ΧΡΙΣΤΑΚΗΣ ΚΙΡΛΑΠΠΟΣ ν. SEA GREEN HOMES LTD κ.α., Αρ. υπόθεσης: 5725/2013, 5/2/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2016:A23 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. Αρ. υπόθεσης: 5725/2013 ΧΡΙΣΤΑΚΗΣ ΚΙΡΛΑΠΠΟΣ Παραπονούμενος ν
- SEA GREEN HOMES LTD
- ΑΝΤΡΕΑΣ ΠΕΤΡΟΥ Κατηγορούμενοι 5 Φεβρουαρίου, 2016 Εμφανίσεις: Για παραπονούμενο: κα Ε. Λουκά Για κατηγορούμενους 1 και 2: κ. Γ. Κούμα Κατηγορούμενος 2, παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Οι κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν δύο κατηγορίες. Η πρώτη κατηγορία αφορά το αδίκημα της έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα κατά παράβαση του άρθρου 305 Α
(1)του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
- Ειδικότερα, και σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, η κατηγορούμενη 1 εταιρεία και ο κατηγορούμενος 2 υπό την ιδιότητα του ως διευθυντής της, κατηγορούνται ότι κατά ή περί την 31.1.2013 εξέδωσαν προς όφελος του παραπονούμενου την επιταγή της ΣΠΕ Μαρκάσυκας Λτδ υπ' αριθμό 26138064 ημερομηνίας 31.1.2013 για το ποσό των €20.000, η οποία όταν παρουσιάστηκε προς πληρωμή δεν εξοφλήθηκε λόγω έλλειψης διαθέσιμων κεφαλαίων και η οποία παρέμεινε απλήρωτη για περίοδο πέραν των 15 ημερών από την παρουσίαση της. Η δεύτερη κατηγορία που αντιμετωπίζουν οι κατηγορούμενοι αφορά το αδίκημα της απόσπασης αγαθών με ψευδείς παραστάσεις κατά παράβαση των άρθρων 297 και 298 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
- Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, η κατηγορούμενη 1 εταιρεία και ο κατηγορούμενος 2 υπό την ιδιότητα του ως διευθυντής της κατηγορούνται ότι κατά ή περί την 31.1.2013 με σκοπό καταδολίευσης απέσπασαν από τον παραπονούμενο προϊόντα αξίας €20.000 με ψευδείς παραστάσεις συνιστάμενες στο ότι παρέστησαν στον παραπονούμενο ότι η επίδικη επιταγή, την οποία εξέδωσαν επ' ονόματι του, θα εξαργυρωνόταν κατά την παρουσίαση της προς πληρωμή. Προς απόδειξη της υπόθεσης του παραπονουμένου έδωσαν μαρτυρία στο Δικαστήριο δύο μάρτυρες, ο παραπονούμενος κ. Χριστάκης Κκίρλαππος (ΜΚ1) και ο κ. Παύλος Παπακώστας, υπεύθυνος στο τμήμα τρεχούμενων λογαριασμών της ΣΠΕ Μακράσυκας (ΜΚ2). Δεν θα αναφερθώ με λεπτομέρεια στα όσα ο κάθε μάρτυρας κατέθεσε στο Δικαστήριο, αφού το σύνολο της μαρτυρίας είναι καταγεγραμμένο στα πρακτικά της διαδικασίας. Για σκοπούς πληρότητας της απόφασης μου θα παραθέσω μια σύνοψη της μαρτυρίας του καθενός εξ αυτών επισημαίνοντας τα σημεία εκείνα που κρίθηκαν σημαντικά σε σχέση με τα επίδικα θέματα ή για σκοπούς αξιολόγησης. Ο παραπονούμενος κ. Χριστάκης Κκίρλαππος (ΜΚ1), κατά την κυρίως εξέταση του ανέφερε ότι είναι ένας εκ των διευθυντών της εταιρείας Χριστάκης Κκίρλαππος Οικοτεχνική Λτδ (Τεκμήριο 1) και ότι περί τις 5.8.2008 η εταιρεία του συνήψε μαζί με την κατηγορούμενη 1 εταιρεία (η οποία ενεργούσε μέσω του κατηγορούμενου 2) συμφωνία (Τεκμήριο 4) για την ανέγερση, για λογαριασμό της κατηγορούμενης 1, μιας πολυκατοικίας. Μετά την υπογραφή της συμφωνίας, η εταιρεία Χριστάκης Κκίρλαππος Οικοτεχνική Λτδ ξεκίνησε τις εργασίες ανέγερσης και σε σχέση με αυτές ο αρχιτέκτονας του έργου εξέδωσε διάφορα διατακτικά πληρωμής (Τεκμήρια 5(α) και 5(β)) για συνολικό ποσό €72.577,
- Οι κατηγορούμενοι δεν πλήρωσαν τα ποσά των διατακτικών και η εταιρεία Χριστάκης Κκίρλαππος Οικοτεχνική Λτδ καταχώρησε την αγωγή 2245/2009 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας (Τεκμήριο 6) διεκδικώντας τα. Στα πλαίσια της αγωγής η εταιρεία Χριστάκης Κκίρλαππος Οικοτεχνική Λτδ εξασφάλισε διάταγμα που απαγόρευε στην κατηγορούμενη 1 εταιρεία να αποξενώσει ακίνητη περιουσία της (Τεκμήρια 7 και 8). Σύμφωνα με τον ΜΚ1, η πιο πάνω αγωγή τελικά διευθετήθηκε εξωδίκως στις 29.6.2010 και στα πλαίσια της διευθέτησης οι κατηγορούμενοι εξέδωσαν επ' ονόματι του 5 μεταχρονολογημένες επιταγές. Δύο εκ των επιταγών, κατόπιν παράκλησης του κατηγορούμενου 2, επιστράφηκαν σε αυτόν και το ποσό τους καταβλήθηκε σε μετρητά, εκτός από ένα υπόλοιπο €500 που παραμένει οφειλόμενο προς εξόφληση του ποσού της δεύτερης επιταγής. Η 3η επιταγή είναι η επίδικη (Τεκμήριο 2). Μετά που η επίδικη επιταγή κατέστη πληρωτέα ο ΜΚ1 την παρουσίασε προς πληρωμή καταθέτοντας την σε λογαριασμό της εταιρείας Χριστάκης Κκίρλαππος Οικοτεχνική Λτδ. Στις 20.2.2013 ειδοποιήθηκε από την τράπεζα ότι η επιταγή δεν πληρώθηκε και επιστράφηκε με την ένδειξη να παρουσιαστεί ξανά - ανεπαρκή υπόλοιπα και ο λογαριασμός παγοποιήθηκε - ΚΑΠ. Η επιταγή παρέμεινε απλήρωτη για διάστημα πέραν των 15 ημερών από την παρουσίαση της και παρά τις υποσχέσεις του κατηγορουμένου 2 ότι θα την εξοφλούσαν, δεν το έπραξαν μέχρι σήμερα. Αντεξεταζόμενος ο ΜΚ1 ανέφερε ότι οι 5 προαναφερόμενες επιταγές λήφθηκαν για να αποσυρθεί η αγωγή 2245/2009 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας. Ερωτήθηκε γιατί οι επιταγές εκδόθηκαν στο όνομα του αντί στο όνομα της εταιρείας Χριστάκης Κκίρλαππος Οικοτεχνική Λτδ που ήταν η Ενάγουσα στην αγωγή και απάντησε ότι όταν ο κατηγορούμενος 2 εξέδιδε τις επιταγές «απλώς έγραψε το όνομα μου αντί το όνομα της εταιρείας». Ανέφερε επίσης κατά την αντεξέταση του ότι μετά που η επίδικη επιταγή επιστράφηκε απλήρωτη μίλησε αλλά και συναντήθηκε με τον κατηγορούμενο 2 ο οποίο του υποσχόταν ότι θα του πλήρωνε το ποσό. Δεύτερος μάρτυρας κατηγορίας ήταν ο κ. Παύλος Παπακώστας, υπεύθυνος στο Τμήμα Τρεχούμενων Λογαριασμών της ΣΠΕ Μαρκάσυκας (ΜΚ2). Σύμφωνα με τον ΜΚ2 η επίδικη επιταγή εκδόθηκε από λογαριασμό που η κατηγορούμενη 1 εταιρεία διατηρεί στην ΣΠΕ Μακράσυκας και δικαίωμα να υπογράφει για το συγκεκριμένο λογαριασμό έχει ο κατηγορούμενος
- Ανέφερε επίσης ότι η επιταγή παρουσιάστηκε για πληρωμή όμως στις 20.2.2013 επιστράφηκε απλήρωτη με την ένδειξη «Να παρουσιαστεί ξανά - ανεπαρκή υπόλοιπα» και «ο λογαριασμός παγοποιήθηκε - ΚΑΠ». Κατά την αντεξέταση του, ο ΜΚ2 ανέφερε ότι ο λογαριασμός της κατηγορούμενης 1 εταιρείας είχε καταχωρηθεί στο ΚΑΠ στις 13.12.2010, ότι στις 24.1.2011 είχε διαγραφεί από το ΚΑΠ και ότι ξανακαταχωρήθηκε στο ΚΑΠ στις 16.6.2011 όπου βρισκόταν μέχρι 20.02.13 όταν η επιταγή επιστράφηκε απλήρωτη. Μετά το πέρας της παρουσίασης της υπόθεσης για την κατηγορία, ο κατηγορούμενος 2 προέβη σε ανόμωτη δήλωση στην οποία ανέφερε « Δεν έχω καμία σχέση με την υπόθεση. Είμαι αθώος». Κατά την αξιολόγηση των μαρτύρων, έχω κατά νου τη σημασία που πρέπει να αποδοθεί στο περιεχόμενο της μαρτυρίας τους, την ποιότητα της, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων που έδιναν - τόσο κατά την κυρίως εξέταση αλλά και κατά την αντεξέταση τους. Έλαβα περαιτέρω υπόψη την λογικοφάνεια και αληθοφάνεια των θέσεων τους, την ύπαρξη υπερβολών ή ουσιωδών αντιφάσεων στη μαρτυρία τους καθώς και την ύπαρξη οποιουδήποτε προσωπικού συμφέροντος και προκατάληψης. Έχω επίσης κατά νου ότι η αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα είναι ατομική αλλά η μαρτυρία δεν πρέπει να αξιολογείται μικροσκοπικά ή αποσπασματικά αλλά και ως σύνολο, στη βάση μιας ενιαίας λογικής προσέγγισης[1]. Πέραν από την ατομική κρίση αναφορικά με την αξιοπιστία του κάθε μάρτυρα, έχω αντιπαραβάλει και διερευνήσει την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων, συνεκτιμώντας την στο πλαίσιο του συνόλου της μαρτυρίας που παρουσιάστηκε κατά τη δίκη[2]. Ο ΜΚ1 μου έχει κάνει θετική εντύπωση. Η κατάθεση του ήταν σαφής και σταθερή. Σημειώνω ότι η αλήθεια των όσων ανέφερε δεν αμφισβητήθηκε κατά την αντεξέταση του το εύρος της οποίας ήταν περιορισμένο και στόχευε ουσιαστικά στο να διευκρινίσει κάποια σημεία σε σχέση με τα γεγονότα. Αποδέχομαι πλήρως τη μαρτυρία του ως αληθινή και αξιόπιστη. Θετική εντύπωση έκανε και ο ΜΚ2, ο οποίος ήταν μάρτυρας ανεξάρτητος και αμερόληπτος. Και πάλιν η μαρτυρία του δεν αμφισβητήθηκε κατά την αντεξέταση η οποία είχε περισσότερο διευκρινιστικό χαρακτήρα. Όσα κατέθεσε γίνονται αποδεκτά. Σημειώνω ότι από την πλευρά της Υπεράσπισης δεν προσκομίστηκε οποιαδήποτε μαρτυρία προς αντίκρουση των θέσεων της κατηγορούσας αρχής. Η δε ανόμωτη δήλωση του κατηγορούμενου 2, δεν μπορεί σαφώς να εξισωθεί με μαρτυρία αλλά ούτε και μπορεί να αντικρούσει μαρτυρία η οποία έχει κριθεί ως αξιόπιστη[3]. Σημειώνω περαιτέρω ότι η έκδοση της επιταγής από τον κατηγορούμενο 2 εκ μέρους της εταιρείας επίσης δεν αμφισβητήθηκε κατά την αντεξέταση. Στη βάση της αξιολόγησης της μαρτυρίας, καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα αναφορικά με τα ουσιώδη γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση: (α) Η κατηγορούμενη 1 εταιρεία συνήψε συμφωνία με την εταιρεία Χριστάκης Κκίρλαππος Οικοτεχνική Λτδ για την ανέγερση πολυκατοικίας (Τεκμήριο 4). (β) Σε σχέση με τις εργασίες που εκτέλεσε η εταιρεία Χριστάκης Κκίρλαππος Οικοτεχνική Λτδ για την ανέγερση της πολυκατοικίας εκδόθηκα διατακτικά πληρωμής για συνολικό ποσό €72.577,46 (Τεκμήρια 5(α) και 5(β)). (γ) Η κατηγορούμενη 1 εταιρεία δεν πλήρωσε τα εν λόγω διατακτικά και η εταιρεία Χριστάκης Κκίρλαππος Οικοτεχνική Λτδ καταχώρησε την αγωγή 2245/2009 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας σε σχέση με την οφειλή. (δ) Η αγωγή διευθετήθηκε εξωδίκως στις 29.6.2010 με την έκδοση από την κατηγορούμενη 1 προς όφελος του παραπονούμενου, 5 μεταχρονολογημένων επιταγών. (ε) Οι 2 πρώτες επιταγές επιστράφηκαν από τον παραπονούμενο στην κατηγορούμενη 1 εταιρεία κατόπιν παράκλησης του κατηγορούμενου 2 και σχεδόν ολόκληρο το ποσό τους πληρώθηκε σε μετρητά. (στ) Η 3η επιταγή είναι η επίδικη (Τεκμήριο 2), η οποία κατέστη πληρωτέα στις 31.1.
- (ζ) Η επίδικη επιταγή κατατέθηκε στην τράπεζα προς πληρωμή στις 18.2.2013 όμως επιστράφηκε στις 20.2.2013 με την ένδειξη «Να παρουσιαστεί ξανά - ανεπαρκή υπόλοιπα» και «Ο λογαριασμός παγοποιήθηκε - ΚΑΠ». (η) Η επίδικη επιταγή δεν πληρώθηκε μέχρι σήμερα παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις του παραπονούμενου προς τον κατηγορούμενο
- (θ) Ο λογαριασμός της κατηγορούμενης 1 εταιρείας από τον οποίο ήταν πληρωτέα η επίδικη επιταγή είχε καταχωρηθεί στο ΚΑΠ στις 13.12.2010, στις 24.1.2011 είχε διαγραφεί από το ΚΑΠ και ξανακαταχωρήθηκε στο ΚΑΠ στις 16.6.2011 όπου παρέμεινε μέχρι τις 20.02.13 οπόταν η επίδικη επιταγή επιστράφηκε απλήρωτη. Με δεδομένα τα πιο πάνω ευρήματα αναφορικά με τα γεγονότα, στρέφομαι να εξετάσω εάν τα γεγονότα αυτά στοιχειοθετούν τις κατηγορίες που αποδίδονται σε κάθε κατηγορούμενο[4]. Σαφώς το βάρος απόδειξης βρίσκεται στους ώμους της κατηγορούσας αρχής η οποία οφείλει να το αποσείσει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας[5]. Όπως ανέφερα και στην αρχή της απόφασης μου, οι κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν για το αδίκημα της έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα κατά παράβαση του άρθρου 305 Α
(1)του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, που προνοεί τα ακόλουθα: «
(1)Πρόσωπο το οποίο εκδίδει επιταγή η οποία, κατά ή μετά την ημερομηνία κατά την οποία κατέστη πληρωτέα, παρουσιάζεται στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε, δεν εξοφλείται λόγω έλλειψης διαθέσιμων κεφαλαίων του εκδότη της ή λόγω του ότι ο τραπεζικός λογαριασμός του εκδότη ήταν κλειστός κατά το χρόνο της παρουσίασης της επιταγής και παραμένει απλήρωτη για περίοδο δεκαπέντε ημερών από την παρουσίασή της, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και σε περίπτωση καταδίκης, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία χρόνια ή σε πρόστιμο που δεν υπερβαίνει τις πέντε χιλιάδες λίρες ή και στις δυο ποινές». Από το λεκτικό της πιο πάνω διάταξης, συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος που αποδίδεται στους κατηγορούμενους είναι τα ακόλουθα: (α) Η έκδοση επιταγής. (β) Η παρουσίαση της επιταγής στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε. (γ) Η παρουσίαση αυτή να έχει γίνει κατά ή μετά την ημερομηνία που η επιταγή κατέστη πληρωτέα. (δ) Η μη εξόφληση της επιταγής, η οποία να οφείλεται, είτε στην έλλειψη διαθεσίμων κεφαλαίων του εκδότη της, είτε στο ότι ο τραπεζικός λογαριασμός του ήταν κλειστός κατά το χρόνο παρουσίασης της επιταγής, και (ε) Η μη πληρωμή της επιταγής από τον εκδότη της εντός 15 ημερών από την παρουσίασή της στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε. Από τα ευρήματα του Δικαστηρίου σε σχέση με τα γεγονότα, προκύπτει αβίαστα ότι η κατηγορία έχει αποδειχθεί στο βαθμό που αφορά την κατηγορουμένη εταιρεία. Ο συνήγορος υπεράσπισης είχε εισηγηθεί κατά την αντεξέταση του ΜΚ1 ότι η επίδικη επιταγή είχε εκδοθεί άνευ ανταλλάγματος διότι, ενώ εκδόθηκε προς διευθέτηση της αγωγής 2245/2009 στην οποία ενάγουσα ήταν η εταιρεία Χριστάκης Κκίρλαππος Οικοτεχνική Λτδ, η επιταγή εκδόθηκε στο όνομα του ΜΚ1 προσωπικά. Δεν συμφωνώ με τη θέση αυτή. Η κατηγορούμενη 1 εταιρεία έλαβε καλό και νόμιμο αντάλλαγμα για την έκδοση της επιταγής και αυτό συνίστατο στην εξώδικη διευθέτηση της αγωγής 2245/2009 στην οποία ήταν εναγόμενη. Το γεγονός ότι η επιταγή εκδόθηκε στο όνομα του παραπονούμενου και όχι της εταιρείας Χριστάκης Κκίρλαππος Οικοτεχνική Λτδ δεν διαφοροποιεί αυτό το δεδομένο. Ο παραπονούμενος ήταν νόμιμος κομιστής της επίδικης επιταγής αφού αυτή εκδόθηκε επ' ονόματι του έναντι καλού και νόμιμου ανταλλάγματος. Επί του ζητήματος αυτού επισημαίνω και την καθοδήγηση από το Εφετείο όπως ξεκάθαρα διατυπώθηκε στην Nikiforos Technologies Ltd v Στυλιανού Χρήστου, Ποινική Έφεση 18/2012, ημερομηνίας 16.4.2014 όπου τονίστηκε ότι «Η ίδια η έκδοση των επιταγών συνεπάγεται την ύπαρξη νομίμου ανταλλάγματος.» Στρέφομαι στον κατηγορούμενο 2 ο οποίος βρίσκεται αντιμέτωπος με την κατηγορία υπό την ιδιότητα του ως διευθυντής της κατηγορούμενης 1 εταιρείας στη βάση του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154. Η ευθύνη με βάση το άρθρο 305 Α
(1)του Κεφ. 154 βαραίνει τον εκδότη της επιταγής και σε περιπτώσεις επιταγών εταιρείας, εκδότης είναι η ίδια η εταιρεία και όχι ο διευθυντής που την υπογράφει και ο οποίος γενικά θεωρείται ως αντιπρόσωπος της εταιρείας[6]. Ο διευθυντής μιας εταιρείας μπορεί να κριθεί ένοχος ως συνεργός εφόσον η μαρτυρία αποδεικνύει ότι παρείχε βοήθεια ή παρακίνησε την εταιρεία στη διάπραξη του αδικήματος (actus reus) και ότι η διενέργεια των πράξεων αυτών συνοδευόταν από ένοχη διάνοια, ήτοι πρόθεση ή γνώση από μέρους του (mens rea)[7]. Στην απόφαση του Εφετείου Αθανάσιος Παυλόπουλος ν Skopy Shoe Factory Ltd
(2003)2 AAΔ 261 αναφέρθηκε ότι έστω και αν μπορούσε να θεωρηθεί πως το αδίκημα του άρθρου 305Α είναι αδίκημα απόλυτης ευθύνης, όσον αφορά συνεργό θα πρέπει να αποδεικνύεται ένοχη διάνοια ενώ επίσης πρέπει να αποδεικνύεται ότι η συνέργεια επιτελείται κατά τον χρόνο της υπογραφής της επιταγής. Το νοητικό μάλιστα στοιχείο για τον συνεργό είναι γενικά «στενότερο» και πιο αυστηρό από την περίπτωση του αυτουργού και απαιτεί την στοιχειοθέτηση πρόσθεσης ή γνώσης από μέρους του. Στην προκειμένη περίπτωση, με βάση τις αρχές της νομολογίας και έχοντας υπόψη τη μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον μου, η πλευρά του παραπονούμενου δεν έχει αποδείξει την υπόθεσή της εναντίον του κατηγορούμενου 2 στη συγκεκριμένη κατηγορία. Παρόλο που δεν έχει αμφισβητηθεί ότι ο κατηγορούμενος 2 είναι το πρόσωπο που υπέγραψε και εξέδωσε την επίδικη επιταγή, η μαρτυρία δεν επαρκεί ώστε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι κατά τον χρόνο έκδοσης της επιταγής, ήτοι στις 29.6.2010, ο κατηγορούμενος 2 γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει ότι δεν θα υπήρχαν στον λογαριασμό της κατηγορούμενης 1 εταιρείας διαθέσιμα κεφάλαια για την εξόφληση της κατά την ημερομηνία που κατέστη πληρωτέα. Δεν παραβλέπω ότι ο λογαριασμό της κατηγορούμενης 1 εταιρείας καταχωρήθηκε για πρώτη φορά στο ΚΑΠ στις 13.12.2010, όμως αυτό έγινε μετά την έκδοση της επίδικης επιταγής. Σημειώνω δε ότι ακολούθως διαγράφηκε από το ΚΑΠ στις 24.1.2011 για να ξανακαταχωρηθεί στις 16.6.
- Η περιστατική όμως αυτή μαρτυρία από μόνη της δεν μπορεί να οδηγήσει σε ασφαλές συμπέρασμα[8] για την ύπαρξη της απαραίτητης ένοχης διάνοιας, όπως η έννοια αυτή έχει ερμηνευτεί από την νομολογία. Σημειώνω ότι δεν έχει παρουσιαστεί κατάσταση λογαριασμού από την περίοδο έκδοσης της επίδικης επιταγής, κάτι που θα μπορούσε να αποτελέσει ισχυρή περιστατική μαρτυρία αναφορικά με το κατά πόσο ότι ο κατηγορούμενος 2 γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει ότι η επιταγή δεν θα πληρωνόταν κατά τον χρόνο που την εξέδιδε. Με αυτά τα δεδομένα, καταλήγω ότι δεν στοιχειοθετείται η συγκεκριμένη κατηγορία εναντίον του κατηγορούμενου
- Στρέφομαι στη 2η κατηγορία που αντιμετωπίζουν οι κατηγορούμενοι και που αφορά το αδίκημα της απόσπασης αγαθών με ψευδείς παραστάσεις κατά παράβαση των άρθρων 297 και 298 του Κεφ.
- Το άρθρο 297 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 προσδιορίζει την έννοια του όρου «ψευδής παράσταση», το δε άρθρο 298 δημιουργεί το αδίκημα. Οι συγκεκριμένες διατάξεις προβλέπουν τα ακόλουθα: «
- Ψευδής παράσταση είναι οποιαδήποτε παράσταση γεγονότος, παρελθόντος ή παρόντος, που γίνεται με λόγια, με έγγραφο ή με συμπεριφορά, η οποία είναι ψευδής στην πραγματικότητα και την οποία εκείνος που παριστάνει γνωρίζει ότι είναι ψευδής ή δεν πιστεύει ότι είναι αληθινή. 298.
(1)Όποιος με οποιαδήποτε ψευδή παράσταση και με σκοπό καταδολίευσης, αποκτά από άλλο ο,τιδήποτε που δύναται να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής, ή αποτελέσει αντικείμενο κλοπής, ή υποκινεί άλλο να παραδώσει σε οποιοδήποτε πρόσωπο τέτοιο πράγμα, είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε φυλάκιση πέντε χρόνων.» Από τις εν λόγω διατάξεις διαφαίνεται ότι για να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα πρέπει να συντρέχουν τα ακόλουθα: (α) H ύπαρξη παραστάσεων που να αποδίδονται στον κατηγορούμενο και οι οποίες όχι μόνο να είναι ψευδείς αλλά ο κατηγορούμενος να γνώριζε όταν προέβαινε σε αυτές ότι ήταν ψευδείς ή να μην πίστευε στο αληθές τους. Περαιτέρω αυτές να αφορούσαν γεγονός (ή γεγονότα) του παρελθόντος ή του παρόντος. Απλή έκθεση γνώμης ή υπόσχεση για μελλοντική συμπεριφορά δεν είναι ικανοποιητική για στοιχειοθέτηση ψευδών παραστάσεων. Το βάρος απόδειξης των ψευδών παραστάσεων εναποτίθεται στους ώμους της κατηγορούσας αρχής η οποία πρέπει να τις αποδείξει όπως τις επικαλείται στο κατηγορητήριο. (β) Η απόσπαση από τον παραπονούμενο οποιουδήποτε αγαθού που θα μπορούσε να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής, είτε αυτό είναι χρήματα ή άλλο αντικείμενο το οποίο πρέπει να περιγράφεται κατά τρόπο ικανοποιητικό. (γ) Πρέπει να υπάρχει και η πρόθεση προς εξαπάτηση. Στο κατηγορητήριο πρέπει να υπάρχει ισχυρισμός, ο οποίος να αποδειχθεί με μαρτυρία, ότι η ψευδής παράσταση και η απόσπαση μέσω αυτής των αγαθών έγινε ενώ ο κατηγορούμενος τελούσε υπό το κράτος πρόθεσης προς εξαπάτηση. Έχοντας υπόψη μου τα πιο πάνω, κρίνω ότι δεν έχει στοιχειοθετηθεί το εν λόγω αδίκημα τόσο σε σχέση με την κατηγορούμενη 1 εταιρεία όσο και σε σχέση με τον κατηγορούμενο 2. Αυτό διότι δεν υπάρχει ενώπιον μου επαρκής μαρτυρία ότι ο κατηγορούμενος 2 ή κάποιο άλλο πρόσωπο που μπορούσε να ενεργεί εκ μέρους της κατηγορούμενης 1 εταιρείας, γνώριζαν ή όφειλαν να γνωρίζουν ότι η επίδικη επιταγή δεν θα πληρώνοταν κατά την παρουσίαση τους. Επιπρόσθετα, δεν έχει προσκομιστεί μαρτυρία ότι δόθηκαν οποιεσδήποτε διαβεβαιώσεις προς τον παραπονούμενο σε σχέση με την εξόφληση της επίδικης επιταγής. Τέλος, η προσκομισθείσα μαρτυρία δεν αποδεικνύει στον απαιτούμενο βαθμό ούτε την ύπαρξη πρόθεσης εξαπάτησης του παραπονούμενου από τους κατηγορουμένους. Ενόψει όλων των πιο πάνω και για τους λόγους που έχω εξηγήσει, καταλήγω ότι η κατηγορούμενη 1 εταιρεία κρίνεται ένοχη στην 1η κατηγορία και αθωώνεται και απαλλάσσεται στη 2η κατηγορία. Ο κατηγορούμενος 2 αθωώνεται και απαλλάσσεται σε όλες τις κατηγορίες. Αναφορικά με τα έξοδα, ενόψει του ότι οι κατηγορούμενοι 1 και 2 εκπροσωπούνταν από τον ίδιο δικηγόρο και λαμβάνοντας υπόψη το αποτέλεσμα σε σχέση με έκαστο κατηγορούμενο, κρίνω ορθό όπως μην εκδώσω οποιαδήποτε διαταγή για έξοδα. ........... Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Scott Graham Brierley v Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 101/11, ημερομηνίας 19.7.2012 [2] Στυλιανίδης ν Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056 [3] R. ν Frost
(1964)64 Cr. App. R. 284, Vrakas and another v Republic
(1973)2 C.L.R. 139, Themistokleous v Police
(1981)2 C.L.R. 200, Anastassiades v Republic
(1977)2 C.L.R. 97 και Σάββα Θεοχάρους & Υιός Λτδ ν Χρίστου Ορφανίδη, Ποινικές Εφέσεις 102/2014 και 115/2015, ημερομηνίας 23.10.2015. [4] Λοϊζου v Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, Σωτηριάδης v Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482, Γενικός Εισαγγελέας v Σπύρου
(2002)2 ΑΑΔ 71 και Sener Erbekci v Δημοκρατίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 434 [5] Charitonos v The Republic
(1971)2 C.L.R.40 και Woolmighton v D.P.P.
(1935)AC 462 [6] Bondina Ltd v Rollaway Shower Blinds Ltd [1986] 1 W.L.R. 517 [7] Σχετικό το σύγγραμμα Blackstone's Criminal Practice 2000, σελ. 70, παράγραφος Α. 5.2 καθώς και οι Johnson v Youden [1950] 1 K.B. 455 και National Coal Board v Gamble[1959] 1K.B. 11 [8] Fournaris v Republic
(1986)2 C.L.R. 73 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο