← Κύπρος

ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ - ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΛΤΔ ν. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥ ΕΛΛΗΝΑ κ.α., Αρ. Αγωγής: 1024/2014, 29/2/2016

ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ - ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΛΤΔ ν. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥ ΕΛΛΗΝΑ κ.α., Αρ. Αγωγής: 1024/2014, 29/2/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2016:A32 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Χρ. Γ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1024/2014 Μεταξύ: ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ - ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΛΤΔ Εναγόντων - Καθ΄ων η Αίτηση και

  1. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥ ΕΛΛΗΝΑ
  2. ΑΝΔΡΟΥΛΛΑΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥ ΕΛΛΗΝΑ ΤΟ ΓΕΝΟΣ ΣΩΤΗΡΗ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ Εναγόμενων - Αιτητών ---------------------------------------- Ημερομηνία: 29 Φεβρουαρίου, 2016 Εμφανίσεις: Για τους ενάγοντες- καθ΄ων η αίτηση: Ο κ. Κ. Σέργης Για τους εναγόμενους 1 και 2-αιτητές : Ο κ. Αλέξης Θεοδότου Ενδιάμεση απόφαση (σε αίτηση για τροποποίηση της εκθέσεως υπερασπίσεως των εναγομένων 1 και 2 ημερομηνίας 15.10.2015) Με ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα (O.2,r.6), οι ενάγοντες αξιώνουν από τον εναγόμενο 1 ως πρωτοφειλέτη και από την εναγόμενη 2 ως ενυπόθηκο εγγυήτρια, αλληλέγγυα και ή ξεχωριστά, το ποσό των €122.614,13σ. πλέον τόκο 9% ετησίως επί του ποσού αυτού από 01.01.2014 μέχρι εξοφλήσεως, ο οποίος να κεφαλαιοποιείται την 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου εκάστου έτους. Εναντίον της εναγόμενης 1 δυνάμει της σύμβασης υποθήκης αξιώνεται επίσης και διάταγμα πώλησης τού ενυπόθηκου ακινήτου. Αξιώνονται επίσης εναντίον τους τα δικαστικά έξοδα. Τα όσα ακολουθούν αμέσως στη συνέχεια αποτελούν την πορεία της υπόθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου. Η αγωγή σύμφωνα με το φάκελο της υπόθεσης καταχωρήθηκε την 15.04.2014 και επιδόθηκε στους εναγόμενους την 24.04.
  3. Καταχωρήθηκε Σημείωμα Εμφανίσεως από δικηγόρο εκ μέρους τους την 06.05.
  4. Οι ενάγοντες καταχώρησαν αίτηση για απόφαση λόγω μη καταχώρησης Υπεράσπισης την 26.05.
  5. Ακολούθησε ειδοποίηση αλλαγής δικηγόρου των εναγομένων την 24.10.2014 και καταχώρηση Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης την 8.12.
  6. Η υπόθεση ορίστηκε για οδηγίες την 9.02.2015 και εκείνη την ημερομηνία προγραμματίστηκε για ακρόαση την 6.05.2015 με την ταυτόχρονη έκδοσης διαταγμάτων καταχώρησης ενόρκων δηλώσεων αποκάλυψης και επιθεώρησης των αποκαλυφθέντων εγγράφων με τα οποία συμμορφώθηκαν και οι δύο πλευρές. Η υπόθεση ορίστηκε στην συνέχεια ξανά για ακρόαση την 5.10.
  7. Προηγήθηκε την 2.10.2015 ειδοποίηση αλλαγής δικηγόρου οπότε την ημερομηνία που ήταν ορισμένη για ακρόαση η υπόθεση ζητήθηκε από πλευράς εναγομένων αναβολή δηλώνοντας ταυτόχρονα ότι εξεταζόταν το ενδεχόμενο υποβολής αίτησης τροποποίησης της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης. Η αγωγή προγραμματίστηκε ξανά για ακρόαση για τις 17.02.
  8. Στο μεταξύ καταχωρήθηκε την 15.10.2015 η παρούσα αίτηση για τροποποίηση η οποία ορίστηκε την 29.10.2015 και ακολούθως 30.11.2015, 19.01.2016 και μετά που καταχωρήθηκε η ειδοποίηση περί της πρόθεσης ένστασης ορίστηκε για ακρόαση η αίτηση την 18.02.
  9. Οι εναγόμενοι με την αίτηση τους για τροποποίηση του δικογράφου τους επιχειρούν - αν τους επιτραπεί να το πράξουν - να εισαγάγουν μεταξύ άλλων την υπεράσπιση της μη συμμόρφωσης των εναγόντων στις πρόνοιες των άρθρων 5 (α) και (β) και 12 του Περί Προστασίας Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών Νόμου του 2003 (Ν.197 (Ι)/2003) ισχυριζόμενοι ότι δεν ενημέρωσαν την εναγόμενη 2 για οποιεσδήποτε καθυστερήσεις, ως υποχρεούνταν να πράξουν δυνάμει των προνοιών του ρηθέντος άρθρου. Προς τούτο επιθυμούν να προβάλουν σειρά ισχυρισμών που αφορούσαν την παράλειψη των εναγόντων να ενημερώνουν την εναγόμενη 2 για διάφορα ζητήματα καθυστερήσεων καταβολής εκ μέρους του πρωτοφειλέτη τριών τουλάχιστον δόσεων του δανείου, για το ύψος του επιτοκίου και τις διάφορες χρεώσεις στις οποίες προέβαιναν και ότι ο λογαριασμός που ανοίχθηκε για το δάνειο - για το άνοιγμα του οποίου η εναγόμενη 2 δεν είχε συναινέσει - γίνονταν παράνομες χρεώσεις και ανατοκισμός πέραν του επιτρεπόμενου υπό της νομοθεσίας και ότι παραβίασαν πρόνοιες του Περί Ελευθεροποιήσεως του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμου (Ν.160 (Ι)/ 1999). Θα προβάλουν επίσης ως υπεράσπιση τους ότι δεν είχαν δικαιοπρακτική ικανότητα και δεν νομιμοποιούνταν να προχωρήσουν στη σύσταση υποθήκης προς όφελος των εναγόντων λόγω περιορισμών στους οποίους υπόκειντο και έτσι δεν δικαιούνταν να συστήσουν υποθήκη. Ότι οι ενάγοντες ενήργησαν καταχρηστικά και εκμεταλλεύτηκαν την δεσπόζουσα θέση που κατείχαν, παραγνωρίζοντας τις νομικές και θέσμιες υποχρεώσεις τους. Συνεπεία των πιο πάνω ισχυρισμών τους αξιώνουν με την ανταπαίτηση τους την οποία επίσης τροποποιούν την απόρριψη της αγωγής εναντίον τους και δηλωτική απόφαση ότι η επίδικη σύμβαση υποθήκης έχει τερματιστεί και δεν προκαλεί οποιαδήποτε αποτελέσματα εναντίον της εναγόμενης 2 η οποία έχει απαλλαχθεί από οποιανδήποτε ευθύνη δυνάμει αυτής και διάταγμα που αφορά την ακύρωση και ή εξάλειψη της σύμβασης υποθήκης επιζητώντας την ακυρότητα της. Την αίτηση υποστηρίζει με ένορκη δήλωση του ο δικηγόρος στο δικηγορικό γραφείο των αιτητών κ. Ευστάθιος Γεωργίου. Δηλώνει πλήρως εξουσιοδοτημένος να προβεί στην ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της αίτησης. Κάνει αναφορά στην ανάθεση μόλις πρόσφατα της υπόθεσης των εναγομένων στο δικηγορικό τους γραφείο, όταν οι εναγόμενοι είχαν διαφωνήσει ως προς τον χειρισμό της υπόθεσης τους με τους προηγούμενους δικηγόρους τους. Κατά τη μελέτη του φακέλου της υπόθεσης διαπιστώθηκε η αναγκαιότητα των τροποποιήσεων που εισηγούνται σήμερα οι εναγόμενοι στην Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση τους. Οι τροποποιήσεις που εισηγούνται είναι αναγκαίες για την πληρέστερη διατύπωση των θέσεων των εναγομένων καθώς και για την πλήρη και δίκαιη εκδίκαση και αποπεράτωση των πραγματικών και νομικών ζητημάτων που είναι αμφισβητούμενα και εγείρονται μεταξύ των διαδίκων. Οι ενάγοντες δεν θα υποστούν καμιά ζημιά και όσα αιτούνται να συμπεριλάβουν στην Υπεράσπιση τους αφορούν νομικά γεγονότα τα οποία έγιναν γνωστά μετά από μελέτη του φακέλου της υπόθεσης από τους σημερινούς τους δικηγόρους γι΄αυτό και η ένορκη δήλωση υπογράφεται από δικηγόρο του γραφείου ο οποίος δεν χειρίζεται την υπόθεση ενώπιον του Δικαστηρίου. Οι ενάγοντες εξάλλου μπορούν να αποζημιωθούν με κατάλληλο διάταγμα εξόδων. Αντίθετα η μη έκδοση του αιτούμενου διατάγματος θα αποστερούσε από τους εναγόμενους την ευκαιρία να διεκδικήσουν τα εκ του Νόμου και τη Νομολογία και τις Αρχές της Φυσικής Δικαιοσύνης απορρέοντα δικαιώματα τους ενώπιον του Δικαστηρίου. Οι λόγοι τους οποίους προβάλλουν οι ενάγοντες - καθ΄ων η αίτηση στην ειδοποίηση περί της προθέσεως τους να ενστούν είναι οι ακόλουθοι (καταγράφονται αυτολεξεί): «
  10. Η αίτηση είναι παράτυπη, αντίθετη προς την νομολογία, αφού υποστηρίζεται από παράτυπη ένορκη δήλωση, καθ' ότι η ένορκη δήλωση υπογράφεται από τον Δικηγόρο Ευστάθιο Γεωργίου χωρίς να δίνεται οποιαδήποτε δικαιολογία και εξήγηση γιατί δεν προέβηκαν σ' αυτήν οι ίδιοι οι εναγόμενοι-αιτητές.
  11. Δεν τηρούνται οι νόμιμες προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος και /ή δεν τηρούνται οι προϋποθέσεις για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου προς όφελος των εναγόμενων-αιτητών.
  12. Η αίτηση είναι καταχρηστική, παράτυπη, κακόπιστη και ανεπίτρεπτη στο παρών στάδιο, αφού καταχωρείται με μεγάλη καθυστέρηση και χωρίς να δικαιολογείται με οποιοδήποτε τρόπο η καθυστέρηση των εναγομένων να αποταθούν στο Δικαστήριο ενωρίτερα, αφού οι ζητούμενοι να προστεθούν με την αίτηση ισχυρισμοί, ήσαν γνωστοί τους από την έναρξη της Δικαστικής διαδικασίας και εν πάση περιπτώσει η αναφερόμενη δικαιολογία δεν αποτελεί νόμιμο λόγο αιτιολόγησης της καθυστέρησης.
  13. Η αίτηση αντίκειται στο άρθρο 30 του Συντάγματος και ειδικά του δικαιώματος διεξαγωγής της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο.
  14. Δεν προβάλλεται κανένας ουσιαστικός ή ικανοποιητικός λόγος ή δικαιολογία η οποία μπορεί να ελεγχθεί για την αληθοφάνεια της, γιατί οι συγκεκριμένοι ισχυρισμοί που επιδιώκονται να προστεθούν στην υπεράσπιση δεν έχουν προβληθεί στο παρελθόν αφού τα γεγονότα εις τα οποία στηρίζονται ήταν στην σφαίρα γνώση των εναγομένων-αιτητών.
  15. Με την αιτούμενη τροποποίηση επιχειρείται στην ουσία η εισαγωγή εκτεταμένων πραγματικών ισχυρισμών και/ή γεγονότων, οι οποίοι θεμελιώνουν νέα γραμμή υπεράσπισης αποδοχής της οποίας θα σήμαινε την δημιουργία νέας υπεράσπισης, επαναπροσδιορισμό των επίδικων θεμάτων και διερεύνηση του νομικού και πραγματικού πλαισίου της δίκης.
  16. Η αιτούμενη τροποποίηση δεν βασίζεται σε ύπαρξη νεοδημιουργηθέντων γεγονότων (nova producta), ούτε σε ύπαρξη νεοανακαλυφθέντων γεγονότων (nova reperta) ή/και εν πάση περιπτώσει αφορά γεγονότα που εύλογα μπορούσαν να εντοπιστούν από τους εναγομένους-αιτητές και/ή τους Δικηγόρους τους και να συμπεριληφθούν στο Δικόγραφο της υπεράσπισης τους επιδεικνύοντας εύλογη επιμέλεια.
  17. Με την σκοπούμενη τροποποίηση και την αδικαιολόγητη καθυστέρηση υποβολής της αίτησης επιχειρείται η καθυστέρηση και εκτροχιασμός της διαδικασίας και επηρεάζονται δυσμενώς τα δικαιώματα του ενάγοντα για ταχεία εκδίκαση της αγωγής και/ή της δίκης σε εύλογο χρόνο.
  18. Το αίτημα τροποποίησης των εναγομένων δεν είναι γνήσιο και καλόπιστο κι αν επιτραπεί θα προκύψει ένα δικόγραφο το οποίο θα περιπλέξει την εκδίκαση της υπόθεσης και θα προκαλέσει σύγχυση και αμηχανία στην πλευρά των εναγόντων που αυτό δεν είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης.
  19. Η αλλαγή Δικηγόρου δεν παρέχει αφ εαυτής λόγο για εξάσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου ούτως ώστε να επιτρέψει την τροποποίηση. Στην προκειμένη περίπτωση δεν προβάλλεται στην ουσία καμία άλλη δικαιολογία ή λόγος για την αιτούμενη τροποποίηση πέραν της αλλαγής δικηγόρου, ο οποίος διαπίστωσε την ανάγκη τροποποίησης.
  20. Διαζευκτικά του ως άνω λόγου, ο Νόμος περί της Προστασίας Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών 197(Ι/2003) και/ή οι διατάξεις του δεν εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση.
  21. Γενικά η αίτηση είναι αντίθετη στους δικονομικούς θεσμούς, καταχρηστική, κακόπιστη και σκοπό έχει την καθυστέρηση της σύντομης και εντός ευλόγου χρόνου εκδίκαση της υπόθεσης.» Δεν κλήθηκε για αντεξέταση οποιοσδήποτε από τους ενόρκως δηλούντες και έτσι με άδεια του Δικαστηρίου οι δύο πλευρές προχώρησαν με γραπτές αγορεύσεις στις οποίες ανέπτυξαν και υποστήριξαν αντίστοιχα τα προβαλλόμενα στην αίτηση και ένσταση, όπως τα κατέγραψα πιο πάνω, με παραπομπή σε σχετική επί του θέματος νομολογία και αυθεντίες προς επίρρωση των θέσεων τους. Όπου κριθεί αναγκαίο θα γίνει ειδικότερη αναφορά σε θέσεις που εκφράστηκαν στη συνέχεια της απόφασης μου. ΤΟ ΝΟΜΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΠΟΥ ΔΙΕΠΕΙ ΑΙΤΗΣΕΙΣ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗΣ ΔΙΚΟΓΡΑΦΩΝ: Η Διαταγή 25 Θ.1 στην οποία στηρίζεται τόσο η αίτηση όσο και η ένσταση προνοεί τα ακόλουθα: «The Court or a Judge may, at any stage of the proceedings, allow either party to alter or amend his endorsement or pleadings, in such manner and on such terms as may be just, and all such amendments shall be made as may be necessary for the purpose of determining the real questions in controversy between the parties.» Σε μετάφραση: «Το Δικαστήριο ή Δικαστής μπορεί σε οποιονδήποτε στάδιο της διαδικασίας να επιτρέψει σε οποιονδήποτε από τους διαδίκους να διορθώσει ή τροποποιήσει την οπισθογράφηση ή τα δικόγραφα με τέτοιο τρόπο και με τέτοιους όρους που θα είναι δίκαιοι και όλες οι τέτοιες τροποποιήσεις θα πρέπει να γίνουν σαν αναγκαίες για σκοπούς αποπερατώσεως των πραγματικών ζητημάτων που είναι αμφισβητούμενα μεταξύ των διαδίκων.» Από τον πιο πάνω θεσμό προκύπτει ότι η τροποποίηση των δικογράφων επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Πρόκειται για αρχή η οποία επαναλαμβάνεται σε πλείστες τόσες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Στην υπόθεση Kallice Holding Co Ltd v. MTR Metals (Overseas) Ltd

(1996)1 AAΔ 162 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Ο βέβαιος προσδιορισμός των επίδικων θεμάτων καθώς και η διατύπωση των εκατέρωθεν θέσεων και η απόδειξη τους μέσα σε σταθερό πλαίσιο είναι άλλος σημαντικός παράγοντας ο οποίος υπεισέρχεται στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου.» Σε σχέση δε με την πλατιά διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, λέχθηκαν τα ακόλουθα στην υπόθεση Ε. Φιλίππου Λτδ v. Compass Insurance Co. Ltd
(1990)1 A.A.Δ. 24, στη σελ. 26: «Τα συμφέροντα της δικαιοσύνης είναι ο παράγων ο οποίος δεσπόζει στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Τα στοιχεία τα οποία συνθέτουν και προσδιορίζουν τα συμφέροντα της δικαιοσύνης εξισορροπούνται μετά από την συνεκτίμηση των συμφερόντων των διαδίκων και των ευρύτερων συμφερόντων της δικαιοσύνης για τελεσφόρο επίλυση όλων των συναφών διαφορών μεταξύ τους καθώς και των συμφερόντων του δημοσίου στην εξασφάλιση της ταχείας απονομής της δικαιοσύνης.» Οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής αυτής εξουσίας έχουν αναλυθεί μεταξύ άλλων και στην υπόθεση Φοινιώτη v. Greenmar Navigation Ltd κ.ά.
(1989)1 ΑΑΔ (Ε) σελ. 33, όπου συνοψίστηκαν ως ακολούθως από τον Πική, Δ. (όπως ήταν τότε): «
  1. Η τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης.
  2. Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στη συγκεκριμένη υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διαδίκου.
  3. Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στη διατύπωση των θέσεων του Αιτητή ποικίλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση.
  4. Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης της υπεράσπισης. Στο στάδιο αυτό όμως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από την προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου. Στην υπόθεση Hipgrave v. Case 28 Ch. D. 361 υπεδείχθη ότι το Δικαστήριο αντιμετωπίζει με διστακτικότητα αιτήσεις για τροποποίηση της δικογραφίας κατά τη δίκη.» Σύμφωνα με την υπόθεση Χριστοδούλoυ v. Χριστοδούλου,
(1991)1 ΑΑΔ σελ. 934, η σύγχρονη τάση είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες περιπτώσεις, έστω και αν η αναγκαιότητα τροποποίησης είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης. Εξαίρεση στον γενικό κανόνα αποτελούν οι περιστάσεις όπου η τροποποίηση δυνατό να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμα εκεί όπου η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής (βλ. Χρίστου v. Αζά,
(1992)1 ΑΑΔ 704 σελ. 707). Στην υπόθεση Ταξί Κυριάκος Λτδ v. Ανδρέα Παύλου,
(1995)1 ΑΑΔ σελ. 560 γίνεται μια διευκρίνηση ή, θα μπορούσε να πει κάποιος, περιορισμός της πιο πάνω γενικότητας με την οποία είχε αποδοθεί η πιο πάνω αρχή με το ακόλουθο σκεπτικό. Όσο φιλελεύθερη και αν δικαιολογείται να είναι η προσέγγιση στο θέμα τροποποιήσεων δικογράφων, το ζήτημα εξακολουθεί να υπόκειται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου. Ότι γνώμονας για την άσκηση αυτής της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου, είναι το σύνολο των περιστατικών και δεν εξικνείται με αναφορά μόνο στο επανορθώσιμο των συνεπειών της τροποποίησης ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο. Για παράδειγμα, σε εκείνη την υπόθεση κρίθηκε πως ορθά απορρίφθηκε αίτημα τροποποίησης, που υποβλήθηκε κατά την ημερομηνία ακρόασης, εφόσον κατά τη δικάσιμο που είχε οριστεί το 1988 είχε υποβληθεί αίτημα για αναβολή έτσι ώστε να γίνει διάβημα τροποποίησης, η υπόθεση ανεβλήθη παρά την ένσταση της άλλης πλευράς, με οδηγίες να υποβληθεί αίτηση τροποποίησης εντός δύο μηνών. Αίτηση δεν υποβλήθηκε ούτε απασχόλησε ξανά το θέμα παρά μόνο όταν κατά το 1990 η υπόθεση ορίστηκε ξανά για ακρόαση. Επομένως στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου συνεκτιμάται και ο παράγων της καθυστέρησης στην υποβολή της αίτησης σαν λογικής απόρροιας των διατάξεων του Άρθρου 30.2 του Συντάγματος (βλ. Χρίστου v. Αζά (πιο πάνω) στην οποία λέχθηκε επίσης ότι διαφαίνεται ως θεμελιακή αρχή - από τις διάφορες αποφάσεις - ότι η τροποποίηση είναι εφικτή σε κάθε στάδιο όταν αυτή κρίνεται αναγκαία για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για την αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών, εκτός στις περιπτώσεις που είτε επέρχεται βλάβη στην αντίδικη πλευρά ή όπου η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής (βλ. επίσης τις υποθέσεις Ταξί Κυριάκος Λτδ (ανωτέρω), Astor Manufacturing & Exporting Co. κ.ά. v. A.G. Leventis κ.ά.,
(1993)1 ΑΑΔ 726, Agini v. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδας Α.Ε.,
(1999)1 ΑΑΔ σελ. 11). ΑΝΑΛΥΣΗ ΤΩΝ ΛΟΓΩΝ ΠΟΥ ΠΡΟΒΑΛΛΟΝΤΑΙ ΣΤΗΝ ΕΝΣΤΑΣΗ: Έχοντας υπόψη μεταξύ άλλων τις πιο πάνω νομικές αρχές που διέπουν το ζήτημα της τροποποίησης δικογράφων, τους λόγους που υποστηρίζουν το αίτημα όπως υποβλήθηκε με την αίτηση της πλευράς των εναγομένων και την ένσταση, όπως επίσης και τις εισηγήσεις των δύο πλευρών, οι οποίες θα πρέπει να πω ότι βοήθησαν το Δικαστήριο στην ανάλυση που θα ακολουθήσει, θα προσπαθήσω στη συνέχεια να εξαγάγω τα συμπεράσματα μου κατά πόσο δικαιολογείται κατά την ενάσκηση της διακριτικής μου ευχέρειας η έγκριση του αιτήματος. Ο πρώτος λόγος ένστασης είναι ότι αυτή είναι παράτυπη, αντίθετη προς τη νομολογία, αφού υποστηρίζεται από παράτυπη ένορκη δήλωση από δικηγόρος χωρίς να δίδεται και εξήγηση γιατί δεν προέβησαν σε αυτή οι ίδιοι οι εναγόμενοι - αιτητές. Κρίνω ότι δεν ευσταθεί ο λόγος αυτός ένστασης καθώς δίδεται εξήγηση γιατί υποστηρίζει την αίτηση με ένορκη δήλωση του δικηγόρος του δικηγορικού γραφείου που εκπροσωπεί τους αιτητές. Πρόκειται για εισαγωγή νομικών λόγων που προέρχονται από τα έγγραφα ή τη νομοθεσία που διέπουν τη συμφωνία μεταξύ των διαδίκων τους οποίους γνωρίζει ο ίδιος ο ενόρκως δηλών ή όπως συμβουλεύεται από τον δικηγόρο που χειρίζεται την υπόθεση και όχι για παράθεση πραγματικών γεγονότων τα οποία ήταν ή έπρεπε να ήταν γνωστά στους εναγόμενους - αιτητές και επομένως εναπόκειται σε αυτούς να τα είχαν προβάλει εξαρχής στο δικόγραφο τους. Γι΄αυτά έτυχαν νομικής συμβουλής από τους σημερινούς δικηγόρους τους και αμέσως χωρίς καθυστέρηση τους έδωσαν οδηγίες να προχωρήσουν με την τροποποίηση έτσι ώστε αυτοί να εισαχθούν στο δικόγραφο τους για να μπορέσουν να τους προβάλουν κατά την ακροαματική διαδικασία. Επομένως ο σχετικός λόγος ένστασης δεν έχει έρεισμα στα γεγονότα της υπόθεσης και απορρίπτεται. Από τον φάκελο της υπόθεσης διαπιστώνεται ότι είναι η 1η αίτηση τροποποίησης της Υπεράσπισης τους την οποία καταχώρησαν οι εναγόμενοι. Παρόλο ότι προβλήθηκε μετά τον ορισμό της υπόθεσης για ακρόαση και λίγες ημέρες πριν από την καθορισθείσα ημερομηνία έναρξης της εντούτοις δεν παραβλέπεται ότι αυτή υποβλήθηκε πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας. Προκύπτει από τη νομολογία μας ότι η καθυστέρηση στην υποβολή αιτήματος τροποποίησης, η οποία αντικειμενικά διαπιστώνεται στην παρούσα περίπτωση στη βάσει της πιο πάνω πορείας της υπόθεσης, εφόσον το αίτημα υποβάλλεται μετά που η υπόθεση ορίστηκε τόσο για οδηγίες όσο και για ακρόαση, είναι όμως παράγοντας που λαμβάνεται υπόψη όχι όμως καθοριστικής σημασίας. Η αίτηση υποβλήθηκε πριν από την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας και επομένως δεν προκαλείται επιπρόσθετη επιβάρυνση ή περιπλοκή ως προς την παρουσίαση της μαρτυρίας ούτε και επηρεάζονται αρνητικά τα συνταγματικά δικαιώματα και συμφέροντα των εναγόντων - καθ΄ων η αίτηση καθ΄ότι θα τους παρασχεθεί στο στάδιο αυτό που γίνεται η αίτηση η δυνατότητα να απαντήσουν στους ισχυρισμούς των εναγομένων - αιτητών, να αντικρούσουν τα προβαλλόμενα στην ανταπαίτηση και να προετοιμαστούν κατάλληλα για την αντίκρουση τους και γενικά για την υπόθεση τους ενώπιον του Δικαστηρίου. Επομένως δεν διαπιστώνω ότι η αίτηση θα επιφέρει οποιανδήποτε βλάβη που δεν μπορεί να θεραπευτεί με την έκδοση κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα συνεπεία της αιτούμενης τροποποίησης, όπως εξάλλου αποδέχονται και οι αιτητές στην αγόρευση του ευπαίδευτου συνηγόρου τους (βλ. The Annual Practice
(1961)pg. 622 & 624). Ούτε και εκτροχιασμός της δίκης θα προκληθεί. Στην ένορκη δήλωση η οποία υποστηρίζει την αίτηση εξηγείται πως και πότε προέκυψε η ανάγκη για τροποποίηση. Καθορίζει ως χρόνο που αυτή προέκυψε και ενημερώθηκαν σχετικά οι αιτητές, αυτόν της ανάθεσης στους παρόντες δικηγόρους τους τής υπόθεσης τους και κατά τη μελέτη του φακέλου της από αυτούς. Διαπιστώνεται δε ότι αμέσως μετά υπέβαλαν την αίτηση για τροποποίηση. Τα γεγονότα και οι ισχυρισμοί που επιθυμούν σήμερα να εισαγάγουν στο δικόγραφο τους είναι νομικά ζητήματα τα οποία δεν ήταν εντός της σφαίρας των γνώσεων τους εφόσον δεν είναι νομικοί ή δικηγόροι και δεν έτυχαν τέτοιας συμβουλής νωρίτερα ακόμα και για όσα ήταν υπόχρεοι οι ίδιοι οι ενάγοντες να τους είχαν ενημερώσει, όπως βέβαια θα ισχυριστούν. Θεωρούν όσα θα προβάλουν ουσιώδη και σημαντικά για την Υπεράσπιση τους. Γι΄αυτό δικαιολογείται η υποστήριξη της αίτησης από δικηγόρο του δικηγορικού γραφείου που εκπροσωπεί τους εναγόμενους - αιτητές. Μελετώντας τους λόγους που επέβαλαν την ανάγκη για τροποποίηση μετά που έτυχαν οι αιτητές νομικής συμβουλής προς τούτο, δεν διαπιστώνεται εκ μέρους τους κακοπιστία. Ούτε τα συμφέροντα των εναγόντων διαπιστώνεται ότι επηρεάζονται δυσμενώς παρόλο ότι δεν παραγνωρίζεται το δικαίωμα οποιουδήποτε διαδίκου να προσδοκά στην γρήγορη εκδίκαση της υπόθεσης του και είναι γεγονός ότι αιτήσεις τροποποίησης δικογράφων συμβάλλουν στην καθυστέρηση εκδίκασης μιας αγωγής. Ανάλογη όμως διαταγή ως προς τα έξοδα, την οποία η πλευρά των αιτητών δεν απορρίπτει, μάλιστα ρητά την εισηγείται, κρίνω ότι θα εξισορροπούσε τα πράγματα. Όπως αποφασίστηκε στην Νικολάου v. Μιλτιάδους κ.ά.,
(2007)1 (Β) ΑΑΔ σελ. 1005: «Κατά την εξέταση του θέματος, το δικαστήριο βασίζεται σε διάφορους παράγοντες, αλλά τελικά ο κρίσιμος παράγοντας είναι η ανάγκη για προσδιορισμό των επιδίκων θεμάτων και η διαπίστωση των θέσεων των διαδίκων. Τροποποίηση μπορεί να επιτραπεί, ασχέτως του αν επιδείχθηκε αμέλεια και καθυστέρηση από διάδικο, αν αυτό απαιτεί το συμφέρον της δικαιοσύνης. Η άδεια για τροποποίηση δίδεται ευκολότερα στα αρχικά στάδια, αλλά τούτο μπορεί ακόμα να γίνει και σε πολύ προχωρημένο στάδιο, μέχρι και το τελικό στάδιο της διαδικασίας, αν δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο. Ο όρος ανεπανόρθωτη ζημιά χρησιμοποιείται με την έννοια τού ότι αυτή δεν μπορεί να αποκατασταθεί με την καταβολή εξόδων.» Ούτως η άλλως η καθυστέρηση, όπως επιτάσσει η νομολογία μας είναι σχετικός παράγοντας σε αιτήσεις για τροποποίηση της δικογραφίας, αλλά δεν είναι εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας. Ακόμα και εάν το Δικαστήριο θα κατέληγε σε διαπίστωση ότι υπάρχει καθυστέρηση, αυτή από μόνη της δεν πρέπει να οδηγεί σε απόρριψη [βλ. Astor Manufacturing (πιο πάνω, Federal Bank of Lebanon v. Σιακόλα,
(1999)1 Α.Α.Δ. σελ. 44] καθώς ο παράγοντας της καθυστέρησης συνεκτιμάται ως λογική απόρροια του άρθρου 30
(2)του Συντάγματος για τη σωστή άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου (βλ. επίσης τη Saba & Co. (T.M.P.) v. T.M.P.Agents,
(1994)1 A.A.Δ. 426). Η επικαλούμενη βλάβη και ο δυσμενής επηρεασμός των συμφερόντων τους που θα προκληθεί, την οποία ισχυρίζονται οι καθ΄ων η αίτηση, δεν προσδιορίζεται και παραμένει αόριστη και αναπόδεικτη. Σε κάθε περίπτωση δεν διαπιστώνεται τέτοια ούτε και εκτροχιασμός της δίκης από ενδεχόμενη έγκριση της τροποποίησης όπως την αιτούνται οι αιτητές. Στην υπόθεση Federal Bank of Lebanon (SAL) v. Σιακόλα,
(2002)1 Α.Α.Δ. σελ. 223 τονίστηκε ότι όταν διαπιστώνεται καθυστέρηση, όπως στη προκείμενη περίπτωση, θα πρέπει να παρέχονται εξηγήσεις γι΄αυτή, λέχθηκαν δε τα ακόλουθα: «Μένει το ερώτημα της δικαιολόγησης της καθυστέρησης. Η σημασία του ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά της υπόθεσης κυρίως σε συσχετισμό προς τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης.» Στη δε υπόθεση Ταξί Κυριάκος Λτδ v. Παύλου,
(1995)1 Α.Α.Δ. σελ. 560 τονίστηκε ότι: «Το ζήτημα της τροποποίησης δικογράφων, επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, γνώμονας στην άσκηση της οποίας είναι το σύνολο των περιστατικών και όχι μόνο το επανορθώσιμο των συνεπειών της τροποποίησης.» Περαιτέρω στην υπόθεση Sait Electronic S.A. v. Dominique κ.ά,
(1992)1 Α.Α.Δ. σελ. 14 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Η σημασία της καθυστέρησης στην απονομή της δικαιοσύνης και οι επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου αποτιμούνται και στην Αγγλία ως παράγοντας μείζονος σημασίας στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου να επιτρέψει ή όχι την τροποποίηση.» Κρίνω ότι οι αιτητές έδωσαν ικανοποιητική εξήγηση για την καθυστέρηση που υπήρξε στην υποβολή της αίτησης και επομένως οι σχετικοί λόγοι ένστασης απορρίπτονται. Με τα πιο πάνω απαντώνται και οι σχετικοί λόγοι ένστασης περί κακοπιστίας και υποβολιμαίας άσκησης του δικαιώματος τροποποίησης με απώτερο σκοπό την καθυστέρηση στην εκδίκαση της απαίτησης των εναγόντων εφόσον εξηγείται πότε προέκυψε η αναγκαιότητα τροποποίησης που ήταν αμέσως μετά την ανάληψη της υπεράσπισης των εναγομένων από τους νέους δικηγόρους τους. Η αναγκαιότητα της εισαγωγής και προσθήκης των επιδιωκόμενων ισχυρισμών καθίσταται προφανής έτσι ώστε οι εναγόμενοι - αιτητές να προβάλουν την υπεράσπιση τους πλήρως και/ή με κάθε λεπτομέρεια ή /και με κάθε σαφήνεια όπως αυτό συνάγεται από το περιεχόμενο τους και όπως προβάλλεται στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση. Επομένως και ο λόγος ένστασης περί μη παροχής δικαιολογίας δεν έχει έρεισμα. Οι λόγοι που καθιστούν αναγκαία την τροποποίηση έχουν παρατεθεί. Δεν θα πρέπει να υπεισέλθω σε αυτό το στάδιο στην ουσία και στη βασιμότητα τους εφόσον αυτό είναι έργο που μπορεί να γίνει μόνο εφόσον παρατεθεί η αναγκαία μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου και αυτή αξιολογηθεί. Επομένως εφόσον οι εναγόμενοι προτίθενται να τους προβάλουν ως υπεράσπιση τους δεν μπορεί παρά το διάβημα τους αυτό να κριθεί υπό τις περιστάσεις ως δικαιολογημένο. Ο σχετικός λόγος ένστασης δεν ευσταθεί. Σύμφωνα με τη νομολογία μας αν με την τροποποίηση επιδιώκεται η εισαγωγή νέας βάσης αγωγής, στην προκείμενη περίπτωση προσθήκη λόγων Υπεράσπισης αλλά και της Ανταπαίτησης χωρίς κατ΄ανάγκη να κρίνονται ότι αλλάζουν την φύση ή τη βάση του ήδη καταχωρημένου δικογράφου, όπως εισηγείται η πλευρά των εναγόντων, δεν σημαίνει αφ΄εαυτού ότι η τροποποίηση δεν πρέπει να επιτραπεί. Πρόκειται, όπως είναι η εισήγηση, για ουσιώδεις, πάντοτε κατά την άποψη τους ισχυρισμούς, αλλά και έτσι εκλαμβάνονται από το Δικαστήριο, οι οποίοι μπορούν να εκδικαστούν στα πλαίσια της παρούσας αγωγής προβαλλόμενοι στην Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση χωρίς να μεταβάλλουν και/ή να αλλάζουν τα πραγματικά περιστατικά, την ουσία και τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης όπως ήδη προβάλλονται και περιγράφονται στο καταχωρηθέν δικόγραφο τους. Στο Annual Practice
(1961)pg 627 γίνεται η ακόλουθη πρόνοια: «The Court will not refuse to allow an amendment simply because it introduces a new case. But it will do so where the amendment would change the action into one of a substantially different character which would more conveniently be the subject of a fresh action.». Η πιο πάνω αρχή έχει υιοθετηθεί και στις υποθέσεις Saba & Co T.M.P v. T.M.P.Agents,
(1994)1 AAΔ σελ.426 και την Χρίστου v. Αζά,
(1992)1 ΑΑΔ 704. Επιπρόσθετα, και σχολιάζοντας την υπόθεση Γραμμές Στριντζή Αιγαίου Ναυτική Εταιρεία v. Επίσημου Παραλήπτη και Εφόρου Εταιρειών ως Εκκαθαριστή της Εταιρείας Always Travel Holidays Ltd κ.ά.,
(1995)1 ΑΑΔ 607, σε αποσπάσματα της οποίας με παρέπεμψε η πλευρά των καθ΄ων η αίτηση για διάφορα θέματα που απασχολούν και την παρούσα, παρατηρώ ότι τα γεγονότα της διαφέρουν από αυτά της παρούσας καθώς σε εκείνη την υπόθεση: «Οι εναγόμενοι καταχώρησαν αίτηση για τροποποίηση της υπεράσπισης και ανταπαίτησής τους, μετά την αποπεράτωση της υπόθεσης των εναγόντων και τη μαρτυρία επτά μαρτύρων των εναγομένων και αφού παρήλθαν πολλά έτη αφότου καταχωρήθηκε η αγωγή και προσδιορίστηκε η υπεράσπιση και ανταπαίτηση των εναγομένων. Στην ένορκο ομολογία που υποστήριξε την αίτηση, αναφέρθηκε σαν λόγος για την καθυστέρηση, η αλλαγή δικηγόρου. Οι ενάγοντες πρόβαλαν ένσταση στην αίτηση, με το επιχείρημα ότι θα επέφερε επαναστοιχειοθέτηση των επιδίκων θεμάτων, νέα δίκη, επανακλήτευση μαρτύρων, δυσμενείς επιπτώσεις στα συμφέροντά τους και επιπλέον παράταση της δίκης έξω από το συνταγματικό πλαίσιο του εύλογου χρόνου στη διάγνωση των αστικών τους δικαιωμάτων.» Είναι φανερόν ότι τα γεγονότα της παρούσας άρδην διαφέρουν από τα γεγονότα εκείνης της υπόθεσης. Προβλήθηκε ειδικότερα ως λόγος ένστασης ότι με την τροποποίηση δημιουργείται και ανταπαίτηση η οποία προηγουμένως δεν υπήρχε. Διεξήλθα την ανταπαίτηση των εναγόμενων που προβλήθηκε στο αρχικό τους δικόγραφο. Διαφωνώ με την πιο πάνω θέση της πλευράς των εναγόντων. Τώρα εκείνο το οποίο επιχειρείται να εισαχθεί, όπως εύκολα μπορεί να γίνει αντιληπτό, είναι η παροχή πληρέστερης εικόνας με τις λεπτομέρειες που παρέχονται για το τι εννοούσαν οι εναγόμενοι με την επίκληση παρανομίας και ως εκ τούτου η σύμβαση πιστωτικών διευκολύνσεων, εγγύησης και υποθήκευσης υποστήριζαν ότι ήταν άκυρες ως παράνομες. Επιχειρείται επίσης να εισαχθούν ισχυρισμοί περί της συνέπειας του τερματισμού της επίδικης συμφωνίας πάνω στις συμφωνίες εγγύησης και υποθήκευσης. Τα πιο πάνω δεν αλλάζουν τη βάση της υπεράσπισης ούτε και ξεφεύγουν από τα πλαίσια των πιο πάνω νομολογηθέντων. Επομένως απορρίπτεται ο σχετικός λόγος ένστασης. ΚΑΤΑΛΗΞΗ: Παρέθεσα στην ανάλυση που προηγήθηκε τους λόγους για τους οποίους κρίνω ότι οι λόγοι ένστασης δεν έχουν έρεισμα στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης και έτσι ασκώντας τη διακριτική μου ευχέρεια, καταλήγω όπως εγκρίνω την αίτηση. Εκδίδεται λοιπόν διάταγμα τροποποίησης της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης των εναγομένων ως τα αιτητικά της αίτησης. Τροποποιημένη Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση να καταχωρηθεί εντός 7 ημερών από της συντάξεως του παρόντος διατάγματος. Απάντηση στην Τροποποιημένη Υπεράσπιση και Υπεράσπιση στην Τροποποιημένη Ανταπαίτηση να καταχωρηθεί εντός άλλων 20 ημερών από της επίδοσης της Τροποποιημένης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης στους δικηγόρους των εναγόντων - καθ΄ων η αίτηση. ΤΑ ΕΞΟΔΑ: Παρά την επιτυχία της αίτησης και ασκώντας τη διακριτική ευχέρεια μου ως προς το ζήτημα των εξόδων και λαμβάνοντας υπόψη την καθυστέρηση με την οποία υποβλήθηκε το αίτημα, όπως εξήγησα κατά την πιο πάνω ανάλυση, καταλήγω να επιδικάσω τα απολεσθέντα έξοδα συνεπεία της αιτήσεως όπως και τα έξοδα της ίδιας της αίτησης υπέρ των εναγόντων - καθ΄ων η αίτηση και εναντίον του εναγομένων - αιτητών όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της διαδικασίας της αγωγής οπότε και θα είναι πληρωτέα (βλ. Αναφορικά με την αίτηση του Κώστα Χαραλάμπους,
(1999)ΑΑΔ 809). Ενόψει της πιο πάνω εξέλιξης, η αγωγή ορίζεται για οδηγίες με σκοπό τον προγραμματισμό της για ακρόαση εφόσον καταχωρηθούν τα τροποποιημένα δικόγραφα την 22.04.2016. (Υπ.) ....................................................... Χρ. Γ. Φιλίππου, Α. Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.