Κυριακούλα (Κίκα) Προκοπίου κ.α. ν. Άντρη Αντωνιάδου υπό την ιδιότητα της ως Ειδική Διαχειρίστρια της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 1464/2014, 11/2/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2016:A26 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Ηλ. Γεωργίου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1464/2014 Μεταξύ:
- Κυριακούλα (Κίκα) Προκοπίου
- Ανδρέα Προκοπίου Εναγόντων -και-
- Άντρη Αντωνιάδου υπό την ιδιότητα της ως Ειδική Διαχειρίστρια της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd
- Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ
- Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου
- Κυπριακή Δημοκρατία δια του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας Εναγομένων Αίτηση τροποποίησης ημερ. 13.5.15 11 Φεβρουαρίου, 2016 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες - Αιτητές: κ. Σ. Σωτηρίου για Δημητρίου & Δημητρίου ΔΕΠΕ (για ν΄ακούσει απόφαση η κα Βαρναβίδη) Για Εναγόμενη 1: κ. Στυλιανού (για ν΄ακούσει απόφαση η κα Τσαλακού) Για Εναγομένους 2: κα Θούπου για Χρυσαφίνης & Πολυβίου ΔΕΠΕ Για Εναγόμενη 3: κα Σάββα για Α.Ευαγγέλου & Σία ΔΕΠΕ Για Εναγομένη 4: Καμία Εμφάνιση ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ
- Οι Ενάγοντες - αιτητές με την παρούσα αίτηση επιζητούν την τροποποίηση του κλητηρίου εντάλματος και ειδικότερα την τροποποίηση του τίτλου της αγωγής με την απάλειψη του ονόματος της Εναγομένης 1 και την αντικατάσταση της ως ακολούθως: «CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LTD δια του Ειδικού Διαχειριστή και/ή Ειδικής Διαχειρίστριας και/ή οποιουδήποτε άλλου εξουσιοδοτημένου προσώπου δυνάμει του Περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμου 17(Ι)/2013 ..». Περαιτέρω δε, επιζητούν την τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης με την διαγραφή και την προθήκη ισχυρισμών μεταξύ άλλων, για βαριά αμέλεια των εναγομένων.
- Η αίτηση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.25, Δ.9, Δ.12, Δ.39, Δ.48 θ. 1-9 και συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση της Ενάγουσας 1 στην οποία μεταξύ άλλων αναφέρεται ότι η αναγκαιότητα για τροποποίηση του τίτλου της αγωγής ως περιγράφεται πιο πάνω καθίσταται αναγκαία λόγω της παραίτησης της κας Άντρης Αντωνιάδου ως ειδικής διαχειρίστριας της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd περί την 3.3.
- Περαιτέρω δε η αναγκαιότητα τροποποίησης της Έκθεσης Απαίτησης, με την προσθήκη ισχυρισμών προέκυψε από το γεγονός ότι περιήλθε στην αντίληψη των δικηγόρων τους νέα στοιχεία και νέα έγγραφα που υποδεικνύουν τις παραλείψεις και τις αμελείς πράξεις των εναγομένων τα οποία δεν ήταν σε γνώση τους κατά το χρόνο σύνταξης και καταχώρησης του κλητηρίου εντάλματος. Περαιτέρω ορισμένες εκ των αιτούμενων τροποποιήσεων συνίστανται σε εκ παραδρομής καλόπιστες παραλείψεις που τελέστηκαν κατά την σύνταξη της έκθεσης απαίτησης.
- Η εναγόμενη 2 συγκατατέθηκε στην έκδοση του αιτούμενου διατάγματος ενώ οι εναγόμενοι 1 και 3 έφεραν ένσταση στην αιτούμενη τροποποίηση και μεταξύ άλλων προβάλλουν ότι: (α) δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την έγκριση του αιτήματος (β) Η Δ.25 θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας δεν τυγχάνει εφαρμογής αφού δημιουργείται νέο αγώγιμο δικαίωμα και μεταβάλλεται εξ ολοκλήρου ο χαρακτήρας της παρούσας αγωγής, (γ) θα προκληθεί καθυστέρηση στην διαδικασία (δ) οι αιτητές δεν δικαιολογούν την αναγκαιότητα τροποποίησης (ε) δεν εξειδικεύονται οι επιδιωκόμενες τροποποιήσεις (στ) επιδιώκεται η αντικατάσταση διαδίκου με νέο αφού η αγωγή καταχωρήθηκε προσωπικά εναντίον της Άντρης Αντωνιάδου.
- Οι αρχές οι οποίες διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου αναφορικά με την τροποποίηση δικογράφων έχουν συνοψιστεί από τον πρώην Πρόεδρο του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Γ. Πική στην υπόθεση Φοινιώτης v. Green Navigation
(1989)1Ε Α.Α.Δ. 33 ως εξής:
(1)«Η τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης.
(2)Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στην συγκεκριμένη υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διαδίκου.
(3)Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στην διατύπωση των θέσεων του αιτητή ποικίλλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση.
(4)Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης υπεράσπισης. Στο στάδιο αυτό όμως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη και τον εκτροχιασμό της δίκης από την προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου. Στην υπόθεση Hipgrave v. Case 28 Ch. D.361 υποδείχθηκε ότι το Δικαστήριο αντιμετωπίζει με διστακτικότητα αιτήσεις για τροποποίηση της δικογραφίας κατά τη δίκη». (Βλ. και Γραμμές Στρίντζη v. Επίσημου Παραλήπτη
(1995)1 Α.Α.Δ. 607).
- Σταθερή γραμμή της Νομολογίας επιβεβαιώνει ως θεμελιακή αρχή πως τροποποίηση δικογράφων είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που αυτό κρίνεται αναγκαίο για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για την αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Ακόμη και στις περιπτώσεις που επιδιώκεται νέα βάση αγωγής, η αίτηση τροποποίησης δεν είναι καταδικασμένη σε αποτυχία, αλλά εξετάζεται και συνεκτιμάται υπό το πρίσμα του συνόλου των στοιχείων της δεδομένης περίπτωσης. Το συμφέρον της δικαιοσύνης συνιστά, σε κάθε περίπτωση, κυρίαρχο παράγοντα, κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου να επιτρέπει τροποποίηση. (Βλ. Icos Cif Ltd ν.
- Μartin Coward κ.α. Πολ. Εφέσεις αρ. 137/2013 και 138/2013 ημερ. 20.3.2014)
- Κατ΄αρχήν θα εξεταστεί η εισήγηση του ευπαιδεύτου συνηγόρου της εναγομένης 1 - καθ΄ης η αίτηση ότι με την αιτούμενη τροποποίηση αντικαθίσταται διάδικος και προστίθεται νέος. Το κλητήριο που καταχωρήθηκε μεταξύ άλλων προσώπων στρεφόταν και εναντίον της «Άντρης Αντωνιάδου υπό την ιδιότητα της ως Ειδική Διαχειρίστρια της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd δυνάμει του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμου 17(Ι)/2013 .» (η έμφαση δική μου). Όπως διαφαίνεται από τον τίτλο του κλητηρίου εντάλματος η αγωγή δεν στρέφεται προσωπικά εναντίον της κας Άντρης Αντωνιάδου αλλά στρέφεται εναντίον αυτής υπό την ιδιότητα της ως διαχειρίστρια. Σύμφωνα με τον περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμου 17(Ι)/2013 η Αρχή Εξυγίανσης δηλαδή η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου δύναται να διορίσει ειδικό διαχειριστή ο οποίος αναλαμβάνει την διοίκηση του ιδρύματος που υπόκειται σε εξυγίανση σύμφωνα με τους όρους της πράξης διορισμού και των σκοπών διορισμού (βλ. άρθρα 2 και 14 του πιο πάνω Νόμου). Ως αναφέρεται, η ειδική διαχειρίστρια έχει παραιτηθεί και έτσι οι Αιτητές επιζητούν την αιτούμενη τροποποίηση με την οποία και πάλιν εναγόμενο πρόσωπο είναι η Cyprus Popular Bank Public Co Ltd πλην όμως με την επιδιωκόμενη τροποποίηση δεν καθορίζεται ονομαστικά ο διαχειριστής του υπό εξυγίανση προσώπου. Εκείνη που ουσιαστικά ενάγεται είναι η Cyprus Popular Bank Public Co Ltd μέσω του διαχειριστή και όχι η κα Άντρη Αντωνιάδου υπό την προσωπική της ιδιότητα. Συνακόλουθα η εισήγηση του συνηγόρου της εναγομένης 1 - καθ΄ης η αίτηση περί αντικατάστασης διαδίκου δεν με βρίσκει σύμφωνο και απορρίπτεται. 