← Κύπρος

ΣΠΕ ΜΑΚΡΑΣΥΚΑΣ - ΛΑΡΝΑΚΑΣ - ΕΠΑΡΧΙΑΣ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΛΤΔ ν. ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΗΛΙΑ ΓΕΩΡΓΙΟΥ άλλως ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΗΛΙΑ κ.α., Αρ. Αγωγής: 1460/2013, 27/1/2016

ΣΠΕ ΜΑΚΡΑΣΥΚΑΣ - ΛΑΡΝΑΚΑΣ - ΕΠΑΡΧΙΑΣ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΛΤΔ ν. ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΗΛΙΑ ΓΕΩΡΓΙΟΥ άλλως ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΗΛΙΑ κ.α., Αρ. Αγωγής: 1460/2013, 27/1/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2016:A13 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Χρ. Γ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1460/2013 Μεταξύ: ΣΠΕ ΜΑΚΡΑΣΥΚΑΣ - ΛΑΡΝΑΚΑΣ - ΕΠΑΡΧΙΑΣ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΛΤΔ Εναγόντων - Καθ΄ων η Αίτηση και

  1. ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΗΛΙΑ ΓΕΩΡΓΙΟΥ άλλως ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΗΛΙΑ
  2. ΑΝΤΡΗΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΤΟ ΓΕΝΟΣ ΧΡΙΣΤΟΥ ΚΥΡΙΑΚΟΥ άλλως ΑΝΤΡΗΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ Εναγόμενων - Αιτητών ---------------------------------------- Ημερομηνία: 27 Ιανουαρίου, 2016 Εμφανίσεις: Για τους ενάγοντες - καθ΄ων η αίτηση: Η κα Μανώλη για Δρ Ανδρέας Π. Ποιητής & Σία. Για τους εναγόμενους 1 και 2 - αιτητές : Ο κ. Αλέξης Θεοδότου Ενδιάμεση απόφαση (σε αίτηση για τροποποίηση της εκθέσεως υπερασπίσεως των εναγομένων 1 και 2 ημερομηνίας 15.10.2015) Με ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα (O.2,r.6), οι ενάγοντες αξιώνουν από τον εναγόμενο 1 ως πρωτοφειλέτη και από την εναγόμενη 2 ως εγγυήτρια, αλληλέγγυα και ή ξεχωριστά, το ποσό των €455.846,35σ. πλέον τόκο 9% ετησίως επί του ποσού αυτού από 22.04.2013 μέχρι εξοφλήσεως, ο οποίος να κεφαλαιοποιείται την 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου εκάστου έτους. Εναντίον δε του εναγόμενου 1 το ίδιο πιο πάνω οφειλόμενο ποσό δυνάμει σύμβασης υποθήκης και εναντίον του οποίου αξιώνεται επίσης και διάταγμα πώλησης τού ενυπόθηκου του ακινήτου. Αξιώνονται επίσης εναντίον τους τα δικαστικά έξοδα. Τα όσα ακολουθούν αμέσως στη συνέχεια αποτελούν την πορεία της υπόθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου. Η αγωγή σύμφωνα με το φάκελο της υπόθεσης καταχωρήθηκε την 30.04.2013 και επιδόθηκε στην εναγόμενη 2 την 20.06.
  3. Την 31.07.2013 οι ενάγοντες καταχώρησαν αίτηση για απόφαση λόγω μη καταχώρησης εμφάνισης εκ μέρους της εναγόμενης
  4. Την 23.08.2013 καταχωρήθηκε εμφάνιση εκ μέρους της και έτσι την 16.10.2013 η αίτηση απορρίφθηκε εναντίον της με έξοδα. Την 19.09.2013 οι ενάγοντες αιτήθηκαν διάταγμα υποκατάστατης επίδοσης για τον εναγόμενο 1 και προς τούτο εκδόθηκε σχετικό διάταγμα την 30.10.
  5. Την 18.11.2013 καταχωρήθηκε αίτηση για απόφαση εναντίον της εναγόμενης 2 λόγω μη καταχώρησης υπεράσπισης. Στο μεταξύ επιδόθηκε η αγωγή και για τον εναγόμενο 1 για τον οποίο καταχωρήθηκε σημείωμα εμφάνισης την 22.01.
  6. Ακολούθησε αίτηση για απόφαση εναντίον του εναγόμενου 1 λόγω μη καταχώρησης υπεράσπισης εκ μέρους του την 18.02.
  7. Η κοινή υπεράσπιση και ανταπαίτηση και των δύο εναγόμενων καταχωρήθηκε την 28.02.2014 και έτσι η αίτηση με ημερομηνία 18.02.2014 απορρίφθηκε με έξοδα. Η απάντηση στην υπεράσπιση και υπεράσπιση στην ανταπαίτηση καταχωρήθηκε την 4.03.
  8. Η αγωγή ορίστηκε για οδηγίες δυνάμει της Διαταγής 30 την 29.05.
  9. Στο μεταξύ την 12.03.2014 καταχωρήθηκε ειδοποίηση αλλαγής του ονόματος των εναγόντων και διαμορφώθηκε πλέον ως αυτός εμφαίνεται στον τίτλο της απόφασης. Ορίστηκε ξανά για οδηγίες την 30.06.2014 και την 8.07.2014 οπότε κατ΄εκείνη την ημερομηνία ο μέχρι τότε δικηγόρος των εναγόμενων ζήτησε άδεια από το Δικαστήριο και απαλλάχθηκε από την εκπροσώπηση τους. Η δικηγόρος Θεοδώρα Χριστοφόρου, η οποία ήταν παρούσα, δήλωσε ότι θα αναλάμβανε αυτή και προς τούτο καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης την 16.02.2015, την προηγούμενη δηλαδή που ήταν προγραμματισμένη για ακρόαση η αγωγή. Γι΄αυτό και ζητήθηκε αναβολή η οποία εγκρίθηκε αφού δεν υποβλήθηκε ένσταση με έξοδα σε βάρος των εναγόμενων. Επαναορίστηκε για ακρόαση την 10.03.2015 οπότε και ζητήθηκε ξανά αναβολή της ακρόασης και ορίστηκε την 12.10.
  10. Την 2.10.2015 καταχωρήθηκε ξανά σημείωμα αλλαγής δικηγόρου και ανέλαβε πλέον ο δικηγόρος που εκπροσωπεί μέχρι και σήμερα τους εναγόμενους και λόγω αυτού του γεγονότος ζητήθηκε εκ νέου αναβολή της ακρόασης, η οποία εγκρίθηκε χωρίς να υπάρξει ένσταση, με έξοδα σε βάρος των εναγόμενων. Στη συνέχεια καταχωρήθηκε η παρούσα αίτηση την 15.10.2015 στην οποία καταχωρήθηκε ειδοποίηση περί προθέσεως ενστάσεως την 22.10.
  11. Οι εναγόμενοι με την αίτηση τους για τροποποίηση του δικογράφου τους επιχειρούν - αν τους επιτραπεί να το πράξουν - να εισαγάγουν την υπεράσπιση της μη συμμόρφωσης των εναγόντων στις πρόνοιες του άρθρου 12 του Περί Προστασίας Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών Νόμου του 2003 (Ν. 197 (Ι)/2003) ισχυριζόμενοι ότι δεν ενημέρωσαν την εναγόμενη 2 για οποιεσδήποτε καθυστερήσεις, ως υποχρεούνταν να πράξουν δυνάμει των προνοιών του ρηθέντος άρθρου. Προς τούτο επιθυμούν να προβάλουν σειρά ισχυρισμών που αφορούσαν την παράλειψη των εναγόντων να ενημερώνουν την εναγόμενη 2 για διάφορα ζητήματα καθυστερήσεων καταβολής εκ μέρους του πρωτοφειλέτη του δανείου, για το ύψος του επιτοκίου και τις διάφορες χρεώσεις στις οποίες προέβαιναν και ότι ο λογαριασμός που ανοίχθηκε για το δάνειο - για το άνοιγμα του οποίου η εναγόμενη 2 δεν είχε συναινέσει - γίνονταν παράνομες χρεώσεις και ανατοκισμός πέραν του επιτρεπόμενου υπό της νομοθεσίας και ότι παραβίασαν πρόνοιες του Περί Ελευθεροποιήσεως του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμου (Ν.160 (Ι)/ 1999). Θα προβάλουν επίσης ως υπεράσπιση τους ότι δεν είχαν δικαιοπρακτική ικανότητα και δεν νομιμοποιούνταν να προχωρήσουν στη σύσταση υποθήκης προς όφελος των εναγόντων λόγω περιορισμών στους οποίους υπόκειντο και έτσι δεν δικαιούνταν να συστήσουν υποθήκη. Ότι οι ενάγοντες ενήργησαν καταχρηστικά και εκμεταλλεύτηκαν την δεσπόζουσα θέση που κατείχαν, παραγνωρίζοντας τις νομικές και θέσμιες υποχρεώσεις τους. Συνεπεία των πιο πάνω ισχυρισμών τους αξιώνουν με την ανταπαίτηση τους την οποία επίσης τροποποιούν διάφορες δηλωτικές αποφάσεις και διατάγματα που αφορούν τη συναφθείσα σύμβαση εγγύησης και σύμβαση υποθήκης επιζητώντας την ακυρότητα τους. Την αίτηση υποστηρίζει με ένορκη δήλωση του ο δικηγόρος στο δικηγορικό γραφείο των αιτητών κ. Ευστάθιος Γεωργίου. Δηλώνει πλήρως εξουσιοδοτημένος να προβεί στην ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της αίτησης. Κάνει αναφορά στην ανάθεση της υπόθεσης των εναγομένων στο δικηγορικό τους γραφείο μόλις πρόσφατα όταν οι εναγόμενοι είχαν διαφωνήσει ως προς τον χειρισμό της υπόθεσης τους με τους προηγούμενους δικηγόρους τους. Κατά τη μελέτη του φακέλου της υπόθεσης διαπιστώθηκε η αναγκαιότητα των τροποποιήσεων που εισηγούνται σήμερα οι εναγόμενοι στην Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση τους. Οι τροποποιήσεις που εισηγούνται είναι αναγκαίες για την πληρέστερη διατύπωση των θέσεων των εναγομένων καθώς και για την πλήρη και δίκαιη εκδίκαση και αποπεράτωση των πραγματικών και νομικών ζητημάτων που είναι αμφισβητούμενα και εγείρονται μεταξύ των διαδίκων. Οι ενάγοντες δεν θα υποστούν καμιά ζημιά και όσα αιτούνται να συμπεριλάβουν στην Υπεράσπιση τους αφορούν νομικά γεγονότα τα οποία έγιναν γνωστά μετά από μελέτη του φακέλου της υπόθεσης από τους σημερινούς τους δικηγόρους. Οι ενάγοντες εξάλλου μπορούν να αποζημιωθούν με κατάλληλο διάταγμα εξόδων. Αντίθετα η μη έκδοση του αιτούμενου διατάγματος θα αποστερούσε από τους εναγόμενους την ευκαιρία να διεκδικήσουν τα εκ του Νόμου, Νομολογία και Αρχές της Φυσικής Δικαιοσύνης απορρέοντα δικαιώματα τους ενώπιον του Δικαστηρίου. Οι λόγοι τους οποίους προβάλλουν οι ενάγοντες - καθ΄ων η αίτηση στην ειδοποίηση περί της προθέσεως τους να ενστούν είναι οι ακόλουθοι: «
  12. Η αιτούμενη τροποποίηση αλλάζει πλήρως τη φύση της Υπεράσπισης.
  13. Η αιτούμενη τροποποίηση γίνεται πολύ καθυστερημένα χωρίς οποιαδήποτε εξήγηση ή δικαιολογία. Η αιτούμενη τροποποίηση είναι κακόπιστη και υποβολιμαία,
  14. Στην αιτούμενη τροποποίηση δημιουργείται και ανταπαίτηση η οποία προηγουμένως δεν υπήρχε. Η κα Κατερίνα Κονναρή, δικηγορική υπάλληλος στο δικηγορικό γραφείο των καθ΄ων η αίτηση, υποστηρίζει την ένσταση ζητώντας την απόρριψη της αίτησης με ένορκη δήλωση της προβάλλοντας κατά τον ίδιο τρόπο τους πιο πάνω λόγους ένστασης. Δεν κλήθηκε για αντεξέταση οποιοσδήποτε από τους ενόρκως δηλούντες και έτσι με άδεια του Δικαστηρίου οι δύο πλευρές προχώρησαν με τις γραπτές τους αγορεύσεις στις οποίες ανέπτυξαν και υποστήριξαν αντίστοιχα τα προβαλλόμενα στην αίτηση και ένσταση, όπως τα κατέγραψα πιο πάνω, με παραπομπή σε σχετική επί του θέματος νομολογία και αυθεντίες προς επίρρωση των θέσεων τους. Όπου κριθεί αναγκαίο θα γίνει ειδικότερη αναφορά σε θέσεις που εκφράστηκαν στη συνέχεια της απόφασης μου. ΤΟ ΝΟΜΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΠΟΥ ΔΙΕΠΕΙ ΑΙΤΗΣΕΙΣ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗΣ ΔΙΚΟΓΡΑΦΩΝ: Η Διαταγή 25 Θ.1 στην οποία στηρίζεται τόσο η αίτηση όσο και η ένσταση προνοεί τα ακόλουθα: «The Court or a Judge may, at any stage of the proceedings, allow either party to alter or amend his endorsement or pleadings, in such manner and on such terms as may be just, and all such amendments shall be made as may be necessary for the purpose of determining the real questions in controversy between the parties.» Σε μετάφραση: «Το Δικαστήριο ή Δικαστής μπορεί σε οποιονδήποτε στάδιο της διαδικασίας να επιτρέψει σε οποιονδήποτε από τους διαδίκους να διορθώσει ή τροποποιήσει την οπισθογράφηση ή τα δικόγραφα με τέτοιο τρόπο και με τέτοιους όρους που θα είναι δίκαιοι και όλες οι τέτοιες τροποποιήσεις θα πρέπει να γίνουν σαν αναγκαίες για σκοπούς αποπερατώσεως των πραγματικών ζητημάτων που είναι αμφισβητούμενα μεταξύ των διαδίκων.» Από τον πιο πάνω θεσμό προκύπτει ότι η τροποποίηση των δικογράφων επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Πρόκειται για αρχή η οποία επαναλαμβάνεται σε πλείστες τόσες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Σε σχέση δε με την πλατιά διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, λέχθηκαν τα ακόλουθα στην υπόθεση Ε. Φιλίππου Λτδ v. Compass Insurance Co. Ltd

(1990)1 A.A.Δ. 24, στη σελ. 26: «Τα συμφέροντα της δικαιοσύνης είναι ο παράγων ο οποίος δεσπόζει στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Τα στοιχεία τα οποία συνθέτουν και προσδιορίζουν τα συμφέροντα της δικαιοσύνης εξισορροπούνται μετά από την συνεκτίμηση των συμφερόντων των διαδίκων και των ευρύτερων συμφερόντων της δικαιοσύνης για τελεσφόρο επίλυση όλων των συναφών διαφορών μεταξύ τους καθώς και των συμφερόντων του δημοσίου στην εξασφάλιση της ταχείας απονομής της δικαιοσύνης.» Οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής αυτής εξουσίας έχουν αναλυθεί μεταξύ άλλων και στην υπόθεση Φοινιώτη v. Greenmar Navigation Ltd κ.ά.
(1989)1 ΑΑΔ (Ε) σελ. 33, όπου συνοψίστηκαν ως ακολούθως από τον Πική, Δ. (όπως ήταν τότε): «
  1. Η τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης.
  2. Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στη συγκεκριμένη υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διαδίκου.
  3. Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στη διατύπωση των θέσεων του Αιτητή ποικίλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση.
  4. Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης της υπεράσπισης. Στο στάδιο αυτό όμως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από την προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου. Στην υπόθεση Hipgrave v. Case 28 Ch. D. 361 υπεδείχθη ότι το Δικαστήριο αντιμετωπίζει με διστακτικότητα αιτήσεις για τροποποίηση της δικογραφίας κατά τη δίκη.» Σύμφωνα με την υπόθεση Χριστοδούλoυ v. Χριστοδούλου,
(1991)1 ΑΑΔ σελ. 934, η σύγχρονη τάση είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες περιπτώσεις, έστω και αν η αναγκαιότητα τροποποίησης είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης. Εξαίρεση στον γενικό κανόνα αποτελούν οι περιστάσεις όπου η τροποποίηση δυνατό να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμα εκεί όπου η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής (βλ. Χρίστου v. Αζά
(1992)1 ΑΑΔ 704 σελ. 707). Στην υπόθεση Ταξί Κυριάκος Λτδ v. Ανδρέα Παύλου,
(1995)1 ΑΑΔ σελ. 560 γίνεται μια διευκρίνηση ή θα μπορούσε να πει κάποιος, περιορισμός της πιο πάνω γενικότητας με την οποία είχε αποδοθεί η πιο πάνω αρχή με το ακόλουθο σκεπτικό. Όσο φιλελεύθερη και αν δικαιολογείται να είναι η προσέγγιση στο θέμα τροποποιήσεων δικογράφων, το ζήτημα εξακολουθεί να υπόκειται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου. Ότι γνώμονας για την άσκηση αυτής της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου, είναι το σύνολο των περιστατικών και δεν εξικνείται με αναφορά μόνο στο επανορθώσιμο των συνεπειών της τροποποίησης ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο. Για παράδειγμα, σε εκείνη την υπόθεση κρίθηκε πως ορθά απορρίφθηκε αίτημα τροποποίησης, που υποβλήθηκε κατά την ημερομηνία ακρόασης, εφόσον κατά τη δικάσιμο που είχε οριστεί το 1988 είχε υποβληθεί αίτημα για αναβολή έτσι ώστε να γίνει διάβημα τροποποίησης, η υπόθεση ανεβλήθη παρά την ένσταση της άλλης πλευράς, με οδηγίες να υποβληθεί αίτηση τροποποίησης εντός δύο μηνών. Αίτηση δεν υποβλήθηκε ούτε απασχόλησε ξανά το θέμα παρά μόνο όταν κατά το 1990 η υπόθεση ορίστηκε ξανά για ακρόαση. Επομένως στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου συνεκτιμάται και ο παράγων της καθυστέρησης στην υποβολή της αίτησης σαν λογικής απόρροιας των διατάξεων του Άρθρου 30.2 του Συντάγματος (βλ. Χρίστου v. Αζά (πιο πάνω) στην οποία λέχθηκε επίσης ότι διαφαίνεται ως θεμελιακή αρχή - από τις διάφορες αποφάσεις - ότι η τροποποίηση είναι εφικτή σε κάθε στάδιο όταν αυτή κρίνεται αναγκαία για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για την αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών, εκτός στις περιπτώσεις που είτε επέρχεται βλάβη στην αντίδικη πλευρά ή όπου η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής. (Βλέπε επίσης τις υποθέσεις Ταξί Κυριάκος Λτδ (ανωτέρω), Astor Manufacturing & Exporting Co. κ.ά. v. A.G. Leventis κ.ά.
(1993)1 ΑΑΔ 726, Agini v. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδας Α.Ε.
(1999)1 ΑΑΔ σελ. 11). ΑΝΑΛΥΣΗ ΤΩΝ ΛΟΓΩΝ ΤΗΣ ΑΙΤΗΣΗΣ ΚΑΙ ΕΝΣΤΑΣΗΣ: Έχοντας υπόψη μεταξύ άλλων τις πιο πάνω νομικές αρχές που διέπουν το ζήτημα της τροποποίησης δικογράφων, τους λόγους που υποστηρίζουν το αίτημα όπως υποβλήθηκε με την αίτηση της πλευράς των εναγομένων και την ένσταση, όπως επίσης και τις εισηγήσεις των δύο πλευρών, θα προσπαθήσω στη συνέχεια να εξαγάγω τα συμπεράσματα μου κατά πόσο δικαιολογείται κατά την ενάσκηση της διακριτικής μου ευχέρειας η έγκριση του αιτήματος. Από τον φάκελο της υπόθεσης διαπιστώνεται ότι είναι η 1η αίτηση τροποποίησης της Υπεράσπισης τους την οποία καταχώρησαν οι εναγόμενοι. Προκύπτει από τη νομολογία μας ότι η καθυστέρηση στην υποβολή αιτήματος τροποποίησης, η οποία αντικειμενικά διαπιστώνεται στην παρούσα περίπτωση εφόσον το αίτημα υποβάλλεται μετά που η υπόθεση ορίστηκε αρκετές φορές για οδηγίες και στη συνέχεια τρείς φορές για ακρόαση, είναι μεν παράγοντας που λαμβάνεται υπόψη όχι όμως καθοριστικής σημασίας. Η αίτηση υποβλήθηκε πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας και επομένως δεν προκαλείται επιπρόσθετη επιβάρυνση ή περιπλοκή ως προς την παρουσίαση της μαρτυρίας ούτε και επηρεάζονται αρνητικά τα συνταγματικά δικαιώματα και συμφέροντα των εναγόντων - καθ΄ων η αίτηση καθ΄ότι θα τους παρασχεθεί στο στάδιο αυτό που γίνεται η αίτηση η δυνατότητα να απαντήσουν στους ισχυρισμούς των εναγομένων - αιτητών, να αντικρούσουν τα προβαλλόμενα στην ανταπαίτηση και να προετοιμαστούν κατάλληλα για την αντίκρουση τους και γενικά για την υπόθεση τους ενώπιον του Δικαστηρίου. Επομένως δεν διακρίνω ότι θα επιφέρει οποιαδήποτε βλάβη που δεν μπορεί να θεραπευτεί με την έκδοση κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα συνεπεία της αιτούμενης τροποποίησης όπως εξάλλου αποδέχονται οι εναγόμενοι στην αγόρευση τους (βλ. The Annual Practice
(1961)pg. 622 & 624). Στην ένορκη δήλωση η οποία υποστηρίζει την αίτηση εξηγείται πως και πότε προέκυψε η ανάγκη για τροποποίηση. Καθορίζει ως χρόνο αυτόν της ανάθεσης στους παρόντες δικηγόρους τους της υπόθεσης τους και κατά τη μελέτη του φακέλου της από αυτούς. Αμέσως δε μετά υπέβαλαν την παρούσα αίτηση. Τα γεγονότα και οι ισχυρισμοί που επιθυμούν σήμερα να εισαγάγουν στο δικόγραφο τους είναι νομικά ζητήματα τα οποία δεν τα ξέρουν οι εναγόμενοι καθότι δεν είναι νομικοί ή δικηγόροι και δεν έτυχαν τέτοιας συμβουλής νωρίτερα. Τα θεωρούν ουσιώδη και σημαντικά για την Υπεράσπιση τους. Μελετώντας τους λόγους που επέβαλαν την ανάγκη για τροποποίηση δεν διαπιστώνεται κακοπιστία. Τα συμφέροντα των εναγόντων δεν επηρεάζονται δυσμενώς παρόλο ότι δεν παραγνωρίζεται το δικαίωμα οποιουδήποτε διαδίκου να προσδοκά στην γρήγορη εκδίκαση της υπόθεσης του. Ανάλογη όμως διαταγή ως προς τα έξοδα, την οποία η πλευρά των αιτητών δεν απορρίπτει και μάλιστα ρητά την εισηγείται, κρίνω ότι θα εξισορροπούσε τα πράγματα. Όπως αποφασίστηκε στην Νικολάου v. Μιλτιάδους κ.ά.,
(2007)1 (Β) ΑΑΔ σελ. 1005: «Κατά την εξέταση του θέματος, το δικαστήριο βασίζεται σε διάφορους παράγοντες, αλλά τελικά ο κρίσιμος παράγοντας είναι η ανάγκη για προσδιορισμό των επιδίκων θεμάτων και η διαπίστωση των θέσεων των διαδίκων. Τροποποίηση μπορεί να επιτραπεί, ασχέτως του αν επιδείχθηκε αμέλεια και καθυστέρηση από διάδικο, αν αυτό απαιτεί το συμφέρον της δικαιοσύνης. Η άδεια για τροποποίηση δίδεται ευκολότερα στα αρχικά στάδια, αλλά τούτο μπορεί ακόμα να γίνει και σε πολύ προχωρημένο στάδιο, μέχρι και το τελικό στάδιο της διαδικασίας, αν δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο. Ο όρος ανεπανόρθωτη ζημιά χρησιμοποιείται με την έννοια τού ότι αυτή δεν μπορεί να αποκατασταθεί με την καταβολή εξόδων.» Ούτως η άλλως η καθυστέρηση, όπως επιτάσσει η νομολογία μας είναι σχετικός παράγοντας σε αιτήσεις για τροποποίηση της δικογραφίας, αλλά δεν είναι εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας. Ακόμα και εάν το Δικαστήριο θα κατέληγε σε διαπίστωση ότι υπάρχει καθυστέρηση, αυτή από μόνη της δεν πρέπει να οδηγεί σε απόρριψη (βλ. Astor Manufacturing (πιο πάνω σελ. 730, Federal Bank of Lebanon v. Σιακόλα
(1999)1 Α.Α.Δ. σελ. 44) καθώς ο παράγοντας της καθυστέρησης συνεκτιμάται ως λογική απόρροια του άρθρου 30
(2)του Συντάγματος για τη σωστή άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου (βλ. επίσης τη Saba & Co. (T.M.P.) v. T.M.P.Agents
(1994)1 A.A.Δ. 426). Δεν έχει προβληθεί οποιαδήποτε συγκεκριμένη βλάβη την οποία θα υποστούν οι ενάγοντες ούτε και δυσμενής επηρεασμός των συμφερόντων τους ούτε και εκτροχιασμός της δίκης από την έγκριση της τροποποίησης που αιτούνται οι αιτητές. Παραθέτω απόσπασμα από την υπόθεση Federal Bank of Lebanon (SAL) v. Σιακόλα,
(2002)1 Α.Α.Δ. σελ. 223 όπου τονίστηκε ότι όταν διαπιστώνεται καθυστέρηση, όπως στη προκείμενη περίπτωση, θα πρέπει να παρέχονται εξηγήσεις γι΄αυτή, λέχθηκαν δε τα ακόλουθα: «Μένει το ερώτημα της δικαιολόγησης της καθυστέρησης. Η σημασία του ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά της υπόθεσης κυρίως σε συσχετισμό προς τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης.» Στη δε υπόθεση Ταξί Κυριάκος Λτδ v. Παύλου,
(1995)1 Α.Α.Δ. σελ. 560 τονίστηκε ότι: «Το ζήτημα της τροποποίησης δικογράφων, επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, γνώμονας στην άσκηση της οποίας είναι το σύνολο των περιστατικών και όχι μόνο το επανορθώσιμο των συνεπειών της τροποποίησης.» Περαιτέρω στην υπόθεση Sait Electronic S.A. v. Dominique κ.ά,
(1992)1 Α.Α.Δ. σελ. 14 λέχθηκαν τα ακόλουθα: « Η σημασία της καθυστέρησης στην απονομή της δικαιοσύνης και οι επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου αποτιμούνται και στην Αγγλία ως παράγοντας μείζονος σημασίας στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου να επιτρέψει ή όχι την τροποποίηση.» Με τα πιο πάνω απαντώνται οι σχετικοί λόγοι ένστασης περί κακοπιστίας και υποβολιμαίας άσκησης του δικαιώματος τροποποίηση εφόσον εξηγείται πότε προέκυψε η αναγκαιότητα τροποποίησης που ήταν αμέσως μετά την ανάληψη της υπεράσπισης των εναγομένων από τους νέους δικηγόρους τους. Επομένως οι σχετικός λόγος ένστασης αρ. 2, όπως απαριθμείται στην ειδοποίηση περί προθέσεως ένστασης δεν έχει έρεισμα και απορρίπτεται. Η δε αναγκαιότητα της εισαγωγής και προσθήκης των επιδιωκόμενων ισχυρισμών καθίσταται προφανής έτσι ώστε οι εναγόμενοι - αιτητές να προβάλουν την υπεράσπιση τους πλήρως και/ή με κάθε λεπτομέρεια ή /και με κάθε σαφήνεια όπως αυτό συνάγεται από το περιεχόμενο τους και όπως προβάλλεται στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση. Επομένως και ο λόγος ένστασης αρ. 1 δεν έχει έρεισμα όπως και η εισήγηση περί μη παροχής δικαιολογίας. Οι λόγοι που καθιστούν αναγκαία την τροποποίηση έχουν παρατεθεί και ως εκ τούτου ο σχετικός λόγος ένστασης απορρίπτεται. Η όποια ταλαιπωρία προκαλείται στους ενάγοντες με την καθυστέρηση που παρατηρήθηκε στην υποβολή του αιτήματος κρίνω ότι μπορεί να εξισορροπηθεί με ανάλογη διαταγή ως προς τα έξοδα. Σύμφωνα με τη νομολογία μας αν με την τροποποίηση επιδιώκεται η εισαγωγή νέας βάσης αγωγής, στην προκείμενη περίπτωση αλλαγή της φύσης της Υπεράσπισης, όπως εισηγείται η πλευρά των εναγόντων, δεν σημαίνει αφ΄εαυτού ότι η τροποποίηση δεν πρέπει να επιτραπεί. Θα συμφωνήσω με την πλευρά των αιτητών ότι στην παρούσα υπόθεση οι ισχυρισμοί τους οποίους επιχειρούν να εισαγάγουν με την παρούσα αίτηση, δεν συνιστούν και/ή εισάγουν νέο νομικό και πραγματικό πέπλο. Πρόκειται, όπως είναι η εισήγηση, για ουσιώδεις, πάντοτε κατά την άποψη τους, αλλά και έτσι εκλαμβάνονται από το Δικαστήριο, ισχυρισμούς οι οποίοι μπορούν να εκδικαστούν στα πλαίσια της παρούσας αγωγής προβαλλόμενοι στην Υπεράσπιση χωρίς να μεταβάλλουν και/ή να αλλάζουν τα πραγματικά περιστατικά, την ουσία και τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης όπως ήδη προβάλλονται και περιγράφονται στην καταχωρηθείσα Υπεράσπιση τους. Στο Annual Practice
(1961)pg 627 γίνεται η ακόλουθη πρόνοια: « The Court will not refuse to allow an amendment simply because it introduces a new case. But it will do so where the amendment would change the action into one of a substantially different character which would more conveniently be the subject of a fresh action.». Η πιο πάνω αρχή έχει υιοθετηθεί και στις υποθέσεις Saba & Co T.M.P v.T.M.P.Agents
(1994)1 AAΔ σελ.426 και στην Περιεκτιόνη Χρίστου v. Ανδρέα Στυλιανού Αζά
(1992)1 ΑΑΔ
  1. Προβλήθηκε ως λόγος ένστασης ότι με την τροποποίηση δημιουργείται και ανταπαίτηση η οποία προηγουμένως δεν υπήρχε. Διεξήλθα την ανταπαίτηση των εναγόμενων που προβλήθηκε στο αρχικό τους δικόγραφο. Διαφωνώ με την πιο πάνω θέση της πλευράς των εναγόντων. Τώρα εκείνο το οποίο επιχειρείται να εισαχθεί, όπως εύκολα μπορεί να γίνει αντιληπτό, είναι η παροχή πληρέστερης εικόνας με τις λεπτομέρειες που παρέχονται για το τι εννοούσαν οι εναγόμενοι με την επίκληση παρανομίας και ως εκ τούτου η σύμβαση πιστωτικών διευκολύνσεων, εγγύησης και υποθήκευσης υποστήριζαν ότι ήταν άκυρες ως παράνομες. Επιχειρείται επίσης να εισαχθούν ισχυρισμοί περί της συνέπειας του τερματισμού της επίδικης συμφωνίας πάνω στις συμφωνίες εγγύησης και υποθήκευσης. Τα πιο πάνω δεν αλλάζουν τη βάση της υπεράσπισης ούτε και ξεφεύγουν από τα πλαίσια των πιο πάνω νομολογηθέντων. Επομένως απορρίπτεται και ο λόγος ένστασης αρ.
  2. ΚΑΤΑΛΗΞΗ: Μετά την πιο πάνω ανάλυση όπου εξήγησα γιατί ο κάθε ένας λόγος ένστασης θα πρέπει να απορριφθεί και ασκώντας τη διακριτική μου ευχέρεια, καταλήγω όπως εγκρίνω την αίτηση. Εκδίδεται διάταγμα τροποποίησης της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης των εναγομένων ως τα αιτητικά της αίτησης. Τροποποιημένη Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση να καταχωρηθεί εντός 7 ημερών από της συντάξεως του παρόντος διατάγματος. Απάντηση στην Τροποποιημένη Υπεράσπιση και Υπεράσπιση στην Τροποποιημένη Ανταπαίτηση να καταχωρηθεί εντός άλλων 20 ημερών από της επίδοσης της Τροποποιημένης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης στους δικηγόρους των εναγόντων - καθ΄ων η αίτηση. ΤΑ ΕΞΟΔΑ: Παρά την επιτυχία της αίτησης και ασκώντας τη διακριτική ευχέρεια μου ως προς το ζήτημα των εξόδων και λαμβάνοντας υπόψη την καθυστέρηση με την οποία υποβλήθηκε το αίτημα, όπως εξήγησα κατά την πιο πάνω ανάλυση, καταλήγω να επιδικάσω τα απολεσθέντα έξοδα συνεπεία της αιτήσεως όπως και τα έξοδα της ίδιας της αίτησης υπέρ των εναγόντων - καθ΄ων η αίτηση και εναντίον του εναγομένων - αιτητών όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της διαδικασίας της αγωγής οπότε και θα είναι πληρωτέα (βλ. Αναφορικά με την αίτηση του Κώστα Χαραλάμπους
(1999)ΑΑΔ 809). Ενόψει της πιο πάνω εξέλιξης η αγωγή ορίζεται για οδηγίες με σκοπό τον προγραμματισμό της για ακρόαση μετά τη συμπλήρωση των δικογράφων την 21.03.2016. (Υπ.) ....................................................... Χρ. Γ. Φιλίππου, Α. Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.