← Κύπρος

Eμμανουήλ Σεβαστός ως διαχειριστής της περιουσίας της αποβιωσάσης Μαίρης Σεβαστού κ.α. ν. Νέστορας Νικηφόρου, Αρ. Αγωγής: 440/ 2011, 11/1/2016

Eμμανουήλ Σεβαστός ως διαχειριστής της περιουσίας της αποβιωσάσης Μαίρης Σεβαστού κ.α. ν. Νέστορας Νικηφόρου, Αρ. Αγωγής: 440/ 2011, 11/1/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2016:A4 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Γ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 440/ 2011 Μεταξύ:

  1. Eμμανουήλ Σεβαστός ως διαχειριστής της περιουσίας της αποβιωσάσης Μαίρης Σεβαστού
  2. Εμμανουήλ Σεβαστός Εναγόντων/ Αιτητών και Νέστορας Νικηφόρου Εναγομένου/ Καθ΄ου η Αίτηση Ημερομηνία: 11 Ιανουαρίου, 2016 Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες - Αιτητές: Ο κ. Π. Αριστοτέλους για Αντρέας Χρ. Ευτυχίου Για τον Εναγόμενο - Καθ΄ου η αίτηση: Ο κ. Χριστοδουλίδης για Γιώργος Χριστοφίδης Α Π Ο Φ Α Σ Η (σε αίτηση με ημερομηνία 12.12.2013 για επαναφορά της αγωγής) Η επίδικη διαφορά αφορά τη μεταβίβαση στις 14.04.2000 ενός οικοπέδου με αριθμό εγγραφής L 438 Φ/Σχ. XL64 W1 Τεμ. 404 συμφέρον το όλον Ενορία Άγιος Νικόλαος Λάρνακας στη Λάρνακα επ΄ονόματι του εναγόμενου. Οι ενάγοντες αξιώνουν διατάγματα ακύρωσης της εν λόγω μεταβίβασης καθώς διατείνονται ότι: «. η μεταβίβαση (πώληση) και εγγραφή του οικοπέδου έγινε χωρίς την εξουσιοδότηση και/ή εν αγνοία της αποβιωσάσης Μαίρης Σεβαστού και/ή με βάση το πλαστό πληρεξούσιο έγγραφο ημερ. 24.03.2000 και/ή παράνομα και/ή δόλια και είναι άκυρη, παράνομη και χωρίς οποιονδήποτε νόμιμο αποτέλεσμα.» Όλα βέβαια τα πιο πάνω ο εναγόμενος τα αρνείται με την Υπεράσπιση του προβάλλοντας παράλληλα διάφορες προδικαστικές ενστάσεις ως προς την εγκυρότητα της αγωγής ως προς την εγκυρότητα της αγωγής. Η αίτηση και οι λόγοι που την υποστηρίζουν: Οι αιτητές με την παρούσα αίτηση τους με ημερομηνία 12.12.2013 επιζητούν την επαναφορά (reinstatement) της αγωγής τους η οποία είχε απορριφθεί λόγω μη προώθησης της την 28.11.
  3. Σημειώνω ότι ως φαίνεται και επί του τίτλου της αγωγής ο εναγόμενος 2 - αιτητής εμφανίζεται υπό διπλή ιδιότητα δηλαδή προσωπικά και ως διαχειριστής της περιουσίας της αποβιωσάσης μητέρας του Μαίρης Σεβαστού. Στα πλαίσια της πιο πάνω αίτησης έχουν εκδοθεί μέχρι σήμερα αρκετές ενδιάμεσες αποφάσεις οι οποίες αφορούσαν διάφορα ζητήματα που κάθε φορά ανέκυπταν ή προέβαλλαν. Σε αυτές τις ενδιάμεσες αποφάσεις καταγραφόταν κάθε φορά η μέχρι της ημερομηνίας της ενδιάμεσης απόφασης πορεία της υπόθεσης. Δεν σκοπεύω να τα επαναλάβω εφόσον αυτή έχει καταγραφεί και φαίνεται στις προηγούμενες αποφάσεις, εκείνο όμως που μπορώ να καταγράψω ως επιπρόσθετα των πιο πάνω είναι ότι με άλλη ενδιάμεση απόφαση μου σε μονομερή αίτηση του καθ΄ου η αίτηση στην αρχική αίτηση, επέτρεψα να καταχωρηθεί από αυτόν συμπληρωματική ένορκη δήλωση όπου να επισυνάπτονται αντίγραφα - καθώς έκρινα δίκαιο να τεθούν υπόψη του Δικαστηρίου κατά την εξέταση της παρούσας - της έκθεση απαιτήσεως στην Αγ. 2076/2000, της απόφασης που είχε εκδοθεί στην ίδια αυτή αγωγή και της απάντησης στην τροποποιημένη υπεράσπιση όπως και έγινε με την καταχώρηση της την 6.11.
  4. Στη συνέχεια θα καταγραφούν τόσο οι λόγοι της αίτησης όσο και αυτοί της ειδοποίησης περί της πρόθεσης ένστασης και των ισχυρισμών στις υποστηρικτικές ένορκες δηλώσεις τους όπως έχουν πλέον διαμορφωθεί μετά τις επανειλημμένες τροποποιήσεις που επήλθαν σε αυτές. Η νομική βάση της αίτησης όπως έχει διαμορφωθεί μετά που επιτράπηκε η συμπλήρωση της με ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου με ημερομηνία 9.04.2015 βασίζεται πλέον στην Δ.33 Θ.Θ. 1, 4 και 5, Δ.48.Θ.9, Δ.57 και Δ.26 Θ.
  5. Το πραγματικό υπόβαθρο της αίτησης υποστηρίζεται με ένορκες δηλώσεις του κ. Εμμανουήλ Σεβαστού ενάγοντος 2 και ως διαχειριστή της περιουσίας της Μαίρης Σεβαστού που στην αγωγή παρουσιάζεται ως ενάγων 1 καθώς στην αρχική του ένορκη δήλωση του επιτράπηκε αργότερα η προσθήκη ισχυρισμών με την καταχώρηση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων των οποίων το περιεχόμενο θα καταγραφεί επίσης στη συνέχεια. Στην αρχική του ένορκη δήλωση υποστηρίζει τα ακόλουθα: «
  6. Είμαι ο Ενάγοντας και διαχειριστής της περιουσίας της αποβιωσάσης μητέρας μου Μαίρης Σεβαστού.
  7. Γνωρίζω πολύ καλά τα γεγονότα της υπόθεσης και εμφανιζόμουν στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή αυτοπροσώπως.
  8. Η ανωτέρω αγωγή και απαίτηση μου απερρίφθη διότι δεν παρευρέθηκα κατά την ημερομηνία και ώρα που ήτο ορισμένη ενώπιον του Σεβαστού Δικαστηρίου την 28/11/
  9. Η απουσία μου οφειλόταν στο ότι ήμουν κλινήρης και δεν μπορούσα να παρευρεθώ ενώπιον του Σεβαστού Δικαστηρίου. (Επισυνάπτω ιατρικό πιστοποιητικό Τεκμήριο Α).
  10. Η Αγωγή ήτο ορισμένη για οδηγίες όπως και η αίτηση των Εναγομένων ημερ. 18/04/
  11. Ενόψει της ασθένειας μου ήτο αδύνατο για εμένα να παρευρεθώ στο Σεβαστό Δικαστήριο. Προσπάθησα να επικοινωνήσω με φιλικά μου πρόσωπα και να εμφανιστεί κάποιος ενώπιον του Δικαστηρίου και να με εκπροσωπήσει όμως κατέστη αδύνατο. Παρά τις προσπάθειες μου δεν εντόπισα κάποιο που να μπορεί να παρευρεθεί προς όφελός μου.
  12. Εάν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα επαναφοράς δεν θα επηρεαστούν τα δικαιώματα του Εναγομένου καθ' οιονδήποτε τρόπο καθότι δεν επηρεάζεται η υπόθεσης του με οποιονδήποτε τρόπο.
  13. Πιστεύω ότι έχω καλή αιτία αγωγής στην παρούσα υπόθεση και εάν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα θα απολεσθεί το δικαίωμα μου προς διεκδίκηση της απαίτησης μου. 9 Καθ΄ όλη τη διάρκεια της υπόθεσης και σε όλες τις εμφανίσεις ήμουν παρών και πάντοτε έδειχνα ενδιαφέρον για την υπόθεση μου και ουδέποτε υπέδειξα αδιαφορία ή περιφρονητική στάση προς το Σεβαστό Δικαστήριο για την υπόθεση αυτή.
  14. Ο λόγος της απουσίας μου ήταν η αδυναμία μου λόγω ασθένειας και όχι λόγω αδιαφορίας.
  15. Αμέσως μόλις ανάρρωσα επισκέφτηκα το πρωτοκολλητείο και έλαβα το πρακτικό ημερ. 28/11/13 και όσο πιο σύντομα ήτο δυνατό για εμένα προχώρησα στην καταχώρηση της παρούσας αίτησης.
  16. Για όλους τους πιο πάνω λόγους θεωρώ ότι θα είναι δίκαιο να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα και δεν θα επηρεαστεί με κανένα τρόπο ο Εναγόμενος και με την κατάλληλη διαταγή του Σεβαστού Δικαστηρίου.» Στη συμπληρωματική του ένορκη δήλωση ημερομηνίας 13.10.14 υποστηρίζει τα ακόλουθα: «
  17. Είμαι ο Αιτητής 2 στην πιο πάνω αίτηση.
  18. Προβαίνω στην παρούσα ένορκη δήλωση συμπληρωματικά στην κύρια ένορκη δήλωση μου ημερ. 12/12/13 στην ενδιάμεση αίτηση ημερ. 12/12/13 σύμφωνα με διαταγή του Δικαστηρίου ημερ. 11/7/14 και ημερ. 9/10/14 ως τα Διατάγματα που επισυνάπτονται ως ΤΕΚΜΗΡΙΑ -Γ-

(1)
(2). 3.
(1)Λόγω της φύσης της ασθένειας μου περιστροφικός ίλιγγος, ο ιατρός μου Δρ. Γεώργιος Αχιλλέως Θεοδούλου, Παθολόγος από Λάρνακα, μου συνέστησε φαρμακευτική αγωγή, αυστηρή παραμονή στο κρεβάτι για αποφυγή επιπτώσεων με όλα τα πιθανά επακόλουθα από την 27/11/13 έως και τις 30/11/13 που συμπεριλαμβάνεται και η ημερομηνία 28/11/13 που ήταν ορισμένη η αγωγή μου στο Δικαστήριο. Επισυνάπτεται ιατρική έκθεση του πιο πάνω ιατρού ημερ. 27/11/13 ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ -Β-. 4.
(1)Περαιτέρω επειδή η αγωγή μου στρέφεται εναντίον γνωστού δικηγόρου που ασκεί το επάγγελμα στη Λάρνακα για πολλά χρόνια, δυσκολεύτηκα να βρω δικηγόρο να αναλάβει την υπόθεση μετά την απόσυρση της δικηγόρου μου από Λευκωσία, πιθανόν διότι οι συνάδελφοι του δεν επιθυμούσαν αναλάβουν την υπόθεση εναντίον του.
(2)Τέλος βρήκα τον κ. Αντρέα Χρ. Ευτυχίου από Λευκωσία που ήταν ο δικηγόρος της μακαρίτισσας μητέρας μου Μαίρης Σεβαστού, ο οποίος λόγω γνωριμίας του με την οικογένεια μας δέχτηκε να αναλάβει την υπόθεσή μου. 5.
(1)Από ότι αληθινά πιστεύω και συμβουλεύομαι έχω πολύ καλή αιτία και/ή αγώγιμο δικαίωμα αγωγής και ορατή πιθανότητα επιτυχίας της υπόθεσής μου.
(2)Τα γεγονότα πάνω στα οποία στηρίζεται ότι έχουμε καλή αιτία και/ή αγώγιμο δικαίωμα αγωγής και ορατή πιθανότητα επιτυχίας, είναι ως δικογραφήθηκαν και στην Έκθεση Απαίτησης της πιο πάνω τίτλο και αριθμό αγωγής μας.
(3)Κατά ή περί την 14/4/00 αποτάθηκα στον Καθ' ου η αίτηση και του ανέθεσα ως Δικηγόρου μου την διεκπεραίωση των διαδικασιών μεταβίβασης αριθμού οικοπέδων που ήταν εγγεγραμμένα επ' ονόματι της αποβιωσάσης Μαίρης Σεβαστού στο όνομα μου.
(4)Για να καταστεί δυνατή η μεταβίβαση των οικοπέδων επ' ονόματι μου, απαιτούντο να καταβληθούν διάφορα τέλη, έξοδα και φόροι συνολικού ποσού γύρω στις ΛΚ13.000 (€22.211,81) τα οποία εγώ αδυνατούσα να πληρώσω.
(5)Ο Καθ' ου η αίτηση τότε δια ψευδών παραστάσεων και/ή δόλου και/ή απάτης και με σκοπό καταδολίευσης, με έπεισε να του μεταβιβάσω επ' ονόματι του το επίδικο οικόπεδο για να το παρουσιάσει ως εξασφάλιση και/ή εγγύηση σε Τραπεζικό Οργανισμό που εργάζετο συγγενικό του πρόσωπο για να μπορεί να πληρώσει το ανωτέρω ποσό των ΛΚ13.000 (€22.211,81) ώστε να καταστεί δυνατή η μεταβίβαση του αριθμού οικοπέδων.
(6)Περαιτέρω ο Καθ' ου η αίτηση με διαβεβαίωσε και/ή υποσχέθηκε ότι όταν θα ήμουν σε θέση να του πληρώσω το πιο πάνω ποσό των ΛΚ13.000 (€22.211,81) πλέον ΛΚ1.000 (€1.708,60) ως δικηγορικά του έξοδα, τότε ο Καθ' ου η αίτηση θα μου επαναμεταβίβαζε επ' ονόματι μου το οικόπεδο.
(7)Βασιζόμενος στις διαβεβαιώσεις και /ή υποσχέσεις του Καθ' ου η αίτηση, μεταβίβασα το επίδικο οικόπεδο περί ή στις 14/4/00 επ' ονόματι του Καθ' ου η αίτηση χρησιμοποιώντας κατά την μεταβίβαση το πληρεξούσιο έγγραφο ημερ. 24/3/00 το οποίο κατόπιν δικαστικών αποφάσεων του Πρωτόδικου Δικαστηρίου και του Ανωτάτου αποφασίστηκε ότι ήταν πλαστογραφημένο.
(8)Πράγματι κατά ή περί την 14/4/00 εγώ, εν αγνοία και χωρίς την εξουσιοδότηση της αποβιωσάσης και/ή δυνάμει πλαστού πληρεξουσίου έγγραφου ημερ. 24/3/00 και/ή με άκυρη δήλωση μεταβίβασης και/ή δόλο, μεταβίβασα στον Καθ' ου η αίτηση το οικόπεδο υπ' αρ. εγγρ. L 438, Φ/ΣΧ XL64, W1, Τεμ. 404, Λάρνακα ενορία Άγιος Νικόλαος.
(9)Λεπτομέρειες ψευδών παραστάσεων και/ή δόλου και/ή απάτης Καθ' ου η αίτηση: (Α) Εκμεταλλευόμενος την θέση του ως Δικηγόρος μου, με έπεισε να του μεταβιβάσω το οικόπεδο εν' γνώσει του και με πρόθεση ότι δεν θα το επαναμεταβίβαζε σ' εμέ. (Β) Με έπεισε να του μεταβιβάσω το επίδικο οικόπεδο γνωρίζοντας ότι το ποσό που πλήρωσε είναι πολύ δυσανάλογο με την πραγματική αξία του οικοπέδου. (Γ) Εν γνώσει του ότι δεν θα επαναμεταβίβαζε το οικόπεδο και εξαπατώντας με, με έπεισε να το μεταβιβάσω επ' ονόματι του. (Δ) Εν γνώσει του ότι χρησιμοποίησα το πληρεξούσιο έγγραφο ημερ. 24/3/00 το οποίο τελούσε εν αγνοία και/ή χωρίς την παρουσία της αποβιωσάσης Μαίρης Σεβαστού. (Ε) Εν γνώσει του ότι το πληρεξούσιο έγγραφο ημερ. 24/3/00 που χρησιμοποίησα δεν ήτο νομότυπα υπογεγραμμένο από τον Πρόεδρο και μέλη της χωρητικής Αρχής εφ' όσον η αποβιώσασα Μαίρη Σεβαστού κατά το χρόνο πιστοποίησης βρισκόταν στο εξωτερικό. (ΣΤ) Με έπεισε εν γνώσει του ότι η μεταβίβαση του οικοπέδου επ' ονόματι του ήτο για εγγύηση και/ή εξασφάλιση σε Τραπεζικό Οργανισμό ενώ στην πραγματικότητα τέτοια εγγύηση και/ή εξασφάλιση δεν χρησιμοποιήθηκε σε Τράπεζα. (Ζ) Με έπεισε ότι η μεταβίβαση και εγγραφή του οικοπέδου επ' ονόματι του θα ήτο μέχρι να του επιστρέψω το ποσό των εξόδων ενώ στην πραγματικότητα η πρόθεση του Εναγομένου ήτο να με εξαπατήσει και να οικειοποιηθεί το οικόπεδο. (Η) Εγώ κατά το έτος 2000 όσο και μεταγενέστερα, επανειλημμένως πρόσφερα το ανωτέρω ποσό των ΛΚ14.000 (€23.920,42) στον Εναγόμενο και αξίωνα την επιστροφή του οικοπέδου αλλά ο Εναγόμενος κάθε φορά που εγείρετο μεταξύ μας τέτοιο ζήτημα αξίωνε και διαφορετικό ποσό για να επαναμεταβιβάσει το οικόπεδο σ' εμέ και/ή στην αποβιώσασα, με σκοπό να αποφύγει την επαναμεταβίβαση του επίδικου οικοπέδου σ' εμάς. 6. Όλα τα πιο πάνω ορκίζομαι από ότι κάλλιο γνωρίζω, πληροφορούμαι και πιστεύω.» Τέλος, στη συμπληρωματική του ένορκη δήλωση ημερ. 30.10.2015 ο ίδιος ενόρκως δηλών δηλώνει τα ακόλουθα: «1. Είμαι ο Αιτητής-Ενάγων 2 στην πιο πάνω με τίτλο και αριθμό αίτηση ημερ. 12/12/13. 2. Προβαίνω στην παρούσα Συμπληρωματική δήλωση κατόπιν διαταγής του Δικαστηρίου σε απάντηση της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης του καθ' ου η αίτηση ημερ. 19/6/15 για υποστήριξη της ένστασης του. 3. Από ότι αληθινά πιστεύω και συμβουλεύομαι,
(1)Οι ισχυρισμοί στην παράγραφο 6(Α) της Συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης ότι δεν έχουμε καλή αιτία και/ή αγώγιμο δικαίωμα και ορατή πιθανότητα επιτυχίας διότι η αποβιώσασα Μαίρη Σεβαστού στις αγωγές που καταχώρησε Αγωγή 2076/2000 Ε.Δ. Λάρνακας, Πολιτική Έφεση 12033/05 με το ίδιο αιτητικό στην αγωγή 3788/2000 για ακύρωση της εγγραφής του τεμαχίου 404 στην ενορία Αγίου Νικολάου Λάρνακας στον Καθ' ου η αίτηση και σε όλες τις υποθέσεις που αφορούσαν τον καθ' ου η αίτηση απορρίφθηκαν, δεν ευσταθούν. Περαιτέρω ο ισχυρισμός του καθ' ου η αίτηση ότι στις αγωγές 2076/2000 στην Αίτηση/ Έφεση 3/2002 Ε.Δ. Λάρνακας και στη Πολιτική Έφεση12033/2005 στις οποίες ήταν διάδικος και απορρίφθηκαν, εγώ δεν προέβηκα σε ισχυρισμό ότι η μεταβίβαση του οικοπέδου στ' όνομα του καθ' ου η αίτηση έγινε με σκοπό να επιστραφεί σ' αυτόν όταν ο καθ' ου η αίτηση θα έπαιρνε τα διάφορα ποσά που αναφέρει ότι πλήρωσε για εμέ, δεν ευσταθούν.
(2)Η απάντηση στους πιο πάνω ισχυρισμούς του καθ' ου η αίτηση είναι ως ακολούθως: (α) Στην αγωγή 2076/2000 Ε.Δ. Λάρνακας μεταξύ Μαίρης Σεβαστού εναντίον Εμμανουήλ Σεβαστού και Νέστορα Νικηφόρου αξιώνετο η ακύρωση της μεταβίβασης (πώλησης) του τεμαχίου της αρ. 404 από τον Εμμανουήλ Σεβαστό στον Νέστορα Νικηφόρου λόγω πλαστού πληρεξουσίου εγγράφου. Η πιο πάνω αγωγή απορρίφθηκε λόγω μη προώθησης και χωρίς να εκδικαστεί η ουσία της. (β) Αντίγραφο του πρακτικού του Δικαστηρίου το οποίο ζητήθηκε από εμέ για παρουσίαση στο Δικαστήριο τούτο δεν ετοιμάστηκε διότι δεν εντοπίστηκε ο Φάκελος της πιο πάνω αγωγής από το Πρωτοκολλητείο. Ωστόσο ο δικηγόρος μου κ. Κύπρος Ανδρέου από Λάρνακα που με εκπροσώπησε στην πιο πάνω αγωγή, με πληροφόρησε ότι η πιο πάνω αγωγή απορρίφθηκε λόγω μη προώθησης χωρίς να εκδικαστεί η ουσία της. (γ) Η Αίτηση/ Έφεση 3/2002 Ε.Δ. Λάρνακας που αφορούσε ανάμεσα σ' άλλα αξίωση ακύρωσης της μεταβίβασης από το Διευθυντή του Κτηματολογίου του τεμ. 404 στ' όνομα του καθ' ου η αίτηση από εμέ, απορρίφθηκε στις 12/1/04 ως καταχρηστική διαδικασία διότι θεωρήθηκε ότι οι ίδιες θεραπείες αξιούντο στις αγωγές 2076/2000 Ε.Δ. Λάρνακας και 3788/2000 Ε.Δ. Λ/κας χωρίς να εκδικαστεί η ουσία της. Επισυνάπτεται ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ-Α- απόφαση του Δικαστηρίου. (δ) Στην αγωγή 3788/2000 μεταξύ Σεβαστού - ν - 1. Εμμανουήλ Σεβαστού 2. Μίμας Σεβαστού και στη συνακόλουθη Πολιτική Έφεση 12033/05 στην οποία δεν ήταν διάδικος ο καθ' ου η αίτηση και το τεμάχιο 404 δεν ήταν αντικείμενο αυτών, η Μαίρη Σεβαστού πέτυχε την ακύρωση μεταβίβασης των οικοπέδων που έγιναν στ' όνομα εμέ και της συζύγου μου Μίμας Σεβαστού. Επισυνάπτεται αντίγραφο της απόφασης του Δικαστηρίου ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ - Β -. Η απόφαση του Εφετείου που καταχωρήθηκε εναντίον της πιο πάνω απόφασης, απορρίφθηκε (βλέπε Σεβαστού κ.α. - ν - Σεβαστού
(2007)1 Α.Α.Δ. σελ. 1186-1191 ως δημοσιεύθηκε στους Τόμους των αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου που επισυνάπτεται ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ-Γ-. (ε) Από ότι αληθινά πιστεύω και συμβουλεύομαι η κατάληξη των πιο πάνω υποθέσεων ουδόλως κωλύουν και επηρεάζουν την αιτία αγωγής και/ή αγώγιμο δικαίωμα μου εναντίον του καθ' ου η αίτηση στην πιο πάνω τίτλο και αριθμό αγωγή.
(3)Επίσης υπό την επιφύλαξη των όσων αναφέρω πιο κάτω, αρνούμαι την παράγραφο 4 της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης του και θ' η αίτηση και περαιτέρω ισχυρίζομαι ότι στο ΤΕΚ -Α- αναφέρεται με σαφήνεια από τον ιατρό μου που με επισκέφθηκε κατ' οίκο στις 27/11/13 η διάγνωση της ασθένειας μου και η θεραπεία που μου συνέστησε συμπεριλαμβανομένου και παραμονής στο κρεβάτι και στο ΤΕΚ-Β- προσδιορίζεται με ακρίβεια η χρονική διάρκεια που έπρεπε να παραμείνω στο κρεβάτι για τη θεραπεία μου. Στις πιο πάνω ιατρικές εκθέσεις που εκδόθηκαν από τον ιατρό μου καταγράφεται η διάγνωση της ασθένειας μου και η θεραπεία που μου συνέστησε στις 27/11/13 όταν με επισκέφθηκε στο σπίτι μου.
(4)Αρνούμαι τους ισχυρισμούς του καθ' ου η αίτηση στις παραγράφους 5, 6,(Γ)(Δ)(Ε), 7 και 8 της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης του και επαναλαμβάνω τους ισχυρισμούς μου στις παραγράφους 4
(1)
(2), 5
(1)έως
(9)(Α)(Β)(Γ)(Δ)(Ε)(ΣΤ)(Η)
(10)και γενικά όλους τους ισχυρισμούς μου στην κύρια και συμπληρωματική ένορκη δήλωση μου που συνοδεύει την αίτηση μας. 4 Όλα τα πιο πάνω ορκίζομαι από ότι κάλλιο γνωρίζω, πληροφορούμαι και πιστεύω.» Η Ειδοποίηση Περί Προθέσεως Ενστάσεως: Το πιο πάνω διάβημα της πλευράς των εναγόντων - αιτητών όπως προανέφερα βρήκε τη σθεναρή αντίθεση της πλευράς του εναγομένου - καθ΄ου η αίτηση ο οποίος καταχώρησε ειδοποίηση περί της πρόθεσης του να ενστεί την 31.03.2014 προβάλλοντας τους ακόλουθους λόγους: «
  1. Η αίτηση των Αιτητών είναι παράτυπη και/η λανθασμένη καθότι δεν αιτούνται παραμερισμό της απόφασης για απόρριψη της αγωγής αλλά μόνο επαναφορά της αγωγής.
  2. Η νομική βάση της αίτησης για επαναφορά της αγωγής είναι λανθασμένη καθότι η Δ.33 Θ1 δεν εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση.
  3. Η αίτηση για επαναφορά της αγωγής είναι παράτυπη καθότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις της Δ.50 Θ1
(1)του περί Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας Νόμου.
  1. Οι Ενάγοντες - Αιτητές δεν έχουν αποδείξει ότι έχουν καλή υπόθεση με σοβαρή πιθανότητα επιτυχίας.
  2. Η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση ημερ. 12/12/2013 δεν περιέχει κανένα στοιχείο που να υποστηρίζει τις πιθανότητες επιτυχίας της αγωγής.
  3. Η Ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση είναι γενική και αόριστη και δεν προβάλλεται σοβαρός λόγος για την απουσία του Ενάγοντα 2-Αιτητή ήτοι το Ιατρικό Σημείωμα είναι ημερομηνίας 27/11/2013 και δεν δικαιολογείται από το Ιατρικό Σημείωμα γιατί στις 28/11/2013 δεν εμφανίστηκε ο Ενάγοντας 2 στο Δικαστήριο.
  4. Οι Ενάγοντες - Αιτητές επέδειξαν μεγάλη καθυστέρηση στην παρούσα υπόθεση.
  5. Η διαγωγή των Εναγόντων - Αιτητών είναι περιφρονητική προς το Δικαστήριο καθότι από τις 16/9/2013 ο Ενάγοντας 2 ζήτησε χρόνο να διορίσει άλλο δικηγόρο και στις 21/10/2013 ξαναζήτησε χρόνο για να διορίσει Δικηγόρο και το Δικαστήριο του έδωσε χρόνο για τελευταία φορά να το πράξει και όρισε την υπόθεση στις 28/11/2013 αλλά και πάλι ο Ενάγοντας 2 στις 28/11/20103 δεν είχε διορίσει Δικηγόρο παρόλο ότι του ανέφερε το Δικαστήριο ότι ήταν η τελευταία φορά που του έδινε ημερομηνία και μέχρι σήμερα δεν έχει διορίσει δικηγόρο.
