← Κύπρος

BANK OF CYPRUS PUBLIC COMPANY LTD ν. KEVIN PAUL HOGAN κ.α., Αρ. Αγωγής: 4606/2013, 11/1/2016

BANK OF CYPRUS PUBLIC COMPANY LTD ν. KEVIN PAUL HOGAN κ.α., Αρ. Αγωγής: 4606/2013, 11/1/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2016:A3 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Ηλ. Γεωργίου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4606/2013 Μεταξύ: BANK OF CYPRUS PUBLIC COMPANY LTD Εναγόντων -και-

  1. KEVIN PAUL HOGAN
  2. ROTOS DEVELOPERS LTD Εναγομένων Αίτηση ημερ. 5.5.15 για παραμερισμό του κλητηρίου λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας 11 Ιανουαρίου, 2016 Εμφανίσεις: Για Εναγόμενο 1 Αιτητή: κα Χριστοδούλου για Παρπαρίνος & Συνεργάτες ΔΕΠΕ Για την Ενάγουσα Καθ' ης η αίτηση: κα Ανδρέου για Α. Ανδρέου & Σία ΔΕΠΕ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ
  3. Με την παρούσα αίτηση ο εναγόμενος 1 - αιτητής, επιζητεί διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να παραμερίζεται το διάταγμα του Δικαστηρίου ημερ. 4.2.2015 με το οποίο χορηγήθηκε άδεια για επίδοση σ΄αυτόν της ειδοποίησης του κλητηρίου και του κλητηρίου, εκτός δικαιοδοσίας, ως επίσης και διάταγμα με το οποίο να παραμερίζεται το κλητήριο ένταλμα και η επίδοσης αυτού λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. Η παρούσα αίτηση αποτελεί μία από τις δεκάδες παρόμοιες αιτήσεις που εκκρεμούν ενώπιον τούτου του Δικαστηρίου στα πλαίσια άλλων αγωγών.
  4. Η αίτηση βασίζεται, μεταξύ άλλων, στην Δ.2 Θ.2, Δ.6 Θ.6, 7

(1)(γ), Δ.16 Θ.9, Δ.27 Θ.2 και 3, Δ.33 Θ.10, Δ.48 Θ.1-3, 6-9, 12 και 13, Δ.64, των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στα άρθρα 2 και 21 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, στα άρθρα 2, 5, 6
(1), 15, 16, 17, και 26-31 του Ευρωπαϊκού Κανονισμού 44/2001 και στα άρθρα 4, 6-8, 10 και 4 του Ευρωπαϊκού Κανονισμού 1393/
  1. Η αίτηση συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση του κ.Σ. Παρπαρίνου, ο οποίος αναφέρει ότι είναι δεόντως εξουσιοδοτημένος από τον αιτητή. Αναφέρεται μεταξύ άλλων στα γεγονότα που περιβάλουν την παρούσα υπόθεση, αρκετά από τα οποία αφορούν την ουσία της αγωγής. Επισημαίνει ότι η παρούσα υπόθεση αποτελεί μια από τις πολλές υποθέσεις στις οποίες Άγγλοι αγοραστές πείστηκαν να αγοράσουν από τα σχέδια κατοικίες στην Κύπρο τις οποίες θα ανέγειραν Κυπριακές εταιρείες. Την δε χρηματοδότηση για την αγορά, την παραχωρούσε σε κάθε περίπτωση τράπεζα. Αναφέρει δε ότι εκκρεμούν αρκετές αγωγές στα Αγγλικά Δικαστήρια από Άγγλους στις οποίες γίνεται αναφορά. Ισχυρίζεται ότι η τράπεζα παρέλειψε να ακολουθήσει την δέουσα πρακτική και πολιτική που θα επιδείκνυε ένας επαγγελματίας τραπεζικός οργανισμός και περαιτέρω παρέλειψε να επεξηγήσει στους Άγγλους αγοραστές τους πιθανούς κινδύνους σύναψης συμφωνίας σε ξένο συνάλλαγμα. Στην προκείμενη περίπτωση είναι η θέση του αιτητή ότι προχώρησε με τη σύναψη του επίδικου δανείου κατόπιν ψευδών παραστάσεων που έγιναν στην Αγγλία. Ο αιτητής πείστηκε από αντιπροσώπους της τράπεζας όπως προχωρήσει στην αγορά του επίδικου εξοχικού διαμερίσματος και του αναφέρθηκε ότι το επίδικο δάνειο θα έπρεπε να ληφθεί από την ενάγουσα τράπεζα. Αντιπρόσωποι αυτής και της εναγομένης 2 διορίστηκαν ως πληρεξούσιοι αντιπρόσωποι του αιτητή. Τον παρότρυναν όπως υπογράψει πληρεξούσιο έγγραφο προς όφελος συγκεκριμένων προσώπων ώστε να μην χρειάζεται να μεταβαίνει στην Κύπρο για τυπικές υπογραφές σχετικά με το αγοραπωλητήριο έγγραφο και την δανειακή σύμβαση πλην όμως διαφάνηκε εκ των υστέρων ότι το εύρος του πληρεξουσίου εγγράφου ήταν μεγαλύτερο. Ισχυρίζεται δε ότι τα έγγραφα που υπογράφηκαν ουδέποτε του επεξηγήθηκαν. Αναφέρει επίσης ότι η τράπεζα απέσπασε πληρεξούσιο έγγραφο από αυτόν εκμεταλλευόμενη τη συμφωνία εκχώρησης ημερ. 12.3.2008 χωρίς ο αιτητής να γνωρίζει τους όρους του. Περαιτέρω διορίστηκε ως πληρεξούσιος αντιπρόσωπος του η ίδια η τράπεζα δυνάμει πληρεξουσίου εγγράφου ημερ. 12.3.2008 που υπογράφηκε τυπικά από τον αιτητή. Διατείνεται ότι η εν λόγω πρακτική ουσιαστικά αφαίρεσε κάθε δικαίωμα και προστασία των συμφερόντων του. Πέραν των πιο πάνω οι αντιπρόσωποι της τράπεζας διαβεβαίωσαν τον αιτητή ότι η αγορά του εν λόγω διαμερίσματος θα ήταν κερδοφόρα αφού βρισκόταν σε φημισμένη τουριστική περιοχή και ήταν εγγυημένη η ενοικίαση του σε τουρίστες γεγονός που θα εξασφάλιζε στον αιτητή σημαντικό εισόδημα και θα συνεισέφερε σημαντικά στην αποπληρωμή των δόσεων του δανείου. Η δήλωση αυτή όμως δεν ήταν αληθινή αφού η εξοχική κατοικία αποτελεί μέρος συγκροτήματος που βρίσκεται σε χωριό της επαρχίας Λάρνακας το οποίο δεν είναι φημισμένος ως τουριστικός προορισμός. Περαιτέρω αναφέρει ότι αγνοεί την ύπαρξη της συμφωνίας εκχώρησης ημερ. 12.3.2008 με την οποία εκχωρούνταν όλα τα δικαιώματα του αιτητή ως αυτά απέρρεαν από το πωλητήριο έγγραφο προς την τράπεζα Διατείνεται ότι η συμφωνία δανείου αποτελεί τον μοναδικό πυρήνα και αιτία του αγώγιμου δικαιώματος της τράπεζας και συνεπώς τα οποιαδήποτε δικαιώματα της τράπεζας επί της ακίνητης ιδιοκτησίας δεν αποτελούν την ουσία της αγωγής. Εν κατακλείδι είναι η θέση του ότι ο αιτητής είναι καταναλωτής στην έννοια των άρθρων 15 και 17 του Κανονισμού (ΕΚ) 44/01, ότι τα Αγγλικά δικαστήρια είναι αυτά που έχουν δικαιοδοσία βάση του άρθρου 27 του πιο πάνω κανονισμού αλλά και του γεγονότος ότι οι ισχυριζόμενες ψευδείς παραστάσεις έγιναν στην Αγγλία από αντιπροσώπους της τράπεζας και επίσης το ζημιογόνο γεγονός επεσυνέβη στην Αγγλία.
  2. Η ενάγουσα καθ΄ης η αίτηση φέρει ένσταση στα αιτούμενα διατάγματα. Η ένορκη δήλωση του κ. Μ. Σωφρονίου, υπαλλήλου της ενάγουσας, που συνοδεύει την ένσταση απορρίπτει το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση. Ισχυρίζεται μεταξύ άλλων ότι όλα τα επίδικα γεγονότα διαδραματίστηκαν στην επαρχία Λάρνακας. Το δε ακίνητο το οποίο αγόρασε ο εναγόμενος 1 και για το οποίο υπέγραψε σχετική συμφωνία εκχώρησης προς όφελος της ενάγουσας ευρίσκεται στην αρμοδιότητα του παρόντος Δικαστηρίου. Περαιτέρω δε, όλοι οι μάρτυρες που θα κληθούν από την ενάγουσα βρίσκονται στην Λάρνακα. Διατείνεται ότι ο εναγόμενος 1 δεν είναι καταναλωτής αλλά επενδυτής. Αρνείται ότι υπήρξε οποιαδήποτε ψευδής παράσταση από μέρους της τράπεζας και ουδείς δήλωσε στον εναγόμενο 1 ότι η αγορά του διαμερίσματος θα ήταν κερδοφόρα ή ότι θα εξασφάλιζε στον εναγόμενο 1 σημαντικό εισόδημα. Η δε επίδικη συμφωνία δανείου υπογράφηκε από τον εναγόμενο με ελεύθερη βούληση. Περαιτέρω στην επίδικη συμφωνία δανείου υφίσταται ρήτρα δικαιοδοσίας (βλ. τεκμ.5) η οποία προνοεί τα ακόλουθα: «The Laws of Cyprus shall apply to the present agreement and Cyprus Courts shall have jurisdiction. This is without prejudice to the right of the Bank to proceed against the Customer in the Courts of any other country». Έτσι ισχυρίζεται ότι τα Αγγλικά Δικαστήρια δεν έχουν δικαιοδοσία να δικάσουν τις μεταξύ των διαδίκων διαφορές σε αντίθεση με το παρόν Δικαστήριο.
  3. Ο εναγόμενος 1 αιτητής διατείνεται ότι δεν βρισκόταν σε ισχύ το κλητήριο έγγραφο όταν επιδόθηκε σ΄ αυτόν και τα άλλα έγγραφα και συνακόλουθα το σχετικό διάταγμα θα πρέπει να παραμεριστεί. Στην προκείμενη περίπτωση κλητήριο ειδικώς οπισθογραφημένο καταχωρήθηκε στις 3.12.
  4. Στις 6.10.2014 καταχωρήθηκε αίτηση από μέρους της ενάγουσας για ανανέωση του κλητηρίου και στις 22.10.2014 εκδόθηκε σχετικό διάταγμα για ανανέωση του κλητηρίου για περίοδο 6 μηνών. Στις 16.4.2015 ο εναγόμενος 1 καταχώρισε σημείωμα εμφάνισης υπό διαμαρτυρία αφού προηγουμένως παραχωρήθηκε σχετική άδεια. Περαιτέρω ο εναγόμενος 1 -αιτητής ισχυρίζεται ότι το κλητήριο επιδόθηκε κατά ή περί την 10.3.
  5. Συνεπώς όταν επιδόθηκε σ΄ αυτόν το κλητήριο και τα άλλα έγγραφα, αυτό βρισκόταν σε ισχύ. Συνακόλουθα η σχετική εισήγηση δεν με βρίσκει σύμφωνο και απορρίπτεται. 6.1 Στην προκείμενη περίπτωση επιζητείται μεταξύ άλλων διάταγμα του Δικαστηρίου για παραμερισμό του διατάγματος ημερ. 4.2.
  6. Πρόκειται για διάταγμα με το οποίο επετράπηκε η επίδοση του κλητηρίου και των εγγράφων που περιγράφονται σ΄ αυτό, μεταφρασμένα στην αγγλική γλώσσα στον εναγόμενο 1, με διπλοσυστημένη επιστολή μέσω διεθνούς υπηρεσίας ταχυμεταφορών. Ο δε χρόνος καταχώρισης εμφάνισης από μέρους του καθορίστηκε σε 40 ημέρες. Αναφέρεται σ΄ αυτό ότι οποιαδήποτε μεταγενέστερη αίτηση σε περίπτωση μη εμφάνισης θα θεωρείται ως δεόντως επιδοθείσα σ΄ αυτόν εάν αναρτηθεί στον πίνακα του Δικαστηρίου για περίοδο 7 ημερών. 6.2 Όπως έχει ήδη αναφερθεί και πιο πάνω το κλητήριο ένταλμα καταχωρήθηκε στις 3.12.
  7. Στις 16.1.2014 εκδόθηκε διάταγμα στα πλαίσια της πιο πάνω αγωγής, με το οποίο επετράπη η επίδοση του κλητηρίου εντάλματος με βάση τον Κανονισμό ΕΚ 1393/07 και ΕΚ 44/
  8. Ακολούθως στα πλαίσια της αίτησης ημερ. 16.1.2015 εκδόθηκε το διάταγμα ημερ. 4.2.2015 που περιγράφεται στην παρ. 6.
  9. Ως αναφέρεται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση ημερ. 16.1.2015 το κλητήριο στάληκε στο Υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης με σκοπό την επίδοση πλην όμως δεν έλαβαν μέχρι τότε οποιαδήποτε απάντηση και έτσι προέβηκαν στην καταχώρηση της πιο πάνω αίτησης. Εκείνο που επιζητείται με την παρούσα αίτηση είναι ο παραμερισμός του διατάγματος ημερ. 4.2.2015 με το οποίο επετράπη η επίδοση του κλητηρίου και των άλλων εγγράφων με διπλοσυστημένη επιστολή. Δεν επιζητείται ο παραμερισμός του διατάγματος ημερ. 16.1.2014 με το οποίο δόθηκε άδεια και επετράπη η επίδοση του κλητηρίου εκτός δικαιοδοσίας.
  10. Η δικαιοδοσία των Δικαστηρίων είναι ζήτημα δημόσιας τάξης και μπορεί να εγερθεί σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας ακόμη και κατ΄έφεση (βλ. Παναγιώτου ν Χ»Κυριάκου,
(1991)1 ΑΑΔ 362). Λόγω της φύσης και της σοβαρότητας του, αφού ελλείψει δικαιοδοσίας κάθε απόφαση είναι άκυρη. Το ζήτημα μπορεί να εγερθεί και να εξεταστεί αυτεπάγγελτα από το Δικαστήριο σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας (βλ. Michaelidou v Gregoriou and others,
(1988)1 CLR 88). 8. Η αίτηση βασίζεται μεταξύ άλλων στην Δ.16 Θ.9 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας η οποία προνοεί τα ακόλουθα: «A defendant before appearing shall be at liberty, without obtaining leave to enter or entering a conditional appearance, to take out a summons to set aside the service upon him of the writ or of notice of the writ, or to discharge the order authorizing such service». 9.1 Στην υπόθεση S.P.P. Projects Limited v Integral Equipment Sarl
(1993)1 ΑΑΔ 762, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Η διαταγή για την επίδοση κλητηρίου (ειδοποίησης) εντάλματος στο εξωτερικό επιμαρτυρεί την ύπαρξη των προϋποθέσεων που θέτει η Δ.6 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας για την ανάληψη και άσκηση δικαιοδοσίας για την εκδίκαση αγωγής που στρέφεται εναντίον κάτοικου του εξωτερικού, οπόταν δικαιολογείται η επίδοση της στην αλλοδαπή. Απαραίτητη προϋπόθεση αποτελεί η ύπαρξη δικαιοδοσίας εκ μέρους του δικαστηρίου να επιληφθεί της διαφοράς. Η έκδοση διατάγματος για επίδοση στο εξωτερικό, υποδηλώνει ότι το δικαστήριο είναι αρμόδιο και έχει δικαιοδοσία να επιληφθεί του επίδικου θέματος (βλ. Sekavin S.A. v Ship "PLATON CH."
(1987)1 CRL 2978). .. Διαταγή για επίδοση του κλητηρίου στο εξωτερικό, εκδίδεται μετά από μονομερή αίτηση του ενάγοντα. Διαφυλάσσεται όμως στον εναγόμενο το δικαίωμα να ακουστεί, χάριν της φυσικής δικαιοσύνης, και να ζητήσει τον παραμερισμό του διατάγματος. Το δικαίωμα κατοχυρώνεται με τις διατάξεις της Δ.16 Θ.9 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Στα πλαίσια του αιτήματος για παραμερισμό του διατάγματος, μπορεί να αμφισβητηθούν τόσο τα γεγονότα που το στοιχειοθετούν όσο και η δικαιοδοτική του βάση». (Η έμφαση δική μου). 9.2 Στην υπόθεση GCC Computers Ltd v Penrill Datacom Ltd
(2000)1Γ ΑΑΔ 1584, η εφεσείουσα εξασφάλισε μετά από μονομερή αίτηση διάταγμα για σφράγιση του κλητηρίου και επίδοση της ειδοποίησης στην εφεσίβλητη εκτός δικαιοδοσίας. Στη συνέχεια καταχώρησε αίτηση και πέτυχε την ακύρωση του εκδοθέντος διατάγματος. Ο δε συνήγορος της εφεσείουσας εισηγήθηκε ότι από τη στιγμή που η εφεσείουσα εξασφάλισε με μονομερή αίτηση τις αιτηθείσες άδειες το βάρος της απόδειξης είχε μετατεθεί στην εφεσίβλητη. Το Ανώτατο Δικαστήριο με σαφή τρόπο επεσήμανε ότι τούτο δεν είναι ορθό και ανέφερε ότι η υποχρέωση της εφεσείουσας όταν ζητούσε μονομερώς τις άδειες του Δικαστηρίου ήταν να αποδείξει ότι είχε εκ πρώτης όψεως καλή ή συζητήσιμη υπόθεση εναντίον της εφεσίβλητης και το βάρος αυτό παρέμεινε στους ώμους της εφεσείουσας καθόλην την διάρκεια της διαδικασίας για παραμερισμό των αδειών που δόθηκαν από το Δικαστήριο στα πλαίσια της εν λόγω αίτησης. Η μόνη υποχρέωση που είχε η εφεσίβλητη κατά την διαδικασία του παραμερισμού ήταν να δείξει ότι η εφεσείουσα κατά το στάδιο της μονομερούς αίτησης δεν είχε εκ πρώτης όψεως καλή ή συζητήσιμη υπόθεση. Η πιο πάνω υπόθεση αναφέρεται στην προϋπόθεση της απόδειξης εκ πρώτης όψεως καλής υπόθεσης που προβλέπεται από την Δ.6 Θ.4 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Όπως έχει ήδη επισημανθεί η έκδοση διατάγματος για επίδοση στο εξωτερικό υποδηλώνει ότι το Δικαστήριο είναι αρμόδιο και έχει την δικαιοδοσία να επιληφθεί του επίδικου θέματος (βλ. S.P.P. Projects Limited, ανωτέρω). Συνεπώς το βάρος απόδειξης ότι η ενάγουσα είχε εκ πρώτης όψεως καλή ή συζητήσιμη υπόθεση εναντίον του εναγομένου 1 αλλά και ότι το παρόν Δικαστήριο κέκτηται δικαιοδοσίας βρίσκεται καθόλην τη διάρκεια της διαδικασίας για παραμερισμό στην ενάγουσα. Συνεπώς η σχετική περί του αντιθέτου εισήγηση, της ευπαιδεύτου συνηγόρου της ενάγουσας, δεν με βρίσκει σύμφωνο. 10. Το ζήτημα της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου και κατά πόσο ορθά εκδόθηκε το διάταγμα, κρίνεται στη βάση της Έκθεσης Απαίτησης και των όσων είχαν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου με την ένορκη δήλωση που συνόδευε την αίτηση για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας. (βλ. Amathus Navigation Co Ltd v Concord Express Liners
(1993)1 ΑΑΔ 1030, 1033 και Her Britannic Majesty's Secretary of State for Defense v A.P. Lanitis Investments Ltd
(1999)1(Β) ΑΑΔ 995). Επομένως, ισχυρισμοί γεγονότων που εκτίθενται στο στάδιο τούτο δεν μεταβάλλουν το πραγματικό υπόβαθρο πάνω στο οποίο στηρίχτηκε το Δικαστήριο για να εκδώσει το προσβαλλόμενο διάταγμα και δεν λαμβάνονται υπόψη. Το ζήτημα κρίνεται αποκλειστικά με βάση το υλικό που συνόδευε την αρχική αίτηση για άδεια (βλ. Her Britannic Majesty's Secretary of State for Defense, ανωτέρω). Το κριτήριο είναι αντικειμενικό με την έννοια ότι δεν αποφαίνεται το Δικαστήριο αναφορικά με την αξία της μαρτυρίας (βλ. Sekavin S.A. v Ship 'Platon Ch'
(1987)1 CLR 297) δεν επιτρέπει παρέκκλιση από τις επιτακτικές πρόνοιες της Δ.6 Θ.4 που προνοεί πως κάθε αίτηση για άδεια για επίδοση του κλητηρίου εντάλματος ή ειδοποίησης του σε εναγόμενο εκτός Κύπρου πρέπει να υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση ή άλλη μαρτυρία που να ικανοποιεί το Δικαστήριο ότι ο ενάγοντας έχει εκ πρώτης όψεως καλή αιτία αγωγής. Αναφέρεται στην George D. Counnas and Sons Ltd v Zim Israel Navigation Co Ltd and another
(1963)2 CLR 266. 268, ότι ο ενάγοντας υποχρεούται να παραθέσει σε μια ή περισσότερες ένορκες δηλώσεις που υποστηρίζουν την αίτηση του το πλήρες φάσμα των γεγονότων πάνω στα οποία εδράζεται το αγώγιμο του δικαίωμα. Το βάρος της απόδειξης κατά τη διαδικασία της αίτησης για παραμερισμό ως έχει ήδη αναφερθεί, το φέρει και πάλι ο ενάγοντας, ο οποίος βαρύνεται να πείσει το Δικαστήριο ότι ικανοποιούνταν οι προϋποθέσεις για παροχή σε αυτόν άδειας για επίδοση του κλητηρίου εντάλματος εκτός δικαιοδοσίας (βλ. GCC Computers Ltd v Penrill Datacom Ltd
(2000)1Γ ΑΑΔ 1584, 1588-9).
  1. Στη συνέχεια θα εξεταστεί κατά πόσο με βάση το υλικό που συνόδευε την αίτηση ήταν ικανοποιητικό για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση ημερ. 9.12.2013 στα πλαίσια της οποίας εκδόθηκε το διάταγμα ημερ. 16.1.2014 με το οποίο, μεταξύ άλλων, παραχωρήθηκε άδεια για επίδοση του κλητηρίου εκτός δικαιοδοσίας αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι η ενάγουσα διεξήγαγε τραπεζικές εργασίες στην Κύπρο. Ο δε εναγόμενος 1 δυνάμει αγοραπωλητηρίου εγγράφου ημερ. 21.12.2007 αγόρασε από τους εναγόμενους 2 διαμέρισμα στην επαρχία Λάρνακας. Κατά ή περί την 3.3.2008 η ενάγουσα παραχώρησε δάνειο στον εναγόμενο 1 για το ποσό των 246.960 ελβετικών φράγκων το οποίο ήταν πληρωτέο με καθορισμένο τρόπο όπως περιγράφεται στην ένορκη δήλωση. Ο εναγόμενος 1 κατά παράβαση των όρων της συμφωνίας παρέλειψε να καταβάλλει κανονικά τις συμφωνηθείσες δόσεις και έτσι οφείλει το ποσό των 291.542,25 ελβετικών φράγκων πλέον τόκους. Η ενάγουσα με επιστολή της ημερ. 6.11.2013 τερμάτισε τη συμφωνία και κάλεσε τον εναγόμενο 1 όπως καταβάλει το πιο πάνω ποσό πλέον τόκους. Στα πλαίσια της πιο πάνω μαρτυρίας το Δικαστήριο εξέδωσε το πιο πάνω διάταγμα. Όπως έχει αναφερθεί και πιο πάνω δεν επιζητείται η ακύρωση του διατάγματος ημερ. 16.1.2014 παρά μόνο επιζητείται η ακύρωση του διατάγματος ημερ. 4.2.2015 με το οποίο επιτράπηκε η επίδοση του κλητηρίου εντάλματος και των άλλων εγγράφων με διπλοσυστημένη επιστολή. Ανεξάρτητα όμως από το τελευταίο με βάση την πιο πάνω μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου κρίνω ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις που θέτει η Δ.6 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και ειδικότερα ότι η ενάγουσα έχει εκ πρώτης όψεως καλή αιτία αγωγής και ότι το Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία να επιληφθεί του επίδικου θέματος. Όπως έχει ήδη αναφερθεί η μόνη μαρτυρία στην οποία η ενάγουσα μπορεί να στηριχτεί είναι εκείνη η οποία στοιχειοθέτησε την αίτηση της για παροχή άδειας για επίδοση στο εξωτερικό. Άλλωστε αυτή αποτέλεσε το βάθρο για την αίτηση της (βλ. υπόθεση Amathus Navigation Co Ltd v Concord Express Liners, ανωτέρω). Επισημαίνεται ότι η όποια επιπρόσθετη μαρτυρία που παρουσιάστηκε από την ενάγουσα δεν λήφθηκε υπόψη και ειδικότερα δεν λήφθηκε υπόψη τα όσα αναφέρει η ενάγουσα στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση ότι στην επίδικη συμφωνία δανείου υφίσταται ρήτρα δικαιοδοσίας. Τέτοιος ισχυρισμός δεν τέθηκε εξ αρχής ενώπιον του Δικαστηρίου.
  2. Το ζήτημα της δικαιοδοσίας είναι υψίστης σημασίας. Όπως έχει ήδη αναφερθεί στην παράγραφο 7 πρόκειται για ζήτημα δημόσιας τάξης και μπορεί να εγερθεί σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας. Στο στάδιο αυτό, θα εξεταστεί κατά πόσο υφίσταται δικαιοδοσία του παρόντος Δικαστηρίου για τους λόγους που προβάλει ο εναγόμενος 1 - αιτητής. Η αίτηση βασίζεται μεταξύ άλλων και στα άρθρα 2, 5, 6
(1), 15, 16, 17 και 26-31 του Ευρωπαϊκού Κανονισμού 44/01 για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις. Ο Κανονισμός αυτός εφαρμόζεται στην Κύπρο και υπερισχύει κάθε αντίθετης νομοθετικής ή κανονιστικής διάταξης του δικαιϊκού μας συστήματος (βλ. Ironhold Estates Ltd, T/A Henipa Hotel v Travelworld Ltd
(2010)1(A) ΑΑΔ 452). 13.1 Στην προκείμενη περίπτωση αποτελεί αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι ο εναγόμενος 1 έχει την κατοικία του στο Ηνωμένο Βασίλειο το οποίο είναι κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το δε άρθρο 2
(1)ρητά προνοεί ότι με την επιφύλαξη των διατάξεων του Κανονισμού, τα πρόσωπα που έχουν την κατοικία τους στο έδαφος κράτους μέλους ενάγονται ενώπιον των Δικαστηρίων αυτού του κράτους μέλους ανεξάρτητα από την ιθαγένεια τους. Η δε αγωγή του αντισυμβαλλόμενου κατά του καταναλωτή με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 16
(2)μπορεί να ασκηθεί μόνον ενώπιον των Δικαστηρίων του κράτους μέλους στο έδαφος του οποίου έχει την κατοικία του ο καταναλωτής. Το δε άρθρο 15 του πιο πάνω Κανονισμού προνοεί: «Σε συμβάσεις που ο σκοπός μας μπορεί να θεωρηθεί ξένος προς την επαγγελματική δραστηριότητα του προσώπου που τις καταρτίζει, του καταναλωτή, η διεθνής δικαιοδοσία καθορίζεται από τις διατάξεις του παρόντος τμήματος, με την επιφύλαξη των άρθρων 4 και 5, σημείο 5: α) όταν πρόκειται για πώληση ενσωμάτων κινητών με τμηματική καταβολή του τιμήματος ή β) όταν πρόκειται για δάνειο με σταδιακή εξόφληση ή για άλλη πιστωτική συναλλαγή συνδεόμενη με τη χρηματοδότηση αγοράς ενσωμάτων κινητών ή γ) σε όλες τις άλλες περιπτώσεις, όταν η σύμβαση καταρτίσθηκε με πρόσωπο, το οποίο ασκεί εμπορικές ή επαγγελματικές δραστηριότητες στο έδαφος του κράτους μέλους κατοικίας του καταναλωτή ή το οποίο κατευθύνει με οποιοδήποτε μέσον τέτοιου είδους δραστηριότητες σ΄ αυτό το κράτος μέλος ή σε διάφορα κράτη, συμπεριλαμβανομένου του εν λόγω κράτους μέλους και η σύμβαση εμπίπτει στο πεδίο των εν λόγω δραστηριοτήτων. 2. Όταν ο αντισυμβαλλόμενος του καταναλωτή δεν έχει κατοικία στο έδαφος κράτους μέλους, αλλά διαθέτει υποκατάστημα, πρακτορείο ή άλλη εγκατάσταση σε κράτος μέλος, θεωρείται, ως προς τις διαφορές τις σχετικές με την εκμετάλλευσή τους, ότι έχει την κατοικία του στο έδαφος του κράτους αυτού. 3. Το παρόν τμήμα δεν εφαρμόζει στις συμβάσεις μεταφοράς πλην των συμβάσεων, στο συνολικό τίμημα των οποίων περιλαμβάνεται ο συνδυασμός δαπανών ταξιδίου και καταλύματος». 13.2 Με βάση τα πιο πάνω για να μπορούσε ο εναγόμενος 1 να εναχθεί αντί στο Ηνωμένο Βασίλειο στην Κύπρο θα έπρεπε να διαφανεί ότι δεν τυγχάνει εφαρμογής το άρθρο 16
(2)του πιο πάνω Κανονισμού και ότι ισχύει κάποια άλλη ειδική διάταξη που να ρυθμίζει το ζήτημα διαφορετικά από την γενική ρύθμιση του άρθρου 2
(1). 13.3 Ο εναγόμενος 1 - αιτητής ισχυρίστηκε ότι είναι καταναλωτής και έτσι στην προκείμενη περίπτωση έχει εφαρμογή το άρθρο 16
(2)του Κανονισμού. Εκ διαμέτρου αντίθετη, ήταν η θέση της ενάγουσας η οποία ισχυρίζεται ότι ο εναγόμενος 1 δεν είναι καταναλωτής αλλά επενδυτής. Τα γεγονότα επί του προκειμένου δεν είναι αδιαμφισβήτητα και παραδεκτά. Το δε συζητούμενο θέμα επί των γεγονότων δεν αποκρυσταλλώνεται. Η διαπίστωση των πραγματικών γεγονότων της υπόθεσης δεν μπορεί παρά να γίνει στο στάδιο της κύριας δίκης. Μόνο κατόπιν αξιολόγησης της μαρτυρίας θα διαφανεί κατά πόσο ο εναγόμενος 1 είναι καταναλωτής ή επενδυτής, κατά πόσο η τράπεζα άσκησε επαγγελματικές δραστηριότητες στο Ηνωμένο Βασίλειο ή κατεύθυνε με οποιοδήποτε μέσο τέτοιες δραστηριότητες εκεί. Όπως έχει ήδη αναφερθεί η ενάγουσα αμφισβητεί τα ουσιώδη ζητήματα που τίθενται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση. Όπως έχει ήδη επισημανθεί η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου αποφασίζεται στην βάση των ισχυρισμών της Έκθεσης Απαίτησης. Αν σε μεταγενέστερο στάδιο διαφανεί ότι τα γεγονότα αυτής, δεν είναι όπως η ενάγουσα τα ισχυρίζεται στην αξίωση της και δεν τεκμηριώνεται η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου τότε αυτή θα απορριφθεί. 14.1 Η ευπαίδευτη συνήγορος της ενάγουσας εισηγήθηκε ότι τα Κυπριακά Δικαστήρια έχουν δικαιοδοσία για εκδίκαση της παρούσας αγωγής με βάση τα άρθρα 22
(1)του Κανονισμού. Το άρθρο 22
(1)του ΕΚ 44/01 προνοεί τα ακόλουθα: «Αποκλειστική διεθνή δικαιοδοσία, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η κατοικία έχουν:
  1. σε υποθέσεις εμπραγμάτων δικαιωμάτων επί ακινήτων και μισθώσεων ακινήτων, τα δικαστήρια τους κράτους μέλους της τοποθεσίας του ακινήτου. ....... » 14.2 Στην προκείμενη περίπτωση όπως και ο ίδιος ο εναγόμενος 1 αναφέρει αγόρασε διαμέρισμα στην επαρχία Λάρνακας από την εναγομένη 2 εταιρεία και συνήψε δάνειο από την ενάγουσα τράπεζα και υπογράφηκε προς όφελος της τράπεζας συμφωνία εκχώρησης των δικαιωμάτων ημερ. 12.3.2008 κάτω από τις συνθήκες που περιέγραψε. Η ενάγουσα, με την παρούσα αγωγή, μεταξύ άλλων, αξιώνει αναγνωριστική απόφαση ότι οι ενάγοντες είναι αποκλειστικοί δικαιούχοι όλων των δικαιωμάτων του εναγομένου 1 που απορρέουν από το πωλητήριο έγγραφο ημερ. 21.12.2007, ότι δικαιούται να προβεί στην ακύρωση ή και απόσυρση του πωλητηρίου εγγράφου το οποίο είναι κατατεθειμένο στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λάρνακας ως επίσης και διάταγμα που να διατάσσει τον εναγόμενο 1 να παραδώσει την κατοχή του διαμερίσματος στην ενάγουσα. Όπως διαφαίνεται επιζητούνται αξιώσεις για ειδική εκτέλεση του εκχωρηθέντος αγοραπωλητηρίου εγγράφου δυνάμει των προνοιών των περί Πώλησης Ακινήτων (Ειδική Εκτέλεση) Νόμων 2011 και 2012 που μόνο τα Κυπριακά Δικαστήρια μπορούν να διατάξουν. Συνεπώς η αγωγή επιβαλλόταν να καταχωρηθεί στην Δημοκρατία.
  2. Πέραν από τα πιο πάνω το άρθρο 6 του Κανονισμού προνοεί τα ακόλουθα: «Το ίδιο αυτό πρόσωπο μπορεί επίσης να εναχθεί:
  3. αν υπάρχουν πολλοί εναγόμενοι, ενώπιον του δικαστηρίου της κατοικίας ενός εξ αυτών, εφόσον υπάρχει τόσο στενή συνάφεια μεταξύ των αγωγών ώστε να ενδείκνυται να συνεκδικασθούν και να κριθούν συγχρόνως, προκειμένου να αποφευχθεί ο κίνδυνος έκδοσης ασυμβίβαστων αποφάσεων που θα μπορούσαν να προκύψουν από την χωριστή εκδίκασή του. ......». Διαφαίνεται ότι υπάρχει στενή συνάφεια μεταξύ της Απαίτησης εναντίον του εναγομένου 1 και της απαίτησης εναντίον της εναγομένης 2 εταιρείας, αφού η τελευταία ενάγεται ως εγγυητής του πρώτου. Θα πρέπει να διαπιστωθεί κατά πόσο ο εναγόμενος 1 οφείλει το αξιούμενο ποσό και ακολούθως να αποφασιστεί κατά πόσο η εναγόμενη 2 εταιρεία οφείλει να πληρώσει το αξιούμενο ποσό. Ενδείκνυται η συνεκδίκαση των αξιώσεων εναντίον και των δυο εναγομένων στην ίδια αγωγή προκειμένου να αποφευχθεί ο κίνδυνος έκδοσης ασυμβίβαστων αποφάσεων που θα μπορούσαν να προκύψουν από την χωριστή εκδίκαση τους. Η αγωγή εναντίον της εναγομένης 2 εταιρείας ορθά καταχωρήθηκε στην Κύπρο και συνεπώς στο ίδιο Δικαστήριο θα έπρεπε να εναχθεί και ο εναγόμενος
  4. Το άρθρο 5 του πιο πάνω Κανονισμού προνοεί: «Πρόσωπο που έχει την κατοικία του στο έδαφος κράτους μέλους μπορεί να εναχθεί σε άλλο κράτος μέλος: 1.α) ως προς διαφορές εκ συμβάσεως ενώπιον του δικαστηρίου του τόπου όπου εκπληρώθηκε ή οφείλει να εκπληρωθεί η παροχή β) για τους σκοπούς της εφαρμογής της παρούσας διάταξης και εφόσον δεν συμφωνήθηκε διαφορετικά, ο τόπος εκπλήρωσης της επίδικης παροχής είναι: -....... - εφόσον πρόκειται για παροχή υπηρεσιών ο τόπος του κράτους μέλους όπου, δυνάμει της σύμβασης, έγινε ή έπρεπε να γίνει η παροχή των υπηρεσιών - .......». Η σύμβαση δανειοδότησης είναι σύμβαση για υπηρεσίες στα πλαίσια της έννοιας του άρθρου 5
(1)(β) και εφόσον το δάνειο παραχωρήθηκε στην Κύπρο η αγωγή εναντίον του εναγομένου 1 θα μπορούσε να καταχωρηθεί στην Κύπρο και σε αυτή τη βάση. Η ευπαίδευτη συνήγορος του εναγομένου 1 εισηγήθηκε ότι η περίπτωση εμπίπτει στις πρόνοιες του άρθρου 5
(3)του Κανονισμού δηλαδή ότι αφορά ενοχές εξ αδικοπραξίας ή οιωνεί αδικοπραξίας και το ζημιογόνο γεγονός συνέβη ή ενδέχεται να συμβεί στο Ηνωμένο Βασίλειο και έτσι αρμόδιο είναι το Αγγλικό Δικαστήριο. Τα γεγονότα σε σχέση με τα πιο πάνω ζητήματα αμφισβητούνται από την ενάγουσα. Δεν υφίστανται αποκρυσταλλωμένα γεγονότα κατά πόσο η ενάγουσα προέβη σε ψευδείς παραστάσεις προς τον εναγόμενο 1 στην Αγγλία όπως με λεπτομέρεια εκτίθενται πιο πάνω. Ο πιο πάνω κανονισμός επιτρέπει την καταχώρηση της αγωγής στην Κύπρο κάτω από τις πιο πάνω προϋποθέσεις. Στο στάδιο αυτό δεν διαφαίνεται ότι η παρούσα περίπτωση εμπίπτει κάτω από τις πρόνοιες του άρθρου 5
(3)του Κανονισμού ΕΚ 44/01 17.1 Ο εναγόμενος 1 επικαλέστηκε και το άρθρο 27 του Κανονισμού ΕΚ 44/01 τα οποίο προνοεί τα ακόλουθα: «
  1. Αν έχουν ασκηθεί αγωγές με το ίδιο αντικείμενο και την ίδια αιτία μεταξύ των ίδιων διαδίκων ενώπιον δικαστηρίων διάφορων κρατών μελών, κάθε δικαστήριο εκτός εκείνου που επελήφθη πρώτο, αναστέλλει αυτεπάγγελτα την διαδικασία του μέχρις ότου διαπιστωθεί η διεθνής δικαιοδοσία του δικαστηρίου που επελήφθη πρώτο.
  2. Όταν διαπιστωθεί η διεθνής δικαιοδοσία του πρώτου επιληφθέντος δικαστηρίου, κάθε δικαστήριο εκτός εκείνου που έχει πρώτο επιληφθεί οφείλει να διαπιστώσει την έλλειψη διεθνούς δικαιοδοσίας του πρώτου δικαστηρίου.» 17.2 Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση γίνεται αναφορά σε αγγλικές υποθέσεις πλην όμως δεν καθορίζεται κατά πόσο οι αγωγές αυτές είναι μεταξύ των ίδιων διαδίκων. Αντιθέτως σε κάποιες από αυτές αναφέρεται ότι αφορούν άλλους διαδίκους. Πέραν δε τούτου δεν καθορίζεται κατά τρόπο ικανοποιητικό ότι συντρέχουν και οι άλλες προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 27
(1)του πιο πάνω Κανονισμού. Ενόψει των πιο πάνω δεν έχει εφαρμογή το εν λόγω άρθρο.
  1. Για όλους τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω, καταλήγω ότι το παρόν Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει την αγωγή εναντίον του εναγομένου 1 και δυνάμει του Κανονισμού (ΕΚ) 44/
  2. Αναφορικά με το ζήτημα της επίδοσης, η ευπαίδευτη συνήγορος του εναγομένου 1 - αιτητή σαφώς δήλωσε στο στάδιο των αγορεύσεων ότι η επίδοση θεωρείται καλή και εγκατέλειψε τα σχετικά αιτητικά.
  3. Για όλους τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω η αίτηση απορρίπτεται. Έχοντας υπόψη το αποτέλεσμα, τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ της ενάγουσας - καθ΄ης η αίτηση και εναντίον του εναγομένου 1 - αιτητή όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή στο τέλος. Επισημαίνεται και πάλιν ότι τίποτα δεν εμποδίζει τον εναγόμενο 1 - αιτητή στο κατάλληλο στάδιο να ζητήσει την απόρριψη της αγωγής αν τα αποκρυσταλλωμένα γεγονότα που την στοιχειοθετούν την θέτουν έξω από τα όρια της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου (βλ. S.P.P. Projects Limited, ανωτέρω και στις εκεί αναφερόμενες αυθεντίες). (Υπ.): ........ Ηλ. Γεωργίου, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΑ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.