7.1 Στη συνέχεια θα εξεταστεί η εισήγηση των συνηγόρων των εναγομένων 1 και 3 - καθ΄ων η αίτηση ότι η Δ.25 θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας δεν τυγχάνει εφαρμογής αφού με αυτή δεν επιδιώκεται η τροποποίηση της παρούσας αγωγής αλλά η δημιουργία αγώγιμου δικαιώματος εναντίον των καθ΄ων η αίτηση. 7.2 Όπως αναφέρθηκε πιο πάνω η εισαγωγή νέας βάσης ή ακόμα και η ριζική τροποποίηση του δικογράφου δεν αποτελεί από μόνη της λόγο για την απόρριψη αίτησης τροποποίησης. Όμως η εισαγωγή νέας αιτίας αγωγής η οποία δεν υπήρχε όταν καταχωρήθηκε το κλητήριο ένταλμα αλλά προέκυψε μετά κατά κανόνα δεν επιτρέπεται. Επισημαίνεται εδώ ότι η τροποποίηση θεωρείται ότι ανατρέχει στον χρόνο καταχώρισης του αρχικού δικογράφου. Όπως αναφέρεται στο Supreme Court Practice 1985 παρ.. 20/5 σελ. 338-
- «An amendment duly made . takes effect, not from the date when the amendment is made, but from the date of the original document which it amends . Thus, when an amendment is made to the writ, the amendment dates back to the date of the original issue of the writ and the action continues as though the amendment had been inserted from the beginning 'The writ as amended becomes the origin of the action, and the claim thereon indorsed is substituted claim originally indorsed' ..». Είναι, συνεπώς, ανεπίτρεπτο να διαταχθεί τροποποίηση που να εισάγει βάση αγωγής η οποία δεν υπήρχε κατά τον χρόνο καταχώρισης του αρχικού δικογράφου αλλά προέκυψε μεταγενέστερα. Μάλιστα, όπως σχολιάζεται στην υπόθεση International Marine Services Company Ltd v MTR Metals (Overseas) Ltd
(1995)1 ΑΑΔ 77, υπάρχει η δυνατότητα διαγραφής αιτίας αγωγής που θεμελιώνεται σε γεγονότα μεταγενέστερα της καταχώρισης, ακόμα και αν η διεύρυνση έγινε εκ συμφώνου. Διακρίνεται η περίπτωση από εκείνη στην οποία τροποποιούνται τα δικόγραφα σε σχέση με γεγονότα τα οποία προέκυψαν μετά την καταχώριση της αγωγής και τα οποία ο διάδικος επικαλείται για υποστήριξη της αρχικής αιτίας αγωγής. Η τροποποίηση και το τροποποιημένο κλητήριο αναφέρονται στην ημερομηνία έκδοσης του αρχικού κλητηρίου και η αγωγή συνεχίζεται ως εάν η τροποποίηση περιλαμβανόταν από την αρχή. Στην υπόθεση Sneade v Wotherton Barytes and Lead Mining Company
(1904)1 K.B.295 στη σελ.297, ο Collins M.R. είπε: "It appears to me that the writ as amended becomes for this purpose the original commencement of the action, notwithstanding the fact that the writ originally claimed a larger sum. The reason why the judges have always held that the question on what terms such an amendment should be allowed requires very careful consideration, is that, except in so bar as such terms may provide to the contrary, the leave to amend involves that the claim as amended may be treated as if it were the original claim in the action." 7.3 Στην υπόθεση Eshelby v Federated European Bank, Limited
(1932)1 K.B. 254, ο ενάγων με το αρχικό κλητήριο ζητούσε πληρωμή μίας δόσης χρημάτων δυνάμει ενός εγγράφου. Μετά την έκδοση του κλητηρίου εντάλματος ο εναγόμενος παράλειψε την πληρωμή άλλης δόσης. Ο ενάγων ζήτησε άδεια τροποποίησης για να περιλάβει στην ίδια αγωγή τη δεύτερη δόση. Ο επίσημος Διαιτητής, στον οποίο η αγωγή είχε παραπεμφθεί, έδωσε άδεια τροποποίησης με την προσθήκη του ποσού της δεύτερης δόσης. Το Δικαστήριο αποφάσισε ότι δεν μπορούσε να το πράξει. Η παράλειψη πληρωμής της δεύτερης δόσης ήταν ξεχωριστή αιτία αγωγής, η οποία δεν υφίστατο στο χρόνο έκδοσης του κλητηρίου, και ως εκ τούτου, δεν μπορούσε να δοθεί άδεια για τροποποίηση. Ο Δικαστής Swift στη σελ. 259 είπε: "He has allowed the plaintiff to bring into this action an entirely fresh cause of action, arising after this action had been started, and he has done that without the consent of the defendants." Αφού έκαμε αναφορά στη γνώμη του Bowen L.J. στην υπόθεση In Tottenham Local Board of Health v Lea Conservancy Board, 2 Times L.R. 410, ότι τροποποίηση δεν μπορεί να επιτραπεί όταν αναφέρεται σε αίτια αγωγής η οποία δεν υφίστατο στο χρόνο της έκδοσης του κλητηρίου, παράθεσε την Ιρλανδική υπόθεση Creed v Creed
(1913)1 I.R. 48,50 και κατέληξε στις σελ. 262-263: "I do not think the Court could possibly alter the writ in that way. It could not make an amendment to say that the writ had not been issued until some date after January
- It seems to me, therefore, that this amendment never ought to have been made and that this judgment, so far as it is for more than the 4711, 6s, which was originally claimed, is bad and must be set aside." Στην απόφαση Tilcon Ltd v Land Investments Ltd
(1987)1 All E.R. 615 το Αγγλικό Εφετείο υιοθέτησε και εφάρμοσε την απόφαση στην υπόθεση Eshelby, ανωτέρω. Αποφασίστηκε ότι: "It had long been accepted that because an amendment related back to the date of the original pleading no new cause of action accruing since the original pleading would be allowed by amendment." (βλ. Gaber v The Cyprus Ship "Poseidonia" κ.ά.
(1990)1 ΑΑΔ 990). 7.4 Οι ενάγοντες με κλητήριο ειδικώς οπισθογραφημένο αξιώνουν μεταξύ άλλων, διάταγμα με το οποίο να ακυρώνονται τα αξιόγραφα, αποζημιώσεις για ζημιές που υπέστησαν συνεπεία πλημμελούς εποπτείας και/ή αμέλειας των εναγομένων. Στην δε έκθεση απαίτησης καθορίζονται, λεπτομέρειες κατ΄ισχυρισμόν αμέλειας της εναγομένης 3 και ειδικότερα αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι η εναγόμενη 3 ενώ γνώριζε ή και όφειλε να γνωρίζει τα προβλήματα που αντιμετώπιζε η τράπεζα και τον δόλιο τρόπο διάθεσης των αξιογράφων εντούτοις επέτρεψε και/ή αδιαφόρησε ως προς την διάθεση των συγκεκριμένων χρηματοοικονομικών μέσων από την εναγομένη 2 - τράπεζα στο κοινό. Περαιτέρω αναφέρεται, ότι δεν έλαβε τα ενδεικνυόμενα μέτρα για να ελέγξει ότι οι μέθοδοι προώθησης που εφαρμόζονταν από την εναγομένη 2 βρίσκονταν εντός των πλαισίων των προνοιών των νόμων και/ή κανονισμών και/ή οδηγιών, ότι παρέλειψε να λάβει οποιαδήποτε μέτρα προκειμένου η εναγομένη 2 - τράπεζα να συμμορφωθεί με τις πρόνοιες της νομοθεσίας, ότι αδιαφόρησε για τις δόλιες μεθόδους που μετερχόταν η εναγομένη 2 και γενικά ότι ενήργησε αμελώς. Προβάλλει δε διαζευκτικό ισχυρισμό ότι η εναγομένη 3 συνωμότησε με την τράπεζα να εξαπατήσει ή να παραπλανήσει τους ενάγοντες. Τα πιο πάνω σύμφωνα με τους συνηγόρους των εναγομένων 1 και 3 - καθ΄ων η αίτηση δεν συνιστούν βαριά αμέλεια και εισηγήθηκαν ότι με την επιδιωκόμενη τροποποίηση εισάγεται νέα βάση αγωγής, αυτή της βαριάς αμέλειας. Όπως έχει ήδη αναφερθεί με την αιτούμενη τροποποίηση στις λεπτομέρειες αμέλειας που δίδονται επιχειρείται και η εισαγωγή της φράσης «και/ή βαριάς αμέλειας» και περαιτέρω επιχειρείται, μεταξύ άλλων, η εισαγωγή ισχυρισμών ότι η εναγομένη 3 δεν εφάρμοσε συγκεκριμένες ευρωπαϊκές οδηγίες και κατά παράβαση των καθηκόντων τους και δεν επόπτευσαν ως όφειλαν και δεν προέβηκαν σε επαρκή έλεγχο. 7.5 Με το κλητήριο ένταλμα που καταχωρήθηκε αρχικά γίνεται αναφορά σε αμέλεια της εναγομένης 3 και παρατίθενται σχετικές λεπτομέρειες όπως έχουν σκιαγραφηθεί πιο πάνω. Με την δε επιδιωκόμενη τροποποίηση, επιχειρείται η διαγραφή και η προσθήκη ισχυρισμών όπως καθορίζονται στην αίτηση. Στην προκείμενη περίπτωση δεν εισάγεται νέα βάση αγωγής αφού ήδη υφίστανται ισχυρισμοί για αμέλεια, παρά το γεγονός ότι αυτή δεν τιτλοφορείται ως βαριά. Και έτσι να μην είχαν τα πράγματα, κάτι το οποίο δεν συμβαίνει, πρόκειται για βάση αγωγής η οποία υπήρχε κατά την καταχώριση του κλητηρίου. Όπως έχει ήδη επισημανθεί ακόμη και η εισαγωγή νέας βάσης αγωγής ή και η ριζική τροποποίηση του δικογράφου δεν αποτελεί από μόνη της λόγο για απόρριψη αίτησης τροποποίησης. Περαιτέρω δε, με την επιδιωκόμενη τροποποίηση δεν μεταβάλλεται ουσιωδώς και σε τέτοιο βαθμό η έκθεση απαίτησης ώστε να οδηγεί προς την κατεύθυνση της απόρριψης. Συνεπώς η σχετική εισήγηση δεν με βρίσκει σύμφωνο και απορρίπτεται. 8. Οι εναγόμενοι 1 και 3 - καθ΄ων η αίτηση εισηγήθηκαν ότι στην αίτηση δεν εξειδικεύονται οι αιτούμενες τροποποιήσεις και συνακόλουθα η αίτηση είναι αντικανονική. Όπως έχει ήδη αναφερθεί εκείνο που ουσιαστικά επιζητούν με την αιτούμενη τροποποίηση οι αιτητές είναι η αντικατάσταση του ονόματος της κας Άντρης Αντωνιάδου ως ειδικής διαχειρίστριας της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd με τον τρόπο που περιγράφεται πιο πάνω ως επίσης και την διαγραφή ισχυρισμών της έκθεσης απαίτησης και την αντικατάσταση τους με άλλους, όπως αναφέρονται στο επισυναπτόμενο κλητήριο ένταλμα που συνοδεύει την αίτηση (Τεκμ.Α με έντονα μαύρα γράμματα). Στο σύγγραμμα The Supreme Court Practice του 1982 σελ. 383 αναφέρονται τα ακόλουθα: «It is desirable to specify the intended amendments (see Lawrance v. Norreys, 36 Ch. D. p.217/; Derrick v. Williams, 55 T.L.R. 676) either by stating them (if short) in the body of summons or notice, or by referring to them, e.g. 'as set forth in red ink in the pleading annexed' or 'copy documents served herewith'». Με βάση όλα τα πιο πάνω κρίνω ότι οι αιτούμενες προσθήκες εξειδικεύονται με την απαραίτητη λεπτομέρεια και επάρκεια στην αίτηση και συνακόλουθα η σχετική εισήγηση των συνηγόρων των εναγομένων 1 και 3 δεν με βρίσκει σύμφωνο και απορρίπτεται. 9.1 Οι συνήγοροι των εναγομένων 1 και 3 εισηγήθηκαν ότι η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση είναι ασαφής, ανεπαρκής και αντικανονική ως επίσης δεν υφίσταται επαρκής αιτιολογία που να δικαιολογεί την τροποποίηση. 9.2 Η ένορκη δήλωση θα πρέπει να είναι σύμφωνη με την Δ.39 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και όπως έχει νομολογηθεί η ένορκη δήλωση δεν είναι δικόγραφο και δεν δύναται να περιέχει διαζευκτικούς ισχυρισμούς ως προς το τι ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα (βλ. Επιτροπή Σιτηρών Κύπρου ν Του Πλοίου «ARABELLA»
(2002)1Β ΑΑΔ 1033, El Fath Co. For International Trade S.A.E. v E.D.T. Shipping Ltd κ.ά.
(1992)1Β ΑΑΔ 1255). 9.3 Στην προκείμενη περίπτωση στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση αναφέρεται ότι η ανάγκη τροποποίησης του τίτλου κλητηρίου καθίσταται αναγκαία λόγω της παραίτησης της ειδικής διαχειρίστριας περί τις 3.3.2015 και περαιτέρω η ανάγκη τροποποίησης της έκθεσης απαίτησης έγκειται κυρίως στο ότι από την ημερομηνία καταχώρισης του κλητηρίου και μετέπειτα περιήλθε στην αντίληψη των δικηγόρων τους, νέα στοιχεία και νέα έγγραφα «που φανερώνουν ή υποδεικνύουν τις παραλείψεις και τις αμελείς πράξεις των εναγομένων» και τα οποία δεν ήταν σε γνώση τους κατά το χρόνο σύνταξης του κλητηρίου. Περαιτέρω αναφέρεται ότι μετά την καταχώριση του «νέα στοιχεία και γεγονότα ή δηλώσεις αξιωματούχων του κράτους ή αποκαλύψεις» έχουν δει το φως της δημοσιότητας με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί πιο ξεκάθαρη εικόνα σε σχέση με τα γεγονότα που αφορούν τις υποθέσεις αξιογράφων. Έτσι θεωρούν απαραίτητες τις προτεινόμενες τροποποιήσεις. Περαιτέρω επισημαίνει ότι ορισμένες εκ των αιτούμενων τροποποιήσεων συνίστανται σε καλόπιστες παραλείψεις χωρίς όμως να καθορίζονται. Ενόψει των πιο πάνω, το γεγονός ότι δεν εξειδικεύονται οι δηλώσεις και οι αποκαλύψεις των αξιωματούχων του κράτους αλλά και της ύπαρξης των πιο πάνω διαζευκτικών ισχυρισμών, ήταν η θέση των ευπαιδεύτων συνηγόρων των εναγομένων 1 και 3 ότι η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση είναι ανεπαρκής, ασαφής και αντικανονική. 9.4 Όπως έχει ήδη επισημανθεί, με την επιδιωκόμενη τροποποίηση εξειδικεύονται με την απαραίτητη λεπτομέρεια και επάρκεια οι αιτούμενες προσθαφαιρέσεις. Στην προκείμενη περίπτωση διαφαίνεται με σαφήνεια ότι η αναγκαιότητα τροποποίησης διαπιστώθηκε μετά την καταχώριση του κλητηρίου για τους λόγους που εξηγούνται πιο πάνω. Το γεγονός ότι υφίστανται κάποιοι διαζευκτικοί ισχυρισμοί όπως έχουν ήδη επισημανθεί δεν μεταβάλλουν με οποιοδήποτε τρόπο την ουσία ως προς το πραγματικό νόημα. Δεν πρόκειται για αντίθετους ή άλλους διαζευκτικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι μεταβάλουν ουσιωδώς το πραγματικό νόημα. Το γεγονός ότι δεν εξειδικεύονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, οι καλόπιστες παραλήψεις και τα νέα στοιχεία και γεγονότα που έχουν δει το φως της δημοσιότητας, ως αναφέρει η ενόρκως δηλούσα, δεν είναι ικανά να οδηγήσουν προς την κατεύθυνση της απόρριψης. Συνεπώς οι σχετικές εισηγήσεις δεν με βρίσκουν σύμφωνο και απορρίπτονται. 10.1 Όπως έχει ήδη επισημανθεί προβάλλονται ως λόγοι ένστασης ότι με την αιτούμενη τροποποίηση θα προκληθεί καθυστέρηση στην διαδικασία και θα προκληθεί αδικία στους εναγομένους 1 και 3. 10.2 Στην Χριστοδούλου v. Χριστοδούλου
(1991)1ΑΑΔ 934 αναφέρθηκε ότι η σύγχρονη τάση είναι να επιτρέπουν τα Δικαστήρια τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμα κι όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα. Στην ίδια απόφαση γίνεται αναφορά στην αγγλική υπόθεση Associated Leisure Ltd v. Associated Newspapers Ltd
(1970)2 All E.R. 754 στην οποία αναφέρονται τα εξής: "I start with the principle, well settled, than an amendment ought to be allowed, even if it comes late, if it is necessary to do justice between the parties, so long as any hardship done thereby can be compensated in money. That principle applies here". Και σε μετάφραση στα ελληνικά: «Ξεκινώ με την αρχή, που είναι καλά καθιερωμένη, ότι μια τροποποίηση πρέπει να επιτρέπεται έστω και αν ζητείται αργά, αν είναι αναγκαία, για να αποδοθεί δικαιοσύνη μεταξύ των διαδίκων, καθόσον οποιαδήποτε δυσχέρεια θα ήθελε προκληθεί από αυτή μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα. Αυτή η αρχή ισχύει εδώ». 10.3 Όπως έχει τονισθεί στην υπόθεση Χριστοδούλου ανωτέρω η σύγχρονη τάση είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες περιπτώσεις, έστω κι αν η αναγκαιότητα τροποποίησης είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης. Η πιο πάνω αρχή όμως περιορίστηκε στην υπόθεση Ταξί Κυριάκος Λτδ v. Ανδρέα Παύλου
(1995)1ΑΑΔ 560, όπου τονίστηκε ότι το ζήτημα εξακολουθεί να υπόκειται στην διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου που πρέπει να ασκείται έχοντας υπόψη το σύνολο των περιστατικών της υπόθεσης. Επίσης έχει νομολογηθεί ότι κατά την εξέταση του παράγοντα της καθυστέρησης πρέπει να λαμβάνεται υπόψη και η συμπεριφορά των μερών παρόλο που η ευθύνη για την διασφάλιση του δικαιώματος που κατοχυρώνεται από το Άρθρο 30.2 του Συντάγματος βαρύνει το Δικαστήριο (Βλ. Καυκαρής v. Δημοκρατίας
(1990)2ΑΑΔ 203, Χριστοδούλου v. Αστυνομίας
(1992)2 ΑΑΔ 84, Λυσιώτη v. Δημοκρατίας, Πολιτική Έφεση 10515/22.3.2000 και Union Alimentaria Sanders S.A. v. Spain, Series A, 157, Publication of the European Court of Human Rights, παραγ. 35
(1989), Δημοτικό Συμβούλιο Αγλαντζιάς v. Σωτηρούλας Χαρικλείδη και Δημοτικό Συμβούλιο Αγλαντζιάς v. Ζήνωνα Ποφαϊδη και άλλων Πολ. Εφέσεις 10719 και 10786 αντίστοιχα ημερ. 24/10/
- 10.4 Στην υπόθεση Astor Manufacturing ανωτέρω εγκρίθηκε τροποποίηση σε αίτηση που καταχωρήθηκε 11 χρόνια μετά την καταχώρηση της Αγωγής καθότι υποβλήθηκε σε μια γνήσια προσπάθεια κάλυψης όσων εκλήφθηκαν ως ελλείψεις της Έκθεσης Απαίτησης γιατί υποβλήθηκε καλόπιστα ως επίσης στην υπόθεση Χριστοδούλου ανωτέρω εγκρίθηκε τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης μετά που είχαν ακουσθεί 7 μάρτυρες. 10.5 Λίγα λόγια για το ιστορικό της υπόθεσης. Κλητήριο ειδικώς οπισθογραφημένο καταχωρήθηκε στις 10.6.2014 και σημείωμα εμφάνισης από μέρους των εναγομένων 1 και 3 καταχωρήθηκαν στις 10.7.2014 ενώ προηγουμένως καταχωρήθηκαν σημειώματα εμφάνισης και από τους υπόλοιπους εναγομένους. Η εναγόμενη 1 καταχώρησε υπεράσπιση στις 2.2.2015, η δε εναγομένη 2 στις 3.9.2014 και η εναγομένη 3 στις 21.10.
- Η εναγομένη 4 ακόμη δεν έχει καταχωρίσει έκθεση υπεράσπισης. Η επίδικη αίτηση καταχωρήθηκε στις 13.5.
- Όπως έχει νομολογηθεί εάν το συμφέρον της δικαιοσύνης το απαιτεί, τροποποίηση μπορεί να επιτραπεί ασχέτως εάν επιδείχθηκε αμέλεια ή καθυστέρηση από διάδικο (βλ. Icos Cif Ltd ν.
- Μartin Coward κ.α.). Στην προκείμενη περίπτωση λαμβανομένων υπόψη ότι η ακροαματική διαδικασία δεν έχει αρχίσει, το ιστορικό της υπόθεσης και των όσων αναφέρονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση σε σχέση με το χρόνο που διαπιστώθηκε η αναγκαιότητα τροποποίησης, κρίνω ότι δεν υφίσταται οποιαδήποτε καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης και δεν διαφαίνεται ότι θα προκληθεί καθυστέρηση σε περίπτωση που αυτή επιτύχει. Περαιτέρω δεν διαπιστώνεται καθοιονδήποτε τρόπο η ανυπαρξία καλής πίστης από μέρους των αιτητών. Σε περίπτωση που το αίτημα εγκριθεί, αδυνατώ να αντιληφθώ πώς θα επηρεαστούν δυσμενώς οι Εναγόμενοι και δεν εντοπίζεται οτιδήποτε που να επιφέρει αδικία σ΄ αυτούς λαμβάνοντας υπόψη ότι μπορεί να υπάρξει αποζημίωση με την επιδίκαση εξόδων. Δεν έχει καταδειχθεί κατάχρηση ή και κακοπιστία ή και οτιδήποτε άλλο που να οδηγεί προς την κατεύθυνση της απόρριψης της αίτησης.
- Συνακόλουθα εκδίδεται διάταγμα ως οι παράγραφοι Α και Β της αίτησης. Τροποποιημένο Κλητήριο να καταχωρηθεί εντός 15 ημερών από τη σύνταξη του διατάγματος νοουμένου ότι αυτό θα ζητηθεί εντός 5 ημερών από σήμερα και στη συνέχεια να ακολουθηθούν οι θεσμοί.
- Αναφορικά με τα έξοδα, όλα τα σπαταληθέντα επιδικάζονται υπέρ των εναγομένων 1, 2 και 3 - καθ΄ ων η αίτηση και εναντίον των αιτητών όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή στο τέλος. Σε σχέση με τα έξοδα της αίτησης, η εναγόμενη 2 συγκατατέθηκε στην αιτούμενη τροποποίηση σε αντίθεση με τους εναγομένους 1 και 3 οι οποίοι αδικαιολόγητα είχαν ένσταση. Με βάση τα πιο πάνω επιδικάζονται έξοδα υπέρ των εναγομένων 1, 2 και 3 - καθ΄ ων η αίτηση και εναντίον των εναγόντων - αιτητών μέχρι και την πρώτη εμφάνιση στα πλαίσια της αίτησης, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή στο τέλος. Σε σχέση με τις μεταγενέστερες εμφανίσεις, στα πλαίσια της αίτησης, καμία διαταγή για έξοδα αφού όπως έχει ήδη αναφερθεί αδικαιολόγητα υπήρξε ένσταση από μέρους των εναγομένων 1 και 3 - καθ΄ ων η αίτηση. (Υπ.) ........................................ Ηλ. Γεωργίου, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΑ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο