ΜΑΡΙΟΣ ΘΕΟΔΩΡΟΥ ν. JANE GRAHAM, Αρ. Αγωγής: 4292/2015, 5/12/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2016:A513 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. Ευθυμίου-Ανδρέου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4292/2015 Mεταξύ: ΜΑΡΙΟΣ ΘΕΟΔΩΡΟΥ, εκ Λεμεσού (Δ.Τ. 506170) Ενάγοντος/Αιτητή - Και - JANE GRAHAM, εκ Λεμεσού (Αρ. Διαβατηρίου 457800301) Εναγομένης/Καθ' ης η Αίτηση Αίτηση ημερομηνίας 5/4/16 για Έκδοση Συνοπτικής Απόφασης Ημερομηνία: 5 Δεκεμβρίου 2016 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντα -Αιτητή: κα. Κλεάνθους για Γ.Κλεάνθους & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενη -Καθ΄ ής η Αίτηση: κος Μελινιώτης για κ.κ. Andreas L. Neokleous Chambers LLC Α Π Ο Φ Α Σ Η Εισαγωγή Με αίτηση ημερομηνίας 22/12/2016 ο Ενάγων - Αιτητής («o Ενάγων») αιτείται την έκδοση συνοπτικής απόφασης εναντίον όλων της Εναγομένης - Καθ' ης η Αίτηση («η Εναγομένη»). Η αίτηση βασίζεται στη Δ.18, Θ.Θ.1 (α), 2, στη Δ.48, Θ.Θ. 1-4 και στην Δ.64 καθώς και στην πρακτική και γενικές εξουσίες του Δικαστηρίου. Η Απαίτηση Με ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα ο Ενάγων απαιτεί από την Εναγόμενη το ποσό των €8,000 «δυνάμει γραπτής υποχρέωσης πληρωμής και/ή ανάληψης χρέους και/ή δήλωσης χρέους και/ή οφειλή μέχρι εξοφλήσεως». Κατά τους διαλαμβανόμενους στην Έκθεση Απαιτήσεως Ισχυρισμούς η Εναγόμενη υπέγραψε προς όφελος του Ενάγοντα γραπτή υποχρέωση πληρωμής την 8/1/15 για το ποσόν των €8,000, όρος της οποίας ήταν να εξοφληθεί εντός 6 μηνών από την υπογραφή της. Η Εναγόμενη παρά τις οχλήσεις του Ενάγοντα, συμπεριλαμβανομένης επιστολής ημερομηνίας 5/8/2015 την οποία ο Ενάγων απέστειλε δια μέσω του Δικηγόρου του αμελεί και/ή αρνείται και/ή παραλείπει την πληρωμή του εν λόγω ποσού. Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση για συνοπτική απόφαση επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 1 την εν λόγω γραπτή υποχρέωση πληρωμής. Η Υπεράσπιση της Εναγόμενης Η Εναγόμενη καταχώρισε σημείωμα εμφάνισης 30/11/2015 και Υπεράσπιση η οποία δεν φέρει ημερομηνία στην οποία ουσιαστικά αρνείται την απαίτηση , ισχυρίζεται ότι οι θέσεις της Έκθεσης Απαίτησης είναι ψευδείς και αναληθείς , καλώντας τον Ενάγοντα σε αυστηρή απόδειξη των ισχυρισμών του. Παρα την γενική άρνηση που προβάλλει ισχυρίζεται ότι δεν επεξηγήθηκαν στην ίδια οι συνέπειες καθώς και οι ακριβείς όροι της συμφωνίας. Το Αίτημα για Συνοπτική Απόφαση Η υπό κρίση αίτηση καταχωρήθηκε στις 22/12/
- Η μαρτυρία του Ενάγοντα Η αίτηση συνοδεύεται από λιτή ένορκη δήλωση του ίδιου του Ενάγοντα. Συμφωνεί πλήρως με το περιεχόμενο της έκθεσης απαίτησης το οποίο υιοθετεί και επαναλαμβάνει. Επίσης επαναλαμβάνει ότι η αξίωση εναντίον της Εναγομένης είναι για την είσπραξη του ποσού των €8.000 χρέος που προκύπτει προς όφελος του από την Εναγόμενη μετά από ανάληψη γραπτής υποχρέωσης πληρωμής. Το εν λόγω έγγραφο επισυνάπτεται ως Τεκμήριο
