← Κύπρος

ΧΡΙΣΤΑΚΗ ΑΒΡΑΑΜ ν. D.COUVAS &SONS LTD, Αρ. Αγωγής: 4544 /14, 5/12/2016

ΧΡΙΣΤΑΚΗ ΑΒΡΑΑΜ ν. D.COUVAS &SONS LTD, Αρ. Αγωγής: 4544 /14, 5/12/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2016:A514 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε.Ευθυμίου-Ανδρέου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4544 /14 ΜΕΤΑΞΥ: ΧΡΙΣΤΑΚΗ ΑΒΡΑΑΜ Ενάγουσας και D.COUVAS &SONS LTD Εναγόμενοι Ημερομηνία: 5 Δεκεμβρίου 2016 Για τον Ενάγοντα:κος Ζένιος Νικόλαου Για τους Εναγομένους: κος. Χρίστος Τιμοθέου ΑΠΟΦΑΣΗ ΕΠΙ ΤΗΣ ΠΡΟΔΙΚΑΣΤΙΚΗΣ ΕΝΣΤΑΣΕΩΣ ΤΩΝ ΕΝΑΓΟΜΕΝΩΝ Εισαγωγή Μετά από την αίτηση των Εναγόμενων για εκδίκαση προδικαστικού σημείου, τα μέρη συμφώνησαν όπως η προδικαστική ένσταση που εγείρεται στην παράγραφο 1 της Υπεράσπισης προδικαστεί. Για τον σκοπό αυτό κατέθεσαν αμφότεροι γραπτές αγορεύσεις στο Δικαστήριο και δήλωσαν ως παραδεκτό γεγονός ότι ο μηναίος μισθός του Ενάγοντα ανερχόταν πριν τον πλεονασμό του στο ποσό των ΕΥΡΩ 2454,72. Η προδικαστική Ένσταση Με την προδικαστική Ένσταση που εγείρεται στην παράγραφο 1 της Υπεράσπισης αναφέρονται αυτολεξεί τα ακόλουθα: «Οι Εναγόμενοι εγείρουν προδικαστική ένσταση με την οποία ισχυρίζονται ότι το επαρχιακό δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει την παρούσα υπόθεση και ότι αρμόδιο Δικαστήριο για την επίλυση της επίδικης διαφοράς είναι το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών.» Οι Έγγραφες Προτάσεις: Με την απαίτησή του ο Ενάγων απαιτεί από τους Εναγόμενους το ποσό των ΕΥΡΩ 43,956,00 ως αποζημιώσεις και/ή ως υπόλοιπο αποζημιώσεως δυνάμει συμφωνίας και/ή διευθέτησης και/ή πρακτικής πλέον νόμιμο τόκο επί του εν λόγω ποσού. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του ειδικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου ο Ενάγοντας εργοδοτείτο από τους Εναγομένους από την 7/11/1974 και απολύθηκε λόγω πλεονασμού. Ο Ενάγοντας ισχυρίζεται ότι δυνάμει συμφωνίας και/ή διευθέτησης και/ή πρακτικής, εφόσον απολύθηκε λόγω πλεονασμού δικαιούτο αποζημίωσης υπολογισθείσας, κατά τον τρόπο που υπολογίζεται η αποζημίωση του πλεονασμού, από τους Εναγομένους επιπρόσθετα της αποζημίωσης που θα λάβει από το Ταμείο Πλεονασμού. Με την έκθεση Υπεράσπισης πέραν της προδικαστικής ένστασης, οι Εναγόμενοι απορρίπτουν τους διαλαμβανόμενους στην οπισθογράφηση ισχυρισμούς και αναφέρουν ότι κατά την δεκαετία του 1980 άρχισαν να καταβάλλουν στους υπαλλήλους που απολύονταν μικρό ποσό ως φιλοδώρημα. Λόγω της δραστικής μείωσης του κύκλου εργασιών, η οποία οφειλόταν κυρίως λόγω των πολέμων στις Αραβικές Χώρες, οι Εναγόμενοι αναγκάστηκαν να μειώσουν το προσωπικό τους για να μπορέσουν να αντεπεξέλθουν στις οικονομικές τους υποχρεώσεις. Στην απόφαση αυτή επενέβησαν οι συντεχνίες των εργοδοτουμένων και υπό την απειλή απεργιών απαίτησαν όπως η χαριστική αποζημίωση συνεχιστεί, κάτι που πέτυχαν. Με την πάροδο των χρόνων όμως , οι απαιτήσεις των συντεχνιών αυξήθηκαν και απαιτούσαν σύνδεση του φιλοδωρήματος με τα χρόνια υπηρεσίας καταλήγοντας σε ποσά δυσβάστακτα, κατά τους ισχυρισμούς των Εναγομένων, τα οποία συνέχιζαν να καταβάλουν υπό την απειλή των απεργιών. Η εταιρεία των Εναγομένων δημιούργησε τεράστια χρέη κυρίως στο Δημόσιο και οικονομική τους κατάσταση κατά την τελευταία δεκαετία έχει περιέλθει σε πολύ άσχημη κατάσταση με αποκορύφωμα το κλείσιμο των λογαριασμών από την τράπεζα με την οποία συνεργάζονταν οι Εναγομένοι. Λόγω αυτής της δεινής οικονομικής κατάστασης οι Εναγόμενοι δεν μπορούσαν να πληρώνουν την χαριστική αποζημίωση και για αυτό το λόγο σταμάτησαν να την καταβάλλουν καταλήγοντας ότι ο Ενάγοντας δεν δικαιούνται τα ποσά που διεκδικεί. Με την απάντηση στην Έκθεση Υπεράσπισης ο Ενάγοντας απορρίπτει όλους τους ισχυρισμούς των Εναγομένων καθώς και την προδικαστική Ένσταση εμμένοντας στην θέση ότι δικαιοδοσία έχει το Επαρχιακό Δικαστήριο και όχι το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών. Μετά την συμπλήρωση των έγγραφων προτάσεων η υπόθεση ορίστηκε για οδηγίες όταν κι εκδόθηκαν διατάγματα αποκάλυψης εγγράφων με τα οποία συμμορφώθηκαν αμφότεροι οι διάδικοι. Ακολούθησε η καταχώρηση της αίτησης για εξέταση της προδικαστικής ένστασης από τους Εναγομένους στην οποία συγκατατέθηκε και η πλευρά του Ενάγοντα. Με τις αγορεύσεις τους τα μέρη προώθησαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους με αναφορές στα γεγονότα της υπόθεσης, τον νόμο και την νομολογία καταλήγοντας αναπόφευκτα σε εκ διαμέτρου αντίθετα αποτελέσματα. Ο ευπαίδευτος συνήγορος για τον Ενάγοντα υποστηρίζει ότι το Δικαστήριο δεν δύναται σε αυτό το στάδιο να αποφασίσει το θέμα της δικαιοδοσίας αφού δεν έχει πλήρη επίγνωση της νομικής φύσης της αξιούμενης θεραπείας , ο προσδιορισμός της οποίας θα επιτρέψει στο Δικαστήριο να αποφασίσει σε σχέση με την αρμοδιότητά του να ακούσει την παρούσα υπόθεση. Η επιχειρηματολογία του ευπαίδευτου συνηγόρου περιστρέφεται γύρω από την θέση του ότι η αξίωση της αγωγής δεν αφορά εργατική διαφορά αλλά αξίωση δυνάμει συμφωνίας και/ή πρακτικής και/ή διευθέτησης η οποία νομικό έρεισμα βρίσκει στον Περί Συμβάσεων Νόμο και όχι στον Περί Τερματισμό Απασχολήσεως Νόμο. Προωθεί την θέση του ότι η σύμβαση που αποτελεί αντικείμενο της παρούσας αγωγής δεν εμπίπτει στο άρθρο 12 του Περί Ετησίων Αδειών μετ΄ Απολαβών Νόμου (Ν.8/1967)αφού η σύμβαση που περιγράφεται στην οπισθογράφηση απαιτήσεως είναι ανεξάρτητη από την σύμβαση εργασίας και αφορά σύμβαση που σύνηψε ο Ενάγοντας με τους Εναγόμενους σε κάποια χρονική περίοδο κατα την οποία ήταν εργοδοτούμενος των τελευταίων. Επί του σημείου τούτου παραθέτει και την υπόθεση Γεώργιος Κολιού -ν- Γεώργιος Κουννάς και Υιοί Λτδ

(1996)1.Α.Α.Δ 1117 στην οποία αναγνωρίστηκε το δικαίωμα του εργοδοτούμενου για απόκτηση πρόσθετων δικαιωμάτων δύναμη σύμβασης. Στην άλλη πλευρά ο ευπαίδευτος συνήγορος των Εναγόμενων με επιμελή αναφορά στο άρθρο 12 του Περί Ετησίων Αδειών μετ΄ Απολαβών Νόμου (Ν.8/1967)επιχειρηματολογεί ότι η αξίωση του Ενάγοντα αφορά φιλοδώρημα το οποίο αποτελεί αυτοτελή αξίωση εμπίπτουσα στο εν λόγω άρθρο. Κάνει περαιτέρω αναφορά σε νομολογία προς τεκμηρίωση της θέσης του ενώ παράλληλα θέτει για προβληματισμό του Δικαστηρίου τα δεδομένα της υπόθεσης εισηγούμενος ότι ο μοναδικός λόγος που έχει καταχωρηθεί η υπό εξέταση υπόθεση στο Επαρχιακό Δικαστήριο και όχι στο Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών είναι γιατί έχουν παρέλθει οι 12 μήνες από την ημέρα που έχει ανακύψει το κατ΄ισχυρισμόν δικαίωμα του Ενάγοντα και ως εκ τούτου έχει παραγραφεί με βάση το άρθρο 12 του περί Ετησίων Αδειών μετ' Απολαβών Νόμου (Ν.8/1967). Νομική Πτυχή Η νομολογία σε ότι αφορά την δικαιοδοσία του Δικαστηρίου έχει διασαφηνίσει ότι η διερεύνηση ενστάσεων που άπτονται της αρμοδιότητας του δικαστηρίου μπορεί να αναληφθεί σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας. Είναι ευρέως νομολογημένο άλλωστε ότι η αρμοδιότητα αποτελεί προϋπόθεση για την άσκηση των δικαιοδοσιών του Επαρχιακού Δικαστηρίου. (βλ. Kyriakos Theofanous ν. Artemis Georghiou
(1969)1 CLR 203, Stephanidou ν. Pirgoti
(1975)1 CLR 100, Michaelidou v. Gregoriou
(1988)1 CLR 88 και Θεοχάρους ν. Παστελλή
(1993)1 ΑΑΔ 240). Η αρμοδιότητα του Δικαστηρίου δεν είναι θέμα επιλογής ή συμφωνίας μεταξύ των μερών. Τα επίδικα θέματα προσδιορίζονται από τη δικογραφία (βλ. μεταξύ άλλων, Γεώργιος Παπαγεωργίου ν. Λούη Κλάππα (Investments Services Ltd)
(1991)1 ΑΑΔ 24, Homeros Th. Courtis and Others v. Panos K. Iasonides
(1970)1 CLR 180, και Christakis Loucaides v. C.D. Hay and Sons Ltd
(1971)1 CLR 134). Τα γεγονότα τα οποία συνθέτουν το αγώγιμο δικαίωμα είναι εκείνα τα οποία συγχρόνως στοιχειοθετούν και τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου (βλ. "SEVEGEP" Limited v. United Sea Transport Limited and Another
(1989)1 ΑΑΔ (Ε) 729) και Safarino Shoes Industry & Trading Company Ltd ν. Βιομηχανίας Υποδημάτων Ε. Σταυρινού Λτδ
(1991)1 ΑΑΔ 1059). Στην υπόθεση Interamerican Insurance Co Limited v. Άντρης Μακρίδου
(2000)1Γ Α.Α.Δ. 1529 επιβεβαιώθηκε η αρχή της υπόθεσης Sevengep Ltd-v- United Sea Transport (πιο πάνω) ότι τα επίδικα θέματα προσδιορίζονται από τους διατυπωθέντες ισχυρισμούς με την σημαντική όμως επισήμανση ότι το θέμα της δικαιοδοσίας παραμένει ανοικτό μέχρι τέλους. Αναφέρθηκαν περαιτέρω τα ακόλουθα: "Δεν ακολουθεί όμως εξ αυτού ότι οι εκ των υστέρων διαπιστώσεις του Δικαστηρίου είναι πάντοτε άνευ σημασίας. Εξαρτάται από το τι προβλέπει η δικαιοδοτική νομοθετική διάταξη. Όπου ορίζονται προϋποθέσεις με την έννοια των σταθερών δεδομένων, το κατά πόσο πληρούνται παραμένει ζήτημα ανοικτό μέχρι τέλους της υπόθεσης· και αν τότε προκύψει αρνητική απάντηση, η υπόθεση ναυαγεί λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας. " Στην υπόθεση Aναφορικά με την αίτηση της Elbee Ltd (Αίτηση για έκδοση διαταγμάτων Certiorari και Prohibition
(1999)1A Α.Α.Δ. 149 το Ανωτατο Δικαστήριο σε πενταμελή σύνθεση ασχολήθηκε ενδελεχώς με το ζήτημα της δικαιοδοσίας του Επαρχιακού Δικαστηρίου. Στην εν λόγω υπόθεση εκδοθήκαν αποφάσεις λόγω μη καταχώρησης εμφάνισης από πλευράς των Εναγομένων, οι οποίοι αντέδρασαν με την καταχώρηση αιτήσεων για προνομιακά εντάλματα ισχυριζόμενοι ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο δεν είχε δικαιοδοσία να εκδικάσει τις αγωγές που αφορούσαν την διεκδίκηση μισθών, αναλογία ετήσιας άδειας και πληρωμή για εργασία σε αργίες ως δεδουλευμένα από τους Εναγομένους κατα τον χρόνο της απόλυσής τους. Ας σημειωθεί ότι στην ίδια υπόθεση η αξίωση των εφεσίβλητων, εγερθείσα στο Επαρχιακό Δικαστήριο, δεν υπερέβαινε τις αποζημιώσεις που μπορούσαν να επιδικαστούν δυνάμει του Ν.24/67, δηλαδή μισθούς δύο ετών, ενώ η χρονική περίοδος εργοδότησης των Εναγόντων ήταν μικρότερη των 6 μηνών, δηλαδή της προϋπόθεσης που επιβάλλεται από τον Ν.24/67 για ανάκτηση δικαιοδοσίας από το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών. Ένεκα αυτής της ιδιαιτερότητας επιχειρηματολογήθηκε ότι κανένα Δικαστήριο δεν είχε δικαιοδοσία για να εκδικάσει την υπόθεση. Η εισήγηση αυτή απορρίφθηκε από το Δικαστήριο. Η πιο κάτω περικοπή είναι σχετική: "Εφόσον η αστική διαφορά δεν υπαγόταν σε άλλο δικαστήριο δυνάμει ειδικής νομοθετικής διάταξης, υπαγόταν στο Επαρχιακό Δικαστήριο. Η καθ' ύλην αρμοδιότητα του οποίου επεκτείνεται σε κάθε διαφορά αστικής φύσης που εμπίπτει στα όρια της τοπικής του αρμοδιότητας. Μεταξύ των δύο συγκρουόμενων, όπως θεωρήθηκε, αποφάσεων ακολουθήθηκε η τελευταία, ως η διατυπώνουσα τις σωστές αρχές δικαίου." Στην υπόθεση Ηλία -ν- Αλωνεύτη
(1995)1ΑΑΔ 938 , τέθηκε ευθαρσώς ότι : "Αρμόδιο για την επίλυση κάθε διαφοράς που ανάγεται στην εκπλήρωση αστικών υποχρεώσεων είναι το κατά τόπο αρμόδιο επαρχιακό δικαστήριο· εκτός αν η επίλυση της συγκεκριμένης διαφοράς υπάγεται, βάσει των διατάξεων δικαιοδοτικού νόμου, σε άλλο πολιτικό δικαστήριο. Αυτό προκύπτει από τον προσδιορισμό των αρμοδιοτήτων του επαρχιακού δικαστηρίου, που απαντούνται στο Άρθρο 21 του Ν. 14/60, σε συνάρτηση με τον ορισμό του όρου "αγωγή" στο Άρθρο 2 του ιδίου νόμου, όπως επισημαίνεται στην απόφαση η οποία εφεσιβάλλεται." Σχετικές επί τούτου είναι και οι υποθέσεις Πασχαλίδης και Άλλοι ν. Γιασεμίδη και Άλλων
(1992)1(B) Α.Α.Δ. 1330· Θεοχάρους ν. Παστελλή
(1993)1 Α.Α.Δ. 240· και ΑΚΑΚ Marine Company Ltd., ν. Διευθυντή Τμήματος Τελωνείων
(1993)1 Α.Α.Δ. 664 στις οποίες αναφέρθηκε επίσης το Δικαστήριο στην υπόθεση Ηλία-ν- Αλωνεύτη (πιο πάνω). Η εν λόγω περικοπή αλλά και το αποτέλεσμα της υπόθεσης Ηλία-ν- Αλωνεύτη (πιο πάνω) διαπνέεται από την αρχή ubi jus ibi remedium (ελληνιστί : Για κάθε δικαίωμα , υπάρχει θεραπεία) και δεν χωρεί αμφιβολίας πως αποδίδει ορθά τον περί Δικαστηρίων Νόμο σε σχέση με τη δικαιοδοσία του Επαρχιακού Δικαστηρίου, το οποίο έχει μια γενική δικαιοδοσία ότι δεν υπάρχει άλλο αρμόδιο ειδικό Δικαστήριο να επιληφθεί της απαίτησης. Η εισήγηση που γίνεται από πλευράς του ευπαίδευτου δικηγόρου ότι η αξίωση του Ενάγοντα προκύπτει από σύμβαση ανεξάρτητη από την σύμβαση εργασίας δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Από τους διαλαμβανόμενους στην οπισθογράφηση της απαιτήσεως ισχυρισμούς προκύπτει ότι η αξίωση του Ενάγοντος αφορά ακριβώς είδος σύμβασης συνδεδεμένο με τους όρους εργασίας του Ενάγοντα και συγκεκριμένα με τους όρους πλεονασμού του θέμα που κατά την κρίση μου αποτελεί εργατική διαφορά που μάλιστα διέπεται από ξεχωριστό νόμο , τον Περι Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμου (Ν.24/67), ο οποίος στο άρθρο 2 διαλαμβάνει τα ακόλουθα: "εργατική διαφορά" σημαίνει οιανδήποτε διαφοράν μεταξύ εργοδοτών και εργοδοτουμένων ή μεταξύ εργοδοτουμένων και εργοδοτουμένων, εν σχέσει προς την απασχόλησιν ή την μη απασχόλησιν ή τας συνθήκας απασχολήσεως ή τους όρους απασχολήσεως οιωνδήποτε προσώπων είτε εργοδοτουμένων υπό του εργοδότου μετά του οποίου εγείρεται η διαφορά είτε μη· "πληρωμή λόγω πλεονασμού" σημαίνει πληρωμήν εκ του Ταμείου ή οιανδήποτε πληρωμήν γενομένην εν όλω ή εν μέρει, δυνάμει της επιφυλάξεως του εδαφίου
(3)του άρθρου 16, εις εργοδοτούμενον του οποίου η απασχόλησις ετερματίσθη λόγω του ότι ούτος ήτο πλεονάζων. (Σημ Δικ. Με την τροποποίηση 92/1979 το εδάφιο 3 του άρθρου 16 διαγραφηκε . Το εν λόγω εδάφιο προνοούσε τον τρόπο υπολογισμού πληρωμής λόγω πλεονασμού. [1] ) Συνεπώς προκύπτει ότι οποιαδήποτε πληρωμή διεκδικείται από εργοδοτούμενο για τον λόγο ότι αυτός κατέστηκε πλεονάζων διέπεται από τον Νόμο 24/1967 το άρθρο 30 του οποίου εντάσσει στη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών εργατικές διαφορές που αναφύονται συνεπεία της εφαρμογής του ή και των Κανονισμών που εκδίδονται δυνάμει του. Το ίδιο το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών καθιδρύθηκε δυνάμει του περί Ετησίων Αδειών μετ' Απολαβών Νόμου του 1967 (Ν. 8/67, όπως τροποποιήθηκε). Στο άρθρο 12 του Νόμου εκείνου, (όπως τροποποιήθηκε ειδικά από το Ν. 5/73)και τον Ν. 79(Ι)/96) προσδιορίζεται το εύρος της δικαιοδοσίας του. Εντάσσονται σ' αυτή μεταξύ άλλων και εργατικές διαφορές που παραπέμπονται σ' αυτό δυνάμει ρητής διάταξης άλλου Νόμου ή Κανονισμού. Με την τελευταία τροποποίηση του άρθρου 12 του Ν.8/1967, το άρθρο διαβαζεται ως ακολούθως: 12.—
(1)Καθιδρύεται ∆ικαστήριον Εργατικών ∆ιαφορών, (εν τω παρόντι Νόμω καλούμενον «Το ∆ικαστήριον Εργατικών ∆ιαφορών») εις την αποκλειστικήν δικαιοδοσίαν του οποίου υπάγεται η διάγνωσις και απόφασις επί των ακολούθων διαφορών: (α) απασών των εργατικών διαφορών των αναφυομένων συνεπεία της εφαρμογής του παρόντος Νόμου ή οιωνδήποτε κανονισμών εκδοθέντων δυνάμει αυτού ή αμφοτέρων, περιλαμβανομένου και παντός παρεμπίπτοντος ή συμπληρωματικού προς τοιαύτας διαφοράς θέματος· (β) απασών των εργατικών διαφορών, συμπεριλαμβανομένου και παντός συμπληρωματικού ή παρεμπίπτοντος θέματος παραπεμπομένου αυτώ δυνάμει ρητής διατάξεως οιουδήποτε ετέρου νόμου ή Κανονισμών εκδοθέντων δυνάμει αυτού ή αμφοτέρων· (γ) πάσης εργατικής διαφοράς παραπεμπομένης αυτώ υπό του Υπουργού, είτε κοινή συναινέσει αμφοτέρων των μερών, είτε δυνάμει οιασδήποτε εν ισχύϊ συλλογικής συμβάσεως ή διευθετήσεως αφορώσης την επίλυσιν εργατικών διαφορών διά διαιτησίας· (δ) οιασδήποτε ετέρας διαφοράς, συμπεριλαμβανομένης και οιασδήποτε απαιτήσεως διά παροχήν ή αποφάσεως αρμοδίου λειτουργού, δυνάμει των διατάξεων του εκάστοτε περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων ισχύοντος Νόμου, ήτις ήθελε παραπεμφθή αυτώ, ως ήθελεν εκάστοτε καθορισθή διά νόμου ή διά κανονισμών εκδοθέντων κατ' εφαρμογήν του εδαφίου τούτου. (ε) αυτοτελείς αξιώσεις που εγείρονται από τη σύμβαση εργασίας και περιλαμβάνουν απαιτήσεις για ετήσιες άδειες, δεδουλευμένο ημερομίσθιο, φιλοδώρημα, δέκατο τρίτο μισθό και οποιοδήποτε άλλο δικαίωμα προκύπτει από νόμο, κανονισμό, έθιμο, ατομική ή συλλογική σύμβαση. Η εν λόγω τροποποίηση (79(Ι)/1996) θεσπίστηκε μετά την έκδοση της Απόφασης Τάκης Ζαβρού ν. Ανδρέας Χαραλάμπους
(1996)1Α.Α.Δ. 447 όπου αποφασίστηκε ότι το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών δεν έχει δικαιοδοσία να εκδικάζει απαιτήσεις για δεδουλευμένους απλήρωτους μισθούς, αλλά το θέμα υπάγεται στη δικαιοδοσία των Επαρχιακών Δικαστηρίων. Είναι σαφές ότι ο σκοπός της εκτεταμένης τροποποίησης ήταν να εντάξει στο εύρος της Δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών όλες τις υποθέσεις οι αξιώσεις των οποίων αφορούσαν διαφορά που προέκυπτε από την σχέση εργοδότη εργοδοτουμένου. Στην υπόθεση Aναφορικά με την αίτηση της Elbee Ltd (Αίτηση για έκδοση διαταγμάτων Certiorari και Prohibition (πιο πάνω) το Δικαστήριο ανέφερε τα ακόλουθα σε σχέση με τo θέμα της δικαιοδοσίας αφού προηγουμένως αναφέρεται στο άρθρο 12 του Ν.8/1967 "Όπως ορίζει ο Νόμος, η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών για τα θέματα που προσδιορίζονται, είναι αποκλειστική. (Βλ. συναφώς Στυλιανίδης ν. British American Ins. (ανωτέρω))." Πέραν της απόφασης Elbee, (πιο πάνω), σημαντική και σχετική είναι και η απόφαση στην υπόθεση Παναγιώτης Κουντουρίδης Λτδ ν. Ahmed El-Sayed Mohamed Ahmed Awadalla κ.α.
(2008)1Β Α.Α.Δ. 852. Στην υπό αναφορά υπόθεση παρότι η περίοδος εργοδότησης των αιτητών ήταν μικρότερη των 6 μηνών, εν τούτοις το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε την απόφαση του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών να θεωρήσει ότι είχε δικαιοδοσία να ακούσει την αίτηση. Το σκεπτικό του Δικαστηρίου είναι διαφωτιστικό: «Εξετάσαμε τους αντίστοιχους ισχυρισμούς. Αναφορικά με το ερώτημα πότε έχει δικαιοδοσία το Επαρχιακό Δικαστήριο και πότε το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών (ΔΕΔ), τούτο διέπεται από το Άρθρο 30 του περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμου του 1967 (Ν. 24/67ως έχει τροποποιηθεί) σε συνδυασμό με τις πρόνοιες του Άρθρου 12(ε) του περί Ετησίων Αδειών μετ' Απολαβών Νόμου του 1967 (Ν. 8/67ως έχει τροποποιηθεί) όπως τα άρθρα αυτά έχουν ερμηνευθεί σε αριθμό αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. μεταξύ άλλων τις προαναφερθείσες υποθέσεις Interamerican Insurance Co. Ltd. ν. Μακρίδου και Παναγιώτου ν. Δ.Σ. Αρτοκουλουροποιείον Λτδ.). Προκύπτει από τα πιο πάνω ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία όταν το ύψος της αιτούμενης αποζημίωσης υπερβαίνει το ποσό που μπορεί να επιδικασθεί από το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών, όπως προβλέπεται στον Πρώτο Πίνακα, δηλαδή τα ημερομίσθια δύο ετών. Με βάση τα πιο πάνω καταλήγουμε ότι η απόφαση του πρωτόδικου δικαστηρίου ότι είχε δικαιοδοσία είναι ορθή. Τότε μόνο δεν θα είχε δικαιοδοσία αν η αξίωση του κάθε αιτητή (εφεσίβλητου) υπερέβαινε τα ημερομίσθια 2 ετών. Τέτοιος ισχυρισμός δεν είχε γίνει.»(τονισμός δικός μου) Προκύπτει από την πιο πάνω περικοπή ότι η μοναδική περίπτωση στην οποία το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών δεν έχει δικαιοδοσία να εκδικάζει αξιώσεις εργατικών διαφορών είναι όταν η αξίωση υπερβαίνει τα ημερομίσθια 2 ετών, θέμα που ρυθμίζεται από τον ίδιο τον Νόμο. Υπαγωγή των πιο πάνω δικαιϊκών αρχών στα γεγονότα της παρούσας οδηγεί στο αναπόφευκτο συμπέρασμα ότι καθ' ύλην αρμόδιο δικαστήριο να ακούσει την υπόθεση δεν είναι το Επαρχιακό Δικαστήριο αλλά το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών. Άγομαι στο εν λόγω συμπέρασμα εφόσον η αξίωση του Ενάγοντα δεν υπερβαίνει μισθούς δύο ετών και κατά τον ίδιο χρόνο, δηλαδή με τον πλεονασμό του ο Ενάγοντας είχε ήδη εργαστεί πέραν των 26 εβδομάδων. Περαιτέρω, είμαι της γνώμης ότι η αξίωση του Ενάγοντα παρά την διατύπωση της κατά τρόπο διαζευκτικό στην οπισθογράφηση, υπάγεται στις πρόνοιες του άρθρου 12(ε) του Ν.8/67, εφόσον διεκδικείται δικαίωμα που προκύπτει είτε από ατομική σύμβαση, είτε από συλλογική σύμβαση ή φιλοδώρημα και αφορά όρους σε σχέση με τον πλεονασμό του Ενάγοντα θέμα που διέπεται αποκλειστικά από τον Περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμο 24/1967 και ζητήματα που διέπονται από τον υπό αναφορά Νόμο, εμπίπτουν στην αποκλειστική δικαιοδοσία του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών. Το θέμα απασχόλησε και το Δικαστήριο στην υπόθεση Στυλιανίδης ν. British American Insurance Co. Ltd
(1990)1 Α.Α.Δ. 517 όπου στις σελίδες 526-527 αναφέρονται τα εξής: "Ως θέμα γραμματικής ερμηνείας και ορθολογιστικής ταξινόμησης των προνοιών του άρθρου 30, προκύπτουν κατά τη γνώμη μας τα εξής:
(1)Διαφορές που αφορούν την παραβίαση δικαιωμάτων που παρέχει ο Ν.24/67ανάγονται αποκλειστικά στη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών. Κανένα άλλο δικαστήριο, συμπεριλαμβανομένου και του Επαρχιακού Δικαστηρίου, δεν έχει αρμοδιότητα να επιλύσει διαφορές που αναφύονται στην εφαρμογή του νόμου αυτού.
(2)Το δικαίωμα εργοδοτουμένου να προσφύγει στο Επαρχιακό Δικαστήριο που ρητά διασφαλίζεται από το εδάφιο 2 εξυπακούει ευχέρεια διεκδίκησης αποζημιώσεων βάσει άλλου νόμου ή αρχών δικαίου. Διαφορετικά το δικαίωμα το οποίο παρέχεται θα ήταν άνευ αντικειμένου ενόψει της αποκλειστικής καθ' ύλην αρμοδιότητας του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών προς επίλυση διαφορών που αναφύονται στη διεκδίκηση δικαιωμάτων που παρέχει ο Ν.24/67.
(3)Το δικαίωμα για τη διεκδίκηση αποζημιώσεων (για τον άνευ λόγου τερματισμό απασχόλησης) πέραν του ορίου που προβλέπεται στο Ν.24/67, υποδηλώνει την ύπαρξη δικαιώματος για τη διεκδίκηση αποζημιώσεων ανεξάρτητα και έξω από το πλαίσιο του νόμου αυτού.
(4)Ο Περί Τερματισμού απασχολήσεως νόμος δεν καταργεί ούτε περιορίζει τις διατάξεις του Κεφ.149 ή την εφαρμογή των αρχών του Κοινού δικαίου (άρθρο 29
(1)(γ) - Ν.14/60)στο βαθμό που διέπουν συμβάσεις εργασίας ή τις συνέπειες από τη διάρρηξή τους. Ο πρωταρχικός σκοπός του περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμου είναι η προστασία του εργοδοτουμένου από τον μονομερή τερματισμό της απασχόλησής του ως μέτρο κοινωνικής ασφάλειας. Θα αποτελούσε αντινομία προς τους σκοπούς του νόμου η αποστέρηση του εργοδοτουμένου πλέον εκτεταμένων δικαιωμάτων που δυνατό να του παρέχει το δίκαιο των συμβάσεων ή οποιοσδήποτε άλλος νόμος." Εν τούτοις, της υπόθεσης Στυλιανίδης ν. British American Insurance Co. Ltd (πιο πάνω) ακολούθησε η τροποποίηση του Νόμου 8/1967 που παρέθεσε στο εύρος του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών και τις ατομικές ή συλλογικές συμβάσεις ως αυτοτελείς αξιώσεις σε μια προσπάθεια υπαγωγής όλων των θεμάτων που άπτονται του τομέα των εργατικών διαφορών στο ειδικό περί τούτου Δικαστήριο. Συνεπώς παραμένει ως μόνη εξαίρεση η ανάληψη αρμοδιότητας από το Επαρχιακό Δικαστήριο σε περίπτωση διεκδίκησης αποζημιώσεων που υπερβαίνει τους μισθούς δυο ετών. Στην υπό εξέταση περίπτωση τέτοιος ισχυρισμός δεν υπάρχει και εύκολα μπορεί να εξαχθεί το συμπέρασμα ότι δεν ανταποκρίνεται στα δεδομένα της παρούσας από μια απλή διαίρεση του ποσού της αξίωσης με τον μηνιαίο μισθό του Ενάγοντα, ο οποίος ως ανωτέρω αναφέρεται δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός. Για όλους λοιπόν τους λόγους που πιο πάνω προσπάθησα να εξηγήσω καταλήγω ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία εκδίκασης της αγωγής. Ενόψει της κατάληξής μου διακόπτω και παραπέμπω την παρούσα αγωγή δυνάμει του άρθρου 64Α
(1)του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/1960, όπως τροποποιήθηκε, στο καθ' ύλην αρμόδιο Δικαστήριο που είναι το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών Λεμεσού προς εκδίκαση. Τα έξοδα που μέχρι σήμερα έχουν προκύψει, ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ των Εναγομένων και εναντίον του Ενάγοντα. (Υπ.) ............... Ε. Ευθυμίου-Ανδρέου Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής [1] 16
(3)Το ποσόν της πληρωμής λόγω πλεονασμού υπολογίζεται συμφώνως προς τον Τέταρτον Πίνακα: Νοείται ότι όταν, ως αποτέλεσμα του πλεονασμού, έχη μειωθή ή κατά την γνώμην του ∆ιαιτητικού ∆ικαστηρίου ενδέχεται να μειωθή το κόστος της παραγωγής ή λειτουργίας της επιχειρήσεως ως συνόλου ή του κλάδου της επιχειρήσεως εις το οποίον προεκλήθη πλεονασμός ή θα διατηρηθή ουσιωδώς το αυτό ή θα επιτευχθή υψηλότερον επίπεδον παραγωγής ή κατά την γνώμην του ∆ιαιτητικού ∆ικαστηρίου ενδέχεται να διατηρηθή ή επιτευχθή διά μικροτέρου αριθμού εργοδοτουμένων, το ποσόν της λόγω πλεονασμού πληρωμής υπολογίζεται εν αναφορά προς τον Πρώτον Πίνακα, ως εάν η πληρωμή απετέλει αποζημίωσιν επιδικασθείσαν εις εργοδοτούμενον δυνάμει του άρθρου 3: Νοείται περαιτέρω ότι, όταν το ∆ιαιτητικόν ∆ικαστήριον αποφασίση ότι ο πλεονασμός εμπίπτει εντός της προηγουμένης επιφυλάξεως του παρόντος εδαφίου, η περίοδος η οποία παρέχει το δικαίωμα διά πληρωμήν λόγω πλεονασμού είναι εικοσιέξ εβδομάδες, ουχί δε εκατόν τέσσαρες εβδομάδες ως προνοείται υπό του εδαφίου
(1)του παρόντος άρθρου. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.