← Κύπρος

HEATHROW ESTASTES LTD ν. ΜΑΡΙΟΣ ΝΕΟΚΛΕΟΥΣ, Αρ. Αγωγής: 3449/14, 20/7/2016

HEATHROW ESTASTES LTD ν. ΜΑΡΙΟΣ ΝΕΟΚΛΕΟΥΣ, Αρ. Αγωγής: 3449/14, 20/7/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2016:A340 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Ε. Ευθυμίου - Ανδρέου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3449/14 Μεταξύ: HEATHROW ESTASTES LTD, από τη Λεμεσό Εναγόντων/ Καθ' ων η Αίτηση -και - ΜΑΡΙΟΣ ΝΕΟΚΛΕΟΥΣ, από τη Λεμεσό Εναγόμενου/ Αιτητή Ημερομηνία: 20 Ιουλίου 2016 Εμφανίσεις: Για τον Αιτητή -Εναγόμενο: κος Α.Τερέντης Για τους Καθ'ων η αίτηση- Ενάγοντες: κος Σ. Νεοκλέους για PHC Tsangarides LLC ΑΠΟΦΑΣΗ ΣΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΓΙΑ ΠΑΡΑΜΕΡΙΣΜΟ ΑΠΟΦΑΣΗΣ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 15/1/2016 . Με την Αίτηση της ημερομηνίας 15/1/16 η Εναγόμενος- Αιτητής (αφ' εξής ο Αιτητής) ζητά όπως η απόφαση που εκδόθηκε υπέρ των Εναγόντων-Καθ' ών η Αίτηση (αφ' εξής οι Καθ' ών η Αίτηση) στα πλαίσια της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή στις 14/10/2015 λόγω μη καταχώρηση σημειώματος εμφάνισης ακυρωθεί και ή παραμεριστεί. Η Αίτηση του βασίζεται επί των θεσμών Πολιτικής Δικονομίας Δ.17 Θ. 10, , Δ.48 Θ. 1 έως 4, 9 (H) και Δ.64 Θ.1 ,2 επί των άρθρων 30 και 32 του Συντάγματος και επί της πρακτικής και των Γενικών Εξουσιών του Δικαστηρίου. Η αίτηση υποστηρίζεται από την Ένορκη Δήλωση του Αιτητή («Ε/Δ Αιτητή»)Ο ομνύων αναφέρει ότι ενημερώθηκε για την υπόθεση αυτή στις 21/12/15 όταν και έλαβε επιστολή από το δικαστικό επιδότη του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού ημερομηνίας 17/12/

  1. Ο ίδιος αν και θεώρησε ότι είχε γίνει κάποιο λάθος, επισκέφθηκε το δικαστικό επιδότη 2 ημέρες αργότερα και ενημερώθηκε για την απόφαση που είχε εκδοθεί εναντίον του, ενημέρωση που τον κατέλαβε εξαπίνης αφού αναφέρει ότι ουδέποτε του είχε επιδοθεί η αγωγή. Όπως ο ομνύων αναφέρει, η διεύθυνση η οποία φαίνεται στο κλητήριο ένταλμα αλλά και στις επιστολές των δικηγόρων των Εναγόντων δεν είναι η σωστή, αφού ο ίδιος διαμένει στον Πύργο. Αναφέρει επί τούτου ότι ουδέποτε τον επισκέφθηκε ιδιώτης επιδότης και συνεπακόλουθα ουδέποτε έλαβε το κλητήριο ένταλμα. Επιπρόσθετα στα περί μη επίδοσης κλητηρίου εντάλματος, ο ομνύων επικεντρώνεται και σε θέματα ύπαρξης καλής υπεράσπισης από πλευράς του. Αναφέρει ότι τα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης είναι τέτοια που δημιουργούν σοβαρή υπεράσπιση για τον ίδιο η οποία πρέπει να παρουσιαστεί στο δικαστήριο. Συγκεκριμένα κάνει αναφορά στον όρο 13 της μεταξύ των μερών συμφωνίας (Τεκμήριο Β στην ένορκη δήλωση για απόδειξη της υπόθεσης) και λέει απαραίτητη προϋπόθεση για τον υπολογισμό των κοινοχρήστων εξόδων αλλά και των ανάλογων φόρων με βάση το κεφάλαιο 224 ήταν η έκδοση ξεχωριστού τίτλου ιδιοκτησίας στο όνομα του αγοραστή στην προκειμένη περίπτωση δηλαδή του Αιτητή. Ο ομνύων αναφέρει επί τούτου ότι δεν έχει εκδοθεί τέτοιος τίτλος συνεπώς δεν έχουν καθοριστεί με ακρίβεια οι κοινόχρηστοι χώροι και ως εκ τούτου αυθαίρετα έχει ζητηθεί από τους Καθ'ων η Αίτηση το ποσό της απαίτησης. Ο ομνύων αναφέρει περαιτέρω ότι στον επισυνημμένο λογαριασμό των Καθ' ων η Αίτηση (Τεκμήριο Α στην ένορκη δήλωση για απόδειξη της υπόθεσης) υπάρχουν ποσά τα οποία δεν μπορούν να δικαιολογηθούν αλλά και τοκισμός τους ο οποίος είναι εκτός του πλαισίου της μεταξύ των μερών σύμβασης. Παράλληλα επισημαίνει ότι ο εν λόγω λογαριασμός χρεώθηκε με δικηγορικά έξοδα με αποτέλεσμα ο ίδιος να καλείται να πληρώσει διπλά δικηγορικά έξοδα με βάση την εκδοθείσα απόφαση ενώ περαιτέρω αναφέρει ότι ενώ με την αγωγή τους οι Ενάγοντες ζητούν το ποσό των €7.127,15 έχει επιδικαστεί ποσό €10.087,62 δηλαδή ποσό πολύ μεγαλύτερο από την απαίτηση. Η αίτηση αναπόφευκτα προσέκρουσε στην Ένσταση των Καθ'ών η Αίτηση οι οποίοι καταχώρησαν Ειδοποίηση περι Προθέσεως Ενστάσεως («η Ενσταση»). Οι λόγοι οι οποίοι στηρίζεται η ένσταση είναι οι ακόλουθοι:
  2. Η Ένορκη Δήλωση του κ. Μάριου Νεοκλέους, ημερομηνίας 15/01/2016, που υποστηρίζει την Αίτηση του Εναγόμενου/ Αιτητή δεν συνιστά καλή και/ή αποδεκτή μαρτυρία και τα όσα προβάλει είναι αβάσιμα και ανεδαφικά αφού κανένας ισχυρισμός του δεν τεκμηριώνεται.
  3. Η μαρτυρία του Εναγόμενου/ Αιτητή στην Ένορκη του Δήλωση, είναι κατασκευασμένη και προσπαθεί με ψευδείς και/ή αβάσιμους λόγους να επιτύχει τον παραμερισμό της καθ' όλα νομότυπης εκδοθείσας Απόφασης.
  4. Δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις που θέτει η Νομολογία επί του θέματος για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ της έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος, και/ή το συμφέρον της δικαιοσύνης συνηγορεί υπέρ της απόρριψης της παρούσας Αίτησης αφού η παρούσα Αίτηση είναι παράτυπη και/ή ανεπίτρεπτη και/ή αντίθετη των Διαδικαστικών Κανονισμών και της πρακτικής του Δικαστηρίου.
  5. Δεν δίδεται ικανοποιητική μαρτυρία για την παράλειψη του Εναγόμενου/Αιτητή ή των δικηγόρων του να εμφανιστεί κατά την προγραμματισμένη ημερομηνία της αγωγής ενώπιον του Δικαστηρίου στις 23/12/2015 και/ή η όλη στάση και συμπεριφορά του Εναγόμενου/Αιτητή συνιστά αδιαφορία για την πορεία της υπόθεσης, έτσι που δεν δικαιολογείται ο παραμερισμός της εκδοθείσας Απόφασης.
  6. Ο Εναγόμενος / Αιτητής δεν έχει καλή και συζητήσιμη υπόθεση και το ισοζύγιο της ευχέρειας προστάζει όπως απορριφθεί η Αίτηση καθώς τυχόν έγκριση του αιτήματος για παραμερισμό της εκδοθείσας Απόφασης θα προκαλέσει περισσότερη βλάβη παρά η μη έγκριση του αιτήματος.
  7. Η υπό κρίση αίτηση έχει καταχωρηθεί κατόπιν τέτοιας καθυστέρησης που συνιστά καταφρόνηση και κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας λόγω του διαρρεύσαντος χρόνου υποβολής της.
  8. Ο Εναγόμενος /Αιτητής δεν εγείρει κανένα ουσιαστικό και/ή οποιοδήποτε λόγο για την παράλειψη καταχώρηση είτε σημειώματος εμφάνισης του, είτε της Έκθεσης Υπεράσπισης του εντός του χρονικού πλαισίου που προνοείται από τους Περί Πολιτικής Δικονομίας θεσμούς.
  9. Η παρούσα αίτηση αποτελεί προσπάθεια του Αιτητή να δικαιολογήσει την έλλειψη ενδιαφέροντος των υποχρεώσεων της προς τους Ενάγοντες /Καθ' ων η αίτηση.
  10. Άνευ επηρεασμού των πιο πάνω λόγω ένστασης, το πραγματικό υπόβαθρο που στηρίζει την Αίτηση είναι γενικό και/ή ελλιπές και/ή ανεπαρκές και/ή δεν δικαιολογεί τον παραμερισμό της απόφασης. Η Ένσταση βασίζεται στο άρθρο 30.2 του Συντάγματος, στους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.16 Θ.Θ. 1-7, Δ.17 Θ.3, 5, 7, 10 & 11, Δ.26 Θ.14, Δ.39, Δ.48, Θ. εξουσίες του Δικαστηρίου καθώς και στην πρακτική του Δικαστηρίου. Η Ένσταση υποστηρίζεται από την Ένορκη Δήλωση του κ. Μιχαλάκη Μιχαήλ (Ε/Δ Μιχαήλ), ο οποίος, ως αναφέρει βρίσκεται στην υπηρεσία των Καθ'ων η Αίτηση. Ο ομνύων εκφράζει την πεποίθηση ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση της αιτούμενης θεραπείας και εστιάζεται κυρίως στο γεγονός ότι ο Αιτητής καταχώρησε την εν λόγω αίτηση 7 μήνες μετά την επίδοση της αγωγής, ότι ο ίδιος ενώ παράλαβε το κλητήριο ένταλμα αρνήθηκε να υπογράψει παραπέμποντας επί τούτου στην ένορκη δήλωση του ιδιώτη επιδότη για την επίδοση του κλητήριου εντάλματος . Με αυτή του την θέση απορρίπτει τον ισχυρισμό του Αιτητή περί κακής επίδοσης της αγωγής. Περαιτέρω ο ομνύων αναφέρει ότι οι Καθ' ων η αίτηση είχαν ενημερώσει τον ίδιο σε σχέση με την διαδικασία για έκδοση τίτλων ιδιοκτησίας η οποία προχωρούσε. Επί τούτου, εκφράζει την πεποίθηση ότι ανεξαρτήτως εκδόσεως ή όχι του τίτλου ιδιοκτησίας ο Εναγόμενος είχε συμβατική υποχρέωση να πληρώνει όλα τα έξοδα που του αναλογούσαν για το διαμέρισμα αφού αυτό του είχε παραδοθεί και ο ίδιος το κατείχε και το απολάμβανε χωρίς να πληρώνει τις οφειλές του. Στην κατακλείδα του ο ομνύων αναφέρει ότι ο Αιτητής έχει αποτύχει να παρουσιάσει ικανοποιητικούς λόγους για ακύρωση της απόφασης και εισηγείται την απόρριψη της αίτησης. Η ακρόαση της αίτηση διεξήχθηκε με γραπτές αγορεύσεις χωρίς να έχουν τεθεί αιτήματα στο Δικαστήριο για αντεξέταση των Ενόρκως Δηλούντων. Τα μέρη υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους με αναφορά στον Νόμο και την Νομολογία. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του Αιτητή εισηγείται ότι πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις που έχουν τεθεί στο Νόμο και την Νομολογία για να παραμερίσει το Δικαστήριο την απόφαση που εκδόθηκε ερήμην του. Επιχειρηματολογεί ότι δεν υπήρξε ολιγωρία στην καταχώρηση της υπό κρίση Αίτησης αφού ο σχετικός χρόνος για ενημέρωση του Αιτητή για την απόφαση που είχε εκδοθεί εναντίον του ήταν η 21/12/15 όταν ο ίδιος έλαβε επιστολή από το δικαστικό επιδότη και όχι η ημερομηνία επίδοσης της αγωγής, 8/6/15 με βάση την ένορκη δήλωση επίδοσης του ιδιώτη επιδότη Χριστάκη Ευτυχίου αφού τέτοια επίδοση ουδέποτε έγινε. Αναφέρει δε επί τούτου του σημείου ότι η διεύθυνση του Αιτητή είναι στον Πύργο και όχι στην αναγραφόμενη επί των επιστολών αλλά και του κλητηρίου εντάλματος διεύθυνση. Θεωρεί ότι η επίδοση είναι κακή και από μόνο του είναι αρκετό για το Δικαστήριο να παραμερίσει την απόφαση. Περαιτέρω και ανεξαρτήτως των πιο πάνω ο ευπαίδευτος συνήγορος επιχειρηματολογεί ότι υπάρχει καλή υπεράσπιση από μέρους του Αιτητή αναφερόμενος τόσο στην παράλειψη μεταβίβασης του ακινήτου επ' ονόματι του Αιτητή όσο και στην καταβολή τελών και τόκων τα οποία δεν δικαιολογούνται με βάση την μεταξύ των μερών συμβατική σχέση εισηγούμενος ότι με την απόφαση που έχει εκδοθεί ο Αιτητής παραμένει δεσμευμένος να πληρώνει ποσά τα οποία δεν οφείλει. Αντικρούοντας τους λόγους Ένστασης υποστηρίζει ότι δεν υπήρξε αργοπορία στην καταχώρηση της Αίτησης αφού από τις 21/12/15 που ο Αιτητής ενημερώθηκε για την έκδοση απόφασης εναντίον του ενήργησε με επιμέλεια και σπουδή και καταχώρησε την υπό εξέταση Αίτηση στις 18/1/16 με λίγες μέρες καθυστέρηση συνεπεία των γιορτών των Χριστουγέννων. Σε κάθε περίπτωση η απόφαση της οποίας ο παραμερισμός ζητείται εκδόθηκε στις 14/10/
  11. Με αυτά τα δεδομένα θεωρεί ότι ο ισχυρισμός των Καθ' ων η αίτηση περί αδικαιολόγητης αργοπορίας καταρρίπτεται. Περαιτέρω υποστηρίζει ότι η απόφαση της οποίας ζητείται η ακύρωση εξασφαλίστηκε με βάση αναληθή γεγονότα και λανθασμένες διαδικασίες . Ο ευπαίδευτος συνήγορος του Αιτητή εισηγείται στην κατακλείδα του ότι ο Αιτητής έχει καταδείξει ότι το κλήτήριο ένταλμα δεν επιδόθηκε νομότυπα αλλά και ότι υπάρχει εκ πρώτης όψεως καλή Υπεράσπιση και ως εκ τούτου το Δικαστήριο πρέπει να ασκήσει την διακριτική του ευχέρεια και να εγκρίνει την Αίτηση ούτως ώστε να του επιτραπεί να ακουστεί και να θέσει την Υπεράσπιση του. Οι Καθ' ων η Αίτηση στη δική τους γραπτή αγόρευση επικεντρώνονται στην αργοπορία του Αιτητή για την καταχώρηση της υπό κρίση Αίτησης ισχυριζόμενοι ότι το χρονικό περιθώριο των 7 μηνών που παρήλθε από την επίδοση του κλητηρίου εντάλματος μέχρι την ημερομηνία καταχώρησης της αίτησης παραμερισμού είναι από μόνο του αρκετό για να οδηγήσει την Αίτηση σε αποτυχία με βάση τις αρχές της Νομολογίας τις οποίες παραθέτουν με μεγάλη επιμέλεια. Επεκτείνουν την σκέψη τους για να ανάγουν την καθυστέρηση του Αιτητή στην καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης σε κατάχρηση της Διαδικασίας. Θεωρούν δηλαδή ότι η αγωγή του Αιτητή ήταν τέτοια που έπληξε το θεμέλιο της απονομής της δικαιοσύνης και χρεώνουν στον ίδιο αλλότρια κίνητρα για την καταχώρηση της υπό εξέταση Αίτησης. Εισηγούνται ότι ο Αιτητής έχει αυξημένο βάρος απόδειξης σε ότι αφορά τον ισχυρισμό του για κακή επίδοση του κλητηρίου εντάλματος. Εισηγείται επί τούτου ότι ο μόνος τρόπος που θα μπορούσε να αποσείσει αυτό το βάρος θα ήταν με την αντεξέταση του ιδιώτη επιδότη κ. Χριστάκη Ευτυχίου κάτι που ο ίδιος δεν έπραξε. Επιπρόσθετα εισηγείται ότι δεν έχει αποκαλυφθεί καμία υπεράσπιση από πλευράς του Αιτητή, τουναντίον με την ένορκη του δήλωση έχει αποδεχθεί στην ουσία ότι οφείλει ποσά στους Καθ' ων η Αίτηση. Νομική πτυχή και Αξιολόγηση Η Δ.17, Θ.10 προνοεί τα ακόλουθα: «Where judgment is entered pursuant to any of the preceding Rules of this Order, it shall be lawful for the Court in a proper case to set aside or vary such judgment upon such terms as may be just». Στην προκειμένη περίπτωση με την αίτηση προσβάλλεται η εκδοθείσα απόφαση ως ληφθείσα αντικανονικά (irregular judgment), αφού ο Εναγόμενος ισχυρίζεται ότι δεν έλαβε γνώση της διαδικασίας εναντίον του. Επιπρόσθετα ισχυρίζεται ότι έχει καλή υπεράσπιση. Η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου είναι σαφής. Όπου δηλαδή αποδεικνύεται ότι η επίδοση της αγωγής έγινε με αντικανονικό τρόπο ή όταν αναφύεται η ύπαρξη οποιασδήποτε αντικανονικότητας που να δικαιολογεί τον παραμερισμό της απόφασης ως παράτυπης δεν τίθεται θέμα διακριτικής ευχέρειας και το Δικαστήριο είναι υποχρεωμένο να παραμερίσει την απόφαση «ex debito justitiae» (βλ. Κυπριακή Δημοκρατία ν. Πουλλή

(2001)3Β Α.Α.Δ 1060, Γιωργαλλίδη ν. Χρίστου
(1997)1 ΑΑΔ 247, Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ ν. Ανδρέα Μιχαήλ
(2003)1 ΑΑΔ 1044 και Global Education Counselling Ltd v. Ameer Khan, Πολ. Έφεση 199/2011, 23/10/2013). Στην Phylactou v. Michael
(1982)1 CLR 204, σελ 210 (παρατίθεται η μετάφραση από την Milouca Motor Τr. Ltd v. Κούρτη
(1997)1 Α.Α.Δ. 941) λέχθηκαν τα ακόλουθα (Πικής Δ.): «Κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας, το Δικαστήριο πρέπει να επιδιώκει την εξισορρόπηση δύο παραγόντων, θεμελιακών για την απονομή της δικαιοσύνης: Την ανάγκη να διασφαλίσει, αφενός, αποτελεσματικά το δικαίωμα του διαδίκου να ακουστεί στην υπόθεσή του και, αφετέρου, την ταχεία διεκπεραίωση των δικαστικών υποθέσεων. Η ταχεία απονομή της δικαιοσύνης δεν αποτελεί απλώς ζήτημα ευκολίας, αλλά υψίστης σημασίας παράγοντα για την αποτελεσματική διεκδίκηση των δικαιωμάτων του πολίτη. Η αρχή αυτή είναι στενά συνυφασμένη και με ένα άλλο λόγο, επίσης σημαντικό για την απονομή της δικαιοσύνης, την ανάγκη διασφάλισης της τελεσιδικίας. Εάν διάδικος μπορεί απρόσκοπτα να επιδιώκει το επανάνοιγμα της υπόθεσης, η σφραγίδα της οριστικότητας, την οποία φέρει η απόφαση, και όλα όσα εξυπακούει, καθώς και η βεβαιότητα την οποία εισάγει στη διαχείριση των υποθέσεων του ανθρώπου, θα απωλεσθούν, με οδυνηρές συνέπειες για την απονομή της δικαιοσύνης - (βλ. παρατηρήσεις του Megaw L.J. στη Lambert v. Mainland Market [1977] 2 All E.R. 826, στη σελ. 833 (c-d)». Αίτηση παραμερισμού απόφασης μπορεί να απορριφθεί, παρά την αποκάλυψη συζητήσιμης υπεράσπισης, εφόσον διαπιστωθεί ότι ο εναγόμενος επέδειξε αδιαφορία για την αγωγή, η οποία είναι δυνατό να θεωρηθεί ως μορφή καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας και των δικαιωμάτων του αντιδίκου, Siberia Air v. Πούλλικα
(2005)1 ΑΑΔ 893, Editc Ltd v. Makis Michaelides & Associates κ.α
(2003)1 ΑΑΔ 1887, 1892 και Milouca Motor Τr. Ltd v. Κούρτη (πιο πάνω). Στην Mine & Quarry Services Ltd. v. Ανδρέα Γεωργίου (Μαύρου)
(1993)1 ΑΑΔ 26, 30 το Ανώτατο Δικαστήριο (Νικήτας Δ.) επεσήμανε:- «Η ανεξήγητη αργοπορία είναι παράγων που ασκεί έντονα αρνητική επίδραση κατά του διαδίκου που παρέλειψε να κινηθεί με την πρώτη δυνατή ευκαιρία για να διεκδικήσει το δικαίωμα να ξανανοίξει την υπόθεση του». Στην ίδια απόφαση τονίστηκε ότι το γεγονός πως ένας αιτητής δίνει απλώς κάποια εξήγηση δεν συνιστά δικαιολόγηση. Όσον αφορά την αποκάλυψη υπεράσπισης στην υπόθεση Καλλής Ξενοφών v. Alpha Bank Ltd
(2002)1 ΑΑΔ 793, λέχθηκαν τα ακόλουθα στη σελ. 799 (Κραμβής Δ.): «Αντλώντας κατεύθυνση από την νομολογία η αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης προϋποθέτει αλλά και εξυπακούει κάτι περισσότερο από την απλή παράθεση από τον αιτητή μιας εκδοχής, διαφορετικής από αυτή του ενάγοντα. Θα πρέπει να προσκομιστούν στο Δικαστήριο κάποια αποδεικτικά στοιχεία τα οποία εξυπακούεται πως θα πρέπει να εμπεριέχουν κάποιο βαθμό πειστικότητας που θα καθορίζεται και θα καταδεικνύεται μέσα από τους ίδιους τους προβαλλόμενους ισχυρισμούς, ώστε η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να μην ασκείται επί ματαίω και μόνο αν θα εξυπηρετείται χρήσιμος σκοπός επιλύσεως της διαφοράς των διαδίκων ... Αποδοχή ισχυρισμών χωρίς ίχνος υποστηρικτικού υλικού που να προσδίδει σ' αυτούς κάποια βαρύτητα θα ισοδυναμούσε με κλονισμό της βεβαιότητας που πρέπει να υπάρχει, τόσο για την τελεσιδικία των δικαστικών αποφάσεων, όσο και για τα δικαιώματα των πολιτών.» Στην υπόθεση Ελενίτσα Κωνσταντινίδη ν. Nur Habib Hissin
(2004)1 ΑΑΔ 1774, 1779 (Κραμβής Δ.) τονίστηκε: «Η αποκάλυψη εκ πρώτης όψεως συζητήσιμης υπεράσπισης, προκειμένου να επιτύχει η αίτηση για παραμερισμό, συνιστά πρωταρχικό παράγοντα ο οποίος λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο κατά την ενάσκηση της διακριτικής του ευχέρειας. Δεν απαιτείται απόδειξη των γεγονότων που στοιχειοθετούν την υπεράσπιση. Είναι αρκετό να εγερθεί το ζήτημα το οποίο κρίνεται χωρίς αξιολόγηση της μαρτυρίας. Το δικαστήριο ερευνά τα ενώπιόν του στοιχεία για να διαγνώσει μόνο αν υπάρχει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση ή συζητήσιμο σημείο χωρίς να υπεισέρχεται στην ουσία της υπεράσπισης. Το δικαστήριο, εξέτασε τα στοιχεία υπεράσπισης που είχε ενώπιόν του και χωρίς να υπεισέλθει στην ουσία της υπεράσπισης ορθά διαπίστωσε ότι υπήρχε εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση.» Στο τι συνιστά «συζητήσιμη υπεράσπιση» (arguable case) καθοδηγητική είναι επίσης η αγγλική απόφαση στην Alpine Bulk Transport Co Inc v. Saudi Eagle Shipping Co Inc [1986] 2 Lloyd's rep. 221 CA[1] (με αναφορά στην Evans v. Bartlam
(1937)AC 473) όπου υποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος πρέπει να πείσει το Δικαστήριο ότι η υπεράσπισή που προβάλλει έχει πραγματική πιθανότητα επιτυχίας (a real prospect of success) και να φέρει κάποιο βαθμό πειστικότητας (must carry some degree of conviction). Το βάρος που φέρει ο εναγόμενος είναι βαρύτερο από αυτό που θα πρέπει να αποσείσει σε αίτηση για έκδοση συνοπτικής απόφασης εναντίον του. Το Δικαστήριο πρέπει να σχηματίσει προκαταρκτική άποψη (provisional view) για την πιθανή κατάληξη της υπόθεσης (βλ. επίσης Supreme Court Practice 1997, σελ 145 παρ 13/9/14). Η αντιπαραβολή των δύο εκδοχών σε αιτήσεις για παραμερισμό απόφασης, είναι ορισμένες φορές αναπόφευκτη, αλλά αυτή θα πρέπει να περιορίζεται στα απολύτως αναγκαία, για τη διακρίβωση της καλοπιστίας των ισχυρισμών και κατά πόσο υπάρχει ή όχι εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση (βλ. Clair Morris v. Saratoga Swimming Pools Ltd, Πολ. Έφεση 145/2009, 10/4/2012). Το Δικαστήριο κατά την εξέταση αίτησης παραμερισμού απόφασης δύναται να αντλήσει πληροφορίες και άλλα στοιχεία από έγγραφα που αποτελούν μέρος του φακέλου της υπόθεσης όπως ένορκες δηλώσεις και έγγραφα που καταχωρίστηκαν για απόδειξη της αγωγής (βλ. Γεωργίου ν. Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ (Aρ. 2)
(1999)1 ΑΑΔ 1938). Έχοντας κατά νου τις αρχές που τίθενται στην Νομολογία θα προχωρήσω να εξετάσω την Αίτηση. Το πρώτο θέμα που προκύπτει και που συναφώς πρέπει να εξεταστεί κατά προτεραιότητα είναι το θέμα της επίδοσης του κλητηρίου εντάλματος. Ο Αιτητής παραπονείται ότι η ορθή διεύθυνση επίδοσης του είναι στον Πύργο και όχι αυτή που αναφέρεται επί του κλητηρίου εντάλματος αλλά και στις επιστολές που είχαν στείλει προγενέστερα της καταχώρησης της αγωγής οι δικηγόροι των Εναγόντων. Παρατηρώ ότι το κλητήριο ένταλμα με βάση την ένορκη δήλωση του επιδότη Ευτυχίου επιδόθηκε στον Πύργο συνεπώς τουλάχιστον σε ότι αφορά την ορθή διεύθυνση του Αιτητή ο ίδιος δεν πρέπει να παραπονείται ότι οι Καθ'ών η Αίτηση ισχυρίζονται να του επέδωσαν το κλητήριο ένταλμα στη διεύθυνση που αναγράφεται επί τούτου. Πέραν τούτου, ο Αιτητής δεν μπορεί να παραπονείται σε σχέση με την παράλειψη, όπως ο ίδιος την αποκαλεί, από μέρους των Καθ' ών η Αίτηση να μην παρουσιάσουν Ένορκη Δήλωση του Ιδιώτη Επιδότη προς υποστήριξη της Ένστασης τους. Η Ένορκη Δήλωση του Ιδιώτη Επιδότη που βρίσκεται στον φάκελο της υπόθεσης δεν αποτελεί ξένο στοιχείο στην υπό εξεταση αίτηση. Στην Πολιτική Έφεση 284/2008, Παναγιώτης Νέμιτσας v. Salwa Chaparian, απόφαση ημερ. 10/5/2011, το Ανώτατο Δικαστήριο υπέδειξε ότι, εφόσον η ένορκη δήλωση του επιδότη είναι σαφής έτσι ώστε να μπορεί να ασκηθεί δικαστικός έλεγχος σχετικά με το νομότυπο ή μη της επίδοσης, το Δικαστήριο προχωρεί σε έλεγχο του νομότυπου στη βάση ελέγχου της αξιοπιστίας των δύο εκδοχών που τίθενται ενώπιον του, ήτοι, αφενός της εκδοχής του προσώπου που αιτείται τον παραμερισμό υποστηρίζοντας ότι το κλητήριο ένταλμα δεν επιδόθηκε στον ίδιο και, αφετέρου, της εκδοχής του επιδότη ότι όντως επέδωσε το κλητήριο ένταλμα με το τρόπο που αναφέρει στο έντυπο της Ένορκης του Δήλωσης. Σχετικό το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση Νέμιτσας ανωτέρωː «Τα γεγονότα της παρούσας διαφοροποιούνται από εκείνα της υπόθεσης στην Ιερά Μητρόπολη Λεμεσού ν. Chr. P. Michaelides (Estates) Ltd, (πιο πάνω). Εκεί επρόκειτο για επίδοση σε νομικό πρόσωπο και απουσίαζε εντελώς η ιδιότητα του προσώπου στο οποίο αφέθηκε το Κλητήριο ΄Ενταλμα, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να ελεγχθεί από το Δικαστήριο το νομότυπο της επίδοσης. Στην περίπτωσή μας, η ιδιότητα του προσώπου στο οποίο επιδόθηκε η αγωγή καταγραφόταν ρητά και ήταν ζήτημα ποια εκδοχή θα γινόταν αποδεχτή - ή εκείνη του επιδότη, λαμβανομένων υπόψη και των υπολοίπων στοιχείων του φακέλου, ή εκείνη του εφεσείοντα.» (τονισμός δικός μου) Στην παρούσα υπόθεση, η ένορκη δήλωση, ημερομηνίας 9.6.2015, του ιδιώτη επιδότη, η οποία υπάρχει στο φάκελο του Δικαστηρίου και με την οποία αυτός ορκίζεται και λέγει ότι στις 8/6/2015 επέδωσε επίσημο αντίγραφο του κλητηρίου εντάλματος στην αγωγή στον Εναγόμενο, δίδει με σαφήνεια τις εξής λεπτομέρειες ως προς τις συνθήκες επίδοσης꞉ Ότι η επίδοση έγινε αφήνοντας το κλητήριο στον Εναγόμενο στην Διεύθυνση Ελευθερίας 22 στον Πύργο, ο οποίος αρνήθηκε να το παραλάβει και να υπογράψει Αυτή είναι η ενώπιον μου εκδοχή του ιδιώτη επιδότη. Σαφής και ξεκάθαρη, η οποία κατά την δική μου κρίση δεν χρήζει περαιτέρω λεπτομερειών, συνεπώς από την στιγμή που παραπονείται ο Αιτητης για την επίδοση θα έπρεπε να αμφισβητήσει την εν λόγω Ένορκη Δήλωση. Αυτήν την Ένορκη Δήλωση υιοθετεί ο ομνύων στην Ένσταση ο οποίος στην ουσία μεταφέρει την εξ ακοής μαρτυρία που ο ίδιος έλαβε από τον επιδότη, στηριζόμενος στο περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης επίδοσης. Αυτή είναι στο φάκελο του Δικαστηρίου και συνεπώς το Δικαστήριο μπορεί να τη μελετήσει συγκριτικά προς την Ε/Δ Μιχαήλ, για να ελέγξει την αξιοπιστία των όσων εκείνος μεταφέρει. Το ότι η ένορκη δήλωση του Ιδιώτη Επιδότη θα τεθεί υπό το φακό του Δικαστηρίου στο πλαίσιο της ακρόασης της αίτησης παραμερισμού θα πρέπει να θεωρείται ως δεδομένο, αφού ο Αιτητής θα πρέπει να πείσει το Δικαστήριο προκειμένου να επιτύχει η αίτηση παραμερισμού του για τον λόγο αυτό ότι υπήρξε παράτυπη επίδοση. Στο πλαίσιο εξέτασης ενός τέτοιου ισχυρισμού, το Δικαστήριο αναπόφευκτα θέτει υπό το φακό του την ένορκη δήλωση επίδοσης του κλητηρίου η οποία λήφθηκε υπόψη από το Δικαστήριο καθ' ον χρόνο εξέδιδε την ερήμην του Εναγομένου απόφαση στην αγωγή. Με αυτό το πνεύμα, η μαρτυρία που περιέχεται στην ένορκη δήλωση επίδοσης, αποτελεί μαρτυρία που το Δικαστήριο καθηκόντως λαμβάνει υπόψη στο πλαίσιο εκδίκασης της αίτησης παραμερισμού και συνεπώς δεν θα συμφωνούσα με το επιχείρημα της συνηγόρου Αιτητή ότι η εν λόγω ένορκη δήλωση επίδοσης δεν αποτελεί μαρτυρία στην υπό κρίση αίτηση, επί της οποίας να μπορεί να εφαρμοστεί η Δ.39 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Με βάση τα πιο πάνω κρίνω ότι δεν έχουν παρασχεθεί στο Δικαστήριο τα απαραίτητα στοιχεία για να κλονίσουν τον νομότυπο της επίδοσης του κλητηρίου Εντάλματος και ως εκ τούτου η παρούσα αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει για τον λόγο αυτό. Θα προχωρήσω να εξετάσω το δεύτερο σκέλος της αίτησης δηλαδή κατά πόσο έχει καταδειχθεί από μέρους του Αιτητή εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση. Το πρώτο σημείο το οποίο φαίνεται ότι δημιουργεί καλή βάση για αποδοχή του αιτήματος είναι η διαφορά που προκύπτει μεταξύ του ποσού της Απαίτησης και του ποσού της Απόφασης. Όπως φαίνεται και από το Τεκμήριο Α της ένορκης δήλωσης για απόδειξη της υπόθεσης έχουν χρεωθεί ποσά στην κατάσταση λογαριασμού που έχουν προκύψει μετά την καταχώρηση της αγωγής με αποτέλεσμα να έχει επιδικασθεί ποσό που δεν ανταποκρίνεται στην περίοδο όπως αυτή καθορίζεται στο κλητήριο ένταλμα. Ενδεχομένως από μόνο του αυτό το σημείο να αποτελεί καλό λόγο για την έκδοση της αιτούμενης θεραπείας και τον παραμερισμό της απόφασης. Πέραν τούτου, όμως το Δικαστήριο μπορεί να εντοπίσει και άλλα σημεία τα οποία να καταδεικνύουν την ένδειξη από πλευράς του Αιτητή για ύπαρξη καλής υπεράσπισης. Από απλή ανάγνωση του όρου 13 του Τεκμηρίου Β της ένορκης δήλωσης για απόδειξη της αγωγής φαίνεται ότι η καταβολή των εξόδων τα οποία αξιούν οι Ενάγοντες με την αγωγή τους διέπεται από υποχρέωση καθορισμού των κοινόχρηστων χώρων η οποία κατά τη σύμβαση μεταξύ των μερών θα καθοριστεί μετά την έκδοση ξεχωριστών τίτλων και αφού καθοριστούν με ακρίβεια οι κοινόχρηστοι χώροι. Με αυτό το δεδομένο αποδέχομαι ότι υπάρχει εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση για τον Αιτητή αφού όπως έχει προκύψει στα πλαίσια της υπό εξέταση Αίτησης, ως παραδεκτό γεγονός, δεν έχουν ακόμα εκδοθεί ξεχωριστοί τίτλοι για το ακίνητο που αγόρασε ο Αιτητής από τους Καθ' ων η αίτηση. Σε ότι αφορά του ισχυρισμούς περί κατάχρησης της διαδικασίας αυτοί δεν μπορούν να γίνουν αποδεχτοί τόσο για το λόγο δεν μπορεί να θεωρηθεί μεγάλο το χρονικό διάστημα που έχει διαρρεύσει από την έκδοση της απόφασης εναντίον του Αιτητή ή ακόμα και από την επίδοση της αγωγής σ' αυτόν. Ως εκ τούτου εκδίδεται διάταγμα με το οποίο η Απόφαση που έχει εκδοθεί στην υπό τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό αγωγή ημερομηνίας 14/10/15 παραμερίζεται. Τα έξοδα όπως αυτά υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο επιδικάζονται υπέρ του Αιτητή/Εναγομένου και εναντίον των Καθ' ων η αίτηση/Εναγόντων θα είναι δε πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας., (Υπ.) ............... Ε. Ευθυμίου-Ανδρέου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Βλ. Sir Roger Omrod στη σελ. 223: «In the course of his argument Mr Clarke Q.C. used the phrase "an arguable case" and it, or an equivalent, occurs in some of the reported cases (e.g. Burns v Kendel
(1977)1 Ll.L.R. 554 and Vann v Awford). This phrase is commonly used in relation to Order 14 to indicate the standard to be met by a defendant who is seeking leave to defend. If it is used in the same sense in relation to setting aside a default judgment, it does not accord, in our judgment, with the standard indicated by each of their Lordships in Evans v Bartlam. All of them clearly contemplated that a defendant who is asking the court to exercise its discretion in his favour should show that he has a defence which has a real prospect of success. (In Evans v Bartlam there was an obvious defence under the Gaming Act and in Vann v Awford a reasonable prospect of reducing the quantum of the claim). Indeed it would be surprising if the standard required for obtaining leave to defend (which has only to displace the plaintiff's assertion that there is no defence) were the same as that required to displace a regular judgment of the court and with it the rights acquired by the plaintiff. In our opinion, therefore, to arrive at a reasoned assessment of the justice of the case the court must form a provisional view of the probable outcome if the judgment were to be set aside and the defence developed. The "arguable" defence must carry some degree of conviction». cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.