- Θεωρεί ότι η καταχώρηση σημειώματος εμφάνισης από πλευράς της Εναγόμενης έγινε αποκλειστικά για σκοπούς καθυστέρησης της διαδικασίας. Ένσταση και μαρτυρία των Εναγομένων Η Εναγόμενη καταχώρισε ειδοποίηση περί προθέσεως Ενστάσεως « η Ένσταση» στις 5/4/
- Οι συγκεκριμένοι λόγοι Ένστασης είναι που προβάλει είναι οι ακόλουθοι: (Α) Η αίτηση του Αιτητή είναι νόμω και ουσία αβάσιμη. (Β) Δεν πληρούνται και/ή ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις της Νομοθεσίας και/ή Νομολογίας που διέπουν την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων και/ή συνοπτικής απόφασης. (Γ) Το πραγματικό υπόβαθρο επί του οποίου εδράζεται η Αίτηση είναι ανεπαρκές και/ή στερείται νομικού ερείσματος και/ή δεν δικαιολογεί την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων και/ή συνοπτικής απόφασης, καθ' ότι δεν αποδεικνύεται ότι η Καθ' ης η Αίτηση στερείται εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση στα επίδικα ζητήματα. (Δ) Η Ένορκη Δήλωση του κυρίου Μάριου Θεοδώρου ημερομηνίας 22/12/2015, η οποία συνοδεύει τη ρηθείσα Αίτηση για έκδοση συνοπτικής απόφασης, εμπεριέχει ελλιπείς και/ή παραπλανητικούς και/ή αβάσιμους ισχυρισμούς και/ή δεν αποκαλύπτει την αλήθεια στην ολότητά της, με σκοπό να παραπλανήσει το Δικαστήριο ως προς την υποτιθέμενη ανυπαρξία καλόπιστης υπεράσπισης εκ μέρους της Καθ' ης η Αίτηση. (Ε) Η μαρτυρία και/ή τεκμήρια, τα οποία παρουσιάστηκαν και/ή προσάχθηκαν από τους Αιτητές στα πλαίσια της Ένορκης Δήλωσης του κυρίου Μάριου Θεοδώρου ημερομηνίας 22/12/2015, δεν αποδεικνύουν την ανυπαρξία καλής υπεράσπισης από την πλευρά της Καθ' ης η Αίτηση. (ΣΤ) Η Καθ' ης η Αίτηση ανέλαβε το εν λόγω χρέος το οποίο αναφέρεται στην Ένορκη Δήλωση του κυρίου Μάριου Θεοδώρου υπό την άσκηση πίεσης και/ή εξαναγκασμού. (Ζ) Ο Αιτητής έχει αποτύχει να αποσείσει το βάρος απόδειξης με το οποίο επιφορτίζεται. (Η) Ο Αιτητής δεν εισήλθε ενώπιον του Δικαστηρίου με καθαρά χέρια. (Θ) Ο Αιτητής δεν έχει προβεί σε πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη όλων των ουσιωδών στοιχείων της υπόθεσης. (Ι) Η πιθανή έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων και/ή συνοπτικής απόφασης εναντίον της Καθ' ης η Αίτησης στην πιο πάνω με αριθμό και τίτλο αγωγή πρόκειται να προκαλέσει μεγάλη ζημιά και/ή βλάβη στα νομικά και άλλα δικαιώματα της τελευταίας, ενώ πρόκειται να πλήξει τα αδιάσειστα θεμέλια της δικαιοσύνης. Η Ένσταση βασίζεται επί των Διαδικαστικών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας Δ.18 Θ.1(α), 2, 3, 4, 6Δ.48, Θ.Θ1-3, 4
(1), 8 και 9(u), Δ.64, Θ.Θ 1-3, του Συντάγματος άρθρο 30, της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων άρθρο 6, επί των Γενικών Αρχών του Νόμου, των Κανόνων της Επιεικίας, της Πρακτικής και της Συμφύτου Εξουσίας των Δικαστηρίων. Η Ένσταση συνοδεύεται από την Ένορκη Δήλωση της Λουίζας Κοφινά , ασκούμενης δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί την Εναγόμενη. Η ομνύουσα αναφέρει ότι έχει προσωπική γνώση των γεγονότων και ο λόγος που προβαίνει η ίδια στην υποστηρικτική της Ένστασης Ένορκη Δήλωση είναι η απουσία της Εναγόμενης στην Μεγάλη Βρετανία για προσωπικούς λόγους. Η ομνύουσα εστιάζεται σε αναφορά περί εξαναγκασμού ή διαζευτικά άσκησης αφόρητης πίεσης στην Εναγόμενη στην υπογραφή της ανάληψης χρέους χωρίς την θέληση της. Συγκεκριμένα αναφέρει στην παράγραφο 5 της Ένορκης Δήλωσης της ότι «κατά ή περί τις 8/1/2015 η Εναγόμενη εξαναγκάστηκε ή και χωρίς την θέληση της ή και χωρίς να αντιλαμβάνεται επαρκώς τις συνέπειες των πράξεων της ανέλαβε και υπέγραψε ανάληψη χρέους ύψους €8.000 προς όφελος του Ενάγοντα. Εκ των ως άνω αναφορών της η Εναγόμενη επιχειρηματολογεί περί ύπαρξης καλής υπεράσπισης , αρκούντως ικανοποιητική ούτως ώστε να δοθεί άδεια για καταχώρηση υπεράσπισης στην Εναγόμενη. Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι σε κανένα σημείο της Ένορκης Δήλωσης που υποστηρίζει την Αίτηση δεν αποκαλύπτονται λόγοι που να δείχνουν καθαρά ότι η Εναγόμενη δεν έχει καλή εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση στην αγωγή και εισηγείται ως εκ τούτου ότι δεν μπορεί να αποκλειστεί από του να καταχωρήσει Υπεράσπιση. Στην κατακλείδα της η ομνύουσα εισηγείται ότι το Δικαστήριο πρέπει να απορρίψει της αίτηση αφού σε περίπτωση αποστέρησης από την Εναγόμενη το Δικαίωμα να υπερασπισθεί τον εαυτό της οι επακόλουθες για την ίδια συνέπειες θα είναι βαριές και υπέρμετρα δυσμενείς ενώ περαιτέρω θα προκληθεί σοβαρή δυσλειτουργία στον μηχανισμό απονομής δικαιοσύνης. Ακρόαση Η αίτηση οδηγήθηκε αναπόφευκτα σε ακρόαση με τα μέρη να καταθέτουν και να υιοθετούν γραπτές αγορεύσεις με αναφορά στην νομολογία και τα περιστατικά της υπόθεσης. Η κάθε πλευρά αναλύει τα γεγονότα μέσα από την δική της οπτική γωνιά με αποτέλεσμα να καταλήγει σε εκ διαμέτρου αντίθετα συμπεράσματα. Η πλευρά του Ενάγοντα εστιάζεται στο γεγονός ότι δεν παρατέθηκαν καθόλου από πλευράς Εναγόμενης λεπτομέρειες που να αποδεικνύουν τους ισχυρισμούς της περί εξαναγκασμού ή άσκησης ψυχικής πίεσης κρίνοντας τους ισχυρισμούς της ως γενικούς αλλά και προσκρούοντες στην Δ.18 όπου ρητώς προκύπτει ότι οι θέσεις της Ένστασης πρέπει να περιέχουν λεπτομερώς τις θέσεις του Εναγόμενου. Επί τούτου επικαλείται και την υπόθεση J&M Loizides Agencies LTD-v- Τράπεζα Κύπρου Δημοσια Εταιρεία Λτδ
(2011)1 Α.Α.Δ.
