← Κύπρος

Ανδρέας Χαραλάμπους κ.α. ν. Σάββας Ευσταθίου κ.α., Αρ. Αγωγής 46/2006, 29/1/2016

Ανδρέας Χαραλάμπους κ.α. ν. Σάββας Ευσταθίου κ.α., Αρ. Αγωγής 46/2006, 29/1/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2016:A20 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Γ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 46/2006 Μεταξύ:

  1. Ανδρέας Χαραλάμπους
  2. Ελένη Χαραλάμπους Ενάγοντες - Αιτητές και
  3. Σάββας Ευσταθίου
  4. Νεόφυτος Ευσταθίου Εναγόμενοι - Καθ΄ ων η αίτηση Ημερομηνία: 29 Iανουαρίου, 2016 Εμφανίσεις: Για τους ενάγοντες - αιτητές: κα Χριστοδούλου για Αναστάσιος Μυλωνάς & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Για τον εναγόμενο 2 - καθ΄ου η Αίτηση: κ. Λοϊζου για Ανδρέας Β. Ζαχαρίου & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Για Επαρχιακό Κτηματολογικό Λειτουργό Λάρνακας: Καμιά εμφάνιση ΑΠΟΦΑΣΗ (Σε αίτηση για έκδοση διατάγματος πώλησης ακινήτων επί των οποίων υπάρχει επιβάρυνση με δικαστική απόφαση (ΜΕΜΟ) με ημερομηνία 8.05.2015 Οι ενάγοντες - αιτητές στις 28.08.2012 είχαν εξασφαλίσει δικαστική απόφαση εναντίον των εναγομένων 1 και 2 ομού και/ ή κεχωρισμένως να πληρώσουν στους ενάγοντες το ποσό των €85,430 με τόκο προς 8% από 5.01.2006 μέχρι 14.10.2008 και τόκο προς 5,5% ετησίως από 15.10.2008 μέχρι εξοφλήσεως. Περαιτέρω οι εναγόμενοι διατάσσονταν όπως καταβάλουν τα δικηγορικά έξοδα €7.454 με τόκο προς 8% ετησίως επί του ποσού των €7.395 από 5.01.2006 μέχρι 14.10.2008 και τόκο προς 5,5% ετησίως από 15.10.2008 μέχρι εξοφλήσεως πλέον Φ.Π.Α. επί ποσού €7.
  5. Επιπρόσθετα των πιο πάνω θα πρέπει να υπολογιστεί και το ποσό των €217,00 που είναι τα έξοδα του εντάλματος κινητής περιουσίας πλέον ΦΠΑ. Με την παρούσα αίτηση τους ενάγοντες - αιτητές (στη συνέχεια «οι αιτητές») αιτούνται την έκδοση των διατάγματος εναντίον του εναγόμενου 2 (στην συνέχεια «ο καθ΄ου η αίτηση») με το οποίο να διατάσσεται η πώληση, της υποκείμενης εις καθορισμό επιφυλαχθείσης τιμής ορισθείσης υπό του Διευθυντού του Κτηματολογίου Λάρνακας και/ή άλλου Κτηματολογικού Λειτουργού, περιουσίας του επί της οποίας ενεγράφη το ΜΕΜΟ με αρ. ΕΒ2005/2012 και η οποία αποτελείται από έξι χωράφια ευρισκόμενα τα πέντε από αυτά στο χωριό Αναφωτία και το ένα στο χωριό Αλαμινός της Επαρχίας Λάρνακας, στοιχεία των οποίων παρέχονται στην αίτηση. Επίσης επιζητούν την έκδοση διατάγματος με το οποίο να διατάσσεται όπως το προϊόν της ως άνω πώλησης χρησιμοποιηθεί πρώτον για την πληρωμή και/ή έναντι της απόφασης προς όφελος των Εναγόντων, η οποία εκδόθηκε την 28/08/2012 πλέον τους τόκους και τα έξοδα της απόφασης, τα έξοδα πώλησης και οποιαδήποτε άλλα έξοδα. Ο ενόρκως δηλών κ. Ανδρέας Χαραλάμπους ισχυρίζεται ότι οι εναγόμενοι κατέβαλαν στους ενάγοντες έναντι του εξ αποφάσεως χρέους των το ποσό των €10.000,00 την 2.12.2013 και έκτοτε δεν έχουν καταβάλει οιονδήποτε άλλο ποσό έναντι του χρέους τους. Η αναφορά αυτή περί πληρωμής του ως άνω ποσού τη συγκεκριμένη ημερομηνία κρίνω ότι είναι προσδιοριστική και του ακριβούς ποσού που αφορά το υπόλοιπον οφειλόμενο και ό,τι απομένει είναι απλές μαθηματικές πράξεις για τον ακριβή προσδιορισμό του οφειλόμενου υπολοίπου. Επομένως οι σχετικές αιτιάσεις στην παρ. 4 της ένορκης δήλωσης της κας Μορφή οι οποίες ενδεχόμενα αιτιολογούν λόγους ένστασης απορρίπτονται. Η αίτηση βασίζεται στους Θεσμούς Περί Πολιτικής Δικονομίας Δ.48 Θ. 1 - 4, στον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Μέρος 5 - άρθρα 22 -71 και 97 - 98 Το πραγματικό υπόβαθρο της αίτησης το παραθέτει με ένορκη δήλωση του ο κ. Ανδρέας Χαραλάμπους, ενάγων 1 - αιτητής εξουσιοδοτημένος όπως δηλώνει και από την ενάγουσα 2 - αιτήτρια (στη συνέχεια «οι αιτητές» και δηλώνει επιπρόσθετα των πιο πάνω και τα ακόλουθα (παρατίθενται αυτολεξεί): «
  6. Ο Εναγόμενος 2 είναι ιδιοκτήτης των ακινήτων που περιγράφονται στην συνημμένη Αίτηση και στο ΜΕΜΟ ΕΒ2005/2012 του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λάρνακας, το οποίο καταχωρήθηκε την 13/09/
  7. Αντίγραφο του σχετικού ΜΕΜΟ επισυνάπτεται ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ Β.
  8. Επίσης, εξ' όσων κάλλιον γνωρίζω και πιστεύω, ικανοποιούνται οι εκ του νόμου και κανονισμών προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος καθώς ο Εναγόμενος 2 δεν έχει κινητή περιουσία. Αντίγραφο απάντησης του επιδότη ημερ. 13/03/2013 επισυνάπτεται ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ Γ.
  9. Εξαιτούμαστε δια της αιτήσεως μας εις την ως άνω αγωγή, την πώληση των ως άνω ακινήτων του Εναγόμενου 2 με επιφυλαχθείσα τιμή ήτοι το ποσό που οφείλεται σε μας, πλέον τα έξοδα της παρούσας αίτησης.
  10. Τα ακίνητα που περιγράφονται στην επισυνημμένη αίτηση δεν αποτελούν κατοικία.
  11. Δια ταύτα, αιτούμαστε την έκδοση εντάλματος πώλησης των ως άνω ακινήτων των Εναγομένων για ικανοποίηση του εξ αποφάσεως χρέους, ως η παρούσα Αίτηση.» Στο φάκελο του Δικαστηρίου καταχωρήθηκε επιστολή του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λάρνακας με ημερομηνία 20.05.205 - φαίνεται ως απόρροια της προς αυτόν επίδοσης της αίτησης - με την οποία πέραν της παράθεσης της περιγραφής των 6 χωραφιών με όλα τα στοιχεία τους πληροφορεί το Δικαστήριο τα ακόλουθα: (α) για τα ακίνητα αυτά δεν υπάρχουν προγενέστερα εμπράγματα βάρη, (β) μετά από έρευνα στο όνομα του εγγεγραμμένου ιδιοκτήτη - εναγόμενου στην παρούσα αγωγή αρ. 46/2006 του Ε.Δ. Λάρνακας, διαπιστώθηκε ότι για τον ιδιοκτήτη - εναγόμενο υπάρχει κατατιθεμένη αίτηση πτώχευσης η οποία εκδικάστηκε στις 12.06.2013 και εκδόθηκε διάταγμα αναστολής εκδίκασης της αίτησης μέχρι την έκδοση της απόφασης με την έφεση Αρ. 428/20 12, (γ) ως εκ τούτου δεν φέρει ένσταση στην έκδοση του αιτούμενου εντάλματος πώλησης για τα πιο πάνω ακίνητα νοουμένου ότι θα δοθούν οδηγίες από το Δικαστήριο για τη διεξαγωγή της διαδικασίας της αναγκαστικής πώλησης των ακινήτων, λαμβάνοντας υπόψη τα προγενέστερα εμπράγματα βάρη σύμφωνα με το Κεφ. 6, του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου. Ο εναγόμενος - καθ΄ου η αίτηση καταχώρησε ένσταση την οποία βασίζει στον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ. 6, Μέρος 5, άρθρα 22 - 71, 97 και 98, στον περί Ακίνητης ιδιοκτησίας (Περιορισμός Πωλήσεων) Νόμο του 2002 (Ν. 82(Ι)/2002)άρθρα 3 - 7, στους Διαδικαστικούς Κανονισμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.39, Δ.42, Κ.1 - 5, Δ.48 Κ.1,2,3,4,8 και 9, Δ.57 και Δ.64, στις αρχές της Επιείκειας, στις αρχές της Νομολογίας και στις συμφυείς και γενικές εξουσίες του Δικαστηρίου. Ως λόγοι ένστασης προβάλλονται οι ακόλουθοι: «
  12. Η αίτηση είναι νομικά και ουσιαστικά αβάσιμη.
  13. Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του Νόμου και της σχετικής Νομολογίας για την έκδοση των αιτουμένων Διαταγμάτων.
  14. Η αίτηση είναι παράτυπη και αντικανονική.
  15. Οι αιτητές χρησιμοποιούν την παρούσα διαδικασία καταχρηστικά και για σκοπούς άσκησης πίεσης στους καθ' ων η αίτηση.
  16. Η αίτηση είναι εκβιαστική.
  17. Οι αιτητές δεν νομιμοποιούνται να προωθούν την παρούσα διαδικασία.
  18. Οι αιτητές δεν δικαιούνται στις αιτούμενες θεραπείες.
  19. Η αίτηση υπεβλήθη καθυστερημένα χωρίς οιανδήποτε δικαιολογία.
  20. Η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση είναι παράτυπη και αντικανονική.
  21. Δεν υπάρχει σοβαρός λόγος για έκδοση του διατάγματος.
  22. Δεν παρατίθενται οποιαδήποτε στοιχεία που να δικαιολογούν την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος.» Τα γεγονότα της ένστασης υποστηρίζονται με ένορκη δήλωση της κας Μαρίας Μορφή η οποία δηλώνει τα ακόλουθα (παρατίθενται επίσης αυτολεξεί): «
  23. Είμαι υπάλληλος στο γραφείο των δικηγόρων των εναγομένων-καθ' ων η αίτηση, γνωρίζω τα γεγονότα από το φάκελο της υπόθεσης τον οποίο τηρώ στα πλαίσια των καθηκόντων μου και από συμβουλή που έλαβα από τους δικηγόρους των καθ' ων η αίτηση και είμαι δεόντως εξουσιοδοτημένη από τους καθ' ων η αίτηση να προβώ στην παρούσα ένορκη δήλωση.
