Raymond Riza προσωπικά και υπό την ιδιότητα του ως εκτελεστή της διαθήκης και κληρονόμου του αποβιώσαντα Τουρκοκύπριου Fikret Ali Riza ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας κ.α., Αρ.αγωγής: 3741/2011, 21/1/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2016:A12 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Χ.Μαλαχτού, Π.Ε.Δ. Αρ.αγωγής: 3741/2011 Μεταξύ: Raymond Riza προσωπικά και υπό την ιδιότητα του ως εκτελεστή της διαθήκης και κληρονόμου του αποβιώσαντα Τουρκοκύπριου Fikret Ali Riza Ενάγοντα και
- Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
- Υπουργού Εσωτερικών υπό την ιδιότητα του ως Κηδεμόνα Τουρκοκυπριακών Περιουσιών Εναγομένων Ημερ.: 21.1.2016 Για τον Ενάγοντα: Κ.Κυριακόπουλος Για τους Εναγόμενους 1 και 2: κα Ε.Φλωρέντζου για τον Γενικό Εισαγγελέα Α Π Ο Φ Α Σ Η Α. Η Δικογραφία - Τα επίδικα θέματα Ο Fikret Ali Riza, αποβιώσας, ήταν ο κατά ½ εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης της ακίνητης ιδιοκτησίας με Αρ. εγγραφής 9/53, Τεμ.55 του Φ/Σχ. 50/08 Ε2, Τμήμα 9, στην τοποθεσία Κουζάρι στην Ενορία Σκάλα, στην Επαρχία Λάρνακας. Το υπόλοιπο ½ μερίδιο ανήκε στον αδελφό του Rifet Ali Riza επίσης αποβιώσαντα. Επρόκειτο για χωράφι στο οποίο το 2010 ανεγέρθηκαν οικοδομές όπως πιο κάτω εξηγείται. Ο Fikret απεβίωσε την 21.6.2000 στην Αγγλία και ο Ενάγοντας, υιός του, διορίστηκε διαχειριστής της περιουσίας του δυνάμει διατάγματος ημερ. 1.2.2001, που εκδόθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο Δικαιοσύνης της Αγγλίας (High Court of Justice) και το οποίο επανασφραγίστηκε στην Κύπρο την 15.11.2001 με διάταγμα του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας στην Αίτηση 214/
- Μετά το θάνατο του Fikret, το επίδικο μερίδιο ανήκε στην περιουσία του (his estate) μέχρι και την 26.8.2005 που εγγράφηκε δυνάμει κληρονομιάς και διανομής στο όνομα του Ενάγοντα που ήταν και ο μόνος κληρονόμος του αποβιώσαντα. Ετσι, οι αξιώσεις που αφορούν πριν την 26.8.2005 προωθούνται από τον Ενάγοντα ως εκτελεστή της διαθήκης του Fikret (και διαχειριστή της περιουσίας του) ενώ αυτές που έπονται της 26.8.2005 προωθούνται από τον Ενάγοντα προσωπικά. Αναφέρεται στην Εκθεση Απαίτησης ότι ο Fikret γεννήθηκε στη Λάρνακα την 20.2.1926 και μετανάστευσε στο Λονδίνο το 1951 όπου και διέμενε μέχρι και το θάνατο του. Ο Ενάγοντας γεννήθηκε στο Λονδίνο στις 18.4.1955 και έκτοτε διαμένει μόνιμα στη Μ.Βρεττανία. Ο Fikret ήταν κάτοχος Βρεττανικού διαβατηρίου όπως και ο Ενάγοντας. Δικογραφείται το γεγονός του διατάγματος 671/75, ημερ. 11.9.1975 που εκδόθηκε δυνάμει του περί Επιτάξεως Ιδιοκτησίας Νόμου του 1962, και του διατάγματος ημερ. 13.11.1975, Κ.Δ.Π. 820, ενώ γίνεται επίκληση και άλλων διαδοχικών διαταγμάτων που δεν συγκεκριμενοποιούνται. Είναι η θέση του Ενάγοντα ότι με αυτά το επίδικο μερίδιο επιτάχθηκε από 11.9.1975 και παρέμεινε αδιάλειπτα επιταγμένο μέχρι και την 30.6.
- Από 1.7.1991 η διαχείριση του περιέπεσε, κατ΄ ισχυρισμό, στον Εναγόμενο 2 δυνάμει των προνοιών του περί Τουρκοκυπριακών Περιουσιών (Διαχείριση και άλλα θέματα) (Προσωρινές Διατάξεις) Νόμο του 1991 και συνεχίζεται μέχρι σήμερα. Ως αποτέλεσμα ο αποβιώσας, η περιουσία του (his estate) και ο Ενάγοντας, κατά τις περιόδους που τους αφορούν, έχουν αποκλειστεί από την άσκηση οποιουδήποτε περιουσιακού δικαιώματος επί του επίδικου μεριδίου, χωρίς τη συγκατάθεση τους και χωρίς να έχουν αποζημιωθεί. Σύμφωνα με την αξίωση υφίσταται παράνομη επέμβαση και παρέμβαση της Δημοκρατίας και του Κηδεμόνα στο επίδικο μερίδιο κατά παράβαση του 'Αρθρου 23 του Συντάγματος και του 'Αρθρου 1 του Πρώτου Πρωτόκολλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Ακόμη, με υπόβαθρο την τουρκοκυπριακή καταγωγή του Fikret και του Ενάγοντα εγείρεται ζήτημα δυσμενούς διάκρισης εναντίον τους και παραβίασης του δικαιώματος της ισότητας που το Άρθρο 28 του Συντάγματος και το 'Αρθρο 14 της Σύμβασης διασφαλίζουν. Περαιτέρω, περί το 2010 οι Εναγόμενοι κατασκεύασαν ή επέτρεψαν την κατασκευή ή ανέγερση κτιρίου με αίθουσες δεξιώσεων και πισίνα χωρίς τη γνώση και συγκατάθεση του Ενάγοντα. Τα υποστατικά χρησιμοποιούνται από άγνωστα στον Ενάγοντα πρόσωπα με την άδεια και συγκατάθεση των Εναγομένων. Ο Ενάγοντας με επιστολή του δικηγόρου του ημερ. 22.2.2011 κάλεσε τον Εναγόμενο 2 να αναστείλει την όποια ανάπτυξη του κτήματος ζητώντας την αποκατάσταση των περιουσιακών του δικαιωμάτων με την επιστροφή σε αυτόν του μεριδίου, αποζημίωση για την απώλεια χρήσης του από 11.9.1975, και δίκαιη και εύλογη αποζημίωση για μη χρηματικές βλάβες, χωρίς ανταπόκριση. Αξιώνεται δήλωση ότι ο Ενάγοντας είναι ο μόνος που δικαιούται σε κατοχή του επίδικου μεριδίου και διάταγμα που να διατάσσει τους Εναγόμενους να εκκενώσουν και να παραδώσουν σε αυτόν κενή και ελεύθερη την κατοχή του. Περαιτέρω, διάταγμα με το οποίο να εμποδίζονται οι Εναγόμενοι, ή μέσω τρίτων, από του να κατέχουν ή επεμβαίνουν σε αυτό και όπως απομακρύνουν οποιεσδήποτε κατασκευές και οικοδομές έχουν ανεγερθεί μέσα σε αυτό. Διαζευκτικά αξιώνονται αποζημιώσεις ίσες με την τρέχουσα αγοραία του αξία. Ακόμη, αξιώνονται αποζημιώσεις ύψους €958.617,00 για απώλεια χρήσης για την περίοδο από 11.9.1975 μέχρι 31.1.2012 και έκτοτε γενικές αποζημιώσεις, όπως και αποζημιώσεις για μη χρηματικές βλάβες για παραβίαση του δικαιώματος της περιουσίας. Ακόμα, παραδειγματικές και τιμωρητικές αποζημιώσεις για καταπιεστική, αυθαίρετη και αντισυνταγματική συμπεριφορά. Οι αξιώσεις στρέφονται κατά του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας και του Υπουργού Εσωτερικών ως Κηδεμόνα Τουρκοκυπριακών Περιουσιών. Σύμφωνα με το άρθρο 57 των περί Δικαστηρίων Νόμων του 1960 έως 2014, οιαδήποτε αγωγή κατά της Δημοκρατίας εγείρεται εναντίον του Γενικού Εισαγγελέα και η παρούσα αγωγή εγείρεται εναντίον του ως αντιπροσώπου της Δημοκρατίας. Σύμφωνα με τους περί Τουρκοκυπριακών Περιουσιών (Διαχείριση και Άλλα Θέματα) (Προσωρινές Διατάξεις) Νόμους του 1991 μέχρι 2012, (ο Νόμος στην αρχική του μορφή τέθηκε σε ισχύ την 1.7.1991), ο Υπουργός Εσωτερικών είναι ο Κηδεμόνας των Τουρκοκυπριακών Περιουσιών, με όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που θα είχε ο Τουρκοκύπριος ιδιοκτήτης τους. Οι Εναγόμενοι καταχώρησαν κοινή Εκθεση Υπεράσπισης. Το ιδιοκτησιακό καθεστώς του επίδικου μεριδίου είναι παραδεκτό, τόσο όσον αφορά τον Fikret όσο και τον Ενάγοντα από 26.8.
- Είναι επίσης παραδεκτό ότι το άλλο ½ μερίδιο του επίδικου κτήματος ανήκε στον αδελφό του Fikret, Refet Ali Riza επίσης αποβιώσαντα. Οι Εναγόμενοι δηλώνουν άγνοια και δεν παραδέχονται ότι ο Fikret διέμενε και ότι ο Ενάγοντας διέμενε και διαμένει μόνιμα στη Μ.Βρεττανία. Δικογραφούν ότι η επίταξη του επίδικου κτήματος έγινε με βάση το δίκαιο της ανάγκης και για λόγους δημοσίου συμφέροντος. Για το Νόμο δικογραφούν ότι θεσπίστηκε με βάση το δίκαιο της ανάγκης και την επιτακτική ανάγκη για προστασία των τουρκοκυπριακών περιουσιών που εγκαταλείφθηκαν στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές λόγω της τουρκικής εισβολής. Είναι η περαιτέρω θέση των Εναγομένων ότι ο τουρκοκύπριος Fikret και οι κληρονόμοι του αποκλείονται της άσκησης οποιωνδήποτε περιουσιακών δικαιωμάτων, ενόσω διαρκεί η έκρυθμη κατάσταση που επικρατεί στην Κύπρο, λόγω της τουρκικής εισβολής και της συνεχιζόμενης παράνομης κατοχής, χωρίς την προηγούμενη αναγκαία προς τούτο άδεια του Κηδεμόνα Τουρκοκυπριακών Περιουσιών. Ισχυρίζονται ότι ο Κηδεμόνας δεν έχει καν το δικαίωμα ή την εξουσία να επιστρέψει περιουσία που περιήλθε στην κηδεμονία του δυνάμει του Νόμου, εκτός εάν τερματιστεί η έκρυθμη κατάσταση κατά τον τρόπο που προβλέπεται στο Νόμο. Τέλος, οι Εναγόμενοι αρνούνται το σύνολο των αξιώσεων και ζητούν την απόρριψη της αγωγής. Κατά την ακρόαση της υπόθεσης μαρτύρησε ο Ενάγοντας και ένας εκτιμητής ακινήτων για κάθε πλευρά. Β. Η νομική υπόσταση του Fikret και του επίδικου μεριδίου Ο Ενάγοντας (Μ.Ε.1) (γραπτή δήλωση στην Αγγλική και πιστή μετάφραση στην Ελληνική - Τεκμ.1 και 2 αντίστοιχα) υποστήριξε με τη μαρτυρία του και με την παρουσίαση Τεκμηρίων τις δικογραφημένες θέσεις ότι ο πατέρας του γεννήθηκε στη Λάρνακα την 20.2.1926 και μετανάστευσε στο Λονδίνο το 1951 όπου και διέμενε μέχρι και το θάνατο του και ότι ο ίδιος γεννήθηκε στο Λονδίνο στις 18.4.1955 και έκτοτε διαμένει μόνιμα στη Μ.Βρεττανία. Επίσης ότι ο πατέρας του ήταν κάτοχος Βρεττανικού διαβατηρίου (Τεκμ.3) όπως και ο ίδιος. Οι θέσεις του δεν αμφισβητήθηκαν, στη δε αγόρευση των Εναγομένων γίνονται αποδεκτές. Πέραν από τη μαρτυρία του για το πιο πάνω ζήτημα, ο Ενάγοντας παρουσίασε τις επιστολές του δικηγόρου του (Τεκμ.7-9) και ανάφερε ότι είναι με αισθήματα απόγνωσης, απογοήτευσης και αδυναμίας που παρακολουθεί την περιουσία του πατέρα του και αργότερα δική του να τυγχάνει εκμετάλλευσης από τους Εναγόμενους και από τρίτα πρόσωπα που δεν έχουν κανένα δικαίωμα πάνω σε αυτή, ενώ στον πατέρα του και τον ίδιο αυθαίρετα απαγορεύτηκε κάθε περιουσιακό δικαίωμα. Αντεξεταζόμενος ο Ενάγοντας για το πότε ζητήθηκε η απόδοση και επιστροφή του επίδικου μεριδίου από τη Δημοκρατία απάντησε ότι ζήτησε τη μεταβίβαση και εγγραφή επ΄ ονόματι του το
- Η ερώτηση δεν αφορούσε στη μεταβίβαση της ιδιοκτησίας από τον πατέρα ή την περιουσία του στον υιό, αλλά πότε ζητήθηκε η απόδοση της χρήσης της περιουσίας σε αυτούς. Διαφάνηκε πως ποτέ πριν τις επιστολές του δικηγόρου του Ενάγοντα που έχουν παρουσιαστεί, δηλαδή το
- Ανάφερε ο Ενάγοντας ότι πάντοτε ο πατέρας του προσπαθούσε να πάρει την περιουσία του πίσω αλλά τον συμβούλευαν ότι δεν θα το κατάφερνε μετά τα γεγονότα του
- Μετά το θάνατο του πατέρα του έτυχε και ο ίδιος ανάλογης συμβουλής, ότι δηλαδή δεν θα ήταν δυνατό να του επιστραφεί η περιουσία. Αποκάλυψε ακόμα ο Ενάγοντας ότι διατηρεί εξοχικό στις κατεχόμενες περιοχές, το οποίο όμως δεν είναι ελληνοκυπριακή περιουσία. Προκάλεσε έχοντας στα χέρια του έγγραφο που ήταν πρόθυμος να παρουσιάσει για να καταδείξει ότι το εξοχικό του βρίσκεται σε τουρκοκυπριακή περιουσία στις κατεχόμενες περιοχές. Ο Ενάγοντας έδωσε την εντύπωση ειλικρινούς προσώπου και έχει με τη μαρτυρία του πείσει το Δικαστήριο για την αλήθεια των πιο πάνω θέσεων του. Είναι εύρημα του Δικαστηρίου ότι ο τουρκοκυπριακής καταγωγής Fikret Ali Riza εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης του επίδικου μεριδίου, είχε από το 1951 εγκαταλείψει την Κύπρο και διέμενε μόνιμα στο Λονδίνο μέχρι και τον θάνατο του το
- Ο Fikret ήταν πάντοτε Βρεττανός πολίτης όπως και ο Ενάγοντας. Στην Α.&A.Enterprises Ltd v. Υπουργού Εσωτερικών ως Κηδεμόνα των Τουρκοκυπριακών Περιουσιών
(2009)4(Α) Α.Α.Δ. 97, 104-105, αναφέρεται ότι: «...για να απαντηθεί το ερώτημα του κατά πόσον ο αποβιώσας ήταν τουρκοκύπριος και επομένως ότι και η περιουσία του ήταν τουρκοκυπριακή, σύμφωνα με το Ν. 139/91, θα πρέπει να ανατρέξουμε στο Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας όπου στο Αρθρο 2 καθορίζεται ποιοι αποτελούν την ελληνική και ποιοι την τουρκική κοινότητα της Κύπρου. Την τουρκική κοινότητα αποτελούν όλοι οι πολίτες της Δημοκρατίας που είναι τουρκικής καταγωγής και έχουν ως μητρική γλώσσα την τουρκική ή μετέχουν των τουρκικών πολιτιστικών παραδόσεων ή είναι μωαμεθανοί. Είναι προφανές, κατά την κρίση μου, ότι για να είναι κάποιος τουρκοκύπριος πρέπει να ανήκει στην τουρκική κοινότητα της Κύπρου και επομένως θα πρέπει να είναι πολίτης της Κυπριακής Δημοκρατίας. Άρα τίθεται το ερώτημα κατά πόσον ο αποβιώσας ήταν πολίτης της Κυπριακής Δημοκρατίας. Όπως ήδη ανέφερα, ο αποβιώσας δεν φαίνεται να ήταν ποτέ πολίτης της Κυπριακής Δημοκρατίας ενώ αντίθετα είχε αυστραλιανή υπηκοότητα. Πέραν όμως τούτου ο αποβιώσας δεν φαίνεται να είχε και δικαίωμα να αποκτήσει την κυπριακή υπηκοότητα εφόσον, σύμφωνα με το δεύτερο τμήμα του Παραρτήματος Δ΄ της Συνθήκης Εγκαθίδρυσης, τα πρόσωπα που έγιναν πολίτες της Δημοκρατίας ή εκείνα που δικαιούνταν να γίνουν πολίτες της Δημοκρατίας, κατά την εγκαθίδρυση της Κυπριακής Δημοκρατίας, ήταν οι πολίτες του Ηνωμένου Βασιλείου και των αποικιών, οι οποίοι, κατά το χρόνο υπογραφής της συνθήκης εκείνης (16.2.1960), είχαν, μεταξύ άλλων, τη συνήθη διαμονή τους στην Κύπρο κατά την περίοδο των τελευταίων 5 ετών πριν την ημερομηνία της συνθήκης. Ο αποβιώσας, από τα ενώπιον μου στοιχεία, είχε μεταναστεύσει στην Αυστραλία από το 1951 και ήταν μόνιμος κάτοικος Αυστραλίας από τότε μέχρι το 1996 που απεβίωσε και επομένως δεν είχε τη συνήθη διαμονή του στην Κύπρο κατά τα τελευταία 5 χρόνια πριν τις 16.2.1960. Κατά την εκτίμησή μου, λαμβανομένου υπόψη και του προοιμίου του Νόμου 139/91, θα ήταν παράλογο να επεκταθεί η έννοια του όρου «τουρκοκύπριος», στον προαναφερόμενο Νόμο, και στα άτομα τουρκικής καταγωγής που ήταν υπήκοοι του Ηνωμένου Βασιλείου και των αποικιών του και κάτοικοι της αποικίας της Κύπρου, πριν την εγκαθίδρυση της Κυπριακής Δημοκρατίας, όπως ήταν ο αποβιώσας. Έχοντας κατά νου τα προαναφερόμενα θεωρώ ότι ο αποβιώσας δεν μπορεί να θεωρηθεί ως τουρκοκύπριος επειδή ουδέποτε φαίνεται να είχε κυπριακή υπηκοότητα αλλά ούτε και δικαιούτο να έχει ή να αποκτήσει κυπριακή υπηκοότητα, εφόσον όταν μετανάστευσε στην Αυστραλία δεν υπήρχε ακόμη η Κυπριακή Δημοκρατία και αυτός δεν ήταν κάτοικος Κύπρου κατά τα τελευταία 5 χρόνια πριν την εγκαθίδρυση της Κυπριακής Δημοκρατίας. Εφόσον ο αποβιώσας δεν ήταν τουρκοκύπριος με την έννοια του Αρθρου 2 του Συντάγματος και του Αρθρου 2 του Ν. 139/91, κατά συνέπεια και η περιουσία του δεν ήταν τουρκοκυπριακή περιουσία, σύμφωνα με τον προαναφερόμενο νόμο...». Στην Djemali Raif Tahir v. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω του Υπουργού Εσωτερικών ως Κηδεμόνα Διαχείρισης Τουρκοκυπριακών Περιουσιών
(2009)4(Α) Α.Α.Δ. 348, 354-355, αναφέρεται ότι: «
- Με δεδομένο ότι ο αιτητής δεν φαίνεται να απέκτησε ποτέ την Κυπριακή ιθαγένεια αλλά φαίνεται να είχε και να διατήρησε πάντοτε τη Βρετανική υπηκοότητα και με δεδομένο ότι ο αιτητής εγκατέλειψε την Κύπρο και εγκαταστάθηκε μόνιμα στο Ηνωμένο Βασίλειο από το 1947 και κατά την περίοδο της τουρκικής εισβολής του 1974 είχε τη διαμονή του στο Ηνωμένο Βασίλειο, κρίνω ότι ο αιτητής, για σκοπούς του περί Τουρκοκυπριακών Περιουσιών (Διαχείριση και άλλα θέματα) (Προσωρινές Διατάξεις) Νόμου του 1991 (Ν. 139/91), δεν μπορεί να θεωρείται ως Τουρκοκύπριος και η περιουσία του στις ελεύθερες περιοχές δεν μπορεί να θεωρείται ως Τουρκοκυπριακή περιουσία για την οποία διορίστηκε ο Υπουργός Εσωτερικών ως Κηδεμόνας, με βάση τον προαναφερόμενο νόμο. Κατέληξα σ' αυτό το συμπέρασμα αφού έλαβα υπόψη τόσο το προοίμιο του προαναφερόμενου νόμου, στο οποίο γίνεται αναφορά στη μαζική μετακίνηση του τουρκοκυπριακού πληθυσμού, ως αποτέλεσμα της τουρκικής εισβολής, στις περιοχές που κατέχονται από τις τουρκικές δυνάμεις, αλλά και την ερμηνεία των όρων «τουρκοκύπριος» και «τουρκοκυπριακή περιουσία», σύμφωνα με το Άρθρο 2 του νόμου.
- Κατά την κρίση μου «τουρκοκύπριος», σύμφωνα με τον προαναφερόμενο νόμο, είναι το μέλος της τουρκικής κοινότητας της Κύπρου, δηλαδή ο κύπριος πολίτης που ανήκει στην τουρκική κοινότητα της Κύπρου και «τουρκοκυπριακή περιουσία» είναι η ιδιοκτησία τουρκοκύπριου που βρίσκεται στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές (και περιλαμβάνει και την βακούφικη περιουσία). Ο αιτητής δεν μπορεί να θεωρηθεί ως τουρκοκύπριος, για τους σκοπούς του Ν. 139/91, επειδή ουδέποτε φαίνεται ότι είχε ή απέκτησε την τουρκοκυπριακή ιδιότητα, δηλαδή την ιδιότητα του πολίτη της Κυπριακής Δημοκρατίας που ανήκει στην τουρκική κοινότητα της Κύπρου. Επιπρόσθετα είναι προφανές ότι ο αιτητής δεν μετακινήθηκε μαζί με τον υπόλοιπο τουρκοκυπριακό πληθυσμό, ο οποίος μετακινήθηκε μαζικά, ως αποτέλεσμα της τουρκικής εισβολής, στις περιοχές που κατέχονται από τις τουρκικές δυνάμεις εισβολής και κατοχής. Κατά την εκτίμηση μου, έστω και αν ο αιτητής, μετά το 1975, διέμενε ή εγκαταστάθηκε για κάποια χρονική περίοδο, στις κατεχόμενες περιοχές δεν συνεπάγεται ότι αυτός εμπίπτει στον ορισμό του «τουρκοκύπριου», σύμφωνα με τον προαναφερόμενο νόμο, εφόσον αυτός ουδέποτε είχε την ιδιότητα του Κυπρίου, δηλαδή δεν είχε Κυπριακή ιθαγένεια και δεν μετακινήθηκε από τις ελεύθερες στις κατεχόμενες περιοχές, ως αποτέλεσμα της τουρκικής εισβολής του 1974.» Οι Α.&A.Enterprises Ltd και Djemali Raif Tahir είναι πρωτόδικες αποφάσεις σε προσφυγές και δεν συνιστούν δεσμευτικό δικαστικό προηγούμενο. Το Δικαστήριο συμφωνεί πλήρως με το σκεπτικό των αποφάσεων αυτών και την κατάληξη. Είναι συνεπώς η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι το επίδικο μερίδιο δεν είναι τουρκοκυπριακή περιουσία στην έννοια των περί Τουρκοκυπριακών Περιουσιών (Διαχείριση και Άλλα Θέματα) (Προσωρινές Διατάξεις) Νόμων του 1991 μέχρι
- Γ. Ο νομικός ή πραγματικός έλεγχος ή κατοχή του επίδικου κτήματος Η βάση της αξίωσης είναι η κατοχή του επίδικου κτήματος και κατ΄ επέκταση του επίδικου μεριδίου από τους Εναγόμενους παράνομα σε αποκλεισμό του Fikret, της περιουσίας του (his estate) και του Ενάγοντα. Η κατοχή του επίδικου μεριδίου από τους Εναγόμενους ή οποιοδήποτε από αυτούς μπορεί να στοιχειοθετηθεί με δύο τρόπους. Πρώτον, με τη στοιχειοθέτηση της φυσικής κατοχής του ή πραγματικού του ελέγχου, είτε με παραδοχή του γεγονότος από τους Εναγόμενους, είτε με την προσκόμιση προς τούτο σχετικής αξιόπιστης μαρτυρίας. Και δεύτερον, με την απόδειξη της απόδοσης σε οποιοδήποτε από αυτούς της νομικής κατοχής ή ελέγχου του. Με την παρ.9 της Εκθεσης Υπεράσπισης γίνεται παραδεκτό ότι το επίδικο κτήμα επιτάχθηκε. Η παρ.9 παραπέμπει στην παρ.8 της Εκθεσης Απαίτησης, η οποία αναφέρεται στη διαδοχική επίταξη του κτήματος για χρονικό διάστημα περίπου 16 ετών, δηλαδή από 13.11.1975 μέχρι 30.6.1991, όπως επεξηγείται στην παρ.7 που προηγείται. Παρά το γεγονός ότι με την παρ.9 της Εκθεσης Υπεράσπισης γίνεται άρνηση της παρ.8 της Εκθεσης Απαίτησης, η επίταξη είναι παραδεκτή χωρίς επιφύλαξη για οποιαδήποτε περίοδο. Εκείνο που προβάλλεται είναι ότι η επίταξη ήταν νόμιμη και στη βάση νομοθεσίας που θεσπίστηκε με βάση το δίκαιο της ανάγκης. Η αναφορά στον περί Τουρκοκυπριακών Περιουσιών (Διαχείριση και άλλα θέματα) (Προσωρινές Διατάξεις) Νόμο του 1991, δεν είναι ορθή. Οι επιτάξεις δεν έγιναν δυνάμει αυτής της νομοθεσίας, που ήταν χρονικά μεταγενέστερη και που με το άρθρο 5 της οποίας αποδόθηκε στον Κηδεμόνα η κατοχή των τουρκοκυπριακών περιουσιών. Με δεδομένη την παραδοχή στη δικογραφία δεν τίθεται προς εξέταση ζήτημα, όπως αναφέρεται στη γραπτή αγόρευση του δικηγόρου του Ενάγοντα, ότι το επίδικο μερίδιο δεν ήταν τουρκοκυπριακή περιουσία στην έννοια των επίδικων διαταγμάτων επίταξης. Για την περίοδο αυτή, δηλαδή από 13.11.1975 μέχρι 30.6.1991, η αξίωση πρέπει να θεωρείται ότι στρέφεται κατά του Εναγόμενου 1 και μόνο, αφού ο Εναγόμενος 2 με την ιδιότητα που ενάγεται ως Κηδεμόνας των Τουρκοκυπριακών Περιουσιών, διορίστηκε ως τέτοιος την 1.7.1991 όταν ο Νόμος στην αρχική του μορφή τέθηκε σε ισχύ. Η μαρτυρία για φυσική κατοχή του επίδικου κτήματος αφορά την περίοδο από «κατά ή περί το 2010», όταν, σύμφωνα με την αναντίλεκτη μαρτυρία του Ενάγοντα οι Εναγόμενοι επέτρεψαν την ανέγερση στο επίδικο κτήμα διώροφου κτιρίου με αίθουσες δεξιώσεων και πισίνα. Η φυσική αυτή κατοχή συνεχιζόταν μέχρι και τη δίκη, με τις κατασκευές να συνεχίζουν να υφίστανται μέσα στο κτήμα και να χρησιμοποιούνται από άγνωστα προς τον Ενάγοντα πρόσωπα. Με τη μαρτυρία του Ενάγοντα δεν διευκρινίστηκε πότε επακριβώς άρχισε η επέμβαση στο επίδικο κτήμα. Στην επιστολή του δικηγόρου του ημερ. 22.2.2011 (Τεκμ.7) αναφέρεται στην παρ.4 ότι, όπως ο δικηγόρος πληροφορείτο, μέσα στο κτήμα ανεγείρονταν αναπτύξεις, χωρίς να διευκρινίζεται πότε αυτές είχαν αρχίσει. Η μόνη θετική μαρτυρία προέρχεται από τον Αγγελο Αγαθαγγέλου (Μ.Ε.2), τον εκτιμητή της πλευράς του Ενάγοντα, που επισκέφθηκε το επίδικο κτήμα την 4.11.2010 και διαπίστωσε τις εργασίες. Η θέση του Ενάγοντα ότι η ανέγερση των κατασκευών επιτράπηκε από τους Εναγόμενους, δεν αμφισβητήθηκε. Επομένως, στη βάση της αναντίλεκτης αυτής μαρτυρίας καθίστανται υπόλογοι αμφότεροι οι Εναγόμενοι. Για την περίοδο από 1.7.1991 μέχρι και την 4.11.2010 δεν υφίστατο επίταξη του επίδικου κτήματος, ούτε μαρτυρία προσφέρθηκε για την όποια φυσική κατοχή ή πραγματικό έλεγχο του από οποιοδήποτε των Εναγομένων. Επομένως, η επιμέρους αξίωση για την περίοδο αυτή μπορεί να εδράζεται μόνο στην κατάδειξη νομικής κατοχής ή ελέγχου. Με τη θέσπιση του Νόμου οι τουρκοκυπριακές περιουσίες περιέπεσαν υπό τον έλεγχο και νομική κατοχή του Κηδεμόνα. Ακόμα και αν δεν υφίστατο και φυσική κατοχή ή πραγματική χρήση κάποιων τουρκοκυπριακών περιουσιών, η υπαγωγή τους κάτω από τις διατάξεις του Νόμου τεκμηριώνει την κατοχή και τον έλεγχο τους από τον Κηδεμόνα. Εφόσον με το Νόμο (άρθρο 5), αποδόθηκε στον Κηδεμόνα νομική κατοχή (legal possession) δεν θα χρειαζόταν να τεκμηριωθεί και φυσική κατοχή (βλ. Υπουργός Εσωτερικών της Κυπριακής Δημοκρατίας ως Κηδεμόνας των Τουρκοκυπριακών Περιουσιών ν. Μυλωνά
(2002)1 (Α) ΑΑΔ 120, 131). Το Δικαστήριο έχει ήδη προβεί σε εύρημα ότι το επίδικο μερίδιο δεν είναι και δεν ήταν τουρκοκυπριακή περιουσία στην έννοια των Νόμων. Αυτή η θέση συνιστά βασικό πυλώνα της αξίωσης του Ενάγοντα για να του αποδοθεί η κατοχή και χρήση του επίδικου μεριδίου. Δεν θα μπορούσε ο Ενάγοντας να διεκδικεί την κατοχή και χρήση του επίδικου μεριδίου στη βάση ότι αυτό δεν συνιστά τουρκοκυπριακή περιουσία και αποζημιώσεις για τη νομική κατοχή του στη βάση νομοθεσίας που αφορά τουρκοκυπριακές περιουσίες και μόνο. Η μη αντεξέταση του Ενάγοντα σε σχέση με το περιεχόμενο της παρ.11 της γραπτής του δήλωσης όπου αναφερόταν στην παραβίαση των δικαιωμάτων ιδιοκτησίας τους και ότι ο πατέρας του και ο ίδιος αποκλείστηκαν ή εμποδίστηκαν ή τους απαγορεύτηκε η πρόσβαση, η κατοχή και ο έλεγχος του επίδικου μεριδίου δεν έχει ουσιαστική σημασία, αφού ο Ενάγοντας δεν αναφέρθηκε σε γεγονότα αλλά διαζευκτικά σε «πραγματική και/ή εξ επαγωγής (real and/or constructive) κατοχή». Η ορθή βάση αξίωσης για την περίοδο από 1.7.1991 μέχρι «κατά ή περί το 2010» ή και σήμερα θα έπρεπε να ήταν ότι παρά το γεγονός ότι ο Νόμος δεν κάλυπτε την επίδικη περίπτωση, το επίδικο κτήμα πράγματι ετέθηκε υπό την κατοχή ή και τον έλεγχο του Κηδεμόνα ή των Εναγομένων. Και βέβαια τέτοια κατοχή ή έλεγχος θα έπρεπε να τεκμηριωθεί με την προσκόμιση σχετικής αποδεικτικής μαρτυρίας. Η αναντίλεκτη μαρτυρία του Ενάγοντα ότι η επ΄ ονόματι του μεταβίβαση του επίδικου μεριδίου έγινε με τη συγκατάθεση του Εναγόμενου 2, δεν σημαίνει ότι ο Εναγόμενος 2 είχε τον έλεγχο ή τη φυσική κατοχή του κτήματος. Προδήλως, η συγκατάθεση του ζητήθηκε και δόθηκε στη βάση της λανθασμένης αντίληψης ότι το επίδικο ακίνητο συνιστούσε τουρκοκυπριακή περιουσία υπό το νομικό έλεγχο και τη νομική κατοχή του Κηδεμόνα. Ούτε η αναφορά στην παρ.14 της Εκθεσης Υπεράσπισης ότι ο Κηδεμόνας δεν έχει το δικαίωμα ή την εξουσία να επιστρέψει περιουσία που περιήλθε στην Κηδεμονία του δυνάμει του Νόμου εκτός αν τερματιστεί η έκρυθμη κατάσταση διαφοροποιεί τα δεδομένα. Πρόκειται για γενική θέση και δεν συνιστά παραδοχή ότι ο Κηδεμόνας έθεσε το επίδικο ακίνητο κάτω από τον πραγματικό έλεγχο του ή ότι το κατείχε από της θεσπίσεως του Νόμου και μέχρι «κατά ή περί το 2010 που επενέβηκε σε αυτό». Ούτε και η αναφορά στην παρ.9 της Εκθεσης Υπεράσπισης ότι ο τουρκοκύπριος ιδιοκτήτης ή και οι κληρονόμοι του αποκλείονται της άσκησης οποιωνδήποτε περιουσιακών δικαιωμάτων, ενόσω διαρκεί η έκρυθμη κατάσταση, που επικρατεί στην Κύπρο λόγω της τουρκικής εισβολής και της συνεχιζόμενης παράνομης κατοχής, χωρίς την προηγούμενη αναγκαία προς τούτο άδεια του Κηδεμόνα Τουρκοκυπριακών Περιουσιών, διαφοροποιεί τα δεδομένα. Πρόκειται για τη νομική προσέγγιση της υπεράσπισης στη βάση της λανθασμένης αντίληψης ότι το επίδικο μερίδιο συνιστά τουρκοκυπριακή περιουσία στην έννοια του Νόμου. Μαρτυρήθηκε, και δεν αμφισβητήθηκε από την πλευρά του Ενάγοντα, ότι το 2001 είχε καταρτιστεί συμφωνία για την πώληση του επίδικου κτήματος. Η αγοραπωλησία δεν προχώρησε. Όπως ο δικηγόρος του Ενάγοντα υπόβαλε, η πώληση δεν πραγματοποιήθηκε γιατί η υπογραφή του άλλου συνιδιοκτήτη ήταν πλαστογραφημένη. Δεν μαρτυρήθηκε ότι ο Κηδεμόνας επενέβηκε καθ΄ οιοδήποτε τρόπο για να αποτρέψει ή παρεμποδίσει τον Fikret ή τον αδερφό του από του να πωλήσουν την περιουσία τους. Μαρτυρία προς τούτο, εάν υφίστατο και παρουσιαζόταν, θα έτεινε να καταδείξει ότι ο Κηδεμόνας είχε πράγματι θέσει υπό τον έλεγχο του το επίδικο ακίνητο. Είναι η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι για την περίοδο από 11.9.1975 μέχρι 30.6.1991 το επίδικο μερίδιο ήταν επιταγμένο από την Κυπριακή Δημοκρατία, ενώ από 4.11.2010 η Δημοκρατία και ο Κηδεμόνας Τουρκοκυπριακών περιουσιών έχουν τον έλεγχο και τη φυσική κατοχή του και επιτρέπουν σε άγνωστα πρόσωπα να το κατέχουν και να το χρησιμοποιούν. Η φυσική αυτή κατοχή είναι και παράνομη αφού δεν υφίσταται κανένα στοιχείο νομιμοποίησης της. Στη Γενικός Εισαγγελέας ν. Bahchecioglou κ.α.
(1998)1 Α.Α.Δ. 426 αναφέρθηκε ότι η επέμβαση στην περιουσία της εφεσίβλητης θα έπαυε να ήταν παράνομη μετά την 1.7.1991 εάν ο Νόμος είχε εφαρμογή στην περίπτωση της. Το άρθρο 43 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ.148 αναφέρει ότι: «Παράνομη επέμβαση σε ακίνητη ιδιοκτησία συνιστάται σε παράνομη είσοδο ή σε παράνομη πρόκληση ζημιάς ή σε παράνομη παρέμβαση στην ιδιοκτησία αυτή από οποιοδήποτε πρόσωπο». Στην προκειμένη περίπτωση όπου ο Νόμος δεν έχει εφαρμογή η κατοχή του επίδικου κτήματος από την 4.11.2010 είναι αναμφίβολα παράνομη. Δεν είναι παράδοξη η κατάληξη για το «κενό» την περίοδο από 1.7.1991 μέχρι 4.11.2010. Η κρίση γίνεται στη βάση των ενώπιον του Δικαστηρίου παρουσιασθέντων στοιχείων. Στην απουσία της παραδοχής στη δικογραφία αναφορικά με την περίοδο της επίταξης από 11.9.1975 μέχρι 30.6.1991 ενδεχομένως να μην στοιχειοθετείτο η όποια επέμβαση και για την περίοδο εκείνη. Εφόσον ο Νόμος δεν εφαρμόζεται στα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης, ούτε και οι τροποποιητικές του διατάξεις (Ν.39(Ι) του 2010) μπορούν να τύχουν εφαρμογής. Επομένως ούτε και η επιφύλαξη του εδαφίου
(2)του άρθρου 6Α ότι σε περίπτωση που ο ιδιοκτήτης περιουσίας ζητά να του αποδοθεί περιουσία του η αγωγή θα πρέπει να στρέφεται και εναντίον του προσώπου που κατέχει την περιουσία. Άλλωστε, η πρόνοια αναφέρεται σε περιουσία που τελεί υπό καθεστώς διαχείρισης δυνάμει του Νόμου και την οποία το τρίτο πρόσωπο νόμιμα κατέχει. Δ. Ζήτημα δυσμενούς διάκρισης εναντίον του Fikret λόγω εθνικής καταγωγής και θρησκείας Ο Ενάγοντας επικαλείται τις διατάξεις του 'Αρθρου 28 του Συντάγματος και του 'Αρθρου 14 της Σύμβασης που αφορούν στην ισότητα και παραπονείται ότι οι παράνομες πράξεις και ενέργειες των Εναγομένων εναντίον των περιουσιακών και ιδιοκτησιακών δικαιωμάτων τους έγιναν επειδή ο πατέρας του ήταν τουρκοκυπριακής καταγωγής. Το Άρθρο 28.2 του Συντάγματος προνοεί, μεταξύ άλλων, ότι ο καθένας απολαμβάνει όλων των δικαιωμάτων που προβλέπονται στο Σύνταγμα χωρίς καμιά δυσμενή διάκριση άμεση ή έμμεση σε βάρος οιουδήποτε ατόμου λόγω της κοινότητας, της θρησκείας, της γλώσσας ή της εθνικής του καταγωγής. Το Άρθρο 14 της Σύμβασης αναφέρει ότι η απόλαυση των δικαιωμάτων και ελευθεριών που αναφέρονται στη Σύμβαση πρέπει να διασφαλίζεται χωρίς διάκριση σε οποιαδήποτε βάση όπως, μεταξύ άλλων, εθνικής καταγωγής και θρησκείας. Το ζήτημα εγείρεται σε σχέση με το δικαίωμα κατοχής και διαχείρισης και ελέγχου του επίδικου μεριδίου, αφού, όσον αφορά το ιδιοκτησιακό καθεστώς, κανένα παράπονο δεν μπορεί να τεκμηριωθεί. Το μερίδιο ήταν ιδιοκτησία του Fikret και έχει μεταβιβαστεί στον Ενάγοντα, υιό και κληρονόμο του, δυνάμει κληρονομιάς και διανομής. Παρά το γεγονός ότι το επίδικο μερίδιο δεν εμπίπτει κάτω από τις πρόνοιες του Νόμου, οι περιστάσεις που αφορούν στα μέτρα που λήφθηκαν θα πρέπει να εξεταστούν για να διαφανούν οι λόγοι που η Πολιτεία προέβηκε στις επιτάξεις και στη θέσπιση του Νόμου. Το επίδικο μερίδιο επιτάχθηκε, όπως έγινε παραδεκτό, προδήλως γιατί είχε κριθεί ότι συνιστούσε τουρκοκυπριακή περιουσία. Η έννοια, βέβαια, της τουρκοκυπριακής περιουσίας, όπως πιο πάνω εξηγήθηκε, αφορά στη βάση της μεταγενέστερης νομοθεσίας. Και η φυσική κατοχή που αποδείχθηκε από το 2010 είναι απόρροια της κρίσης ότι το επίδικο κτήμα συνιστούσε τουρκοκυπριακή περιουσία στην έννοια του Νόμου. Διαφορετικά δεν θα αναμενόταν η όποια εμπλοκή του Κηδεμόνα Τουρκοκυπριακών Περιουσιών, που δεν αμφισβητήθηκε. Εάν στην περίπτωση που το επίδικο ακίνητο ενέπιπτε κάτω από τις πρόνοιες του Νόμου και ετίθετο υπό τον έλεγχο και κατοχή του Κηδεμόνα, δεν τεκμηριωνόταν παραβίαση του Συντάγματος ή της Σύμβασης στη βάση της καταγωγής του Fikret ή του Ενάγοντα, τέτοια παραβίαση δεν θα μπορούσε να τεκμηριωθεί στην προκειμένη περίπτωση. Η συνταγματικότητα του Νόμου έχει κριθεί σε πολλές και σημαντικές αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Στη Σολομωνίδης κ.α. ν. του Γενικού Εισαγγελέα κ.α.
(2003)1 Α.Α.Δ. 1275, αποφασίστηκε ότι η αναγκαιότητα της διαχείρισης των τουρκοκυπριακών περιουσιών από τον Κηδεμόνα με σκοπό την προστασία τους, δικαιολογείτο βάσει του δικαίου της ανάγκης, και με παραπομπή στην Chimonides v. Manglis
(1967)1 C.L.R. 125, ότι η Πολιτεία μπορεί να προσφύγει σε μέτρα που συνεπάγονται τον περιορισμό ή τη δέσμευση ή, ακόμη, και τη στέρηση των θεμελιωδών δικαιωμάτων και ελευθεριών που διασφαλίζονται στο Μέρος ΙΙ του Συντάγματος, αποφάσισε ότι το δίκαιο της ανάγκης θα μπορούσε να εφαρμοστεί ώστε να αναστέλλονται τα θεμελιώδη δικαιώματα και ελευθερίες που περιέχονται στο Μέρος ΙΙ του Συντάγματος (που περιλαμβάνει το Αρθρο 23) και συγκεκριμένα το δικαίωμα της περιουσίας. Αναφέρθηκε στη σελ. 1282 ότι: «Η πολιτεία, κάτω από τις συνθήκες που δημιουργήθηκαν με την τουρκική εισβολή, είχε καθήκον να λάβει τα αναγκαία μέτρα για τη διαχείριση και προστασία των εγκαταλειφθεισών τουρκοκυπριακών περιουσιών προς το συμφέρον της κοινωνικής τάξης. Τα μέτρα αυτά σκοπό δεν είχαν τη θέσπιση μόνιμων περιορισμών ή στέρηση των δικαιωμάτων των νομίμων ιδιοκτητών, αλλά την προσωρινή, για όσο χρόνο ήταν αναγκαίο, προστασία και διαχείριση της περιουσίας. Τα δε μέτρα που λήφθηκαν ήταν, κατά την άποψη μας, τα απολύτως αναγκαία και ανάλογα με την κατάσταση που έπρεπε να αντιμετωπισθεί.» Στην Αλή Κιαμίλ ν. Υπουργού Εσωτερικών, Υπόθ. Αρ. 133/2005, ημερ. 19.1.2007 αναφέρεται ότι: «Ο ισχυρισμός της αντίθεσης του Νόμου με το Αρθρο 23 του Συντάγματος, επίσης, δεν ευσταθεί. Το Κράτος, το 1974, βρέθηκε αντιμέτωπο με μια κατάσταση καταστροφής, που δημιουργεί κατάσταση έκτακτης ανάγκης, όπως προβλέπεται στο Αρθρο 183 του Συντάγματος, και συνεπώς, είχε καθήκον να λάβει μέτρα, έστω και αν αυτά περιέχουν περιορισμούς ή ακόμα και αποστέρηση θεμελιωδών δικαιωμάτων και ελευθεριών, κατοχυρωμένων από το Μέρος ΙΙ του Συντάγματος. Η μαζική μετακίνηση των Τουρκοκυπρίων και η εγκατάλειψη από αυτούς των περιουσιών τους στις περιοχές οι οποίες ελέγχονται από το Κράτος επέβαλλε την ανάγκη αυτές να προστατευθούν, προς όφελος των ιδιοκτητών τους, όπως, άλλωστε, αναφέρεται στο προοίμιο του Νόμου, το οποίο, συνήθως, δηλώνει τα γεγονότα ή την κατάσταση για την οποία ο νομοθέτης προτίθεται να θεσπίσει το νόμο ο οποίος ακολουθεί - (βλ. Δημητρίου ν. Δημητρίου
(1991)1 ΑΑΔ 1153). Η θέσπιση του Νόμου, έστω και με την καθυστέρηση η οποία παρατηρείται, ήταν απόλυτα δικαιολογημένη. Ο ισχυρισμός του αιτητή ότι, κατά την ψήφισή του, εξέλιπαν οι ανάγκες που αυτός σκοπούσε να αντιμετωπίσει, αφού όλοι οι πρόσφυγες είχαν στεγασθεί, παραβλέπει εντελώς ότι σκοπός του Νόμου δεν ήταν η στέγαση και η διευκόλυνση των προσφύγων αλλά η προστασία των εγκαταλειφθεισών περιουσιών των Τουρκοκυπρίων, λόγω της μαζικής μετακίνησης των ιδιοκτητών τους στις κατεχόμενες περιοχές.» Στη Suleyman ν. Κυπριακής Δημοκρατίας κ.α.
(2007)4(Α) ΑΑΔ 312, αναφέρεται ότι: (σελ. 319) «Το επιχείρημα ότι ο Νόμος 139/91 είναι αντίθετος προς τις πρόνοιες των Αρθρων 6, 13, 23 και 28 του Συντάγματος δεν ευσταθεί. Όπως είναι γνωστό το 1974 η Τουρκία εισέβαλε στην Κύπρο, έκτοτε δε κατέχει ένα σημαντικό μέρος της. Επρεπε, να ληφθούν τα κατάλληλα μέτρα προς αντιμετώπιση της κατάστασης. Ως προς το συγκεκριμένο θέμα έπρεπε, από τη μια, να προστατευθούν οι περιουσίες που οι Τουρκοκύπριοι μεταβαίνοντας στις περιοχές που δεν ήλεγχε το κράτος εγκατέλειψαν και από την άλλη να βοηθηθούν οι χιλιάδες εκτοπισμένοι Ελληνοκύπριοι οι οποίοι έχασαν τη δική τους περιουσία στις κατεχόμενες περιοχές. ........ ο Κηδεμόνας έχει αναλάβει, σύμφωνα με το Νόμο, τις περιουσίες μόνο των Τουρκοκυπρίων που λόγω της τουρκικής εισβολής τις εγκατέλειψαν για να μεταβούν στις κατεχόμενες περιοχές». (σελ.319-20) «Οι διατάξεις του Αρθρου 6 δεν αφήνουν περιθώρια παρερμηνείας. Ο Τουρκοκύπριος ιδιοκτήτης δεν αποστερείται της περιουσίας του, της οποίας εξακολουθεί να είναι κύριος. Η διαχείριση όμως της περιουσίας αυτής ανατίθεται, κατά τη διάρκεια της έκρυθμης κατάστασης και για τους σκοπούς που είπαμε πιο πάνω, στον Κηδεμόνα (βλέπε και Αλή Κιαμίλ ν. Υπουργού Εσωτερικών, Υπόθ. Αρ. 133/2005, ημερ. 19.1.2007). Απλώς το δικαίωμα κατοχής, διαχείρισης και ελέγχου της περιουσίας υπόκειται σε απόλυτα αναγκαίους περιορισμούς, που συνάδουν με το Αρθρο 23.3 του Συντάγματος». (σελ. 321) «Η ρύθμιση που έγινε είναι ένα αναγκαίο, προσωρινό μέτρο, το οποίο έπρεπε να ληφθεί κάτω από τις τραγικές συνθήκες που δημιούργησε η τουρκική εισβολή. Το γεγονός ότι η έκρυθμη κατάσταση διαρκεί για τόσα πολλά χρόνια δεν μεταβάλλει το χαρακτήρα της ρύθμισης ως προσωρινού μέτρου, αφού ισχύει για όσο καιρό υπάρχει η κατοχή και η εξ αυτής προκύπτουσα έκρυθμη κατάσταση. Ο Νόμος 139/91 δεν είχε σκοπό να θεσπίσει μόνιμους περιορισμούς ή να επιβάλει στέρηση των δικαιωμάτων των νόμιμων ιδιοκτητών. Τα μέτρα που λήφθηκαν ήταν, όπως αποφασίστηκε και στην υπόθεση Α. Χρ. Σολομωνίδης Λτδ. κ.ά. ν. Γενικού Εισαγγελέα κ.ά. (ανωτέρω), απολύτως αναγκαία και ανάλογα με την κατάσταση που έπρεπε να αντιμετωπιστεί. ......... Σκοπός ακριβώς του νόμου ήταν η προστασία των περιουσιών που εγκαταλείφθηκαν λόγω της τουρκικής εισβολής. Η διαφορά μεταξύ των Τουρκοκυπρίων που συνέχισαν να διαμένουν στις ελεύθερες περιοχές και οι οποίοι συνέχισαν βεβαίως να έχουν στην κατοχή τους την περιουσία τους, η οποία συνεπώς δεν χρειαζόταν προστασία, είναι προφανής.» (και στη σελ. 322-3) «Ο Νόμος 139/91 δεν θέτει αυθαίρετους περιορισμούς, αλλά προβαίνει σε αναγκαίες, υπό τις περιστάσεις, προσωρινές ρυθμίσεις. Το Αρθρο 1 του Πρώτου Πρωτόκολλου της Σύμβασης, μετά την αναγνώριση του δικαιώματος οιουδήποτε φυσικού ή νομικού προσώπου σε ειρηνική απόλαυση της περιουσίας του, αναφέρεται στις εξαιρέσεις. Το δικαίωμα παραμερίζεται για σκοπούς δημόσιου συμφέροντος και υπό τους όρους που ρυθμίζεται από το νόμο και τις γενικές αρχές του διεθνούς δικαίου. Η προστασία του Αρθρου 1 δεν μειώνει το δικαίωμα του κράτους να επιβάλει τέτοιους νόμους που θεωρεί αναγκαίους προς έλεγχο της χρήσης της περιουσίας, σύμφωνα με το γενικό συμφέρον ή προς εξασφάλιση της πληρωμής φόρων ή άλλης συνεισφοράς. Οι εξαιρέσεις του Αρθρου 1 υπάρχουν στην παρούσα υπόθεση. Ο Νόμος 139/91 υπαγορεύτηκε για λόγους δημοσίου συμφέροντος οι οποίοι είναι προφανείς. ... στην περίπτωση του Νόμου 139/91 η ιδιοκτησία παραμένει στους Τουρκοκύπριους ιδιοκτήτες και ο Κηδεμόνας απλώς έχει την ευθύνη και την αρμοδιότητα να διαχειρίζεται την περιουσία μέχρι το τέλος της έκρυθμης κατάστασης.» Στην Arif Moustafa v. Υπουργείου Εσωτερικών, μέσω Επαρχιακής Διοίκησης Λεμεσού
(2004)4 (Β) ΑΑΔ 790 αναφέρεται ότι στον Κηδεμόνα Τουρκοκυπριακών Περιουσιών ανατέθηκε με το Νόμο η διαχείριση των τουρκοκυπριακών περιουσιών στις ελεύθερες περιοχές, οι οποίες εγκαταλείφθηκαν από τους ιδιοκτήτες τους ως εκ της αναγκαστικής μετακίνησης τους στις κατεχόμενες περιοχές. Τονίζεται ότι κυρίαρχο ρόλο στην ερμηνεία του όρου έχει ο ορισμός του όρου «Τουρκοκύπριος» και το κριτήριο του Νόμου ως προς το ποιος είναι «Τουρκοκύπριος», είναι η σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση συνήθης διαμονή του ιδιοκτήτη στις περιοχές που ελέγχονται από τη Δημοκρατία. Με επίκεντρο την περιοχή διαμονής του Τουρκοκύπριου ιδιοκτήτη, αναφέρεται στη σελ. 795, ότι, με την ανάθεση της κατοχής και διαχείρισης των τουρκοκυπριακών περιουσιών στη Δημοκρατία, ο σκοπός του Νόμου: «...δεν είναι να γίνει τούτο σε αντίδραση και αντάλλαγμα προς την κατοχή και εκμετάλλευση των Ελληνοκυπριακών περιουσιών στις κατεχόμενες περιοχές, που αν ήταν τέτοιος ενδεχομένως να συνιστούσε και παράβαση του Αρθρου 6 του Συντάγματος ως δυσμενής διάκριση εις βάρος της τουρκικής κοινότητας, αλλά ακριβώς, όπως αναφέρεται στο προοίμιο, η προστασία των εν λόγω περιουσιών ως εκ της απουσίας των ιδιοκτητών τους, η οποία τις αφήνει εκτεθειμένες. Εξ ου και ο νομοθέτης έκρινε, όπως προκύπτει από τον ορισμό του όρου «Τουρκοκύπριος», ως το κριτήριο του, ότι μόνο στο βαθμό που οι ιδιοκτήτες των εν λόγω περιουσιών δεν κατοικούν στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές είναι αναγκαία η προστασία τους, προφανώς καθ΄ όσον εκείνες οι τουρκοκυπριακές περιουσίες των οποίων οι ιδιοκτήτες κατοικούν στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές δεν χρήζουν τέτοιας προστασίας, καθιερώνοντας έτσι ένα κριτήριο που εφαρμόζεται όχι γενικά ως προς τη μάζα των Τουρκοκυπρίων αλλά συγκεκριμένα ως προς κάθε ιδιοκτήτη.» Αναφέρεται πως όταν ο ιδιοκτήτης αποκτήσει τη συνήθη διαμονή του στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές το ίδιο το κριτήριο του Νόμου εξαιρεί την περιουσία από τη διαχείριση του Κηδεμόνα. Σημειώνεται ότι (σελ.795-6): «Η συνήθης διαμονή του συγκεκριμένου ιδιοκτήτη στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές, ως το κριτήριο του ίδιου του νομοθέτη, θέτει τις εν λόγω συγκεκριμένες περιουσίες στην ίδια μοίρα με όλες τις άλλες περιουσίες εκεί και αποκλείει την παρέμβαση ή περαιτέρω παρέμβαση του Κηδεμόνα στην προστασία και διαχείριση τους. Ούτως εχόντων των πραγμάτων, δεν έχει σημασία αν ο οποιοσδήποτε συγκεκριμένος ιδιοκτήτης απέκτησε τη συνήθη διαμονή του στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές πριν ή μετά από την 1.7.1991, και τοσούτο μάλλον αν επανέρχεται στη συνήθη διαμονή του εκεί και επιδιώκει να κατοικήσει στο ίδιο του το σπίτι. Σε οποιαδήποτε τέτοια περίπτωση, το ίδιο το κριτήριο του Νόμου εξαιρεί την περιουσία από τη διαχείριση του Κηδεμόνα. Και δεν είναι, περαιτέρω, ασφαλώς μόνο, για να μην αναφερθώ και στη στοιχειώδη ανθρώπινη λογική, οι συνήθεις ερμηνευτικοί κανόνες που υπαγορεύουν την άποψη αυτή, αλλά και θεμελιακές ερμηνευτικές αρχές που θέλουν η ερμηνεία των νόμων να συνάδει προς τα συνταγματικά δικαιώματα και να είναι αναλόγως περιοριστική. Αν ο Νόμος ερμηνεύετο άλλως ώστε να καλύπτει τη συνέχιση της διαχείρισης τουρκοκυπριακής περιουσίας μετά από την επανακαθιέρωση της συνήθους διαμονής του ιδιοκτήτη στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές, ενδεχομένως να συνιστούσε αδικαιολόγητο και υπέρμετρο, ακόμα και προς την ίδια την ανάγκη που ρητά αναφέρεται στο Νόμο ως δικαιολογούσα αυτόν, περιορισμό του θεμελιώδους συνταγματικού δικαιώματος της ιδιοκτησίας. Η προσέγγιση αυτή προκύπτει και από τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων ως προς την ισχύ της αρχής της αναλογικότητας, ως αντικειμενικού και εύλογου κριτηρίου, στους περιορισμούς που μπορεί να τεθούν στη βάση διακρίσεως κατά παράβαση του Αρθρου 14 της Σύμβασης (που αντανακλάται και στο Αρθρο 28 του Συντάγματος) ...». Είναι συνεπώς πρόδηλο πως εάν κάποιος τουρκοκύπριος δεν εγκατέλειπε το 1974 την περιουσία του αυτή δεν θα ενέπιπτε κάτω από τις διατάξεις του Νόμου και δεν θα περιέρχετο υπό την κηδεμονία του Κηδεμόνα. Αυτός θα διατηρούσε την κατοχή, τη διαχείριση και τον έλεγχο της. Περαιτέρω όπως σημειώνεται στην Αrif Moustafa (σελ. 794) το κριτήριο του Νόμου ως προς το ποιος είναι «Τουρκοκύπριος» είναι η σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση συνήθης διαμονή του ιδιοκτήτη στις περιοχές που ελέγχονται από τη Δημοκρατία. Απορρίπτοντας το Δικαστήριο τη θέση ότι ο ορισμός του όρου «Τουρκοκύπριος» συνδέεται προς την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του Νόμου αναφέρει ότι (σελ. 794-5): «Μια τέτοια διάκριση όχι μόνο θα ήταν παράλογη και θα συνιστούσε αδικαιολόγητο και υπέρμετρο ως προς την ανάγκη που υπαγόρευσε το Νόμο περιορισμό του θεμελιώδους συνταγματικού δικαιώματος της ιδιοκτησίας, αλλά και ουσιαστικά θα τιμωρούσε εκείνα τα μέλη της τουρκικής κοινότητας τα οποία, όπως ο Αιτητής, ιδιαιτέρως ως εκ της μέχρι πρό τινος απαγόρευσης από τις κατοχικές δυνάμεις της μετακίνησης τους στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές, δεν είχαν κατορθώσει, ακόμα και αν ήθελαν, να μετακινηθούν έτσι πριν από την 1.7.1991. Η οποιαδήποτε τέτοια διάκριση θα συνιστούσε και αποδοχή της πληθυσμιακής διχοτόμησης η οποία επεβλήθη από τις Τουρκικές δυνάμεις εισβολής και κατοχής και άρνηση αναγνώρισης των ιδιοκτησιακών δικαιωμάτων των μελών εκείνων της τουρκικής κοινότητας τα οποία, αντιτασσόμενα προς την εν λόγω πληθυσμιακή διχοτόμηση, επιθυμούν να επανέλθουν στα σπίτια και στις περιουσίες τους στις περιοχές που ελέγχονται από τη Δημοκρατία, ως το μόνο δεδομένο φορέα της νομιμότητας, και πράττουν τούτο, ασκώντας το συνταγματικό δικαίωμα τους της ελεύθερης μετακίνησης και διαμονής που τους παρέχεται από το Αρθρο 13 του Συντάγματος. Ακόμα, η διάκριση θα συνιστούσε άνιση μεταχείριση μεταξύ των δύο εν λόγω κατηγοριών των μελών της τουρκικής κοινότητας που δεν θα μπορούσε να δικαιολογηθεί ούτε με αναφορά στον ίδιο το σκοπό του Νόμου που, όπως αναφέρεται στο προοίμιο, είναι η διαχείριση των εγκαταλειφθεισών τουρκοκυπριακών περιουσιών ως εκ της πληθυσμιακής μετακίνησης που ήταν αποτέλεσμα της τουρκικής εισβολής και «της απαγόρευσης από τις δυνάμεις αυτές της διακίνησης του πληθυσμού αυτού στις περιοχές της Κυπριακής Δημοκρατίας». Επομένως και παρά το γεγονός της εγκατάλειψης εάν τουρκοκύπριος ιδιοκτήτης επανερχόταν και εγκαθίστατο στις περιοχές που ελέγχονται από τη Δημοκρατία θα δικαιούτο στην κατοχή, διαχείριση και έλεγχο της και αυτή θα απαλλάττετο από την Κηδεμονία δυνάμει του Νόμου. Στη βάση της νομοθεσίας δεν τεκμηριώνεται δυσμενής διάκριση εναντίον των τουρκοκυπρίων λόγω της εθνικής καταγωγής και θρησκείας τους. Τουρκοκύπριοι, πρόσωπα τουρκοκυπριακής καταγωγής ή Μουσουλμάνοι δεν απώλεσαν την κατοχή και διαχείριση της περιουσίας τους στις ελεύθερες περιοχές γιατί δεν την εγκατέλειψαν με αποτέλεσμα αυτή να χρήζει προστασίας. Εφόσον τα μέτρα που λήφθηκαν από την Πολιτεία δεν προκαλούσαν δυσμενή διάκριση εναντίον προσώπων λόγω της εθνικής καταγωγής ή της θρησκείας τους, καμιά τέτοια διάκριση δεν μπορεί να τεκμηριωθεί στην περίπτωση του Fikret και του Ενάγοντα στη βάση ότι το επίδικο μερίδιο εκ λάθους θεωρήθηκε ότι συνιστούσε τουρκοκυπριακή περιουσία. Η υπό εκδίκαση υπόθεση δεν αφορά τουρκοκυπριακή περιουσία. Αφορά περιουσία που ήταν εγγεγραμμένη επ΄ ονόματι και κατείχετο από βρεττανό υπήκοο που κατά τους ουσιώδεις χρόνους και μέχρι το θάνατο του διέμενε στη Μ.Βρεττανία. Όταν απεβίωσε η επίδικη περιουσία μεταβιβάστηκε και εγγράφηκε στο όνομα του υιού του, επίσης βρεττανού υπήκοου, και πολίτη της Ευρωπαϊκής Ενωσης που διαμένει στη Μ.Βρεττανία. Η περίπτωση δεν διαφέρει και δεν θα πρέπει να κριθεί διαφορετικά από την περίπτωση ενός ελληνοκύπριου ή ενός πολίτη οποιασδήποτε άλλης χώρας που διαπιστώνει ότι συγκεκριμένη περιουσία του στην Κύπρο επιτάχθηκε για συγκεκριμένη περίοδο και η Δημοκρατία και ο Κηδεμόνας ανέλαβαν τη φυσική κατοχή και τον έλεγχο της για μια άλλη περίοδο γιατί λανθασμένα θεωρήθηκε ότι συνιστούσε τουρκοκυπριακή περιουσία. Επαναλαμβάνεται ότι δεν τίθεται ζήτημα δυσμενούς διάκρισης εναντίον του Fikret, της περιουσίας του (his estate) ή των κληρονόμων του επειδή ήταν τουρκοκυπριακής καταγωγής. Απλά, οι περιβάλλουσες συνθήκες οδήγησαν σε λανθασμένη εκτίμηση ότι το επίδικο μερίδιο ήταν τουρκοκυπριακή περιουσία. Ε. Το μέτρο της αποζημίωσης Η ουσία της υπόθεσης συνοψίζεται στο ότι συγκεκριμένη ιδιοκτησία ενός προσώπου επιτάχθηκε για 16 σχεδόν χρόνια χωρίς αυτός να λάβει οποιαδήποτε αποζημίωση, ενώ από 4.11.2010 υφίσταται από τη Δημοκρατία και τον Κηδεμόνα Τουρκοκυπριακών Περιουσιών παράνομη επέμβαση στην ιδιοκτησία που συνεχίζεται. Στην Bahchecioglou εξετάστηκαν οι αρχές με βάση τις οποίες επιδικάζονται αποζημιώσεις σε περιπτώσεις παράνομης επέμβασης σε ακίνητη ιδιοκτησία. Αναφέρθηκε ότι (σελ.436-437): «Σύμφωνα με την Αγγλική νομολογία, ο ορθός τρόπος υπολογισμού των αποζημιώσεων για παράνομη επέμβαση είναι με βάση την ενοικιαστική αξία της ακίνητης περιουσίας σε σχέση με τη σχετική χρονική περίοδο της επέμβασης και της χρήσης της ακίνητης ιδιοκτησίας. Η αρχή αυτή υιοθετήθηκε και στην υπόθεση Ναυτικός Όμιλος Πάφου v. Αρχής Λιμένων Κύπρου
(1991)1 Α.Α.Δ. 882, όπου λέχθηκε ότι το μέτρο αποζημίωσης για παράνομη κατοχή ακινήτου είναι η ενοικιαστική αξία του κτήματος και όχι το όφελος που προσπορίζεται ο παράνομος κάτοχος από τη χρήση της γης ή η ακριβής απώλεια του ιδιοκτήτη, ότι δηλαδή το κριτήριο για την αποζημίωση του ιδιοκτήτη είναι αντικειμενικό και αλληλένδετο με την ενοικιαστική αξία του κτήματος. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την Αγγλική νομολογία, πρόσωπο που επεμβαίνει σε ακίνητη ιδιοκτησία και τη χρησιμοποιεί για δικούς τους σκοπούς, πρέπει να καταβάλει αποζημιώσεις με βάση τις πιο πάνω αρχές, ανεξάρτητα από το αν ο ιδιοκτήτης θα μπορούσε ή όχι να χρησιμοποιήσει ο ίδιος την περιουσία του ή να την ενοικιάσει. (Δέστε μεταξύ άλλων Strand Electric and Engineering Co. Ltd v. Brisford Ltd [1952] 1 All E.R. 796). Aναφορικά με τις αποζημιώσεις που δόθηκαν για το τεμάχιο 101 κρίνουμε ότι αυτές δόθηκαν σε εσφαλμένη βάση. Τα κριτήρια με τα οποία η Κυβέρνηση είχε αποφασίσει να χρεώνει 2% επί της αξίας για εκμισθώσεις δεν μπορούν να εφαρμοστούν στην παρούσα περίπτωση όπου θα έπρεπε οι αποζημιώσεις να αντανακλούν την αγοραία ενοικιαστική αξία. Σε περιπτώσεις εκμίσθωσης από τη Δημοκρατία, παρατηρούμε ότι, στον καθορισμό του ποσοστού του 2% υπεισέρχονται προφανώς πολλά άλλα κριτήρια, άσχετα με τα κριτήρια που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη σε περιπτώσεις παράνομης επέμβασης.» (Βλ. ακόμη Adrian Holdings Ltd v. Κυπριακής Δημοκρατίας
(1998)1(Γ) Α.Α.Δ. 1836). Η επιχειρηματολογία στην αγόρευση των Εναγομένων ότι δεν παρουσιάστηκε μαρτυρία ότι ο Fikret ή ο Ενάγοντας επιχείρησαν σε οποιοδήποτε χρόνο να χρησιμοποιήσουν ή εκμεταλλευτούν το επίδικο μερίδιο και εμποδίστηκαν από τους Εναγόμενους και συνεπώς ότι κατά πόσο έχουν υποστεί βλάβη ή έχουν δικαίωμα αποζημίωσης για απώλεια χρήσης μπορεί να εξεταστεί μόνο για τους χρόνους που αφορούν μετά την καταχώρηση της αγωγής είναι ανεδαφική και αντίθετη με την προαναφερθείσα νομολογία. Προβάλλεται ακόμα από τους Εναγόμενους ότι δεν έχει ζημιωθεί η ιδιοκτησία γιατί ενώ επρόκειτο για χωράφι στην οικιστική ζώνη και στη ζώνη προστασίας της φύσης έτυχε εμπορικής ανάπτυξης κατά παρέκκλιση και, εφόσον εκδοθεί διάταγμα απόδοσης της, θα επιστραφεί βελτιωμένη, αναπτυγμένη και καλύτερη. Η αξιούμενη θεραπεία είναι για απόδοση της κατοχής και χρήσης του επίδικου μεριδίου αφού κατεδαφιστούν και απομακρυνθούν οι κατασκευές που βρίσκονται σήμερα σε αυτό. Ο Ενάγοντας αξιώνει την επιστροφή της περιουσίας του στην κατάσταση που βρισκόταν πριν την επέμβαση σε αυτή το 2010 και μετά. Περαιτέρω, κατά πόσο η περιουσία δικαιούται ή μπορεί να τυγχάνει εμπορικής ανάπτυξης κατά παρέκκλιση, είναι εγγενές δικαίωμα ή προοπτική της ιδίας της περιουσίας από το οποίο μπορούν να ωφελούνται οι νόμιμοι ιδιοκτήτες ή κάτοχοι της. Στ. Η ενοικιαστική αξία του επίδικου μεριδίου Ο Αγαθαγγέλου, πτυχιούχος στον κλάδο «Estate Management», έχει τον τίτλο του Chartered Surveyor της Αγγλίας και είναι εγγεγραμμένος κτηματομεσίτης στην Κύπρο όπου εργάζεται ως εκτιμητής από το
- Συνέταξε Εκθεση Εκτίμησης ημερ. 4.5.2015 (Τεκμ.10), εκτιμώντας την αγοραία αξία του επίδικου μεριδίου και την απώλεια χρήσης του από την 11.9.
- Σήμερα μέσα στο επίδικο κτήμα υπάρχει υποστατικό που λειτουργεί ως αίθουσα δεξιώσεων, κυρίως για γάμους, με την ονομασία «Κτήμα Μακένζυ» (βλ. φωτογραφίες στη σελ.9 του Τεκμ.10). Το επίδικο κτήμα εμπίπτει σε δύο πολεοδομικές ζώνες, αυτή της οικιστικής χρήσης (Κα8) και αυτή της ζώνης προστασίας της φύσης (Δα2). Η οικιστική ζώνη μπορεί να αξιοποιηθεί για οικιστικούς σκοπούς, ενώ στη ζώνη προστασίας της φύσης δεν μπορούν να ανεγερθούν μόνιμες κατασκευές παρά μόνο μονοπάτια της φύσης με ανάλογο φωτισμό. Κατά τον Αγαθαγγέλου, η αγοραία αξία του επίδικου μεριδίου ισούται με το ήμισυ της αξίας του όλου μεριδίου του επίδικου κτήματος. Εφόσον το άλλο μισό ανήκε στον αδελφό του Fikret, έκρινε ότι το επίδικο μερίδιο δεν είχε μειωμένη αξία ως εκ του γεγονότος ότι επρόκειτο για μερίδιο, θεωρώντας ότι ο αδελφός δεν θα προέβαλλε εμπόδια και θα υπήρχε συνεννόηση μεταξύ τους για ενδεχόμενη πώληση. Για να καταλήξει στην αγοραία αξία έλαβε ως δεδομένο την εκτίμηση του Κτηματολογίου της 1.1.1980 και πωλήσεις που έγιναν την περίοδο 2005 - 2014 με τις ανάλογες αναπροσαρμογές. Εκτίμησε το επίδικο κτήμα ως γη χωρίς να λαμβάνει υπόψη τα κτίσματα που υπάρχουν σε αυτό. Η αγοραία αξία του κτήματος ήταν κατά τον Μάϊο του 2015 €1.709.400 στη βάση αξίας €210 το τ.μ. για την έκταση που εμπίπτει στην οικιστική και €35 το τ.μ. για την έκταση που εμπίπτει στη ζώνη προστασίας της φύσης. Με βάση αυτή την αξία εργάστηκε αντίστροφα προς τα πίσω μέχρι το 1975, υποβοηθούμενος από ανάλυση συγκριτικών πωλήσεων, για τον υπολογισμό των ετήσιων αυξήσεων στην αξία της γης την περίοδο από το 1974 μέχρι το 2008 (Τεκμ.11). Ελαβε ακόμα υπόψη έρευνα της Κεντρικής Τράπεζας σε σχέση με τον δείκτη τιμών των κατοικιών για το 2014 (Τεκμ.12). Ακολουθώντας αυτή τη μεθοδολογία, εξηύρε την αξία το 1980 στα €207.954,90 που ήταν περίπου αυτή που αναφέρεται στο Πιστοποιητικό Εγγραφής του μεριδίου (Τεκμ.13) ως η αγοραία αξία του κτήματος σε τιμές 1.1.1980 (€230.661,19). Ανάφερε ότι υιοθέτησε μείωση για κάθε χρόνο σε ποσοστό 5% από το 2015 μέχρι το 2008 και στη συνέχεια μεγαλύτερα ποσοστά όπως αναφέρονται στα Παραρτήματα της Εκθεσης του. Αναφορικά με την ετήσια ενοικιαστική αξία του επίδικου μεριδίου υιοθέτησε ποσοστό 2% επί της αγοραίας αξίας κάθε έτους και για να καταλήξει στο ποσό της αποζημίωσης για απώλεια χρήσης εφάρμοσε απλό τόκο, παρουσιάζοντας τέσσερα σενάρια, με επιτόκιο 3%, 4%, 5% ετησίως και τον εκάστοτε εν ισχύ νόμιμο τόκο. Θεώρησε ορθότερο να ακολουθήσει τη μέθοδο του ποσοστού επί της αγοραίας αξίας παρά τη συγκριτική μέθοδο. Ανάφερε μάλιστα ότι η συγκριτική μέθοδος θα οδηγούσε σε πολύ πιο ψηλή ενοικιαστική αξία. Σύμφωνα με τους υπολογισμούς του η απώλεια χρήσης του επίδικου μεριδίου για την περίοδο 11.9.1975 μέχρι 4.5.2015 ήταν €391.570 (½ x €783.140). Ο Κωνσταντίνος Μουσικός (Μ.Υ.1) είναι πτυχιούχος στον κλάδο του «Property Management» με μεταπτυχιακό στον κλάδο «Real Estate Finance Investment». Aπό το 2009 εργάζεται στο Κτηματολόγιο Λάρνακας στον Κλάδο Εκτιμήσεων ως Εκτιμητής και Ελεγκτής. Είναι Κτηματολογικός Λειτουργός Β. Περαιτέρω, είναι από το 2008 μέλος του ΕΤΕΚ. Ο Μουσικός συνέταξε έκθεση εκτίμησης ημερ. 29.5.2015 (Τεκμ.14). Η έκθεση αφορά στον υπολογισμό της ετήσιας ενοικιαστικής αξίας του κτήματος και η εκάστοτε αγοραία του αξία αναζητήθηκε γιατί σε σχέση με το οικιστικό του μέρος η ενοικιαστική αξία καθορίστηκε ως ποσοστό επί της αγοραίας αξίας. Ο καθορισμός του ποσοστού αυτού έγινε κατόπιν συσχετισμού συγκριτικών ενοικίων και συγκριτικών πωλήσεων. Για την εξεύρεση της αγοραίας αξίας χρησιμοποιήθηκε η συγκριτική μέθοδος και λήφθησαν υπόψη συγκριτικές πωλήσεις από το
- Όσον αφορά το μέρος που εμπίπτει στη ζώνη προστασίας της φύσης αυτή συγκρίνεται με τη γεωργική γη και υιοθετήθηκαν ενοίκια που αφορούν γεωργική γη. Σύμφωνα με την εκτίμηση του Μουσικού, η ενοικιαστική αξία της οικιστικής ζώνης του κτήματος ανερχόταν την περίοδο 1974 - 2009 στο 0,35% και την περίοδο 2010 - 2.6.2015 στο 0,50% της αγοραίας αξίας του μέρους αυτού. Η συνολική ενοικιαστική αξία της περιόδου 1974 - 2.6.2015 ήταν €144.923,
- Καθ΄ όσον αφορά την ενοικιαστική αξία της ζώνης προστασίας περιβάλλοντος ο Μουσικός υιοθετεί συγκεκριμένο ενοίκιο ανά δεκάριο σύμφωνα με τα ενοίκια που επικρατούσαν για τη γεωργική ζώνη. Υιοθετεί ενοίκιο €5,35 ανά δεκάριο για την περίοδο 1974 - 2000, €16,50 ανά δεκάριο για την περίοδο 2001 - 2007 και €24 ανά δεκάριο για την περίοδο 2008 - 2.6.
- Το συνολικό ποσό είναι €1.281,
- Στο σύνολο και για τις δύο ζώνες είναι €146.204,98 (Τεκμ.15). Για το ½ μερίδιο €73.102,
- Δεν υπολογίζεται οποιοδήποτε ποσό τόκου. Ανάφερε ο Μουσικός ότι στην Κύπρο η οικιστική ζώνη έχει μικρή ενοικιαστική αξία γιατί δεν συνηθίζεται η ενοικίαση γης για να αναπτυχθεί οικιστικά. Η οικιστική γη ενοικιάζεται για χώρους στάθμευσης ή πλυντήρια αυτοκινήτων. Γενικά είναι δυσεύρετες οι ενοικιάσεις οικιστικής γης. Αναφορικά με την αγοραστική αξία αμφότεροι οι εκτιμητές συμφωνούν ότι έφτασε στο απόγειο της το
- Ο Αγαθαγγέλου στους πίνακες που έχει ετοιμάσει και αφορούν την απώλεια χρήσης δεν διαχωρίζει την αγοραία αξία της οικιστικής ζώνης από τη ζώνη προστασίας της φύσης. Έτσι καθίσταται δύσκολη η αντιπαραβολή με τις αξίες που υιοθετεί ο Μουσικός σε σχέση με την αγοραία αξία του οικιστικού μέρους του κτήματος. Για τη σημερινή αγοραστική αξία του επίδικου κτήματος ουσιαστικά συμφωνούν, αφού υιοθετούν ο μεν Αγαθαγγέλου €1.709.000 ο δε Μουσικός €1.705.
- Για το 1980 ο Αγαθαγγέλου αναφέρει €20,61 το τ.μ. που πολλαπλασιαζόμενο με 10090 τ.μ. οδηγεί σε συνολική αξία του κτήματος €207.954,90 που είναι κοντά στην αξία των €230.661,19 που παρουσιάζεται στο Πιστοποιητικό Εγγραφής του επίδικου κτήματος ως η αγοραία αξία του την 1.1.
- Ο Μουσικός αναφέρει €12,50 το τ.μ. που οδηγεί σε συνολική αξία €126.
- Ο Μουσικός υποστήριξε ότι η εκτίμηση του Κτηματολογίου του 1980 περιλάμβανε υποστατικά που ανεγέρθηκαν μεταγενέστερα με την αξία τους αναπροσαρμοσμένη το
- Δηλαδή, ενώ το 1980 δεν υπήρχαν υποστατικά στο κτήμα οι οδηγίες που δόθηκαν κατά την εκτίμηση του ήταν να ληφθούν υπόψη τα υποστατικά που υφίσταντο κατά το χρόνο που έγινε η εκτίμηση, το 2000, αναπροσαρμοσμένα για το
- Αναφέρθηκε ότι σε κάποια περίοδο πριν την ανέγερση της αίθουσας δεξιώσεων που υφίσταται σήμερα μέσα στο κτήμα, είχαν ανεγερθεί κάποια άλλα υποστατικά. Δεν αναφέρθηκε από ποιο ή ποιους. Ο Αγαθαγγέλου ανάφερε πως αν υπήρχαν άλλα υποστατικά ήταν άνευ αξίας γι΄ αυτό και είχαν κατεδαφιστεί. Μαρτύρησε ο Μουσικός ότι η εκτίμηση της αξίας της γης κατά την 1.1.1980 ήταν £59.833 (€102.230,75). Η γη είχε εκτιμηθεί προς £5,93 το τ.μ.. Η εκτιμημένη αξία των οικοδομών ήταν £75.
- Επρόκειτο για 750 τ.μ. που είχαν εκτιμηθεί προς £100 το τ.μ.. Έτσι, η συνολική εκτιμημένη αξία κατέληγε σε €230.661,
- Οι οικοδομές αυτές δεν αναφέρονται στον τίτλο του κτήματος (Τεκμ.13) γιατί δεν υφίστατο γι΄ αυτές πιστοποιητικό τελικής έγκρισης. Όταν σε ένα κτήμα υφίστανται μη εγγεγραμμένα κτίρια κάποτε αναφέρονται και κάποτε δεν αναφέρονται στον τίτλο. Η εκτίμηση είχε γίνει από τον κτηματολογικό λειτουργό Μάμα Χριστοδούλου την 20.3.2000 και ο Μουσικός είχε μαζί του κατά την παρουσία του στο εδώλιο του μάρτυρα τον Τύπο Ν314 που είχε χρησιμοποιηθεί, προτείνοντας να τον παρουσιάσει ως τεκμήριο. Ο δικηγόρος του Ενάγοντα υπόβαλε στον Μουσικό ότι το επίδικο ακίνητο δεν επιτράπηκε να αναπτυχθεί γιατί ήταν τουρκοκυπριακό και ότι λανθασμένα ο Μουσικός δεν έλαβε υπόψη την ανάπτυξη που μπορούσε να είχε γίνει σε αυτό. Εκείνο που ο δικηγόρος του Ενάγοντα θα ήθελε το Μουσικό να λάβει υπόψη για να εξεύρει την ενοικιαστική αξία του κτήματος, ήταν στη βάση της προοπτικής ανάπτυξης του με την ανέγερση οικιστικών μονάδων. Ότι δηλαδή θα μπορούσαν να είχαν κτιστεί πολυκατοικίες ή μονοκατοικίες που θα ενοικιάζονταν και θα απέφεραν εισόδημα. Δεν χρειάζεται να εξετάσει το Δικαστήριο κατά πόσο η ενοικιαστική αξία του κτήματος θα έπρεπε ή θα μπορούσε να υπολογιστεί σε αυτή τη βάση. Κάτι τέτοιο θα μπορούσε ίσως να γίνει στη βάση μαρτυρίας για το κόστος ανέγερσης τέτοιων μονάδων, την ενοικιαστική τους αξία κ.ο.κ.. Όμως, τέτοια μαρτυρία ελλείπει παντελώς. Ούτε ο μάρτυρας εκτιμητής του Ενάγοντα προέβηκε σε εκτίμηση σε αυτή τη βάση. Κατά τον υπολογισμό της αγοραίας αξίας του κτήματος ο Μουσικός θεώρησε ότι το κτήμα δεν είχε κάποιο περιορισμό και οι συγκριτικές πωλήσεις που έλαβε υπόψη ήταν πωλήσεις οικιστικών κτημάτων που ανήκαν σε ελληνοκυπρίους και μπορούσαν να αναπτυχθούν. Ο Αγαθαγγέλου αναφέρθηκε σε μια έκταση γεωργικής γης κοντά στο αεροδρόμιο Λάρνακας, όχι πολύ μακρυά από το επίδικο κτήμα, που ενοικιάστηκε για σκοπούς τοποθέτησης φωτοβολταϊκών, με ετήσιο ενοίκιο που αντιστοιχεί στο 6% της αξίας της γης. Η επιμέρους αναφορά του Αγαθαγγέλου και με τον τρόπο που την παρουσίασε θα μπορούσε να παραπλανήσει. Και τούτο γιατί, όπως αναφέρθηκε από τον Μουσικό κατ΄ ακολουθία αναφοράς του δικηγόρου του Ενάγοντα, η αξία της οικιστικής ζώνης στην περιοχή είναι 15 φορές μεγαλύτερη από την αξία της γεωργικής (€230 με €15 το τ.μ.). Μια έκταση ενός δεκαρίου γεωργικής γης στην περιοχή αξίζει €15.
- Αυτός που την ενοικίασε για φωτοβολταϊκά πληρώνοντας 6% το χρόνο, καταβάλλει €
- Εάν η γη τύγχανε να είναι οικιστική ή η παραπλήσια έκταση ενός δεκαρίου είναι οικιστική, αξίζει €230.
- Το ενοίκιο που κάποιος θα προσφέρει για να τοποθετήσει φωτοβολταϊκά θα είναι της ίδιας τάξης αφού ο σκοπός είναι ο ίδιος και ο ενοικιαστής δεν έχει κανένα πλεονέκτημα επειδή η γη βρίσκεται στην οικιστική ζώνη. Όμως, αυτό το ενοίκιο δεν αντιστοιχεί πλέον στο 6% της αξίας της γης αλλά μόλις στο 0,4% της αξίας της. Κατά την αντεξέταση του Μουσικού αναφέρθηκε από το δικηγόρο του Ενάγοντα ότι η πιο πάνω ενοικίαση για τα φωτοβολταϊκά είναι για ποσό €1.000 το δεκάριο το χρόνο, με το Μουσικό να αναφέρει ότι αυτή είναι περίπου η ενοικιαστική αξία που ο ίδιος απόδωσε. Πράγματι, από το 2007 μέχρι το 2014 ο μέσος όρος του ετήσιου ενοικίου που αποδίδει ο Μουσικός είναι €10.600, που είναι περιθωριακά κάτι περισσότερο από €1.000 ανά δεκάριο (το επίδικο κτήμα είναι 10090 τ.μ.). Στην έκθεση εκτίμησης του Μουσικού η συγκριτική πώληση αρ.22 (σελ.27) αφορά συμφωνία που έγινε για την πώληση ½ μεριδίου του επίδικου κτήματος την 22.11.2001 (αναφορά έγινε και πιο πάνω). Η τιμή που είχε δηλωθεί αντιστοιχούσε σε €50,80 το τ.μ. και το Κτηματολόγιο υιοθέτησε τιμή που αντιστοιχούσε σε €84,67 το τ.μ.. Οι τιμές αφορούν το επίδικο κτήμα ως ενιαία περιουσία ανεξαρτήτως πολεοδομικής ζώνης. Όπως εξήγησε ο Μουσικός, το Κτηματολόγιο πάντοτε εκτιμά την περιουσία που θα πωληθεί και θα μεταβιβαστεί για σκοπούς χρέωσης μεταβιβαστικών τελών και η αξία στην οποία το Κτηματολόγιο καταλήγει είναι αυτή που θεωρείται η ορθή και χρησιμοποιείται για σκοπούς αναφοράς από τους εκτιμητές. Προέκυψε ότι τα πρόσωπα που κατέχουν σήμερα το κτήμα καταβάλλουν μηνιαίο ενοίκιο €4.
- Στο ενοίκιο περιλαμβάνεται και παραπλήσιος χώρος στάθμευσης που δεν εμπίπτει στο επίδικο κτήμα. Με αυτή την επιφύλαξη, το χρονιαίο ενοίκιο των €59.880 συνιστά ποσοστό περίπου 3,5% επί της σημερινής αξίας του κτήματος (μόνο της γης που είναι €1.709.000). Το 2010 η αξία του κτήματος ήταν μεγαλύτερη και επομένως το ποσοστό του ενοικίου ήταν μικρότερο. Τα ποσοστά αυτά δεν είναι όμως ενδεικτικά, αφού είναι πρόδηλο πως η ενοικίαση έγινε με δεδομένη παρέκκλιση όπως γίνεται χρήση μη οικιστική, γεγονός που αναμφίβολα επιφέρει δραματική διαφοροποίηση στην ενοικιαστική αξία. Το Δικαστήριο καταλήγει στην αποδοχή της μαρτυρίας του Μουσικού αναφορικά με την ενοικιαστική αξία του επίδικου μεριδίου. Η έκθεση εκτίμησης του Μουσικού συνιστά μια ολοκληρωμένη και λεπτομερή μελέτη του ζητήματος και τα αποτελέσματα εδράζονται σε πραγματικά συγκριτικά δεδομένα. Αναφορικά με την ενοικιαστική αξία της οικιστικής ζώνης όπου αμφότεροι οι εκτιμητές χρησιμοποιούν τη μέθοδο του ποσοστού επί της αγοραίας αξίας, σημειώνεται ότι στην περίπτωση της εκτίμησης του Μουσικού το ποσοστό που υιοθετείται είναι απότοκο της ογκώδους εργασίας που ο μάρτυρας επιτέλεσε και κατέγραψε και που αφορά πραγματικότητες της κτηματαγοράς στην επαρχία Λάρνακας. Καταγράφονται και χρησιμοποιούνται αρκετά συγκριτικά στοιχεία που, με την αντικειμενικότητα που παρουσιάζονται, επιβεβαιώνουν την ορθότητα του αποτελέσματος. Η παράμετρος αυτή απουσιάζει και η θέση του Αγαθαγγέλου για ποσοστό 2% επί της αγοραίας αξίας δεν υποστηρίζεται κατ΄ αυτό τον τρόπο. Ο Αγαθαγγέλου υπολόγισε το εμβαδό της κάθε ζώνης κατά προσέγγιση στη βάση του χωρομετρικού σχεδίου. Υπολόγισε την οικιστική ζώνη σε 7750 τ.μ. και τη ζώνη προστασίας της φύσης σε 2340 τ.μ.. Σύμφωνα με τον Μουσικό η ζώνη προστασίας της φύσης ήταν 2926 τ.μ. και αυτή της οικιστικής χρήσης 7164 τ.μ.. Το Δικαστήριο αποδέχεται τα εμβαδά που αναφέρονται στην εκτίμηση Μουσικού, που βασίζονται στα κτηματολογικά στοιχεία που κρατούνται και όχι σε υπολογισμούς από χωρομετρικά σχέδια, προφανώς σε μεγάλη κλίμακα. Το Δικαστήριο αποδέχεται ακόμα τη μαρτυρία του Μουσικού αναφορικά με την εκτίμηση που έγινε το 2000 και αφορά την εκτιμημένη αξία του κτήματος κατά την 1.1.
- Οι λεπτομερείς αναφορές του Μουσικού ήταν καθ΄ όλα πειστικές. Προκάλεσε μάλιστα για να παρουσιαστεί το σχετικό έγγραφο. Ότι αυτό δεν κατέστηκε τεκμήριο δεν αποδυναμώνει, υπό τις περιστάσεις, την επί του προκειμένου μαρτυρία του Μουσικού σε σχέση με τη γνώση του για το τι επ΄ ακριβώς επεσυνέβηκε κατά την τότε εκτίμηση. Αναφορικά με το σημαντικό ζήτημα της ενοικιαστικής αξίας της οικιστικής γης το Δικαστήριο αποδέχεται και στο ζήτημα αυτό τη μαρτυρία του Μουσικού. Αυτή συνάδει με την κυπριακή πραγματικότητα όπως εξηγήθηκε από το μάρτυρα. Η ενοικιαστική αξία της οικιστικής γης είναι μικρή σε σχέση με την αγοραστική της αξία ακριβώς γιατί η χρήση από τον ενοικιαστή συνήθως δεν συνδέεται με το καθεστώς και τα πλεονεκτήματα της ζώνης. Η ενοικιαστική αξία του επίδικου μεριδίου είναι ορθό να υπολογιστεί ως η μισή της ενοικιαστικής αξίας του όλου. Αποδέχομαι την επί του προκειμένου προσέγγιση του Αγαθαγγέλου. Αλλωστε και ο Μουσικός με αυτή την υπόθεση κατέληξε στην ενοικιαστική αξία του επίδικου μεριδίου. Ο Αγαθαγγέλου παραδέχτηκε ότι εργαζόμενος αντίστροφα προς τα πίσω, υιοθέτησε μειώσεις μικρότερες από τη μεταβολή στις αξίες στον αντίστοιχο χρόνο. Και ενώ οι δύο εκτιμητές συμφωνούν ως προς τη σημερινή αξία του κτήματος, ο τρόπος που ο Αγαθαγγέλου εργάστηκε οδηγεί σε μεγαλύτερες από τις πραγματικές αξίες όσο προχωρούμε σε βάθος χρόνου μέχρι και το
- Οι μειώσεις από το 2015 και προς τα πίσω θα έπρεπε να ήταν μεγαλύτερες. Αν ήταν έτσι μεγαλύτερες θα οδηγούσαν σε αγοραία αξία την 1.1.1980 πιο κοντά στην αξία των €102.230,
- Η κατάληξη του Αγαθαγγέλου σε €207.954,90, διπλάσια δηλαδή της πραγματικής εκτιμημένης αξίας της γης, επιβεβαιώνει την ύπαρξη σφάλματος στη μεθοδολογία που ακολούθησε. Το Δικαστήριο αποδέχεται τη μαρτυρία του Μουσικού αναφορικά με την εκτίμηση από το Κτηματολόγιο όταν πρόκειται να πωληθεί και μεταβιβαστεί ακίνητη ιδιοκτησία. Λαμβάνει δε υπόψη το πρόδηλο, ότι δηλαδή το Κτηματολόγιο που ενδιαφέρεται στην είσπραξη των μεταβιβαστικών τελών δεν θα εξυπηρετείτο με την υιοθέτηση τιμής χαμηλότερης από την πραγματική. Γι΄ αυτό φαίνεται να μην αποδέχτηκε την τιμή που παρουσίασαν οι συμβαλλόμενοι, καθορίζοντας την πραγματική που ήταν καταφανώς μεγαλύτερη. Η τιμή των €84,67 ανά τ.μ. αφορά το επίδικο κτήμα ως ενιαία περιουσία. Ετσι, μπορεί να αντιπαραβληθεί με την αξία ανά τ.μ. του κτήματος που αναφέρεται στην έκθεση εκτίμησης του Αγαθαγγέλου. Ο Αγαθαγγέλου καταγράφει για το 2001 αξία €118,75 το τ.μ.. Η μεγάλη διαφορά επιβεβαιώνει και πάλι την ύπαρξη σφάλματος στη μεθοδολογία του εκτιμητή του Ενάγοντα. Επικαλέστηκε ο δικηγόρος του Ενάγοντα τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, όπου επιδικάστηκε εφάπαξ ποσό ως αποζημιώσεις του ιδιοκτήτη για στέρηση της ακίνητης ιδιοκτησίας του, χωρίς αναφορά σε συγκριτικές πωλήσεις και ενοίκια. Tόσο στην Loizidou v. Turkey Appl. no. 15318/89, 18.12.1996, 28.7.1998, όσο και στη Demades v. Turkey Appl. no. 16219/90, 22.4.2008, αναφέρεται ότι στις εκτιμήσεις των αιτητών αναπόφευκτα εμπεριέχετο σημαντικού βαθμού θεωρητικός υπολογισμός (speculation) λόγω της απουσίας πραγματικών συγκριτικών δεδομένων. Όταν το Δικαστήριο αδυνατεί να υπολογίσει τις χρηματικές ζημιές τότε είναι που καταφεύγει στον επιδικασμό πάνω σε δίκαια βάση («on an equitable basis») με την απόδοση εφάπαξ ποσού. Επιβεβαιώνεται συνεπώς ότι όπου υπάρχουν πραγματικά συγκριτικά δεδομένα αυτά θα πρέπει να αξιοποιούνται. Στη βάση της έκθεσης εκτίμησης του Μουσικού η ενοικιαστική αξία του επίδικου κτήματος για την περίοδο 11.9.1975 μέχρι 30.6.1991 ήταν €13.485, δηλαδή του ½ μεριδίου €6.743 περίπου. Το ποσό αυτό είναι δίκαιο να φέρει νόμιμο τόκο από το μέσο της περιόδου δηλαδή από 1.8.
- Για την περίοδο από 4.11.2010 μέχρι 2.6.2015 η ενοικιαστική αξία του επίδικου κτήματος ήταν €49.990 και επομένως του επίδικου μεριδίου €24.
- Το ποσό αυτό είναι δίκαιο να φέρει νόμιμο τόκο από το μέσο όρο της περιόδου δηλαδή από 20.2.
- Για την περίοδο που δεν έχει αποδειχθεί επέμβαση, από 1.7.1991 μέχρι 3.11.2010 η ενοικιαστική αξία του επίδικου μεριδίου ήταν €41.364,
- Ζ. Μη χρηματικές αποζημιώσεις Το ανθρώπινο δικαίωμα της ειρηνικής απόλαυσης της περιουσίας του ατόμου (Αρθρο 1 του Πρώτου Πρωτόκολλου της Σύμβασης) προβάλλεται ως ο πυλώνας επί του οποίου στηρίζονται οι αξιώσεις για τις «μη χρηματικές αποζημιώσεις» («non - pecuniary damages»). Το Αρθρο 41 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και των Θεμελιωδών Ελευθεριών προνοεί για «just satisfaction» στην περίπτωση παραβίασης της Σύμβασης ή των Πρωτόκολλων της. Στον καθορισμό αποζημιώσεων κάτω από το Αρθρο 41 της Σύμβασης, το ΕΔΑΔ συνυπολογίζει δύο παραμέτρους: Τις χρηματικές ζημιές («pecuniary damage») που αφορούν τη χρηματική ζημιά που ο αιτητής υπέστηκε και τη μη χρηματική ζημιά («non-pecuniary damage») που αφορά την αποζημίωση για τα συναισθήματα αδικίας, πικρίας, άγχους κλπ. που ο αιτητής υπέφερε. Ο δικηγόρος του Ενάγοντα επικαλέστηκε την Demades όπου επιδικάστηκαν από το ΕΔΑΔ €45.000 ως μη χρηματικές αποζημιώσεις αναφορικά με τα αισθήματα οδύνης, αγωνίας, αδημονίας, απογοήτευσης και απελπισίας του αιτητή για το ότι δεν μπορούσε να χρησιμοποιήσει την περιουσία του και να απολαύσει την κατοικία του στις κατεχόμενες περιοχές. Ο επιδικασμός αφορούσε χρονική περίοδο 21 έτη και ο δικηγόρος του Ενάγοντα, στη βάση ότι η υπόθεση του Ενάγοντα αφορά 40 χρόνια, εισηγείται ποσό €80.
- Η Demades αφορούσε δεύτερη κατοικία του αιτητή, γι΄ αυτό και η επίκληση του Αρθρου 8 της Σύμβασης που αφορά στο δικαίωμα στο σεβασμό της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής και της κατοικίας του ατόμου. Η περίπτωση του πατέρα του Ενάγοντα και του ιδίου διαφέρει και δεν μπορεί να συγκρίνεται με τις περιπτώσεις που επιδικάστηκαν μη χρηματικές αποζημιώσεις σε ελληνοκύπριους που εκδιώχθηκαν από τις περιουσίες τους στις περιοχές που καταλήφθηκαν διά της βίας των όπλων από τα τουρκικά στρατεύματα το 1974, «...χωρίς κανένα νομικό έρεισμα και χωρίς, βέβαια, την ύπαρξη οποιουδήποτε νόμου (βλ. Suleyman). Πολύ έντονα πρέπει να είναι τα συναισθήματα ενός προσώπου που το ένα βράδυ κοιμάται στη θαλπωρή της οικογενειακής του στέγης και το επόμενο βράδυ ευρίσκεται μακρυά από αυτή διωγμένος και ταλαιπωρημένος και του απαγορεύεται να επιστρέψει σε αυτή. Διαφορετικά είναι τα συναισθήματα, που και πάλι αντιμετωπίζονται με συμπάθεια, ενός προσώπου που διαμένει στο εξωτερικό για 23 χρόνια και πληροφορείται ότι περιουσία που έχει στην Κύπρο, που δεν ήταν ούτε η κατοικία του, ούτε ο χώρος εργασίας του, ούτε το χωράφι που καλλιεργούσε, έχει τεθεί υπό τον προσωρινό έλεγχο της νόμιμης κυβέρνησης του τόπου στη βάση της νομοθεσίας για σκοπούς προστασίας της και προσωρινά. Είναι η κατάληξη του Δικαστηρίου πως κανένα ποσό δεν δικαιολογείται ως μη χρηματικές αποζημιώσεις για την περίοδο επίταξης του επιδίκου μεριδίου από 11.9.1975 - 30.6.
- Καθ΄ όσον αφορά την περίοδο της παράνομης επέμβασης από το 2010, το Δικαστήριο αποδέχεται τη μαρτυρία του Ενάγοντα αναφορικά με τα αισθήματα απόγνωσης, απογοήτευσης και αδυναμίας με τα οποία παρακολουθεί την περιουσία του να τυγχάνει εκμετάλλευσης από τους Εναγόμενους και τρίτα πρόσωπα. Λαμβάνοντας υπόψη τη φύση της περιουσίας, όπως έχει πιο πάνω περιγραφεί, και το χρονικό εύρος της επέμβασης, το Δικαστήριο καθορίζει τις μη χρηματικές αποζημιώσεις του Ενάγοντα στο ποσό των €5.
- Οι μη χρηματικές αποζημιώσεις αφορούν την περίοδο από 4.11.2010 μέχρι σήμερα οπόταν και τερματίζονται με την έκδοση απόφασης με την οποία επιβεβαιώνονται και κατοχυρώνονται τα πλήρη ιδιοκτησιακά δικαιώματα του Ενάγοντα, ο οποίος, δικαιωμένος πλέον, δεν δικαιολογείται να διατηρεί τέτοια συναισθήματα. Η. Τιμωρητικές αποζημιώσεις Στην Adrian Holdings Ltd v. Κυπριακής Δημοκρατίας
(1998)1(Γ) Α.Α.Δ. 1836, 1846, αναφέρεται πως επιτρέπεται η επιδίκαση παραδειγματικών αποζημιώσεων όπου η διαγωγή του εναγόμενου είναι τόσο αξιόμεμπτη ώστε να αρμόζει επιβολή τιμωρίας από πολιτικό δικαστήριο. Αξιόμεμπτη διαγωγή είναι εκείνη που συνοδεύεται από έντονα στοιχεία αλαζονείας, θρασύτητας ή αθέμιτου κίνητρου, ιδιαίτερα όταν τείνει να ταπεινώσει το θύμα του αδικήματος. Στην Κωνσταντίνου ν. Γ & Κ Σοφοκλέους Λτδ
(2003)1(Γ) Α.Α.Δ. 1952, αναφέρθηκε ότι οι παράγοντες που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη αναφορικά με το ύψος των παραδειγματικών αποζημιώσεων, είναι η σοβαρότητα της συμπεριφοράς του εναγομένου και η οικονομική του κατάσταση. 'Οπου επιδικάζονται παραδειγματικές αποζημιώσεις δικαιολογείται η επιδίκαση ενός μόνο ποσού και είναι εσφαλμένος ο διαχωρισμός των παραδειγματικών αποζημιώσεων από τις συνήθεις αποζημιώσεις. ΄Ο,τι πρέπει να γίνεται είναι μια επιδίκαση βασισμένη επί της συνολικής θεώρησης των γεγονότων της υπόθεσης. Το ύψος των παραδειγματικών αποζημιώσεων επηρεάζεται από το ύψος των συνήθων αποζημιώσεων. Όταν το ποσό των αποζημιώσεων είναι ανεπαρκές για να τιμωρήσει τον εναγόμενο για την αποτρόπαια συμπεριφορά του, τότε μπορεί να επιδικαστεί κάποιο μεγαλύτερο ποσό ώστε το Δικαστήριο να σημειώσει την απαρέσκεια του και για να τον αποτρέψει από του να επαναλάβει τέτοια συμπεριφορά. Η διαφορά των συνήθων αποζημιώσεων και των τιμωρητικών είναι ότι κατά τον καθορισμό των πρώτων εξετάζεται πόσα έπρεπε να λάβει ο ενάγοντας ενώ κατά τον καθορισμό των τελευταίων εξετάζεται πόσα πρέπει να πληρώσει ο εναγόμενος. Αντιμετωπίζοντας σφαιρικά την υπόθεση , όχι για το τι δικαιούται η Ενάγουσα αλλά για το τι πρέπει να πληρώσουν οι Εναγόμενοι, θα πρέπει να ληφθούν υπόψη οι συνέπειες του διατάγματος για επιστροφή των τεμαχίων στην Ενάγουσα. Ουδεμία μαρτυρία έχει προσφερθεί αναφορικά με τις όποιες συμβατικές ή άλλες υποχρεώσεις των Εναγομένων προς τα πρόσωπα που κατέχουν και χρησιμοποιούν σήμερα το επίδικο κτήμα. Ενδεχομένως να καταστούν υπόλογοι για την καταβολή υψηλών αποζημιώσεων, δεδομένου μάλιστα ότι οι χρήστες ενοικιαστές προκύπτει να έχουν επενδύσει μεγάλα ποσά στην αξιοποίηση του κτήματος, έχοντας προφανώς εξασφαλίσει την μακροχρόνια ενοικίαση του. Η σταθερή παράμετρος είναι ότι οι Εναγόμενοι αποκομίζουν από την παράνομη εκμετάλλευση του επίδικου μεριδίου ποσό που πλησιάζει τα €2.495 μηνιαίως (½ x €4.990). Στο μηνιαίο ενοίκιο περιλαμβάνεται κάποιο ποσό που αφορά σε τεμάχιο πέραν του επιδίκου το οποίο περιλαμβάνεται στην ενοικίαση. Όταν τουρκοκυπριακή περιουσία συνίσταται σε γη χωρίς παραγωγικά δένδρα, η οποία εξ αντικειμένου δεν υπόκειται σε φθορά και δεν χρήζει συντήρησης, η προστασία η οποία χρειάζεται περιορίζεται στην παρεμπόδιση της παράνομης εκμετάλλευσης της. Η υπαγωγή της κάτω από το νομικό έλεγχο και κατοχή του Κηδεμόνα είναι αρκετή εφόσον έτσι παρέχεται το νομικό υπόβαθρο στον Κηδεμόνα να απαγορεύει την παράνομη εκμετάλλευση της και να προωθεί δικαστικές διαδικασίες για την προστασία των συμφερόντων και δικαιωμάτων του τουρκοκύπριου ιδιοκτήτη. Δεν έχει προσφερθεί μαρτυρία σε σχέση με τη νομική κατάσταση του αδελφού του Fikret. Κατά πόσο δηλαδή ο Rifet ήταν τουρκοκύπριος, στην έννοια που εξηγήθηκε πιο πάνω, και κατά πόσο το υπόλοιπο ½ μερίδιο του επίδικου κτήματος που του ανήκε ήταν τουρκοκυπριακή περιουσία στην έννοια του Νόμου. Η αναφορά στην αγόρευση του Γενικού Εισαγγελέα ότι ουδέποτε καταχωρίστηκε αίτηση διαχωρισμού του κτήματος και ότι τουλάχιστον το άλλο ½ μερίδιο ορθά διαχειρίζεται μέχρι τώρα ο Κηδεμόνας, δεν νομιμοποιεί την επέμβαση στο κτήμα. Εάν το μερίδιο του Rifet ήταν τουρκοκυπριακή περιουσία και συνεπώς χρειαζόταν προστασία η υπαγωγή αυτού κάτω από το Νόμο θα ήταν αρκετή για την προστασία του επίδικου κτήματος. Η εκμετάλλευση του κτήματος κατά τον τρόπο που περιγράφηκε, με την ανέγερση οικοδομών και ενοικίασης του το 2010, εκφεύγει κάθε έννοιας προστασίας του. Αυτό που επέτρεψαν οι Εναγόμενοι να επισυμβεί ήταν αυτό από το οποίο ο Κηδεμόνας όφειλε να προστατεύσει το επίδικο μερίδιο εάν αυτό ήταν τουρκοκυπριακή περιουσία. Η συμπεριφορά των Εναγομένων ενέχει τα στοιχεία εκείνα που δικαιολογούν τον επιδικασμό τιμωρητικών αποζημιώσεων. Η ενοικιαστική αξία του επιδίκου μεριδίου από 4.11.2010 μέχρι 2.6.2015 έχει καθοριστεί στο ποσό των €24.995 που ανέρχεται στο κατά μέσο όρο μηνιαίο ποσό των €455. Είναι η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι ένα συνολικό ποσό των €1.000 μηνιαίως από 4.11.2010 συνιστά τη δίκαια υπό τις περιστάσεις αποζημίωση (απώλεια ενοικιαστικής αξίας και τιμωρητικές αποζημιώσεις). Μέχρι σήμερα οι αποζημιώσεις αυτές συμποσούνται σε €62.500. Θ. Τα εκτιμητικά Ο Αγαθαγγέλου μαρτύρησε ότι η αμοιβή του για τις εκτιμητικές υπηρεσίες που προσέφερε ανέρχεται σε €4.500 πλέον Φ.Π.Α.. Η αμοιβή του εκτιμητή του Ενάγοντα ορθά διεκδικείται ως ειδική ζημιά και δικογραφείται ως τέτοια στην Απαίτηση. Είναι όμως περιορισμένη στο ποσό των €862. 'Ο,τι άλλο μπορεί να αποδοθεί (αφού απαιτηθεί στο σχετικό κατάλογο εξόδων) είναι το σχετικό επίδομα μάρτυρα, όπως προνοείται στο Μέρος ΙΙΙ του Παραρτήματος Β των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Ι. Η κατάληξη Ως εκ των ανωτέρω εκδίδεται απόφαση με την οποία αναγνωρίζεται ότι ο Ενάγοντας είναι ο μόνος που δικαιούται σε κατοχή του ½ μεριδίου της ακίνητης ιδιοκτησίας με Αρ. εγγραφής 9/53, Τεμ.55 του Φ/Σχ. 50/08 Ε2, Τμήμα 9, στην τοποθεσία Κουζάρη στην Ενορία Σκάλα, στην Επαρχία Λάρνακας. Περαιτέρω εκδίδεται διάταγμα με το οποίο διατάσσονται οι Εναγόμενοι να εκκενώσουν και παραδώσουν στον Ενάγοντα κενή και ελεύθερη κατοχή του ½ μεριδίου της πιο πάνω ακίνητης ιδιοκτησίας. Περαιτέρω εκδίδεται διάταγμα με το οποίο εμποδίζονται οι Εναγόμενοι είτε οι ίδιοι είτε μέσω οποιωνδήποτε τρίτων από του να κατέχουν, εισέρχονται, χρησιμοποιούν ή επεμβαίνουν με οποιοδήποτε τρόπο επί του ½ μεριδίου της πιο πάνω ακίνητης ιδιοκτησίας. Περαιτέρω εκδίδεται διάταγμα με το οποίο διατάσσονται οι Εναγόμενοι να απομακρύνουν από την ακίνητη ιδιοκτησία οποιεσδήποτε κατασκευές υφίστανται σε αυτή. Εχοντας υπόψη τη φύση των εκδοθέντων διαταγμάτων και την περιγραφή των ανεγερθέντων στο επίδικο κτήμα υποστατικών, το Δικαστήριο κρίνει ότι είναι ορθό και δίκαιο να δοθεί αναστολή στην εκτέλεση των διαταγμάτων ώστε να παρασχεθεί λογικός χρόνος προς συμμόρφωση. Συνεπώς τα εκδοθέντα διατάγματα αναστέλλονται για περίοδο πέντε μηνών. Ως προς τον διεκδικούμενο τόκο επί των αποζημιώσεων κατέληξα πως η ορθή προσέγγιση θα ήταν να επιδικαστεί νόμιμος τόκος από το μέσο της κάθε περιόδου που η σχετική αποζημίωση αφορά. Για την κατάληξη μου να επιδικάσω τον πιο πάνω τόκο έλαβα υπόψη τη σχετική νομολογία και τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης (βλ. Φοινικαρίδης & άλλη ν. Γεωργίου & άλλων
(1991)1 Α.Α.Δ. 475, 496 και Δρυάδης κ.α. ν. Καλησπέρα
(1998)1 (Β) Α.Α.Δ. 881, 893). Ως εκ των ανωτέρω εκδίδεται απόφαση υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον της Εναγόμενης 1 για το ποσό των €6.743 με τόκο 6% από 1.8.1983 μέχρι 28.11.1996, 8% από 29.11.1996 μέχρι 14.10.2008 και 5½% από 15.10.2008 μέχρι εξοφλήσεως. Περαιτέρω εκδίδεται απόφαση υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον των Εναγομένων 1 και 2 αλληλέγγυα και κεχωρισμένα για το ποσό των €67.500 με τόκο 5½% από 12.6.2013 μέχρι εξοφλήσεως. Περαιτέρω εκδίδεται απόφαση υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον των Εναγομένων 1 και 2 αλληλέγγυα και κεχωρισμένα για το ποσό των €1.000 μηνιαία από σήμερα μέχρι παράδοσης της κατοχής του ½ μεριδίου του επιδίκου κτήματος στον Ενάγοντα, με νόμιμο τόκο μέχρι εξοφλήσεως. Περαιτέρω εκδίδεται απόφαση υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον των Εναγομένων 1 και 2 αλληλέγγυα και κεχωρισμένα για το ποσό των €862 με τόκο 5½% από 20.12.2011 μέχρι εξοφλήσεως. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον των Εναγομένων 1 και 2 αλληλέγγυα και κεχωρισμένα όπως τούτα θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή στην κλίμακα €500.000 - €2.000.000 και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.)............................... Χ.Μαλαχτός Π.Ε.Δ. /ΚΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο