ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΧΑΡΙΛΑΟΥ ν.
- CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LTD δια του Ειδικού Διαχειριστή και/ή Ειδικής Διαχειρίστριας κ.α., Αρ. Αγωγής: 1582/2015, 16/2/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2016:A27 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρήστος Γ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1582/2015 Μεταξύ: ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΧΑΡΙΛΑΟΥ Ενάγοντα και
- CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LTD δια του Ειδικού Διαχειριστή και/ή Ειδικής Διαχειρίστριας και/ή οποιουδήποτε άλλου εξουσιοδοτημένου προσώπου δυνάμει του Περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμου 17(Ι)/2013 και/ή δυνάμει οποιουδήποτε άλλου Νόμου και/ή Κανονισμού
- ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ
- ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ
- ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΔΙΑ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ Εναγομένων Ημερομηνία: 16 Φεβρουαρίου,2016 Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα - Καθ΄ου η Αίτηση: Η κα Βαρναβίδου για κα Χριστίνα Χριστοφή Για την Εναγόμενη 3 - Αιτήτρια: Η κα Σκίτσα για Αλέκος Ευαγγέλου & Σία Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (Σε αίτηση για παραμερισμό του μέρους της αγωγής που πάσχει από ουσιώδη παρατυπία) Η παρούσα υπόθεση καταχωρήθηκε σε «Κλητήριο Ειδικώς Οπισθογραφημένον (O.2 r.6)» όπως τιτλοφορείται και περιέχει 25σέλιδη έκθεση απαιτήσεως με παροχή λεπτομερειών περί της αξίωσης του ενάγοντος από τους εναγόμενους και λεπτομερειών του δόλου και/ή απάτης και/ή παραπλάνησης του ενάγοντος και/ή ψευδών παραστάσεων και/ή βαριάς αμέλειας από την Cyprus Popular Bank Public Co Ltd και/ή την εναγόμενη 1 και/ή την εναγόμενη 2 όπως και διάφορες παραλείψεις εκτέλεσης των νομίμων καθηκόντων τους και λεπτομέρειες πλημμελούς εποπτείας και/ή ελέγχου και και/ή αμέλειας και/ή βαριάς αμέλειας των εναγομένων 3 και/ή
- Η εμπλοκή και ευθύνη των εναγομένων 1,2 και 3 για τις αξιώσεις του ενάγοντος, όπως τους καταλογίζονται, θα διαφανεί στη συνέχεια. Ο εναγόμενος 4 σύμφωνα με την παράγραφο 7 της έκθεσης απαιτήσεως ενάγεται υπό την ιδιότητα του ως ο νομικός σύμβουλος και/ή αντιπρόσωπος και/ή εκπρόσωπος του Κράτους, που ασκεί τις αρμοδιότητες που του δίδει το Σύνταγμα για λογαριασμό της Κυπριακής Δημοκρατίας. Το Κράτος ενάγεται λόγω αμέλειας και/ή βαριάς αμέλειας και/ή παράλειψης και/ή πλημμελούς εκτέλεσης των καθηκόντων των οργάνων και/ή αξιωματούχων και/ή υπαλλήλων του, κατά την άσκηση των καθηκόντων τους και/ή κατά την επίκληση της άσκησης των καθηκόντων τους. Οι αξιώσεις του ενάγοντος εναντίον όλων των εναγομένων θα μπορούσαν να καταταχθούν στο γενικότερο οικονομικό πλαίσιο που έχει διαμορφωθεί στη χώρα μας, απότοκο της οικονομικής κρίσης η οποία μαστίζει τη χώρα μας τα τελευταία χρόνια και ειδικότερα των γεγονότων που προκλήθηκαν και επήλθαν στην εύρυθμη λειτουργία του τραπεζικού συστήματος της χώρας, με όλες τις γνωστές δυσμενείς οικονομικές συνέπειες στους μετόχους τραπεζικών ιδρυμάτων, κατόχους διαφόρων άλλων τίτλων τους όπως αξιογράφων και ακόμα στους καταθέτες εντόκων γραμματίων των εναγομένων 1 και
- Όπως καταγράφεται στην Έκθεση Απαιτήσεως τα πιο πάνω οδήγησαν μεταξύ άλλων και στην θέσπιση του Περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμου (Ν.17(Ι)/2013). Στην προσπάθεια μετάδοσης στον αναγνώστη της παρούσας απόφασης μιας γενικής εικόνας, θα συνοψίσω στη συνέχεια τους ισχυρισμούς που προβάλλονται στην έκθεση απαιτήσεως. Με τον πιο πάνω Νόμο, η Cyprus Popular Bank Public Co Ltd στη συνέχεια «η εναγόμενη 1», τέθηκε υπό καθεστώς διαχείρισης και η Κεντρική Τράπεζα Κύπρου στη συνέχεια «η εναγόμενη 3» ορίστηκε ως η «Αρχή Εξυγίανσης» της. Η τελευταία διόρισε Ειδικό Διαχειριστή ή/και Ειδική Διαχειρίστρια της εναγόμενης
- Δυνάμει της Κ.Δ.Π. 104/2013 με τον τίτλο «Περί της Πώλησης Ορισμένων Εργασιών της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd Διάταγμα του 2013» η οποία εκδόθηκε δυνάμει του πιο πάνω νόμου, η εναγόμενη 3, υπό την πιο πάνω ιδιότητα της, απαίτησε και/ή διέταξε όπως η εναγόμενη 1 προβεί σε πώληση ορισμένων εργασιών της προς την Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, στη συνέχεια «η εναγόμενη 2», η οποία, κατ΄ισχυρισμό του ενάγοντος μεταβίβασε και/ή παραχώρησε και/ή μετέφερε όλα τα περιουσιακά στοιχεία και/ή τίτλους ιδιοκτησίας και/ή δικαιώματα της και/ή υποχρεώσεις της και/ή τις συμφωνίες αγοράς αξιογράφων κεφαλαίου και/ή αξιογράφων ενισχυμένου κεφαλαίου και/ή αξιογράφων μετατρέψιμων σε μετοχές και/ή δικαιωμάτων απόκτησης μετοχών και/ή δικαιωμάτων απόκτησης αξιογράφων μετατρέψιμων σε μετοχές και/ή άλλως πως στην εναγόμενη 2, τα οποία τελούν υπό τον έλεγχο και/ή εποπτεία και/ή κρίση της εναγόμενης
- Ο ενάγων ισχυρίζεται ότι ήταν πελάτης της εναγόμενης 1 και/ή της εναγόμενης 2 και/ή άλλου τραπεζικού ιδρύματος εις την οποία διατηρούσε καταθέσεις, οι οποίες αποτελούσαν τις επί σειρά ετών αποταμιεύσεις και οικονομίες του, τις οποίες προόριζε για κάλυψη των βασικών αναγκών του ιδίου και της οικογένειας του, ώστε να μπορούν να ζουν με αξιοπρέπεια. Καταλογίζεται στις εναγόμενες 1 και 2, οι οποίες ενεργώντας διά των αντιπροσώπων ή αξιωματούχων ή υπαλλήλων τους κατά ή περί το 2008 και/ή την 24.04.2009 και/ή 28.04.2009 και/ ή προγενέστερα και/ή μεταγενέστερα ότι συνωμότησαν μεταξύ τους δόλια και/ή παράνομα και/ή κατόρθωσαν με δόλιο τρόπο και/ή σχεδιασμό και/ή αθέμιτες και/ή παραπλανητικές και/η απατηλές και/ή προμελετημένες τακτικές προώθησης και/ή συστηματικές και επανειλημμένες προσπάθειες και/ή οχλήσεις και /ή χρησιμοποιώντας ψευδείς παραστάσεις και/ή με παράνομη συμπεριφορά και ενέργειες και/ή σκόπιμες και/ή άλως πως ανέντιμες παραλείψεις να προσεγγίσουν και/ή να προτρέψουν και/ή καταδολιεύσουν και/ή να παραπλανήσουν και/ή να εξαναγκάσουν και/ή να δελεάσουν και/ή να πείσουν τον ενάγοντα όπως χρησιμοποιήσει τα αναφερόμενα κεφάλαια και/ή καταθέσεις που διατηρούσε στην εναγόμενη 1 και/ή στην εναγόμενη 2 και/ή σε άλλο τραπεζικό ίδρυμα προς τον σκοπό αγοράς και/ή απόκτησης αξιογράφων όπως αυτά περιγράφονται πιο πάνω και τα οποία θα έφεραν επιτόκιο 7%. Για τα πιο πάνω καταλογίζεται δόλος και απάτη στους εναγόμενους λεπτομέρειες των οποίων παρέχει υπό τον τίτλο «λεπτομέρειες δόλου και/ή απάτης και/ή παραπλάνησης του ενάγοντα και/ή ψευδών παραστάσεων και/ή βαριάς αμέλειας από την εναγόμενη 1 και/ή την εναγόμενη 2». Γίνεται λεπτομερής αναφορά στα ποσά και πότε τα διέθεσε για την αγορά αξιογράφων, τα οποία ανέρχονται στο συνολικό ποσό των €261.000,
- Πέραν του πιο πάνω ποσού αξιώνονται επίσης εναντίον όλων των εναγομένων προσωπικά και/ή αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα διάφορα διατάγματα που αφορούν την ακύρωση των συμβάσεων ή συμφωνιών για την αγορά των αξιογράφων και αξιώνονται επίσης αποζημιώσεις τιμωρητικές και/ή παραδειγματικές και/ή επαυξημένες. Δεν κρίνω σκόπιμο να παραθέσω τις παρεχόμενες λεπτομέρειες δόλου και/ή απάτης και/ή παραπλάνησης του ενάγοντος και/ή των ψευδών παραστάσεων και/ή βαριάς αμέλειας που καταλογίζονται στις εναγόμενες 1 και/ή την εναγόμενη 2, εφόσον από μόνος τους ο πιο πάνω τίτλος κάτω από τον οποίο καταγράφονται, είναι αρκετός για να καλύψει το μοναδικό ζήτημα που θα με απασχολήσει στη συνέχεια όπως τέθηκε μόνον από πλευράς της εναγόμενης 3 με την υπό εξέταση αίτηση. Με τη παρούσα λοιπόν αίτηση της η εναγόμενη 3 (στη συνέχεια «η αιτήτρια»), επιζητεί την έκδοση των ακόλουθων διαταγμάτων από το Δικαστήριο: (α) για παραμερισμό και/ή διαγραφή του μέρους του Ειδικώς Οπισθογραφημένου Κλητηρίου Εντάλματος που πάσχει από ουσιώδη παρατυπία, καθότι εγείρονται σε Ειδικώς Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα, ισχυρισμοί για δόλο και/ή απάτη (fraud) κατά παράβαση της Δ.2 Θ.6, (β) διαζευκτικά διάταγμα για παραμερισμό και/ή διαγραφή του Ειδικώς Οπισθογραφημένου Κλητηρίου Εντάλματος της παρούσας αγωγής, και καταχώριση Γενικώς Οπισθογραφημένο Κλητηρίου Εντάλματος, καθότι εγείρονται σε Ειδικώς Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα, ισχυρισμοί για δόλο και/ή απάτη (fraud) κατά παράβαση της Δ.2 Θ.6, (γ) διάταγμα για θεραπεία της παρατυπίας που υπάρχει στο Ειδικώς Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα που καταχώρισε ο ενάγων, καθότι εγείρονται σε αυτό ισχυρισμοί για δόλο και/ή απάτη (fraud) κατά παράβαση της Δ.2 Θ.6, (δ) διάταγμα για παράταση του χρόνου καταχώρισης της Έκθεσης Υπεράσπισης μέχρι την αποπεράτωση και/ή τελική εκδίκαση της παρούσας αίτησης. Η αίτηση στηρίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας και ειδικότερα αλλά χωρίς περιορισμό στη Δ.1, Δ.2 θ.θ.,6, Δ.48 θ.θ.,2,3,7,8,9 (u),Δ.59, Δ.64, θ.θ.1 και 2 στη σχετική και καθοδηγητική νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου και οποιαδήποτε άλλη σχετική νομολογία και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η αίτηση είναι τα εξής:
- Στις 26.08.2015 καταχωρίθηκε το Ειδικώς Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα από τον Ενάγοντα/ καθ΄ου η αίτηση το οποίο επιδόθηκε στην εναγόμενη 3/αιτήτρια στις 2.09.
- Στις 10.09.2015 η Αιτήτρια καταχώρισε Σημείωμα Εμφάνισης.
- Η παρούσα αίτηση καταχωρείται, καθότι η παρούσα αγωγή πάσχει από παρατυπία, αφού έχουν εγερθεί σε Ειδικώς Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα, μεταξύ άλλων, ισχυρισμοί και λεπτομέρειες για δόλο και/ή απάτη (fraud), αντί σε Γενικώς Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα, όπως απαιτείται δυνάμει της Διαταγής 2 Θεσμός 6 των θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και ως εκ τούτου απαιτείται ο παραμερισμός του μέρους του κλητηρίου εντάλματος το οποίο πάσχει.
- Ειδικότερα, ισχυρισμοί για δόλο και/ή απάτη εγείρονται στις παραγράφους 6, 9, 10, 11 (β), 12, 12(θ)(ιιι), 12 (ι), 12 (κ), 12(λ), 12 (ν), 12 (ξ), 14, 14(η), 14(κ), 18, 18(α), 18(β), 18(γ), 18(δ),22,26 καθώς επίσης στις αξιώσεις (Α)(Ζ) και (Θ) της Ειδικής Οπισθογράφησης.
- Όπως προκύπτει από τον φάκελο του Δικαστηρίου, η παρούσα αίτηση καταχωρείται αμέσως μόλις η πιο πάνω παρατυπία περιήλθε σε γνώση της Αιτήτριας και πριν η Αιτήτρια προβεί σε οποιοδήποτε νέο βήμα. Στην πιο πάνω αίτηση καταχωρήθηκε από πλευράς ενάγοντος ειδοποίηση περί της προθέσεως του να ενστεί η οποία βασίζεται στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.48 Θ. 1 - 4, Δ.39 Θ. 1, Δ.38 Θ. 1- 6 και Δ.51 και στον Περί Πολιτικής Δικονομίας (Τροποποιητικό) (Αρ.3) Διαδικαστικό Κανονισμό του 1999 Αρ. 5 και στους κανόνες της φυσικής δικαιοσύνης και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Ως λόγοι ένστασης προβάλλονται οι ακόλουθοι: «
- Η αίτηση πάσχει και/ή είναι νομικά και/ή ουσιαστικά και/ή τυπικά αβάσιμη και/ή απαράδεκτη και/ή δέον να απορριφθεί.
- Η αίτηση είναι κακόβουλη και/ή αστήριχτη και/ή έχει σαν μοναδικό σκοπό και/ή στόχο την κατάχρηση της διαδικασίας και/ή είναι ένα άσκοπο δικονομικό μέτρο ενόψει του γεγονότος ότι η κύρια αξίωση ως αυτή εμφαίνεται επί του ειδικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος, αφορά παράβαση και/ή ακυρότητα σύμβασης αγοράς αξιογράφων.
- Η αίτηση έχει καταχωρηθεί σε προηγμένο στάδιο της διαδικασίας και/ή με υπέρμετρη καθυστέρηση χωρίς να δίδεται οποιαδήποτε εξήγηση και/ή δικαιολογία προς τούτο.
- Η υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγή έχει καταχωριστεί σύμφωνα με τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας και/ή κατά τρόπο νομικά αποδεκτό.
- Ο ενάγων ορθά και/ή επιτρεπτά χρησιμοποίησε Ειδικώς Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα βάσει των Θεσμών, δεδομένου του ότι δεν υπάρχει υποχρέωση χρήσης καταχώρησης αγωγής επί γενικώς οπισθογραφημένου εντύπου, αλλά διακριτική ευχέρεια επιλογής του Τύπου.
- Η Αίτηση είναι παράτυπη καθότι δεν συνοδεύεται από ένορκη δήλωση και/ή δεν παραθέτει επαρκή και/ή καμία μαρτυρία που να στηρίζει την αίτηση.
- Η αίτηση της Εναγομένης 3 σκοπό έχει να πλήξει τα συμφέροντα και/ή τα δικαιώματα του Ενάγοντα.
- Η όποια τυχόν παρατυπία είναι θεραπεύσιμη και/ή εν πάση περιπτώσει δεν μπορεί να καταλήξει σε ακυρότητα της Αγωγής.
- Ενδεχόμενη διαγραφή του ειδικώς οπισθογραφημένου Κλητηρίου Εντάλματος και/ή παραγράφων και/ή μέρους του Κλητηρίου Εντάλματος θα επιφέρει υπέρμετρη οικονομική ζημιά και/ή παράβαση των δικαιωμάτων του ενάγοντα και/ή επιπλέον αχρείαστα έξοδα και/ή θα εμποδίσει τον ενάγοντα από του να αποδείξει και/ή προωθήσει τους ισχυρισμούς του εναντίον των εναγομένων και/ή άλλως πως.
- Η διαγραφή του Ειδικού Οπισθογραφημένου Κλητηρίου Εντάλματος παραβιάζει τα δικαιώματα του Ενάγοντα και/ή ο Ενάγοντας θα υποστεί και/ή υφίσταται περαιτέρω και/ή υπέρμετρα έξοδα.
- Η καταχώρηση Ειδικώς Οπισθογραφημένου Κλητηρίου Εντάλματος δεν θα επιφέρει οποιαδήποτε ζημιά και/ή επηρεασμό των δικαιωμάτων των εναγομένων.» Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η ένσταση εμφαίνονται στην ένορκη δήλωση του ενάγοντος - καθ΄ ου η αίτηση κ. Γεώργιου Χαριλάου, ο οποίος δηλώνει τα ακόλουθα (καταγράφεται το περιεχόμενο της ένορκης του δήλωσης αυτολεξεί): «
- Είμαι ο ενάγοντας-καθ' ου η αίτηση εις την υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγή και γνωρίζω προσωπικά τα γεγονότα που αφορούν την αγωγή. Όπου δεν αναφέρομαι σε γεγονότα για τα οποία έχω προσωπική γνώση αναφέρω την πηγή της πληροφόρησης μου και όπου αναφέρομαι σε νομικές έννοιες έπραξα τούτο κατόπιν συμβουλής των δικηγόρων μου.
- Η αίτηση πάσχει και είναι νομικά, ουσιαστικά και τυπικά αβάσιμη και απαράδεκτη και δέον να απορριφθεί. Η εν λόγω αίτηση είναι ένα άσκοπο δικονομικό μέτρο ενόψει του γεγονότος ότι η κύρια αξίωση μου, ως αυτή εμφαίνεται επί του ειδικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος, αφορά σε πολλαπλές βάσεις αγωγής, ήτοι σε παράβαση, ακυρότητα σύμβασης αγοράς αξιογράφων, αμέλεια και όχι αποκλειστικά σε δόλο. Ως εκ τούτου, νομότυπα η αγωγή έχει εγερθεί σε ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα.
- Περαιτέρω, τα επίδικα θέματα έχουν στοιχειοθετηθεί πλήρως από τα ουσιώδη γεγονότα που στοιχειοθετούν την εν λόγω απαίτηση και είναι ξεκαθαρισμένα στο ειδικώς οπισθογραφημένο Κλητήριο Έντλαμα.
- Η αίτηση είναι κακόβουλη και αστήριχτη και έχει σαν μοναδικό σκοπό και στόχο την κατάχρηση της διαδικασίας. Η εν λόγω αίτηση σκοπό έχει την καθυστέρηση της όλης διαδικασίας με αποτέλεσμα και την καθυστέρηση της απόφασης ως η Έκθεση Απαιτήσεως της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής λόγω έλλειψης καταχώρησης Έκθεσης Υπεράσπισης υπό των εναγομένων 1, 3 και 4 ως η αίτηση ημερομηνίας 03/11/
- Η αίτηση έχει καταχωρηθεί σε προηγμένο στάδιο της διαδικασίας και με υπέρμετρη καθυστέρηση χωρίς να δίδεται οποιαδήποτε εξήγηση ή δικαιολογία προς τούτο. Η υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγή έχει καταχωρηθεί στις 26/08/2015 και η αιτήτρια καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης στις 10/09/
- Ακολούθως, στις 03/11/2015 καταχωρήθηκε η αίτησης μου για απόφαση λόγω παράλειψης καταχώρησης Έκθεσης Υπεράσπισης από τους Εναγόμενους 1, 3 και 4 η οποία ορίστηκε στις 23/11/
- Η Εναγόμενη 3 ακολούθως και μετά την παρέλευση 3 μηνών από την καταχώρηση της αγωγής και 2 μηνών από την καταχώρηση του σημειώματος εμφάνισης και για λόγους καθυστέρησης της όλης διαδικασίας, καταχώρησαν την εν λόγω αίτηση στις 06/11/
- Ως εκ τούτου οι αιτητές δεν καταχώρησαν την εν λόγω αίτηση μέσα σε εύλογο χρόνο και προτού προβούν σε οποιοδήποτε νέο διάβημα από τη στιγμή που ισχυριζόμενη κατ' αυτούς παρατυπία περιήλθε εις γνώση τους.
- Η υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγή έχει καταχωριθεί σύμφωνα με τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας και κατά τρόπο νομικά αποδεκτό. Η εν λόγω αγωγή έχει καταχωριθεί καθ' όλα νόμιμα και σε καμία περίπτωση κατά παράβαση των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας, καθότι η κύρια αξίωσή μου ως αυτή εμφαίνεται επί του ειδικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος, αφορά παράβαση σύμβασης αγοράς αξιογράφων και ως εκ τούτου έχει νομότυπα εγερθεί σε ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα.
- Περαιτέρω, ως με πληροφορούν οι δικηγόροι μου ορθά ή επιτρεπτά χρησιμοποίησα Ειδικά Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα βάσει των Θεσμών, δεδομένου του ότι δεν υπάρχει υποχρέωση χρήσης καταχώρησης αγωγής επί γενικώς οπισθογραφημένου εντύπου, αλλά διακριτική ευχέρεια επιλογής του Τύπου. Επιπρόσθετα, ενόψει του ότι η απαίτησή μου είναι ξεκαθαρισμένη, η καταχώρηση Ειδικού Οπισθογραφημένου Κλητηρίου Εντάλματος είναι καθ' όλα νόμιμη και βάσιμη. Ως εκ τούτου, ο τύπος της αγωγής δεν είναι ουσιώδης και ούτε η καταχώρηση Γενικού Οπισθογραφημένου Κλητηρίου Εντάλματος θεωρείται επιτακτική.
- Η Αίτηση είναι παράτυπη καθότι δεν συνοδεύεται από ένορκη δήλωση και/ή δεν παραθέτει επαρκή και καμία μαρτυρία που να στηρίζει την αίτηση. Η αιτήτρια δεν δίδει σαφείς και επαρκείς λόγους στην αίτηση της ημερομηνίας 06/11/2015 ούτε συνοδεύεται από ένορκο δήλωση η οποία να δικαιολογεί τους λόγους στους οποίους στηρίζεται η εν λόγω αίτηση.
- Η αίτηση της εναγόμενης 3 σκοπό έχει να πλήξει τα συμφέροντα και τα δικαιώματα του Ενάγοντα. Λόγω της καταχώρησης της εν λόγω αίτησης, ο καθ' ου η αίτηση καθυστερεί στην έκδοση απόφασης ως η Έκθεση Απαιτήσεως λόγω παράλειψης καταχώρησης Έκθεσης Υπεράσπισης από την αιτήτρια-Εναγόμενη 3, με αποτέλεσμα να πλήττει σοβαρά τα συμφέροντα μου.
- Η όποια τυχόν παρατυπία είναι θεραπεύσιμη και εν πάση περιπτώσει δεν μπορεί να καταλήξει σε ακυρότητα της Αγωγής. Η οποιαδήποτε τυχόν παρατυπία ή η ισχυριζόμενη από την αιτήτρια παρατυπία δύναται να θεραπευτεί με την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου με σκοπό την απονομή της δικαιοσύνης και λόγω του ότι αυτό είναι δίκαιο, ορθό και πρέπον υπό τις περιστάσεις.
- Ενδεχόμενη διαγραφή του ειδικώς οπισθογραφημένου Κλητηρίου Εντάλματος ή παραγράφων ή μέρους του Κλητηρίου Εντάλματος θα επιφέρει υπέρμετρη οικονομική ζημιά και παράβαση των δικαιωμάτων μου και επιπλέον αχρείαστα έξοδα και θα με εμποδίσει από του να αποδείξω και να προωθήσω τους ισχυρισμούς μου εναντίον των εναγομένων.
- Η διαγραφή του Ειδικώς Οπισθογραφημένου Κλητηρίου Εντάλματος παραβιάζει τα δικαιώματα μου και θα υποστώ περαιτέρω και υπέρμετρα έξοδα.
- Η καταχώρηση Ειδικώς Οπισθογραφημένου Κλητηρίου Εντάλματος δεν θα επιφέρει οποιαδήποτε ζημιά και /ή επηρεασμό των δικαιωμάτων των εναγομένων.
- Ως εκ των ανωτέρω θεωρώ ότι η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί με έξοδα εις βάρος της αιτήτριας.» Ουσιαστικά τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η αίτηση δεν αμφισβητούνται. Εξάλλου αυτά πηγάζουν από τον ίδιο το φάκελο της δικογραφίας. Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η παρούσα αίτηση είναι παραδεκτά και πέραν από το ότι περιέχονται στο δικαστηριακό φάκελο της υπόθεσης, αναφέρονται στο σώμα της αίτησης. Όπως προκύπτει από το φάκελο της υπόθεσης η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε σε Ειδικώς Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα. Σε αυτό περιέχονται ισχυρισμοί για δόλο και απάτη αναφορικά με την αγορά από τον Καθ'ου η Αίτηση «αξιογράφων και/ή αξιογράφων κεφαλαίου και/ή αξιογράφων ενισχυμένου κεφαλαίου και/ή αξιογράφων μετατρέψιμων σε μετοχές και/ή δικαιωμάτων απόκτησης μετοχών και/ή δικαιωμάτων απόκτησης αξιογράφων μετατρέψιμων σε μετοχές και/ή άλλως πώς» από την εναγόμενη
- Σχετικές είναι οι παράγραφοι 6, 9, 10, 11, 12, 14, 18, 22, 26 καθώς επίσης στις Αξιώσεις (Α), (Z) και (Θ) της Ειδικής Οπισθογράφησης του Κλητήριου Εντάλματος. Η Αιτήτρια καταχώρησε Σημείωμα Εμφάνισης και στη συνέχεια χωρίς να μεσολαβήσει οποιαδήποτε άλλη ενέργεια εκ μέρους της καταχώρησε την παρούσα αίτηση για παραμερισμό του μέρους του Κλητηρίου Εντάλματος που πάσχει από ουσιώδη παρατυπία και ο καθ'ου η αίτηση καταχώρισε ένσταση στην αίτηση αυτή. Η ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΤΗΣ ΑΙΤΗΣΗΣ: Η νομική βάση στην οποία στηρίζεται η παρούσα αίτηση αναφέρεται στο σώμα της αίτησης και την έχω καταγράψει πιο πάνω. Θα αναφερθώ στη συνέχεια σε βασικές δικονομικές διατάξεις στις οποίες βασίζεται το αίτημα και στην ερμηνεία που αυτές έτυχαν από τη νομολογία μας. Η Δ.2 θ.6 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών προνοεί τα ακόλουθα:
- In actions-
(1)Where the plaintiff seeks to recover a debt or liquidated demand in money payable by the defendant, with or without interest, arising- (
- a)upon a bond or upon a contract, express or implied (as, for instance, on a bill of exchange, promissory note or cheque, or other contract debt); or (
- b)on a guarantee, where the claim against the principal is in respect of a debt or liquidated demand; or
(2)Where a landlord seeks to recover possession of immovable property, with or without a claim for rent, against the tenant whose term has expired or has been duly determined by notice to quit, or has become liable to forfeiture for non-payment of rent, or against persons claiming under such tenant; or
(3)Where the plaintiff seeks to recover possession of a specific chattel with or without a claim for the hire thereof or for damages for its detention; and
(4)In all other actions in the District Court (except actions for libel, slander, malicious prosecution, false imprisonment, seduction or breach of promise of marriage, and actions in which fraud is alleged by the plaintiff); the writ of summons may, at the option of the plaintiff, be specially indorsed with a statement of his claim, or of the remedy or relief to which he claims to be entitled. (Form 2.) Σε μετάφραση της στα Ελληνικά: Σε αγωγές : 1. Όπου ο ενάγων ζητεί να ανακτήσει οφειλή ή εκκαθαρισμένο ποσό χρημάτων από τον εναγόμενο με ή χωρίς τόκο που προκύπτει: (α) από γραμμάτιο ή ρητό ή συνεπαγόμενο συμβόλαιο ( όπως για παράδειγμα μια συναλλαγματική, υποσχετικό σημείωμα ή επιταγή ή κάποιο άλλο είδος οφειλής από συμβόλαιο) ή (β) από εγγύηση όταν η απαίτηση εναντίον του αυτουργού αφορά χρέος ή εκκαθαρισμένο χρηματικό ποσό ή
(2)Όπου ο ιδιοκτήτης ζητά ανάκτηση κατοχής ακίνητης ιδιοκτησίας με ή χωρίς απαίτηση για ενοίκιο εναντίον ενοικιαστού του οποίου έληξε δεόντως κατόπιν ειδοποίησης τερματισμού ή ο οποίος κατέστη υπεύθυνος για τη μη πληρωμή ενοικίου ή εναντίον προσώπων που έχουν απαίτηση από την ενοικίαση από τέτοιο ενοικιαστή, ή
(3)Όπου ο ενάγων ζητά ανάκτηση συγκεκριμένης κινητής περιουσίας με ή χωρίς απαίτηση για μίσθωση ή για ζημιές για κατακράτηση, και
(4)Σε όλες τις άλλες αγωγές στο Επαρχιακό Δικαστήριο (εκτός από αγωγές για λίβελο, συκοφαντία, κακόβουλη δίωξη, παράνομη κατακράτηση προσώπου, αποπλάνηση, διάρρηξη υπόσχεσης γάμου, και αγωγές όπου υπάρχει ισχυρισμός δόλου από τον ενάγοντα, Το κλητήριο ένταλμα μπορεί να είναι κατ΄επιλογή του Ενάγοντα, ειδικά οπισθογραφημένο με την Έκθεση Απαίτησης ή με την θεραπεία που απαιτεί ότι δικαιούται (τύπος 2). Προκύπτει από το περιεχόμενο της Δ.2 θ.6
(4), όπως εξάλλου έχει επιβεβαιωθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο, σε αγωγές που περιέχονται ισχυρισμοί για δόλο (fraud), ότι ο ενάγων δεν έχει άλλη επιλογή, από την καταχώριση Γενικώς Οπισθογραφημένου Κλητηρίου Εντάλματος (βλ. Πολιτική έφεση αρ.63/2010, Γιώργος Φαλέκκου ν. Κυριάκου Χριστοφίδη, απόφαση ημερομηνίας 17/12/2013, όπου το Ανώτατο Δικαστήριο εξετάζοντας τις επιπτώσεις που προκύπτουν από την καταχώριση αγωγής για δόλο με Ειδικώς Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα, ανέφερε τα εξής: «Παρά τις πιο πάνω παρατηρήσεις, η πρόνοια της Δ.2 θ.6 για γενική οπισθογράφηση συνεχίζει να υφίσταται για τις σοβαρές εκείνες περιπτώσεις που προβλέπονται στην παράγραφο
(4)του θεσμού 6, με αποτέλεσμα σε αγωγή στην οποία υπάρχει ισχυρισμός για δόλο, ο ενάγων να μην έχει δυνατότητα επιλογής ειδικά οπισθογραφημένου κλητηρίου σύμφωνα με τον Τύπο 2. Επομένως, η κατάληξη της πρωτόδικης δικαστού ότι στην προκειμένη περίπτωση η χρήση από τον Εφεσίβλητο του Τύπου 1 ήταν επιβεβλημένη, είναι απόλυτα ορθή.» Ενόψει των πιο πάνω, στην προκειμένη περίπτωση, εφόσον περιέχονται ισχυρισμοί για δόλο και απάτη, ο Καθ' ου η Αίτηση δεν είχε άλλη επιλογή από την καταχώριση Γενικώς Οπισθογραφημένου Κλητηρίου Εντάλματος και όχι Ειδικώς Οπισθογραφημένου. Το ερώτημα που εγείρεται είναι τι γίνεται σε περιπτώσεις όπως η παρούσα, όπου διαπιστώνεται ότι χρησιμοποιήθηκε λανθασμένο εναρκτήριο μέσο. Απάντηση στο ερώτημα αυτό δίδεται από τη Δ.64 θ.1, σύμφωνα με την οποία η χρησιμοποίηση λανθασμένου τύπου κατά την έναρξη της διαδικασίας θα θεωρείται παρατυπία και το Δικαστήριο δύναται, εφόσον διαπιστώσει τέτοια παρατυπία, να παραμερίσει το μέρος της παρατυπίας ή να επιτρέψει τις τροποποιήσεις που χρειάζονται και να εκδώσει τέτοιο διάταγμα αναφορικά με τη διαδικασία, όπως κρίνει πρέπον. Παραθέτω τις πρόνοιες της Διαταγής 64: «1.
(1)H μη συμμόρφωση, λόγω οποιασδήποτε πράξεως ή παραλείψεως, με τα προβλεπόμενα από τους παρόντες Κανονισμούς, αναφορικά με χρόνο, τόπο, τρόπο, τύπο, περιεχόμενο ή οτιδήποτε άλλο κατά την έναρξη ή τη φερόμενη έναρξη οποιασδήποτε διαδικασίας, ή σε σχέση με αυτή, θα θεωρείται παρατυπία και δε θα καθιστά άκυρη τη διαδικασία, οποιοδήποτε βήμα στη διαδικασία, ή οποιοδήποτε έγγραφο, απόφαση ή διάταγμα σε αυτή.
(2)Τηρουμένης της παραγράφου
(3), το Δικαστήριο δύναται, εφόσον διαπιστώσει τέτοια μη συμμόρφωση με τους Κανονισμούς, όπως προβλέπεται στην παράγραφο
(1), και υπό τέτοιους όρους ως προς τα έξοδα ή άλλως, όπως κρίνει δίκαιο, να παραμερίσει εξ ολοκλήρου ή εν μέρει τη διαδικασία στην οποία επεσυνέβη η μη συμμόρφωση, οποιοδήποτε βήμα έγινε στη διαδικασία εκείνη, ή οποιοδήποτε έγγραφο, απόφαση ή διάταγμα σε αυτή, ή ασκώντας τις εξουσίες που του παρέχουν οι παρόντες Κανονισμοί, να επιτρέψει τέτοιες τροποποιήσεις, εάν χρειάζονται, και να εκδώσει τέτοιο διάταγμα, εάν χρειάζεται, αναφορικά με τη διαδικασία γενικά, όπως κρίνει πρέπον.
(3)To Δικαστήριο δε θα παραμερίζει εξ ολοκλήρου οποιαδήποτε διαδικασία, ή το κλητήριο ένταλμα, ή άλλο εναρκτήριο μέσο με το οποίο έχει αρχίσει η διαδικασία, για το λόγο ότι έχει χρησιμοποιηθεί διαφορετικό εναρκτήριο μέσο για την έναρξη της διαδικασίας από εκείνο που απαιτεί οποιοσδήποτε από τους παρόντες Κανονισμούς. 2. Αίτηση για παραμερισμό οποιασδήποτε διαδικασίας, οποιουδήποτε βήματος που έγινε σε οποιαδήποτε διαδικασία, ή οποιουδήποτε εγγράφου, αποφάσεως ή διατάγματος σε αυτή, λόγω παρατυπίας, δε θα επιτρέπεται, εκτός εάν υποβάλλεται μέσα σε εύλογο χρόνο και προτού o διάδικος που υπέβαλε την αίτηση προβεί σε οποιοδήποτε νέο βήμα, αφότου η παρατυπία περιήλθε σε γνώση του. Οι προτεινόμενοι λόγοι για παραμερισμό δυνάμει του παρόντος Κανόνα, θα αναφέρονται στην αίτηση.» Συνάγεται επομένως ότι παρόλο που η χρήση του Ειδικώς Οπισθογραφημένου Κλητηρίου Εντάλματος είναι επιτακτική δυνάμει της Δ.2 Θ.6, εν τούτοις η παράλειψη συμμόρφωσης με αυτή θεωρείται παρατυπία και η νέα Διαταγή 64 παρέχει διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να θεραπεύσει τέτοια παρατυπία εκδίδοντας τα ανάλογα διατάγματα όπως θεωρεί πρέπον. Τονίζεται ωστόσο, ότι όπως έχει κατ' επανάληψη λεχθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο, η Δ.64 σε καμία περίπτωση δεν καταργεί τις διατάξεις των θεσμών, οι οποίες πρέπει να τηρούνται. Σχετική είναι η υπόθεση Μ.Ι. Holdings Public Ltd v. Παναγή
(2006)1 Α.Α.Δ. 298, στην οποία λέχθηκαν τα πιο κάτω: «Ακόμα κι' αν η χρήση λανθασμένου κλητηρίου συνιστά ή όχι απλή παρατυπία, σημείο στο οποίο δεν υπάρχει λόγος να υπεισέλθουμε στην παρούσα περίπτωση, η Δ.64 δεν θα διόρθωνε τα πράγματα, διότι, όπως έχει κατ' επανάληψη λεχθεί, δεν καταργεί τις διατάξεις των θεσμών οι οποίες πρέπει να τηρούνται.» Για το ίδιο ζήτημα παραπέμπω και στην υπόθεση Φελέκκου ω.Κυριάκου (πιο πάνω) όπου το Δικαστήριο προέβη σε εκτενή ανάλυση των προνοιών της Δ.64 με παραπομπή σε σχετική νομολογία και στα κριτήρια άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου σε όμοιες με την παρούσα αίτηση περιπτώσεις. Στην υπόθεση εκείνη, ένας εκ των Εναγομένων ο Εφεσείων, καταχώρησε αίτηση για απόρριψη του Κλητηρίου, λόγω του ότι ο Ενάγων που ήταν ο Εφεσίβλητος, διατύπωνε με Ειδικώς Οπισθογραφημένο Κλητήριο ισχυρισμούς για δόλο και απάτη. Παραθέτουμε απόσπασμα από την πιο πάνω απόφαση του Δικαστηρίου: «Βασικά η νέα Δ.64 κατάργησε τη διάκριση μεταξύ άκυρης και αντικανονικής διαδικασίας. Δόθηκε στο Δικαστήριο η διακριτική ευχέρεια σε περίπτωση μη συμμόρφωσης με τους Κανονισμούς είτε να παραμερίσει τη διαδικασία, είτε να θεωρήσει τη μη συμμόρφωση θεραπεύσιμη και να εκδώσει διάταγμα για διόρθωση ή άρση της παρατυπίας. Η νομολογία καθιέρωσε κριτήρια για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου με προεξάρχων ότι η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας υπέρ της άρσης της παρατυπίας, δεν θα οδηγούσε σε πασιφανή αδικία στην άλλη πλευρά. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Karl Heinz Wunderlich κ.α. ν. Παναγιώτου
(1999)1A ΑΑΔ 366, Landbroke Group Plc κ.α. ν. Παπακόκκινου
(1999)1(Γ) ΑΑΔ 1535 και η αγγλική υπόθεση Metroinvest Ansalt and Others v. Commercial Union [1985] 1 WLR 513. Στην προκειμένη περίπτωση η μη συμμόρφωση με τη Δ.2 θ.6
(4)ήταν μια από τις περιπτώσεις που προσπάθησε ρητά να καλύψει η Δ.64 θ.1
(3), ώστε η λανθασμένη χρήση εναρκτήριου μέσου να μην οδηγεί σε ακύρωση. Επομένως, είναι ορθή η κατάληξη του πρωτόδικου δικαστηρίου ότι η συγκεκριμένη περίπτωση καλύπτεται πλήρως από τη Δ.64 θ.1
(1)και
(3)και ότι η διαδικασία δεν έπρεπε να παραμεριστεί, αλλά το δικαστήριο θα έπρεπε να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια ώστε να την θεραπεύσει. Ερχόμαστε τώρα στο δεύτερο λόγο έφεσης που αφορά στον τρόπο που το πρωτόδικο δικαστήριο επέλεξε να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια για να θεραπεύσει την παρατυπία. Ο ευπαίδευτος συνήγορος για τον Εφεσείοντα θεωρεί εσφαλμένη την έκδοση διατάγματος απαλλαγής της διαπιστωθείσας παρατυπίας. Ήταν η θέση του ότι το πρωτόδικο δικαστήριο δεν είχε εξουσία να θεραπεύσει αυτεπαγγέλτως την παρατυπία, αλλά θα έπρεπε να αφήσει τον Εφεσίβλητο να αποταθεί ο ίδιος στο δικαστήριο για άρση της παρατυπίας. Προς υποστήριξη της θέσης του, επικαλείται τις υποθέσεις Πέτριχου ν. Χ΄΄Ιωσήφ
(1998)1 ΑΑΔ 81, Wunderlich κ.α. ν. Παναγιώτου, ανωτέρω, M.I. Holdings Public Ltd v. Παναγή
(2006)1Α ΑΑΔ 298, Αρέστη ν. Ερμογένους
(2010)1(Γ) ΑΑΔ 1844. Δεν συμφωνούμε με τις θέσεις του Εφεσείοντος. Στην πιο πάνω υπόθεση το Εφετείο έκρινε ότι «το πρωτόδικο δικαστήριο έπρεπε να θεραπεύσει την παρατυπία με το να εκδώσει διάταγμα απαλλαγής από την παρατυπία» (βλ. σελ. 381 της απόφασης). Τα όσα αναφέρθηκαν μετέπειτα στις υποθέσεις M.I. Holdings Public Ltd v. Παναγή, ανωτέρω και Αρέστη ν. Ερμογένους, ανωτέρω, ότι η Δ.64 δεν «παρέχει στο Δικαστήριο εξουσία να προβαίνει αυτεπαγγέλτως σε διορθωτικές κινήσεις», ουδόλως επηρεάζουν το δικαστικό λόγο της Wunderlich κ.α. ν. Παναγιώτου. Τα όσα αναφέρθηκαν στις πιο πάνω δύο υποθέσεις που επικαλέστηκε ο συνήγορος του Εφεσείοντος, έγιναν με αναφορά στην υπόθεση Πέτριχου ν. Χ΄΄Ιωσήφ, ανωτέρω. Όμως εκείνο που τονίστηκε στην Πέτριχου, ήταν ότι η νέα Δ.64 δεν αποτελεί πανάκεια στη μη συμμόρφωση με τους Κανονισμούς, τους οποίους δεν έχει σκοπό να καταργήσει. Τονίστηκε ότι η Δ.64 δημιουργεί ένα ένδικο μέσο το οποίο ο διάδικος μπορεί να χρησιμοποιήσει για να θεραπεύσει παρατυπίες. Όμως το Δικαστήριο με κανένα τρόπο δεν περιόρισε τη διακριτική ευχέρεια του πρωτόδικου δικαστηρίου, όταν με κάποιο τρόπο εγείρεται ενώπιον του θέμα μη συμμόρφωσης με τους Κανονισμούς, να ασκήσει τη διακριτική ευχέρεια που του παρέχεται από τη Δ.64 θ.1
(3)και είτε να παραμερίσει το μη θεραπεύσιμο εναρκτήριο μέσο, είτε να εκδώσει τέτοιο διάταγμα, όπως κρίνει δίκαιο και πρέπον αναφορικά με τη διαδικασία. Δεν χρειάζεται και ούτε και θα ήταν ορθό να αποφασίσουμε τελεσίδικα την εμβέλεια της διακριτικής ευχέρειας του πρωτόδικου δικαστηρίου, καθότι δεν είναι αναγκαίο για σκοπούς της παρούσας έφεσης. Στην προκειμένη περίπτωση, από τη στιγμή που το πρωτόδικο δικαστήριο προέβη σε διαπίστωση ότι πρόκειται για θεραπεύσιμη παρατυπία, δεν βλέπουμε λόγο γιατί να μην μπορούσε στην ίδια διαδικασία να θεραπεύσει την παρατυπία δυνάμει της Δ.64, εφόσον το έκρινε αναγκαίο. Θα ήταν τυπολατρική προσέγγιση αν κρίναμε ότι για να θεραπευθεί η ήδη διαπιστωθείσα παρατυπία θα έπρεπε το πρωτόδικο δικαστήριο να αναβάλει την υπόθεση, ώστε να δοθεί χρόνος στον Εφεσίβλητο να καταχωρίσει αίτηση δυνάμει της Δ.64 για να θεραπεύσει την παρατυπία. Διερωτόμαστε σε τι θα εξυπηρετούσε η αίτηση, εφόσον η άλλη πλευρά δεν θα μπορούσε να έχει ουσιαστικούς λόγους ένστασης, αφού το ουσιαστικό θέμα είχε ήδη κριθεί από το πρωτόδικο δικαστήριο. Βέβαια οι πιο πάνω παρατηρήσεις μας δεν πρέπει να τύχουν παρανόησης ως προς το καθήκον του κάθε δικηγόρου ή διαδίκου που διαπιστώνει την παρατυπία να λαμβάνει έγκαιρα στην κατάλληλη περίπτωση τα αναγκαία μέτρα για θεραπεία της και όχι να αφήνει τα πράγματα να τύχουν διόρθωσης από το Δικαστήριο. Επομένως ούτε ο δεύτερος λόγος έφεσης ευσταθεί.» Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι η καταχώριση Ειδικώς Οπισθογραφημένου Κλητηρίου Εντάλματος σε περιπτώσεις όπως την παρούσα, όπου εγείρονται ισχυρισμοί για δόλο συνιστά παρατυπία και δεν οδηγεί σε ακυρότητα της αγωγής. Ωστόσο, εφόσον τεθεί από τον ενδιαφερόμενο διάδικο ενώπιον του Δικαστηρίου η ύπαρξη τέτοιας παρατυπίας, το Δικαστήριο ασκώντας της διακριτική του ευχέρεια εκδίδει το κατάλληλο διάταγμα και δίδει τις κατάλληλες οδηγίες για τη θεραπεία της παρατυπίας. Στην πιο πάνω υπόθεση, ο Εφεσείων είχε καταχωρήσει αίτηση με την οποία αιτείτο την έκδοση διατάγματος για απόρριψη της αγωγής, εξαιτίας της κατ' ισχυρισμό θεμελιώδους παρατυπίας. Η παρούσα αίτηση όμως δεν αφορά αυτό το αίτημα, αφορά την έκδοση διατάγματος για θεραπεία του μέρους του Κλητηρίου που πάσχει από την ουσιώδη παρατυπία στην οποία έχει προβεί ο ενάγων/καθ' ου η αίτηση. Η αιτήτρια επομένως θέτει σε εφαρμογή τις πρόνοιες της Δ.64 και αιτείται την εφαρμογή της για τη θεραπεία και διόρθωση της παρατυπίας στην οποία έχει προβεί ο καθ'ου η αίτηση. Παρά την πιο πάνω απόφαση μου σε σχέση με την ύπαρξη παρατυπίας και την καταγραφή της καθοδήγησης που παρέχει η νομολογία μας για την άρση της, κρίνω σκόπιμο να εξετάσω τους λόγους ένστασης στην αίτηση παρόλο ότι με τον όγδοο λόγο ένστασης ο καθ'ου η αίτηση ουσιαστικά δέχεται ότι η παρατυπία που υπάρχει στην προκειμένη περίπτωση είναι θεραπεύσιμη και ότι δεν μπορεί να καταλήξει σε ακυρότητα της αγωγής. Επί της ουσίας δηλαδή ο καθ'ου η αίτηση αποδέχεται την αίτηση, αφού συμφωνεί ότι η παρατυπία που δημιουργείται στην υπό εξέταση υπόθεση μπορεί να θεραπευτεί με την έκδοση σχετικού διατάγματος από το Δικαστήριο ασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια. Με τον πρώτο λόγο ένστασης, ο καθ'ου η αίτηση ισχυρίζεται ότι η αίτηση πάσχει και/ή ότι είναι νομικά και ουσιαστικά και τυπικά αβάσιμη και απαράδεκτη και δέον να απορριφθεί. Προς υποστήριξη του πιο πάνω λόγου ένστασης, στην παράγραφο 2 της ένορκης του δήλωσης, ο καθ'ου η αίτηση ισχυρίζεται ότι η αίτηση «είναι ένα άσκοπο δικονομικό μέτρο», ενόψει του ότι η κύρια αξίωση του, όπως αυτή φαίνεται από το Ειδικώς Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα, αφορά παράβαση και ακυρότητα σύμβασης αγοράς αξιογράφων. Οι πρόνοιες της Δ.64 είναι σαφείς όπως και η σχετική με αυτή νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Εφόσον διαπιστώθηκε παρατυπία δεν πρόκειται για ένα άσκοπο δικονομικό μέτρο, αφού η παρούσα αίτηση βρίσκει έρεισμα στις συνδυασμένες διατάξεις της Δ.2.θ.6 και στη Δ.64, καθώς επίσης στην πιο πάνω νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Στην παρούσα αγωγή περιέχονται ισχυρισμοί για δόλο και απάτη και ο καθ'ου η αίτηση υπό το φως των πιο πάνω δικονομικών διατάξεων, δεν είχε άλλη επιλογή από την καταχώριση Κλητηρίου Εντάλματος Γενικώς Οπισθογραφημένου. Το γεγονός ότι με την παρούσα αγωγή ο καθ'ου η αίτηση, μεταξύ άλλων, αξιώνει αποζημιώσεις για την παράβαση και ακυρότητα της ισχυριζόμενης σύμβασης αγοράς αξιογράφων, δεν αποτελεί βάσιμο λόγο ένστασης για να μην εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Ως εκ τούτου, δεν μπορεί να αρνείται την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων ισχυριζόμενος ότι περιέχονται και άλλες αξιώσεις με την παρούσα αγωγή. Εν πάση περιπτώσει, ο βασικότερος ισχυρισμός που προβάλλεται από τον καθ'ου η αίτηση για την ακυρότητα της σύμβασης αγοράς αξιογράφων είναι, με βάση το Κλητήριο Ένταλμα που καταχωρίστηκε, η ισχυριζόμενη δόλια και απατηλή μέθοδος προώθησης των εν λόγω αξιογράφων η οποία οδήγησε στην υπογραφή της επίδικης σύμβασης. Ο αιτητής ενήργησε πριν τη λήψη οποιωνδήποτε περαιτέρω διαβημάτων από την πλευρά του και εφόσον είχε εγείρει το ζήτημα της παρατυπίας που διέπραξε ο καθ'ου η αίτηση, ο τελευταίος όφειλε να συμμορφωθεί με την παρούσα αίτηση και να δεχτεί τη διόρθωση της παρατυπίας, ανεξαρτήτως των όποιων άλλων ισχυρισμών και/ή βάσης αγωγής περιέχονται στο Κλητήριο Ένταλμα. Με το δεύτερο λόγο ένστασης, είναι η θέση του Καθ'ου η Αίτηση ότι η παρούσα αίτηση είναι κακόβουλη και/ή αστήριχτη και έχει σαν μοναδικό σκοπό την κατάχρηση της διαδικασίας, ενόψει του γεγονός ότι η κύρια αξίωση στο Ειδικώς Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα αφορά παράβαση και/ή ακυρότητα σύμβασης αγοράς αξιογράφων. Για τους λόγους στους οποίους έγινε αναφορά πιο πάνω ούτε αυτός ο λόγος ένστασης έχει έρεισμα. Η αίτηση στηρίζεται στη Διαταγή 64 και στη σχετική με αυτή νομολογία και σε καμία περίπτωση δεν γίνεται κακόβουλα. Μάλιστα, όπως λέχθηκε στην Φαλέκκου ν. Χριστοφίδη (πιο πάνω), «Βέβαια οι πιο πάνω παρατηρήσεις μας δεν πρέπει να τύχουν παρανόησης ως προς το καθήκον του κάθε δικηγόρου ή διαδίκου που διαπιστώνει την παρατυπία να λαμβάνει έγκαιρα στην κατάλληλη περίπτωση τα αναγκαία μέτρα για θεραπεία της και όχι να αφήνει τα πράγματα να τύχουν διόρθωσης από το Δικαστήριο.» Προς υποστήριξη του ισχυρισμού του για κακοβουλία, στην παράγραφο 4 της ένορκης του δήλωσης, ο καθ'ου η αίτηση ισχυρίζεται ότι η αίτηση έχει σκοπό την κατάχρηση της διαδικασίας και την καθυστέρηση της όλης διαδικασίας και την έκδοση απόφασης, δεδομένου, όπως ισχυρίζεται, ότι δεν υπάρχει παρατυπία. Σε σχέση με την ύπαρξη παρατυπίας αποφάνθηκα ήδη πιο πάνω, επομένως το Δικαστήριο θα πρέπει να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια για διόρθωση της παρατυπίας που ο καθ΄ου η αίτηση διέπραξε παραβιάζοντας τις επιτακτικές πρόνοιες της Δ.2 θ.6. Επομένως ούτε ο δεύτερος λόγος ένστασης μπορεί να πετύχει. Με τον τρίτο λόγο ένστασης ο καθ' ου η αίτηση ισχυρίζεται ότι η αίτηση έχει καταχωρηθεί σε προηγμένο στάδιο της διαδικασίας και/ή με υπέρμετρη καθυστέρηση χωρίς να δίδεται οποιαδήποτε εξήγηση και/ή δικαιολογία προς τούτο. Αυτός ο λόγος ένστασης έχει ήδη απαντηθεί και φαίνεται από το φάκελο και τα δικόγραφα που έχουν καταχωρηθεί σε αυτόν, χωρίς η πλευρά του αιτητή, πέραν του σημειώματος εμφάνισης να έχει προβεί σε οποιοδήποτε άλλο διαδικαστικό διάβημα αποδεχόμενη την παρατυπία. Τουναντίον, την εγείρει σε αρκετά πρώιμο στάδιο λαμβάνοντας υπόψη τον χρόνο καταχώρησης της αγωγής. Η αίτηση κρίνεται ότι καταχωρήθηκε εντός εύλογου χρόνου μετά την καταχώριση της παρούσας αγωγής και πριν τη λήψη οποιωνδήποτε νέων διαβημάτων από την αιτήτρια. Επομένως η αιτήτρια δεν κρίνεται ότι ενεργεί κατά τρόπο που να καθυστερεί την εκδίκαση της αγωγής επειδή αιτείται την εφαρμογή της Διαταγής 64 με την παρούσα αίτηση. Η καθυστέρηση τουναντίον προκαλείται με την άρνηση της άλλης πλευράς να δεχτεί την παρούσα αίτηση και να επιτρέψει στο Δικαστήριο την διόρθωση της παρατυπίας που ο ίδιος ο καθ'ου η αίτηση διέπραξε. Καταλήγω ότι ούτε ο τρίτος λόγος ένστασης μπορεί να πετύχει και απορρίπτεται. Θα εξετάσω τους λόγους ένστασης τέσσερα και πέντε μαζί λόγω των κοινών νομικών σημείων που παρουσιάζουν. Με τον τέταρτο λόγο ένστασης ισχυρίζεται ο καθ'ου η αίτηση ότι η παρούσα αγωγή έχει καταχωριστεί σύμφωνα με τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας και/ή κατά τρόπο νομικά αποδεκτό. Περαιτέρω, με τον πέμπτο λόγο ένστασης ισχυρίζεται ο καθ'ου η αίτηση ότι ορθά χρησιμοποίησε Ειδικά Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα βάσει των Θεσμών, δεδομένου, όπως ισχυρίζεται, ότι δεν υπάρχει υποχρέωση χρήσης καταχώρησης αγωγής επί γενικώς οπισθογραφημένου εντύπου, αλλά διακριτική ευχέρεια επιλογής του Τύπου. Στην παράγραφο 7 της ένορκης του δήλωσης ο καθ'ου η αίτηση ισχυρίζεται ότι ενόψει του ότι η απαίτηση του είναι ξεκαθαρισμένη, η καταχώρηση Ειδικώς Οπισθογραφημένου Κλητηρίου είναι καθ' όλα νόμιμη και βάσιμη. Η Δ.2 θ.6, όπως έχει ερμηνευθεί και από το Ανώτατο Δικαστήριο και σχετική αναφορά έγινε πιο πάνω, δεν παρέχει κανένα περιθώριο καταχώρησης Γενικώς Οπισθογραφημένου Κλητηρίου Εντάλματος σε αγωγή στην οποία εγείρονται ισχυρισμοί για δόλο και απάτη, όπως η παρούσα. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από το Κλητήριο Ένταλμα της παρούσας αγωγής, η απαίτηση του καθ'ου η αίτηση σε καμία περίπτωση δεν μπορεί είναι ξεκαθαρισμένη αλλά θα πρέπει να ακουστεί μαρτυρία και να αποδείξει όλους τους ισχυρισμούς που προβάλλει. Επισημαίνω ότι με την αγωγή μεταξύ άλλων αξιώνονται και διαφόρων μορφών αποζημιώσεις μη προσδιορισμένες ως προς το ύψος τους στο δικόγραφο. Επομένως οι πιο πάνω λόγοι ένστασης δεν μπορούν να πετύχουν. Με τον έκτο λόγο Ένστασης ισχυρίζεται ο Καθ'ου η Αίτηση ότι η παρούσα αίτηση είναι παράτυπη, καθότι, όπως ισχυρίζεται, δεν συνοδεύεται από ένορκη δήλωση και/ή δεν παραθέτει επαρκή και/ή καμία μαρτυρία που να στηρίζει την αίτηση. Η παρούσα όμως αίτηση δεν συγκαταλέγεται στις αιτήσεις που είναι υποχρεωτική, δυνάμει του θεσμού 9 της Διαταγής 48, η επισύναψη ένορκης δήλωσης προς υποστήριξη γεγονότων. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τη Δ.48 θ.9(u): «Εκτός των εξουσιών που παρέχονται στα Δικαστήρια ή στους Δικαστές από το άρθρο 31, του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 και το άρθρο 9
(1)του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6, για να εκδίδει προσωρινά διατάγματα χωρίς ειδοποίηση υπό τις συνθήκες και κατά τον τρόπο που προνοείται και αναφέρεται στα ρηθέντα άρθρα, όλες οι αιτήσεις εκτός αυτές που αναφέρονται στον κανονισμό 8 αυτής της Διάταξης θα πρέπει να γίνονται διά κλήσεως υποστηριζόμενες από ενόρκους δηλώσεις των γεγονότων στα οποία στηρίζονται με την επιφύλαξη ότι εκτός αν ζητηθεί διαφορετικά από το Δικαστήριο ή τον Δικαστή οι πιο κάτω αναφερόμενες αιτήσεις (και οποιεσδήποτε άλλες στις οποίες προνοείται ρητά ότι δεν χρειάζεται ένορκος δήλωση) δεν χρειάζεται να συνοδεύονται από ένορκο δήλωση: (
- u)Δ.64, Κ. 3 για παραμερισμό διαδικασίας λόγω αντικανονικότητας αν η αντικανονικότητα εμφαίνεται στο φάκελο της διαδικασία.» Η αναφορά στην υποπαράγραφο (
- u)του πιο πάνω θεσμού, παρέμεινε παρά την τροποποίηση της Διαταγής 64 με τον Διαδικαστικό Κανονισμό του 1995. Αφορά ωστόσο τις αιτήσεις που καταχωρούνται δυνάμει του θεσμού 2, αφού πλέον δεν υπάρχει θεσμός 3 στη Διαταγή 64. Σε κάθε περίπτωση στο σώμα της αίτησης παρατίθενται όλα τα γεγονότα που είναι απαραίτητα για να αποφασίσει το Δικαστήριο επί της παρούσας αίτησης, καθώς και οι προτεινόμενοι λόγοι για παραμερισμό, όπως ρητά απαιτεί η Δ.64 θ.2. Επιπλέον, η παρούσα αίτηση πραγματεύεται κυρίως νομικά θέματα και δεν απαιτείται οποιαδήποτε μαρτυρία πέραν των όσων αναφέρονται στο δικαστηριακό φάκελο της υπόθεσης για να μπορέσει το Δικαστήριο να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια. Ενόψει αυτών ούτε ο έκτος λόγος ένστασης ευσταθεί και απορρίπτεται. Στον έβδομο λόγο ένστασης ο κθ'ου η ατηση ισχυρίζεται ότι η αίτηση έχει σκοπό να πλήξει τα συμφέροντα και/ή τα δικαιώματα του Ενάγοντος. Μάλιστα, όπως αναφέρει στην παράγραφο 9 της ένορκης του δήλωσης, λόγω της καταχώρησης της παρούσας αίτησης, ο καθ'ου η αίτηση καθυστερεί στην έκδοση απόφασης ως η Έκθεση Απαίτησης λόγω παράλειψης καταχώρησης Έκθεσης Υπεράσπισης, με αποτέλεσμα να πλήττονται σοβαρά τα συμφέροντα του. Ενόψει της σημειωθείσας παρατυπίας στο δικόγραφο του καθ΄ου η αίτηση δεν κρίνω ότι πλήττεται οποιοδήποτε συμφέρον του. Η αίτηση δεν καθυστερεί την εκδίκαση της αγωγής εφόσον ο αιτητής ως είχε δικαίωμα την καταχώρησε νομότυπα καθώς αυτή στηρίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας αλλά και στη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου που έχει αναπτυχθεί επί του θέματος. Είναι δε η ένσταση του καθ'ου η αίτηση στην έκδοση σχετικού διατάγματος από το Δικαστήριο για διόρθωση της παρατυπίας που ο ίδιος διέπραξε, η οποία προκαλεί την όποια καθυστέρηση στην εκδίκαση της παρούσας αγωγής και όχι η ενεργοποίηση των προνοιών της Δ.64 από την αιτήτρια. Είναι κατανοητό για τους λόγους που εξηγήθηκαν και πιο πάνω ούτε αυτός ο λόγος ένστασης έχει έρεισμα. Ο όγδοος λόγος ένστασης με έχει απασχολήσει στην αρχή της ανάλυσης μου. Επισημαίνω ότι σε καμιά αναφορά της παρούσας αίτησης γίνεται λόγος για ακυρότητα της αγωγής. Αυτό που αιτείται η αιτήτρια με την αίτηση της είναι τη διαγραφή και/ή ο παραμερισμός του μέρους του Ειδικώς Οπισθογραφημένου Κλητήριου Εντάλματος της παρούσας αγωγής, το οποίο πάσχει από ουσιώδη παρατυπία, όπως προβλέπει η Δ.64 θ. 1
(3), σύμφωνα με την οποία, «
(3)To Δικαστήριο δε θα παραμερίζει εξ ολοκλήρου οποιαδήποτε διαδικασία, ή το κλητήριο ένταλμα, ή άλλο εναρκτήριο μέσο με το οποίο έχει αρχίσει η διαδικασία, για το λόγο ότι έχει χρησιμοποιηθεί διαφορετικό εναρκτήριο μέσο για την έναρξη της διαδικασίας από εκείνο που απαιτεί οποιοσδήποτε από τους παρόντες Κανονισμούς.» Επομένως είναι φανερόν ότι με την παρούσα αίτηση ζητείται η θεραπεία της παρατυπίας και όχι ο παραμερισμός ολόκληρης της αγωγής, όπως ισχυρίζεται ο καθ'ου η αίτηση, παρερμηνεύοντας προφανώς τα αιτητικά της αίτησης. Επομένως, εφόσον είναι παραδεχτό και από την άλλη πλευρά ότι η παρατυπία στην προκειμένη περίπτωση είναι θεραπεύσιμη δεν παρέχεται οποιοδήποτε περαιτέρω περιθώριο παρά η άσκηση εκ μέρους του Δικαστηρίου της διακριτικής του ευχέρεια για διόρθωση της παρατυπίας που παρουσιάζει το δικόγραφο του καθ΄ου η αίτηση. Και οι επόμενοι λόγοι ένστασης ένατος, δέκατος και ενδέκατος θα αναπτυχθούν μαζί, λόγω των κοινών νομικών σημείων που παρουσιάζουν. Με τους λόγους ένστασης ένατο και δέκατο ο καθ΄ου η αίτηση ισχυρίζεται ότι ενδεχόμενη διαγραφή του Ειδικώς Οπισθογραφημένου Κλητήριου Εντάλματος ή μέρους αυτού, θα επιφέρει στον καθ' ου η αίτηση υπέρμετρη οικονομική ζημιά και παράβαση των δικαιωμάτων του και θα εμποδίσει τον καθ΄ου η αίτηση να αποδείξει και προωθήσει τους ισχυρισμούς του εναντίον των εναγομένων. Με τον ενδέκατο λόγο ένστασης ο καθ΄ου η αίτηση ισχυρίζεται ότι η καταχώρηση του Ειδικώς Οπισθογραφημένου Κλητηρίου Εντάλματος δεν θα επιφέρει ζημιά και/ή επηρεασμό των δικαιωμάτων των εναγομένων. Στις παρ. 11, 12 και 13 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την ένσταση του ο καθ' ου η αίτηση επαναλαμβάνει τους πιο πάνω λόγους ένστασης, χωρίς ωστόσο να τεκμηριώνεται οποιοσδήποτε από αυτούς, καθώς το μόνο που προβάλλεται είναι μια γενική και αόριστη αναφορά ότι ο καθ'ου η αίτηση θα υποστεί υπέρμετρη οικονομική ζημιά, παραβίαση των δικαιωμάτων του, αχρείαστα έξοδα και θα εμποδιστεί από του να αποδείξει και προωθήσει τους ισχυρισμούς του εναντίον των εναγομένων, χωρίς ωστόσο να εξειδικεύει τους ισχυρισμούς αυτούς. Ο καθ'ου η αίτηση δεν παρέχει ούτε λεπτομέρειες, ούτε στοιχεία, ούτε οποιαδήποτε ένδειξη ως προς την υπέρμετρη οικονομική ζημιά που θα υποστεί ούτε ως προς το ποια δικαιώματα του καθ΄ου η αίτηση παραβιάζονται, ούτε ως προς τα επιπλέον έξοδα. Περαιτέρω, δεν εξειδικεύεται με ποιο τρόπο θα εμποδιστεί ο καθ' ου η αίτηση να αποδείξει και να προωθήσει τους ισχυρισμούς του εναντίον των εναγομένων. Δεν έχω αντιληφθεί πως προκαλείται υπέρμετρη ζημιά, ούτε και πως παραβιάζεται οποιοδήποτε δικαίωμα του καθ' ου η αίτηση, και ειδικότερα οποιοδήποτε δικαίωμα του αναφορικά με την απόδειξη και προώθηση της υπόθεσης του. Επομένως ούτε και αυτοί οι λόγοι ένστασης ευσταθούν και ως εκ τούτου απορρίπτονται. Στην παρούσα περίπτωση ο ενάγων όχι μόνο δεν έλαβε μέτρα για άρση της παρατυπίας, αλλά και δεν έχει αναγνωρίσει καν ότι υπάρχει παρατυπία. Παρόλα αυτά όμως υποδεικνύει ότι εάν το Δικαστήριο ήθελε καταλήξει ότι πρόκειται πράγματι για παρατυπία δεν θα πρέπει να παραμερίσει εξ ολοκλήρου το κλητήριο ένταλμα αλλά να άρει την παρατυπία. Σε σχέση με την άρση της παρατυπίας που συνίσταται στην καταχώρηση ειδικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος αντί γενικώς οπισθογραφημένου, ενεργοποιώντας πλέον τις πρόνοιες της Δ.64 Κ.1
(3), κρίνω ότι θα πρέπει να διαταχθεί όπως γίνει με την κατάλληλη αίτηση η τροποποίηση του τίτλου από «Κλητήριο Ειδικώς Οπισθογραφημένον (O.2 r.6) σε «Κλητήριο Γενικώς Οπισθογραφημένο Ο.2 r.1)» με την αλλαγή του τίτλου στο υφιστάμενο δικόγραφο και στη συνέχεια να καταχωρηθεί η Έκθεση Απαίτησης. Ανάλογα τότε θα πρέπει να τοποθετηθούν και οι εναγόμενοι 2 και 4 οι οποίοι έχουν καταχωρήσει υπεράσπιση εάν θα υιοθετήσουν αυτό ή αν θα καταχωρήσουν άλλο. Σημειώνω εδώ ότι όπως λέχθηκε και στην υπόθεση Wunderlich κ.ά. v. Παναγιώτου (πιο πάνω): «επιβάλλεται η εξέταση του ζητήματος της παρατυπίας από το Δικαστήριο, έστω και αν τέτοιο ζήτημα δεν είχε εγερθεί από τους διαδίκους». Εδώ ηγέρθηκε μόνο από την εναγόμενη
- Όμως θα πρέπει παράλληλα να διασφαλιστεί το ενιαίο της διαδικασίας για όλους τους εναγόμενους, γι΄αυτό και ανάλογα θα διαμορφωθεί το διάταγμα που θα εκδοθεί. Μετά την πιο πάνω ανάλυση καταλήγω να εγκρίνω την αίτηση και προς τούτο εκδίδεται το ακόλουθο διάταγμα κατά τρόπο που θα αρθεί η παρατυπία με την ανάλογη τροποποίηση του παράτυπου δικογράφου: (α) Εκδίδεται διάταγμα με το οποίο κάθε περαιτέρω διαδικασία αναστέλλεται μέχρι την 21.03.
- Εντός 15 ημερών από σήμερα να καταχωρηθεί αίτηση τροποποίησης προς άρση της παρατυπίας που διαπιστώθηκε ότι προκύπτει συνεπεία της χρησιμοποίησης ειδικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος αντί γενικώς οπισθογραφημένου, για την τροποποίηση του τίτλου της αγωγής έτσι ώστε σε αυτό να αναφέρεται ως «Κλητήριο Ένταλμα Γενικώς Οπισθογραφημένο (Ο.2,r.1)». Η διόρθωση επί του υφιστάμενου Κλητηρίου θα γίνει κατά την επόμενη δικάσιμο ημερομηνία κατά την οποία να οριστεί και η αίτηση, δηλαδή την 21.03.
- Ταυτόχρονα με την αίτηση τροποποίησης να καταχωρηθεί και η Έκθεση Απαιτήσεως και να επιδοθεί στους εναγόμενους, διαφορετικά η διαδικασία θα θεωρείται άνευ ετέρου ως εγκαταλειφθείσα. Οι εναγόμενες 1 και 3 να καταχωρήσουν την Υπεράσπιση τους μέχρι την 21.03.2016 ημερομηνία κατά την οποία ορίζεται η αγωγή για οδηγίες. Τα έξοδα της αίτησης θα είναι υπέρ της αιτήτριας όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλτή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της διαδικασίας της αγωγής. Υπ. ................ Χρήστος Γ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο