USB BANK PLC (πρώην UNIVERSAL BANK PUBLIC LTD) ν. GM.P MIRROR HOMES LTD κ.α., Αρ.Αγωγής 1586/2012, 9/3/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2016:A38 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Χ.Μαλαχτού, Π.Ε.Δ. Αρ.Αγωγής 1586/2012 Μεταξύ: USB BANK PLC (πρώην UNIVERSAL BANK PUBLIC LTD) Ενάγουσας και
- GM.P MIRROR HOMES LTD
- Κλεάνθη Παπακλεάνθους
- Γιώργου Μεταξά
- Μιχάλη Μεταξά
- Χαράλαμπου Χ"Σολωμή Εναγομένων Αίτηση ημερ. 22.2.2016 Ημερ.: 9.3.2016 Για τους Αιτητές - Εναγόμενους 3-5: κα Γ.Χαραλαμπίδου για Π.Αγγελίδης & Σία ΔΕΠΕ Για την Καθ΄ ης η Αίτηση - Ενάγουσα: κ.Φελλάς για Χ.Αργυρού & Συνεργάτες ΔΕΠΕ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η αγωγή καταχωρίστηκε με Κλητήριο Ενταλμα Ειδικά Οπισθογραφημένο την 21.5.
- Με αυτή η Ενάγουσα Τράπεζα αξιώνει εναντίον των Εναγομένων τέσσερα χρηματικά ποσά που συμποσούνται σε €1.377.878,21 πλέον τόκους. Η αξίωση εδράζεται σε συμφωνία παροχής πιστωτικών διευκολύνσεων σε τρεχούμενο λογαριασμό και συμφωνίες δανείου. Η Εναγόμενη 1 Εταιρεία ενάγεται ως η πρωτοφειλέτρια και οι Εναγόμενοι 3 - 5, που είναι φυσικά πρόσωπα, ως εγγυητές των υποχρεώσεων της. Περαιτέρω, αξιώνονται διατάγματα για την εκποίηση τεσσάρων υποθηκών που η Εναγόμενη 1 συνέστησε προς όφελος της Τράπεζας και μιας υποθήκης που οι Εναγόμενοι 1 και 2 συνέστησαν προς όφελος της Τράπεζας ως περαιτέρω εξασφάλιση των υποχρεώσεων της Εναγόμενης
- Οι Εναγόμενοι 3 - 5 ενάγονται δυνάμει συμφωνιών εγγύησης ημερ. 3.5.2007, 14.6.2007, 27.2.2009 και 20.12.
- Η Εναγόμενη 2 καταχώρησε εμφάνιση την 6.6.2012 και Εκθεση Υπεράσπισης την 8.3.
- Με άδεια του Δικαστηρίου η αγωγή εναντίον της αποσύρθηκε ως πλήρως διευθετηθείσα και απορρίφθηκε την 22.11.
- Οι Εναγόμενοι 1, 3, 4 και 5 καταχώρησαν εμφάνιση την 1.6.2012 και Εκθεση Υπεράσπισης την 22.10.
- Την 29.10.2013 εκδόθηκε εκ συμφώνου απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον της Εναγόμενης
- Προκύπτει πως τα ποσά της απόφασης υπολογίστηκαν μέχρι 30.9.2013 γιατί είναι μεγαλύτερα των ποσών που αναφέρονται στην αξίωση και φέρουν τόκο από 30.9.
- Το επιδικασθέν επιτόκιο είναι 8,75% αντί των υψηλοτέρων επιτοκίων που αναφέρονται στην αξίωση. Η απαλλαγή, με αυτό τον τρόπο, της πρωτοφειλέτριας από τους περαιτέρω τόκους έχει ενδεχομένως συνέπειες στα ποσά που μπορούν να διεκδικούνται από τους Εναγόμενους 3 - 5 εγγυητές της. Με την υφιστάμενη Εκθεση Υπεράσπισης τους οι Εναγόμενοι 3 - 5 απορρίπτουν το σύνολο των ισχυρισμών της Εκθεσης Απαίτησης. Απορρίπτουν ότι η Τράπεζα παραχώρησε στην Εναγόμενη 1 τις πιστωτικές διευκολύνσεις σε τρεχούμενο λογαριασμό και τα δάνεια που αναφέρονται στην αξίωση. Αρνούνται ότι αυτοί υπόγραψαν τις συμφωνίες εγγύησης ημερ. 3.5.2007, 14.6.2007, 27.2.2009 και 20.12.
- Διατείνονται περαιτέρω ότι τυχόν αποδειχθείσες εγγυήσεις τους δεν είναι έγκυρες και δεν έχουν νομική ισχύ γιατί δεν υπογράφτηκαν νομότυπα και εξασφαλίστηκαν με ψευδείς παραστάσεις και απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων. Η ακροαματική διαδικασία αναφορικά με τους Εναγόμενους 3 - 5 άρχισε την 25.2.2016 με την κύρια εξέταση του Μ.Ε.1 Αντώνη Αντωνίου. Είναι ορισμένη για συνέχιση της ακρόασης την 11.3.
- Με την υπό κρίση Αίτηση οι Εναγόμενοι 3 - 5 εξαιτούνται διάταγμα με το οποίο να τροποποιείται η Εκθεση Υπεράσπισης τους. Η Αίτηση υποστηρίζεται με Ενορκη Δήλωση ημερ. 22.2.2016 του Εναγόμενου
- Η Ενάγουσα καταχώρησε Ειδοποίηση Πρόθεσης Ενστασης με 12 λόγους ένστασης που υποστηρίζεται με Ενορκη Δήλωση ημερ. 1.3.2016 του Ανδρέα Γιάγκου, δικηγόρου και συνεργάτη στο δικηγορικό γραφείο των δικηγόρων της Ενάγουσας. Αναφέρεται από τον ομνύοντα είναι ότι η Αίτηση καταχωρίστηκε κακόπιστα και για σκοπούς καθυστέρησης της διαδικασίας και ότι τυχόν έγκριση της θα προκαλέσει περαιτέρω βλάβη στα δικαιώματα της Ενάγουσας γιατί η εκδίκαση της αγωγής θα καθυστερήσει περισσότερο. Επί της ουσίας, για πλείστες από τις εξαιτούμενες τροποποιήσεις, αναφέρεται ότι είναι αχρείαστες γιατί τα ζητήματα τα οποία εγείρουν καλύπτονται από τους ισχυρισμούς στην υφιστάμενη Εκθεση Υπεράσπισης. Οι Εναγόμενοι 3 - 5 επιθυμούν να εισάξουν στην αρχή της δικογραφίας τους τρεις νέες παραγράφους (Α), (Β) και (Γ) που χαρακτηρίζουν ως προδικαστικές ενστάσεις. Στην ουσία τους οι τρεις παραγράφοι εμπεριέχουν σε μεγάλο μέρος τους επιχειρηματολογία. Οι ισχυρισμοί γεγονότων που μπορούν να ανιχνευθούν σε αυτές συνοψίζονται στο ότι όλοι οι όροι της γραπτής συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων ή και οι όροι που υπόγραψαν οι Εναγόμενοι συνιστούν Γενικούς Όρους Συναλλαγών που διατυπώθηκαν εκ των προτέρων και ότι οι όροι αυτοί δεν αποτέλεσαν αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης. Πέραν αυτών, η θέση ότι για τους λόγους αυτούς οι γραπτές συμφωνίες παροχής τραπεζικών διευκολύνσεων είναι άκυρες και γιατί περιέχουν αδιαφανείς, τιμωρητικές και καταχρηστικές ρήτρες δεν είναι θέσεις γεγονότων αλλά νομική προσέγγιση στη βάση των όρων των συμφωνιών που η Ενάγουσα επικαλείται. Με την προτεινόμενη παρ.1(Ι) οι Εναγόμενοι 3 - 5 επιθυμούν να εισάξουν ισχυρισμό ότι η συμφωνία εγγύησης ημερ. 14.6.2007 είναι άκυρη ή και ακυρώσιμη διότι παραβαίνει διάφορες νομοθεσίες που καταγράφουν. Εγείρεται δηλαδή ζήτημα παρανομίας. Με την προτεινόμενη παρ. 1(ΙΙ) αναφέρουν ότι η υπογραφείσα συμφωνία, η αναφορά πρέπει να είναι για τη συμφωνία ημερ. 3.5.2007 γιατί σε αυτή αναφερόταν η παρ.1, ετοιμάστηκε από την Ενάγουσα και θα πρέπει να ερμηνευτεί στη βάση της αρχής του "contra proferentem". Ακόμη ότι οι όροι της αντίκεινται στον περί Αδίκων και Καταχρηστικών Ρητρών Νόμο και είναι άκυροι και καταχρηστικοί. Το μόνο γεγονός που επικαλούνται οι Εναγόμενοι 3 - 5 είναι ότι η υπογραφείσα συμφωνία ετοιμάστηκε από την Τράπεζα. Ο τρόπος που το Δικαστήριο θα πρέπει να ερμηνεύσει ένα έγγραφο είναι ζήτημα επιχειρηματολογίας. Το τελευταίο ζήτημα συνίσταται και πάλιν σε επίκληση παρανομίας. Με την προτεινόμενη παρ.1(ΙΙΙ) αναφέρουν ότι η συμφωνία δεν αποτέλεσε αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης ότι οι όροι της δεν επεξηγήθηκαν στους Εναγόμενους από την Τράπεζα όπως ήταν υποχρέωση της και ότι στους Εναγόμενους δεν δόθηκε η ευκαιρία να μελετήσουν τα έγγραφα αυτά. Η προτεινόμενη παρ.1(ΙV) συνίσταται εξ΄ ολοκλήρου σε επιχειρηματολογία. Με την προτεινόμενη παρ.1Β εγείρεται ζήτημα, σε σχέση με τη συμφωνία εγγύησης ημερ. 3.5.2007, ότι η Ενάγουσα δεν νομιμοποιείται να αξιώνει τόκο πέραν του συμφωνηθέντος ή κατά παράβαση του νόμιμου τρόπου υπολογισμού. Με την προτεινόμενη παρ.1Γ εγείρεται ζήτημα ότι οι ισχυρισμοί της παρ.4 της Εκθεσης Απαίτησης είναι παράνομοι και καταχρηστικοί αφού η Ενάγουσα παραδέχεται ότι υπολογίζει τους τόκους στη βάση έτους 360 ημερών. Εγείρεται και εδώ ζήτημα παρανομίας. Με την προτεινόμενη παρ. 4Α εγείρεται το ίδιο πιο πάνω ζήτημα, ότι η Ενάγουσα δεν νομιμοποιείται να αξιώνει τόκο πέραν του συμφωνηθέντος ή κατά παράβαση του νόμιμου τρόπου υπολογισμού, σε σχέση με τη συμφωνία εγγύησης ημερ. 14.6.
- Με την προτεινόμενη παρ.4Β ότι η Ενάγουσα δεν νομιμοποιείται να αξιώνει «ποσά εγγυήσεων χρεών τα οποία δεν υφίσταντο κατά την ημερομηνία σύναψης της επίδικης συμβάσεως δανείου και / ή ότι οι Εναγόμενοι έχουν εγγυηθεί ποσά τα οποία υφίσταντο εις το όνομα της Εναγόμενης 1 κατά τη σχετική ημερομηνία». Το ζήτημα είναι νομικό και οι δικηγόροι των Εναγομένων μπορούν να επιχειρηματολογήσουν επί αυτού. Με την προτεινόμενη παρ. 6Α εγείρεται το ίδιο πιο πάνω ζήτημα, ότι η Ενάγουσα δεν νομιμοποιείται να αξιώνει τόκο πέραν του συμφωνηθέντος ή κατά παράβαση του νόμιμου τρόπου υπολογισμού, σε σχέση με τη συμφωνία εγγύησης ημερ. 27.2.
- Τέλος, με την προτεινόμενη παρ.9Α αναφέρεται ότι τα επιτόκια τα οποία επιζητούνται από την Ενάγουσα είναι πέραν των συμφωνηθέντων, είναι καταχρηστικά, παράνομα και οι σχετικές ρήτρες μεταβολής τους καταχρηστικές και τιμωρητικές και επιβάλλουν στους Εναγόμενους υποχρεώσεις πέραν των συμφωνηθέντων και νομίμων. Η Δ.25, Θ. 1, των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας επί της οποίας βασίζεται η Αίτηση προβλέπει πως: «Το Δικαστήριο, ή ο Δικαστής, μπορεί σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας να επιτρέψει σε οποιοδήποτε διάδικο να αλλάξει ή να τροποποιήσει το γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα ή τα δικόγραφά του, με τέτοιο τρόπο και κάτω από τέτοιους όρους που θα κρίνει δίκαιο, και όλες οι αναγκαίες τροποποιήσεις θα γίνονται, οι οποίες θα είναι αναγκαίες για το σκοπό της διαλεύκανσης των πραγματικών θεμάτων για τα οποία οι διάδικοι έχουν διαφορές.» Στην Περικτιόνη Χρίστου v. Ανδρέα Στυλιανού Αζά
(1992)1 (Β) Α.Α.Δ. 704, προβάλλεται η σύγχρονη τάση αντιμετώπισης του θέματος: «Η θεμελιακή αρχή που ξεπροβάλλει από τις αποφάσεις είναι πως η τροποποίηση δικογράφου είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαίο για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για την αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις που η τροποποίηση δυνατόν να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή εκεί που η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής.» Ο παράγοντας καθυστέρηση στην υποβολή αίτησης για τροποποίηση, μπορεί, κάτω από ορισμένες περιστάσεις, να επηρεάσει το Δικαστήριο στην άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας, όμως ο παράγοντας αυτός δεν είναι αφ΄ εαυτού αποφασιστικής σημασίας στην έκβαση της αίτησης. Ο παράγοντας καθυστέρηση εξετάζεται σε συνάρτηση με τους ουσιαστικότερους παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο και βασικά σαν συνισταμένη τυχόν επηρεασμού των δικαιωμάτων του καθ΄ ου η αίτηση. Η βάση της όλης επιχειρηματολογίας που αφορά στον τόκο εδράζεται στα γεγονότα που αφορούν την επιβολή του τόκου δηλαδή τους όρους των διαφόρων συμφωνιών αναφορικά με τους τόκους, ενδεχόμενες μεταβολές στα επιτόκια κατά τη λειτουργία των λογαριασμών και οι τόκοι που πράγματι χρεώθηκαν. Τα γεγονότα αυτά δικογραφούνται και θα πρέπει να παρουσιαστούν από την Ενάγουσα στην προσπάθεια της να τεκμηριώσει τις αξιώσεις της. Η Ενορκη Δήλωση του Εναγόμενου 3 δεν αναφέρεται σε κάποιο γεγονός το οποίο οι Εναγόμενοι 3 - 5 επιθυμούν να δικογραφήσουν. Δεν υπάρχει καμιά αναφορά στις ουσιαστικές περιστάσεις της υπόθεσης που οι Εναγόμενοι 3 - 5 θα ήθελαν να προβάλουν. Στις επί του προκειμένου παραγράφους της Ενορκης Δήλωσης αναφέρεται: «
- Εχουμε προς αυτό καταχωρήσει την ανωτέρω αίτηση τροποποίησης της Υπεράσπισής μας προσθέτοντας σημαντικές κατά τη γνώμη μας και κατόπιν συμβουλών που έχουμε λάβει από τους δικηγόρους μας.
- Ως εκ τούτου έχουμε τροποποιήσει σε σημαντικό βαθμό την Εκθεση Υπεράσπισης που έχει καταχωρήσει ο ευπαίδευτος δικηγόρος από το γραφείο που εχειρίζετο προηγουμένως την υπόθεση, πάραυτα θεωρούμε ότι εξυπηρετεί τα συμφέροντα της δικαιοσύνης όπως καταχωρήσουμε ενώπιον του Δικαστηρίου τη προτεινόμενη θέση μας ώστε να παρατεθούν όλα τα γεγονότα τα οποία θα πρέπει να λάβει υπόψην του το Δικαστήριο κατά την έκδοση απόφασης και ώστε να μπορούμε να εγείρουμε όλα τα σχετικά θέματα κατά το στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας. ...
- Ως εκ των ανωτέρω οι εν λόγω τροποποιήσεις είναι αναγκαίες για να είμεθα σε θέση να προβάλουμε με σαφήνεια την Υπεράσπιση μας και να τεθούν όλα τα πραγματικά γεγονότα ενώπιον του Δικαστηρίου.» Ο ομνύοντας ούτε καν υιοθετεί ως ανταποκρινόμενους στην πραγματικότητα τους ισχυρισμούς γεγονότων που ανιχνεύονται στις προτεινόμενες παραγράφους. Δεν ισχυρίζεται ότι πράγματι οι Γενικοί Όροι Συναλλαγών είχαν διατυπωθεί εκ των προτέρων ή ότι δεν υπήρξε διαπραγμάτευση με την Τράπεζα. Ούτε ότι η συμφωνία της 3.5.2007 ετοιμάστηκε από την Τράπεζα ή ότι δεν επεξηγήθηκαν οι όροι της στους Εναγόμενους ή δεν τους δόθηκε η ευκαιρία να μελετήσουν τα έγγραφα. Ο Εναγόμενος 3 όφειλε να περιγράψει στην Ένορκη του Δήλωση τι κατά τη θέση των Εναγομένων συνέβηκε και τότε αυτά τα γεγονότα, ανάλογα διαμορφωμένα σε ισχυρισμούς, μπορούσε να τους επιτραπεί να τα προβάλουν στην Έκθεση Υπεράσπισης τους, αφού συνεκτιμούνταν και οι υπόλοιποι παράμετροι που συνυπολογίζονται προτού επιτραπεί μια τροποποίηση. Επομένως, δεν είναι δυνατό να επιτραπούν τροποποιήσεις που αφορούν στην εισαγωγή θέσεων γεγονότων. Εκείνο που ουσιαστικά προκύπτει από το περιεχόμενο της Ενορκης Δήλωσης του Εναγόμενου 3 είναι ότι οι Εναγόμενοι 3 - 5 επιθυμούν να εγείρουν νομικά θέματα. Μπορεί ποτέ να μην σκέφτηκαν ότι οι τόκοι που τους επιβλήθηκαν ήταν αντισυμβατικοί ή παράνομοι ή ότι οι συμφωνίες τους με την Τράπεζα αντιβαίνουν συγκεκριμένες νομοθεσίες. Όμως, εφόσον έστω και τώρα συμβουλεύονται ότι κάτι τέτοιο συμβαίνει είναι ορθό και δίκαιο να τους επιτραπεί να προβάλουν τις θέσεις τους αυτές. Αναφέρεται στη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. Αθηνοδώρου κ.α. ν. Κωνσταντίνου
(2000)1(Α) Α.Α.Δ. 615, 620 και Χρίστου ν. S.D. Clinic Co. Ltd
(2000)1(Γ) Α.Α.Δ. 2039, 2042-3) ότι η παρανομία πρέπει να εγείρεται ειδικά στη δικογραφία. Η παρανομία μπορεί να ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο, ανεξάρτητα από τη δικογραφία, εφόσον προκύπτει από τη μαρτυρία ότι η απαίτηση στοιχειοθετείται με αναφορά σε αυτή. Ακόμα, όμως, και αν πρόκειται για περίπτωση που το Δικαστήριο θα μπορούσε αυτεπάγγελτα να εξετάσει ζήτημα παρανομίας, είναι επιθυμητό και σκόπιμο όπου ο διάδικος θα επικαλεστεί παρανομία να εγείρει το ζήτημα στη δικογραφία του. Η Ενάγουσα δεν μπορεί να έχει οποιοδήποτε παράπονο ούτε τεκμηριώνεται βλάβη στα δικαιώματα της. Είναι στη βάση των δικών της στοιχείων και αξιώσεων που οι Εναγόμενοι εγείρουν τα νομικά ζητήματα. Ως εκ των ανωτέρω εκδίδεται διάταγμα για τροποποίηση της Εκθεσης Υπεράσπισης η οποία θα φέρει τίτλο «Εκθεση Υπεράσπισης των Εναγομένων 3 - 5» ως οι παραγράφοι της Αίτησης: (
- ii)για την εισαγωγή της νέας παρ.1(Ι) και 1(ΙΙ) διαφοροποιημένης με το εξής περιεχόμενο: «Η υπογραφείσα συμφωνία [...] και οι όροι που περιέχονται στην εν λόγω συμφωνία [...] είναι άκυροι και / ή καταχρηστικοί καθότι αντίκεινται στον Περί Άδικων και Καταχρηστικών Ρητρών Νόμο και συνεπώς δεν δύναται η Ενάγουσα να τους επικαλείται σε βάρος των Εναγομένων». (iii), (iv), (
- v)για την πρόσθεση της παρ.4 Α κάτωθι της παρ.4, (
- vi)και (vii). Η Τροποποιημένη Εκθεση Υπεράσπισης των Εναγομένων 3 - 5 να καταχωρηθεί μέσα σε δύο ημέρες από τη σύνταξη του παρόντος διατάγματος και αντίγραφο να παραδοθεί αυθημερόν στους δικηγόρους της Ενάγουσας. Η Απάντηση στην Τροποποιηθείσα Εκθεση Υπεράσπισης των Εναγομένων 3 - 5 να καταχωρηθεί εντός περαιτέρω δύο ημερών και αντίγραφο να παραδοθεί αυθημερόν στους δικηγόρους των Εναγομένων 3 - 5. Τα έξοδα που θα σπαταληθούν λόγω της τροποποίησης όπως και τα έξοδα της παρούσας Αίτησης, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον των Εναγομένων 3 - 5 και θα είναι εισπρακτέα στο τέλος της διαδικασίας στην αγωγή. (Υπ.).......................... Χ.Μαλαχτός Π.Ε.Δ. /ΚΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο