← Κύπρος

ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ ΙΩΑΝΝΟΥ ΟΝΟΥΦΡΙΟΥ ν. C & E REAL ESTATE AGENCY LTD, Αρ. Αγωγής: 675/2011, 19/1/2016

ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ ΙΩΑΝΝΟΥ ΟΝΟΥΦΡΙΟΥ ν. C & E REAL ESTATE AGENCY LTD, Αρ. Αγωγής: 675/2011, 19/1/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2016:A9 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 675/2011 Μεταξύ: ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ ΙΩΑΝΝΟΥ ΟΝΟΥΦΡΙΟΥ Ενάγουσας και C & E REAL ESTATE AGENCY LTD Εναγόμενοι 19 Ιανουαρίου, 2016 Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα: κ. Γ. Χ'Κωστής Για Εναγόμενο: κα Γ. Ζαχαρίου δια Ανδρέας Β. Ζαχαρίου & Σια Δ.Ε.Π.Ε. ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αγωγή η Ενάγουσα αξιώνει από τους Εναγόμενους ποσό €10.000 πλέον τόκο από 2.12.2010 πλέον έξοδα. Σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης, είχε συμφωνήσει προφορικά με τους Εναγόμενους να αγοράσει από αυτούς οικόπεδο στο οποίο βρισκόταν κατοικία με αρ. 4 Α στο συγκρότημα «Troy Legends» στο χωριό Πύλα για το ποσό των €530.000 συμπεριλαμβανομένου του Φ.Π.Α. Ισχυρίζεται ότι στη βάση της συμφωνίας κατέβαλε ως προκαταβολή το ποσό των €10.000 για το οποίο έλαβε σχετική απόδειξη στην οποία καταγραφόταν ρητά ότι σε περίπτωση που οι Εναγόμενοι ετοίμαζαν και υπέγραφαν πωλητήριο έγγραφο μέχρι 25.11.2010 τότε το ποσό της προκαταβολής θα ήταν επιστρεπτέο. Ισχυρίζεται ότι δεν υπεγράφη πωλητήριο έγγραφο εντός της ταχθείσας προθεσμίας για λόγους που αφορούν τους Εναγόμενους. Ένεκα της παράβασης τους αυτής διεκδικεί την επιστροφή του ποσού των €10.

  1. Οι Εναγόμενοι, στην Υπεράσπιση τους ισχυρίζονται ότι μη υλοποίηση της συμφωνίας οφειλόταν στην Ενάγουσα και συνεπώς δεν δικαιούται να αξιώνει επιστροφή του ποσού των €10.000 που κατέβαλε ως προκαταβολή. Εγείρουν επιπρόσθετα ανταπαίτηση με την οποία αξιώνουν από την Ενάγουσα ποσό €47.434,78 ως αποζημιώσεις για ζημιές που υπέστη ένεκα της παράβασης της μεταξύ τους συμφωνίας. Το ποσό αυτό, σύμφωνα με την Ανταπαίτηση αφορά έξοδα ετοιμασίας 3 συμφωνητικών εγγράφων €5.750, αλλαγές στα αρχιτεκτονικά σχέδια της επίδικης κατοικίας €2.250, οικοδομικές αλλαγές στην κατοικία €4.000, απαίτηση για πληρωμή μεσίτη €15.000 και τη διαφορά μεταξύ του συμφωνηθέντος τιμήματος πώλησης και της τιμής στην οποία πωλήθηκε τελικά το επίδικο ακίνητο σε τρίτο πρόσωπο €20.434,
  2. Σημειώνω ότι με σχετική δήλωση της συνηγόρου Υπεράσπισης ημερομηνίας 18.5.2015, οι Εναγόμενοι εγκατέλειψαν την αξίωση τους για το ποσό που αφορά έξοδα ετοιμασίας συμφωνητικών εγγράφων, περιόρισαν την αξίωση τους σε σχέση με τις αλλαγές στα σχέδια της επίδικης κατοικίας περιόρισαν την αξίωση τους σε σχέση με τις οικοδομικές αλλαγές στην κατοικία σε €900 πλέον Φ.Π.Α. και περιόρισαν την αξίωση τους σε σχέση με την πληρωμή του μεσίτη στο ποσό των €2.
  3. Η αξίωση τους αναφορικά με την διαφορά στο τίμημα πώλησης παρέμεινε ως έχει. Προς απόδειξη της υπόθεσης της Ενάγουσας, έδωσε μαρτυρία στο Δικαστήριο η ίδια (ΜΕ1) καθώς και η θυγατέρα της Γιαννούλα Ανδρέου (ΜΕ2). Για σκοπούς της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης έδωσε μαρτυρία στο Δικαστήριο η κα Χριστιάνα Αλεξάνδρου, διευθύντρια των Εναγομένων (ΜΥ1). Το σύνολο της μαρτυρίας βρίσκεται καταγεγραμμένο στα πρακτικά της διαδικασίας και δεν θα το επαναλάβω με λεπτομέρεια. Για σκοπούς όμως πληρότητας της απόφασης μου, παραθέτω κατωτέρω μια σύνοψη των όσων κατέθεσε ο κάθε μάρτυρας ενώ γίνεται αναφορά και στο περιεχόμενο κάποιων εκ των τεκμηρίων στο βαθμό που κρίνεται σημαντικό. Όπως έχω αναφέρει, πρώτη μάρτυρας ήταν η ίδια η Ενάγουσα (ΜΕ1). Κατά την κυρίως εξέταση της ανέφερε ότι διαμένει μόνιμα στη Σουηδία αλλά περί το 2010 ενδιαφέρθηκε να αγοράσει κατοικία στην Κύπρο όπου διαμένουν η γονείς και η κόρη της. Έκανε πολλές προσπάθειες να εξεύρει κατοικία και περί τον Οκτώβριο 2010 συναντήθηκε με κάποιο κτηματομεσίτη ο οποίος τη ξενάγησε σε κατοικία στην Πύλα. Εξερχόμενη από το σπίτι το οποίο την είχε ξεναγήσει είδε γειτονική κατοικία η οποία ήταν προς πώληση και για την οποία ενδιαφέρθηκε. Στην κατοικία υπήρχε αναρτημένο πανό στο οποίο αναγράφονταν στοιχεία επικοινωνίας. Συνέχισε λέγοντας ότι τηλεφώνησε στον αριθμό που αναγραφόταν στο πανό και μίλησε με την κα Χριστίνα Αλεξάνδρου (ΜΥ1) με την οποία και διευθέτησε συνάντηση για ξενάγηση. Σύμφωνα με την Ενάγουσα κατά τη συνάντηση τους στην κατοικία η κα Αλεξάνδρου (ΜΥ1) της συστήθηκε σαν ιδιοκτήτρια και της έδωσε την επαγγελματική της κάρτα (Τεκμήριο 1). Σημειώνω ότι στο Τεκμήριο 1 αναγράφεται το όνομα της κας Χριστίνας Αλεξάνδρου η οποία περιγράφεται ως managing director, των εταιρειών Christiana K. Alexandrou Real Estate Agency Ltd, C & E Real Estate Agency Ltd και Stargel Co Ltd. Η κα Αλεξάνδρου τη ξενάγησε στην επίδικη κατοικία, περιέγραφε ότι είδε το εσωτερικό της, ανέβηκε στον όροφο, είδε την αυλή και της άρεσε. Συζήτησαν για την τιμή και αρχικά η κα Αλεξάνδρου της ανέφερε ότι αυτή ήταν €545.000 συμπεριλαμβανομένου του Φ.Π.Α. Η ίδια ζήτησε καλύτερη τιμή και η κα Αλεξάνδρου της είπε ότι θα συζητούσε το θέμα με το σύζυγο της και θα την ενημέρωνε. Ακολούθως της τηλεφώνησε η κα Αλεξάνδρου και της ανέφερε ότι μπορούσε να μειώσει την τιμή σε €530.000 συμπεριλαμβανομένου του Φ.Π.Α. και ότι θα έπρεπε να πληρωθεί προκαταβολή €10.
  4. Η ενάγουσα συμφώνησε. Συνέχισε λέγοντας ότι η ίδια αναχώρησε για Σουηδία και εξουσιοδότησε την κόρη της να συναντηθεί με την κα Αλεξάνδρου και να πληρώσει το ποσό της προκαταβολής. Για την πληρωμή της προκαταβολής, η κόρη της παρέλαβε από την Μ.Υ.1 σχετική απόδειξη (Τεκμήριο 2). Η απόδειξη είσπραξης, Τεκμήριο 2, εκδόθηκε από τους Εναγόμενους και φέρει ημερομηνία 26.10.
  5. Σε αυτή αναγράφεται χειρόγραφα ότι οι Εναγόμενοι έλαβαν το ποσό των €10.000 από την Ενάγουσα: «δια μη επιστρέψιμη προκαταβολή για αγορά οικοπέδου και οικίας 3ων υπνοδωματίων στο 'Troy Legends' με αρ. 4 Α. Τιμή €530000 συμπ. Φ.Π.Α. Τρόπος πληρωμής: εξόφληση με την υπογραφή του πωλητηρίου εγγράφου που θα πραγματοποιηθεί το αργότερο 25.11.