  6. Η Αίτηση των Εναγόντων - Αιτητών αντιβαίνει στο άρθρο 30.2 του Συντάγματος για ανάγκη διεξαγωγής της δίκης μέσα σε εύλογο χρονικό διάστημα.
  7. Η εν λόγω αίτηση αποτελεί κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας και δεν λαμβάνει υπόψη την αναγκαιότητα οριστικής λήξης της αντιδικίας -interest republicae ut sit finis litium.
  8. Η Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση είναι ελλιπής και ή δεν υποστηρίζει επαρκώς τα αιτητικά της Αίτησης.
  9. Η απόρριψη της παρούσας αγωγής ήταν καθ' όλα έγκυρη και νόμιμη.
  10. Τυχόν επαναφορά της αγωγής θα βλάψει τα συμφέροντα του Εναγόμενου και θα είναι άδικη γι' αυτόν και η ζημιά που θα προκληθεί δεν μπορεί να επανορθωθεί με την κατάλληλη διαταγή ως προς τα έξοδα καθότι ο Ενάγοντας 2 επιδιώκει να ξεκινά δικαστικές διαδικασίες και αργότερα να μην ασχολείται και να περιφρονεί το Δικαστήριο.
  11. Η Αίτηση θα προκαλέσει τη δημιουργία περιττών εξόδων.
  12. Σκοπείτε παρέλκυση και/ή παρέκκλιση της διαδικασίας.
  13. Η Αίτηση αυτή δεν εγείρεται μέσα στα νομικά πλαίσια και /ή πνεύμα της νομοθεσίας και του Νόμου.» Η ειδοποίηση περί της πρόθεσης ένστασης βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.26 Θ14, Δ.30, Δ.33, Δ.39 Θ10, Δ.48 Θ8 και Θ9, Δ.50 Θ1
(1), Δ.57, Δ.64 στο άρθρο 30.2 του Συντάγματος, στο Άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων όπως κυρώθηκε από Νόμο της Κυπριακής Δημοκρατίας, στις Γενικές και Συμφυείς Εξουσίες, στη Νομολογία, τις Αρχές της Επιείκειας και στην Πρακτική του Δικαστηρίου. Η ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του εναγόμενου - καθ΄ου η αίτηση κ. Νέστορα Νικηφόρου ο οποίος ισχυρίζεται τα ακόλουθα: «
  1. Είμαι ο Εναγόμενος στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αίτηση και γνωρίζω τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης προσωπικά και είμαι σε θέση να προβώ στην παρούσα Ένορκη Δήλωση.
  2. Με πλήρη επιφύλαξη των δικαιωμάτων μου αρνούμαι όλους τους ισχυρισμούς της Ένορκης Δήλωσης που συνοδεύει την Αίτηση ημερ. 12/12/2013 εκτός από εκείνους τους οποίους ρητά παραδέχομαι κατωτέρω. Περαιτέρω αναφέρω ότι η Ένορκη Δήλωση είναι ελαττωματική καθότι δεν αναφέρει την ημερομηνία που έγινε η Ένορκη Δήλωση.
  3. Αρνούμαι την παράγραφο 1 της Ένορκης Δήλωσης που συνοδεύει την Αίτηση ημερ. 12/12/2013 και καλώ τον Ενόρκως Δηλούντα σε αυστηρή απόδειξη των ισχυρισμών του.
  4. Αρνούμαι την παράγραφο 2 της Ένορκης Δήλωσης που συνοδεύει την Αίτηση ημερ. 12/12/2013 και καλώ τον Ενόρκως Δηλούντα σε αυστηρή απόδειξη των ισχυρισμών του. Περαιτέρω αναφέρω ότι μέχρι τις 16/9/2013 οι Ενάγοντες εκπροσωπούνταν από δικηγόρο και στις 16/9/2013 η δικηγόρος των Εναγόντων παραιτήθηκε και ο Ενάγοντας 2 εμφανίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου και ζήτησε χρόνο να διορίσει νέο Δικηγόρο και το Δικαστήριο ενέκρινε το αίτημα του και καλώ τον Ενόρκως Δηλούντα σε αυστηρή απόδειξη των ισχυρισμών του.
  5. Παραδέχομαι την παράγραφο 3 της Ένορκης Δήλωσης που συνοδεύει την Αίτηση ημερ. 12/12/2013 και περαιτέρω θα ήθελα να αναφέρω ότι στις 28/11/2013 οι Ενάγοντες - Αιτητές φωνάχθησαν επανειλημμένως και το Δικαστήριο επιλήφθηκε της υπόθεσης η ώρα 10:30π.μ. και απέρριψε την Αγωγή αφού δεν υπήρχε καμιά εμφάνιση εκ μέρους τους.
  6. Αρνούμαι την παράγραφο 4 της Ένορκης Δήλωσης που συνοδεύει την Αίτηση ημερ. 12/12/2013 καθώς και το περιεχόμενο του Ιατρικού Σημειώματος που επισυνάπτεται ως Τεκμήριο Α και περαιτέρω ισχυρίζομαι ότι το Ιατρικό Σημείωμα δόθηκε στις 27/11/2013 και δεν αναφέρει για πόσο χρονικό διάστημα ο Ενάγοντας 2 θα πρέπει να παραμείνει στο κρεβάτι και ως εκ τούτου δεν δικαιολογείται γιατί στις 28/11/2013 που ήταν ορισμένη η υπόθεση ο Ενάγοντας εξακολουθούσε να είναι άρρωστος και καλώ τον Ενόρκως Δηλούντα σε αυστηρή απόδειξη των ισχυρισμών του.
  7. Παραδέχομαι την παράγραφο 5 της Ένορκης Δήλωσης που συνοδεύει την Αίτηση ημερ. 12/12/2013 των Εναγόντων-Αιτητών.
  8. Αρνούμαι την παράγραφο 6 της Ένορκης Δήλωσης που συνοδεύει την Αίτηση ημερ. 12/12/2013 και ισχυρίζομαι ότι ο Ενάγοντας 2 - Αιτητής έχει περιφρονητική συμπεριφορά προς το Δικαστήριο και συγκεκριμένα στις 16/9/2013 ο Ενάγοντας 2 ζήτησε χρόνο να διορίσει άλλο δικηγόρο και στις 21/10/2013 ξαναζήτησε χρόνο για να διορίσει Δικηγόρο και το Δικαστήριο του έδωσε χρόνο για τελευταία φορά να το πράξει και όρισε την υπόθεση στις 28/11/2013 αλλά και πάλι ο Ενάγοντας 2 στις 28/11/2013 δεν είχε διορίσει Δικηγόρο παρόλο ότι του ανέφερε το Δικαστήριο ότι ήταν η τελευταία φορά που έδινε ημερομηνία και μέχρι σήμερα δεν έχει διορίσει δικηγόρο. Περαιτέρω παρόλο ότι ο Ενάγοντας 2 αναφέρει ότι ήταν άρρωστος και δεν μπορούσε να μετακινηθεί από το κρεβάτι για να πάει στο Δικαστήριο εντούτοις ήταν σε θέση να επικοινωνήσει με διάφορα φιλικά του πρόσωπα για να εμφανιστούν εκ μέρους του όπως αναφέρει και καλώ τον Ενόρκως Δηλούντα σε αυστηρή απόδειξη των ισχυρισμών του.
  9. Αρνούμαι την παράγραφο 7 της Ένορκης Δήλωσης που συνοδεύει την Αίτηση ημερ. 12/12/2013 και περαιτέρω ισχυρίζομαι ότι η επαναφορά της αγωγής θα βλάψει τα συμφέροντα μου και θα είναι άδικη για μένα και καλώ τον Ενόρκως Δηλούντα σε αυστηρή απόδειξη των ισχυρισμών του.
  10. Αρνούμαι την παράγραφο 8 της Ένορκης Δήλωσης που συνοδεύει την Αίτηση ημερ. 12/12/2013 και περαιτέρω ισχυρίζομαι ότι ο Ενάγοντας 2-Αιτητής δεν έχει αποδείξει ότι έχει καλή αιτία αγωγής αφού στην Ένορκη του Δήλωση δεν αναφέρει οτιδήποτε προκειμένου να αποδείξει ότι έχει καλή υπόθεση με σοβαρή πιθανότητα επιτυχίας και καλώ τον Ενόρκως Δηλούντα σε αυστηρή απόδειξη των ισχυρισμών του.
  11. Αρνούμαι την παράγραφο 9 της Ένορκης Δήλωσης που συνοδεύει την Αίτηση ημερ. 12/12/2013 και επαναλαμβάνω τους ισχυρισμούς που αναφέρονται στην παράγραφο 8 ανωτέρω και καλώ τον Ενόρκως Δηλούντα σε αυστηρή απόδειξη των ισχυρισμών του. Περαιτέρω αναφέρω ότι εκκρεμούσης της αγωγής η συμπεριφορά των Εναγόντων δυσκόλευε τη διαδικασία με διάφορους τρόπους ειδικότερα καθότι ήταν δύσκολη η ανεύρεση του συνηγόρου τους και μεταγενέστερα ο Ενάγοντας 2 παρέλειπε να διορίσει Δικηγόρο και καλώ τον Ενόρκως Δηλούντα σε αυστηρή απόδειξη των ισχυρισμών του.
  12. Αρνούμαι την παράγραφο 10 της Ένορκης Δήλωσης που συνοδεύει την Αίτηση ημερ. 12/12/2013 και περαιτέρω ισχυρίζομαι ότι ο Ενάγοντας 2-Αιτητής δεν προβάλλει σοβαρό λόγο για την απουσία του και επαναλαμβάνω τους ισχυρισμούς των παραγράφων 6 και 8 ανωτέρω και καλώ τον Ενόρκως Δηλούντα σε αυστηρή απόδειξη των ισχυρισμών του.
  13. Αρνούμαι την παράγραφο 11 της Ένορκης Δήλωσης που συνοδεύει την Αίτηση ημερ. 12/12/2013 και καλώ τον Ενόρκως Δηλούντα σε αυστηρή απόδειξη των ισχυρισμών του. Περαιτέρω αναφέρω ότι ο Ενάγοντας 2 δεν έλαβε υπόψη ότι το Δικαστήριο του έδωσε ημερομηνία για τελευταία φορά στις 28/11/2013 προκειμένου να διορίσει Δικηγόρο και δεν το έπραξε και εάν το είχε πράξει ως όφειλε από προηγουμένως δεν θα χρειαζόταν να είναι ο ίδιος παρών στο Δικαστήριο και ως εκ τούτου η συμπεριφορά του είναι καταφρονητική προς το Δικαστήριο και καλώ τον Ενόρκως Δηλούντα σε αυστηρή απόδειξη των ισχυρισμών του.
  14. Περαιτέρω ισχυρίζομαι τα ακόλουθα: Α. Η αίτηση των Αιτητών είναι παράτυπη και λανθασμένη καθότι δεν αιτούνται παραμερισμό της απόφασης για απόρριψη της αγωγής αλλά μόνο επαναφορά της αγωγής. Β. Η νομική βάση της αίτησης για επαναφορά της αγωγής είναι λανθασμένη καθότι η Δ.33 Θ1 δεν εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση. Γ. Η αίτηση για επαναφορά της αγωγής είναι παράτυπη καθότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις της Δ.50 Θ1
(1)του Περί Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας Νόμου. Δ. Οι Ενάγοντες - Αιτητές δεν έχουν αποδείξει ότι έχουν καλή υπόθεση με σοβαρή πιθανότητα επιτυχίας. Ε. Η Ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση ημερ. 12/12/2013 δεν περιέχει κανένα στοιχείο που να υποστηρίζει τις πιθανότητες επιτυχίας της αγωγής. Στ. Η Ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση είναι γενική και αόριστη και δεν προβάλλεται σοβαρός λόγος για την απουσία του Ενάγοντα 2 - Αιτητή ήτοι το ιατρικό σημείωμα είναι ημερομηνίας 27/11/2013 και δεν δικαιολογείται από το ιατρικό σημείωμα γιατί στις 28/11/2013 δεν εμφανίστηκε ο Ενάγοντας 2 στο Δικαστήριο. Ζ. Οι Ενάγοντες - Αιτητές επέδειξαν μεγάλη καθυστέρηση στην παρούσα υπόθεση. Η. Η διαγωγή των Εναγόντων - Αιτητών είναι περιφρονητική προς το Δικαστήριο καθότι από τις 16/9/2013 ο Ενάγοντας 2 ζήτησε χρόνο να διορίσει άλλο δικηγόρο και στις 21/10/2013 ξαναζήτησε χρόνο για να διορίσει Δικηγόρο και το Δικαστήριο του έδωσε χρόνο για τελευταία φορά να το πράξει και όρισε την υπόθεση στις 28/11/2013 αλλά και πάλι ο Ενάγοντας 2 στις 28/11/2013 δεν είχε διορίσει Δικηγόρο παρόλο ότι του ανέφερε το Δικαστήριο ότι ήταν η τελευταία φορά που του έδινε ημερομηνία και μέχρι σήμερα δεν έχει διορίσει δικηγόρο. Θ. Η αίτηση των Εναγόντων-Αιτητών αντιβαίνει στο άρθρο 30.2 του Συντάγματος για ανάγκη διεξαγωγής της δίκης μέσα σε εύλογο χρονικό διάστημα. Ι. Η εν λόγω αίτηση αποτελεί κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας και δεν λαμβάνει υπόψη την αναγκαιότητα οριστικής λήξης της αντιδικίας-interest republicae ut sit finis litium. Κ. Η Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση είναι ελλιπής και ή δεν υποστηρίζει επαρκώς τα αιτητικά της Αίτησης. Λ. Η απόρριψη της παρούσας αγωγής ήταν καθ' όλα έγκυρη και νόμιμη. Μ. Τυχόν επαναφορά της αγωγής θα βλάψει τα συμφέροντα του Εναγόμενου και θα είναι άδικη γι' αυτόν και η ζημιά που θα προκληθεί δεν μπορεί να επανορθωθεί με την κατάλληλη διαταγή ως προς τα έξοδα καθότι ο Ενάγοντας 2 επιδιώκει να ξεκινά δικαστικές διαδικασίες και αργότερα να μην ασχολείται και να περιφρονεί το Δικαστήριο. Ν. Η Αίτηση θα προκαλέσει τη δημιουργία περιττών εξόδων. Ξ. Σκοπείτε παρέλκυση και /ή παρέκκλιση της διαδικασίας. Ο. Η Αίτηση αυτή δεν εγείρεται μέσα στα νομικά πλαίσια και /ή πνεύμα της νομοθεσίας και του Νόμου.
  1. Αρνούμαι την παράγραφο 12 της Ένορκης Δήλωσης που συνοδεύει την Αίτηση ημερ. 12/12/2013 και αιτούμαι απόρριψη της αίτησης των Εναγόντων-Αιτητών με έξοδα πλέον Φ.Π.Α εναντίον τους.» Στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση του - μετά από εξασφάλιση σχετικής άδειας από το Δικαστήριο - την οποία καταχώρησε την 19.06.2015 ο καθ΄ού η αίτηση κ. Ν. Νικηφόρου δηλώνει περαιτέρω τα ακόλουθα: «
  2. Είμαι ο Εναγόμενος- Αιτητής στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή, γνωρίζω τα γεγονότα της αγωγής από προσωπική γνώση και είμαι σε θέση να προβώ στην παρούσα Συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση.
  3. Αρνούμαι την παράγραφο 1 της Συμπληρωματικής Ένορκης Δήλωσης ημερ. 13/10/2014 και καλώ τον Ενόρκως Δηλούντα σε αυστηρή απόδειξη των ισχυρισμών του.
  4. Αρνούμαι την παράγραφο 2 της Συμπληρωματικής Ένορκης Δήλωσης ημερ. 13/10/2014 και ισχυρίζομαι ότι η Συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση ημερ. 13/10/2014 δεν συνάδει με το Διάταγμα ημερ. 11/7/2014 και ως εκ τούτου δεν πρέπει να ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο και καλώ τον Ενόρκως Δηλούντα σε αυστηρή απόδειξη των ισχυρισμών του.
  5. Αρνούμαι την παράγραφο 3 της Συμπληρωματικής Ένορκης Δήλωσης ημερ. 13/10/2014 καθώς και το Τεκμήριο Β και ισχυρίζομαι ότι ο Ενόρκως Δηλών δεν λέει την αλήθεια αφού δεν είναι δυνατό την ίδια ημέρα ήτοι στις 27/11/2013 ο ιατρός να είχε συντάξει δυο διαφορετικά πιστοποιητικά στο οποίο στο ένα περιλάμβανε τις ημέρες που έπρεπε ο Ενόρκως Δηλών να παραμένει στο κρεβάτι ενώ στο άλλο δεν έλεγε τίποτα και δεν δικαιολογείται με οποιοδήποτε τρόπο γιατί στις 27/11/2013 είχαν συνταχθεί δυο διαφορετικά πιστοποιητικά και γιατί δεν είχε καταχωρήσει το Τεκμήριο Β με την αρχική Ένορκη Δήλωση ως εκ τούτου είναι φανερό ότι το Τεκμήριο Β δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα και το περιεχόμενο του είναι ψευδές και δεν συντάθηκε στις 27/11/2013 όπως γράφει άλλα μεταγενέστερα όταν ζητήθηκε από τον Ενόρκως Δηλών να συμπεριληφθούν οι συγκεκριμένες ημερομηνίες προκειμένου να μπορεί να δικαιολογήσει γιατί δεν εμφανίστηκε στις 28/11/2013 και δεν πρέπει να ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο και καλώ τον Ενόρκως Δηλούντα σε αυστηρή απόδειξη των ισχυρισμών του.
  6. Αρνούμαι την παράγραφο 4
(1)
(2)της Συμπληρωματικής Ένορκης Δήλωσης ημερ. 13/10/2014 και ισχυρίζομαι ότι από τις 16/9/2013 που αποσύρθηκε η Δικηγόρος του Ενόρκως Δηλούντα μέχρι τις 28/11/2013 είχε χρόνο περισσότερο από 2 μήνες για να βρει Δικηγόρο και δεν το έπραξε και ως εκ τούτου η συμπεριφορά των Εναγόντων είναι περιφρονητική και καταφρονητική προς το Δικαστήριο και καλώ τον Ενόρκως Δηλούντα σε αυστηρή απόδειξη των ισχυρισμών του. 6. Αρνούμαι την παράγραφο 5 σημεία
(1)μέχρι
(10)της Συμπληρωματικής Ένορκης Δήλωσης ημερ. 13/10/2014 πλην του σημείου
(3)και καλώ των Ενόρκως Δηλούντα σε αυστηρή απόδειξη των ισχυρισμών του. Περαιτέρω ισχυρίζομαι τα ακόλουθα: Α) Αρνούμαι τα σημεία
(1)και
(2)της παραγράφου 5 της Συμπληρωματικής Ένορκης Δήλωσης ημερ. 13/10/2014 και ισχυρίζομαι ότι οι Ενάγοντες δεν έχουν καλή αιτία και/η αγώγιμο δικαίωμα αγωγής και ορατή πιθανότητα επιτυχίας και ισχυρίζομαι ότι η αποβιώσασα Μαίρη Σεβαστού είχε καταχωρήσει την Αγωγή 2076/2000 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας την Αίτηση-Εφεση 3/2002 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας και την Πολιτική Έφεση 12033/05 με αιτητικό το ίδιο με την Αγωγή 3788/2000 ήτοι την ακύρωση της μεταβίβασης και έγγραφης του υπ' αριθμό εγγραφής L438, Φ/ΣΧ ΧL64 WI, τεμάχιο 404, συμφέρον το όλο, ενορία Άγιος Νικόλαος, Λάρνακα σε έμενα και όλες οι υποθέσεις που αφορούσαν εμένα είχαν απορριφθεί με έξοδα εναντίον της αποβιώσασας Μαίρης Σεβαστού. Περαιτέρω ο Ενόρκως Δηλούντα στις αγωγές υπ' αριθμό 2076/2000,στην Αίτηση - Έφεση 3/2002 και στην Πολιτική Έφεση 12033/2005, στις οποίες ήταν διάδικος, οι οποίες απορρίφθηκαν ουδέποτε ισχυρίστηκε ότι η μεταβίβαση του οικοπέδου επ' ονόματι μου έγινε με σκοπό να επιστραφεί το οικόπεδο όταν θα έπαιρνα το ποσό που έδωσα για να πληρώσει τους φόρους των οικοπέδων που μεταβιβάστηκαν στον Ενάγοντα 2 από την Ενάγουσα 1 πλέον τα δικηγορικά μου έξοδα και καλώ τον Ενόρκως Δηλούντα σε αυστηρή απόδειξη των ισχυρισμών του. Β) Παραδέχομαι το σημείο
(3)της παραγράφου 5 της Συμπληρωματικής Ένορκης Δήλωσης ημερ. 13/10/2014 Γ) Αρνούμαι τα σημεία
(4)και
(5)της παραγράφου 5 της Συμπληρωματικής Ένορκης Δήλωσης ημερ. 13/10/2014 ότι δια ψευδών παραστάσεων και /η δόλου και/η απάτη έπεισα τον Ενόρκως Δηλών να μου μεταβιβάσει το επίδικο ακίνητο για να το παρουσιάσω ως εξασφάλιση και/η εγγύηση σε Τραπεζικό Οργανισμό που εργαζόταν συγγενικό μου πρόσωπο για να πληρώσω το ποσό των Λ.Κ 13.000 ώστε να καταστεί δυνατή η μεταβίβαση του αριθμού των οικοπέδων. Περαιτέρω ισχυρίζομαι ότι ουδέποτε διαβεβαίωσα και/η υποσχέθηκα στον Ενόρκως Δηλούντα να του επαναμεταβιβάσω το επίδικο οικόπεδο όταν θα είναι σε θέση να μου καταβάλει το ποσό των Λ.Κ 13.000 πλέον τα Δικηγορικά μου έξοδα και ισχυρίζομαι ότι αγόρασα το επίδικο ακίνητο από τον Ενόρκως Δηλών ο οποίος εμφανίστηκε ως πληρεξούσιος αντιπρόσωπος της Μαίρης Σεβαστού ήτοι της αποβιώσασας και είμαι καλόπιστος αγοραστής και καλώ τον Ενόρκως Δηλούντα σε αυστηρή απόδειξη των ισχυρισμών του Δ) Αρνούμαι τα σημεία
(6)
(7)και
(8)της παραγράφου 5 της Συμπληρωματικής Ένορκης Δήλωσης ημερ. 13/10/2014 και ισχυρίζομαι ότι ο Ενόρκως Δηλών προσήλθε στο γραφείο μου ως πελάτης προκειμένου να μου αναθέσει μεταβιβάσεις ακινήτων. Ο Ενόρκως Δηλών μου είχε παρουσιάσει το πληρεξούσιο έγγραφο της Μαίρης Σεβαστού ήτοι της αποβιώσασας και του είχα αναφέρει ότι προκειμένου να είναι έγκυρο το πληρεξούσιο θα έπρεπε στην 1η σελίδα να υπήρχε η μονογραφή της πληρεξουσιοδότριας και στην δεύτερη σελίδα η απαραίτητη πιστοποίηση από μέλος του Κοινοτικό Συμβουλίου γεγονός που ο Ενόρκως Δηλών έπραξε μετά από λίγες μέρες εφόσον μου είχαν τηλεφωνήσει από το Κοινοτικό Συμβούλιο προκειμένου να τους εξηγήσω ξανά που ακριβώς να βάλουν την σφραγίδα. Επειδή ο προτιθέμενος αγοραστής για το επίδικο οικόπεδο σταμάτησε να έχει ενδιαφέρον ο Ενόρκως Δηλών με επισκέφθηκε ξανά στο γραφείο μου και ξεκίνησε να με πιέζει προκειμένου να το αγοράσω. Του ανέφερα ότι η τιμή του επίδικου οικοπέδου είναι Λ.Κ 15.000 €25.692,02 καθότι είχε κάποια μειονεκτήματα ήτοι υπήρχε υποσταθμός της ΑΗΚ εντός του επίδικου οικοπέδου και δικαίωμα διαβάσεως προς τον σταθμό και ο Ενόρκως Δηλών την αποδέχτηκε. Περαιτέρω αναφέρω ότι το Πληρεξούσιο έγγραφο το οποίο είχε στην κατοχή του ο Ενόρκως Δηλών είχε τις δέουσες πιστοποιήσεις και υπογραφές και καταρτίστηκε σύμφωνα με τον Νόμο και εγώ ουδεμία ανάμειξη είχα στην ετοιμασία ή πιστοποίηση του εν λόγω εγγράφου. Ο Ενόρκως Δηλών μου παρουσίασε πιστοποιημένο πληρεξούσιο έγγραφο, του οποίου την εγκυρότητα επιβεβαίωσε τόσο ο Επαρχιακός Κτηματολογικός Λειτουργός Λάρνακας όσο και ο υπεύθυνος του Κλάδου Μεταβιβάσεων και Υποθηκών. Περαιτέρω πριν αγοράσω το επίδικο ακίνητο ζήτησα τόσο από τον Επαρχιακό Κτηματολογικό Λειτουργό όσο και από τον Υπεύθυνο του Κλάδου Μεταβιβάσεων να κάνουν έρευνες τόσο για το πληρεξούσιο όσο και για το επίδικο οικόπεδο. Μετά τη πάροδο ορισμένων ημερών με ενημέρωσαν ότι όλα ήταν νόμιμα και η μεταβίβαση θα γινόταν σύμφωνα με τις πρόνοιες του νόμου και αγόρασα το επίδικο ακίνητο από τον Ενόρκως Δηλούντα ο οποίος εμφανίστηκε ως πληρεξούσιος αντιπρόσωπος της Μαίρης Σεβαστού ήτοι της αποβιώσασας και καλώ των Ενόρκως Δηλούντα σε αυστηρή απόδειξη των ισχυρισμών τους . Περαιτέρω πως είναι δυνατό ο Ενόρκως Δηλών στο σημείο
(8)να ισχυρίζεται ότι ίδιος με δόλο μεταβίβασε σε εμένα το επίδικο ακίνητο και να ισχυρίζεται ότι έχει καλή αιτία αγωγής και αγώγιμο δικαίωμα εναντίον μου. Ε) Αρνούμαι το σημείο 9 παραγράφους (Α) (Β) (Γ) (Δ) (Ε) (ΣΤ) και (Η) της παραγράφου 5 της Συμπληρωματικής Ένορκης Δήλωσης ημερ. 13/10/2014 και επαναλαμβάνω τους ισχυρισμούς του σημείου Δ ανωτέρω και καλώ των Ενόρκως Δηλών σε αυστηρή απόδειξη των ισχυρισμών του.
  1. Αρνούμαι την παράγραφο 10 της Συμπληρωματικής Ένορκης Δήλωσης ημερ. 13/10/2014 και ισχυρίζομαι ότι ουδέποτε ο Ενόρκως Δηλών μου προσέφερε οποιοδήποτε ποσό προκειμένου να του επιστρέψω το επίδικο ακίνητο και επαναλαμβάνω ότι προέβηκα στην αγορά του επίδικου ακινήτου από τον Ενόρκως Δηλούντα ο οποίος εμφανίστηκε ως πληρεξούσιος αντιπρόσωπος της Μαίρης Σεβαστού ήτοι της αποβιώσασας και είμαι καλόπιστος αγοραστής και καλώ τον Ενόρκως Δηλούντα σε αυστηρή απόδειξη των ισχυρισμών του.
  2. Αρνούμαι την παράγραφο 5 της Συμπληρωματικής Ένορκης Δήλωσης ημερ. 13/10/2014 και αξιώνω απόρριψη της Αίτησης των Αιτητών πλέον έξοδα εναντίον του και Φ.Π.Α.» Με άλλη συμπληρωματική ένορκη δήλωση του με ημερομηνία 6.11.2015, ο κ. Ν. Νικηφόρου, όπως ανέφερα και στην αρχή της απόφασης, κατάθεσε ως Τεκμ. Α την έκθεση απαιτήσεως στην αγωγή 2076/2000, την απόφαση στην πιο πάνω αγωγή ως Τεκμ. Β και την απάντηση στην τροποποιημένη υπεράσπιση στην πιο πάνω αγωγή ως Τεκμ. Γ. Εκ μέρους των διαδίκων δεν ζητήθηκε η αντεξέταση οποιουδήποτε από τους ενόρκως δηλούντες και η ακρόαση της αίτησης περιορίστηκε στη βάση των ενόρκων δηλώσεων και έτσι οι δύο πλευρές περιορίστηκαν μόνο σε αγορεύσεις προς υποστήριξη των εκατέρωθεν θέσεων τους με παραπομπή σε σχετική νομολογία και αυθεντίες, τις οποίες μετά από άδεια του Δικαστηρίου παρουσίασαν σε γραπτή μορφή. Όπου κριθεί αναγκαίο κατά την ανάλυση που θα ακολουθήσει θα επανέλθω και θα κάμω ειδικότερη αναφορά στις εκατέρωθεν θέσεις που προβλήθηκαν στις αγορεύσεις των δύο πλευρών όπου αναλύθηκαν οι εκατέρωθεν ισχυρισμοί. Η ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΤΗΣ ΑΙΤΗΣΗΣ: Η Δ.33 Θ.1 έχει ως ακολούθως: «If on the day fixed for trial the parties do not appear when the trial is called on, upon proof that they (or the party at whose instance such day was fixed) had notice, the action υπόκειται σε απόρριψη and shall not subsequently be heard, unless upon application to the Court, the Court orders reinstatement of the action on the ground that it is equitable so to do in the circumstances of the case.» Σε μετάφραση: «Αν κατά την ημέρα ορισμού της ακρόασης οι διάδικοι δεν εμφανίζονται όταν πρόκειται να αρχίσει η ακρόαση, αφού αποδειχθεί, ότι οι διάδικοι (ή ο διάδικος που στην παρουσία του ορίστηκε η ακρόαση) είχαν ειδοποιηθεί η αγωγή πρέπει να απορρίπτεται και επομένως δεν θα ακούεται, εκτός εάν κατόπιν αίτησης προς το Δικαστήριο, το δικαστήριο διατάξει επαναφορά της αγωγής για τον λόγο ότι είναι δίκαιο ανάλογα με τις συνθήκες της υπόθεσης.» Από τις πιο πάνω δικονομικές διατάξεις είναι φανερόν ότι η Δ.33 Θ. 1 δεν ταιριάζει στη παρούσα υπόθεση καθώς τα γεγονότα της δεν αφορούν την μη εμφάνιση και των δύο μερών - διαδίκων, αλλά την μη εμφάνιση του ίδιου του ενάγοντος προσωπικά - εφόσον δεν εκπροσωπείτο από δικηγόρο - ο οποίος ήταν παρών κατά την προηγούμενη δικάσιμο και έτυχε μάλιστα για την εμφάνιση του την επόμενη φορά με δικηγόρο όπως επιθυμούσε και δήλωνε σχετικής προειδοποίησης ότι γι΄αυτόν τον λόγο θα ήταν η τελευταία φορά που αναβαλλόταν η υπόθεση. Επομένως θα πρέπει να ανατρέξουμε στις πρόνοιες των επόμενων δύο διαδικαστικών θεσμών. Η Διαταγή 33 Θ. 4 έχει ως ακολούθως: «If on the day fixed for trial the defendant appears when the trial is called on but the plaintiff does not, the upon proof being given of the plaintiff having been given notice of such day, the defendant, if he has no counter -claim, shall be entitled to judgment dismissing the action, but if he has a counterclaim, then he may prove his counter -claim so far as the burden of proof lies upon him, and judgment may be given accordingly.» Σε μετάφραση: «Αν κατά την ημέρα ορισμού της ακρόασης ο εναγόμενος εμφανίζεται όταν πρόκειται να αρχίσει η ακρόαση αλλά ο ενάγοντας δεν εμφανίζεται τότε, αφού δοθεί απόδειξη ότι ο ενάγοντας επήρε ειδοποίηση της ορισθείσης ημέρας, ο εναγόμενος, αν δεν έχει ανταπαίτηση, θα δικαιούται σε απόφαση που να απορρίπτει την αγωγή αλλά αν έχει ανταπαίτηση τότε μπορεί να αποδείξει την ανταπαίτηση, κατά βαθμό που το βάρος αποδείξεως τον βαρύνει, και μπορεί να δοθεί ανάλογη απόφαση.» Διαφαίνεται από τις πιο πάνω πρόνοιες ότι ο Θεσμός αυτός αναφέρεται στη περίπτωση που η απαίτηση απορρίπτεται όταν δεν προωθείται από πλευράς του ενάγοντος και δεν γίνεται δεκτή η απαίτηση κατόπιν διαβήματος από πλευράς του εναγόμενου προς την κατεύθυνση αυτή. Όπως διαφαίνεται από το λεκτικό του πρακτικού που τηρήθηκε την ημέρα που απορρίφθηκε η αγωγή, ο ενάγοντας δεν εμφανίστηκε, ως είχε υποχρέωση την ημέρα που ήταν ορισμένη η υπόθεση του και υπήρξε αίτημα από πλευράς του εναγόμενου για απόρριψη της αγωγής. Όπως δε επισημαίνεται από τη νομολογία μας η απόρριψη είναι αποτέλεσμα εκδοθείσας απόφασης επί της αγωγής και δημιουργεί δεδικασμένο έστω και αν δεν αξιολογήθηκαν τα επίδικα θέματα. Η Δ.33 θ.5, που παρουσιάζεται σαν η νομική βάση της αίτησης, έχει ως εξής: «Any judgment obtained where one party does not appear at the trial may in a proper case be set aside by the Court upon such terms as may seem fit, upon an application made within fifteen days after the trial.» Και σε μετάφραση: «Οποιαδήποτε απόφαση που πάρθηκε όταν ένας διάδικος δεν εμφανίστηκε κατά την ακρόαση, μπορεί, ανάλογα με την υπόθεση, να παραμερισθεί από το Δικαστήριο με τέτοιους όρους, που θα κριθούν κατάλληλοι, κατόπιν αιτήσεως που θα γίνει εντός δεκαπέντε ημερών μετά την ακρόαση.» Στις περιπτώσεις στις οποίες το Δικαστήριο καλείται να εξετάσει αίτηση για επαναφορά της αγωγής που απορρίφθηκε με βάση τους δικαστικούς θεσμούς και έτσι να άρει τα αποτελέσματα της απόρριψης, θα πρέπει από τη μια να λάβει υπόψη του τα γεγονότα της υπόθεση όπως εξελίχθηκαν αλλά και από την άλλη για τις περιπτώσεις που έχουν σχέση οι θεσμοί 1, 4 και 5 της Δ.33 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, θα πρέπει να δει ότι τούτο γίνεται μέσα στη χρονική περίοδο που προδιαγράφει ο Θεσμός 5 που στην προκειμένη περίπτωση έχει εφαρμογή και που τούτο θα πρέπει να γίνεται μέσα σε 15 μέρες από την ακρόαση (βλ. Ευαγόρου ν. Χριστοδούλου & άλλου
(1982)1 Α.Α.Δ. 771, Panayiota Andrea Lizide, wife of Savvas Michael and another v. Panayiota Fiakou
(1989)1 C.L.R. 208, Ioannis Kotsapas & Sons Ltd v. TITAN Constructions and Engineering Co.
(1961)1 C.L.R. 317 και Costas Christoforou v. K. A. Kyriakoulli
(1963)2 C.L.R. 159). Είναι φανερόν επομένως ότι στην παρούσα αίτηση έχουν εφαρμογή η Δ.33 Θ.Θ. 4 και 5 και η αίτηση κρίνω ότι καταχωρήθηκε εντός της τασσόμενης προθεσμίας των δεκαπέντε ημερών εφόσον η αγωγή απορρίφθηκε στις 28.11.2013 και η αίτηση καταχωρήθηκε την 12.12.2013. Στο Annual Practice
(1955)στη σελίδα 612 κ.ε., γίνεται ανάλυση των σχετικών αντίστοιχων αγγλικών θεσμών και αναφέρονται τα εξής σχετικά στη σελίδα 614: «The application should be made, if possible, to the Judge who tried the case (Schafer n. Blyth,
(1990)3 K.B. 141). Where judgment obtained by default is set aside, it will be on payment by the party in default of the costs of the day ("which include all costs thrown away by reason of the trial becoming abortive", Jessel, r.34, infra), and of the application to restore (Cockle v. Joyce, 7 Ch. D. 56, Wright v. Mills, 60 L.T. 887). Where the plaintiff's solicitor, under the belief that negotiations which were pending would result in a settlement, had deferred instructing counsel and the action came on suddenly (Wright v. Clifford 26 W.R. 369); Where the defendant's solicitor was ignorant of the transfer of the action from one Judge to another (Burgoine v. Taylor, 9 Ch.D. 1; Foakes v. Miller, 108 L.T. Jo. 346, in which cases orders were made following that in Cockle v. Joyce, supra); and where the plaintiff was not ready to proceed with the trial and it came on unexpectedly, the circumstances being peculiar, and judgment had been given by default, the action was restored on similar terms (King v. Sandeman, 26 W.R. 569). In Harley v. Samson (30 T.L.R. 450) where there had been an assignment to a bona fide holder for value the order was refused.» Από τη Νομολογία μας προκύπτει ότι για να πετύχει μια τέτοια αίτηση επαναφοράς της αγωγής θα πρέπει να πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις: (α) Ο αιτητής να δικαιολογήσει την παράλειψη του να παρουσιαστεί και εμφανιστεί ενώπιον του Δικαστηρίου κατά τον ουσιώδη χρόνο που ήταν ορισμένη η αγωγή του, (β) να αποδείξει ότι δεν επέδειξε αδικαιολόγητη συμπεριφορά όπως αδικαιολόγητη καθυστέρηση στη λήψη μέτρων για να προωθήσει την επαναφορά της απορριφθείσας αγωγής του, και (γ) ότι έχει εκ πρώτης όψεως υπόθεση και ότι έχει βάσιμο αγώγιμο δικαίωμα όπως αυτό προκύπτει από τα γεγονότα που εκτίθενται στα δικόγραφα του. Στην υπόθεση Μαυρογένη ν. Βουλή των Αντιπροσώπων,
(1996)1 Α.Α.Δ. 49 έχει τεθεί ότι η παροχή δεύτερης ευκαιρίας στο διάδικο να ακουσθεί πλήττει το θεμέλιο των κανόνων απονομής της Δικαιοσύνης, που συναρτά την τελεσιδικία με το κλείσιμο της υπόθεσης. Η υπόθεση Mesolongitis and others v. Kouta,
(1986)1 C.L.R. 161, στην οποία με παρέπεμψε η πλευρά των αιτητών αφορούσε την έκδοση διατάγματος επαναφοράς της αγωγής από το Πρωτόδικο Δικαστήριο. Στην υπόθεση αυτή αποφασίστηκε ότι η δικαιοδοσία εκδίκασης αίτησης για επαναφορά αγωγής ανήκει στο πρωτόδικο Δικαστήριο και όπου τούτο είναι δυνατόν είναι προτιμητέο να εξετάζεται από το ίδιο Δικαστή που είχε επιληφθεί της υπόθεσης χωρίς όμως η εκδίκαση της αίτησης από άλλο Δικαστή να καθιστά άκυρη την απόφαση, αφού η δικαιοδοσία είναι εκείνη του Πρωτόδικου Δικαστηρίου γενικά (βλ. επίσης Παπανικολάου v. Kotsapa
(2004)1 (Γ) AAΔ 1800). Οι περιστάσεις σε εκείνη την υπόθεση είχαν ως εξής: Κατά τη δικάσιμο της αγωγής ενώπιον του Δικαστηρίου ο δικηγόρος του ενάγοντα ζήτησε αναβολή λόγω του ότι ο πελάτης του δεν μπορούσε να εμφανισθεί λόγω των καθηκόντων του ως αξιωματούχος του Υπουργείου Εξωτερικών. Ο δικηγόρος του εναγόμενου 1 δεν έφερε ένσταση ενώ ο δικηγόρος των εναγόμενων 2 και 3 έφεραν ένσταση. Το Δικαστήριο απορρίπτοντας το αίτημα για αναβολή, στη συνέχεια απέρριψε και την αγωγή ενόψει μη προώθησης. Παραθέτω από την απόφαση αυτή το εξής χαρακτηριστικό απόσπασμα στο οποίο με παρέπεμψε ο ευπαίδευτος συνήγορος των αιτητών: «The application for reinstatement was based on Order 33 rules 1 to 5 of our Civil Procedure Rules. The circumstances as explained in the affidavit filed in support thereof as to how the non-appearance of the plaintiff came about convinced the learned trial Judge that the plaintiff's absence was not deliberate but was forced on him by circumstances which were beyond his control. This shows that on hearing the full version of the plaintiff he realized that the plaintiff was not the kind of person that would appear to prosecute his case only at his own convenience.» Σαν αποτέλεσμα της τελευταίας αυτής διαπίστωσης το Πρωτόδικο Δικαστήριο εξέδωσε διάταγμα επαναφοράς το οποίο επικυρώθηκε από το Εφετείο. Στην υπόθεση Cockle v. Joyce ημερομηνίας 16/11/1878, C.D. Vol. 47 σελ 543 όπου η απουσία των δικηγόρων εκρίθη δικαιολογημένη (σελ. 544 "the senior counsel had been prevented by accident from appearing and the junior counsel had been ill, and physically incapable of addressing the Court") εξεδόθη διάταγμα ακύρωσης εκδοθείσης αποφάσεως επί τη πληρωμή όλων των εξόδων της δίκης και της αίτησης (βλ. επίσης την υπόθεση Wright v. Clifford W.R. 369). Σύμφωνα με την νομολογία, η οποία αφορά όλους τους σχετικούς θεσμούς, το Δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας έχει να σταθμίσει δύο σημαντικούς παράγοντες: (α) Την ανάγκη διασφάλισης του δικαιώματος ακρόασης, και (β) την ανάγκη διαφύλαξης της τελεσιδικίας των δικαστικών αποφάσεων (Finality of judgments) με τη βεβαιότητα που τούτο προσδίδει στην έννομη τάξη αλλά και γενικότερα στην κοινωνία (βλ. Χρύσανθου v. Mariala Construction Ltd.
(1996)1 Α.Α.Δ. 1129 και Βίκα Πίκα Ντίσκο Λτδ. ν. Χάπυ Στρητς Ντίσκο Λτδ.
(1997)1(Α) Α.Α.Δ. 28 , Marketrents Finance Ltd v. 1.Χριστοδουλίδη κ.α.
(2007)1 ΑΑΔ 624 ). Στην υπόθεση Phylactou v. Michael
(1982)1 C.L.R.. 204. Στη σελίδα 210 αναφέρονται τα εξής από τον Πική, Δ. (όπως ήταν τότε):- «In exercising its discretion, the Court must strive to balance two considerations fundamental for the administration of justice: The need to uphold effectively, on the one hand, the right of a party to be heard in his cause, and the need to ensure the expeditious transaction of judicial business, on the other. The speedy determination of judicial causes is not merely a matter of convenience but an all important factor for the effective vindication of the rights of the citizen. This principle is closely associated with another consideration likewise important for the administration of justice, that is, the need to uphold finality of judgments. If a party is lightly allowed to re-open a case, the imprint of finality, attaching to a judgment, with all that goes with it, and the certainty it imports in the management of human affairs, will disappear with grave consequence to the administration of justice. (See, Observations of Magaw L.J. in Lambert v. Mainland Market [1977] 2 All E.R. 826, at p. 833 (c-d)). The effect of the case law is that the Court must not be astute to unseat a party from his right to be heard in his cause, so long as he discloses merits. But the Court may, nevertheless, decline to re-open the case if his conduct is such as to strike at the root of the administration of justice. Where the conduct of the party applying to set aside judgment is inexcusable, contumelious to the extent of gross disregard for the judicial process or the rights of his adversary, the Court may, in its discretion, refuse to set aside judgment.» Και σε ελεύθερη μετάφραση:- «Κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας το δικαστήριο πρέπει να προσπαθεί να ισοζυγίζει δύο παράγοντες οι οποίοι είναι θεμελιώδεις για την απονομή της δικαιοσύνης. Την ανάγκη αποτελεσματικής διασφαλίσεως από τη μια, του δικαιώματος ακροάσεως του διαδίκου και την ανάγκη διασφαλίσεως ταχείας διεκπεραιώσεως των δικαστικών υποθέσεων, από την άλλη. Η ταχεία διεκπεραίωση δικαστικών υποθέσεων δεν αποτελεί απλώς ζήτημα ευχέρειας αλλά ένα καθ' όλα αποφασιστικό παράγοντα για την αποτελεσματική διεκδίκηση των δικαιωμάτων των πολιτών. Αυτή η αρχή είναι στενά συνδεδεμένη με ένα άλλο παράγοντα ο οποίος είναι εξίσου σημαντικός για την απονομή της δικαιοσύνης, δηλαδή την ανάγκη να υποστηριχθεί η τελεσιδικία. Εάν επιτραπεί σε ένα διάδικο εύκολα να επανανοίγει την υπόθεσή του η σφραγίδα της τελεσιδικίας με όλες τις συνέπειες που επιφέρει, και η βεβαιότητα που ενέχει στη διαχείριση των ανθρώπινων υποθέσεων, θα εξαφανισθούν με σοβαρές συνέπειες στην απονομή της δικαιοσύνης (Βλ. παρατηρήσεις του Λόρδου Δικαστή Megaw στην Lambert v. Mainland Market [1977] 2 All E.R. 826, 833). To αποτέλεσμα της νομολογίας είναι ότι το Δικαστήριο δεν πρέπει να επιδεικνύει σπουδή να αποστερήσει διάδικο να τύχει ακρόασης στην υπόθεση του, νοουμένου ότι αποκαλύπτει υπεράσπιση. Ωστόσο το δικαστήριο, μπορεί, οπωσδήποτε, να αρνηθεί να επανανοίξει μια υπόθεση εάν η συμπεριφορά ενός διαδίκου είναι τέτοια που πλήττει τα θεμέλια της απονομής της δικαιοσύνης. Οσάκις η διαγωγή του διαδίκου ο οποίος αιτείται παραμερισμό απόφασης δεν δύναται να συγχωρεθεί λόγω εμφανούς καταφρονήσεως της δικαστικής διαδικασίας ή των δικαιωμάτων του αντιδίκου το Δικαστήριο μπορεί κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας να αρνηθεί ακύρωση της απόφασης.» Έχοντας κατά νου τις πιο πάνω αρχές θα πρέπει να εξετασθεί κατά πόσο εκπληρούνται στην υπό κρίση αίτηση οι απαραίτητες προϋποθέσεις. Έχω προσεγγίσει το σύνολο της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον μου συμπεριλαμβανομένου και του φακέλου της υπόθεσης (βλ. Γεωργίου v. Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ
(1999)1 ΑΑΔ 1938). Θα ξεκινήσω την ανάλυση των λόγων ένστασης με το ζήτημα του δεδικασμένου. Προβλήθηκε από πλευράς του καθ΄ου η αίτηση ότι στην προκείμενη περίπτωση συντρέχει δεδικασμένο. Προς τούτο επικαλέστηκε τρεις διαδικασίες οι οποίες προηγήθηκαν της παρούσας αγωγής. Η 1η είναι η Αίτηση Αρ.3/2002 (DLO) Ε.Δ. Λάρνακας η οποία καταχωρήθηκε την 9.08.2002 και απορρίφθηκε όπως είχε κριθεί ως καταχρηστική την 7.05.2004 ενόψει της εκκρεμότητας τότε δύο άλλων αγωγών ενώπιον του Ε.Δ. Λάρνακας της 2076/2000 και της 3788/
  1. Η Αίτηση αυτή αφορούσε την Μαίρη Σεβαστού και στρεφόταν εναντίον των
  2. Εμμανουήλ Σεβαστού,
  3. Νέστορα Νικηφόρου, 3.Διευθυντή Κτηματολογίου και Χωρομετρίας,
  4. Μίμα Σεβαστού,
  5. Σπύρο Χ¨ Γιάννη και
  6. Χαράλαμπο Χ¨ Γιάννη. Η αγωγή 2076/2000 Ε.Δ. Λάρνακας είχε ως ενάγουσα την Μαίρη Σεβαστού και εναγόμενους τον
  7. Εμμανουήλ Σεβαστό και
  8. Νέστορα Νικηφόρου. Σύμφωνα με την απόφαση της 21.09.2006 η εν λόγω υπόθεση απορρίφθηκε με διαταγή μάλιστα καταβολής εξόδων εκ μέρους της ενάγουσας στους εναγόμενους. Τέλος, η Αγωγή 3788/2000 η οποία είχε ως ενάγουσα την Μαίρη Σεβαστού και εναγόμενους τους
  9. Εμμανουήλ Σεβαστό,
  10. Μίμα Σεβεστού,
  11. Σπύρο Χ¨ Γιάννη,
  12. Χαράλαμπο Χ¨ Γιάννη,
  13. Πέτρο Κώστα Χριστοφόρου και
  14. Carpe Tempus Developments Ltd η οποία εκδικάστηκε και κρίθηκε και κατ΄έφεση και στην οποία εκδόθηκε απόφαση την 12.11.
  15. Όλες οι πιο πάνω διαδικασίες είχαν ως αντικείμενο τους την πλστότητα του πληρεξουσίου εγγράφου με βάσει το οποίο ενήργησε ο εδώ ενάγων 2 και προέβη σε μεταβιβάσεις μεγάλου αριθμού οικοπέδων, μεταξύ των οποίων και του επίδικου, τα οποία ανήκαν στην εκεί ενάγουσα. Ούτε γι΄αυτόν τον λόγο ένστασης ο ευπαίδευτος συνήγορος των αιτητών δεν κάνει οποιαδήποτε αναφορά στην αγόρευση του. Στην δική της αγόρευση, η ευπαίδευτη συνήγορος του καθ΄ου η αίτηση επικεντρώθηκε, και ορθά κατά την άποψη μου, στην αγωγής 2076/2000 Ε.Δ Λάρνακας και θα συμφωνήσω μαζί της ότι ο ενάγων ως εναγόμενος σε εκείνη την αγωγή θα έπρεπε να είχε επικαλεστεί τις Διατάξεις 10 Θ. 12
(1)
(2)και
(3)των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και να είχε εκδώσει ειδοποίηση που να αναφέρει την απαίτηση του εναντίον του εκεί εναγομένου 2 και εναγόμενου στην παρούσα αγωγή. Επρόκειτο για την ίδια απαίτηση με την οποία η αποβιώσασα σήμερα και εκπροσωπούμενη από τον ενάγοντα 2 ως διαχειριστή της περιουσίας της αξίωνε την ακύρωση της μεταβίβασης του επίδικου οικοπέδου. Στην απόφαση Μιχαήλ v. Επίσημου Παραλήπτη
(2003)1 ΑΑΔ 975 αποφασίστηκε ότι η ταυτότητα συμφέροντος και η ταυτότητα διαδίκων συνιστούν απαραίτητη προϋπόθεση για τη στοιχειοθέτηση δεδικασμένου. Οι νομικές αρχές αναφορικά με το κώλυμα (estoppel) αναλύονται στις σελ. 167 -256, του 15ου τόμου, της 3ης έκδοσης, των Halsbury's Laws of England. Δεν θεωρώ σκόπιμο να παραθέσω τις αρχές αυτές στα πλαίσια της παρούσας απόφασης μου. Το αξίωμα «Interest reipublicae ut sit finis litium" εξυπακούει ότι ο διάδικος που στηρίζεται και προβάλλει την υπεράσπιση του κωλύματος (estoppel by record) πρέπει να είναι σε θέση να δείξει ότι το ζήτημα έχει αποφασισθεί από απόφαση, που από τη φύση της είναι τελεσίδικη (βλ.Halspary's Laws of England, ανωτέρω σελ. 177 παρ. 347). Στην υπόθεση Carl Zeiss Stiftung v. Rayner and Keeler Ltd and others
(1969)3 All E.R. 897, τονίστηκε (στη σελ. 913), ότι κανένα εύρημα ή απόφαση δημιουργεί κώλυμα, εκτός αν είναι τελεσίδικη και ότι κανένα εύρημα ή απόφαση σε παρεμπίπτουσα αίτηση, εκτός από τη συγκεκριμένη θεραπεία που δόθηκε, είναι τελεσίδικη υπό τη σχετική έννοια, εκτός αν σαν αποτέλεσμα της αρχής του δεδικασμένου συνιστά εμπόδιο στην περαιτέρω προώθηση του ίδιου θέματος. Η προηγούμενη διαδικασία πρέπει να έχει καταλήξει σε απόφαση ή διάταγμα (βλ. Jenkin v. Robertson
(1867)LRI sc and Div
  1. H ετυμηγορία του Δικαστηρίου, που δεν ακολουθείται από απόφαση, δεν δημιουργεί κώλυμα (βλ. Halsbury's (ανωτέρω) σελ. 177, παρ. 348 και σελ. 210 -211 παρ. 393). Η υπεράσπιση του δεδικασμένου εγείρεται μόνο όταν το ίδιο ζήτημα έχει στην πραγματικότητα αποφασιστεί μεταξύ των ιδίων μερών (βλ. Halsbury's (ανωτέρω) σελ. 185, παρ. 358). Για να πετύχει η υπεράσπιση του δεδικασμένου το αγώγιμο δικαίωμα, πρέπει να είναι το ίδιο και πρέπει να έχει κριθεί ως προς την ουσία του (determined on the merits) (βλ. Halsbury's πιο πάνω σελ. 986 παρ. 359). Στην Πολ. Έφεση Αρ. 151/2010 Liberty Lif Insurance Public Co Ltd (προηγουμένως ονομάζετο Liberty Life Insurance Ltd) v.
  2. Nada Terzian και τώρα Παναγιώτου κ.α. με ημερ. 7.03.2014 σε παραπομπή στην πρωτόδικη απόφαση ότι: «Η απόρριψη αγωγής λόγω μη εμφάνισης διαδίκου κατά την ακρόαση, ισοδυναμεί με δικαστική απόφαση απόρριψης της αγωγής επί της ουσίας (on the merits), όπως αναφέρει το Annual Practice 1970 στα σχόλια του αντίστοιχου Ο.35 r. σελ.
  3. Όπως έχει αναφερθεί και στην Παπανικολάου v. Κότσαπα
(2004)1 ΑΑΔ 1800 σελ. 1804 και για την περίπτωση απόρριψης αγωγής λόγω μη προώθησης της ισχύουν οι ίδιες γενικές αρχές όπως και για παραμερισμό απόφασης και επαναφοράς αγωγής.» Στο σημείο αυτό καλό είναι να παρατεθεί και το σχετικό απόσπασμα από την πρόσφατα εκδοθείσα απόφαση στην υπόθεση Πολ. Έφεση Αρ. 151/10 με ημερ. 7.03.2014 Liberty Life Insurance Public Co Ltd (προηγουμένως ονομάζετο Liberty Life Insurance Ltd) v. 1. Nada Terzian και τώρα Παναγιώτου κ.α., κάποια από τα γεγονότα της οποίας προσομοιάζουν με αυτά της παρούσας: «Το δεδικασμένο μπορεί να είναι γενικής μορφής και να αφορά ολόκληρη τη διαδικασία ή μπορεί να παραπέμπει μόνο σε συγκεκριμένο επίδικο θέμα του οποίου επιχειρείται η εκδίκαση εκ νέου (Henderson v. Henderson (1943-60) All E.R. Rep. 378, Theori and another v. Djoni and another
(1984)1 C.L.R. 296, Nicolaides and another v. Yerolemi
(1980)1 C.L.R. 1). Την έκταση του δεδικασμένου σε τρίτα πρόσωπα πέραν των διαδίκων οι οποίοι είτε έλκουν τα δικαιώματα τους από τους τελευταίους και παραλείπουν να παρέμβουν στην αντιδικία, από τη στιγμή που και οι ίδιοι διεκδικούν ταυτόσημα με τα υπό κρίση συμφέροντα, δίνει η Christos Boyadji v. Eleni Papachristoforou
(1958)23 C.L.R. 299. Εγείρεται λοιπόν κατά πάντα χρόνο το ερώτημα κατά πόσο οι εφεσίβλητοι νομιμοποιούνται να εγείρουν εναντίον των εφεσειόντων στα πλαίσια της αγωγής 4953/00 τα υπόλοιπα ζητήματα και αξιώσεις που ήγειραν με την δεύτερη αγωγή. Τα θέματα δηλαδή των δικών τους αξιώσεων στη βάση του ιδίου ασφαλιστηρίου συμβολαίου υπό άλλη ιδιότητα για λογαριασμό των δικαιούχων. Αυτό πάντοτε κρινόμενο ιδιαιτέρως υπό το φως της αίτησης την οποία καταχώρισαν για συνένωση τους ως συνεναγόμενοι και είναι αποδεκτό ότι την απέσυραν, ανεξαρτήτως των λόγω που τους οδήγησαν σε αυτή την απόφαση. Στην υπόθεση Carl-Zeiss-Stiftung v. Rayner & Keeler Ltd and others (No.3)
(1969)All E.R. 897, σελ. 909, στην οποία παρέπεμψε το Δικαστήριο η συνήγορος των εφεσειόντων, κρίθηκε ότι η διαγραφή ενός δικογράφου δεν είναι επιτακτική αλλά δυνητική και εμπίπτει εντός της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Το Δικαστήριο αποφασίζει αν ένα θέμα αποτελεί δεδικασμένο μόνο όταν όλες οι σχετικές πληροφορίες βρίσκονται ενώπιον του διαφορετικά η αίτηση ως πρόωρη απορρίπτεται. Το γεγονός ότι ένα σημείο κρίνεται δύσκολο δεν αποτελεί δικαιολογία γιατί να μην εξεταστεί, νοουμένου όμως ότι όλα τα γεγονότα βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου: «I do not think however that because an issue is res judicata, the court in the exercise of its discretion should always strike out an allegation raising that issue the court . might consider in a particular case that the better course would be .to be raised by pleading.and dealt with at the trial.Ord.18 r. 19 is framed in language which is not mandatory but permissive.» ........................ .if as will normally be the case, the relevant information is before the court before which the interlocutory application comes, the judge ought then to decide whether the issue is res judicata or not, however difficult or obscure the point may be, for it will not become less so by waiting for the trial. If, on the other hand, the necessary information is not before him, the application will be premature and should fail.» Η διαπίστωση αν η δικογραφία αποκαλύπτει αγώγιμο δικαίωμα, δεν εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου αλλά συνιστά νομικό ζήτημα και επομένως το Εφετείο είναι σε θέση όπως και το πρωτόδικο Δικαστήριο να καταλήξει σε συμπεράσματα σε σχέση με την υπόσταση του δικογράφου. (Οverseas Shipping & Forwarding Co v. Kappa Shipping Co Ltd & others
(1977)1 C.L.R. 248, Paikkos v. Kontemeniotis
(1989)1 C.L.R. 50, In Re Pelmaco Development Ltd
(1991)1 Α.Α.Δ. 246). Η αιτιολογία που το πρωτόδικο Δικαστήριο έδωσε αρνούμενο να τα επιληφθεί είναι λανθασμένη. Στην αίτηση καθορίζονταν με σαφήνεια τα νομικά σημεία, επισυνάπτονταν τόσο η απόφαση στην αγωγή 4953/00 όσο και η κατ΄ έφεση. Βάση του αγώγιμου δικαιώματος και στις δύο αγωγές συνιστούσε το ασφαλιστήριο συμβόλαιο, δυνάμει του οποίου και ως εκ της ιδιότητας τους ως κληρονόμων και δικαιούχων διεκδικούσαν οι ενάγοντες στην αγωγή 4953/00 και στην επίδικη αγωγή. Το δεδικασμένο και η τελεσιδικία ως εκ της περάτωσης της αγωγής 4953/00 συνιστούν στερεό υπόβαθρο γεγονότων, στα οποία το Δικαστήριο μπορούσε να εξετάσει τις εγειρόμενες προδικαστικές ενστάσεις που αποδοχή τους θα επέφερε το τέλος της αγωγής. Στη βάση όλων των ανωτέρω και εξασκώντας την εξουσία που μας παρέχεται δυνάμει του άρθρου 25
(3)του περί Δικαστηρίων Νόμου Ν. 14/60, εκδίδουμε Διάταγμα δυνάμει του οποίου διατάσσουμε όπως εξεταστούν ως προδικαστικά θέματα.» Ερχόμενος τώρα στα γεγονότα των δύο υποθέσεων κρίνω ότι αυτά της Αγωγής 2076/2000 η οποία αφορούσε ακριβώς την ακύρωση της μεταβίβασης που έγινε δυνάμει πλαστού πληρεξουσίου εγγράφου δημιουργούν κώλυμα δεδικασμένου, σημειώνω ότι σύμφωνα με το περιεχόμενο της εν λόγω απόφασης με βάσει την οποία απορρίφθηκε η εν λόγω αγωγή με ημερομηνία 21.09.2006, μετά που αποσύρθηκε η αγωγή από πλευράς της ενάγουσας χωρίς οποιαδήποτε δήλωση περί της επιφύλαξης των δικαιωμάτων της ενάγουσας, η οποία καταδικάστηκε μάλιστα στα έξοδα της αγωγής, αυτή αποσύρθηκε σε πολύ προχωρημένο στάδιο όπως ήταν αυτό της συμπλήρωσης των δικογράφων με την καταχώρηση απάντησης στις τροποποιημένες εκθέσεις υπερασπίσεως των εκεί εναγομένων 1 και 2 (βλ. Τεκμ. Α, Β και Γ της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης του καθ΄ου η αίτηση με ημερομηνία 6.11.2015, οπότε εξ αυτού του λόγου θα απέρριπτα την αίτηση. Η πλευρά του αιτητή προτάσσει ακόμα την υπεράσπιση της παραγραφής την οποία επικαλείται και ως λόγο ένστασης στη παρούσα αίτηση. Επειδή η βάση της αγωγής, όπως υποστηρίζει, στηρίζεται σε απάτη του εναγόμενου - καθ΄ου η αίτηση η οποία συνίστατο στη δόλια μεταβίβαση του επίδικου ακινήτου η οποία έλαβε χώραν στις 14.04.2000, και καθώς η απάτη είναι αστικό αδίκημα (βλ. Άρθρο 36 του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ.148), η έγερση της αγωγής θα έπρεπε να είχε εγερθεί εντός 3 χρόνων από την πράξη ή παράλειψη για την οποία εγέρθηκε η αγωγή, παραπέμπει δε προς τούτο στις διατάξεις των άρθρων 36 και 68 του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148, ως εκ τούτου οποιοδήποτε αγώγιμο δικαίωμα των εναγόντων - αιτητών έχει παραγραφεί. Η πλευρά των αιτητών δεν σχολίασαν στην αγόρευση τους καθόλου ούτε τον πιο πάνω λόγο ένστασης ούτε και αντέταξαν οποιαδήποτε διαφορετική άποψη. Θα συμφωνήσω με αυτόν τον λόγο ένστασης που προβλήθηκε εκ μέρους του καθ΄ου η αίτηση. Προς επίρρωση της πιο πάνω άποψης μου παραθέτω απλώς τις πρόνοιες της μεταβατικής διάταξης (Άρθρο 26 του ισχύοντος νόμου Περί Παραγραφής Αγώγιμων Δικαιωμάτων Νόμου του 2012 (Ν.66 (Ι)/2012), το οποίο προνοεί τα ακόλουθα: «Καμιά αγωγή δεν εγείρεται μετά την 31η Δεκεμβρίου 2015, αν η βάση της αγωγής συμπληρώθηκε οποτεδήποτε πριν από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του παρόντος Νόμου, εκτός αν ο χρόνος μεταξύ της ημέρας κατά την οποία είχε συμπληρωθεί η βάση της αγωγής μέχρι και την 31η Δεκεμβρίου 2015 είναι μικρότερος από τον δυνάμει του παρόντος Νόμου χρόνο παραγραφής για το συγκεκριμένο δικαίωμα αγωγής, οπότε ο χρόνος παραγραφής είναι ο καθοριζόμενος από τον παρόντα Νόμο χρόνος.» Σημειώνω ότι ο Νόμος αυτός θα ετίθετο σε ισχύ την 1.07.2012. Η πιο πάνω διάταξη έθετε αρχική ημερομηνία την 31η. 12.2012. Ερμηνεύοντας την πιο πάνω νομοθετική διάταξη, κατά την άποψη μου το δικαίωμα σε αγωγή εκ μέρους των εναγόντων, εάν εκληφθεί ότι η συμπλήρωση της βάσης αγωγής επήλθε την 14.04.2000, οπότε και έγινε η μεταβίβαση του επίδικου οικοπέδου επ΄ονόματι του εναγόμενου (συντελέστηκε δηλαδή η πράξη η οποία επετεύχθη κατ΄ ισχυρισμό των εναγόντων δόλια), έχει παραγραφεί. Μέχρι την έγερση της αγωγής η οποία φέρει ημερομηνία 15.02.2011 πέρασαν 10 χρόνια και 10 μήνες. Τα πιο πάνω έχοντας υπόψη ότι σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 6 του ίδιου πιο πάνω Νόμου: «Τηρουμένων των εδαφίων
(2),
(3)και
(4)καμιά αγωγή δεν εγείρεται για αστικό αδίκημα μετά την πάροδο έξι ετών από την ημέρα συμπλήρωσης της βάσης της αγωγής.» Από οποιανδήποτε οπτική γωνία αντικρισθεί η πιο πάνω εξαετής περίοδος, όπως προνοείται από το άρθρο 26 του Ν.66(Ι)/2012 ή η προηγούμενη τριετής προθεσμία είχαν παρέλθει προ πολλού πριν την έγερση της παρούσας αγωγής. Επομένως και εξ αυτού του λόγου δεν θα έκανα δεκτό το αίτημα για επαναφορά της παρούσας αγωγής. Παρόλα αυτά εάν ήθελε η άποψη μου για τα πιο πάνω ζητήματα θεωρηθεί λανθασμένη, για σκοπούς πληρότητας της απόφασης μου θα προχωρήσω στην ανάλυση μου με τους υπόλοιπους λόγους ένστασης όπως προβλήθηκαν εκ μέρους του καθ΄ου η αίτηση. Η εντύπωση που αντικειμενικά μπορεί να αποκομίσει κάποιος μελετώντας τα γεγονότα που οδήγησαν στην απόρριψη της αγωγής των εναγόντων είναι ότι η ζητούμενη αναθεώρηση της κρίσης του Δικαστηρίου θα μπορούσε και θα έπρεπε να οδηγήσει σε μια τέτοια απόληξη. Οι ενάγοντες αρχικά εκπροσωπούνταν από δικηγόρο. Στη συνέχεια ο ενάγων 2 υπό την διπλή του ιδιότητα και ως ενάγων 1 ως διαχειριστής της περιουσίας της μητέρας του, εμφανίστηκε προσωπικά και δήλωσε σε δύο δικασίμους πριν από την επίδικη ημερομηνία ήτοι στις 16.09.2013 και 21.10.2013 οπότε και οριζόταν για οδηγίες τόσο η αγωγή όσο και αίτηση εκ μέρους της πλευράς του εναγόμενου, ότι αναζητούσε δικηγόρο. Η προσπάθεια αυτή φαίνεται ότι δεν στέφθηκε με επιτυχία μέχρι και τη δικάσιμο κατά την οποία απορρίφθηκε η αγωγή λόγω της μη προώθησης της συνεπεία αυτή τη φορά της απουσίας του και της μη κατάλληλης εκπροσώπησης του από δικηγόρο, για τους λόγους όμως που ο ίδιος εξηγεί, υποστηρίζοντας την παρούσα αίτηση. Ισχυρίζεται, και αυτό διαπιστώνεται και από τον φάκελο της υπόθεσης ότι αμέσως μόλις ανάρρωσε προέβη σε έρευνα στο φάκελο του Δικαστηρίου και ζήτησε αποστενογράφηση του πρακτικού που τηρήθηκε κατά την επίδικη ημερομηνία, οπότε και διαπίστωσε την απόρριψη της αγωγής. Τα τελευταία διαπιστώνονται από το φάκελο του Δικαστηρίου και έτσι απορρίπτονται οι σχετικές αιτιάσεις περί καθυστέρησης που προβάλλει η πλευρά του καθ΄ού η αίτηση. Στην κρινόμενη περίπτωση μας επομένως κρίνω ότι η απουσία του ενάγοντος 2 κατά την επίδικη δικάσιμο προκλήθηκε συνεπεία ανώτερης βίας - της ασθένειας του ίδιου - όπως για παράδειγμα είχε συμβεί στην υπόθεση Cockle v. Joyce ημερομηνίας 16.11.1878 C.D. Vol. 47 σελ. 543, με ατύχημα του δικηγόρου του. Ενήργησε δε εντός της τασσόμενης προθεσμίας για την επαναφορά της αγωγής του. Επομένως στη βάση των πιο πάνω δεν διαπιστώνεται έλλειψη ενδιαφέροντος και επιμέλειας για την προώθηση της υπόθεσης εκ μέρους των αιτητών. Ούτε με ξενίζει η ενέχει οποιανδήποτε σημασία το γεγονός της έκδοσης δύο συναφών ιατρικών πιστοποιητικών όπου στο ένα αναφέρεται το ιατρικό πρόβλημα και στο άλλο ο χρόνος που ο ενάγων 2 θα έπρεπε να παραμείνει κλινήρης. Ο ενάγων ο οποίος επεσύναψε σε ένορκες δηλώσεις του τα εν λόγω πιστοποιητικά δεν κλήθηκε για να εξηγήσει τον λόγο που αυτά εκδόθηκαν κατ΄αυτόν τον τρόπο. Δεν μου διαφεύγει ότι σε εκείνο το στάδιο ο αιτητής δεν διέθετε τις υπηρεσίες δικηγόρου ο οποίος θα τον συμβούλευε για το περιεχόμενο του πιστοποιητικού. Ακόμη και αν εκδόθηκε μεταγενέστερα το δεύτερο πιστοποιητικό με αναγραφή της ίδιας ημερομηνίας, δεν αλλάζει καθόλου την ουσία του πράγματος. Η σχετική επιχειρηματολογία εκ μέρους της ευπαιδεύτου συνηγόρου του καθ΄ου η αίτηση που αφορούν αυτό το ζήτημα δεν τυγχάνει θετικής σύγκλησης και απορρίπτεται. Σε σχέση με τον μη έγκαιρα διορισμό άλλου δικηγόρου, δίδεται επίσης εξήγηση για την αρχικά μάταιη προσπάθεια που κατέβαλε προς αυτόν τον σκοπό. Η ιδιότητα του εναγόμενου ως δικηγόρου, όπως διαπίστωνε ο ενάγων στάθηκε εμπόδιο στο να εξεύρει δικηγόρος νωρίς και δεν χρειαζόταν να αναφερθεί στα ονόματα των δικηγόρων που προσέγγισε για να αναλάβουν την υπόθεση του και αυτοί αρνήθηκαν να τον εκπροσωπήσουν και δεν κρίνεται εξ αυτού του λόγου αόριστος ο ισχυρισμός αυτός. Επομένως, στη βάση των πιο πάνω, καταλήγω ότι δεν επιδείχθηκε εκ μέρους των εναγόντων καταφρόνηση της δικαστικής διαδικασίας. Όλες οι σχετικές αιτιάσεις που προβλήθηκαν ως λόγοι ένστασης απορρίπτονται. Σε σχέση με το ζήτημα της παραβίασης του συνταγματικού δικαιώματος του καθ΄ου η αίτηση για δίκη εντός εύλογου χρόνου κατά τη νομολογία μας γνώμονας για την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου πρέπει να είναι η ανάγκη εξισορρόπησης αφενός της ανάγκης διασφάλισης του δικαιώματος του κάθε διαδίκου να ακουστεί στην υπόθεση του και αφετέρου της ανάγκης για ταχεία απονομή της δικαιοσύνης σε εύλογο χρόνο (Άρθρο 30.2 του Συντάγματος) και για τελεσιδικία της απόφασης (βλ. Phylactou (πιο πάνω), Milouca Motor Trading Ltd. v. Χρύσανθου Κούρτη
(1997)1 Α.Α.Δ. 941, Λουκαΐδου ν. Γερολέμου
(2000)1 ΑΑΔ 333 και Παπανικολάου v. Κότσαπα
(2004)1 ΑΑΔ σελ. 1800) όπου επαναλήφθηκαν τα αμέσως πιο πάνω). Σύμφωνα περαιτέρω με τη νομολογία, στοιχεία που καθιστούν μοιραία την τύχη αίτησης επαναφοράς είναι η αδιαφορία του διαδίκου ή διαγωγή που καταδεικνύει καταφρόνηση της δικαστικής διαδικασίας ή των δικαιωμάτων του αντιδίκου και η εκδίκαση της διαφοράς σε εύλογο χρόνο, δικαίωμα που κατοχυρώνεται από το Άρθρο 30.2 του Συντάγματος και βαρύνει τις δικαστικές αρχές. Στη Μουγής ν. Σπανούδη
(1996)1 Α.Α.Δ. 997 έχουν λεχθεί τα εξής από τον Καλλή, Δ.:- «Το δικαίωμα του εφεσείοντα να ακουσθεί - το οποίο επικαλείται - διασφαλίζεται από το άρθρο 30.3 (β) και (γ) του Συντάγματος. Ωστόσο αυτό το δικαίωμα πρέπει να συμβαδίζει με το δικαίωμα της ακρόασης μέσα σε εύλογο χρόνο. Έχει δε νομολογηθεί ότι η απονομή της δικαιοσύνης μέσα σε εύλογο χρόνο, η οποία διασφαλίζεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος, συνιστά θεμελιώδες δικαίωμα του ανθρώπου και συγχρόνως εχέγγυο για τη διασφάλιση της λειτουργικότητας της δικαστικής εξουσίας (Αρέστη ν. Ηλία
(1991)1 Α.Α.Δ. 984, 988).» Έχοντας υπόψη λοιπόν τα όσα πιο πάνω επιτάσσει η νομολογία μας και εξετάζοντας τα γεγονότα που οδήγησαν στην απόρριψη της αγωγής των εναγόντων, θα έκρινα ότι θα ήταν άδικο γι΄αυτούς, για τους λόγους που εξηγήθηκαν πιο πάνω, να αποστερηθούν του δικαιώματος τους να ακουστούν επί της ουσίας των ισχυρισμών τους. Η ταλαιπωρία που έχει υποστεί η πλευρά του εναγόμενου - καθ΄ου η αίτηση θα μπορούσε να αντισταθμιστεί με ανάλογη διαταγή ως προς τα έξοδα. Προκύπτει από την πιο πάνω νομολογία ότι στην ένορκη δήλωση που στηρίζει τέτοιες αιτήσεις (επαναφοράς), πρέπει να γίνεται ένορκη επίκληση της καλής βάσης αγωγής ή ορθότερα της «εκ πρώτης όψεως καλής απαίτησης» όπως είναι και η περίπτωση μας. Ερχόμενος στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης θα πρέπει να πω ότι με τη συμπληρωματική ένορκη δήλωση με ημερομηνία 13.10.2014 (σελ. 5 επ. πιο πάνω στην παρ. 5 αυτής), η οποία επετράπη να καταχωρηθεί μετά από ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου, δίδονται λεπτομέρειες των γεγονότων στα οποία στηρίζεται η απαίτηση των εναγόντων και των ισχυρισμών τους και στη βάση των οποίων στηρίζονται οι αξιώσεις τους. Στην πιο πάνω παράγραφο της ένορκης δήλωσης του παρέχονται σχετικές λεπτομέρειες οι οποίες θα δικαιολογούσαν το αγώγιμο δικαίωμα και τη βάση της αγωγής τους εναντίον του εναγόμενου. Όπως δε είναι η νομολογία δεν απαιτείται η αξιολόγηση οποιασδήποτε μαρτυρίας που προσάγεται είτε προς το σκοπό της υποστήριξης της αίτησης είτε και για σκοπούς κατάρριψης του ισχυρισμού αυτού (βλ κατά αναλογία την Kokkinos v. Wyn Developments Ltd, Πολ. Έφεση Αρ. 32/2010, 20.01.2014) όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Όπως είναι δεδομένο και το ότι το Δικαστήριο, για κατάληξη σε συμπέρασμα ότι προκύπτει τέτοια υπεράσπιση, δεν πρέπει να προχωρεί σε αξιολόγηση οποιασδήποτε μαρτυρίας που προσάγεται για σκοπούς κατάρριψης του ισχυρισμού αυτού (βλ. Φραντζής ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ
(1996)1 Α.Α.Δ. 1994 η οποία παραπέμπει στις Land Securities P.L.C. v. Receiver for the Metropolitan Police District [1983] 1 W.L.R. 439 και Sidnell v. Wilson [1966] 2 Q.B. 67), αλλά περιορίζεται σε εξέταση κατά πόσο η προβαλλόμενη υπεράσπιση είναι λογικοφανής ως βασισμένη σε γεγονότα που την καθιστούν συζητήσιμη (Πατουρής ν. Ηellenic Bank Ltd
(2001)1 A.A.Δ. 2118).» Επομένως με βάση τα πιο πάνω είναι η άποψη μου ότι η πλευρά των αιτητών έχει εκπληρώσει το πιο πάνω προαπαιτούμενο. Υπάρχουν λόγοι ένστασης οι οποίοι έχουν καλυφθεί από τις στο μεταξύ καταχωρηθείσες συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις προς υποστήριξη της αίτησης και έτσι έχουν καταστεί άνευ αντικειμένου, όπως για παράδειγμα η αρχική στήριξη της αίτησης μόνο επί της Δ.33
(1)και όχι όπως στη συνέχεια επιτράπηκε να συμπληρωθεί με την προσθήκη τους στους Θεσμούς
(4)και
(5)της ίδιας Διαταγής ή ότι η αρχική ένορκη δήλωση δεν παρείχε στοιχεία που να υποστήριζαν τις πιθανότητες επιτυχίας της αγωγής. Επομένως θα προχωρήσω με λόγους οι οποίοι προβλήθηκαν από πλευράς εναγόμενου και οι οποίες δεν καλύπτονται από την πιο πάνω ανάλυση. Προβλήθηκε ότι η αίτηση πάσχει και για τον λόγο ότι με αυτή οι αιτητές ζητούν επαναφορά της αγωγής τους αντί και τον παραμερισμό της απόφασης. Στη νομολογία μας χρησιμοποιείται ο όρος reinstatement (βλ. Mesologitis and Others v. Koutas πιο πάνω), στην οποία γίνεται αναφορά στο Annual Practice 1956 σελ. 613 όπου η φράση Action Restored χρησιμοποιείται ως δόκιμος όρος για επαναφορά απορριφθείσας αγωγής λόγω μη προώθησης. Όπως δε έχει αποφασιστεί στην Χαραλάμπους v. Ζαχαρία
(2002)1 (Γ) ΑΑΔ 1439: «Η εξουσία του δικαστηρίου δεν περιορίζεται στην παροχή μιας ή περισσότερων εκ των επιδιωκόμενων θεραπειών. Όταν τα εκτιθέμενα στο σώμα της απαίτησης γεγονότα στοιχειοθετούν θεραπεία που μπορεί να παρασχεθεί, το δικαστήριο, έχει διακριτική εξουσία να χορηγήσει τέτοια θεραπεία χωρίς αυτή να έχει ζητηθεί νοουμένου ότι η άλλη πλευρά δεν καταλαμβάνεται εξ απροόπτου και ότι με τη χορήγηση της μη ζητηθείσας θεραπείας εξυπηρετείται κάτω από τις δοσμένες περιστάσεις η ορθή απονομή της δικαιοσύνη (Βλ. Kennedy Hotels Ltd v. Indirdjian
(1992)1 Α.Α.Δ. 400, Drane v. Evangelou [1978] 2 All E.R. 437, Αριστοδήμου ν. Χαραλάμπους
(1990)1 Α.Α.Δ. 319, Άννας Γεωργίου ν. Γεώργιου Γεωργίου
(2001)1 Α.Α.Δ. 1592)» Ο λόγος της Evagorou v. Christodoulou and Another
(982)AAΔ.771 στην οποία με παρέπεμψε η ευπαίδευτη συνήγορος του καθ΄ου η αίτηση δεν έχει έρεισμα στα γεγονότα της παρούσας η οποία έχει ως νομική βάση την Δ.33
(4)και
(5). Επομένως κρίνω ότι ο σχετικός λόγος ένστασης δεν ευσταθεί και απορρίπτεται. Προβλήθηκε η ύπαρξη παρατυπίας σε σχέση με τη μη αναφορά στην αίτηση γραφείου επιδόσεως κατά παράβαση της Δ.50 Κ. 1
(1). Οι ενάγοντες είχαν διεύθυνση επιδόσεως στην Λάρνακα όπως αυτή αναγράφεται στο Κλητήριο Ένταλμα τους. Μετά την παραίτηση του αρχικού δικηγόρου τους ο νέος δικηγόρος τους καταχώρηση σημείωμα εμφανίσεως με τη διεύθυνση επιδόσεως. Πλην κάποιας ίσως ταλαιπωρίας από πλευράς εναγόμενου ενόψει της σύγχυσης που επήλθε με τον τρόπο που αποχώρησε η προηγούμενη δικηγόρος των εναγόντων αφήνοντας όπως διαπίστωσα από μελέτη των πρακτικών που τηρήθηκαν ουσιαστικά εκτεθειμένους τους ενάγοντες,, κρίνω ότι η παρατυπία αυτή δεν καθιστά από μόνη της την αίτηση άκυρη και μπορεί να θεραπευθεί και προς τούτο εκδίδεται διάταγμα απαλλαγής από αυτή (βλ. Wunderlich κ.ά. v. Παναγιώτου,
(1999)1 ΑΑΔ 366). Εξάλλου αυτό δεν εμπόδισε τον εναγόμενο να καταχωρήσει την ειδοποίηση του περί της προθέσεως του να ενστεί χωρίς να επικαλεστεί τις διατάξεις της Δ.64
(2)και
(3)και όλες οι μεταγενέστερες διαδικασίες έγιναν από τον δικηγόρο τον οποίο στο μεταξύ διόρισαν οι ενάγοντες - αιτητές χωρίς να υπάρξει οποιοδήποτε πρόβλημα. Για τους λόγους που εξήγησα στην αρχή της ανάλυσης μου πιο πάνω, της ύπαρξης δηλαδή δεδικασμένου και της παραγραφής του αγώγιμου δικαιώματος, η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ του καθ΄ου η αίτηση και εναντίον των αιτητών όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.)........................................................ Χρήστος Γ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.