  24. Αναφορικά με την παράγραφο 1 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση λέγω ότι η ένορκη δήλωση είναι παράτυπη και αντικανονική αφού ο ενόρκως δηλών δεν είναι δεόντως εξουσιοδοτημένος να προβεί στην παρούσα ένορκη δήλωση από την ενάγουσα 2/αιτήτρια.
  25. Παραδέχομαι την παράγραφο 2 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση, λέγω όμως ότι μεταξύ των ιδίων διαδίκων και εταιρειών δικών τους συμφερόντων εκκρεμούσε και η αγωγή 166/2006, στην οποία έγιναν δηλώσεις σε συνδυασμό με την υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγή, οι οποίες έγιναν κανόνας Δικαστηρίου και οι οποίες δεν εκπληρώθηκαν εξ' όσων με πληροφορούν οι πελάτες μας από τους αιτητές.
  26. Αναφορικά με την παράγραφο 3 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση οι εναγόμενοι έχουν πληρώσει δε ένα ποσό στους ενάγοντες πλην όμως οι αιτητές δεν αναφέρουν πουθενά το ποσό το οποίο οφείλεται σε αυτούς, ούτε και επισυνάπτεται στην αίτηση οποιαδήποτε κατάσταση λογαριασμού με το σημερινό υπόλοιπο ούτως ώστε οι καθ' ων η αίτηση να γνωρίζουν το σημερινό οφειλόμενο ποσό. Περαιτέρω λέγω ότι εξ όσων γνωρίζω και από πληροφορίες τις οποίες έλαβα από τους καθ' η αίτηση, τους δικηγόρους τους και από το φάκελο τον οποίο τηρώ, στα πλαίσια της αγωγής αρ. 166/06, επιτεύχθηκε συνολική διευθέτηση των διαφορών των διαδίκων, η οποία περιελάβανε και την παρούσα αγωγή, η οποία δηλώθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου την 03/12/
  27. Επισυνάπτεται αντίγραφο της εν λόγω απόφασης και το επισυνημμένο έγγραφο Α, ως Τεκμήριο
  28. Τα όσα καταγράφονταν στο εν λόγω έγγραφο Α, κατέστησαν Κανόνας Δικαστηρίου. Εξ όσων δεν γνωρίζω και πιστεύω, τα όσα είχαν συμφωνηθεί δεν εκπληρώθηκαν για λόγους που ευθύνονται οι αιτητές στην παρούσα αίτηση.
  29. Αρνούμαι την παράγραφο 4 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση και λέγω ότι το Τεκμήριο B το οποίο επισυνάπτεται δεν επιβεβαιώνει και δεν μπορεί να αποτελέσει επαρκή απόδειξη της καταχώρησης ΜΕΜΟ από τους ενάγοντες.
  30. Αρνούμαι την παράγραφο 5 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση. Λέγω δε περαιτέρω ότι εξ όσων γνωρίζω και πιστεύω ο καθ' ου η αίτηση είναι ιδιοκτήτης κινητής περιουσίας. Δεν παρουσιάζεται δε οποιαδήποτε μαρτυρία σε σχέση με την καταχώρηση εντάλματος κινητών, το οποίο να έχει επιστραφεί ανεκτέλεστο και ως εκ τούτου δεν πληρείται η απαραίτητη νομοθετική πρόνοια.
  31. Όσο αφορά την παράγραφο 6 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση, δεν προσδιορίζεται η αξία των ακινήτων των οποίων οι ενάγοντες ζητούν την πώληση. Το εξ αποφάσεως χρέος των εναγομένων είναι δυσανάλογο με την αξία της ακίνητης ιδιοκτησίας των εναγομένων στο σύνολο της. Οι Ενάγοντες, όφειλαν να είχαν παρουσιάσει εκτιμήσεις των εν λόγω ακινήτων στο Δικαστήριο ως επίσης και κατάσταση με τυχόν άλλα βάρη και επιβαρύνσεις επί των ακινήτων.
  32. Αναφορικά με την παράγραφο 7 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση λέγω ότι μερικά από τα εν λόγω ακίνητα χρησιμοποιούνται από τους εναγόμενους για κτηνοτροφικούς σκοπούς, ήτοι για την εργασία τους και η διατήρηση τους είναι απαραίτητη τόσο για την διαβίωση των ιδίων όσο και για την διαβίωση των εξαρτωμένων από αυτούς προσώπων.
  33. Περαιτέρω λέγω ότι εξ όσων γνωρίζω και έχω πληροφορηθεί από τους δικηγόρους των καθ' ων η αίτηση, δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις της σχετικής Νομοθεσίας και των Διαδικαστικών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας οι οποίες είναι απαραίτητες για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων.
  34. Αρνούμαι την παράγραφο 8 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση επαναλαμβάνοντας τα ανωτέρω και αξιώνω απόρριψη της αίτησης με έξοδα υπέρ των καθ' ων η αίτηση.
  35. Ενόψει των ανωτέρω, είναι ορθό, δίκαιο και εύλογο, όπως η αίτηση απορριφθεί με έξοδα υπέρ των καθ' ων η αίτηση.» Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι δήλωσαν ότι δεν επιθυμούσαν την αντεξέταση οποιουδήποτε από τους ενόρκως δηλούντες και προχώρησαν με την κατάθεση γραπτών αγορεύσεων και προέβησαν προφορικά σε κάποιες διευκρινήσεις. Σε αυτές υποστήριξαν και ανέλυσαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους, συνδυάζοντας τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης με σχετική παραπομπή στις νομοθετικές διατάξεις που διέπουν το ζήτημα. Η πλευρά των αιτητών προχώρησε και αντίκρουσε ένα προς ένα τους λόγους ένστασης και την επιχειρηματολογία προς υποστήριξη τους. Σε λεπτομέρειες των εισηγήσεων τους θα γίνει αναφορά στο κατάλληλο σημείο όπου αυτό κριθεί αναγκαίο. NOMIKH ΠTYXH KAI ΕΞΕΤΑΣΗ ΤΩΝ ΠΡΟΥΠΟΘΕΣΕΩΝ ΠΟΥ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΕΚΠΛΗΡΩΝΟΝΤΑΙ : Το ουσιαστικό και δικαιοδοτικό πλαίσιο που προσδίδει στο Δικαστήριο την εξουσία να εκδώσει ένταλμα εκτέλεσης δικαστικής απόφασης καθορίζεται από το Μέρος V του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6 Άρθρα 22-
  36. Αποτελεί δε μια από τις μεθόδους εκτέλεσης Δικαστικής Απόφασης, όπως αυτές περιγράφονται στο Άρθρο 14 του ίδιου Νόμου. Η διαδικασία που πρέπει να ακολουθείται περιέχεται στη Διαταγή 42 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών. Σύμφωνα με το άρθρο 22 του Κεφ. 6: «Κανένα ένταλμα εκτέλεσης με πώληση ακίνητης ιδιοκτησίας δεν θα εκδίδεται παρά μόνο με τη συναίνεση του εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτη χρέους, εκτός αν ένταλμα πώλησης της κινητής ιδιοκτησίας του οφειλέτη χρέους, που εκδόθηκε από το Δικαστήριο και που απευθύνθηκε στον επιτετραμμένο με την εκτέλεση των δικαστικών αποφάσεων της Επαρχίας στην οποία βρίσκεται το Δικαστήριο επιστράφηκε στο Δικαστήριο ανεκτέλεστο ή εκτός αν φαίνεται ότι ο οφειλέτης χρέους δεν έχει πράγματι στην κατοχή του κινητή ιδιοκτησία». Το άρθρο 23 του Κεφ. 6 προνοεί τα ακόλουθα : «Η ακίνητη ιδιοκτησία του εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτη χρέους, η οποία δύναται να πωληθεί με εκτέλεση θα περιλαμβάνει μόνο την εγγεγραμμένη ακίνητη ιδιοκτησία που είναι εγγεγραμμένη στο όνομα του στα βιβλία του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου: Νοείται ότι όταν η ιδιοκτησία συνίσταται ολικά ή μερικά από κατοικία ή κατοικίες πρέπει να αφήνεται ή παρέχεται στον οφειλέτη χρέους τέτοια στέγαση η οποία κατά τη γνώμη του Δικαστηρίου είναι απόλυτα αναγκαία γι αυτόν και την οικογένεια του: Νοείται επίσης ότι, όταν ο οφειλέτης χρέους είναι γεωργός πρέπει να εξαιρείται από την πώληση τέτοια γη η οποία κατά τη γνώμη του Δικαστηρίου είναι απόλυτα αναγκαία για τη συντήρηση αυτού και της οικογένειας του ...» Το άρθρο 24 του Κεφ. 6 προνοεί τα ακόλουθα: «Κανένα ένταλμα πώλησης ακίνητης ιδιοκτησίας δεν εκδίδεται παρά μόνο κατόπι αίτησης προς το Δικαστήριο και μετά από προηγούμενη γνωστοποίηση της αίτησης προς τον οφειλέτη χρέους∙.» Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 40 του Κεφ. 6: «Το Δικαστήριο δύναται, κατά την έκδοση εντάλματος, να δώσει οδηγίες να μην πωληθεί η ιδιοκτησία εκτός αν το ποσό που προσφέρεται είναι ίσο ή υπερβαίνει την επιφυλαχθείσα τιμή η οποία ορίζεται από το Δικαστήριο. Κάθε τέτοια οδηγία δύναται να δοθεί από το Δικαστήριο με αίτηση του προσώπου του οποίου η ιδιοκτησία διατάχτηκε να πωληθεί και αφού αυτό εξασφαλίσει, κατά τέτοιο τρόπο ως το Δικαστήριο ήθελε εγκρίνει, την πληρωμή οποιασδήποτε πρόσθετης δαπάνης που δυνατό να συνεπάγεται η οδηγία αυτή∙ αν δοθεί τέτοια οδηγία η επιφυλαχθείσα τιμή πρέπει σε κάθε περίπτωση να αναφέρεται στο ένταλμα πώλησης και καμιά πλειοδοσία ή προσφορά δεν γίνεται αποδεκτή, εκτός αν είναι ίση με την επιφυλαχθείσα τιμή ή υπερβαίνει αυτή.» Προκύπτει από τις συνδυασμένες πρόνοιες των προαναφερόμενων άρθρων 22, 23 και 24 του Κεφ. 6, ότι ένταλμα εκτέλεσης δικαστικής απόφασης με πώληση ακίνητης ιδιοκτησίας δεν εκδίδεται παρά μόνο αν πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις: α. Αντίγραφο της διά κλήσεως αίτησης για έκδοση εντάλματος πώλησης ακίνητης ιδιοκτησίας και της ένορκης δήλωσης που την υποστηρίζει, πρέπει να έχει επιδοθεί στον Καθ' ου η Αίτηση εξ αποφάσεως χρεώστη, β. να έχει εκδοθεί απόφαση Δικαστηρίου υπέρ του Αιτητή και εναντίον του Καθ' ου η Αίτηση για χρέος το οποίο δεν έχει εξοφληθεί, γ. να έχει συναινέσει ο εκ δικαστικής αποφάσεως χρεώστης στην πώληση της ακίνητης ιδιοκτησίας του, ή να έχει προηγηθεί ένταλμα πώλησης κινητής ιδιοκτησίας του το οποίο επιστράφηκε ανεκτέλεστο, ή όταν φαίνεται ότι πράγματι ο καθ' ου η Αίτηση εξ αποφάσεως χρεώστης δεν έχει στην κατοχή του οποιαδήποτε κινητή ιδιοκτησία, δ. η ακίνητη ιδιοκτησία πρέπει να είναι εγγεγραμμένη στο όνομα του εκ δικαστικής αποφάσεως χρεώστη Καθ' ου η Αίτηση στα βιβλία του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου, ε. όταν πρόκειται για ακίνητη ιδιοκτησία στην οποία συμπεριλαμβάνεται ολικά ή μερικά κατοικία πρέπει να αφήνεται στον οφειλέτη χρέους τέτοια στέγη η οποία κατά την κρίση του Δικαστηρίου είναι απόλυτα αναγκαία γι' αυτόν και την οικογένεια του, στ. όταν ο οφειλέτης χρέους είναι γεωργός πρέπει να εξαιρείται από την πώληση τέτοια γη η οποία κατά τη γνώμη του Δικαστηρίου είναι απόλυτα αναγκαία για τη συντήρηση αυτού και της οικογένειας του. Το δικονομικό πλαίσιο που καθορίζει τα της διαδικασίας έκδοσης ενταλμάτων εκτέλεσης δικαστικής απόφασης με πώληση ακίνητης ιδιοκτησίας προσδιορίζεται, όπως προανέφερα πιο πάνω από την Διάταξη 42 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών. Σύμφωνα με τις πρόνοιες αυτής, μια τέτοια αίτηση, πρέπει να έχει τα εξής χαρακτηριστικά και να αποκαλύπτει τα ακόλουθα: α. Πρέπει να γίνεται διά κλήσεως και να υποστηρίζεται από σχετική ένορκο δήλωση η οποία βεβαιώνει ότι το εξ αποφάσεως χρέος εξακολουθεί να οφείλεται, ή να αναφέρεται ποιο είναι το οφειλόμενο υπόλοιπο αυτού και να αναφέρει όλα τα ποσά που διεκδικούνται ως έξοδα παρεπόμενα της εκτέλεσης. Στην ένορκο δήλωση πρέπει επίσης να παρατίθεται λεπτομερώς ο αριθμός των μελών της οικογένειας του οφειλέτη, η οικία που παραμένει σ' αυτόν για διαμονή και όπου είναι αναγκαίο, η ακίνητη ιδιοκτησία που θα εξαιρεθεί σαν αναγκαία για τη συντήρηση του χρεώστη και της οικογένειάς του. Περαιτέρω και σε συνέχεια των προαναφερόμενων, στην ένορκο δήλωση πρέπει επίσης να δηλώνεται από τον Αιτητή ότι, εξ όσων αυτός καλύτερα πιστεύει, επαρκής πρόνοια για τις ανάγκες του χρεώστη και της οικογένειας του έχει, από αυτή την άποψη, γίνει, β. σ' αυτήν πρέπει να αναφέρεται η ακίνητη ιδιοκτησία της οποίας επιδιώκεται η πώλησή, ο αριθμός εγγραφής, η τοποθεσία, το είδος της ακίνητης ιδιοκτησίας και η έκταση της. Πρέπει επίσης να εκτίθεται το οφειλόμενο ποσό ή υπόλοιπο, η ανάκτηση του οποίου επιδιώκεται με το ένταλμα εκποίησης της ακίνητης ιδιοκτησίας και θα πρέπει να παρουσιάζονται με την αίτηση στο Δικαστήριο αποδείξεις ή άλλη μαρτυρία προς υποστήριξη οποιονδήποτε εκταμιεύσεων. γ. επίσημο αντίγραφο της απόφασης του Δικαστηρίου της οποίας η εκτέλεση επιδιώκεται με την αίτηση, θα πρέπει να παρουσιάζεται στο Δικαστήριο με την Αίτηση. δ. με την Αίτηση θα πρέπει να παρουσιάζεται στο Δικαστήριο πιστοποιητικό του Κτηματολογικού Γραφείου στο οποίο πρέπει να φαίνεται ότι η περιουσία που πρόκειται να πωληθεί είναι εγγεγραμμένη επ' ονόματι του εξ' αποφάσεως οφειλέτη Καθ' ου η Αίτηση. ε. αντίγραφο της αίτησης και της ένορκης δήλωσης που την υποστηρίζει πρέπει να επιδοθεί στον εξ αποφάσεως οφειλέτη Καθ' ου η Αίτηση. Εκείνο που προβάλλει έντονα από τις πιο πάνω πρόνοιες του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ. 6 και της σχετικής Δ.42 των Θεσμών Περί Πολιτικής Δικονομίας είναι ο επιτακτικός χαρακτήρας τους και η αυστηρότητα που θα πρέπει να υπάρχει στην τήρηση τους. Κάθε παρέκκλιση μπορεί να οδηγήσει σε απόρριψη της Αίτησης. Αυτό είναι λογικό και αυτονόητο λόγω της δραστικότητας αυτού του μέτρου εκτέλεσης που οδηγεί στην απώλεια της ακίνητης περιουσίας ενός οφειλέτη. Κατά τη διεξαγωγή της διαδικασίας της αναγκαστικής πώλησης των ακινήτων θα πρέπει να ληφθούν υπόψη τα προγενέστερα εμπράγματα βάρη σύμφωνα με τον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ. 6, και προς τούτο δίδονται οι ανάλογες οδηγίες προς τον Επαρχιακό Κτηματολογικό Λειτουργό. Ερχόμενος τώρα στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης θα προχωρήσω για να εξετάσω κατά πόσο ικανοποιούνται όλες οι προϋποθέσεις καθώς και τους λόγους ένστασης που έχει προβάλει ο καθ΄ου η αίτηση. Διαπιστώνεται ότι η αίτηση έγινε διά κλήσεως γι΄αυτό και επιδόθηκε στον καθ΄ού η αίτηση την 14.05.2015 ο οποίος στη συνέχεια εμφανίστηκε με δικηγόρο και καταχώρησε την ειδοποίηση περί προθέσεως ενστάσεως. Η αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση στην οποία επισυνάπτεται αντίγραφο της δικαστικής απόφασης ημερ. 28.08.
  37. Πιστοποίηση από Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λάρνακας (Τεκμ. Β) περί της κατάθεσης την 13.09.2012 στο σχετικό μητρώο της δικαστικής απόφασης στην Αγωγή 46/2006 στην οποία δόθηκε ο αριθμός ΕΒ2005/2012 εναντίον των κτημάτων ιδιοκτησίας ή συνιδιοκτησίας του εναγόμενου αρ. 2, μεταξύ των οπίων και αυτά τα οποία φαίνονται στην αίτηση και τα οποία χαρακτηρίζονται ως χωράφια. Τα πιο πάνω ικανοποιούν την προϋπόθεση για απόδειξη ότι η ακίνητη ιδιοκτησία της οποίας επιχειρείται η πώληση είναι εγγεγραμμένη στο όνομα του οφειλέτη (Άρθρο 23, Δ.42,Θ.1). Ειδοποίηση από τον δικαστικό επιδότη για τη μη εκτέλεση εντάλματος πώλησης κινητής περιουσίας για τους εναγόμενους (Τεκμ. Γ). Επομένως η προϋπόθεση της καταχώρησης εντάλματος πώλησης κινητών και η επιστροφή του ως ανεκτέλεστο εκπληρούται. Σε αυτό το σημείο προσθέτω την πίστη του ενόρκως δηλούντος που υποστηρίζει την αίτηση ότι ο καθ΄ου η αίτηση δεν διαθέτει κινητή περιουσία (παρ. 5) της ένορκης δήλωσης του κ. Α, Χαραλάμπους. Η αίτηση επιδόθηκε στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λάρνακας την 13.05.
  38. Θα εξετάσω στη συνέχεια τους διάφορους λόγους ένστασης που προβλήθηκαν από τον καθ΄ου η αίτηση με τη σειρά που αυτοί προβλήθηκαν στην ειδοποίηση περί της προθέσεως ενστάσεως. Προβλήθηκε ότι η ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση είναι παράτυπη και αντικανονική αφού ο ενόρκως δηλών δεν είναι δεόντως εξουσιοδοτημένος να προβεί στην ένορκη δήλωση από την ενάγουσα 2 - αιτήτρια. Ο εν λόγω λόγος ένστασης δεν έχει έρεισμα εφόσον ο ενόρκως δηλών αιτητής 1 ρητά δηλώνει ότι έχει εξουσιοδοτηθεί και από την ενάγουσα αρ. 2 - αιτήτρια 2, η οποία είναι και η σύζυγος του, για να προβεί στην ένορκη δήλωση και εκ μέρους της. Ενώ γίνεται παραδοχή της εκδοθείσας δικαστικής απόφασης, εντούτοις προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι μεταξύ των ίδιων διαδίκων και εταιρειών δικών τους συμφερόντων εκκρεμούσε και η αγωγή με αρ. 166/2006 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας στην οποία κατά τη διευθέτηση της έγιναν δηλώσεις οι οποίες καταγράφηκαν ως κανόνας Δικαστηρίου και οι οποίες δεν εκπληρώθηκαν από τους αιτητές και με ευθύνη τους. Ο ισχυρισμός αυτός όμως προβάλλεται αόριστα και δεν καταγράφονται ποιες είναι οι παραλείψεις των αιτητών τις οποίες όφειλαν να είχαν εκπληρώσει και παρέλειψαν να το κάνουν. Έχω μελετήσει τις δηλώσεις των δικηγόρων των δύο πλευρών στην Αγωγή με αρ. 166/2006 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας της 3.12.2013, όπως αυτές καταγράφηκαν σε έγγραφο που χαρακτηρίστηκε με το γράμμα Α και έγιναν κανόνας Δικαστηρίου, το οποίο επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση της κας Μορφή. Οι εδώ αιτητές σύμφωνα με το περιεχόμενο αυτών των δηλώσεων είχαν ήδη εκπληρώσει τις υποχρεώσεις τους υπογράφοντας και παραδίδοντας στους εκεί ενάγοντες τα σχετικά έγγραφα - έντυπα μεταβίβασης για μεταβιβάσεις του 1/3 δικαιώματος μίσθωσης, διαφόρων οχημάτων τα οποία ήδη βρισκόντουσαν στην κατοχή της εκεί ενάγουσας 1 ή και των διευθυντών της εναγόντων 2 και 3 και της άδειας Α και νοουμένου ότι θα ετηρείτο το χρονοδιάγραμμα πληρωμής της απόφασης στην αγωγή 46/2006 ως η συμφωνία τους της ίδιας ημέρας, δεν θα διεκδικούνταν τα έξοδα της αγωγής Ε.Δ. Λάρνακας Αρ.166/2006 στα οποία είχαν καταδικασθεί οι εκεί ενάγοντες και η πληρωμή των οποίων είχε ανασταλεί μέχρι την 30.11.
  39. Δεν κατατέθηκε οποιαδήποτε επιστολή εκ μέρους των εναγόντων σε εκείνη την αγωγή όπως ρητά προνοείται στις δηλώσεις που κατέστησαν Κανόνας του Δικαστηρίου με τις οποίες να τους καλούσαν να υπογράψουν οποιοδήποτε έγγραφο εντός 5 ημερών από την ημέρα που θα τους είχε ζητηθεί μέσω του δικηγόρου τους. Επομένως ως αόριστοι ισχυρισμοί δεν μπορούν να έχουν έρεισμα και απορρίπτονται. Ο λόγος ένστασης περί μη αναφοράς εκ μέρους των αιτητών για την πληρωμή σε αυτούς κάποιου ποσού δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα εφόσον οι αιτητές αναφέρονται σε πληρωμή συγκεκριμένου ποσού αυτού των €10.000 η οποία έγινε την 2.12.2013 και ο καθ΄ου η αίτηση δεν ισχυρίζεται ότι έχει πληρώσει οποιοδήποτε άλλο ποσό. Το Τεκμ. Β που επισυνάφθηκε στην αίτηση με το οποίο επιβεβαιώνεται η εγγραφή των επιβαρύνσεων σε ακίνητα των εναγομένων - καθ΄ων η αίτηση συνιστά πράγματι απόδειξη εγγραφής τους και την ιδιοκτησία αυτών των κτημάτων από τον καθ΄ου η αίτηση. Επομένως οποιοσδήποτε συναφής λόγος ένστασης απορρίπτεται. Ο λόγος ένστασης σε σχέση με την μη ύπαρξη κινητής περιουσίας που μπορεί να κατασχεθεί από τους εναγόμενους και πάλι δεν έχει έρεισμα εφόσον αυτό ακριβώς επιβεβαιώνει η σχετική ειδοποίηση του δικαστικού επιδότη (Τεκμ. Γ) στην αίτηση. Προβάλλεται ως λόγος ένστασης ότι δεν προσδιορίζεται η αξία των ακινήτων για τα οποία γίνεται η αίτηση για την πώληση τους. Προβάλλεται ως εκ τούτου ότι το εξ αποφάσεως χρέος των εναγομένων είναι δυσανάλογο με την αξία της ακίνητης ιδιοκτησίας των εναγομένων στο σύνολο της. Είναι γεγονός ότι δεν έχει κατατεθεί εκτίμηση της αξίας των ακινήτων για τα οποία ζητείται να εκδοθεί ένταλμα πώλησης τους. Αυτό αποστερεί από το Δικαστήριο τη δυνατότητα να διατάξει την πώληση ανάλογα, αριθμού από αυτά τα ακίνητα ή και όλων αν δεν καλύπτουν και ικανοποιούν το υπόλοιπο του εξ αποφάσεως χρέους του εναγόμενου
  40. Η αδυναμία αυτή της αίτησης κατά την άποψη μου είναι καθοριστική και καθιστά την αίτηση παράτυπη και ως εκ τούτου απορριπτέα. Η αναφορά στο αιτητικό Α της αίτησης: « .να διατάσσεται η πώληση της υποκείμενης εις καθορισμό επιφυλαχθείσας τιμής ορισθείσης υπό του Διευθυντή του Κτηματολογίου Λάρνακας» κρίνω ότι δεν είναι ικανοποιητική και δίκαιη και θα έθετε σε κίνδυνο τα συμφέροντα επί της ακίνητης περιουσίας τού εναγόμενου αρ. 2 και δεν συνάδει από την άλλη με όσα επιζητούνται με την ένορκη δήλωση των αιτητών με την οποία αξιώνεται η έκδοση διατάγματος πώλησης: «με επιφυλαχθείσα τιμή το ποσό που οφείλεται σε μας, πλέον τα έξοδα της παρούσας αίτησης» κάτι που θα έθετε σε υπέρμετρο κίνδυνο και πάλι τα συμφέροντα του καθ΄ου η αίτηση επί της περιουσίας του. Είναι εκ των ούκ άνευ πιστεύω όπως το Δικαστήριο, όταν καλείται να εκδώσει ένα τέτοιο ένταλμα όπου επιζητείται η έκδοση του για αριθμό ακινήτων, να έχει ενώπιον του εκτίμηση της αξίας τους έτσι που αν ήθελε εκδοθεί ένταλμα πώλησης να συμπεριλαμβάνει όσα από τα ακίνητα απαιτείται να πωληθούν προς ικανοποίηση του εξ αποφάσεως χρέους και με κατώτατη επιφυλαχθείσα τιμή όπως θα κρινόταν με βάσει την εκτίμηση. Αυτό το ζήτημα δεν μπορεί να επαφίεται αργότερα στον Διευθυντή του Κτηματολογίου. Επιλέχθηκε η έκδοση εντάλματος πώλησης με βάσει τις διατάξεις των Άρθρων 22 -71 και όχι αυτών των Άρθρων 97 - 98 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου. Εδώ όμως η αίτηση παρουσιάζει πραγματική αδυναμία για την παροχή στο Δικαστήριο μιας τέτοιας δυνατότητας καθορισμού κατώτατης επιφυλαχθείσας τιμής και από την άλλη αν είχε τεθεί το υπόλοιπο οφειλόμενο ποσό ως κατώτατη επιφυλαχθείσα τιμή υπάρχει μεγάλη πιθανότητα να επιφέρει αδικία στον καθ΄ου η αίτηση. Εν όψει των δεδομένων που τέθηκαν υπόψη μου δεν μπορώ ούτε και να προβώ σε διαχωρισμό κάποιων από τα ακίνητα και την έκδοση διατάγματος πώλησης μερικών από αυτά εφόσον δεν έχω τίποτε ενώπιον μου περί της αξίας τους. Επιπρόσθετα από την αίτηση ελλείπει αναφορά στην έκταση κάθε ενός από τα χωράφια τα οποία επιδιώκεται η πώληση τους, κάτι που συνιστά και πάλι παράλειψη των αιτητών να συμμορφωθούν με τις απαραίτητες προϋποθέσεις της Δ.
  41. Η αναφορά σε αυτή, στην επιστολή του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λάρνακας με ημερομηνία 20.05.2015 κατά την άποψη μου δεν διορθώνει την κατάσταση και δεν εκπληρώνει την αυστηρή προϋπόθεση της Δ.42 Θ.1 γι΄αυτό το ζήτημα. Όπως δε σε όλες τις περιπτώσεις, το Δικαστήριο διατηρεί τη διακριτική ευχέρεια στο κατά πόσο θα εκδώσει τέτοιο Διάταγμα. Δεν έχει υποχρέωση να το εκδώσει, έστω και αν πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις που θέτει ο Νόμος και οι Θεσμοί καθώς το Δικαστήριο έχει το επιπρόσθετο καθήκον να εξετάζει όλους τους σχετικούς παράγοντες, καθώς και το πρακτικό αποτέλεσμα μιας τέτοιας πώλησης στο βαθμό βέβαια που αυτό μπορεί να διαφανεί και να προβλεφθεί. Είναι δε για αυτόν τον λόγο που με βάση το Άρθρο 40 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, που το Δικαστήριο διατηρεί το δικαίωμα να ορίζει επιφυλαχθείσα τιμή πώλησης που αποσκοπεί στην εξασφάλιση των δικαιωμάτων του οφειλέτη. Όπως ανέφερα πιο πάνω καταχωρήθηκε αντίγραφο της δικαστικής απόφασης και όχι πιστό αντίγραφο της όπως επιτάσσει η Δ.42 Θ. 1 κάτι που συνιστά και πάλι παράλειψη συμμόρφωσης σε επιτακτική νομοθετική πρόνοια. Σε σχέση με τον λόγο ένστασης ότι τα υπό αναφορά ακίνητα για τα οποία έγινε η αίτηση χρησιμοποιούνται από τους εναγόμενους για κτηνοτροφικούς σκοπούς, ήτοι για την εργασία τους και η διατήρηση τους είναι απαραίτητη, τόσο για τη διαβίωση των ίδιων όσο και για τη διαβίωση των εξαρτωμένων από αυτούς προσώπων, παρατηρώ ότι ο ισχυρισμός των αιτητών ότι τα εν λόγω χωράφια δεν χρησιμοποιούνται από τον εναγόμενο 2 για βιοποριστικούς σκοπούς δεν συνάδει με τη λογική των πραγμάτων, καθώς από τη στιγμή που δεν βρέθηκε στην κατοχή του ή επ΄ονόματι του οποιαδήποτε κινητή περιουσία η οποία θα υπόκειτο σε κατάσχεση προς ικανοποίηση του εξ αποφάσεως χρέους, πως είναι δυνατό οποιαδήποτε ακίνητη περιουσία να μη χρησιμοποιείται για βιοπορισμό του καθ΄ου η αίτηση και των εξαρτώμενων μελών της οικογένειας του για τα οποία επίσης παραλείπεται οποιαδήποτε αναφορά στην αίτηση ή πρόνοια για την εξασφάλιση του βιοπορισμού του κατά παράβαση των προνοιών της Δ.42 Θ.
  42. Οποιοδήποτε εισόδημα προέρχεται από αυτά τα ακίνητα (χωράφια) ασφαλώς και θα συμβάλλουν στον βιοπορισμό του εναγόμενου 2 και της οικογένειας του. Αντίθετος ισχυρισμός θα ήταν πέραν της λογικής. Για όλους τους πιο πάνω λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω αποδέχομαι ότι η αίτηση δεν εκπληρώνει όλες τις απαραίτητες προϋποθέσεις τις οποίες είχε το βάρος να αποδείξει η πλευρά των αιτητών (βλ. Αρέστη v. Ερμογένους (Κοκόνα),

(2010)1ΑΑΔ 1844), κατάληξη η οποία με οδηγεί αναπόδραστα σε απόρριψη της αίτησης. Η αίτηση για τους πιο πάνω λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω απορρίπτεται. Με έχει προβληματίσει το θέμα των εξόδων. Δεν μου διαφεύγει ο κανόνας ότι τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα. Στην παρούσα όμως περίπτωση λόγω της καθυστέρησης που προκλήθηκε μέχρι και την καταχώρηση της ειδοποίησης περί της πρόθεσης του καθ΄ου η αίτηση να ενστεί - αναβλήθηκε προς αυτόν τον σκοπό τουλάχιστον επτά φορές - και της απόρριψης πλείστων λόγων ένστασης οι οποίοι με περισσότερη προσοχή θα έπρεπε να είχε αποφευχθεί να προβληθούν, με οδηγεί στο συμπέρασμα να εκδώσω διαταγή ως προς τα έξοδα υπέρ του καθ΄ου η αίτηση όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο αλλά θα δικαιούται το ½ από αυτά. (Υπ.)................. Χρήστος Γ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.