  6. Σε περίπτωση που ο πωλητής δεν θα είναι σε θέση να ετοιμάσει και να υπογράψει το πωλητήριο έγγραφο μέχρι 25.11.2010 τότε θα είναι υπόχρεος να επιστρέψει την προκαταβολή.» Κατά τη συνάντηση η κόρη της Ενάγουσας παρέλαβε και διαφημιστικό φυλλάδιο (Τεκμήριο 3) στο οποίο διαφημιζόταν η επίδικη κατοικία. Σημειώνω ότι στο Τεκμήριο 3, αναγράφεται μεταξύ άλλων ότι η επίδικη κατοικία έχει ολοκληρωθεί (completed) τον Αύγουστο 2010 και ότι πωλείται για ποσό €545.000 Σύμφωνα με την Ενάγουσα η πράξη τελικά δεν ολοκληρώθηκε. Ειδικότερα, η Ενάγουσα ανέφερε ότι αντί να της αποσταλεί από τους Εναγόμενους ένα πωλητήριο έγγραφο με το οποίο θα αγόραζε το ακίνητο και την κατοικία, ως η μεταξύ τους συμφωνία, αυτοί την προμήθευσαν με δύο συμφωνίες προς υπογραφή. Η πρώτη συμφωνία ήταν συμφωνία αγοράς οικοπέδου, σε αυτή αναγραφόταν η ημερομηνία 1.11.2010, με μέρη τους Εναγομένους ως πωλητές και την Ενάγουσα ως αγοραστή. (Τεκμήριο 4). Παρενθετικά αναφέρω ότι σύμφωνα με το περιεχόμενο της συμφωνίας, Τεκμήριο 4, η Ενάγουσα ως αγοραστής, θα αγόραζε το υπό διαχωρισμό οικόπεδο με διακριτικό αριθμό 4 Α στο συγκρότημα για το συνολικό ποσό των €230.
  7. Η δεύτερη συμφωνία ήταν συμφωνία ανέγερσης κατοικίας, σε αυτή αναγραφόταν η ημερομηνία 5.11.2010, με μέρη την Ενάγουσα ως ιδιοκτήτρια, και την εταιρεία Stargel Co. Ltd, ως εργολάβο (Τεκμήριο 5). Σε σχέση με τη συμφωνία, Τεκμήριο 5, παρενθετικά και πάλιν αναφέρω ότι μέσω αυτής ο εργολάβος αναλαμβάνει την ολοκλήρωση της ανέγερσης κατοικίας στο επίδικο ακίνητο για το συνολικό ποσό των €260.869,56 πλέον Φ.Π.Α. Η Ενάγουσα συνέχισε λέγοντας ότι αρνήθηκε να υπογράψει τα δύο αυτά έγγραφα διότι δεν αποτύπωναν αυτό που είχε συμφωνηθεί. Υποστήριξε ότι είχε συμφωνήσει να αγοράσει με ένα πωλητήριο έγγραφο από τους Εναγόμενους το οικόπεδο και την κατοικία που βρισκόταν σε αυτό και όχι να αγοράσει οικόπεδο από ένα πρόσωπο και να υπογράψει συμφωνία για ανέγερση κατοικίας με άλλο, και δη συμφωνία για ανέγερση κατοικίας η οποία είχε ήδη ανεγερθεί. Αποτέθηκε είπε, μέσω της κόρης της, σε δικηγόρο ο οποίος απέστειλε εκ μέρους της προς τους Εναγόμενους επιστολή ημερομηνίας 15.11.2010 (Τεκμήριο 6) με την οποία ζητείτο από τους Εναγόμενους να προσκομίσουν ένα πωλητήριο έγγραφο για την ολοκλήρωση της πράξης αντί των δύο συμφωνιών που της είχαν αποσταλεί. Οι Εναγόμενοι δεν απάντησαν και απεστάλη δεύτερη επιστολή ημερομηνίας 23.11.2010 (Τεκμήριο 7) με την οποία ζητείτο εκ νέου η ετοιμασία ενός πωλητηρίου εγγράφου. Οι Εναγόμενοι απάντησαν την ίδια μέρα με επιστολή τους προς το δικηγόρο της Ενάγουσας (Τεκμήριο 8) με την οποία υποστήριζαν ότι το πωλητήριο έγγραφο είναι έτοιμο προς υπογραφή. Ο δικηγόρος της Ενάγουσας, κατόπιν οδηγιών της απέστειλε την ίδια μέρα νέα επιστολή (Τεκμήριο 9) με την οποία ζητούσε να του αποσταλεί το πωλητήριο έγγραφο. Οι Εναγόμενοι απάντησαν και πάλιν την ίδια μέρα με επιστολή (Τεκμήριο 10) στην οποία επισύναπταν τις δύο συμφωνίας, Τεκμήρια 4 και
  8. Η Ενάγουσα υποστήριξε ότι ένεκα του ότι οι Εναγόμενοι δεν της απέστελλαν ένα πωλητήριο έγγραφο για τη διενέργεια της πράξης ως είχαν συμφωνήσει, και ένεκα του ότι η προθεσμία της 25.11.2010 που καθορίστηκε στην απόδειξη, Τεκμήριο 2, είχε παρέλθει έχασε την εμπιστοσύνη της προς τους Εναγόμενους και έδωσε οδηγίες στο δικηγόρο της να τους ενημερώσει γραπτώς ότι δεν ενδιαφερόταν να προχωρήσει με την πράξη και να ζητήσει την επιστροφή της προκαταβολής της. Ο δικηγόρος της απέστειλε σχετικά την επιστολή ημερομηνίας 2.12.2010 (Τεκμήριο 11) η οποία επιδόθηκε με ιδιώτη επιδότη στους Εναγόμενους (Τεκμήριο 12). Οι δε Εναγόμενοι, δεν της έχουν επιστρέψει μέχρι σήμερα το εν λόγω ποσό, το οποίο αξιώνει με την παρούσα αγωγή. Κατά την αντεξέταση, τέθηκε στην Ενάγουσα ότι αρχικά την είχε ξεναγήσει στην επίδικη κατοικία ο κτηματομεσίτης κ. Αδάμος Παλουρτής ο οποίος την ίδια μέρα την είχε ξεναγήσει και σε γειτονικό σπίτι. Αρνήθηκε επιμένοντας στα όσα ανέφερε κατά την κυρίως εξέταση της. Της τέθηκε ότι δεν λέει την αλήθεια για το θέμα αυτό και ότι επιδίωξε να μην επωμισθεί την προμήθεια του κτηματομεσίτη. Απάντησε ότι αυτό δεν ευσταθεί διότι η ίδια δεν θα είχε την υποχρέωση να πληρώσει οποιαδήποτε προμήθεια αφού η προμήθεια βαραίνει τον πωλητή και όχι τον αγοραστή. Αντεξεταζόμενη σε σχέση με την κατάσταση στην οποία ήταν η επίδικη κατοικία όταν την είχε επισκεφθεί, επέμενε ότι ήταν σχεδόν τελειωμένη με μικρές εξαιρέσεις όπως οι ηλεκτρικές συσκευές. Αυτό, επέμενε, φαίνεται και από το γεγονός ότι οι Εναγόμενοι είχαν συμφωνήσει να της την παραδώσουν σε ένα μήνα. Της τέθηκε ότι είχε ζητήσει και συμφωνήσει τη διενέργεια τροποποιήσεων στη διαμόρφωση της κουζίνας. Απάντησε ότι η κα Χριστιάνα Αλεξάνδρου (Μ.Υ.1) της είχε αναφέρει ότι η συγκεκριμένη κατοικία είχε πωληθεί ξανά στο παρελθόν αλλά η πράξη εκείνη τελικά ακυρώθηκε και ότι ο προηγούμενος αγοραστής είχα κάνει κάποια τροποποίηση στα αρχικά σχέδια της κουζίνας. Της είχε δε εισηγηθεί ότι εάν επιθυμεί την επαναφορά της κουζίνας τότε δεν θα υπήρχε οποιαδήποτε χρέωση. Της τέθηκε επίσης ότι είχε ζητήσει το κτίσιμο εξωτερικής ψησταριάς όμως αρνήθηκε. Κατά την αντεξέταση της Ενάγουσας παρουσιάστηκε ηλεκτρονική αλληλογραφία που είναι σχετική. Πρόκειται για ηλεκτρονικό μήνυμα ημερομηνίας 27.10.2010 (Τεκμήριο 14) που απέστειλε στην Ενάγουσα η κα Χριστιάνα Αλεξάνδρου (Μ.Υ.1) με την οποία την ενημερώνει για την αλλαγή η οποία έγινε στην αρχική διαμόρφωση της κουζίνας που αφορούσε την επέκταση τοίχου ώστε να μπορεί να τοποθετηθεί μεγαλύτερο ψυγείο. Η κα Αλεξάνδρου καταλήγει επί αυτού αναφέροντας ότι εάν η Ενάγουσα το επιθυμεί, η κουζίνα μπορεί να επαναφερθεί σε κατάσταση που να συνάδει με τα αρχικά σχέδια χωρίς οποιαδήποτε οικονομική επιβάρυνση για την Ενάγουσα («.we extended the wall to accommodate a double width fridge. This really makes the kitchen look a lot smaller. If you like we can remove the wall and make it as on plan A at no extra cost to you.») Το δεύτερο ηλεκτρονικό μήνυμα είναι ημερομηνίας 1.11.2010 (Τεκμήριο 13) και στάλθηκε από την Ενάγουσα προς την κα Χριστιάνα Αλεξάνδρου σε απάντηση του πρώτου. Με αυτό η Ενάγουσα ενημερώνει, μεταξύ άλλων, ότι επιθυμεί όπως η διαμόρφωση της κουζίνας επανέλθει ως τα αρχικά σχέδια («I would like to proceed with the original plan A») και ότι δεν χρειάζεται ψησταριά («I do not need the barbeque.»). Της τέθηκε επίσης κατά την αντεξέταση ότι η ίδια είχε υπαναχωρήσει από τα συμφωνηθέντα αφού οι συμφωνίες, Τεκμήρια 4 και 5, οδηγούσαν στο ίδιο αποτέλεσμα, δηλαδή στην ολοκλήρωση της αγοράς της κατοικίας και ότι δεν είχε διευκρινιστεί κατά πόσο η πράξη θα ολοκληρωνόταν με ένα ή δύο συμφωνητικά έγγραφα. Αρνήθηκε υποστηρίζοντας ότι η συμφωνία της με την κα Αλεξάνδρου αφορούσε την αγορά της κατοικίας η οποία ήταν σχεδόν ετοιμοπαράδοτη και επέμενε ότι δεν είχε συμφωνήσει ποτέ να υπογράψει μια συμφωνία για αγορά της γης και δεύτερη συμφωνία για την ανέγερση της κατοικίας, η οποία είχε ήδη ανεγερθεί. Επέμενε ότι ο λόγος που δεν ολοκληρώθηκε η συναλλαγή ήταν διότι οι Εναγόμενοι αρνούνταν να της παρουσιάσουν ένα πωλητήριο έγγραφο ως είχαν συμφωνήσει για την αγορά της κατοικίας. Ακολούθως της τέθηκε ότι εξαιτίας της άρνησης της να υπογράψει τις συμφωνίες, Τεκμήρια 4 και 5, οι Εναγόμενοι ετοίμασαν ένα πωλητήριο έγγραφο για την αγορά της γης και της κατοικίας το οποίο και παρέδωσαν στον τότε δικηγόρο της. Η Ενάγουσα αρνήθηκε ότι έλαβε η ίδια τέτοιο έγγραφο και υποστήριξε επίσης ότι ο δικηγόρος της ποτέ δεν την ενημέρωσε ότι είχε λάβει τέτοιο πωλητήριο έγγραφο από τους Εναγόμενους. Της τέθηκε ότι στο νέο αυτό πωλητήριο έγγραφο το συνολικό τίμημα αγοράς είχε αυξηθεί ώστε να επιβαρύνεται η ίδια με τον αυξημένο Φ.Π.Α. που θα προέκυπτε. Η Ενάγουσα ανέφερε ότι δεν θα αποδεχόταν ποτέ να καταβάλει μεγαλύτερο τίμημα γιατί είχε συμφωνήσει ρητά ότι η τιμή αγοράς ήταν €530.000 συμπεριλαμβανομένου του Φ.Π.Α. Σε σχέση με την ανταπαίτηση, αρνήθηκε ότι ευθύνεται για τη δημιουργία οποιωνδήποτε ζημιών ή εξόδων στους Εναγόμενους και αρνήθηκε ότι οφείλει οποιοδήποτε ποσό. Δεύτερη μάρτυρας για την πλευρά της Ενάγουσας ήταν η θυγατέρα της η κα Γιαννούλα Ανδρέου (ΜΕ2). Ανέφερε ότι περί τον Οκτώβριο 2010 η μητέρα της ήταν στην Κύπρο και αναζητούσε κατοικία προς αγορά και ότι είχαν μεταβεί μαζί με τον κτηματομεσίτη κο Αδάμο Παλλουρτή στην Πύλα για να τους ξεναγήσει σε συγκεκριμένη κατοικία. Η κατοικία αυτή δεν τους άρεσε όμως του ζήτησαν να τους ξεναγήσει σε γειτονική κατοικία, την επίδικη. Ο κτηματομεσίτης τους ανέφερε ότι δεν μπορούσε «διότι δεν ήταν δική του» και τότε τηλεφώνησαν στον αριθμό που αναγραφόταν σε πανό στην κατοικία. Απάντησε η κα Χριστιάνα Αλεξάνδρου (Μ.Υ.1) η οποία τους συστήθηκε ως ιδιοκτήτρια και την επαύριο συναντήθηκαν για να τους ξεναγήσει. Σε σχέση με την επίδικη κατοικία, η ΜΕ2 ανέφερε επίσης ότι ήταν σχεδόν ετοιμοπαράδοτη, ότι τους άρεσε και ότι η κα Αλεξάνδρου τους ενημέρωσε ότι η τιμή της ήταν €545.000 συμπεριλαμβανομένου του Φ.Π.Α. Συνέχισε λέγοντας ότι η μητέρα της ζήτησε καλύτερη τιμή και η κα Αλεξάνδρου, κατόπιν συνεννόησης με το σύζυγο της, τους είπε ότι η τελική τιμή ήταν €530.000 συμπεριλαμβανομένου του Φ.Π.Α. Η μητέρα της συμφώνησε να αγοράσει τη γη και την κατοικία στην τιμή αυτή. Η ίδια, συνέχισε, μετέβη στα γραφεία των Εναγομένων και παρέδωσε το ποσό των €10.000 που η κα Αλεξάνδρου είχε ζητήσει ως προκαταβολή και έλαβε την απόδειξη, Τεκμήριο
  9. Τις επόμενες μέρες οι Εναγόμενοι τους έδωσαν τις δύο συμφωνίες, Τεκμήρια 4 και 5, οπόταν κατόπιν οδηγιών της μητέρας της η ίδια αποτάθηκε σε δικηγόρο. Ο δικηγόρος τους αντάλλαξε την αλληλογραφία, Τεκμήρια 6-10, με τους Εναγόμενους. Κατέληξε ότι ένεκα του ότι οι Εναγόμενοι είχαν υπαναχωρήσει από την συμφωνία και ενόψει του ότι η ημερομηνία για υπογραφή του πωλητηρίου εγγράφου όπως καθορίστηκε στην απόδειξη Τεκμήριο 2, είχε παρέλθει, η μητέρα της ζήτησε από το δικηγόρο τους να διεκδικήσει το ποσό της προκαταβολής από τους Εναγόμενους, όπως και έγινε. Κατά την αντεξέταση της ΜΕ2, τέθηκε στη μάρτυρα ότι για πρώτη φορά τους έδειξε την επίδικη κατοικία ο κτηματομεσίτης κ. Αδάμος Παλλουρτής. Η ΜΕ2 διαφώνησε υποστηρίζοντας ότι ο κ. Παλλουρτής τις είχε ξεναγήσει σε γειτονική κατοικία αλλά δεν μπορούσε να τους δείξει την επίδικη και ότι στην επίδικη κατοικία τους ξενάγησε η κα Χριστιάνα Αλεξάνδρου (Μ.Υ.1) αφού επικοινώνησαν μαζί της στο τηλέφωνο που αναγραφόταν σε αναρτημένο πανό. Επέμενε επίσης αντεξεταζόμενη σχετικά, ότι μετά την πληρωμή της προκαταβολής, έλαβε από τους Εναγόμενους τις δύο συμφωνίες Τεκμήρια 4 και 5 τις οποίες δεν υπέγραψε η μητέρα της διότι δεν αντιπροσώπευαν αυτό που η μητέρα της είχε συμφωνήσει με την κα Αλεξάνδρου. Της τέθηκε ότι οι Εναγόμενοι είχαν ενημερώσει το δικηγόρο τους ότι μπορούσαν να προμηθεύσουν με ένα πωλητήριο έγγραφο με την προϋπόθεση ότι η Ενάγουσα θα επιβαρύνετο με τον επιπρόσθετο Φ.Π.Α. Η ΜΕ2 αρνήθηκε ότι έτυχε ποτέ τέτοιας ενημέρωσης από το δικηγόρο τους και επέμενε ότι ποτέ δεν προσκομίστηκε τρίτο πωλητήριο έγγραφο. Ανέφερε επίσης ότι η μητέρα της δεν θα δεχόταν να επιβαρυνθεί με επιπρόσθετο ποσό γιατί είχε συμφωνήσει να αγοράσει την κατοικία για το ποσό των €530.000 συμπεριλαμβανομένου του Φ.Π.Α. Αρνήθηκε σχετική υποβολή ότι η μητέρα της δεν υπέγραψε τις δύο συμφωνίες, Τεκμήρια 4 και 5, διότι μετάνιωσε και δεν ήθελε να αγοράσει την κατοικία υποστηρίζοντας ότι διέθετε τα χρήματα που απαιτούνταν για την αγορά, ότι η κατοικία της είχε αρέσει και επιθυμούσε έντονα να την αποκτήσει. Υποστήριξε ότι ο μοναδικός λόγος που η μητέρα της αποφάσισε να αποσύρει το ενδιαφέρον της και να ζητήσει πίσω την προκαταβολή που πλήρωσε ήταν η άρνηση των Εναγομένων να ετοιμάσουν και να την προμηθεύσουν με ένα πωλητήριο έγγραφο με το οποίο να αγόραζε την κατοικία και το ακίνητο ως είχε συμφωνηθεί. Για την πλευρά της υπεράσπισης και για σκοπούς προώθησης της ανταπαίτησης, έδωσε μαρτυρία στο Δικαστήριο η κα Χριστιάνα Αλεξάνδρου, εκ των διευθυντών της Εναγόμενης εταιρείας (ΜΥ1). Σύμφωνα με την ΜΥ1 η Εναγόμενη εταιρεία ήταν η ιδιοκτήτρια εταιρεία της γης επί της οποία ανεγέρθηκε το συγκρότημα κατοικιών Troy Legends και ανήκει στον ίδιο όμιλο εταιρειών με την εταιρεία Stargel Co Ltd η οποία προσφέρει εργοληπτικές υπηρεσίες. Κατά την κυρίως εξέταση της ανέφερε επίσης ότι περί τις 22.10.2010 της τηλεφώνησε ο κτηματομεσίτης κ. Αδάμος Παλλουρτής ο οποίος την ενημέρωσε ότι ήταν μαζί με την Ενάγουσα και ότι η Ενάγουσα ενδιαφερόταν για την επίδικη κατοικία. Η ΜΥ1 τότε του είπε ότι η πόρτα της κατοικίας ήταν ανοικτή και ξενάγησε την Ενάγουσα στο σπίτι. Προς επιβεβαίωση παρουσίασε στο Δικαστήριο ηλεκτρονικά μηνύματα (Τεκμήριο 17). Πρόκειται για δύο ηλεκτρονικά μηνύματα το ένα εκ των οποίων φέρει ημερομηνία με αποστολέα κάποια Maggie Rigas. Σε αυτό η αποστολέας ενημερώνει την ΜΥ1 ότι ο κ. Παλλουρτής προσπαθεί να επικοινωνήσει μαζί της μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου όμως αυτό δεν καθίσταται δυνατό. Η αποστολέας συνεχίζει λέγοντας ότι ο κ. Παλλουρτής «...wants to inform you that on Friday 22nd October he showed your houses on Dhekelia Road (dream homes) to a Mrs Anastasia Lingvist, a Cypriot lade living in Sweden. He is worried that she will contact you directly because she saw your sign with your phone numbers on it. Please be aware that this customer is our client». Επισυνάπτεται περαιτέρω ηλεκτρονικό μήνυμα ημερομηνίας 22.10.2010 από τον κ. Παλλουρτή προς την ΜΥ1 το οποίο δεν φαίνεται να έχει αποσταλεί με επιτυχία και στο οποίο αναφέρει ότι «Today morning I had showed your houses at dhekelia road (dream homes) to mrs Anastasia Lingvist a Cypriot living in Sweded. Maybe she is going to call you direct because she saw your sigh with your phones». Η ΜΥ1 συνέχισε αναφέροντας ότι η Ενάγουσα επικοινώνησε μαζί της τηλεφωνικά και διευθέτησαν ραντεβού με σκοπό να την ξεναγήσει στην επίδικη κατοικία. Μετά τη συνάντηση τους, η ίδια ενημέρωσε και τον κ. Παλλουρτή τον οποίο διαβεβαίωσε ότι εάν η πώληση ολοκληρωνόταν θα λάμβανε την προμήθεια του. Σύμφωνα με την ΜΥ1 κατά την τηλεφωνική της επικοινωνία με την Ενάγουσα της είχε αναφέρει ότι η τιμή για την αγορά της κατοικίας ήταν €545.000 και αυτή είχε ζητήσει καλύτερη τιμή. Μετά την συνάντηση τους, η ΜΥ1 της τηλεφώνησε και την ενημέρωσε ότι οι Εναγόμενοι θα μπορούσαν να την πωλήσουν την κατοικία για το συνολικό ποσό των €530.000 περιλαμβανομένου του Φ.Π.Α. «αλλά της εξήγησαν ότι θα γίνονταν 2 συμφωνίες, μια για τη γη, η οποία δε φέρει Φ.Π.Α. και μια για την κατοικία, γιατί με τον τρόπο αυτό δεν θα επιβαρύνετο με Φ.Π.Α. για τη γη αφού η γη δεν φέρει Φ.Π.Α.» Η ΜΥ1 συνέχισε λέγοντας ότι η Ενάγουσα αποδέχτηκε την εισήγηση της για ολοκλήρωση της αγοραπωλησίας με αυτό τον τρόπο ενώ στην κατοικία υπήρχαν εργασίες που δεν είχαν περατωθεί και για την ολοκλήρωση των οποίων απαιτείτο χρονικό διάστημα περίπου 1-2 μηνών. Σύμφωνα με την ΜΥ1, στις 26.10.2010 επισκέφθηκε το γραφείο της η μητέρα της Ενάγουσας και όχι η θυγατέρα της και της παρέδωσε το ποσό των €10.000 ως προκαταβολή για το οποίο η ίδια εξέδωσε την απόδειξη, Τεκμήριο
  10. Της εξήγησε είπε προφορικά ότι η αγοραπωλησία θα γινόταν με συνομολόγηση δύο συμφωνιών. Ακολούθως ετοιμάστηκαν οι δύο συμφωνίες όμως η Ενάγουσα άρχισε να ζητά επίμονα την ετοιμασία ενός πωλητηρίου εγγράφου και τότε η ίδια ετοίμασε μια συμφωνία την οποία απέστειλε στον δικηγόρο της για να την μελετήσει. Παρουσίασε το ηλεκτρονικό μήνυμα το οποίο απέστειλε στον δικό της δικηγόρο και στο οποίο επεσύναπτε προσχέδιο συμφωνίας, Τεκμήριο
  11. Σημειώνω παρενθετικά ότι στη συμφωνία που επισυνάπτεται στο Τεκμήριο 19 καταγράφεται ως τίμημα πώλησης το ποσό των €490.869,56 πλέον €73.630,44 Φ.Π.Α, ήτοι σύνολο €564.
  12. Ακολούθησε, σύμφωνα με την ΜΥ1 η πρώτη επιστολή από τον δικηγόρο της Ενάγουσας (Τεκμήριο 6) στον οποίο απέστειλε τις δύο συμφωνίες, Τεκμήρια 4 και 5, ενώ ανέφερε ότι του παρέδωσε και τη 1 συμφωνία, Τεκμήριο 19, σε κατ' ιδίαν συνάντηση που είχαν. Τέλος, σε σχέση με την ανταπαίτηση που εγείρουν οι Εναγόμενοι ανέφερε ότι η επίδικη κατοικία πωλήθηκε τελικά για ποσό €469.565,22 πλέον €70.434,78 σε τρίτο πρόσωπο δυνάμει σχετικής συμφωνίας, Τεκμήριο 21 και ισχυρίζεται ότι ένεκα τούτου οι Εναγόμενοι υπέστησαν ζημιά ύψους €21.304,34 από το ποσό που θα λάμβαναν αν αγόραζε η Ενάγουσα την κατοικία μέσω των δύο συμφωνιών, Τεκμήρια 4 και
  13. Σε σχέση με την ανταπαίτηση αναφορικά με τα αρχιτεκτονικά σχέδια ανέφερε ότι δεν έχει οποιαδήποτε σχετική απόδειξη γιατί στον αρχιτέκτονα πλήρωσαν συνολικό ποσό για ολόκληρο το συγκρότημα Troy Legends όμως προσθέτει ότι «με δεδομένο ότι τον αρχιτέκτονα τον πληρώσαμε το συνολικό ποσό των €68771 πλέον €17.000 για ηλεκτρομηχανολογικές υπηρεσίες, το ποσό που αναλογεί στα σχέδια που αλλάξαμε λόγω της ενάγουσας είναι €1575». Σε σχέση με τις οικοδομικές αλλαγές στην διαμόρφωση της κουζίνας αναφέρει ότι στοίχισαν €900 - €1.000 πλέον Φ.Π.Α. Σε σχέση με τη προμήθεια που διεκδικεί ο κτηματομεσίτης κ. Παλλουρτής αναφέρει ότι το αξιούμενο από αυτόν ποσό ανέρχεται σε €2.000 και παρουσίασε σχετικό ηλεκτρονικό μήνυμα του προς την ίδια ημερομηνίας 30.3.2011 στο οποίο της αναφέρει μεταξύ άλλων «θεωρώ ότι το ποσό που ζήτησα 2000 ευρώ από τις 10000 που πήρατε δεν είναι παράλογο την στιγμή που έφερα σε σας την πελάτισσα». Κατά την αντεξέταση της η ΜΥ1 ερωτήθηκε σε σχέση με την αξίωση του κτηματομεσίτη κ. Παλλουρτή σε προμήθεια για να απαντήσει ότι δεν του έχει καταβάλει οποιοδήποτε ποσό αφού η πώληση τελικά δεν ολοκληρώθηκε. Ανέφερε ότι ο κ. Παλλουρτής δεν εξέδωσε τιμολόγιο για το ποσό που αξίωνε ενώ η ίδια απάντησε στο ηλεκτρονικό του μήνυμα με το οποίο ζητούσε λεφτά αναφέρονταις του ότι εφόσον η πράξη δεν ολοκληρώθηκε τότε δεν δικαιούται σε προμήθεια. Αμφισβητήθηκαν από το συνήγορο της Ενάγουσας οι αναφορές της ότι ο κ. Παλλουρτής είχε ξεναγήσει την Ενάγουσα στην επίδικη κατοικία αλλά επέμενε ότι όχι μόνο έγινε η ξενάγηση αλλά κατά τη διάρκεια της ο κ. Παλλουρτής επικοινωνούσε με την ίδια τηλεφωνικά και της μετέφερε κάποιες απορίες της Ενάγουσας. Αντεξετάστηκε αναφορικά με την αρχική τιμή αγοράς της κατοικίας, ήτοι το ποσό των €545.000 και υποστήριξε ότι στο ποσό αυτό συμπεριλαμβανόταν ο Φ.Π.Α. επί του κόστους ανέγερσης της κατοικίας αλλά όχι επί του κόστους αγοράς της γης. Της τέθηκε ότι το Τεκμήριο 3, το οποίο αναγνώρισε ως εκτύπωση από διαφήμιση που ήταν αναρτημένη στην ιστοσελίδα της, δεν αναφέρει πουθενά αυτό το γεγονός και απάντησε ότι αυτό οφειλόταν στο ότι δεν μπορούσε να συμπεριλάβει πολλές λεπτομέρειες στη διαφήμιση αλλά όταν ένας πελάτης προσέλθει στο γραφείο τους τότε του εξηγούνται οι λεπτομέρειες για το πώς θα προχωρήσει η πράξη. Της τέθηκε επίσης ότι σύμφωνα με τη διαφήμιση, Τεκμήριο 3, η ανέγερση της κατοικίας είχε ολοκληρωθεί τον Αύγουστο 2010 αλλά επέμενε ότι η αναφορά αυτή σήμαινε ότι η κατοικία είχε ολοκληρωθεί «κατά μεγάλο βαθμό», σε ποσοστό 80-90%, όπως το έθεσε. Ανέφερε ακολούθως ότι η ίδια δεν ασχολείται με τη διαμόρφωση της ιστοσελίδας και δεν μπορούσε να είναι σίγουρη ότι η κατοικία που αποτυπώνεται στη φωτογραφία που συνοδεύει τη διαφήμιση, Τεκμήριο 3, είναι της επίδικης κατοικίας. Ο συνήγορος της Ενάγουσας αμφισβήτησε την αναφορά της ότι για την ολοκλήρωση της κατοικίας υπολείπετο το 10-15% των εργασιών για το οποίο θα απαιτούνταν 1-2 μήνες αφού αυτό δεν συνάδει με το ότι στην απόδειξη Τεκμήριο 2 γίνεται αναφορά σε υπογραφή πωλητηρίου εγγράφου μέχρι 25.11.
  14. Υποστήριξε ότι η ημερομηνία αυτή είναι άσχετη με την ολοκλήρωση και παράδοση της κατοικίας. Ο λόγος, εξήγησε, που χρειαζόταν το χρονικό αυτό διάστημα ήταν για να βεβαιωθεί μέσω των δικηγόρων της ότι είχε αφαιρεθεί από το Κτηματολόγιο το πωλητήριο έγγραφο που είχε καταθέσει ο προηγούμενος αγοραστής ο οποίος τελικά είχε υπαναχωρήσει. Σε σχέση με τις αξιώσεις που εγείρουν οι Εναγόμενοι με την ανταπαίτηση τους, ο συνήγορος της Ενάγουσας αμφισβήτησε το ποσό που αφορά την ετοιμασία αρχιτεκτονικών σχεδίων. Παρέπεμψε την ΜΥ1 στα αρχιτεκτονικά σχέδια που είχε παρουσιαστεί προς απόδειξη της θέσης της αυτής και της επεσήμανε ότι φέρουν ημερομηνία 2.4.2007, είναι δηλαδή πολύ προγενέστερα των επίδικων γεγονότων. Η ΜΥ1 υποστήριξε αρχικά ότι δεν είναι σίγουρη εάν αυτά ήταν τα σχέδια που είχε αποστείλει στην Ενάγουσα διότι μπορεί να της δόθηκαν λάθος σχέδια από το γραφείο της για να προσκομίσει στο Δικαστήριο. Στην πορεία δέχθηκε ότι την αλλαγή της κουζίνας την είχε ζητήσει ο προηγούμενος αγοραστής της κατοικίας για να προσθέσει όμως ότι δεν θυμόταν εάν είχαν ετοιμαστεί τότε δύο διαφορετικά σχέδια σε σχέση με τις αλλαγές αυτές. Ακολούθως δέχτηκε ότι η αλλαγή στα αρχιτεκτονικά σχέδια της κουζίνας αλλά και στη διαμόρφωση έγιναν από τον προηγούμενο ιδιοκτήτη για να υποστηρίξει όμως ότι η επαναφορά της διαμόρφωσης της κουζίνας σύμφωνα με τα αρχικά σχέδια που έγινε κατόπιν οδηγιών της Ενάγουσας δημιούργησε κόστος για το οποίο οι Εναγόμενοι δικαιούνται σε αποζημίωση. Ο συνήγορος της Ενάγουσας επέμενε ότι δεν δικαιούνται να διεκδικούν οποιοδήποτε ποσό σε σχέση με αλλαγές στα αρχιτεκτονικά σχέδια αφού αυτές έγιναν πριν τα επίδικα γεγονότα για σκοπούς του προηγούμενου αγοραστή. Η ΜΥ1 τότε απάντησε ότι η ίδια δεν ασχολείται με αρχιτεκτονικά σχέδια και «χτίματα» αλλά μόνο με πωλήσεις και μαρκετιγκ. Ίσως, δε, είπε να υπήρχαν και άλλα αρχιτεκτονικά σχέδια που να ετοιμάστηκαν μετά που η Ενάγουσα ζήτησε την επαναφορά της κουζίνας και να της έδωσαν λάθος σχέδια από το γραφείο για να προσκομίσει στο Δικαστήιο, «είναι κάτι που μπορεί να διερευνηθεί», ανέφερε. Της τέθηκε ακολούθως ότι με το ηλεκτρονικό μήνυμα που απέστειλε τη ίδια στην Ενάγουσα, την ενημερώνει ότι εάν επέλεγε την επαναφορά της κουζίνας δεν θα υπάρχει επιπρόσθετο κόστος. Απάντησε ότι αυτό θα ίσχυε σε περίπτωση που η πράξη ολοκληρωνόταν αλλά εφόσον η πράξη δεν ολοκληρώθηκε και η αλλαγή στοίχισε περί τα €900-€1000 τότε οι Εναγόμενοι «θέλουν τα έξοδα τους». Σε σχέση με την απόδειξη, Τεκμήριο 2, την οποία ανέφερε ότι συνέταξε η ίδια, ο συνήγορος της Ενάγουσας της έθεσε ότι σε αυτή γίνεται αναφορά σε ένα πωλητήριο έγγραφο και όχι δύο. Η ΜΥ1 υποστήριξε ότι η αναγραφή των λέξεων «οικόπεδο και κατοικία» παραπέμπει σε δύο πωλητήρια έγγραφα. Μετά το πέρας της μαρτυρίας, οι συνήγοροι της κάθε πλευράς επιχειρηματολόγησαν υπέρ των εκατέρωθεν θέσεων τους και έχω διεξέλθει με προσοχή τα όσα ανέφεραν στις αγορεύσεις τους. Όπως έχω ήδη αναφέρει, κατά την ακροαματική διαδικασία, παρακολούθησα με προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον μου. Εξέτασα τη στάση και συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα αλλά, κυρίως, εξέτασα το περιεχόμενο της μαρτυρίας τους[1]. Όπως έχει καθοριστεί από τη νομολογία κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν πρέπει να απομονώνονται τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα από το συνολικό πλαίσιο της μαρτυρίας στη δίκη. Η αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα είναι ατομική και γίνεται με βάση το περιεχόμενό της, την ποιότητά της και την πειστικότητά της, όμως τα όσα αναφέρει κάθε μάρτυρας πρέπει να συναρτώνται, να αντιπαραβάλλονται και να συγκρίνονται με τα λεγόμενα των υπόλοιπων μαρτύρων και το περιεχόμενο των όποιων τεκμηρίων για να διερευνηθεί η αντικειμενικότητα των εκατέρωθεν εκδοχών[2]. Όλα αυτά γίνονται πάντα σε συνάρτηση με τα επίδικα θέματα όπως προκύπτουν από τη δικογραφία. Ξεκινώντας από την Ενάγουσα (ΜΕ1), αναφέρω ότι μέσω της μαρτυρίας της μου δημιούργησε θετικότατη εντύπωση. Απαντούσε με αμεσότητα, σταθερότητα και χωρίς δισταγμό τις ερωτήσεις που της τέθηκαν τόσο κατά την αντεξέταση όσο και κατά την αντεξέταση. Δεν διέκρινα να περιέπεσε σε οποιεσδήποτε αντιφάσεις, επέμενε και υποστήριξε με πειστικότητα τις θέσεις της. Τα όσα ανέφερε ήταν λογικά και είχαν εσωτερική συνοχή ενώ δεν διέκρινα πρόθεση για παραποίηση ή απόκρυψη γεγονότων. Θεωρώ ότι ήταν μάρτυρας της αλήθειας, ότι ήταν αξιόπιστη και αποδέχομαι πλήρως της μαρτυρίας της. Η ΜΕ 2 επίσης μου δημιούργησε θετική εντύπωση. Δεν περιέπεσε σε αντιφάσεις, ήταν σταθερή στις θέσεις της, δεν διέκρινα σημεία υπερβολής ή αναλήθειας στα όσα ανέφερε. Η μαρτυρία της χαρακτηριζόταν από συνοχή και θεωρώ ότι ήταν μάρτυρας αξιόπιστη τη μαρτυρία της οποίας αποδέχομαι. Στρέφομαι στην ΜΥ1 για να πω ότι η εντύπωση που δημιούργησε κάθε άλλο παρά θετική μπορεί να χαρακτηριστεί. Η μαρτυρία της ήταν διάχυτη από αντιφάσεις, σε πολλά σημεία οι θέσεις της στερούνταν πειστικότητας ή ακόμα και λογικής ενώ όταν οι αδυναμίες της εκδοχής της προβάλλονταν κατά την αντεξέταση, ανασκεύαζε τις θέσεις της προσπαθώντας να δικαιολογήσει τις αδυναμίες αυτές. Η γενική εντύπωση που απεκόμισα από τη μαρτυρία της είναι ότι προσπαθούσε εμφανώς να παρουσιάσει γεγονότα με τρόπο που θεωρούσε ότι ήταν βοηθητικός για την υπόθεση της. Δεν έχω αμφιβολία ότι δεν ήταν ειλικρινής προς το Δικαστήριο και ότι δεν είχε πρόθεση να καταθέσει την αλήθεια. Οι λόγοι που με οδηγούν σε αυτό το συμπέρασμα διακρίνονται, θεωρώ, από τη σύνοψη της μαρτυρίας της που έχω παραθέσει πιο πάνω. Ενδεικτικά όμως επισημαίνω και τα ακόλουθα. Η επιμονή της ότι υπήρχε ρητή συμφωνία για συνομολόγηση δύο εγγράφων δεν συνάδει με το περιεχόμενο της απόδειξης, Τεκμήριο 2, που ανέφερε ότι συνέταξε η ίδια. Το Τεκμήριο 2 κάνει ρητή αναφορά σε «πωλητήριο έγγραφο». Εάν υπήρχε πρόθεση για δύο συμφωνίες τότε κρίνω ότι το λογικό θα ήταν η αναφορά να ήταν σε «πωλητήρια έγγραφα» ή «συμφωνίες». Η δικαιολογία που έδωσε, ότι δηλαδή η χρήση της φράσης «πωλητήριο έγγραφο» έγινε λόγο έλλειψης χώρου στην απόδειξη δεν φαντάζει λογική. Εισηγήθηκε ότι η αναφορά στην απόδειξη σε αγορά «οικοπέδου και οικίας» παραπέμπει σε δύο συμφωνίες. Δεν συμφωνώ ότι η φυσική ερμηνεία των λέξεων αυτών παραπέμπει σε συνομολόγηση μιας συμφωνίας με τους Εναγόμενους για αγορά του υπό διαχωρισμού οικοπέδου και σε συνομολόγηση δεύτερης συμφωνίας μεταξύ της Ενάγουσας και με τρίτης εταιρείας για ανέγερση της κατοικίας. Η φυσική ερμηνεία του λεκτικού του Τεκμηρίου 2 είναι ότι θα ετοιμαζόταν ένα πωλητήριο έγγραφο για την αγορά του οικοπέδου και της κατοικίας. Σημειώνω επίσης ότι στην ίδια απόδειξη χρησιμοποιείται η φράση «ο πωλητής» και όχι η φράση «ο πωλητής και ο εργολάβος». Επιπρόσθετα, σε σχέση με το Τεκμήριο 2, η ΜΥ1 επιλεκτικά αναφέρθηκε στο ότι καταγράφει τη φράση «μη επιστρέψιμη προκαταβολή» για να παραβλέψει τη ρητή αναφορά ότι αυτό τελεί υπό την προϋπόθεση ότι ο «πωλητής» θα ετοιμάσει και υπογράψει πωλητήριο έγγραφο μέχρι 25.11.
  15. Εάν αυτό δεν συμβεί τότε «θα είναι υπόχρεος να επιστρέψει την προκαταβολή». Επιπρόσθετα, ζητήθηκε από την ΜΥ1 και πληρώθηκε από τον Ενάγοντα προκαταβολή €10.000 σε σχέση με την πράξη και δεν έγινε κανένας καταμερισμός της προκαταβολής αυτής μεταξύ των δύο συμφωνιών. Εάν η συμφωνία μεταξύ της κας Χριστιάνας Αλεξάνδρου (ΜΥ1) και της Ενάγουσας αφορούσε ρητά την συναμολόγηση δύο συμφωνιών με δύο διαφορετικές εταιρείες όπως αυτή ισχυρίζεται θεωρώ ότι θα γινόταν σχετική πρόνοια για τον καταμερισμό τους ποσού της προκαταβολής μεταξύ των δύο εταιρειών που θα εμπλέκονταν, ήτοι των Εναγόμενων και της εταιρείας Stargel Co Ltd. Το λεκτικό της απόδειξης, Τεκμήριο 2, παραπέμπει σε μια προκαταβολή που λήφθηκε σε σχέση με ένα πωλητήριο έγγραφο. Πέραν από τα πιο πάνω η όλη εκδοχή της ΜΥ1 δεν αντέχει στη βάσανο της λογικής. Σύμφωνα με τα όσα υποστήριξε, είχε αρχικά ενημερώσει την Ενάγουσα ότι η τιμή πώλησης της κατοικίας ήταν €545.000 συμπεριλαμβανομένου του Φ.Π.Α. Σε κανένα σημείο είτε της κυρίως εξέτασης της ΜΥ1 αλλά, ούτε και κατά την αντεξέταση της Ενάγουσας και της ΜΕ2, έγινε αναφορά στο ότι και στην πρώτη αυτή περίπτωση θα ίσχυε η ίδια διευθέτηση, δηλαδή η ολοκλήρωση της συναλλαγής με δύο συμφωνίες. Αυτό που τέθηκε στην Ενάγουσα είναι ότι είχε συμφωνηθεί η μείωση της τιμής σε €530.000 συμπεριλαμβανομένου του Φ.Π.Α. με την προϋπόθεση ότι η συναλλαγή θα γινόταν με δύο συμφωνίες ώστε Φ.Π.Α. να είναι πληρωτέος μόνο σε σχέση με τη συμφωνία ανέγερσης της κατοικίας. Η αναφορά ότι στην αρχική τιμή των €545.000 συμπεριλαμβανόταν Φ.Π.Α. μόνο σε σχέση με την ανέγερση της κατοικίας προβλήθηκε για πρώτη φορά από την ΜΥ1 κατά την αντεξέταση της. Μέχρι εκείνο το σημείο η εικόνα που προέκυπτε από την αντεξέταση της Ενάγουσας και της ΜΕ2 αλλά και από την κυρίως εξέταση της ΜΥ1 ήταν ότι μετά την άρνηση της Ενάγουσας να υπογράψει τις δύο συμφωνίες τελικά οι Εναγόμενοι θα ετοίμαζαν ένα πωλητήριο έγγραφο διότι η Ενάγουσα είχε αποδεχτεί να πληρώσει τον επιπλέον Φ.Π.Α. που θα προέκυπτε. Με αυτό τον τρόπο η τιμή αγοράς διαμορφώνετο σε €564.500 συμπεριλαμβανομένου Φ.Π.Α., δηλαδή πολύ υψηλότερο τίμημα από το αρχικό ποσό των €545.000 συμπεριλαμβανομένου του Φ.Π.Α. - ποσό που η Ενάγουσα δεν αποδέχτηκε ζητώντας καλύτερη τιμή. Όταν δε κατά την αντεξέταση της ΜΥ1 της τέθηκε ότι ούτε η διαφήμιση Τεκμήριο 3, αναφέρει ότι η τιμή των €545.000 συμπεριελάμβανε Φ.Π.Α. μόνο σε σχέση με την κατοικία και όχι τη γη, προέβαλε ξανά την καθόλου πειστική δικαιολογία ότι αυτό έγινε για λόγους στενότητας χώρου στη διαφήμιση, για να προβάλει και ως δικαιολογία για την παράλειψη διευκρίνισης του σημείου αυτού στη διαφήμιση ότι η ίδια δεν ασχολείται με την ετοιμασία και ανάρτηση των διαφημίσεων στην ιστοσελίδα. Η εισαγωγή της εκδοχής περί αρχικής τιμής €545000 συμπεριλαμβανομένου Φ.Π.Α. στην τιμή μόνο της ανέγερσης της κατοικίας στο στάδιο μόλις της αντεξέτασης της ΜΥ1, ήταν θεωρώ εφεύρημα εκ των υστέρων. Η προσπάθεια της ΜΥ1 να δείξει ότι υπολείπετο προς εκτέλεση σημαντικό μέρος των εργασιών ανέγερσης της κατοικίας επίσης δεν ήταν πειστική. Δεν συνάδει με τη διαφήμιση Τεκμήριο 3 όπου αναφέρεται σε ολοκλήρωση του έργου τον Αύγουστο 2010, δεν συνάδει με το χρονοδιάγραμμα για υπογραφή του πωλητηρίου εγγράφου μέχρι 25.11.2010 που αναγράφεται στην απόδειξη, Τεκμήριο 2, ενώ στις εργασίες στις οποίες αναφέρθηκε η ΜΥ1 ότι υπολείπονταν προς εκτέλεση συμπεριέλαβε και το κτίσιμο ψησταριάς στον εξωτερικό χώρο παραβλέποντας το ηλεκτρονικό μήνυμα που η πλευρά της παρουσίασε κατά την αντεξέταση της Ενάγουσας σύμφωνα με το οποίο η Ενάγουσα δεν επιθυμούσε το κτίσιμο ψησταριάς. Επιπρόσθετα, καθόλου δεν βοήθησε την αξιοπιστία της η προσπάθεια της για διεκδίκηση εξόδων ετοιμασίας τροποποιημένων αρχιτεκτονικών σχεδίων για να διαφανεί στην πορεία ότι τα αρχιτεκτονικά αυτά σχέδια είχαν ετοιμαστεί από το
  16. Οι δε δικαιολογίες που προέβαλε περί πιθανότητας να της παραδόθηκαν λανθασμένα σχέδια από το γραφείο να προσκομίσει στο Δικαστήριο ούτε πειστικές ούτε αληθοφανείς ήταν. Ως παράδειγμα της επιλεκτικής αναφοράς της στη μαρτυρία παραπέμπω στα όσα ανέφερε σε σχέση με την απαίτηση του κ. Παλλουρτή για προμήθεια. Υποστήριξε ότι ο κ. Παλλουρτής ξενάγησε την Ενάγουσα στην επίδικη κατοικία και μάλιστα οι δύο τους συνομιλούσαν στο τηλέφωνο κατά την ξενάγηση για επίλυση αποριών της Ενάγουσας. Υποστήριξε ότι αυτό αποδεικνύεται από ηλεκτρονική αλληλογραφία την οποία παρουσίασε, Τεκμήριο
  17. Το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 17 καθόλου δεν τεκμηριώνει την εκδοχή της, όπως προσπάθησε να το παρουσιάσει. Στο εν λόγω τεκμήριο περιλαμβάνεται μια γενική αναφορά σε ξενάγηση σε κατοικίες. Επιπρόσθετα, το γεγονός της ξενάγησης και μάλιστα των τηλεφωνικών συνδιαλέξεων μεταξύ του κ. Παλλουρτή και της ΜΥ1 κατά τη διάρκεια της, δεν τέθηκε στην ίδια την Ενάγουσας. Κρίνω ότι τα πιο πάνω, εξηγούν επαρκώς την κατάληξη μου σε σχέση με την αξιολόγηση της μαρτυρίας της. Θα περιοριστώ να προσθέσω ότι η ποιότητα της μαρτυρίας της στο σύνολο της με οδηγεί στο συμπέρασμα ότι πρόκειται για μάρτυρα αναξιόπιστο και δεν αποδέχομαι τα όσα κατέθεσε. Στη βάση της αξιολόγησης της μαρτυρίας, καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα αναφορικά με τα ουσιώδη γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση: (α) Τον Οκτώβριο 2010, Ενάγουσα επικοινώνησε τηλεφωνικώς με την ΜΥ1 και ενδιαφέρθηκε να αγοράσει την επίδικη κατοικία. (β) Διευθετήθηκε μεταξύ τους συνάντηση κατά την διάρκεια της οποίας η ΜΥ1, συστήθηκε ως η ιδιοκτήτρια της κατοικίας, έδωσε στην Ενάγουσα την επαγγελματική της κάρτα, Τεκμήριο 1 και την ξενάγησε στην κατοικία. (γ) Κατά τη ξενάγηση, η κατοικία ήταν σχεδόν ολοκληρωμένη και υπολείπονταν για την ολοκλήρωση της μόνο κάποιες μικρές εργασίες, όπως η τοποθέτηση των ηλεκτρικών συσκευών. Οι εργασίες ήταν σε τόσο προχωρημένο στάδιο ώστε μέχρι 25.11.2010 περίπου αυτή θα ήταν έτοιμη προς παράδοση, ενώ επαρκούσαν ώστε οι Εναγόμενοι να είναι σε θέση να διαφημίζουν την κατοικία στην ιστοσελίδα τους ολοκληρωμένη από τον Αύγουστο
  18. (δ) Η ΜΥ1 ενημέρωσε την Ενάγουσα ότι η αρχική τιμή αγοράς της κατοικίας ήταν €545.000 συμπεριλαμβανομένου του Φ.Π.Α.. Η Ενάγουσα και η ΜΥ1 συμφώνησαν τελικά στην αγορά της κατοικίας έναντι του ποσού των €530.000 συμπεριλαμβανομένου του Φ.Π.Α. (ε) Η ΜΥ1 δεν ενημέρωσε κατά τον χρόνο σύναψης της προφορικής τους συμφωνίας ότι η συναλλαγή θα γινόταν με τη συνομολόγηση δύο συμφωνιών, ήτοι με μια συμφωνία δια της οποίας η Ενάγουσα θα αγόραζε από τους Εναγόμενους το υπό διαχωρισμό τεμάχιο γης στο οποίο είχε ανεγερθεί η κατοικία και μια δεύτερη συμφωνία με την οποία η Ενάγουσα θα ανέθετε την ανέγερση της κατοικίας σε άλλη εταιρεία. (στ) Στις 26.10.2010 η θυγατέρα της Ενάγουσας, ΜΕ2, και η μητέρα της Ενάγουσας, μετέβησαν στα γραφεία των Εναγόμενων και η ΜΕ2 πλήρωσε στην ΜΥ1 ποσό €10.000 που είχε συμφωνηθεί ότι θα δινόταν ως προκαταβολή για την αγορά της κατοικίας από την Ενάγουσα. Με την καταβολή του ποσού αυτού οι Εναγόμενοι εξέδωσαν και παρέδωσαν στην ΜΕ2 την απόδειξη, Τεκμήριο
  19. (ζ) Στην απόδειξη Τεκμήριο 2, αναγράφονται τα όσα αναφέρω ανωτέρω. (η) Οι Εναγόμενοι δεν απέστελλαν στην Ενάγουσα πωλητήριο έγγραφο για την αγορά της κατοικίας, ως η μεταξύ τους συμφωνία με αποτέλεσμα η Ενάγουσα να δώσει οδηγίες στην θυγατέρα της ΜΕ2 να αποταθεί σε δικηγόρο. (ι) Ο δικηγόρος της Ενάγουσας αντάλλαξε με τους Εναγόμενους τις επιστολές, Τεκμήρια 6-10, με το περιεχόμενο που αναφέρω ανωτέρω. (ια) Οι Εναγόμενοι επέμεναν όπως η συναλλαγή ολοκληρωθεί με την υπογραφή των δύο συμφωνιών, Τεκμήρια 4 και 5, που είχαν το περιεχόμενο που αναφέρω ανωτέρω. (ιβ) Η προθεσμία της 25.11.2010 που καθορίζετο στο Τεκμήριο 2 παρείλθε χωρίς οι Εναγόμενοι να ετοιμάσουν και υπογράψουν πωλητήριο έγγραφο με την Ενάγουσα. (ιγ) Ένεκα τούτου, η Ενάγουσα απέστειλε μέσω του δικηγόρου της την επιστολή ημερομηνίας 02.12.10, Τεκμήριο 10, με την οποία απέσυρε το ενδιαφέρον της για αγορά της επίδικης κατοικίας και ζητούσε επιστροφή του ποσού που είχε πληρώσει ως προκαταβολή. (ιδ) Οι Εναγόμενοι δεν έχουν επιστρέψει οποιοδήποτε ποσό προς την Ενάγουσα. Με δεδομένα τα πιο πάνω ευρήματα σε σχέση με τα γεγονότα, παραμένει να αποφασιστεί εάν η Ενάγουσα, με επαρκή, αποδεκτή και αξιόπιστη μαρτυρία έχει αποδείξει στον απαιτούμενο βαθμό τις επίδικες αξιώσεις της ώστε να δικαιούται σε απόφαση. Παραμένει επίσης να αποφασιστεί εάν οι Εναγόμενοι έχουν αποδείξει στον απαιτούμενο βαθμό τα ποσά που ανταπαιτούν. Σε σχέση με την απαίτηση της Ενάγουσα, θεωρώ ότι τα ευρήματα σε σχέση με τα γεγονότα οδηγούν αναπόδραστα στο αποτέλεσμα. Όπως διαφαίνεται από τα πιο πάνω, συμφωνήθηκε όπως η Ενάγουσα αγοράσει από τους Εναγόμενους την επίδικη κατοικία για ποσό €530.000 συμπεριλαμβανομένου του Φ.Π.Α.. Έναντι του ποσού αυτού η Ενάγουσα πλήρωσε €10.000 προκαταβολή. Οι Εναγόμενοι ανέλαβαν ρητά και γραπτώς την υποχρέωση να επιστρέψουν το ποσό της προκαταβολής σε περίπτωση που δεν ετοίμαζαν και υπέγραφαν πωλητήριο έγγραφο για την ολοκλήρωση της πράξης μέχρι 25.11.
  20. Η ημερομηνία αυτή παρήλθε χωρίς οι Εναγόμενοι να έχουν εκπληρώσει τον όρο αυτό για λόγους που δεν ευθύνεται η Ενάγουσα. Ένεκα της παράβασης των συμφωνηθέντων από τους Εναγόμενους, μετά την πάροδο της ταχθείσας προθεσμίας η Ενάγουσα απαίτησε την επιστροφή του εν λόγω ποσού. Αυτά, κρίνω ότι στοιχειοθετούν επαρκώς την απαίτηση της Ενάγουσας και το δικαίωμα της για επιστροφή του ποσού των €10.
  21. Στρέφομαι τώρα στην ανταπαίτηση που εγείρουν οι Εναγόμενοι. Όπως ανέφερα στην αρχή της απόφασης μου, οι Εναγόμενοι ανταπαιτούσαν αρχικά ποσό €5.750 όμως εγκατέλειψαν την αξίωση αυτή με σχετική δήλωση της συνηγόρου τους ημερομηνίας 18.5.
  22. Ανταπαιτούσαν επίσης από την Ενάγουσα ποσό €2.250 που αφορούσε αλλαγές στα αρχιτεκτονικά σχέδια της κατοικίας, αξίωση που περιόρισαν με δήλωση της συνηγόρου τους. Κρίνω ότι στη βάση της προσκομισθείσας μαρτυρίας η αξίωση αυτή δεν στοιχειοθετείται. Τα σχέδια που παρουσίασε η ΜΥ1 προς απόδειξη του ισχυρισμού της ότι έγινε τροποποίηση σχεδίων, Τεκμήριο 18, όχι μόνο χρονολογούνταν από το 2007 αλλά, όπως η ίδια η ΜΥ1 παραδέχθηκε τελικά, αυτά είχαν ετοιμαστεί για ικανοποίηση του προηγούμενου αγοραστή της επίδικης κατοικίας. Δεν διαβλέπω επομένως πως μπορεί να διεκδικούν οποιοδήποτε ποσό από την Ενάγουσα σε σχέση με αυτά. Οι Εναγόμενοι αξίωναν ποσό €4.000 που αφορούσε οικοδομικές αλλαγές στην κατοικία. Στην πορεία, με δήλωση της συνηγόρου τους περιόρισαν την αξίωση αυτή σε €900 πλέον Φ.Π.Α. Από τη μαρτυρία διαφάνηκε ότι οι αλλαγές αυτές αφορούσαν την αφαίρεση τοίχου που είχε κτιστεί στην οικία καθ' υπόδειξη του προηγούμενου αγοραστή για να τοποθετηθεί στην κουζίνα μεγαλύτερο ψυγείο. Φάνηκε επίσης από το ηλεκτρονικό μήνυμα της ΜΥ1 προς την Εναγόμενη, Τεκμήρια 13 και 14 , ότι σε περίπτωση που η Εναγόμενη επιθυμούσε την αφαίρεση του ώστε η κατοικία να συνάδει με τα αρχικά αρχιτεκτονικά της σχέδια τότε δεν θα επιβαρυνόταν με οποιοδήποτε κόστος. Οι Εναγόμενοι επέλεξαν να προχωρήσουν με την αφαίρεση του τοίχου πριν την υπογραφή της συμφωνίας για ολοκλήρωση της συναλλαγής. Τα δεδομένα αυτά από μόνα τους, δεν τους επιτρέπου να διεκδικούν οποιοδήποτε σχετικό ποσό από την Ενάγουσα. Επιπρόσθετα, παρά τη βασική αρχή δικαίου που επιβάλλει όπως ειδικές αποζημιώσεις αποδεικνύονται με αυστηρότητα, η μόνη συγκεκριμένη μαρτυρία σε σχέση με το αξιούμενο ποσό προέρχεται από την ΜΥ1 η οποία τοποθέτησε το κόστος σε «€900-€1000». Η αναφορά αυτή δεν επαρκεί. Αναφορικά με τις αξιώσεις για αλλαγές στα αρχιτεκτονικά σχέδια και για τις οικοδομικές εργασίες σημειώνω και τα εξής. Η θέση που προώθησε η κα Χριστίανα Αλεξάνδρου κατά τη μαρτυρία της αλλά και η ίδια η ανταπαίτηση των Εναγομένων είναι, μέχρι ενός σημείου, αντιφατική και αυτοαναιρείται. Από τη μια, με τη σύνταξη των δύο συμφωνιών, Τεκμήρια 4 και 5, η πλευρά των Εναγομένων εισηγείται ότι οι Εναγόμενοι ήταν οι ιδιοκτήτες του ακινήτου στο οποίο θα ανεγείρετο ή είχε ανεγερθεί η επίδικη κατοικία. Η δε κατοικία θα ανεγείρετο από την εταιρεία Stargel Co Ltd στη βάση της συμφωνίας Τεκμήριο
  23. Τα δε έξοδα ανέγερσης της κατοικίας, σύμφωνα και πάλιν με τη συμφωνία Τεκμήριο 5, θα βάραιναν την εταιρεία Stargel Co Ltd. Όμως, μέσω της ανταπαίτησης τους και κατά την αντεξέταση της Ενάγουσας, οι Εναγόμενοι ουσιαστικά διεκδικούν έξοδα που αφορούν την ανέγερση της κατοικίας και τα οποία, σύμφωνα με τον τρόπο που ισχυρίζονται ότι είχε συμφωνηθεί η ολοκλήρωση της επίδικης συναλλαγής, δεν θα επωμίζονταν οι ίδιοι αλλά η εταιρεία Stargel Co Ltd. Με δεδομένη τη θέση που αυτοί προώθησαν, δεν έχει ακουστεί μαρτυρία από την πλευρά των Εναγόμενων που να δικαιολογεί επαρκώς με ποιο τρόπο νομιμοποιούνται να διεκδικούν τα ποσά αυτά. Αυτός είναι επομένως ακόμα ένας λόγος για τον οποίο οι συγκεκριμένες αξιώσεις δεν στοιχειοθετούνται και δεν μπορούν να επιτύχουν. Σε σχέση με την αξίωση για προμήθεια από τον κτηματομεσίτη κ. Παλλουρτή, σημειώνω ότι περιορίστηκε στην πορεία από €15.000 σε €2.
  24. Η ίδια η ΜΥ1 κατά τη μαρτυρία της επέμενε ότι ο κ. Παλλουρτής δεν δικαιούται στο ποσό αυτό και ανέφερε ότι δεν του κατέβαλλε το ποσό αυτό. Με αυτό το δεδομένο αλλά και στη βάση των ευρημάτων του Δικαστηρίου - που δεν περιλαμβάνουν εύρημα ότι διενεργήθηκε ξενάγηση από τον κ. Παλλουρτή στην επίδικη κατοικία - κρίνω ότι οι Εναγόμενοι δεν έχουν αποδείξει την συγκεκριμένη αξίωση. Παραμένει η αξίωση για ποσό €20.434,78 που αφορά τη διαφορά στην τιμή στην οποία η Ενάγουσα θα αγόραζε την κατοικία και στην τιμή που αυτή τελικά πωλήθηκε σε τρίτο πρόσωπο, Τεκμήριο
  25. Η αξίωση αυτή εδραζόταν στο ότι θα γινόταν αποδεχτή η εκδοχή των Εναγομένων ότι είχε συμφωνηθεί όπως η επίδικη αγορά ολοκληρωθεί με τη συνομολόγηση δυο συμφωνιών. Η εκδοχή αυτή δεν έγινε αποδεκτή. Αποδεκτή έγινε η εκδοχή της Ενάγουσας ότι η συμφωνία αφορούσε την αγορά της κατοικίας για συνολικό ποσό €530.000 συμπεριλαμβανομένου Φ.Π.Α. επί του όλου τιμήματος αγοράς. Με αυτό το δεδομένη η αξίωση αυτή των Εναγομένων αποτυγχάνει αφού με τη μεταγενέστερη πώληση της κατοικίας για ποσό €540.000 συμπεριλαμβανομένου του Φ.Π.Α. διαπιστώνεται ότι οι Εναγόμενοι απεκόμισαν κέρδος αντί να υποστούν ζημιά. Για τους πιο πάνω λόγους, η αγωγή επιτυγχάνει και εκδίδεται απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον των Εναγομένων για ποσό €10.
  26. Η Ενάγουσα αξιώνει νόμιμο τόκο επί του ποσού αυτού από 2.12.2010 όμως δεν έχει τεθεί ενώπιον μου μαρτυρία που να εισηγείται ότι είχε συμφωνηθεί η καταβολή τόκου σε περίπτωση καθυστέρησης επιστροφής του εν λόγω ποσού από τους Εναγόμενους. Επιδικάζεται επομένως νόμιμος τόκος επί του ποσού των €10.000 από την καταχώρηση της αγωγής, ήτοι από 8.3.
  27. Η ανταπαίτηση αποτυγχάνει και απορρίπτεται. Τα έξοδα της αγωγής επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον των Εναγομένων όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Νοείται ότι ένα σετ εξόδων θα πληρωθεί. (Υπ.) ........... Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] C&A Pelekanos Assoc. Ltd v Πελεκάνου

(1999)1 Α.Α.Δ 1273 [2] Μουσταφά ν Καυκαρή, Πολιτική Έφεση 10705 ημερ. 08.02.2002, Παύλου ν Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68 και Ομήρου ν Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506, Αντωνιάδου v Αντωνιάδη
(2002)1 (Γ) Α.Α.Δ. 2009 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.