- Εισηγείται δε ότι ο μεν Ενάγοντας έχει ικανοποιήσει τις προϋποθέσεις που θέτει η Δ.18 θ.1, η δε Εναγόμενη δεν έχει καταφέρει να αποσείσει το βάρος ώστε να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση. Η πλευρά της Εναγόμενης στην δική της αγόρευση με εκτενή αναφορά σε εγχώρια και ξένη νομολογία στρέφει την προσοχή του Δικαστηρίου στην δραστικότητα του μέτρου της έκδοσης συνοπτικής απόφασης. Αναφέρει ότι η άσκηση αφόρητης πίεσης ( undue influence ) από μέρους του Ενάγοντα οδήγησε στην υπογραφή της ανάληψης του αναφερόμενου χρέους, έγγραφο που η ίδια δεν αντιλήφθηκε. Αναφέρει περαιτέρω ότι ουδέποτε επεξηγήθηκαν στην ίδια οι συνέπειες υπογραφής του εν λόγω εγγράφου και χωρίς την θέληση της προέβηκε στην συμφωνία να πληρώσει ένα μεγάλο ποσό χωρίς αντάλλαγμα. Αυτά τα στοιχεία συνθέτουν κατά τους ευπαίδευτους συνήγορους της Εναγόμενης ύπαρξη καλής υπεράσπισης. Στην αγόρευση της Εναγόμενης γίνεται περαιτέρω λόγος για μη εκπλήρωση των δικαιοδοτικών προϋποθέσεων της Δ.18 και συγκεκριμένα της προϋπόθεσης περί άμεσης και θετικής γνώσης των γεγονότων από τον ομνύοντα. Νομική Πτυχή Η Δ.18 θ.1(α) των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, που δεσπόζει σε τέτοιες περιπτώσεις, διαλαμβάνει ως εξής: «(α) Where the defendant appears to a writ of summons specially indorsed under Order 2 rule 6, the plaintiff may on affidavit made by himself, or by any other person who can swear positively to the facts, verifying the cause of action, and the amount claimed (if any), and stating that in his belief there is no defence to the action, apply for judgment for the amount so indorsed, together with interest (if any), or for the recovery of the land, (with or without rent), or for the delivering up of a specific chattel, as the case may be, and costs. And judgment for the plaintiff may be given thereupon, unless the defendant shall satisfy the Court that he has a good defence to the action on the merits, or disclose such facts as may be deemed sufficient to entitle him to defend». Από τις πιο πάνω πρόνοιες προκύπτουν τρεις προκαταρτικές προϋποθέσεις, οι οποίες θα πρέπει να εκπληρωθούν για να δύναται το Δικαστήριο να εκδώσει συνοπτική απόφαση. Πρωτίστως, το κλητήριο ένταλμα θα πρέπει να είναι ειδικώς οπισθογραφημένο συμφώνως της Δ.2 θ.
- Δεύτερο, ο Εναγόμενος θα πρέπει να έχει καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης και τρίτο, η αίτηση για συνοπτική απόφαση θα πρέπει να συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του ιδίου του ενάγοντος ή σε περίπτωση νομικού προσώπου από κάποιον, ο οποίος να είναι σε θέση να ορκιστεί θετικά ως προς τα γεγονότα της υπόθεσης και ο οποίος να επαληθεύει το αγώγιμο δικαίωμα, το αξιούμενο ποσό και να δηλώνει ότι κατά την πεποίθηση του, δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή. Επισημαίνω, ότι, η παράλειψη ενός Ενάγοντα να εκπληρώσει κατά τρόπο αυστηρό τις πιο πάνω προϋποθέσεις, αφαιρεί παντελώς από το Δικαστήριο τη δικαιοδοσία να εκδώσει συνοπτική απόφαση (βλ. Δημητρίου v. Τράπεζα Κύπρου Λτδ
(1997)1 Α.Α.Δ. 782 και Μεττή κ.α v. Τράπεζα Κύπρου Λτδ
(2002)1 Α.Α.Δ. 417). Αν όμως ο Ενάγοντας καταφέρει να αποσείσει αυτό το βάρος, τότε το σκηνικό μεταφέρεται στην πλευρά του Εναγομένου, ο οποίος οφείλει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση ή τουλάχιστον να αποκαλύψει τέτοια στοιχεία και γεγονότα που να είναι επαρκή για να του δώσουν το δικαίωμα να υπερασπιστεί στην καταχωρηθείσα εναντίον του αγωγή (βλ. Kyprianides v. Ioannou
(1966)1 C.L.R. 265, CY.E.M.S. Co. v. Central Co-operative Industries
(1982)1 C.L.R. 897, Hermes Insurance Co Ltd v. Theodorides
(1983)1 C.L.R. 333, Αυγουστή κ.α v. Πίριλλου
(1997)1(Α) Α.Α.Δ. 5, Subotic v. Στυλιανίδη
(1998)1(Α) Α.Α.Δ. 22 και Μεττή κ.α v. Τράπεζα Κύπρου Λτδ (πιο πάνω)). Από πλευράς Εναγομένου (εκτός από το θέμα της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου που μπορεί να εγερθεί σε όλες τις περιπτώσεις), θα πρέπει και αυτός να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή, ή ότι αποκαλύπτονται τέτοια γεγονότα που του δίνουν το δικαίωμα να υπερασπισθεί ή τουλάχιστον η υπεράσπιση να μπορεί να περιγραφεί ως κάτι περισσότερο από σκιώδης αλλά λιγότερο από πιθανή (βλ. Ευάγγελος Λαζάρου και Άλλος ν. Γιάννη Π. Μακεδόνα
(1999)1 ΑΑΔ 817). Είναι μείζονος σημμασίας να λεχθεί ότι προς ικανοποίηση αυτής της προϋπόθεσης, δεν αρκεί ο Εναγόμενος να προβεί σε γενική άρνηση της απαίτησης ή σε αόριστους ισχυρισμούς. Θα πρέπει να δώσει τέτοιες λεπτομέρειες με την ένορκη του δήλωση που να καταδεικνύεται το βάσιμο της υπεράσπισης του επί της ουσίας της αγωγής και να αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που θα θεωρηθούν επαρκή για να του δώσουν το δικαίωμα να υπερασπιστεί (Hermes Insurance Co Ltd v. Θεοδωρίδης
(1983)1 CLR 333 ) Σκοπός της Δ.18 είναι να δώσει τη δυνατότητα στον Ενάγοντα να πετύχει απόφαση εναντίον του Εναγομένου, χωρίς χρονοτριβή και χωρίς την ανάγκη αναμονής σε μελλοντικό χρόνο μιας επίπονης ακροαματικής διαδικασίας, νοουμένου όμως ότι ο Εναγόμενος δεν είναι σε θέση να προβάλει καλόπιστη υπεράσπιση ή να εγείρει ζήτημα κατά της απαίτησης, άξιον εξέτασης σε μια κανονική και εφ' όλης της ύλης ακροαματική διαδικασία (βλ. Παύλου v. Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ,
(2001)1 Α.Α.Δ. 1051). Στόχο έχει η συνοπτική απόφαση την αποφυγή κωλυσιεργίας, σκοπιμοτήτων και καθυστερήσεων από ένα Εναγόμενο, στοιχεία τα οποία αντιστρατεύονται την ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Στην προκειμένη περίπτωση έχοντας κατά νου τις πιο πάνω νομικές αρχές, κρίνω ότι ο Ενάγοντας έχει ικανοποιήσει τις προκαταρκτικές προϋποθέσεις για την έκδοση συνοπτικής απόφασης. Πιο συγκεκριμένα, το κλητήριο ένταλμα είναι ειδικώς οπισθογραφημένο και καταχωρήθηκε στις 30.10.2015. Η εναγομένη καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης στις 30.11.2015 και η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση πληροί πράγματι τις προϋποθέσεις της Δ.18, αφού υπάρχει επιβεβαίωση, από αρμόδιο άτομο, τον ίδιο τον Ενάγοντα με άμεση και θετική γνώση για τα προαπαιτούμενα της συγκεκριμένης διάταξης, στην οποία επαληθεύει το αγώγιμο δικαίωμα και δηλώνει ότι εξ όσων γνωρίζει ο μοναδικός λόγος για την καταχώρηση σημειώματος εμφάνισης είναι η πρόκληση καθυστέρησης. Μετά την απόσειση αυτού του βάρους, το σκηνικό μεταφέρεται στην πλευρά της Εναγόμενης .Σχετική ως προς το βάρος που πρέπει να αποσείσει ο Εναγόμενος είναι η απόφαση R.C.K. Sports Ltd ν. Persona Advertising Ltd
(1996)1 ΑΑΔ 1074 στην οποία λέχθηκαν τα ακόλουθα (σελ. 1080 -1081 - απόσπασμα από το Annual Practice 1967): «Η εξουσία έκδοσης συνοπτικής απόφασης, δυνάμει της Δ.14, εφαρμόζεται στις περιπτώσεις που δεν υπάρχει εύλογη αμφιβολία ότι ο ενάγων δικαιούται σε απόφαση και όπου είναι απρόσφορο να επιτραπεί στον εναγόμενο να υπερασπισθεί απλώς για λόγους καθυστέρησης (Jones ν. Stones
(1984)A.C. 122). Αποτελεί γενική αρχή ότι οσάκις ο εναγόμενος αποδεικνύει ότι έχει μια δίκαιη υπόθεση για υπεράσπιση, ή εύλογους λόγους για να θέσει μια υπεράσπιση ή ακόμη και μια δίκαιη πιθανότητα ότι έχει μια καλόπιστη υπεράσπιση πρέπει να του δοθεί άδεια να υπερασπισθεί (Saw v. Hakim, 5 T.L.R. 72; Ironclad, etc., Co. v. Gardner, 4 T.L.R. 18; Ward v. Plumbley, 6 T.L.R. 198; Yorkshire Banking Co. v. Beatson, 4 C.P.D. 213; Ray ν. Barker, 4 Ex.D. 279). Πρέπει να δίδεται άδεια για υπεράσπιση εκτός εάν είναι καθαρό ότι δεν υπάρχει ουσιώδες ζήτημα για εκδίκαση (Godd ν. Delap
(1905)92 L.T. 510, H.L.), και ότι δεν υπάρχει αμφισβήτηση σε σχέση με πραγματικά ή νομικά ζητήματα τα οποία εγείρουν εύλογη αμφιβολία κατά πόσο ο ενάγων δικαιούται σε απόφαση (Jones v. Stone,
(1894)A.C. 122; Thompson v. Marshall, 41 L.T. 720, C.A.; Jacobs v. Booth' s Distillery Co.
(1901)85 L.T. 262, H.L.; Lindsay ν. Martin, 5 T.L.R. 322)». Κατ'άρχήν να επισημαίνω ότι ο δικηγόρος της Εναγομένης στην αγόρευσή του έκανε αναφορές σε γεγονότα τα οποία δεν περιέχονται στην ένορκη δήλωση, και εισήγαγε ισχυρισμό ανυπαρξίας αντιπαροχής . Τέτοια στοιχεία σαφώς και δεν θα ληφθούν υπόψη. Στην Βασιλείου ν. Δήμου Παραλιμνίου
(1995)4 ΑΑΔ 1275 στη σελ. 1278 λέχθηκαν τα ακόλουθα (Δ. Πικής): «Η αγόρευση γραπτή ή προφορική δεν συνιστά ούτε δικόγραφο ούτε αποδεικτικό μέσο. Η ισχύς της συναρτάται με την πειστικότητα της επιχειρηματολογίας η οποία προβάλλεται. Αναφορά στην αγόρευση σε μαρτυρία η οποία δεν προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου ή σε άσχετα θέματα, στερείται οποιασδήποτέ σημασίας. Η αγόρευση δεν συνιστά μέσο προσαγωγής μαρτυρίας». Στρεφόμενη τώρα στην ουσία των ισχυρισμών της Εναγομένης πρέπει να τονίσω ότι δεν διαλάθει της προσοχής του Δικαστηρίου ότι στην ήδη καταχωρηθείσα Υπεράσπιση ουδείς ισχυρισμός γίνεται περί εξαναγκασμού ή ψυχικής πίεσης. Η γραμμή της καταχωρηθείσας Υπεράσπισης είναι γενική άρνηση των ισχυρισμών της Έκθεσης Απαίτησης συμπεριλαμβανομένης της θέσης ότι υπεγράφηκε η ισχυριζόμενη ανάληψη χρέους με μια προσθήκη (όχι διαζευτική) ότι δεν επεξηγήθηκαν στην Εναγόμενη οι συνέπειες της συμφωνίας και οι ακριβείς όροι που την διέπουν. Εδώ πρέπει να τονιστεί ότι με βάση τις αρχές της νομολογίας είναι επιθυμητό αλλά όχι αναγκαίο η Αίτηση για συνοπτική απόφαση να γίνεται πριν την καταχώρηση υπεράσπισης. Παραπέμπω σχετικά στην υπόθεση McLardy v. Slateum 24QBD 504 όπως και την απόφαση Sigma Radio TV Ltd v. Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2005)1 ΑΑΔ 408 όπου το Ανώτατο Δικαστήριο επιβεβαίωσε ότι στην κατάλληλη περίπτωση η καταχώρηση Υπεράσπισης δεν μπορεί να αποστερήσει του Ενάγοντα από το δικαίωμα του να υποβάλει αίτηση για συνοπτική απόφαση. Από την άλλη η θέση της Εναγόμενης ως εκφράζεται με την Ένσταση είναι ότι ο Ενάγοντας την εξανάγκασε ή και της άσκησε αφόρητη πίεση προκειμένου να υπογράψει ή και αναλάβει το εν λόγω χρέος ενώ παράλληλα προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι η Εναγόμενη υπέγραψε την ανάληψη υποχρέωσης χωρίς να αντιλαμβάνεται επαρκώς τις συνέπειες των πράξεων της. Διαφαίνεται από τα πιο πάνω ότι η Εναγόμενη προβάλλει στην ουσία διαζευκτικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι αποδυναμώνουν την αποδεικτική αξία της μαρτυρίας της (βλ. Hermes Insurance Co. Ltd v. Julios Theodorides
(1983)1 C.L.R. 333). Στην υπό εξέταση Ένσταση, παρατηρώ ότι όχι μόνο προβάλλονται διαζευκτικοί ισχυρισμοί από πλευράς της Εναγομένης αλλά προβάλλονται και αντικρουόμενοι ισχυρισμοί. Από τη μία η Εναγομένη ισχυρίζεται ότι το υπέγραψε κατόπιν πίεσης και/ή εξαναγκασμού, από την άλλη ότι υπέγραψε το έγγραφο ανάληψης υποχρέωσης χωρίς να αντιλαμβάνεται επαρκώς τις συνεπείς των πράξεων της. Σε αυτές τις δυο θέσεις εάν προστεθεί και η άρνηση της ότι υπέγραψε το έγγραφο , ως αυτή εκφράζεται στην καταχωρηθείσα Υπεράσπιση, είναι ασφαλές να ειπωθεί ότι οι ποιο πάνω ισχυρισμοί στερούνται πειστικότητας. Στην υπόθεση Κωνσταντίνος Σπηταλιώτης κ.ά. ν. Liberty Life Insurance Ltd
(2004)1 Α.Α.Δ. 1113, λέχθηκαν τα ακόλουθα στη σελ. 1120: «Οι πιο πάνω εισηγήσεις δεν ενισχύουν τις θέσεις των εφεσειόντων σε βαθμό που θα δικαιολογούσαν την παροχή σε αυτούς του δικαιώματος να καταχωρίσουν υπεράσπιση. Και τούτο γιατί η διαζευκτική παράθεση δύο εκδοχών (της μη υπογραφής αλλά και της υπογραφής κατόπιν δόλου ή ψευδών παραστάσεων) δεν προσθέτουν πειστικότητα σε οποιοδήποτε από τους δύο ισχυρισμούς». Προσθέτω περαιτέρω ότι σε σχέση με τα όσα περί εξαναγκασμού αναφέρει η Εναγόμενη δεν έχει παραθέσει καθόλου λεπτομέρειες Οι θέσεις της επί του σημείου τούτου, είναι γενικές και αόριστες και περιορίζονται μόνο σε αναφορά ότι εξαναγκάστηκε. Τι την εξανάγκασε να υπογράψει την ανάληψη χρέους παραμένει αδιευκρίνιστο και ως εκ τούτου θεωρώ ότι η θέση της αυτή παρέμεινε μετέωρη και χωρίς οποιαδήποτε τεκμηρίωση ακόμα και στο επίπεδο που απαιτείται στο στάδιο αυτό. Εάν η Εναγομένη ήθελε να επικαλεστεί αυτή την υπεράσπιση όφειλε να δώσει έστω κάποιες λεπτομέρειες στο Δικαστήριο. Η ουσία ως διαφαίνεται είναι ότι η Εναγόμενη υπέγραψε (αφού εν τέλει στην Ένσταση της δεν το αρνείται) ανάληψη υποχρέωσης χρέους προς όφελος του Ενάγοντα στις 8/1/15 αναλαμβάνοντας την υποχρέωση να πληρώσει στον Ενάγοντα το ποσό των €8,000 εντός έξι μηνών από την υπογραφή της ανάληψης υποχρέωσης. Ουδείς από τους προβληθέντες ισχυρισμούς της Ένστασης της Εναγομένης δεν κατάφεραν, κατά την κρίση μου, να αποσείσουν το βάρος από τους ώμους της. Συνεπώς η αίτηση επιτυγχάνει. Εκδίδεται απόφαση υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον της Εναγόμενης για το ποσό των €8,000 με νόμιμο τόκο από την ημερομηνία καταχώρησης της αγωγής. Τα έξοδα της Παρούσας αίτησης καθώς και τα έξοδα της αγωγής μέχρι την ημέρα ακρόασης της αίτησης επιδικάζονται προς όφελος του Ενάγοντα και εναντίον της Εναγόμενης ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .............. Ε. Ευθυμίου-Ανδρέου, Ε.Δ ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο