← Κύπρος

Ανδρέα Λουγκρίδη ν. Κύπρου Ανδρέου, υπό την ιδιότητα του ως εκκαθαριστής της Εταιρείας K & M (FAMAGUSTA) DEVELOPERS & CONSTRUCTIONS LTD, Αρ. Α

Ανδρέα Λουγκρίδη ν. Κύπρου Ανδρέου, υπό την ιδιότητα του ως εκκαθαριστής της Εταιρείας K & M (FAMAGUSTA) DEVELOPERS & CONSTRUCTIONS LTD, Αρ. Αγωγής: 6087/10, 4/11/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2016:A460 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. Ευθυμίου-Ανδρέου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 6087/10 Μεταξύ: Ανδρέα Λουγκρίδη Ενάγοντας -και- Κύπρου Ανδρέου, υπό την ιδιότητα του ως εκκαθαριστής της Εταιρείας K & M (FAMAGUSTA) DEVELOPERS & CONSTRUCTIONS LTD Εναγόμενος Αίτηση ημερομηνίας 19/5/16 για προσθήκη Εναγόμενου και Τροποποίησης της Έκθεσης Απαίτησης Ημερομηνία: 4 Νοεμβρίου 2016 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντα - Αιτητή: κ. Π. Μιχαηλίδης για κ. Ρ. Ερωτοκρίτου & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενο - Καθ΄ ου η Αίτηση: κ. Ν. Καλλής για κ. Κύπρο Ανδρέου Δ.Ε.Π.Ε Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την αίτηση του ο Ενάγοντας/Αιτητής (στο εξής ο Αιτητής) ζητά από το Δικαστήριο,

  1. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου, με το οποίο να διατάσσεται η τροποποίηση του Κλητηρίου Εντάλματος δια της προσθήκης στον τίτλο αυτού του Κύπρου Κυπριανού από το Παραλίμνι ως Εναγόμενου
  2. Περαιτέρω σε περίπτωση που εγκριθεί το πρώτο αιτητικό ζητά την τροποποίηση του κλητηρίου εντάλματος με σκοπό την προσθήκη των λεπτομερειών και των γεγονότων που αφορούν τον Εναγόμενο που επιθυμούν να προσθέσουν στην αγωγή και οι οποίες μεταξύ άλλων περιλαμβάνουν αναφορά δόλου, πλάνης και ψευδών παραστάσεων. Η Αίτηση βασίζεται επί των Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών Δ.9 ΘΘ1 - 13, Δ.25 ΘΘ1 -
  3. Δ.39 Θ2, Δ.48 Θ1 - 4, 9 και Δ.64 Θ1 - 2, στους Περί Δικαστηρίων Διαδικαστικούς Κανονισμούς Κ.8, 11, 29 και 30, στον Περί Δικαστηρίων Νόμο Ν. 14/60, Άρθρα 29-31, επί του Άρθρου 30.2 του Συντάγματος, ως επίσης και επί των Γενικών Αρχών του Νόμου, των Κανόνων της Επιείκειας, της Πρακτικής και της Σύμφυτης Εξουσίας των Δικαστηρίων. Η Αίτηση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση της Χριστίνας Ματσεντίδου δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τον Ενάγοντα. Η ενόρκως δηλούσα αναφέρεται σε συντομία στο ιστορικό της υπόθεσης και επισημαίνει στο Δικαστήριο ότι σε πρόσφατο ραντεβού που είχε στο δικηγορικό γραφείο τους ο Ενάγοντας προσκόμισε σε αυτούς το πωλητήριο έγγραφο, το οποίο επισυνάπτει και στην ένορκη της δήλωση ως Τεκμήριο Α, στο οποίο φαίνεται ότι ο κύριος Κύπρος Κυπριανού, το άτομο δηλαδή που επιθυμούν να προσθέσουν ως διάδικο, υπέγραψε αυτό ως εγγυητής. Μετά την ενημέρωση αυτή που έτυχαν απέστειλαν επιστολή, την οποία επισυνάπτουν ως Τεκμήριο Β, στον κύριο Κύπρο Κυπριανού, η οποία επιδόθηκε σε αυτόν στις 22/12/
  4. Αναφέρει δε ότι ο Αιτητής εναποθέτει τις ελπίδες του για ικανοποίηση της αξίωσης του στην προσθήκη του κύριου Κυπριανού ως Εναγομένου
  5. Αποτελεί πεποίθηση της ομνύουσας ότι η αίτηση αυτή δεν έχει υποβληθεί με καθυστέρηση και ότι τα νέα δεδομένα που έχει αποκαλύψει δικαιολογούν το χρόνο καταχώρησης της. Θεωρεί δε ότι ουδόλως επηρεάζονται τα δικαιώματα των Εναγομένων, τουλάχιστον όχι στο βαθμό που να μην μπορούν να διορθωθούν με την κατάλληλη διαταγή ως προς τα έξοδα. Επί τούτου, ζητά από το Δικαστήριο να ισοζυγίσει τον ελάχιστο επηρεασμό για τους Εναγόμενους σε σχέση με τον ανεπανόρθωτο επηρεασμό που θα προκληθεί στον Ενάγοντα και καλεί το Δικαστήριο να ασκήσει την διακριτική του ευχέρεια υπέρ του αιτήματος του Αιτητή. Η αίτηση αναπόφευκτα προσέκρουσε στην ένσταση των Εναγομένων οι οποίοι καταχώρησαν ειδοποίηση περί προθέσεως ενστάσεως (στο εξής «η Ένσταση») αναφέροντας ως συγκεκριμένους λόγους ένστασης τους ακόλουθους: Οι συγκεκριμένοι λόγοι Ένστασης είναι οι ακόλουθοι:
  6. Η παρούσα αίτηση είναι καταχρηστική γιατί εγείρεται με μεγάλη και/ή αδικαιολόγητη καθυστέρηση.
  7. Ο Κύπρος Κυπριανού δεν είναι αναγκαίος διάδικος γιατί από την έκδοση της απόφασης μεταξύ των διαδίκων δεν επηρεάζονται τα νομικά και/ή οικονομικά του συμφέροντα.
  8. Τυχόν απόφαση μεταξύ των διαδίκων δεν δεσμεύει τον Κύπρο Κυπριανού.
  9. Η προσθήκη του Κύπρου Κυπριανού ως διάδικου θα μπορούσε να γίνει εξ΄ αρχής με την καταχώρηση της αγωγής όμως ο Ενάγοντας αδικαιολόγητα δεν το έπραξε ενώ ήταν εις την γνώση του.
  10. Η προσθήκη του Κύπρου Κυπριανού δεν είναι αναγκαία για τον καθορισμό των επίδικων θεμάτων μεταξύ των διαδίκων στην παρούσα αγωγή.
  11. Η προσθήκη του Κύπρου Κυπριανού ως εναγόμενου στην ως άνω υπό τίτλο και αριθμό αγωγή θα καθυστερήσει την διαδικασία γιατί ο Κύπρος Κυπριανού εβρίσκεται κρατούμενος στις Κεντρικές Φυλακές.
  12. Τυχόν υποχρεώσεις του Κύπρου Κυπριανού ως Εγγυητή έναντι του Ενάγοντα δυνάμει του Πωλητηρίου Εγγράφου ημ. 07/04/2009 μεταξύ των διαδίκων στην παρούσα αγωγή δεν επηρεάζουν τις υποχρεώσεις του Εναγόμενου αφού η υπό εκκαθάριση εταιρεία ήταν πρωτοφειλέτιδα.
  13. Η προσθήκη του Κύπρου Κυπριανού ως Εναγόμενου στην ως άνω υπό τίτλο και αριθμό αγωγή δεν είναι προς το συμφέρον της απονομής δικαιοσύνης. Η Ένσταση βασίζεται επί των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας Δ.9 Κ1 - 13, Δ.25 Κ.1 - 7, Δ.39, Δ.48 Κ.1, 2, 3, 4

(1), 8 και 9, Δ.64 Κ1 - 2, στους περί Δικαστηρίων Διαδικαστικούς Κανονισμούς Κ.8, 11, 29 και 30 και στα άρθρα 29 - 31 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, επί των άρθρων 30 του Συντάγματος και 6 της ΕΣΔΑ και επί της γενικής και συμφυής εξουσίας του Σεβαστού Δικαστηρίου. Η Ένσταση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του Πέτρου Αριστοτέλους από τη Λάρνακα, δικηγόρο στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τους Εναγόμενους. Ο ομνύων απορρίπτει τα όσα αναφέρονται στην αίτηση και ένορκη δήλωση και υιοθετεί τους λόγους ένστασης του για να εστιαστεί συγκεκριμένα στην υπέρμετρη καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης την οποία ο ίδιος ανάγει σε κατάχρηση. Επί τούτου του σημείου επιχειρηματολογεί ότι θα ήταν αδύνατη η σύνταξη του κλητηρίου εντάλματος χωρίς την προσκόμιση του αγοραπωλητηρίου εγγράφου στους δικηγόρους των Εναγόντων. Απορρίπτοντας με αυτόν τον τρόπο την εισήγηση ότι το λάθος οφείλεται σε αποχώρηση του δικηγόρου που χειριζόταν την υπόθεση από το γραφείο των συνηγόρων του Ενάγοντα. Αναφέρει περαιτέρω ότι τυχόν έγκριση του αιτητικού δεν θα είναι προς το συμφέρον απονομής της δικαιοσύνης, λόγω των προσωπικών συνθηκών του κύριου Κυπριανού, ο οποίος βρίσκεται στις κεντρικές φυλακές με αποτέλεσμα τη δημιουργία μεγάλης καθυστέρησης. Επί της ουσίας θεωρεί ότι η προσθήκη του κύριου Κυπριανού δεν είναι αναγκαία για τον καθορισμό των επίδικων θεμάτων μεταξύ των διαδίκων και καλεί το Δικαστήριο να απορρίψει την αίτηση με έξοδα. Η Αίτηση οδηγήθηκε σε ακρόαση και τα μέρη κατέθεσαν και υιοθέτησαν γραπτές αγορεύσεις προς υποστήριξη των εκατέρωθεν θέσεων τους αναλύοντας το θέμα με αναφορά στη νομολογία και υπαγωγή σε αυτής των γεγονότων της υπόθεσης. Αναπόφευκτα μέσα από την ανάλυση τους καταλήγουν σε εκ διαμέτρου αντίθετα συμπεράσματα. Η πλευρά του Αιτητή εστιάζεται στην υπόθεση Οδυσσέως v. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 1372 καθώς και στην υπόθεση Periham Mustafa Korkut v. Αποστόλου Γεωργίου
(2007)1 Α.Α.Δ., 1213, εισηγούμενοι ότι το θέμα εμπίπτει στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου το οποίο πρέπει να αποφανθεί σε συνάρτηση με τις γραπτές προτάσεις αν βρίσκονται όλοι οι αναγκαίοι διάδικοι ενώπιον του Δικαστηρίου. Ζητούν βέβαια από το Δικαστήριο να παραβλέψει την καθυστέρηση στην υποβολή του αιτήματος επιρρίπτοντας το λάθος στον προηγούμενο δικηγόρο που χειριζόταν την υπόθεση. Υποστηρίζουν θερμά ότι ο κύριος Κυπριανού είναι αναγκαίος διάδικος και καλεί το Δικαστήριο να επιτρέψει την προσθήκη του συνακολούθως την τροποποίηση του κλητηρίου εντάλματος. Στη δική του αγόρευση ο συνήγορος των Εναγομένων εστιάζεται, ομοίως με τις θέσεις της Ένστασης του, στην καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης, και υποστηρίζει ότι ανεξαρτήτως αυτής ο κύριος Κυπριανού δεν είναι αναγκαίος διάδικος γιατί η προσθήκη του ως Εναγομένου 2, δεν είναι αναγκαία για την επίλυση των επίδικων θεμάτων όπως προκύπτουν από τις έγγραφες προτάσεις. Υποστηρίζει δε, ότι ακόμα και αν εκδοθεί απόφαση εναντίον της υπό εκκαθάριση εταιρείας, κανονικά και οικονομικά συμφέροντα του Κύπρου Κυπριανού δεν επηρεάζονται, δεν δημιουργούν δεδικασμένο και ο Ενάγοντας είναι ελεύθερος να καταχωρήσει αν επιθυμεί νέα αγωγή εναντίον του. Νομική Πτυχή Η υπό κρίση αίτηση βασίζεται επίσης στη Δ.9 Θ.1, 2, 4, 6, 7, 10 και 11 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. . Η Δ.9 Θ.10, διαλαμβάνει τα εξής: «No cause or matter shall be defeated by reason of the misjoinder or non-joinder of parties, and the Court may in every cause or matter deal with the matter in controversy so far as regards the rights and interests of the parties actually before it. The Court or a Judge may, at any stage of the proceedings, either upon or without the application of either party, and on such terms as may appear to the Court or Judge to be just, order that the names of any parties improperly joined, whether as plaintiffs or as defendants, be struck out, and that the names of any parties, whether plaintiffs or defendants, who ought to have been joined, or whose presence before the Court may be necessary in order to enable the Court effectually and completely to adjudicate upon and settle all the questions involved in the cause or matter, be added. .. Every party whose name is so added as defendant shall be served with a writ of summons or notice in manner provided by Rule 11 of this Order or in such manner as may be prescribed by any special order, and the proceedings as against such party shall be deemed to have begun only on the service of such writ or notice.» Στην υπόθεση Korkut v. Απόστολου Γεωργίου
(2007)1 Α.Α.Δ. 1213, λέχθησαν τα εξής: «Για να προστεθεί ένα πρόσωπο ως διάδικος δυνάμει της Δ.9, θ.10 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών θα πρέπει να κριθεί ως αναγκαίος διάδικος. Βασικό κριτήριο για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για την προσθήκη διαδίκου, είναι κατά πόσο θα επηρεαστούν άμεσα τα νομικά δικαιώματα ή τα οικονομικά του συμφέροντα και ιδιαίτερα όταν υπάρχουν υπό αμφισβήτηση ή επηρεάζονται ιδιοκτησιακά δικαιώματα ή συμφέροντα σε περιουσία όπου οι νόμιμοι ιδιοκτήτες πρέπει να αντιπροσωπεύονται. Για το εάν ένας διάδικος είναι αναγκαίος ή όχι, το Δικαστήριο διατηρεί διακριτική ευχέρεια. Μελέτη της Αγγλικής νομολογίας αποκαλύπτει διάφορες σχολές σκέψης για τον τρόπο άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου δυνάμει της Δ.9, θ.10. (Βλ. Amon v. Raphael και Tuck & Sons Ltd. [1956] 1 All E.R. 273 και Gurtner v. Circuit [1968] 1 All E.R. 328). Όμως στην Κύπρο επικράτησε η σχολή η οποία αναγνωρίζει ευρεία διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο. (Βλ. Mepa Underwriting Management Ltd. κ.ά. v. Αγροτικής Ανώνυμης Ελληνικής Εταιρείας Γενικών Ασφαλειών
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 772).» Περαιτέρω στην υπόθεση Οδυσσέως ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(2001)1(Β) Α.Α.Δ 1372 αποφασίστηκε ότι: «Η επιλογή των εναγομένων προσώπων σε μια αγωγή είναι δικαίωμα το οποίο ανήκει βασικά στον ενάγοντα. (Βλ. Supreme Court Practice 1982 3 - σελ. 210. Το Δικαστήριο έχει ωστόσο την εξουσία (Βλ. Κανόνες Πολιτικής Δικονομίας - Διαταγή 9 θ.10) να διατάξει σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, είτε κατόπιν αιτήσεως είτε χωρίς αίτηση, την προσθήκη οποιουδήποτε προσώπου ως διαδίκου την παρουσία του οποίου θεωρεί αναγκαία για την πλήρη και αποτελεσματική επίλυση όλων των θεμάτων που εγείρονται στην αγωγή. Είναι αυτόδηλο ότι το ζήτημα εμπίπτει στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου και καθώς έχει ειπωθεί στην Παπαχριστοφόρου ν. Χαραλάμπους (ανωτέρω), η απόφανση ως προς το αν βρίσκονται όλοι οι αναγκαίοι διάδικοι ενώπιον του δικαστηρίου είναι συναρτημένη προς τα επίδικα θέματα όπως αυτά προσδιορίζονται στις γραπτές προτάσεις.» Η δική μας Δ.9 Θ.10 είναι αντίστοιχη με την O.16 r.11 των παλαιών Αγγλικών θεσμών (This Rule is intended to do away with the plea in abatement (Kendall v. Hamilton, 4 App. Cas. 504, [1893] 1 Q. B. 422, C. Α., Robinson v. Geisel, [1894] 2 Q. B. 685).» Σκοπός του αντίστοιχου με τη δική μας Δ.9 Θ.10, παλαιού αγγλικού θεσμού O.16 r.11 ήταν η αποφυγή αναστολής ή ο τερματισμός μιας αγωγής όταν δεν βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου οι απαραίτητοι διάδικοι. Στο Annual Practice, 1958 επισημαίνεται ότι το Δικαστήριο διατηρεί διακριτική ευχέρεια να αρνηθεί τη διαταγή και ν' αποφασίσει να επιλύσει τη διαφορά με αναφορά στα δικαιώματα των μερών που βρίσκονται ενώπιον του. «The Court retains a discretionary power to refuse the order (Lancaster Banking Co. v. Cooper, 9 Ch. D. 594; Roberts v. Holland, [1893] 1 Q. B. 665) and may elect to deal with the matter as regards the rights of the parties before it, especially if the action has proceeded to trial without objection as to parties (Re Harrison, [1891] 2 Ch. 349; Hall v. Heward, 32 Ch. D. 430).». Σε σχέση με την ευρεία διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, στην υπόθεση Ε.Φιλίππου Λτδ v. Compass Insurance Co. Ltd
(1990)1 A.A.Δ. 24, στη σελ. 26 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Τα συμφέροντα της δικαιοσύνης είναι ο παράγων ο οποίος δεσπόζει στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Τα στοιχεία τα οποία συνθέτουν και προσδιορίζουν τα συμφέροντα της δικαιοσύνης εξισορροπούνται μετά από την συνεκτίμηση των συμφερόντων των διαδίκων και των ευρύτερων συμφερόντων της δικαιοσύνης για τελεσφόρο επίλυση όλων των συναφών διαφορών μεταξύ τους καθώς και των συμφερόντων του δημοσίου στην εξασφάλιση της ταχείας απονομής της δικαιοσύνης.» Θα εξετάσω πρώτα το αιτητικό για προσθήκη νέου εναγομένου αφού τυχόν απόρριψη του αιτήματος θα συμπαρασύρει και το αιτητικό για τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης. Στην αγωγή ναυτοδικείου Manchester Lines Ltd and another v. Viamaz Coach Industry Ltd
(1983)1 Α.Α.Δ. 178 o Έντιμος Λοΐζου Δ., όπως ήταν τότε, αποφάσισε τα εξής: «Also the words "cause or matter" to be found in the English and Civil Procedure Rules and which correspond to the word "action" in rule 30, have been interpreted as meaning the action as it stands between the existing parties (see Amon v. Raphael Tuck and Sons Ltd., [1956] 1 Q.B; The Result [1958] P. 174 at p. 184). Furthermore the Court has no jurisdiction under this rule to order third parties to be added as defendants where the cause or matter is not liable to be defeated by the nonjointer, where the third parties were not persons who ought to have been sued in the first instance and where the third parties were not persons whose presence as defendants was necessary to enable the Court effectually to adjudicate on all the questions involved.» Αναμφίβολα προκύπτει, ως σταθερή αρχή της νομολογίας, ότι η καθυστέρηση στην καταχώρηση μιας τέτοιας αίτησης αποτελεί παράγοντα σχετικό, όχι, όμως, εξαρχής και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας. Στην υπόθεση Astor Co. κ.α. ν. Α & G Leventis Ltd κ.α.
(1993)1 Α.Α.Δ. 726, λέχθηκε ότι ο παράγοντας χρόνος είναι μεν σχετικός και συνεκτιμάται ως λογική απόρροια του Άρθρου 30
(2)του Συντάγματος, αν και ο παράγοντας αυτός δεν είναι καθοριστικός υπό την έννοια ότι δεν πρέπει από μόνος του να οδηγεί σε απόρριψη. Όπως υποδείχθηκε πρόσφατα από το Ανώτατο Δικαστήριο στις Πολ. Εφ. 137/2013 και 138/2013, IKOS CIF LTD v. Martin Coward κ.α., ημερ. 20.3.2014, όταν η καθυστέρηση οφείλεται σε σφάλμα του αιτητή, η δικαιολόγηση της και η σημασία της ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά κάθε υπόθεσης, κυρίως σε συσχετισμό με τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης. Η όποια καθυστέρηση δεν πρέπει να εξετάζεται μεμονωμένα από απόψεως μόνο χρονικής διάστασης, αλλά θα πρέπει να συναρτάται με άλλους παράγοντες, όπως για παράδειγμα την ανυπαρξία καλής πίστης. Τροποποίηση μπορεί να επιτραπεί, ασχέτως εάν επιδείχθηκε αμέλεια και καθυστέρηση από διάδικο, αν αυτό απαιτεί το συμφέρον της δικαιοσύνης. Στην ίδια απόφαση, λέχθηκε επίσης ότι: «Πάγια νομολογία διαμόρφωσε τον κανόνα ότι αίτηση τροποποίησης δεν είναι δυνατό να επιτύχει αν το υλικό, το οποίο σκοπείται να εισαχθεί, ήταν σε γνώση του αιτητή ή μπορούσε με εύλογη επιμέλεια να εντοπιστεί έγκαιρα. Η δε αλλαγή δικηγόρου διαδίκου δεν μπορεί να θεωρηθεί ως δικαιολογία για παρατηρούμενη καθυστέρηση που οδηγεί σε εκτροχιασμό της δίκης και δεν παρέχει, αφ΄εαυτής, λόγο για την τροποποίηση της δικογραφίας. (Γραμμές Στριντζή Αιγαίου Ναυτική Εταιρεία v. Always Travel Holidays Ltd
(1995)1 Α.Α.Δ. και United Sea Transport Ltd v. Zakou
(1980)1 A.Α.Δ. 501, 510). Η γραμμή αυτή της νομολογίας συναρτάται απόλυτα με την φειδώ με την οποία το Δικαστήριο θα πρέπει να ασκεί τη διακριτική του ευχέρεια, ιδίως στις περιπτώσεις όπου η όποια καθυστέρηση ενέχει καταλυτικές επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου.» Η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε εν έτος
  1. Το γεγονός ότι ο κ. Κύπρος Κυπριανού υπέγραψε ως εγγυητής στο αγοραπωλητήριο έγγραφο ημερομηνίας 19.11.2003 έπρεπε να ήταν εξ' αρχής εις γνώση του Αιτητή και των δικηγόρων του, αφού στην Έκθεση Απαίτησης που καταχωρήθηκε 6 έτη πριν την καταχώρηση της παρούσας αιτήσεως, γίνεται λεπτομερής και ακριβής αναφορά στο κείμενο του Αγοραπωλήτηρίου Εγγράφου, συνεπώς το έγγραφο ήταν στην κατοχή τους. Ως υποδείχθηκε στην υπόθεση Στέλιου Φοινιώτη (ανωτέρω), «όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση». Όπως δε προαναφέρθηκε, η παρούσα περίπτωση δεν αφορά σε μια απλή αίτηση τροποποίησης, αλλά σε αίτημα για προσθήκη νέου διαδίκου, ως εναγόμενου. Ο προτιθέμενος εναγόμενος θα μπορεί να εμφανισθεί στη διαδικασία και να γίνει ανταλλαγή δικογράφων. Υπό τις πιο πάνω περιστάσεις, ο παράγοντας χρόνος, και η αιτιολογία που δίδεται τόσο για την καθυστέρηση όσο και για την αναγκαιότητα στη λήψη του διαβήματος, προσλαμβάνει ιδιαίτερη σημασία. Σύμφωνα με την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, κατά την προετοιμασία για την ακρόαση της παρούσας υπόθεσης και μετά από ραντεβού με τον πελάτη τους, διαπιστώθηκε ότι εκ παραδρομής και/ή εξ' αβλεψίας δεν προστέθηκε ως αναγκαίος διάδικος ο κ. Κύπρος Κυπριανού. . Η ομνύουσα λέγει περαιτέρω ότι η Έκθεση Απαίτησης καταχωρήθηκε από δικηγόρο που αναχώρησε από το γραφείο των δικηγόρων του Αιτητή, με αποτέλεσμα όταν ανέλαβε την παρούσα υπόθεση για χειρισμό ο νέος δικηγόρος να διαπίστωσε το λάθος. Εφαρμόζοντας τις πιο πανω αρχές στα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης είναι η κρίση μου ότι ο προτεινόμενος εναγόμενος Κύπρος Κυπριανού δεν είναι αναγκαίος διάδικος στην παρούσα υπόθεση εντός της έννοιας της Δ.9 Θ.
  2. Δεν έχει υποστηριχθεί ενώπιον μου, ότι χωρίς την προσθήκη προσθήκη του κ. Κυπριανού η Αγωγή Αιτητή θα πρέπει ν' απορριφθεί λόγω non-joinder. Συναφώς δεν έχει τεθεί ενώπιον μου ισχυρισμός ότι η παρουσία του κ.Κυπριανού είναι απαραίτητη προκειμένου να αποφασισθούν πλήρως και αποτελεσματικά τα επίδικα θέματα της απαίτησης, ως αυτή έχει, και μεταξύ των υφιστάμενων διαδίκων. Σε κάθε περίπτωση σημειώνω ότι δεν έχω πεισθεί ότι τίθεται θέμα άμεσου επηρεασμού των νομικών δικαιωμάτων ή των οικονομικών συμφερόντων (βλ. απόφαση Korkut, ανωτέρω) του κ. Κυπριανού από την έκβαση της δίκης αυτής, ο οποίος δεν θα δεσμεύεται από το αποτέλεσμα της και δεν θα δημιουργηθεί δεδικασμένο έναντι του (Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Γ.Κ. Βιονευρολογική Λτδ κ.α.
(2011)1 ΑΑΔ 234 Τυχόν δε προσθήκη, σε αυτό το στάδιο νέου εναγόμενου θα προκαλούσε, κατά την κρίση μου, περαιτέρω καθυστέρηση στην εκδίκαση της παρούσας αγωγής, αφού η εκδίκαση της θα πρέπει να αναμένει την επίδοση στον νέο διάδικο και την ανταλλαγή δικογράφων, και υπενθυμίζω επί τούτου ότι το Δικαστήριο δεσμεύεται από το Άρθρο 35 του Συντάγματος, όπως διασφαλίζει, μέσα στα όρια της αρμοδιότητας του, την αποτελεσματική εφαρμογή του Άρθρου 30.2 του Συντάγματος που διαφυλάσσει το δικαίωμα κάθε διάδικου για δίκη εντός ευλόγου χρόνου. Δεν διαφεύγει, βέβαια, της προσοχής μου ότι η ακρόαση της παρούσας υπόθεσης δεν έχει ακόμη αρχίσει και ότι ένας από τους λόγους για τους οποίους τροποποίηση δικογράφου μπορεί να επιτραπεί, είναι η αποφυγή πολλαπλότητας των διαδικασιών. Ως έχει, όμως, νομολογηθεί, «το συμφέρον της δικαιοσύνης αποτιμάται ύστερα από συνεκτίμηση όλων των παραγόντων της κάθε υπόθεσης, συμπεριλαμβανομένων και των επιπτώσεων που ενδεχομένως θα προκληθούν στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου» και «το πλέον ουσιώδες υπό τις περιστάσεις κριτήριο ήταν η στάθμιση των παραγόντων που θα αποτελούσαν το εχέγγυο για την ορθή απονομή της δικαιοσύνης» (Clive Preece v. Νάσω Ρωσσίδου
(2011)1 ΑΑΔ 2138). Λαμβάνοντας, λοιπόν, υπόψη ότι στην παρούσα υπόθεση παρατηρείται μεγάλη καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης, η οποία δεν έχει αιτιολογηθεί επαρκώς, το γεγονός ότι τυχόν προσθήκη του κ. Κυπριανού ως Εναγομένου 2 θα επιφέρει περαιτέρω καθυστέρηση, ενδεχομένως ουσιαστική, στην εκδίκαση της παρούσας αγωγής σε συνάρτηση με τις πρόνοιες του Άρθρου 30.2 του Συντάγματος, το γεγονός ότι ο κ. Κυπριανού δεν είναι αναγκαίος διάδικος εντός της έννοιας της Δ.9 Θ.10, και περαιτέρω ότι οι αιτούμενες τροποποιήσεις που σχετίζονται με την προσθήκη του νέου Εναγομένου δεν είναι αναγκαίες προκειμένου να επιλυθούν όλες οι διαφορές των διαδίκων και να αποφασισθούν αποτελεσματικά όλα τα επίδικα θέματα μεταξύ τους ως οι έγγραφες προτάσεις, κρίνω πως η παρούσα αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει στο βαθμό που με αυτήν επιδιώκεται η προσθήκη του προτεινόμενου νέου διαδίκου και η επιδίωξη θεραπειών εναντίον του. Ενόψει της πιο πάνω κατάληξης μου παρέλκει η εξέταση των λοιπών αιτητικών. Η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των Καθ'ών η Αίτηση ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .............. Ε. Ευθυμίου-Ανδρέου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητης cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.