφίας L.J. Diplock). Με την Έκθεση Απαίτησης της η Καθ΄ης η Αίτηση αξιώνει Τόκο Υπερημερίας προς 2% ετησίως ως συμφωνημένους και λογικού τόκους σύμφωνα με την παράγραφο 3 της Συμφωνίας Δανείου. Ο τόκος υπερημερίας (default interest) αποσκοπεί στο να αποζημιώσει το αθώο μέρος μιας σύμβασης σε περίπτωση παράβασης της από τον αντισυμβαλλόμενο για την πραγματική ζημιά την οποία έχει υποστεί ο πρώτος ένεκα της υπερημερίας του δεύτερου. Στην υπόθεση Lordsvale Finance Plc v. Bank of Zambia
(1996)3 All E.R. 156, υπήρχε όρος για πληρωμή τόκου υπερημερίας από την ημερομηνία της καθυστέρησης ίσου με το άθροισμα των: ι) 1% ιι) Περιθωρίου (Margin) ιιι) Των εξόδων εξασφάλισης δολλαριακών καταθέσεων Το περιθώριο είχε καθοριστεί επίσης σε 1% και απέδιδε τα διοικητικά έξοδα, τον πιθανό κίνδυνο υπερτίμησης και καθαρό κέρδο. Τα έξοδα για την εξασφάλιση δολλαριακών καταθέσεων αποζημίωναν τον δανειστή για την καθυστέρηση στην απόδοση των χρημάτων που δάνεισε. Στην δικαστική διαδικασία προέκυψε ως θέμα τι ήταν ακριβώς το 1% πέραν των πιο πάνω και κατά πόσον ήταν ποινική ρήτρα (penalty).Το δικαστήριο αναφερόμενο στην υπ. In Re Dunlop Pneymatic Tyre Co. Ltd v. New Garage and Motor Co. (1914-15) All E.R. Rep. 739 είπε: «The speeches in Dunlop show that whether a provision is to be treated as a penalty is a matter of construction to be resolved by asking whether, at the time the contract was entered into, the predominant contractual function of the provision was to deter a party from breaking the contract or to compensate the innocent party for breach.It is clear that if a loan agreement were to provide that upon the happening of a default in payment by the borrower the rate of interest were to be increased with retrospective effect, that which would be payable on default would be a sum in addition to the amount of principal and interest outstanding which would be calculated by reference to a period of time during which the borrower was entitled to the use of the principal and which might vary in length depending upon when the default in payment occurred in relation to the period of borrowing. Moreover, the amount of interest which would be payable would be unrelated to the extent of default.» (τονισμός δικός μου) Το Δικαστήριο στην Lordsvale Finance (ανωτέρω) αφού προχωρεί σε μία εκτενή αναφορά σε αγγλική νομολογία για το ζήτημα αλλά και σε νομολογία άλλων χωρών του Κοινοδικαίου και στον τρόπο με τον οποίο είναι δυνατό να γίνει αποδεκτή η επιδίκαση τόκου υπερημερίας, υποδεικνύεται ότι τα αυξημένα ποσοστά τόκου ή ανάλογων πληρωμών γίνονται αποδεκτά, κάτω από προϋποθέσεις πάντα, όταν αυτή η αύξηση εφαρμόζεται από την ημερομηνία της παράλειψης πληρωμής. Καταληκτικά, υποδείχθηκε στην εν λόγω απόφαση ότι: «... there is every reason in principle for adopting the course which they suggest, and for confining protection of the creditor by means of designation of default interest provisions as penalties to retrospectively operating provisions. If the increased rate of interest applies only from the date of default or thereafter, there is no justification for striking down as a penalty a term providing for a modest increase in the rate. I say nothing about exceptionally large increases. In such cases it may be possible to deduce that the dominant function is in terrorem the borrower. But nobody could seriously suggest that a 1% rate increase could be such. It is, in my judgment, consistent only with an increase in the consideration for the loan by reason of the increased credit risk represented by a borrower in default. (τονισμός δικός μου) Οι πιο πάνω αρχές επαναλήφθηκαν και στην υπ. Jeancharm Ltd ν. Barnet Football Club Ltd
(2003)EWCA Civ 58, στην οποία κρίθηκε πως τόκος υπερημερίας 5% εβδομαδιαίως συνιστούσε ποινική ρήτρα και δεν εφαρμόστηκε (βλ. και Chitty on Contracts, 30η έκδοση, παρ. 38-274). Ένα από τα κριτήρια που πρέπει να λαμβάνονται υπόψιν, όπως λέχθηκε στην πιο πάνω υπόθεση, είναι το κατά πόσον το απαιτούμενο ποσόν είναι υπερβολικό και παράλογο (extravagant and unconscionable) εν συγκρίσει με τη μέγιστη υποθετική ζημιά που θα μπορούσε να προκύψει ως συνέπεια της καθυστέρησης, οπότε (σε τέτοια περίπτωση) συνιστά ποινική ρήτρα. (βλ. υπ. Μεταλλικά Ηρακλής Μιχαηλίδης Λτδ ν. G & C Exhaust Systems Ltd
(2001)1 Α.Α.Δ. 500 και Ανόρθωσις ν. Απόλλων
(2002)1 Α.Α.Δ. 518). Η Εναγομένη αναφέρεται στην υπόθεση Χαραλάμπους κ.α. v. Liberty Life Insurance Public Co Ltd, Πολ. Εφ. 272/08 ημερ. 17.10.11, όπου αναφέρθηκαν, μεταξύ άλλων από τον Έντιμο Δικαστή Πασχαλίδη και τα ακόλουθα: «Σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 74
(1)του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149, ο προκαθορισμός της ζημιάς στη σύμβαση δεν είναι δεσμευτικός, επενεργεί μόνο στην οριοθέτηση του ανωτάτου ορίου της αποζημίωσης που μπορεί να επιδικασθεί. Εκεί όπου η προβλεπόμενη αποζημίωση ενέχει χαρακτήρα ποινικής ρήτρας (penalty) αυτή αγνοείται, ενώ εκεί που συνιστά γνήσια προσπάθεια προκαθορισμού της ζημιάς την οποία θα υποστεί το αθώο μέρος από την παράβαση της συμφωνίας, τότε μετρά ως στοιχείο σχετικό στον καθορισμό της εύλογης αποζημίωσης και λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο ..». Για να συμπληρώσει στη συνέχεια: «Αυτό που διακρίνει βασικά την ποινική ρήτρα από τον προκαθορισμό της ζημιάς είναι ότι ο προκαθορισμός της ζημιάς χαρακτηρίζεται και στην ουσία συνιστά μια γνήσια προσπάθεια από πλευράς των συμβαλλομένων να υπολογίσουν και να καθορίσουν εκ των προτέρων τη ζημιά την οποία θα υποστεί το αθώο μέρος από την παράβαση της συμφωνίας, η ποινική ρήτρα στόχο έχει τον εκφοβισμό του παραβάτη έτσι ώστε ο τελευταίος να συμμορφωθεί με τις συμβατικές του υποχρεώσεις. Το στοιχείο του εκφοβισμού συνιστά θα λέγαμε την ουσία της ποινικής ρήτρας (βλ. Dunlop Pneumatic Tyre Co. Ltd. V. New Garage & Motor Co. Ltd. [1915] A.A. 79).» Προκύπτει αβίαστα από τις αρχές της νομολογίας ότι στην περίπτωση που διαπιστωθεί ότι ο σχετικός όρος για καταβολή τόκου υπερημερίας τέθηκε προς εκφοβισμό κάποιου μέρους και προς αποτροπή της παράβασης, αυτός δεν μπορεί παρά να θεωρηθεί ότι αποτελεί ποινική ρήτρα και ως τέτοια είναι ανεφάρμοστη. Περαιτέρω με βάση την Bank of Zambia (ανωτέρω) αποτελεί προϋπόθεση για την επιβολή τόκου υπερημερίας αυτός να έχει επιβληθεί μετά τον τερματισμό της σύμβασης και να είναι ποσοστό λογικό. Εφαρμόζοντας τις επιταγές της νομολογίας στην υπό εξέταση περίπτωση διαπιστώνω ότι ο όρος για την υπερημερία ορίζεται συγκεκριμένα στην μεταξύ των μερών συμφωνία (όρος 3). Περαιτέρω διαπιστώνω ότι τέθηκε σε ισχύ μετά τον τερματισμό της μεταξύ των μερών συμφωνίας. Δεν έχει τεθεί ενώπιον μου οποιοδήποτε στοιχείο που να θέτει ότι ο όρος τέθηκε προς εκφοβισμό της Αιτήτριας. Περαιτέρω ο τόκος υπερημερίας περιορίζεται στις 2 εκατοστιαίες μονάδες ετησίως και μπορεί να συγκριθεί με την υπόθεση Bank of Zambia (ανωτέρω) όπου ο τόκος υπερημερίας της τάξης της 1 εκατοστιαίας μονάδας κρίθηκε λογικός ενώ δεν μπορεί να σχετιστεί και ως εκ τούτου διαφοροποιείται πλήρως από την υπόθεση Barnet Football Club (ανωτέρω) όπου ο τόκος υπερημερίας ήταν 5 εκατοστιαίες μονάδες εβδομαδιαίως. Περαιτέρω σε σχέση με τον τόκο υπερημερίας θεωρώ ότι οι 2 εκατοστιαίες μονάδες που ορίζονται στην σύμβαση είναι ποσοστό που συνάδει με τις πρόνοιες του Περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμος 160(Ι)/1999 ως αυτός τροποποιήθηκε από τους νόμους 141(Ι)/2014 και 66(Ι)/2015. Δεν διαλανθάνει τις προσοχής του Δικαστηρίου ότι η σύμβαση δανείου τερματίστηκε πριν την δημοσίευση του τροποποιητικού Νόμου 141(Ι)/2014, τουτέστιν το Δάνειο τερματίστηκε την 26/3/14 ενώ ο Νόμος 141(Ι)/2014 δημοσιεύτηκε ως ορίζει το άρθρο 52 του Συντάγματος την 9/9/14, συνεπώς δεν ήταν σε ισχύ κατά την ημερομηνία τερματισμού της Συμφωνίας. Τούτων λεχθέντων , πρέπει να τονιστέι ότι ως ορίζεται και στο άρθρο 2Α του εν λόγω νόμου , σκοπός του περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων (Τροποποιητικού) Νόμου του 2014 ήταν η προστασία των δικαιωμάτων των οφειλετών πιστωτικών ιδρυμάτων και η προαγωγή της διαφάνειας ως προς τον υπολογισμό των επιτοκίων όλων των συμβάσεων πιστωτικών διευκολύνσεων. Συνεπώς ο καθορισμός και ο περιορισμός του επιτοκίου υπερημερίας στις 2 εκατοστιαίες μονάδες έγινε προς προστασία των οφειλετών. Θα μπορούσε να γίνει αποδεκτή η εισήγηση των συνηγόρων της Αιτήτριας ότι η επιβολή τόκου υπερημερίας δημιουργεί ζήτημα υπεράσπισης σε περίπτωση που το επιτόκιο υπερημερίας που χρεώνετο ξεπερνούσε τις 2 εκατοστιαίες μονάδες ως ορίζει και η σχετική πρόνοια του άρθρου 4 του τροποποιητικού Νόμου 141(Ι)/2014 με το οποίο τροποποιήθηκε το άρθρο 3 του Βασικού Νόμου. "..Νοείται ότι δεν είναι επιτρεπτή επιβολή επιτοκίου υπερημερίας πέραν των δύο εκατοστιαίων μονάδων: Νοείται περαιτέρω ότι από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων (Τροποποιητικού) Νόμου του 2014 και καθόσον αφορά όλες τις εν ισχύι κατά την ημερομηνία αυτή συμβάσεις πιστωτικών διευκολύνσεων, το επιτόκο υπερημερίας δεν δύναται να υπερβαίνει τις δυο εκατοστιαίες μονάδες: Νοείται έτι περαιτέρω ότι, η επιβολή αυξημένου τόκου από την υπερημερία επί καθυστερημένης δόσης, ο οποίος υπερβαίνει το ποσό που αντιστοιχεί στις δύο εκατοστιαίες μονάδες από το ύψος του συμφωνηθέντος επιτοκίου, αναφορικά με συμβάσεις πιστωτικής διευκόλυνσης, δημιουργεί μαχητό τεκμήριο για το πιστωτικό ίδρυμα, το οποίο έχει το βάρος αποδείξεως ότι ο επιβληθείς τόκος υπερημερίας αντιπροσωπεύει την πραγματική του ζημιά.." (τονισμός δικός μου) Ενόψει των όσων έχω αναφέρει κρίνω ότι η Αιτήτρια απέτυχε να καταδείξει ικανοποιητικό λόγο για την μη εμφάνιση της στο Δικαστήριο και περαιτέρω απέτυχε να καταδείξει εκ πρώτης όψεως ή συζητήσιμη υπεράσπιση. Κατάληξη Η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα προς όφελος της Ενάγουσας- Καθ' ης η Αίτηση και σε βάρος της Εναγομένης- Αιτητριας, όπως θα αυτά υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............... Ε. Ευθυμίου-Ανδρέου, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Other actions/Interim/Setting aside Judgment Αναφορά: Παραμερισμός Απόφασης [1] Βλ. Sir Roger Omrod στη σελ. 223: «In the course of his argument Mr Clarke Q.C. used the phrase "an arguable case" and it, or an equivalent, occurs in some of the reported cases (e.g. Burns v Kendel
(1977)1 Ll.L.R. 554 and Vann v Awford). This phrase is commonly used in relation to Order 14 to indicate the standard to be met by a defendant who is seeking leave to defend. If it is used in the same sense in relation to setting aside a default judgment, it does not accord, in our judgment, with the standard indicated by each of their Lordships in Evans v Bartlam. All of them clearly contemplated that a defendant who is asking the court to exercise its discretion in his favour should show that he has a defence which has a real prospect of success. (In Evans v Bartlam there was an obvious defence under the Gaming Act and in Vann v Awford a reasonable prospect of reducing the quantum of the claim). Indeed it would be surprising if the standard required for obtaining leave to defend (which has only to displace the plaintiff's assertion that there is no defence) were the same as that required to displace a regular judgment of the court and with it the rights acquired by the plaintiff. In our opinion, therefore, to arrive at a reasoned assessment of the justice of the case the court must form a provisional view of the probable outcome if the judgment were to be set aside and the defence developed. The "arguable" defence must carry some degree of conviction». [2] 1. Ρήτρες που έχουν σκοπό ή αποτέλεσμα:- .. (ι) να επιτρέπουν στον πωλητή ή στον προμηθευτή να τροποποιεί μονομερώς τους όρους της σύμβασης χωρίς σοβαρό λόγο ο οποίος να προβλέπεται στη σύμβαση. 2. Πεδίο εφαρμογής των υποπαραγράφων (ζ), (ι) και (ιβ)- (β): .. η υποπαράγραφος (ι) δεν επηρεάζει τις ρήτρες με τις οποίες ο προμηθευτής χρηματοοικονομικών υπηρεσιών επιφυλάσσεται του δικαιώματος του να τροποποιεί το επιτόκιο που οφείλεται από τον καταναλωτή ή που οφείλεται σε αυτόν, ή το ποσό όλων των άλλων επιβαρύνσεων των σχετικών με τις χρηματοοικονομικές υπηρεσίες χωρίς καμία προειδοποίηση σε περίπτωση βάσιμου λόγου, αρκεί ο πωλητής ή ο προμηθευτής να επιβαρύνεται με την υποχρέωση να πληροφορεί αμέσως το άλλο ή τα άλλα συμβαλλόμενα μέρη και αυτό ή αυτά να είναι ελεύθερα να καταγγείλουν πάραυτα τη σύμβαση [3] 74
(1)- Αν στη σύμβαση διαλαμβάνεται όρος ως προς το ποσό το οποίο πρέπει να καταβληθεί σε περίπτωση παράβασης αυτής ή ποινική ρήτρα, σε περίπτωση παράβασης της σύμβασης από τον ένα από τους συμβαλλόμενους, ο άλλος δικαιούται, και αν ακόμη δεν αποδειχτεί ότι υπέστη από την παράβαση πραγματική ζημιά ή απώλεια, να λάβει από τον υπαίτιο εύλογη αποζημίωση που δεν υπερβαίνει το ποσό που ορίστηκε κατά τον πιο πάνω τρόπο, ή ανάλογα με την περίπτωση, την ποινική ρήτρα. Ρήτρα για καταβολή αυξημένου τόκου από την υπερημερία, δύναται να θεωρηθεί ως ποινική ρήτρα. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο