← Κύπρος

ΚΟΚΙΤΑ (ΕΡΓΟΣΤΑΣΙΟΝ ΖΩΟΤΡΟΦΩΝ) ΛΙΜΙΤΕΔ ν. ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΠΡΟΚΟΠΗ ΓΕΩΡΓΙΟΣ, Αρ. Αγωγής: 1718/2015, 22/2/2016

ΚΟΚΙΤΑ (ΕΡΓΟΣΤΑΣΙΟΝ ΖΩΟΤΡΟΦΩΝ) ΛΙΜΙΤΕΔ ν. ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΠΡΟΚΟΠΗ ΓΕΩΡΓΙΟΣ, Αρ. Αγωγής: 1718/2015, 22/2/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2016:A28 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Γ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1718/2015 Μεταξύ: ΚΟΚΙΤΑ (ΕΡΓΟΣΤΑΣΙΟΝ ΖΩΟΤΡΟΦΩΝ) ΛΙΜΙΤΕΔ Εναγόντων - Αιτητών και ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΠΡΟΚΟΠΗ ΓΕΩΡΓΙΟΣ Εναγόμενου - Καθ΄ου η Αίτηση Ημερομηνία: 22 Φεβρουαρίου, 2016 Εμφανίσεις: Για τους ενάγοντες - αιτητές: Η κα Β. Παντελή για Χάρης Κυριακίδης Δ.Ε.Π.Ε. Για τον εναγόμενο - καθ΄ου η αίτηση: Η κα Λιασίδου για Ευστάθιος Κ. Ευσταθίου Δ.Ε.Π.Ε. Α Π Ο Φ Α Σ Η (σε αίτηση για έκδοση συνοπτικής απόφασης) Με την αίτηση τους οι ενάγοντες - αιτητές (στη συνέχεια «οι αιτητές»), αιτούνται την έκδοση συνοπτικής απόφασης εναντίον του εναγόμενου - καθ΄ου η αίτηση (στη συνέχεια «ο καθ΄ου η αίτηση»), ως η έκθεση απαιτήσεως τους πλέον τα δικαστικά έξοδα και Φ.Π.Α. σύμφωνα με τη Διαταγή 18 Θ. 1 - 9 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών. Η αίτηση έχει επίσης ως νομικό της υπόβαθρο τη Διαταγή 48 Θ. 1 - 4 και 9, την πρακτική και τις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Οι αιτητές καταχώρησαν την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή στις 9.9.2015 στην οποία ο καθ΄ου η αίτηση καταχώρησε εμφάνιση στις 16.9.

  1. Της εμφάνισης του καθ΄ου η αίτηση ακολούθησε καταχώριση από τους αιτητές στις 26.10.2015 αίτησης για έκδοση συνοπτικής απόφασης, την οποία απέσυραν στη συνέχεια άνευ βλάβης των δικαιωμάτων τους για επανακαταχώριση νέας αίτησης. Στη συνέχεια καταχωρίσθηκε η παρούσα αίτηση την 2.11.
  2. Ακολούθησε η καταχώριση την 29.12.2015 ειδοποίησης περί της προθέσεως ενστάσεως εκ μέρους του καθ΄ου η αίτηση. Τα γεγονότα της αίτησης υποστηρίζει με ένορκη δήλωση της η κα Αναστασία Μηνά διευθύντρια των εναγόντων - αιτητών, η οποία δηλώνει ότι είναι και δεόντως εξουσιοδοτημένη από τους αιτητές να προβεί σε αυτή. Δηλώνει ότι έχει προσωπική και θετική γνώση των γεγονότων της υπόθεσης ως εκ του γεγονότος ότι κατά πάντα ουσιώδη για την αγωγή χρόνο ήταν η διευθύντρια των εναγόντων και ήταν υπεύθυνη για την ετοιμασία και την εποπτεία και τον έλεγχο των ανεξόφλητων λογαριασμών αναφορικά με τα προβληματικά και ανεξόφλητα τιμολόγια. Είναι υπεύθυνη για τη φροντίδα, κατοχή και φύλαξη όλων των σχετικών εγγράφων και έχει την ευθύνη της παρακολούθησης των εκδοθέντων από τους αιτητές τιμολογίων στα οποία περιλαμβάνονται και τα ανεξόφλητα τιμολόγια του καθ΄ου η αίτηση στα οποία κάνει λεπτομερή αναφορά στη συνέχεια της ένορκης δήλωσης της. Υιοθετεί και επαναλαμβάνει όλα τα γεγονότα που περιέχονται στην έκθεση απαιτήσεως των αιτητών. Επισυνάπτει την κατάσταση λογαριασμού στην οποία αναγράφονται με λεπτομέρεια οι αριθμοί όλων των ανεξόφλητων τιμολογίων εκ μέρους του καθ΄ου η αίτηση καθώς επίσης και τα ακριβή ποσά που αντιστοιχούν σε αυτά. Καταγράφει ένα προς ένα όλα τα τιμολόγια (ενενήντα τέσσερα στο σύνολο τους), τα πρωτότυπα των οποίων είναι ήδη κατατεθειμένα στο φάκελο του Δικαστηρίου στα οποία γίνεται παραπομπή και τα οποία εξακολουθούν να παραμένουν ανεξόφλητα μέχρι και σήμερα. Τα ανεξόφλητα τιμολόγια δεόντως παραλήφθηκαν και υπογράφτηκαν από τον καθ΄ου η αίτηση και ήταν πληρωτέα εντός δύο μηνών από την έκδοση τους. Τα τιμολόγια αναφέρουν ότι καθυστερημένες πληρωμές θα χρεώνονταν με 9% ετήσιο τόκο. Ο καθ΄ου η αίτηση με την υπογραφή των τιμολογίων αποδέχθηκε την εκάστοτε χρέωση και τον ετήσιο τόκο σε περιπτώσεις καθυστερημένων πληρωμών. Προς τούτο κατέθεσε τις σχετικές καταστάσεις οι οποίες παρουσιάζουν και τους χρεωστικούς τόκους των τιμολογίων και εξηγεί πως υπολογίστηκαν. Περιγράφει τη μορφή της μακρόχρονης συνεργασίας τους με τον καθ΄ου η αίτηση και τις μεταξύ τους δοσοληψίες και πληρωμές έναντι του λογαριασμού που έγιναν και ακόμα την υπογραφή την 10.01.2014 βεβαίωσης υπολοίπου λογαριασμού και εξηγεί πως προκύπτει σήμερα το συνολικό οφειλόμενο ποσό των €219,733.73σ. το οποίο αξιώνουν με την αγωγή τους. Αναφέρεται περαιτέρω σε διάφορες ενέργειες εκ μέρους του καθ΄ου η αίτηση οι οποίες κατά την άποψη της αποσκοπούν στο να αποφύγει να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του όπως η μεταβίβαση των αιγοπροβάτων του σε εταιρεία στην οποία είναι ο ίδιος διευθυντής και μοναδική μέτοχος της η μητέρα του και η αποξένωση και μεταβίβαση ακίνητης περιουσίας του η οποία ήταν πρόσφορη για να χρησιμοποιηθεί προς εξόφληση του ποσού που τους οφείλει. Εκφράζει τέλος την πίστη ότι ο καθ΄ου η αίτηση δεν έχει καμία απολύτως υπεράσπιση γι΄αυτό και είναι δίκαιο και εύλογο να εκδοθούν οι αιτούμενες θεραπείες. Ο καθ΄ου η αίτηση με την ειδοποίηση περί προθέσεως ενστάσεως του προβάλλει τους ακόλουθους λόγους ένστασης τους οποίους παραθέτω στη συνέχεια αυτολεξεί: «(α) Ο εναγόμενος - καθ' ου η αίτηση έχει καλή και γνήσια υπεράσπιση στην αγωγή, η οποία συνίσταται στο γεγονός ότι οι ενάγοντες συμφώνησαν και/ή αποδέχθηκαν όπως η οφειλή του εναγομένου προς αυτούς εξοφληθεί δια επιταγών της εταιρείας A.&R. THEOLOGOU LTD, τις οποίες οι ενάγοντες αποδέχτηκαν και παρέλαβαν. (β) Το αξιούμενο από τους ενάγοντες ποσό είναι παράνομο και/ή υπέρογκο καθ' ότι οι ενάγοντες έχουν μονομερώς προβεί σε υπερχρεώσεις και/ή παράνομο ανατοκισμό και/ή έχουν προβεί στην επιβολή τόκων αναίτια, αυθαίρετα και παράνομα κατά παράβαση του περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμου. (γ) Για τους πιο πάνω λόγους ο εναγόμενος αμφισβητεί την ουσία της αγωγής και/ή δεν αποδέχεται ότι το οποιοδήποτε οφειλόμενο προς τους ενάγοντες ποσό οφείλεται από τον ίδιο προς αυτούς και/ή δεν αποδέχεται και/ή αμφισβητεί το ύψος του αξιούμενου από τους ενάγοντες ποσού. (δ) Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που απατούνται για την έκδοση συνοπτικής απόφασης. (ε) Το πραγματικό και/ή νομικό υπόβαθρο στο οποίο στηρίζεται η αίτηση δεν δικαιολογεί την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. (στ) Η αίτηση είναι καταχρηστική αφού με αυτήν οι ενάγοντες επιδιώκουν να στερήσουν το αναφαίρετο δικαίωμα του εναγομένου να ακουστεί και να εκθέσει τις απόψεις του επί των επίδικων θεμάτων. (ζ) Η αίτηση είναι καταχρηστική της δικαστικής διαδικασίας και/ή αδικαιολόγητη και/ή εκδικητική. Ο εναγόμενος έχει καλή υπεράσπιση και προτίθεται να ασκήσει το αναφαίρετο δικαίωμά του, προβάλλοντας την Υπεράσπισή του ενώπιον του Σεβαστού Δικαστηρίου. Επίσης, ο εναγόμενος προτίθεται να προβεί στη διαδικασία για την προσθήκη της εταιρείας A.&R. THEOLOGOU LTD ως τριτοδιάδικου στην αγωγή.» Η ένσταση στηρίζεται και αυτή στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.18 Θ. 1-9, Δ.48 Θ.1-4,8 και 9, στο άρθρο 30 του Συντάγματος, στο άρθρο 6 της ΕΣΔΑ, στον περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμο Άρθρα 2,3,5 και 6 στη Νομολογία και στις Γενικές και Συμφυείς Εξουσίες και Πρακτική του Δικαστηρίου. Η ένσταση υποστηρίζεται με ένορκη δήλωση την οποία υπογράφει ο ίδιος ο εναγόμενος ο οποίος δηλώνει ότι γνωρίζει τα γεγονότα της υπόθεσης και ότι σε σχέση με τα θέματα νομικής φύσης έλαβε συμβουλή από τους δικηγόρους του. Αρνείται το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης της κας Α. Μηνά με την οποία υποστηρίζει την αίτηση, αμφισβητεί και δεν παραδέχεται τις αξιώσεις των εναγόντων στην αγωγή και υποστηρίζει ότι έχει καλή και γνήσια υπεράσπιση την οποία και εκθέτει στην ένορκη δήλωση του. Αρνείται το ύψος του οφειλόμενου ποσού που αξιώνουν οι αιτητές λέγοντας ότι αυτό είναι υπερβολικό, δεν συμφωνεί με τις καταστάσεις των λογαριασμών που επισύναψε στην ένορκη δήλωση της η κα Α. Μηνά, λέγοντας ότι ο μοναδικός που είναι σε θέση να τους ελέγξει είναι ο λογιστής του καθώς ο ίδιος δεν είναι σε θέση να το κάνει και να υπολογίσει και τους τόκους τους οποίους μονομερώς επέβαλαν οι αιτητές με ανατοκισμό και κεφαλαιοποίηση τόκων εκτοξεύοντας το ποσό που αξιώνουν στο υπερβολικό ποσό των €219,733.73σ. Γίνεται και από αυτόν αναφορά σε λεπτομέρειες των μεταξύ τους δοσοληψιών και εμπλέκει σε αυτές και την εταιρεία A & R THOLOGOU LTD με την οποία είχε δοσοληψίες ο ίδιος και ισχυρίζεται ότι οι αιτητές συμφώνησαν με αυτή και αποδέχτηκαν όπως ξοφλήσει με επιταγές της το χρέος του των €130.000, τις οποίες εξέδωσε και παρέδωσε στους αιτητές, τις οποίες όμως παραδέχεται ότι ενώ τις παρουσίασαν οι ενάγοντες στη Τράπεζα δεν εξοφλήθηκαν γι΄αυτό και θα έπρεπε να είχαν συμπεριλάβουν οι αιτητές και την εταιρεία αυτή στην αγωγή τους ως εναγόμενη. Σε σχέση με το έγγραφο που επικαλούνται οι αιτητές το οποίο υπέγραψαν την 10.01.2014 ως «Βεβαίωση Υπολοίπου», δηλώνει ότι δεν το αποδέχεται καθώς αυτό δεν ελέγχθηκε από τον λογιστή του και δεν λήφθηκε υπόψη το ποσό των 14 επιταγών της εταιρείας A. & R. THEOLOGOU LTD που παραδόθηκαν στους αιτητές. Υποστηρίζει ότι το έγγραφο αυτό είχε ετοιμαστεί από τους αιτητές μονομερώς κατά παράβαση της νομοθεσίας περί Καταχρηστικών Ρητρών και δεν του δόθηκε χρόνος να ελέγξει με το λογιστή του το αληθές ποσό. Επειδή ως συμβουλεύεται από τους δικηγόρους του δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που απαιτούνται για την έκδοση συνοπτικής απόφασης και επειδή έχει καλή υπεράσπιση και επειδή προτίθεται να καταστήσει την εταιρεία A & R THEOLOGOU LTD τριτοδιάδικο στην αγωγή, δεν θα πρέπει να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα το οποίο θα παραβίαζε το δικαίωμα του να ακουστεί στο Δικαστήριο και να προβάλει τις θέσεις του. Οι ενόρκως δηλούντες δεν αντεξετάστηκαν. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των δύο πλευρών υποστήριξαν τις θέσεις τους και σχολίασαν αυτές της άλλης πλευράς στις αγορεύσεις τους. Σε αυτές επανέλαβαν τους ισχυρισμούς που προβάλλονται στις αντίστοιχες ένορκες δηλώσεις της κάθε πλευράς δίδοντας έμφαση σε κάποιους από αυτούς με παραπομπή σε νομολογία και αυθεντίες προς επίρρωση των επιχειρημάτων τους. Όπου χρειαστεί θα γίνει ειδικότερη αναφορά σε αυτές στη συνέχεια. Κατ΄αρχή θα πρέπει να εξεταστεί κατά πόσο πληρούνται οι προκαταρτικές προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται για να έχει το Δικαστήριο σύμφωνα με τη Δ.18

(1)(α) την απαραίτητη δικαιοδοσία να εκδώσει συνοπτική απόφαση. Αυτές είναι: (α) το κλητήριο ένταλμα να είναι ειδικά οπισθογραφημένο δυνάμει της διαταγής Δ.2 Θ. 6, (β) ο εναγόμενος να έχει καταχωρήσει εμφάνιση και (γ) την αίτηση να τη συνοδεύει ένορκη δήλωση του ενάγοντος ή οποιουδήποτε άλλου προσώπου, το οποίο μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα, η οποία να επιβεβαιώνει την αιτία της αγωγής και το ποσό που απαιτείται εάν υπάρχει και να δηλώνει ότι από ότι πιστεύει δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή. Η τήρηση των προϋποθέσεων αυτών σχετίζεται με τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου, η δε μη ικανοποίησή τους στερεί το Δικαστήριο από τη δικαιοδοσία να εκδώσει συνοπτική απόφαση. Δεν μπορεί να αμφισβητηθεί ότι συντρέχουν οι δύο πρώτες προϋποθέσεις, εξάλλου εύκολα αυτές συνάγονται και εντοπίζονται στη δικογραφία. Σε σχέση με την τρίτη προϋπόθεση εφόσον πρόκειται για ενάγοντα νομικό πρόσωπο, η ένορκη δήλωση πρέπει να γίνεται από πρόσωπο που θα μπορούσε να ορκιστεί θετικά ως προς τα γεγονότα τα οποία υποστηρίζουν το αγώγιμο δικαίωμα και το ισχυριζόμενο οφειλόμενο ποσό και σε αυτή να δηλώνει ότι πιστεύει πως δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή. Αναφορικά με την πιο πάνω προϋπόθεση υπό στοιχείο (γ), η οποία αφορά την επάρκεια της ενόρκου δηλώσεως που συνοδεύει την αίτηση, θέμα καθοριστικό για την ύπαρξη δικαιοδοσίας για έκδοση απόφασης, σχετικές είναι οι υποθέσεις Stavrinides v. Geskoslovenska Obschondi Banke AS
(1972)1 C.L.R. 130, Sιmon & Co v. Palmer's Stores Ltd [1912] 1 Κ.Β. 259, Δημητρίου v. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1997)1 (Β) ΑΑΔ 782 και The Gulf Traders Ltd κ.ά. v. Λαϊκής Τράπεζας Λτδ
(1997)1 (Β) ΑΑΔ 1168 από τις οποίες προκύπτει ότι μια αίτηση για συνοπτική απόφαση θα πρέπει στην ουσία να συμμορφώνεται μόνο στις αυστηρές προϋποθέσεις του Θ. 1 (α) της Δ.18. Ένας αιτητής που ζητά συνοπτική απόφαση χρειάζεται μόνο να επιβεβαιώσει ουσιαστικά την απαίτηση του (βλ. Ετήσια Δικονομική Πρακτική του 1970 στη σελ. 124 παρ 14-2-5 στα σχόλια της αντίστοιχης Αγγλικής Δ.14). Αναγνωρίζεται στη περίπτωση που ο ενάγων - αιτητής, είναι εταιρεία, όπως η περίπτωση μας, πως κάποιο φυσικό πρόσωπο πρέπει να ορκιστεί στη θέση της για να καταλήξει πως το ζήτημα κρίνεται με βάση τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης και σε συνάρτηση με το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης, ενώ πολύ σημαντικό ρόλο διαδραματίζει και η φύση της αξίωσης. Το ζήτημα της καταλληλότητας του ομνύοντα στη βάση της Δ.18 Θ. 1, είναι ζήτημα που αποφασίζεται με βάση το περιεχόμενο της ενόρκου δηλώσεως του προσώπου αυτού. Ανατρέχοντας στο περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης της κας Αναστασίας Μηνά, η οποία υποστηρίζει την αίτηση, διαπιστώνω ότι ρητά αναφέρει την ιδιότητα της ως διευθύντριας των εναγόντων - αιτητών. Δηλώνει περαιτέρω ότι είναι το αρμόδιο πρόσωπο για την τήρηση και παρακολούθηση του επίδικου λογαριασμού του εναγόμενου στα πλαίσια των καθηκόντων της. Περαιτέρω ότι είναι δεόντως εξουσιοδοτημένη για να προβεί στην ένορκη δήλωση. Προκύπτει από όσα αυτή λέγει στην ένορκη δήλωση της ότι είναι πρόσωπο ικανό και εντός του ορισμού της Δ.18 Θ. 1 για να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα της υπόθεσης και να επαληθεύσει την αιτία της αγωγής, η οποία αφορά πώληση και παράδοση εμπορευμάτων δυνάμει τιμολογίων και τήρηση χρεοπιστωτικού λογαριασμού για τον εναγόμενο. Στις αποφάσεις Δημητρίου v. Τράπεζα Κύπρου,
(1997)1(Β) ΑΑΔ 782 και στην Sιmon & Co v. Palmer's Stores Ltd (ανωτέρω), αποφασίστηκε ακριβώς ότι η ένορκη δήλωση δεν μπορεί να γίνει από πρόσωπο το οποίο καταθέτει με βάση τα όσα πληροφορείται και πιστεύει. Στην προκείμενη όμως περίπτωση η κα Αναστασία Μηνά κρίνεται ότι είναι πρόσωπο το οποίο μπορεί να ορκισθεί θετικά εκ μέρους των αιτητών καθώς δηλώνει ότι εκτός από δεόντως εξουσιοδοτημένη να προβεί στην ένορκη της δήλωση, δηλώνει επίσης ότι έχει και προσωπική και θετική γνώση των γεγονότων ως το αρμόδιο πρόσωπο τήρησης και παρακολούθησης του επίδικου λογαριασμού του καθ΄ου η αίτηση. Εξάλλου δηλώνει ότι είναι και διευθύντρια των εναγόντων. Η ενόρκως δηλούσα εκ μέρους των αιτητών επαληθεύει τη βάση της αγωγής και το απαιτούμενο ποσό, και δηλώνει ρητά ότι, απ' ό,τι η ίδια πιστεύει, ο καθ΄ου η αίτηση καμία υπεράσπιση δεν έχει στην αγωγή. Εξάλλου, επισημαίνω ότι, ούτε και ο ίδιος ο καθ΄ου η αίτηση αμφισβητεί στην ένσταση του με οποιοδήποτε τρόπο την ικανότητα και δυνατότητα της κας Αναστασίας Μηνά, ως ενόρκως δηλούσας στην αίτηση, ότι έχει θετική και προσωπική γνώση αναφορικά με τα γεγονότα τα οποία καταθέτει, γεγονός που ενισχύει τη θέση ότι και το τρίτο κριτήριο/προϋπόθεση για την εφαρμογή της Διάταξης 18 εκπληρώνεται εν προκειμένω. Χωρίς αμφισβήτηση όλων αυτών, τα οποία ισχυρίστηκε περί της ιδιότητας της η κα Α. Μηνά βρίσκω ότι ικανοποιείται και η τρίτη προϋπόθεση. Με την ικανοποίηση των πιο πάνω προκαταρτικών προϋποθέσεων το βάρος σύμφωνα με τη νομολογία μας μετατοπίζεται στους ώμους του καθ΄ου η αίτηση ο οποίος θα πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση ή να αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που να θεωρηθούν επαρκή για να του δώσουν το δικαίωμα να υπερασπιστεί την υπόθεση (βλ. Kyprianides v. Ioannou
(1961)1 C.L.R. 265, CYMS co Ltd v. Central Co- Operative Industries co Ltd
(1982)1 C.L.R. 897 και Hermes Insurance Co Ltd v. Theodorides
(1983)1 C.L.R. 333). Πριν προχωρήσω με την εξέταση των ισχυρισμών του καθ΄ου η αίτηση κρίνω σκόπιμο να τονίσω ότι έχω υπόψη μου ότι η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου με βάση τη Δ.18 είναι τέτοια που πρέπει να ασκείται με ιδιαίτερη προσοχή και ένας εναγόμενος που δυνατό να μπορεί να δημιουργήσει μέσω σχετικών γεγονότων την πιθανότητα έγερσης επίδικου θέματος, θα πάρει άδεια να υπερασπιστεί την υπόθεση έστω και αν τέτοια υπεράσπιση μπορεί να μην φαίνεται ικανή να επιτύχει σε τελική ανάλυση (βλ. Jacobs v. Booth΄s Distillery Co. 85 L.T.R. 269). Η νομολογία καθορίζει ότι η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση, όταν και εφόσον το βάρος μετατοπιστεί στους ώμους του εναγομένου, πρέπει να περιέχει τέτοιες λεπτομέρειες που να τεκμηριώνουν τους ισχυρισμούς του για την ύπαρξη υπεράσπισης και ότι οι γενικοί και αόριστοι ισχυρισμοί δεν είναι από μόνοι τους αρκετοί (βλ. Hermes Insurance Co. Ltd v. Theodorides (ανωτέρω). Η απλή αναφορά σε ισχυρισμούς γενικούς και αόριστους στερεί από τον εναγόμενο το δικαίωμα να τύχει άδειας από το Δικαστήριο για να καταχωρίσει υπεράσπιση για δύο βασικούς λόγους: (α) Όταν οι ισχυρισμοί που προβάλλονται είναι γενικοί και /ή αόριστοι το Δικαστήριο αδυνατεί να προβεί στην εξέταση τους, εφόσον ελλείπει το σχετικό υπόβαθρο εκείνων των γεγονότων που το Δικαστήριο θα έπρεπε να έχει ενώπιον του για να τα εξέταζε με την αναγκαία στο στάδιο αυτό λεπτομέρεια και (β) η γενική και χωρίς παράθεση στοιχείων άρνηση ενός εναγόμενου προσκρούει στη νομολογιακή αρχή και βέβαια στο ίδιο το λεκτικό της Δ.18, Θ. 1(α), ότι η ένσταση θα πρέπει να εμπεριέχει λεπτομερώς τις θέσεις του εναγόμενου ("condescend upon particulars"). Η αναγκαιότητα να εκτίθενται συγκεκριμένα γεγονότα και ισχυρισμοί στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση, τονίστηκε και πάλι στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Εθνική Τράπεζα της Ελλάδας Α.Ε. v. Χ" Νέστωρος,
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 204. Στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Trans Middle East (Trading) (T.M.E.T.) Ltd v.Tlais,
(1991)1 A.A.Δ. 239, τονίστηκε ο εξαιρετικός χαρακτήρας της διαδικασίας συνοπτικής απόφασης με την πιο κάτω αναφορά του έντιμου Δικαστή Αρτέμη όπως ήταν τότε που έδωσε την απόφαση του Δικαστηρίου στις σελ. 243-244: «Η βασική αρχή που προκύπτει τόσο από τις Κυπριακές όσο και από τις Αγγλικές αποφάσεις, είναι ότι η συνοπτική απόφαση πρέπει να εκδίδεται μόνο όπου είναι αναμφίβολο ότι ο εναγόμενος δεν έχει υπεράσπιση στην αγωγή. Όπου όμως δίδει στην ένορκη δήλωση αρκετές λεπτομέρειες που να δείχνουν την ύπαρξη καλόπιστης υπεράσπισης ή να εγείρουν θέμα σε απάντηση της απαιτήσεως που θα πρέπει να εκδικάζεται ή όπου ικανοποιεί το Δικαστήριο ότι έχει καλή και ουσιαστική υπεράσπιση και ή αποκαλύπτει τέτοια γεγονότα που μπορούν να κριθούν ως αρκετά για να του δώσουν το δικαίωμα να προβάλει την υπεράσπιση του και ή αποκαλύπτει τέτοια γεγονότα που μπορούν να κριθούν ως αρκετά, τότε πρέπει να δίδεται τέτοιο δικαίωμα για υπεράσπιση (βλ. CYEMS CO LTD v. The Central Co- operative Co Ltd
(1982)1 C.L.R. 879). Έτσι είναι μόνο σε καθαρές περιπτώσεις που μπορεί το Δικαστήριο να στερήσει διάδικο από του να προβάλει την υπεράσπιση του ενώπιον του Δικαστηρίου γιατί σε διαφορετική περίπτωση τέτοια ενέργεια θα αποτελούσε άρνηση δικαιοσύνης προς τον επηρεαζόμενο διάδικο.» Όπως αναφέρεται στην υπόθεση Hermes Insurance Co Ltd v. Theodorides (ανωτέρω), ο εναγόμενος θα πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή επί της ουσίας ή ότι αποκαλύπτει τέτοια γεγονότα τα οποία θα θεωρούνται ικανοποιητικά για να δώσουν σ΄αυτόν το δικαίωμα να υπερασπιστεί. Όπως έχει νομολογιακά καθιερωθεί, είναι αρκετό για τον εναγόμενο, για την εξασφάλιση του δικαιώματος υπεράσπισης χωρίς όρους, να δείξει πως υπάρχει δικάσιμο θέμα, ανεξάρτητα αν το Δικαστήριο πιστεύει πως τελικά η προβαλλόμενη υπεράσπιση μπορεί να μην πετύχει (βλ. N.V. Caterchef Ltd v. P.C. Electronics Ltd,
(1999)1 A.A.Δ. (Γ) σελ. 1912). Τονίζεται ότι σε τέτοιου είδους αιτήσεις, η συζήτηση αφορά την ύπαρξη ή μη υπερασπίσεως και κατ΄ανάγκη διεξάγεται σε επίπεδο ισχυρισμών (βλ. Melita Manufactures Ltd v. Chris Ioannou Ltd,
(1966)1 Α.Α.Δ.). Δεν αξιολογεί το Δικαστήριο τη μαρτυρία με την έννοια που αξιολογείται η μαρτυρία σε επίπεδο κυρίως δίκης (βλ. Jacobs v. Booth's Distillery Co, [1901] 85 L.T. 262 " it is not for the tribunal to enter into the merits of the case at all"). Στην υπόθεση Λαζάρου κ.ά. v. Μακεδόνα,
(1999)1 (Β) Α.Α.Δ. σελ. 817 αναφέρθηκαν τα εξής σχετικά: «Έχει λεχθεί δικαστικά ότι όπου η υπεράσπιση μπορεί να περιγραφεί ως κάτι περισσότερο από σκιώδης αλλά λιγότερο από πιθανή, θα πρέπει να δίδεται άδεια για υπεράσπιση (βλ. Supreme Court Practice 1999 1η έκδοση σελ.174, παρ. 14.09.99).» Όπου τα νομικά και πραγματικά ζητήματα είναι τέτοιας φύσης που καθίσταται δυνατό για το Δικαστήριο να μορφώσει άποψη αμέσως, χωρίς περαιτέρω διευκρίνιση κατά το στάδιο της δίκης, τότε πρέπει να εκδίδεται συνοπτική απόφαση. Η αρχή αυτή έχει τεθεί στην Nichimen Corporation v. Gtoil Overseas Inc (C.A.)
(1987)2 Lloyd's Rep. 4651 ως πιο κάτω: «Εάν η υπόθεση αφορά σε νομικά ζητήματα ή σε άλλο υλικό τα οποία καθιστούν δυνατό για το Δικαστήριο να μορφώσει μια οριστική άποψη αμέσως δεν είναι αρκετό για το Δικαστήριο να συμπεράνει ότι οι εναγόμενοι έχουν μια συζητήσιμη υπόθεση.» Στην υπόθεση Λούκος Λτδ κ.ά. v. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε. (Αρ.1),
(2001)1 (Α) Α.Α.Δ. σελ. 418 με αναφορά στην CY.E.M.S. Co v. Central Co-operative Industries,
(1982)1 C.L.R. 897 στις σελ. 902-905 και τις εκεί αναφερόμενες Αγγλικές αποφάσεις λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Συνοπτική απόφαση δεν εκδίδεται όπου προβάλλονται σχετικοί με το θέμα ισχυρισμοί που θα μπορούσαν, όσο απομακρυσμένη και αν φαίνεται η πιθανότητα επιτυχίας, να δικαιολογήσουν τη διεξαγωγή κανονικής δίκης...... Συνοπτική απόφαση εκδίδεται μόνο όπου το Δικαστήριο διαπιστώνει πως δεν υπάρχει στην πραγματικότητα διαφορά ώστε να δικαιολογείται η δίκη. Τέτοια διαπίστωση γίνεται όταν το πράγμα είναι προφανές και όχι ως εγχείρημα αξιολόγησης και στάθμισης. Αυτή είναι η φιλοσοφία της Δ.18.» Έχοντας επομένως υπόψη τις θέσεις της κάθε πλευράς όπως αυτές αναπτύχθηκαν και στις αγορεύσεις τους - οι οποίες σημειώνω ότι στάθηκαν πολύ υποβοηθητικές για το Δικαστήριο - σε συνδυασμό με τις πιο πάνω αρχές όπως προκύπτουν από τη νομολογία και σε νομολογία που θα αναφερθώ ειδικότερα κατά την εξέταση των επί μέρους θεμάτων, θα εξετάσω στη συνέχεια τους ισχυρισμούς του καθ΄ου η αίτηση όπως αυτοί προβάλλονται στην ειδοποίηση περί της προθέσεως ενστάσεως του και υποστηρίζονται με την ένορκη δήλωση του και αν αυτοί δικαιολογούν την παροχή σ΄αυτόν της δυνατότητας να προβάλει την υπεράσπιση του. Προβλήθηκε στην αγόρευση της ευπαίδευτης συνηγόρου των αιτητών ότι η ένσταση του καθ΄ου η αίτηση δεν θα πρέπει να ληφθεί υπόψη ενόψει της εκπρόθεσμης καταχώρισης της καθότι όπως προκύπτει από τον φάκελο της δικογραφίας, ο καθ΄ου η αίτηση δεν τήρησε την προθεσμία για την καταχώριση της ένστασής του, ως αυτή είχε τεθεί από το Δικαστήριο. Συγκεκριμένα, κατά τη δικάσιμο ημερομηνίας 16.11.2015, οι συνήγοροι του καθ΄ου η αίτηση, ζήτησαν χρόνο για να καταχωρίσουν ένσταση στην Αίτηση και σύμφωνα με τις οδηγίες του Δικαστηρίου η εν λόγω ένσταση του καθ΄ου η αίτηση έπρεπε να είχε καταχωρισθεί εντός τριάντα
(30)ημερών. Η ακρόαση της υπόθεσης ορίστηκε για την 12.01.
  1. Θα έπρεπε δηλαδή να είχε καταχωρισθεί μέχρι και την 16.12.
  2. Παρά τις σαφείς και ρητές οδηγίες του Δικαστηρίου ο καθ΄ου η αίτηση καταχώρισε εκπρόθεσμα την ένσταση του στην Αίτηση στις 29.12.
  3. Αυτό έγινε χωρίς προηγουμένως να λάβει οποιαδήποτε άδεια από το Δικαστήριο, και για αυτόν το λόγο είναι η εισήγηση όπως η εν λόγω ένσταση θα πρέπει να αγνοηθεί και να μην ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο. Τη θέση τους αυτή οι αιτητές στη στηρίζουν σε γνωστή νομολογία στην οποία παραπέμπουν. Είναι δε γεγονός ότι σε αρκετές υποθέσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, έχει κατ' επανάληψη υποδειχθεί η ανάγκη για αυστηρή τήρηση των προθεσμιών που προβλέπονται στους Διαδικαστικούς Κανονισμούς (βλ. μεταξύ άλλων, Αθανασιάδη ν. Αλεξάνδρου,
(1991)1 ΑΑΔ 945, Μαρκίδης ν. Ελληνικής Τράπεζας (Χρημ.) Λτδ,
(2001)1 ΑΑΔ 898). Με την ανάλογη αυστηρότητα θα πρέπει να τηρούνται και οι προθεσμίες που τάσσονται κατόπιν οδηγιών του Δικαστηρίου. Δεν είναι βέβαια μοιραία η παρέλευση μιας προθεσμίας που προβλέπεται στους κανονισμούς ή που καθορίζεται από το Δικαστήριο. Παρέχεται η δυνατότητα στο διάδικο που παρέλειψε να συμμορφωθεί να ζητήσει από το Δικαστήριο, με βάση τη Δ.57 θ.2, την παράταση της προθεσμίας. Όπως υποδείχθηκε στην Αθανασιάδης ν. Αλεξάνδρου (πιο πάνω), η Δ.64 δεν είναι εναλλακτικός τρόπος για την εξασφάλιση παράτασης, χωρίς την υποβολή σχετικής αίτησης, προσφέρει όμως στο διάδικο τη δυνατότητα διόρθωσης μιας παρατυπίας που άλλως πως θα οδηγούσε σε ακύρωση της διαδικασίας. Αναπτύχθηκε για το ζήτημα αυτό πλούσια νομολογία (βλ. για παράδειγμα, Πετρίχου ν. Χατζηιωσήφ,
(1998)1 ΑΑΔ81, Οικονομίδου ν. Φλουρέντζος Χριστοδούλου και Υιοί Λτδ,
(2005)1 ΑΑΔ 1157, MI Holdings Public Ltd ν. Παναγή,
(2006)1 ΑΑΔ 298, Olympia Designs (Properties) Ltd ν. Unique U.K. Inc.,
(2010)1 ΑΑΔ 1395). Σύμφωνα με την ανωτέρω νομολογία, η Δ.64 δεν αποτελεί πανάκεια για κάθε παράλειψη συμμόρφωσης με τους κανονισμούς. Παρέχει απλά μια ευκαιρία στο διάδικο που επέδειξε πλημμέλεια στην εφαρμογή των θεσμών, στα πλαίσια που ορίζει η Διαταγή, να διορθώσει το συγκεκριμένο διάβημα, ώστε να μη θεωρείται άκυρο. Η Δ.64 δεν παρέχει στο Δικαστήριο την εξουσία να προβαίνει αυτεπάγγελτα σε διορθωτικές κινήσεις. Τα κατάλληλα διορθωτικά διαβήματα θα πρέπει να λαμβάνονται από τον ενδιαφερόμενο διάδικο. Σε περίπτωση που ο διάδικος αδιαφορήσει, το Δικαστήριο δεν έχει άλλη εκλογή, παρά να εξετάσει την ενώπιον του κατάσταση, όπως αυτή έχει δημιουργηθεί. Στην υπόθεση Καλλής ν. Alpha Bank Ltd,
(2002)1(Β) 793, λέχθηκαν χαρακτηριστικά τα ακόλουθα: «Νομίζουμε πως πρέπει να θεωρείται αυτονόητο ότι η τήρηση των προθεσμιών καθ' όσον αφορά τη λήψη διαδικαστικών μέτρων, συνδέεται με το δημόσιο συμφέρον εφόσον η τελεσιδικία των δικαστικών διαδικασιών, άπτεται άμεσα των συμφερόντων των διαδίκων (Βλ. Ανδρέας Λυσιώτης ν. Κυπριακής Δημοκρατία,
(2000)1 ΑΑΔ 364)» Στην υπόθεση Αθανασιάδη ν. Αλεξάνδρου (ανωτέρω) επισημαίνονται και τα εξής μεταξύ άλλων: «Οι κανονισμοί είναι θεσπισμένοι για να τηρούνται. Ειδικά σε ότι αφορά τις προθεσμίες επανειλημμένα τονίστηκε η ανάγκη τήρησής τους. (Βλ. μεταξύ άλλων The Attorney General Cooperatiνe Carob Marketing Society Ltd ν. Lufti Kiami and another
(1973)1C.L.R.1). Η παρέλευση μιας προθεσμίας που προβλέπουν οι κανονισμοί δεν είναι βέβαια μοιραία. Η Δ.57 κ.2 προσδιορίζει τον τρόπο για την αντιμετώπιση του προβλήματος. Κάθε διάδικος μπορεί πριν από την πάροδο της προθεσμίας αλλά και μετά από αυτή να υποβάλει αίτηση για την παράταση της. (Βλ. Eleftheriades and another ν. Maνrellis and another
(1985)1 CLR 440) αναφορικά με ανάλογη συμφυή εξουσία του Δικαστηρίου)». Στην υπόθεση Μιχαηλίδης ν. Χρίστου,
(1996)1 (A) ΑΑΔ 1190 γίνεται η ακόλουθη επισήμανση: «Δεν πρέπει να λησμονείται ότι οι τασσόμενες προθεσμίες αποτελούν βασικό υποστήριγμα του νομικού μας συστήματος για την πιο αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης.» Προκύπτει από το φάκελο της δικογραφίας ότι ο καθ΄ου η αίτηση καταχώρισε την ένσταση του εκπρόθεσμα και κατά παράβαση των οδηγιών του Δικαστηρίου. Αντί εντός τριάντα
(30)ημερών δηλαδή μέχρι την 16.12.2015, όπως ήταν οι οδηγίες του Δικαστηρίου, την καταχώρισε μόλις την 29.12.2015. Παρά τις πρόνοιες της Δ.57 θ.2 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, ο καθ΄ου η αίτηση δεν ζήτησε από το Δικαστήριο παράταση της προθεσμίας, είτε προτού την καταχωρίσει είτε κατά την ημερομηνία καταχώρισης, προκειμένου να εξασφαλίσει τη σχετική άδεια του Δικαστηρίου για την εκπρόθεσμη καταχώριση της. Συνεπώς, ο καθ΄ου η αίτηση δεν προέβη σε κανένα διορθωτικό διάβημα για άρση της πιο πάνω παράτυπης και εκπρόθεσμης καταχώρισης της ένστασης, η οποία εξακολουθεί να πάσχει για τον λόγο αυτό. Συμμερίζομαι την εισήγηση των αιτητών ότι η εκπρόθεσμη ένσταση του καθ΄ου η αίτηση υπό αυτές τις συνθήκες θα πρέπει να αγνοηθεί και να μην ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο. Οι προθεσμίες που τίθενται από το Δικαστήριο θα πρέπει να τηρούνται όπως υποδεικνύει η νομολογία μας, αυτό εξυπηρετεί τους σκοπούς απονομής της δικαιοσύνης και όπως το έθεσε και η πλευρά των αιτητών παραβλάπτει και τα δικαιώματα τους εφόσον δεν του παρασχέθηκε ικανοποιητικός χρόνος προετοιμασίας. Επομένως, θα προχωρούσα στην εξέταση της αίτησης και χωρίς να λάβω υπόψη μου τους λόγους ένστασης οπότε αναπόδραστα αυτή θα εγκρινόταν. Παρόλα αυτά για σκοπούς πληρότητας της απόφασης μου θα εξετάσω στη συνέχεια τους λόγους ένστασης που προβλήθηκαν εκ μέρους του καθ΄ου η αίτηση. Στο ερώτημα ως προς τι θα πρέπει ικανοποιηθεί το Δικαστήριο ώστε να αρνηθεί στον ενάγοντα απόφαση εδώ και τώρα, απαντά ο Λόρδος Μπλάκμπερν στην απόφασή του στην κλασσική υπόθεση John Wallingford ν. The Directors etc. of the Mutual Society [1879 -1880] 5 Α.Ο. (Η.L.) 685,704: "Now I think what we haνe to see here is, what is that the Judge is to be satisfied of, in order to induce him to refuse to make the order for the plaintiff to sign judgment. If he is satisfied upon the affidaνits before him that there really is a defence upon the merits, it is a matter of right, unless there be something νery extraordinary (which I can hardly conceiνe), that the defendant should be able to raise that defence upon the merits, either to the whole or to a part. He may fall far short of satisfying a Judge that there is a defence upon the merits; still he may do so if he discloses such facts as may be deemed sufficient to entitle him to defend. And that, my Lords, raises another question altogether. There may νery well be facts brought before the Judge which satisfy him that it is reasonable, sometimes without any terms and sometimes with terms, that the defendant should be able to raise this question, and fight it if he pleases, although the Judge is by no means satisfied that it does amount to a defence upon the merits. I think that when the affidaνits are brought forward to raise that defence they must, if I may use the expression, condensed upon particulars. It is not enough to swear, Ί say I owe the man nothing". Doubtless, if it was true, that you owed the man nothing, as you swear, that would be a good defence. But that is not enough. You must satisfy the Judge that there is reasonable ground for saying so. So again, if you swear that there was fraud, that will not do. It is difficult to define it, but you must giνe such an extent of definite facts pointing to the fraud as to satisfy the Judge that those are facts which make it reasonable that you should be allowed to raise that defence. And in like manner as to illegality, and eνery other defence that might be mentioned.» Οι αρχές που διέπουν την εφαρμογή της Δ.18 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας (Δ.14 στην Αγγλία), ετέθησαν από παλιά και επαναλαμβάνονται από τα Δικαστήρια μας. Σκοπός της Διαταγής είναι να δώσει τη δυνατότητα στον ενάγοντα να πάρει συνοπτική απόφαση χωρίς δίκη, αν μπορεί να αποδείξει την απαίτηση του καθαρά και αν ο εναγόμενος δεν μπορέσει να προβάλει μια καλόπιστη (bona fide) υπεράσπιση ή να εγείρει ζήτημα κατά της απαίτησης, το οποίο πρέπει να δικαστεί. Στην αγγλική υπόθεση Jacobs ν. Booth's Distillery Co. (ανωτέρω) αναφέρεται ότι: "People do not seem to understand that the effect of Order XIΝ, is, that, upon the allegation of the one side or the other, a man is not to be permitted to defend himself in a Court; that his rights are not to be litigated at all. There are some things too plain for argument; and where there were pleas put in simply for the purpose of delay, which only added to the expense, and where it was not in aid of justice that such things should continue, Order XIΝ was intended to put an end to that state of things, and to preνent such defences from defeating the right of parties by delay, and at the same time causing great loss to plaintiffs who were endeaνouring to enforce their rights." Περαιτέρω στην ίδια απόφαση λέχθηκαν επίσης τα ακόλουθα: "The νiew which I think ought to be taken of Order XIΝ is that the tribunal to which the application is made should simply determine, 'is there a triable issue to go before a jury or a court?'. It is not for the tribunal to enter into the merits of the case at all. It ought to make the order only when it can say to the person who opposes the order, 'You haνe no defence. You could not by general demurrer, if it were a point of law, raise a defence here. We think it is impossible for you to go before any tribunal to determine the question of fact'. We are not expressing any opinion whateνer upon the merits of the case." Στην υπόθεση Anglo-ltaliano Bank ν. Wells and Daνies (38 L.T.197, στη σελ. 199 αναφέρονται τα εξής: «The order on which this decision is made is most useful order. It is entended to preνent a man, clearly entitled to money, from being delayed where there is no fairly arguable defence to be brought forward.» Οι πιο πάνω υποθέσεις υιοθετήθηκαν σε αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις υποθέσεις Kyprianides ν. loannou
(1966)1CLR 265, CY.E.M.S. Co. ν. Central Co-Operatiνe Industries
(1982)1 CLR 897, Hermes Insurance Co Ltd ν. Theodorides (ανωτέρω) και επιβεβαιώθηκαν στην υπόθεση Trans Middle East Trading ν. Tlais επίσης ανωτέρω, όπου αναφέρεται ότι: «Ή βασική αρχή που προκύπτει τόσο από τις Κυπριακές όσο και τις Αγγλικές αποφάσεις είναι ότι συνοπτική απόφαση πρέπει να εκδίδεται μόνο όπου είναι αναμφίβολο ότι ο εναγόμενος δεν έχει υπεράσπιση στην αγωγή. Όπου όμως δίδει στην ένορκη του δήλωση αρκετές λεπτομέρειες που να δείχνουν την ύπαρξη καλόπιστης υπεράσπισης ή να εγείρουν θέμα σε απάντηση της απαιτήσεως που θα πρέπει να εκδικάζεται, ή όπου ικανοποιηθεί το Δικαστήριο ότι έχει καλή και ουσιαστική υπεράσπιση ή αποκαλύπτει τέτοια γεγονότα που μπορούν να κριθούν ως αρκετά για να του δώσουν το δικαίωμα να προβάλει την υπεράσπιση του, τότε πρέπει να δίδεται τέτοιο δικαίωμα για υπεράσπιση (CY.E.M.S.Co Ltd. ν. The Central Co-operatiνe Industries Co. Ltd.
(1982)1 Α.Α.Δ.897). Έτσι είναι μόνο σε καθαρές περιπτώσεις που μπορεί το Δικαστήριο να στερήσει διάδικο από του να προβάλει την υπεράσπιση του ενώπιον του Δικαστηρίου, γιατί σε διαφορετική περίπτωση τέτοια ενέργεια θα αποτελούσε άρνηση δικαιοσύνης προς τον επηρεαζόμενο διάδικο.» Στην Hermes Insurance Co Ltd ν. Theodorides, ( ανωτέρω) η αίτηση των Εναγόντων για συνοπτική απόφαση εναντίον του Εναγομένου εγκρίθηκε στη βάση του ότι δεν είχαν δοθεί από τον Εναγόμενο εκείνες οι λεπτομέρειες και εκείνα τα γεγονότα τα οποία θα μπορούσαν να δικαιολογήσουν την ύπαρξη καλόπιστης υπεράσπισης εκ μέρους του. Πιο συγκεκριμένα, η υπόθεση αυτή αφορούσε ανάκτηση χρηματικού ποσού στη βάση δύο επιταγών που είχαν εκδοθεί από τον εναγόμενο και οι οποίες όμως δεν είχαν τιμηθεί και το πιο κάτω απόσπασμα της απόφασης είναι πιστεύουμε ενδεικτικό της έκτασης και της φύσης των λεπτομερειών που πρέπει να δίνονται από τον εναγόμενο προκειμένου αυτός να πείσει για την ύπαρξη καλόπιστης υπεράσπισης: "it was not enough for the defendants to aνer failure of consideration for the issue of the cheques in question; that they should "condescend upon particulars" establishing such an alleged "failure of consideration" or "fraudulent representation" as they put it in the present appeal. we may say straight away that it is uncertain and eνasiνe without any particulars whateνer. It speaks of an express and/or implied agreement between the litigants by νirtue of which the defendants deliνered the two cheques in question "in full satisfaction of all the claims of the plaintiff in connection with his employment by the defendants and the termination of his employment by the defendants ..the affidaνit is the eνidence, and in this particular instance the only eνidence, on which the trial Judge had to rely. If the agreement were express it should be so stated; if it were implied facts should be stated from which the implied agreement could be inferred. Further the nature of the employment of the plaintiff with defendants should be mentioned with sufficient particularity; was he employed on a salary basis? Was he a commission agent?.No particulars are giνen as to the termination of his employment by the defendants, either. The situation becomes more confusing when one proceeds further to para 3(b) of the affidaνit where it is aνerred that "a considerable amount out of the aggregated amount of the two cheques represents commission not yet payable to the plaintiff" ; and immediately the question poses for an answer "what is the figure of this considerable amount?" We need not deal with the affidaνit any further. Suffice it to conclude with para 3 thereof, the last paragraph, where it is stated "that the defendants haνe the intention of paying to the plaintiff the amounts which will be proνed due to him at the end of 1982" . What are these amounts? Do the defendants mean to say that their defence comes to part only of plaintiff's claim? In such a case did their affidaνit comply with Order 18, r. 3(b) of the Ciνil Procedure Rules referred to aboνe?'' Στην υπόθεση Καζαμίας ν. Ρωμαϊκά Κεραμουργεία Λτδ,
(1990)1 AAΔ 752, η οποία αφορούσε αξίωση για ανάκτηση χρηματικού ποσού δυνάμει 2 επιταγών, δεν δόθηκε στον Εναγόμενο άδεια να καταχωρήσει υπεράσπιση λόγω του ότι δεν αποκάλυπτε στην ένορκη του δήλωση λεπτομέρειες και γεγονότα τα οποία θα μπορούσαν υπό άλλες συνθήκες να του επιτρέψουν να υπερασπιστεί τον εαυτό του. Πιο συγκεκριμένα λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Ο εναγόμενος με την ένορκο δήλωσή του ισχυρίσθηκε ότι ουδέν ώφειλε στην ενάγουσα, η οποία, κατά τον ισχυρισμό του, τον είχε προμηθεύσει με οικοδομικά υλικά προς εξόφληση χρέους άλλης αδελφικής της εταιρίας. η ένορκη δήλωση του ήταν ελλιπής. δεν περιέχει καθόλου λεπτομέρειες της ισχυριζόμενης διευθέτησης με αναφορά σε ημερομηνίες παράδοσης των οικοδομικών υλικών και της ποσότητός τους. Στην ένορκη δήλωση προβάλλεται επίσης ο ισχυρισμός ότι ο εφεσείων όχι μόνο δεν οφείλει το επίδικο ποσό αλλά έχει και υπόλοιπο εις πίστην του. Δεν εξειδικεύονται όμως τα ποσά αυτά ούτε και η κίνηση του λογαριασμού προς την τελική του κατάληξη.» Στην απόφαση J M Loizides Agencies Ltd κ.ά ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ
(2011)1 ΑΑΔ 1280, το Ανώτατο Δικαστήριο κατά την αξιολόγηση της έκτασης εξέτασης των ισχυρισμών του Εναγόμενου, ανέφερε τα ακόλουθα: «Τα όσα το πρωτόδικο Δικαστήριο συζήτησε σε κάποια έκταση στο θέμα δεν αντιστρατεύονται την αρχή που επιτάσσει να μην γίνεται αξιολόγηση των αντικρουόμενων θέσεων ως να εκδικαζόταν η αγωγή από το στάδιο της αίτησης για συνοπτική απόφαση. Αυτό ισχύει όπου όντως εγείρονται με επαρκείς λεπτομέρειες ζητήματα που συνηγορούν υπέρ της παροχής άδειας για υπεράσπιση είτε εν όλω, είτε εν μέρει ή και με όρους. Όμως εκεί που οι αιτιάσεις που προβάλλει ο εναγόμενος είναι γενικές και αόριστες και δεν έχουν νόμιμο έρεισμα, οφείλεται η εξέταση τους αν το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι δεν μπορεί να υπάρχει «.... a fair or reasonable probability of the defendant's haνing a real or bona fide defence»(banque de Paris t ds Pays - bas (Swisse) SA v. de Naray [ 1984] 1 Lloyd´s Rep.21,23) Στην απόφαση R.C.K. Sports ως έχει μετονομασθεί από Palinex Sports Ltd ν. Persona Adνertising Ltd,
(1996)1 (Β) ΑΑΔ 1074, αποφασίστηκε ότι στη διαδικασία έκδοσης συνοπτικής απόφασης, όταν τα νομικά και πραγματικά ζητήματα επιτρέπουν στο Δικαστήριο τη διαμόρφωση άποψης χωρίς περαιτέρω διευκρίνιση, τότε εκδίδεται απόφαση εφόσον ο εναγόμενος δεν κατορθώσει να ικανοποιήσει ότι έχει καλή υπεράσπιση. Το Ανώτατο Δικαστήριο ανάφερε ότι η υπόθεση που εξετάστηκε αφορούσε σε νομικά και πραγματικά ζητήματα τα οποία καθιστούσαν δυνατό για το δικαστήριο να διαμορφώσει μια οριστική άποψη αμέσως και ως εκ τούτου να εκδώσει συνοπτική απόφαση, σημειώνοντας ότι τα συμπεράσματα του πρωτόδικου δικαστηρίου όσον αφορά την έλλειψη υπεράσπισης εκ μέρους των εφεσειόντων - εναγομένων, στηρίχθηκαν αφ' ενός σε μαρτυρία που δεν ήταν διιστάμενη και αφ' ετέρου σε μαρτυρία που δόθηκε για τους εφεσείοντες - εναγομένους η οποία έγινε δεκτή και συνεπώς δεν εγειρόταν ζήτημα έλλειψης ή αξιολόγησης μαρτυρίας ή ευρημάτων. Όπως δε έχει ήδη αναφερθεί πιο πάνω κατά την καταγραφή της νομικής πτυχής της υπόθεσης και εφόσον αποφασίστηκε ότι εκπληρούνται τα κριτήρια που αποτελούν το υπόβαθρο για την άσκηση της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου στη βάση της Δ.18 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, το βάρος απόδειξης μετατοπίζεται πλέον στον καθ΄ου η αίτηση, ο οποίος θα πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή επί της ουσίας και να αποκαλύψει τέτοια γεγονότα και λεπτομέρειες, οι οποίες να μπορούν να θεωρηθούν ικανοποιητικές για να του παράσχουν το δικαίωμα να υπερασπιστεί στην αγωγή. Αυτό το ζήτημα προβάλλεται και ως πρώτος λόγος ένστασης εκ μέρους του καθ΄ου η αίτηση. Προς τούτο, ισχυρίζεται ότι οι αιτητές συμφώνησαν και αποδέχτηκαν όπως η οφειλή του καθ΄ου η αίτηση προς αυτούς εξοφληθεί δια επιταγών της εταιρείας A & R THEOLOGOU LTD, τις οποίες οι αιτητές αποδέχτηκαν και παρέλαβαν. Προς υποστήριξη του πιο πάνω λόγου ένστασης, στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση, παραθέτει διάφορα γεγονότα, συγκεκριμένα στην παράγραφο 8 και τις υποπαραγράφους αυτής i και ii, 9, 10, 11 και 12 με τα οποία προσπαθεί να αποδείξει ότι έχει εύλογες αιτίες για να αμφισβητεί την ουσία της αγωγής και τα οφειλόμενα ποσά προς τους αιτητές. Συγκεκριμένα, στην παράγραφο 8 και στις υποπαραγράφους αυτής, ο καθ΄ου η αίτηση αναφέρει ότι το ποσό που όφειλε προς τους αιτητές ήταν €130.000, το οποίο οι αιτητές αποδέχτηκαν και συμφώνησαν όπως εξοφληθεί δια επιταγών της εταιρείας A & R THEOLOGOU LTD. Όπως αναφέρει ο ίδιος από το έτος 2008 μέχρι το 2011 συνεργαζόταν με την εταιρεία A & R THEOLOGOU LTD και τη διευθύντρια αυτής Ροδούλα Θεολόγου. Βάσει των ισχυρισμών του, η εν λόγω εταιρεία όφειλε στον καθ΄ου η αίτηση το ποσό των €140,
  1. Κατά ή περί τον Ιανουάριο του 2013 συμφώνησε με την εν λόγω εταιρεία και τη διευθύντρια της, το εν λόγω οφειλόμενο ποσό των €140,000 να καταβληθεί το ποσό των €130,000 προς τους αιτητές και το υπόλοιπο σε άλλους πιστωτές του καθ΄ου η αίτηση. Προς υποστήριξη της θέσης του, αναφέρει ότι οι αιτητές συμφώνησαν όπως το χρέος του προς αυτούς, ύψους €130,000, εξοφληθεί με επιταγές που θα εξέδιδε επ' ονόματι τους η εταιρεία A & R THEOLOGOU LTD. Ασπάζομαι τη θέση των αιτητών ότι ο καθ΄ου η αίτηση ενώ παραδέχεται ρητά ότι το ποσό που όφειλε στους αιτητές ήταν το ποσό των €130,000 δεν καθορίζει ξεκάθαρα πότε κατά την διάρκεια της μεταξύ τους συνεργασίας όφειλε το ποσό των €130,
  2. Η αναφορά του αυτή είναι εντελώς αόριστη και παρέμεινε μετέωρη, χωρίς περαιτέρω αιτιολόγηση. Επίσης, ο καθ΄ου η αίτηση δεν συγκεκριμενοποιεί έναντι ποιών τιμολογίων ή σημείων της κατάστασης λογαριασμού είναι που αναγνωρίζει ότι οφείλει το ποσό των €130,000 και κατ' επέκταση ποια είναι τα τιμολόγια ή σημεία της κατάστασης λογαριασμού που θα απομένουν ως αμφισβητούμενα και επίδικα. Διαπιστώνεται ότι o ισχυρισμός του καθ΄ου η αίτηση, παρά την αοριστία του, ότι τον Ιανουάριο του 2013 όφειλε συγκεκριμένο ποσό και ανατρέχοντας στις καταστάσεις λογαριασμού, Τεκμήρια 3 και 4 της ένορκης δήλωσης των αιτητών, προκύπτει ότι κατά ή περί τον Ιανουάριο του 2013, στο λογαριασμό που διατηρούσαν οι αιτητές, οι χρεοπιστώσεις ανέρχονται όχι σε €130,000 ως ο καθ΄ου η αίτηση ισχυρίζεται, αλλά μόνο σε €123,002.
  3. Ανακύπτει επομένως το ερώτημα γιατί ο καθ΄ου η αίτηση ισχυρίζεται ότι οφείλει €130,000 και όχι €123,002.83, ποσό που φαίνεται πράγματι να όφειλε τον Ιανουάριο του 2013 και ποσό που είναι κατά €7,000 μικρότερο από αυτό που ο ίδιος αναφέρει. Από αυτά προκύπτει ξεκάθαρα ότι ο καθ΄ου η αίτηση δεν λέει όλη την αλήθεια στο Δικαστήριο και προσπαθεί να πείσει το Δικαστήριο να του δώσει άδεια να εγείρει, κατά τους αιτητές, μία ψευδή «υπεράσπιση», θέτοντας το συνολικό ποσό των εκδοθέντων επιταγών, το οποίο μπορεί να θεωρεί εύλογο ότι αποτελούσε το οφειλόμενο υπόλοιπο. Είναι ξεκάθαρη η προσπάθεια του καθ΄ου η αίτηση να παραπλανήσει το Δικαστήριο προβάλλοντας υποθετικές υπερασπίσεις και πιστεύοντας ότι έτσι θα γίνει πιστευτός ότι έχει μια καλή υπεράσπιση, με απώτερο στόχο να επιτύχει το σκοπό του που στην πραγματικότητα είναι η καθυστέρηση στην εκδίκαση της υπόθεσης. Συμφωνώ και αποδέχομαι τον ακόλουθο συλλογισμό της ευπαίδευτης συνηγόρου των αιτητών γι΄αυτό και τον καταγράφω αυτούσιο, ότι δηλαδή: «.αν πράγματι το ποσό που όφειλε ο καθ΄ου η αίτηση κατά ή περί τον Ιανουάριο του 2013 ήταν €130,000, ως ισχυρίζεται, οπότε και συμφωνήθηκε κατά τους ισχυρισμούς του να εξοφληθεί πλήρως με επιταγές της εταιρείας A & R THEOLOGOU LTD και αν πράγματι η συνολική οφειλή του προς τους Ενάγοντες έχει εξοφληθεί με τον πιο πάνω τρόπο, τότε πώς δικαιολογείται και πώς συνάδει η συνέχιση της συνεργασίας του με τους Ενάγοντες για τους επόμενους μήνες και τη συσσώρευση επιπλέον ποσών προς εξόφληση; Ενώ υπάρχει παραδοχή του καθ΄ου η αίτηση στην παράγραφο 7 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την ένσταση ότι τα τιμολόγια, Τεκμήριο 1 στην ένορκη δήλωση της αίτησης και τα δελτία παραλαβής, Τεκμήριο 6, αφορούν την τελευταία περίοδο συνεργασίας του με τους αιτητές δηλαδή από 12.7.2013 μέχρι 6.6.2014, τιμολόγια τα οποία παραμένουν επίσης ανεξόφλητα. Πώς είναι δυνατόν από τη μία να ισχυρίζεται ότι δεν οφείλει κανένα ποσό προς τους αιτητές καθότι έχει εξοφλήσει πλήρως το ποσό που όφειλε, ήτοι τις πιο πάνω €130,000 μέσω επιταγών τρίτης εταιρείας, αλλά παρ' όλα αυτά να αναγνωρίζει τα ανεξόφλητα τιμολόγια της τελευταίας περιόδου συνεργασίας του με τους Ενάγοντες. Όπως φαίνεται τα ανεξόφλητα τιμολόγια αφορούν μεταγενέστερες ημερομηνίες από την ημερομηνία που κατ' ισχυρισμό του Εναγομένου συμφωνήθηκε να εξοφληθεί η οφειλή του με έκδοση επιταγών, συνεπώς συνεχιζόταν η συνεργασία με τους αιτητές και μετά τον Ιανουάριο του 2013 και προέβαινε σε παραγγελίες προϊόντων. Επίσης, ως φαίνεται στο Τεκμήριο 1 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την ένσταση, οι επιταγές ήταν πληρωτέες σε ημερομηνίες από τον Ιανουάριο του 2013 μέχρι τον Ιανουάριο του
  4. Ο καθ΄ου η αίτηση δεν παρέχει καμία εξήγηση προς το Δικαστήριο με ποιο τρόπο θα εξοφλούνταν με τις εν λόγω επιταγές τα εκδοθέντα τιμολόγια κατά την εν λόγω περίοδο και μεταγενέστερα αυτής. Είναι ξεκάθαρο ότι δεν παρέχεται καμία σαφής απάντηση στα πιο πάνω ερωτήματα ή οποιεσδήποτε λεπτομέρειες που να μπορούν να ικανοποιήσουν το Δικαστήριο ότι υπάρχει υπεράσπιση, ακριβώς διότι ο Εναγόμενος προσπαθεί να παραπλανήσει το Δικαστήριο εγείροντας μία ψευδή «υπεράσπιση». Υπάρχει εγγενής αντιφατικότητα στις θέσεις του καθ΄ου η αίτηση καθώς δεν συνάδει με την παραδοχή του στην παράγραφο 13 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την ένσταση του ότι υπέγραψε βεβαίωση υπολοίπου ημερομηνίας 10.1.2014 με την οποία συμφώνησε και επιβεβαίωνε γραπτώς, ότι ο λογαριασμός του προς τους αιτητές στις 31.12.2013 παρουσίαζε χρεωστικό υπόλοιπο ύψους €206,888.15, η οποία επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 8 στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση με ό,τι ισχυρίζεται σε σχέση με τις συνθήκες υπογραφής της. Η αμφισβήτηση του εν λόγω εγγράφου δεν μπορεί παρά να κριθεί εκ των υστέρων σκέψη. Ήταν η θέση των αιτητών ότι ο καθ΄ου η αίτηση, προτού υπογράψει την πιο πάνω βεβαίωση υπολοίπου, είχε κάθε δυνατότητα ελέγχου των ποσών που αναγράφονταν. Η παραπομπή του στον λογιστή του δεν μπορεί να θεωρηθεί παρά υπεκφυγή από τις υποχρεώσεις του όταν δεν έχει παραπέμψει σε αυτόν τον έλεγχο των δοσοληψιών του με τους αιτητές - τουλάχιστον κάτι τέτοιο δεν ισχυρίζεται - και επομένως δεν μπορεί να σταθεί εμπόδιο από την αποδοχή αυτών τους οποίους παρουσιάζουν με κάθε λεπτομέρεια οι αιτητές, κρίνοντας ότι αυτά που ισχυρίζεται ο καθ΄ου η αίτηση ως αόριστους ισχυρισμούς και εκ των υστέρων σκέψεις, σε καμιά περίπτωση δεν μπορούν να εκληφθούν ως λόγοι υπεράσπισης. Όμως, ακόμα και σε περίπτωση που αμφισβητείτο το οφειλόμενο υπόλοιπο από την πλευρά του, υπήρχε η δυνατότητα πρώτον, ο λογιστής να ελέγξει το οφειλόμενο υπόλοιπο εντός δεκαπέντε
(15)ημερών από την ημερομηνία αποστολής της επιστολής, δεύτερον να αναφέρει ότι δεν συμφωνεί με το πιο πάνω υπόλοιπο και να αναφέρει τους λόγους της διαφωνίας του χωρίς να υπογράψει ότι συμφωνεί. Από την άλλη ο καθ΄ου η αίτηση δεν αναφέρει λεπτομέρειες για το πώς κατέληξε και υπέγραψε τελικά αυτό το έγγραφο, ερχόμενος εκ των υστέρων, να προσπαθεί να στοιχειοθετήσει υπεράσπιση, αμφισβητώντας δήθεν την νομιμότητα του Τεκμηρίου 8 με αποκλειστικό σκοπό, όπως κρίνω, να καθυστερήσει τη διαδικασία και την απονομή δικαιοσύνης. Σε σχέση με την αμφισβήτηση του ύψους του ποσού που αναφέρεται στο Τεκμήριο 8 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση, με αναφορά της μη συνεκτίμησης και αφαίρεσης του ποσού των επιταγών που έχουν επισυναφθεί ως Τεκμήριο 1 στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση, όλες εκτός από μία
(1)επιταγή ύψους €7,000, φαίνεται να κατατέθηκαν και επιστράφηκαν σε περίοδο προγενέστερη της υπογραφείσας βεβαίωσης υπολοίπου. Συνεπώς, το συνολικό ποσό των εν λόγω επιταγών ευλόγως αποτέλεσε μέρος του συνολικού ποσού της εν λόγω βεβαίωσης υπολοίπου αφού, το ποσό αυτό των επιταγών, παρά το ότι παραδόθηκαν οι εν λόγω επιταγές, με την επιστροφή τους από την Τράπεζα κατέστησαν το εν λόγω ποσό μη εξοφληθέν και απαιτητό. Συνεπώς και αυτοί οι ισχυρισμοί του καθ΄ου η αίτηση δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα και συμφωνώ ότι επιχειρούν να παραπλανήσουν το Δικαστήριο. Αμφισβητείται εκ μέρους του καθ΄ου η αίτηση η εγκυρότητα της πιο πάνω βεβαίωσης υπολοίπου, στη βάση της νομοθεσίας περί Καταχρηστικών Ρητρών. Θέση των αιτητών είναι ότι το εν λόγω έγγραφο είναι καθ' όλα νόμιμο και έγκυρο καθώς η νομοθεσία περί Καταχρηστικών Ρητρών και μάλιστα ο νόμος περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις, Νόμοι του 1996 και 1999 (93(I)/1996) κρίνω ότι δεν εφαρμόζεται στην προκειμένη συμφωνία μεταξύ των μερών, καθότι αυτή αφορά ξεκάθαρα εμπορική σύμβαση. Συγκεκριμένα, στο άρθρο 2 προβλέπονται τα εξής: «καταναλωτής» σημαίνει κάθε φυσικό πρόσωπο το οποίο, κατά την κατάρτιση σύμβασης στην οποία εφαρμόζεται ο παρών Νόμος ενεργεί για σκοπούς οι οποίοι είναι άσχετοι με την άσκηση της επιχείρησης του· «προμηθευτής» σημαίνει κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο προμηθεύει αγαθά ή υπηρεσίες και το οποίο, κατά την κατάρτιση σύμβασης στην οποία εφαρμόζεται ο παρών Νόμος, ενεργεί για σκοπούς σχετικούς με την άσκηση της επιχείρησης του· «πωλητής» σημαίνει κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο πωλεί αγαθά και το οποίο κατά τη σύναψη σύμβασης στην οποία εφαρμόζεται ο παρών Νόμος ενεργεί για σκοπούς σχετικούς με την άσκηση της επιχείρησης του. Στο άρθρο 3 εδάφιο 1 του Νόμου, όπου γίνεται πρόνοια για το πεδίο εφαρμογής του Νόμου, προνοούνται τα ακόλουθα: «Με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 4, ο παρών Νόμος τυγχάνει εφαρμογής σε κάθε ρήτρα σύμβασης που συνάπτεται μεταξύ πωλητή ή προμηθευτή και καταναλωτή και η οποία δεν αποτέλεσε αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης.» Παραθέτω και το άρθρο 4 του Νόμου που αφορά τις εξαιρέσεις στο πεδίο εφαρμογής αυτού: «Από την εφαρμογή του παρόντος Νόμου εξαιρούνται: (α) Οι συμβάσεις εργασίας· (β) οι συμβάσεις που αφορούν κληρονομικά δικαιώματα· (γ) οι συμβάσεις που αφορούν θέματα οικογενειακού δικαίου· (δ) οι συμβάσεις που αφορούν τη σύσταση και την οργάνωση εταιρειών ή συνεταιρισμών· και (ε) οι ρήτρες που ενσωματώθηκαν με σκοπό τη συμμόρφωση με- (
  1. i)νομοθετικές και κανονιστικές διατάξεις της Κυπριακής Δημοκρατίας· ή (
  2. ii)πρόνοιες ή αρχές διεθνών συμβάσεων στις οποίες η Κυπριακή Δημοκρατία είναι συμβαλλόμενο μέρος.» Στην προκείμενη περίπτωση ο ίδιος ο καθ΄ου η αίτηση, στην ένορκη δήλωση που συνόδευε την ένσταση του ημερομηνίας 26.10.2015, στην αίτηση των αιτητών ημερομηνίας 21.9.2015 η οποία βρίσκεται στο φάκελο του Δικαστηρίου, και στην οποία με παρέπεμψε ως είναι επιτρεπτό, η ευπαίδευτη συνήγορος, στην παράγραφο 7 παραδέχεται το περιεχόμενο της παραγράφου 5 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την Αίτηση και συγκεκριμένα, παραδέχθηκε ότι είναι κάτοικος Λάρνακας και ασχολείται με την εκτροφή αιγοπροβάτων, συμπληρώνοντας στην ένσταση του ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο ασχολείτο επίσης με την πώληση αιγοπροβάτων. Με βάση τα πιο πάνω είναι εμφανές ότι ο καθ΄ου η αίτηση ασκούσε εμπορικές δραστηριότητες στον τομέα της κτηνοτροφίας. Ως εκ τούτου, ο ισχυρισμός του καθ΄ου η αίτηση είναι έκδηλα αβάσιμος, καθότι ο ίδιος δεν συναλλασσόταν με τους αιτητές υπό την ιδιότητα του καταναλωτή και τα προϊόντα πωλούνταν και παραδίδονταν για την επιχείρηση του. Συνεπώς, συμφωνώ ότι ούτε αυτός ο ισχυρισμός είναι τέτοιος ώστε να θεωρηθεί ότι παρέχει καλή υπεράσπιση στον καθ΄ου η αίτηση και έτσι απορρίπτεται. Από την άλλη, ο καθ΄ου η αίτηση ισχυρίζεται ως υπεράσπιση ότι οι αιτητές συμφώνησαν το χρέος του των €130,000 να εξοφληθεί με επιταγές που θα εξέδιδε επ' ονόματι των αιτητών η εταιρεία A & R THEOLOGOU LTD και ως εκ τούτου, στην υποπαράγραφο ii της παραγράφου 8, αναφέρει ότι η εταιρεία A & R THEOLOGOU LTD εξέδωσε επ' ονόματι των αιτητών και παρέδωσε προς αυτούς τις επιταγές Τεκμήριο 14. Ωστόσο, ο ισχυρισμός του καθ΄ου η αίτηση, δε μπορεί να συνάδει με τη μαρτυρία που έχει ο ίδιος παρουσιάσει στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση. Σύμφωνα με το Τεκμήριο 2 που επισυνάπτεται, η Ροδούλα Θεολόγου, διευθύντρια της εταιρείας A & R THEOLOGOU LTD αναφέρει στην επιστολή της ότι οι εν λόγω επιταγές ήταν συμπληρωμένες κατά τύπο πλην του ονόματος του δικαιούχου, το οποίο, συμπλήρωνε αντιπρόσωπος ή/και υπάλληλος των αιτητών και ως εκ τούτου οι επιταγές δεν εκδόθηκαν επ' ονόματι των αιτητών, ως ψευδώς ισχυρίζεται ο καθ΄ου η αίτηση. Συνεπώς, ο πιο πάνω ισχυρισμός του καθ΄ου η αίτηση εκπίπτει από την μαρτυρία την οποία ο ίδιος προσκόμισε στο Δικαστήριο. Η δήλωση επομένως της Ροδούλας Θεολόγου συμπίπτει με τους ισχυρισμούς της παραγράφου 11 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την Αίτηση, καθώς όπως αναφέρεται οι επιταγές ήταν συμπληρωμένες ως προς το ποσό και την ημερομηνία που θα καθίσταντο πληρωτέες. Το πιο πάνω γεγονός αποδεικνύει ότι οι αιτητές ουδέποτε συνεργάστηκαν με την εταιρεία A & R THEOLOGOU LTD, αλλά ο καθ΄ου η αίτηση παρέδιδε επιταγές τρίτων προσώπων στους αιτητές προς εξόφληση των οφειλών του, αφού ο ίδιος δε διατηρούσε τραπεζικούς λογαριασμούς για πληρωμή έναντι του υπολοίπου του προς τους αιτητές. Στη βάση επομένως των πιο πάνω ο πρώτος λόγος ένστασης απορρίπτεται. Σε σχέση με το δεύτερο λόγο ένστασης ο καθ΄ου η αίτηση ισχυρίζεται ότι το ποσό που αξιώνεται είναι παράνομο ή/και υπέρογκο καθ' ότι οι αιτητές έχουν μονομερώς προβεί σε υπερχρεώσεις ή/και παράνομο ανατοκισμό ή/και έχουν προβεί στην επιβολή τόκων αναίτια, αυθαίρετα και παράνομα κατά παράβαση του περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμου. Αυτή η γραμμή υπεράσπισης, είναι εξ ίσου προβληματική από διάφορες απόψεις τις οποίες οι αιτητές αντικρούουν ως ακολούθως με την αγόρευση τους: «Κατ' αρχάς, ο ισχυρισμός του καθ΄ου η αίτηση περί παράνομου αξιούμενου ποσού είναι ανυπόστατος και αβάσιμος. Όπως έχει ήδη αναφερθεί ανωτέρω, η νομοθεσία περί Καταχρηστικών Ρητρών και δη ο νόμος περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις, Νόμοι του 1996 και 1999 (93(I)/1996), δεν εφαρμόζεται στην προκειμένη συμφωνία μεταξύ των αιτητών και του καθ΄ου η αίτηση η οποία αφορά καθαρά εμπορική σύμβαση. Στην παράγραφο 7 ο καθ΄ου η αίτηση παραδέχεται το περιεχόμενο της παραγράφου 5 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση και συγκεκριμένα, παραδέχθηκε ότι είναι κάτοικος Λάρνακας και ασχολείται με την εκτροφή αιγοπροβάτων, συμπληρώνοντας στην ένσταση του ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο ασχολείτο επίσης με την πώληση αιγοπροβάτων. Ως εκ τούτου, ο ισχυρισμός του καθ΄ου η αίτηση είναι έκδηλα αβάσιμος, καθότι ο ίδιος δεν συναλλασσόταν με τους αιτητές υπό την ιδιότητα του καταναλωτή και τα προϊόντα πωλούνταν και παραδίδονταν για την επιχείρηση του και σύμφωνα με την συμφωνία μεταξύ των μερών οι αιτητές, επέβαλαν τόκο σε περιπτώσεις καθυστερημένων πληρωμών. Όμως τα ανεξόφλητα μέχρι σήμερα τιμολόγια τα οποία επισυνάπτονται ως Τεκμήριο 1 στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, αναφέρουν ρητά ότι καθυστερημένες πληρωμές θα χρεώνονταν με 9% ετήσιο τόκο. Τα εν λόγω τιμολόγια που εξέδωσαν οι αιτητές, δεόντως παραλήφθηκαν και υπογράφηκαν από τον καθ΄ου η αίτηση, γεγονός που δεν αμφισβητείται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση του καθ΄ου η αίτηση, ήταν δε πληρωτέα εντός 2 μηνών από την έκδοση τους. Ο καθ΄ου η αίτηση με την υπογραφή των τιμολογίων αποδέχτηκε την εκάστοτε χρέωση και τον ετήσιο τόκο σε περιπτώσεις καθυστερημένων πληρωμών. Ως εκ τούτου, οι περί του αντιθέτου ισχυρισμοί του καθ΄ου η αίτηση παραμένουν αβάσιμοι και άνευ ουσίας. Οι αιτητές έχουν παρουσιάσει στο Δικαστήριο ακριβή καταγραφή των τόκων που αφορούν στα τιμολόγια στα οποία παρουσιάστηκε καθυστέρηση κατά την πληρωμή αυτών και συγκεκριμένα του τόκου που είναι απαιτητός σε σχέση με τα ανεξόφλητα τιμολόγια, Τεκμήριο 1, επισυνάπτοντας καταστάσεις που παρουσιάζουν τους χρεωστικούς τόκους και συγκεκριμένα το Τεκμήριο 2 στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση. Ως εκ τούτου και από τη μαρτυρία που έχει δοθεί στο Δικαστήριο, τα ανεξόφλητα τιμολόγια μέχρι σήμερα, Τεκμήριο 1, οι καταστάσεις που παρουσιάζουν τους χρεωστικούς τόκους Τεκμήριο 2, και τα γεγονός ότι το τιμολόγιο με αριθμό SI - 018705 ημερομηνίας 12.7.2013 για το ποσό των €1,912.93 πληρώθηκε το ποσό των €1,015.68 και εξακολουθεί να παραμένει οφειλόμενο το ποσό των €897,25, προκύπτει ότι το ποσό της απαίτησης συναθροίζεται σε €189,680.00 το οποίο είναι το συνολικό ποσό των ανεξόφλητων, υπογεγραμμένων τιμολογίων, πλέον €30,053.73 χρεωστικοί τόκοι στις καθυστερημένες πληρωμές των τιμολογίων. Τα στοιχεία που παρατίθενται στα πιο πάνω Τεκμήρια 1 και 2 σε κανένα τους σημείο δεν αμφισβητήθηκαν κατ΄ουσία. Ο ισχυρισμός περί υπερχρεώσεων παρέμεινε ατεκμηρίωτος. Παρόλα αυτά ο καθ΄ου η αίτηση παραδέχεται στην παράγραφο 5 και 6 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την ένσταση του ότι οφείλει κάποιο ποσό αλλά εντελώς γενικά και αόριστα αναφέρει ότι αυτό δεν είναι το πραγματικό οφειλόμενο ποσό. Επομένως εμμέσως πλην σαφώς παραδέχεται την ύπαρξη συμφωνίας με τους αιτητές και την πώληση από αυτούς προϊόντων της ειδικότητας τους. Δεν προτείνει όμως οποιοδήποτε ποσό και παραπέμπει αόριστα στον Λογιστή του. Προκύπτει αβίαστα το ερώτημα γιατί ο καθ΄ου η αίτηση δεν προέβηκε σε έλεγχο του υπολοίπου του προγενέστερα της αγωγής; Πώς μπορεί να υπέγραψε βεβαίωση υπολοίπου στις 10.1.2014 (Τεκμήριο 8 στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση των αιτητών), για το οφειλόμενο υπόλοιπο μέχρι τις 31.12.2013 αφού θεωρούσε ότι οι αιτητές προέβαιναν σε παράνομες υπερχρεώσεις αποδεχόμενος όπως φαίνεται και στην κατάσταση λογαριασμού τους χρεωστικούς τόκους ημερομηνίας 31.12.2013. Γιατί δεν έδωσε οδηγίες στο Λογιστή του να ελέγξει το υπόλοιπο προτού υπογράψει; Πρόκειται για ισχυρισμούς που προβάλλονται μεταγενέστερα και εκ των υστέρων με απώτερο σκοπό να προκληθεί καθυστέρηση στη διαδικασία. Ο καθ΄ου η αίτηση δεν ισχυρίζεται ότι αμφισβήτησε ποτέ προηγουμένως τα τιμολόγια και την παραλαβή των προϊόντων των τιμολογίων με επιφύλαξη και ότι αμφισβήτησε ποτέ το υπόλοιπο του λογαριασμού του ως υπερβολικό. Επομένως η ισχυριζόμενη υπεράσπιση δεν μπορεί να εκληφθεί κάτω από οποιανδήποτε οπτική ως τέτοια, εφόσον διέπεται από γενικότητα και αοριστία. Σχετική είναι η υπόθεση Hermes Insurance Co Ltd ν. Theodorides (ανωτέρω), στην οποία εν τέλει δεν δόθηκε άδεια για καταχώριση υπεράσπισης ακριβώς επειδή δεν παρέχονταν, όπως και στην παρούσα περίπτωση, επαρκείς λεπτομέρειες και στοιχεία τα οποία θα επέτρεπαν υπό άλλες συνθήκες την καταχώριση υπεράσπισης από τους Εναγόμενους. Παραπέμπω στο ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση αυτή: «We need not deal with the affidaνit any further. Suffice it to conclude with para 3 thereof, the last paragraph, where it is stated "that the defendants haνe the intention of paying to the plaintiff the amounts which will be proνed due to him at the end of 1982". What are these amounts? Do the defendants mean to say that their defence comes to part only of plaintiff's claim? In such a case did their affidaνit comply with Order 18, r. 3(
  3. b)of the Ciνil Procedure Rules referred to aboνe? » Ο καθ΄ου η αίτηση δηλώνει ότι «το ποσό που αναφέρουν οι αιτητές ότι τους οφείλεται είναι υπερβολικό». Επομένως αυτό που προσπαθεί να παρουσιάσει είναι ότι η υπεράσπιση του αφορά μόνο μέρος της αξίωσης των αιτητών. Και αν είναι έτσι γιατί δεν καθορίζει σε ποιο μέρος της απαίτησης των καθ΄ων η αίτηση αναφέρεται η υπεράσπιση του σύμφωνα με τα όσα έχουν νομολογηθεί στην Hermes (πιο πάνω), αλλά και ρητά προβλέπονται από την Δ.18 Θ3 (β). Στην υπόθεση Παχατουριάν ν Τραπέζης Κύπρου Λτδ
(2002)1 ΑΑΔ 322 το Ανώτατο Δικαστήριο σε ισχυρισμό της Εφεσείουσας περί υπερχρεώσεων και ανατοκισμού ανάφερε ότι η θέση της Εφεσείουσας απέληγε να είναι όχι η καθόλου αμφισβήτηση της υποχρέωσης της αλλά η αμφισβήτηση του ακριβούς ποσού που όφειλε. Ακόμα και αν μπορούσε να δείξει ότι είχε δικαίωμα υπεράσπισης ως προς την έκταση των ισχυριζόμενων υπερχρεώσεων και ανατοκισμού, που δεν έδειξε, η άδεια υπεράσπισης θα περιοριζόταν στην έκταση εκείνη και δεν θα κάλυπτε το σύνολο της απαίτησης. Επομένως καταλήγω ότι ούτε ο δεύτερος λόγος ένστασης έχει έρεισμα. Με τον τρίτο λόγο ένστασης, ο καθ΄ου η αίτηση παραπέμποντας στον πρώτο και το δεύτερο λόγο ένστασης αναφέρει ότι αμφισβητεί την ουσία της αγωγής ή/και δεν αποδέχεται ότι το οποιοδήποτε οφειλόμενο προς τους αιτητές ποσό οφείλεται από τον ίδιο προς τους αιτητές ή/και δεν αποδέχεται ή/και αμφισβητεί το ύψος του αξιούμενου από τους αιτητές ποσού. Παραπέμπω στην ανάλυση που έγινε πιο πάνω για τους προηγούμενους λόγους ένστασης. Η γραμμή υπεράσπισης που θα προωθηθεί ότι δηλαδή το αξιούμενο ποσό δεν οφείλεται από τον ίδιο προς τους αιτητές, είναι εξ ίσου προβληματική για διάφορους λόγους, καθώς από την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση του καθ΄ού η αίτηση και τα γεγονότα που προβάλει παρουσιάζονται ασάφειες και αντιφάσεις οι οποίες οδηγούν σε απόρριψη των ισχυρισμών του καθ΄ου η αίτηση ως ανυπόστατων, ψευδών και αβάσιμων. Η θέση του καθ΄ου η αίτηση περί εκχώρησης του χρέους στην εταιρεία A & R THEOLOGOU LTD, αποτελεί νομικό ζήτημα το οποίο είναι τέτοιας φύσης που το Δικαστήριο μπορεί να μορφώσει άποψη αμέσως, χωρίς περαιτέρω διευκρίνηση κατά το στάδιο της δίκης και μπορεί να εκδώσει συνοπτική απόφαση. Για να υπάρχει εκχώρηση, στα πλαίσια του δικαίου της επιείκειας (equitable assignment), απαιτείται να φαίνεται καθαρά η πρόθεση εκχώρησης χρέους, µε την έννοια της δυνατότητας διεκδίκησης αγώγιµου δικαιώµατος (chose in action) (βλ. Chrysostomou v. G.S. Chalcousi and Sons,
(1976)1 CLR 10). Στην προκειμένη περίπτωση, από όσα ο καθ΄ου η αίτηση αναφέρει ως γεγονότα, η A & R THEOLOGOU LTD, δεν έλαβε οποιοδήποτε αγώγιμο δικαίωμα εναντίον των αιτητών ούτως ώστε να θεωρηθεί εκχώρηση του χρέους. Σύμφωνα με το δίκαιο της επιείκειας το οποίο διέπει την εκχώρηση, ο εκδοχέας έχει το δικαίωμα να εγείρει αγωγή ο ίδιος εφόσον το νομικό δικαίωμα αγωγής ανήκει σε αυτόν μετά την εκχώρηση και ο εκχωρητής δεν έχει τέτοιο δικαίωμα. Στη σύμβαση μεταξύ των αιτητών και του καθ΄ου η αίτηση δε φαίνεται να υπήρχε οποιοδήποτε αγώγιμο δικαίωμα του καθ΄ου η αίτηση εναντίον των αιτητών. Από τα γεγονότα που παρέχει ο καθ΄ου η αίτηση δεν φαίνεται να υπάρχει οποιαδήποτε συμβατική σχέση μεταξύ των αιτητών και της A & R THEOLOGOU LTD. Η οφειλή χρέους από τον καθ΄ου η αίτηση προς τους αιτητές, υποχρέωση που ισχυρίζεται ο καθ΄ου η αίτηση εκχώρησε στην A & R THEOLOGOU LTD, δεν δίδει οποιοδήποτε αγώγιμο δικαίωμα στην A & R THEOLOGOU LTD για να υπάρχει εκχώρηση. Αυτό που ελλείπει ξεκάθαρα από την μαρτυρία που παρουσίασε ο καθ΄ου η αίτηση, αν και ισχυρίζεται ότι δεν υπάρχει εκ μέρους του υποχρέωση εξόφλησης οποιουδήποτε ποσού προς τους αιτητές, καθώς εκχώρησε την οφειλή του προς τους αιτητές στην εταιρεία A & R THEOLOGOU LTD και υπήρξε συμφωνία των αιτητών με την εν λόγω εταιρεία για παραλαβή των επιταγών που εξέδωσε προς εξόφληση του ποσού που όφειλε ο καθ΄ου η αίτηση, είναι οι λεπτομέρειες της εν λόγω υποτιθέμενης συμφωνίας εκχώρησης. Συγκεκριμένα, ο καθ΄ου η αίτηση αναφέρεται σε γενικότητες, χωρίς να ξεκαθαρίζει ούτε χρονικό σημείο που τυχόν έλαβε χώρα η εν λόγω συμφωνία των αιτητών με την εταιρεία A & R THEOLOGOU LTD, ούτε το είδος της συμφωνίας, αν ήταν δηλαδή γραπτή ή προφορική, ούτε ποιοι ήταν οι όροι της συμφωνίας, και ποια αντιπαροχή δόθηκε από πλευράς της εταιρείας A & R THEOLOGOU LTD προς τους αιτητές, ούτως ώστε να υπάρχει ανάληψη υποχρέωσης ή/και εκχώρησης χρέους προς εξόφληση του χρέους του καθ΄ου η αίτηση προς τους αιτητές. Σε κανένα σημείο στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση του καθ΄ου η αίτηση δε δίδονται οι σχετικές λεπτομέρειες. Ωστόσο, ο καθ΄ου η αίτηση αναφέρει μόνο ότι ο ίδιος κατά ή περί τον Ιανουάριο του 2013 συμφώνησε με την εν λόγω εταιρεία και τη διευθύντρια αυτής Ροδούλα Θεολόγου να καταβληθεί το ποσό των €130,000 στους αιτητές και δεν δίδει λεπτομέρειες για τη σύναψη «συμφωνίας» των αιτητών με τη εταιρεία A & R THEOLOGOU LTD. Εξετάζοντας τα γεγονότα παρατέθηκαν από τον καθ΄ου η αίτηση προς προώθηση αυτής της θέσης του και εξετάζοντας ακόμα και το υποθετικό ερώτημα αν θα μπορούσε να εκληφθεί ότι υπήρξε «προφορική συμφωνία», η οποία, ως ο καθ΄ού η αίτηση ισχυρίζεται τροποποίησε ή/και αναίρεσε την προηγούμενη συμφωνία μεταξύ του καθ΄ου η αίτηση και των αιτητών. Στην προκειμένη περίπτωση, ο καθ΄ού η αίτηση δεν αναφέρει ότι αυτός συμμετείχε ή/και αναμείχθηκε στη σύναψη της δήθεν «συμφωνίας» των αιτητών με την εταιρεία A & R THEOLOGOU LTD, ώστε να είναι αυτός ο αναφερόμενος που συμβλήθηκε προφορικά προκειμένου να γνωρίζει λεπτομέρειες τις οποίες να μπορεί να παραθέσει. Είναι εμφανές ότι ο καθ΄ου η αίτηση παρουσιάζει γεγονότα τα οποία δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα, σε μια προσπάθεια δημιουργίας εντυπώσεων προς το Δικαστήριο. Σύμφωνα με τη νομολογία, ο οποιοσδήποτε ισχυρισμός εκ μέρους του καθ΄ου η αίτηση περί ύπαρξης δεύτερης συμφωνίας που τυχόν αναίρεσε την πρώτη συμφωνία θα έπρεπε να προβληθεί με παράθεση λεπτομερειών από πρόσωπο που έχει θετική γνώση των γεγονότων που περιβάλλουν τη σύναψη της εν λόγω «συμφωνίας». Η νομική διάσταση αυτού του κενού στη μαρτυρία του καθ΄ου η αίτηση, παρουσιάζεται στην απόφαση στην υπόθεση Louis Vuitton ν. Δερμοσάκ Λτδ κ.α.,
(1992)1 Β ΑΑΔ 1453, όπου αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Η ένορκη δήλωση πρέπει να συνάδει με τους κανόνες που διέπουν τον καταρτισμό της και προβλέπονται στη Δ.
  1. Ο ομνύων υπόκειται σε αντεξέταση εφόσον κρίνει τούτο αναγκαίο το Δικαστήριο ή κατόπιν αιτήσεως του αντιδίκου (Δ.39 θ. 1). Το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης πρέπει να έχει ως πηγή την προσωπική γνώση των γεγονότων από τον ομνύοντα ενδιάμεσες αιτήσεις η ένορκη δήλωση μπορεί να αναφέρεται και σε γεγονότα για τα οποία δεν έχει προσωπική γνώση ο μάρτυρας, νοουμένου ότι αποκαλύπτει την πηγή από την οποία αντλείται η πληροφόρηση του. Το θέμα ρυθμίζεται από τις διατάξεις της Δ.39 θ. 2, η οποία βασίζεται στους αγγλικούς Θεσμούς που ίσχυαν μέχρι το
  2. Η Αγγλική νομολογία, ερμηνευτική των παλαιών Αγγλικών Θεσμών, υποστηρίζει ότι, ένορκη δήλωση η οποία δε βασίζεται σε γεγονότα για τα οποία ο καταθέτων έχει προσωπική γνώση και δεν αποκαλύπτει την πηγή πληροφοριών, είναι αντικανονική [βλ. In κ J.L.Young Manufacturing Company Limited και Lumley ν. Osborne - ενώ ένορκη δήλωση η οποία βασίζεται σε πληροφορίες που παρέχονται από το δικηγόρο του διαδίκου, δε συνιστά μαρτυρία [In re Palmes Βλ. επίσης The Annual Practice 1960, σσ. 922 μέχρι 923]. Στην προκείμενη περίπτωση η ένορκη δήλωση η οποία στοιχειοθετεί την αίτηση, είναι πρόδηλα αντικανονική. Η πηγή προέλευσης των πληροφοριών της για τα ουσιώδη γεγονότα στα οποία αναφέρεται, όπως η Φήμη και η εμπορική εύνοια που απολαμβάνουν τα προϊόντα των εφεσειόντων στην τοπική αγορά και διεθνώς, καθώς και οι συνέπειες από τις ενέργειες των εφεσίβλητων, δεν αποκαλύπτονται. Το κενό δεν πληρώνεται με την πίστη της ομνύουσας νια την ορθότητα των αόριστων πληροφοριών της.». Για απόδειξη της σύναψής της προφορικής συμφωνίας, ο καθ΄ου η αίτηση επικαλείται μόνον την παραλαβή των επιταγών από τους αιτητές καθώς επίσης, επισυνάπτει ως Τεκμήριο 2, στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση, δήλωση της διευθύντριας της εταιρείας A & R THEOLOGOU LTD, Ροδούλας Θεολόγου, η οποία δήλωση, ωστόσο, δεν αποκαλύπτει οποιεσδήποτε λεπτομέρειες ως προς την ύπαρξη τέτοιας συμφωνίας ως είναι συγκεκριμένα η ισχυριζόμενη, το χρόνο σύναψής της, τη διάρκεια σύναψής της, τα μέρη της ισχυριζόμενης συμφωνίας, τους όρους της συμφωνίας, κ.λπ. Η μόνη πληροφόρηση που μπορεί να εξαχθεί από την αναφερθείσα δήλωση είναι ότι, εξεδόθησαν από την εταιρεία A & R THEOLOGOU LTD κάποιες επιταγές οι οποίες παραδόθηκαν στους αιτητές. Οι εν λόγω επιταγές ήταν συμπληρωμένες κατά τύπο πλην του ονόματος του δικαιούχου, το οποίο συμπλήρωνε αντιπρόσωπος ή/και υπάλληλος των αιτητών, κάτι που δεν είναι εν πάση περιπτώσει υπό αμφισβήτηση. Επίσης, από την εν λόγω δήλωση δίδεται η πληροφόρηση ότι η διαδικασία, να δίδονται επιταγές ως έχει προαναφερθεί, είχε γίνει και στο παρελθόν με άλλες επιταγές. Η εν λόγω αναφορά ενισχύει τον ισχυρισμό των αιτητών ότι οι ισχυρισμοί του καθ΄ου η αίτηση είναι ψευδείς και κακόπιστοι καθότι τα όσα αναφέρονται στο Τεκμήριο 2 που επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση, συνάδουν με τους ισχυρισμούς των αιτητών στην παράγραφο 11 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την Αίτηση, όπου αναφέρεται ότι ήταν πρακτική του καθ΄ου η αίτηση να παραδίδει επιταγές τρίτων προσώπων στους αιτητές. Επίσης, δεν παρουσιάζεται οπουδήποτε στην δήλωση ότι η εταιρεία A & R THEOLOGOU LTD ανέλαβε την υποχρέωση ή εκχώρηση του χρέους του καθ΄ου η αίτηση προς εξόφληση. Όπως αναφέρεται στη δήλωση, υπήρχε η αντίληψη της ίδιας της δηλούσας ότι οι αιτητές αποδέχθηκαν την εξόφληση του χρέους του καθ΄ου η αίτηση με τις εκδοθείσες επιταγές, χωρίς να αναφέρει ότι σε περίπτωση μη τίμησης η εταιρεία A & R THEOLOGOU LTD θα ήταν υπεύθυνη για την πληρωμή του οφειλόμενου ποσού. Ακόμα και ο ίδιος ο καθ΄ου η αίτηση, από τη μια αναφέρει ότι υπήρξε νέα συμφωνία (παράγραφο 15 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την ένσταση) και από την άλλη αναφέρει χαρακτηριστικά ότι «το όλο εγχείρημα ετύγχανε της εγκρίσεως και αποδοχής της κας Αναστασίας Μηνά». Η ανωτέρω αναδειχθείσα ασάφεια στην εκδοχή του καθ΄ου η αίτηση δημιουργεί αμφιβολία για το καλόπιστο της προβληθείσας εκδοχής γεγονότων, επί της οποίας ο καθ΄ου η αίτηση προτίθεται να στηρίξει την υπεράσπιση του στην υπόθεση. Σημειώνω ότι η δήλωση η οποία επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 2, στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση, υπογράφηκε σε ημερομηνία μεταγενέστερη της παρούσας αίτησης. Ενόψει αυτού του γεγονότος μπορεί κάποιος να συμπεράνει αβίαστα, ότι η όλη αναφορά σε δεύτερη συμφωνία αποτελεί εκ των υστέρων σκέψεις του καθ΄ου η αίτηση και ότι η δήλωση αυτή έχει υπογραφεί και σταλεί στον καθ΄ου η αίτηση με αποκλειστικό σκοπό την ενίσχυση των εκ των υστέρων ισχυρισμών του επιδιώκοντας την παραπλάνηση του Δικαστηρίου ότι υφίσταται υπεράσπιση. Γι΄αυτόν τον λόγο και δεν υπάρχει συνάφεια με τους υπόλοιπους ισχυρισμούς του καθ΄ου η αίτηση, αλλά ούτε και παρατίθενται επαρκείς λεπτομέρειες για να παρουσιάζεται μία λογικοφανής υπεράσπιση. Επιπρόσθετα, ο πιο πάνω ισχυρισμός του καθ΄ου η αίτηση είναι νομικά αβάσιμος και αυτό μπορεί να εξαχθεί ανατρέχοντας στον Περί Συμβάσεων Νόμο, Κεφ.149 και στο άρθρο 41 που διέπει της συμφωνίες εκχώρησης και αναφέρονται τα εξής: «αν ο δανειστής αποδεχτεί εκπλήρωση της υπόσχεσης από τρίτο, δε δύναται έπειτα να στραφεί προς εκτέλεση εναντίον του οφειλέτη». Στη βάση των πιο πάνω δεν αποκαλύπτονται οποιεσδήποτε λεπτομέρειες που να στοιχειοθετούν την ισχυριζόμενη προφορική συμφωνία μεταξύ των αιτητών και της εταιρείας A & R THEOLOGOU LTD ή την αποδοχή εκ μέρους των αιτητών εκπλήρωσης της υπόσχεσης από τρίτο και οι οποίες θα μπορούσαν να δώσουν έδαφος στην εκδοχή του καθ΄ου η αίτηση. Επιπλέον, αν κάποιος ανατρέξει στην ισχύουσα νομολογία για τα ανωτέρω θέματα, θα προσέξει ότι για να θεωρηθεί ότι ένα συμβαλλόμενο μέρος απαλλάσσει το άλλο από την υποχρέωση εκπλήρωσης των συμβατικών του υποχρεώσεων ή να δεχθεί διαφοροποίηση του ανταλλάγματος σε ένα σημαντικό σημείο, θα πρέπει να εκδηλώσει τη πρόθεση του με κάποιο σαφή τρόπο ή ενέργεια η οποία να μην αφήνει περιθώρια αμφιβολίας ως προς τις προθέσεις του ενώ πέραν αυτού η τροποποίηση της αρχικής συμφωνίας θα πρέπει να τηρεί όλες τις προϋποθέσεις για σύναψη μιας σύμβασης όπως κοινοποίηση της πρότασης, αποδοχή και αντιπαροχή (βλ. σχετικά την απόφαση Καραολή κ. ά. ν. Λαούρη κ. ά.,
(2008)1 ΑΑΔ 225). Οι πιο πάνω κρίνονται ως γενικοί ασαφείς και αόριστοι ισχυρισμοί του καθ΄ου η αίτηση, και σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να θεωρηθούν ότι ικανοποιούν τις ανωτέρω αναφερόμενες και καλά εμπεδωμένες νομολογιακές αρχές περί παροχής τέτοιων στοιχείων και λεπτομερειών από την πλευρά του καθ΄ου η αίτηση, σε βαθμό που να μπορεί να ικανοποιηθεί το Δικαστήριο ότι έχει πράγματι καλόπιστη υπεράσπιση και επομένως θα πρέπει υπό τις περιστάσεις να του δοθεί η δυνατότητα να υπερασπιστεί τον εαυτό του. Εκτός των όσων έχουν αναφερθεί ανωτέρω, ο καθ΄ου η αίτηση σε αντίφαση με την προηγούμενη δήλωση του στην παράγραφο 9 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την ένσταση, αποδέχεται ότι υπέγραψε τη βεβαίωση υπολοίπου, η οποία επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 8 στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση αλλά, ως αναφέρει το ποσό που αναγράφεται δεν ανταποκρίνεται στα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης. Από τη μια, αναφέρει ότι το ποσό δεν ελέγχθηκε από το λογιστή του και από την άλλη, ότι δεν λήφθηκε υπόψη το ποσό των 14 επιταγών της εταιρείας A & R THEOLOGOU LTD. Πώς γίνεται ο καθ΄ου η αίτηση από τη μία να προβάλλει τη θέση ότι έχει εκχωρήσει την οφειλή του στην εταιρεία A & R THEOLOGOU LTD και ότι με αυτό τον τρόπο έχει εξοφλήσει πλήρως το χρέος του, ενώ σε άλλο σημείο επιβεβαιώνει ότι υπέγραψε βεβαίωση υπολοίπου σε σχέση με την οποία διαφωνεί ως προς το τελικό ποσό. Είναι εμφανής η πρόθεση του καθ΄ου η αίτηση να παρουσιάσει πολλαπλούς ισχυρισμούς σε μια προσπάθεια να δείξει στο Δικαστήριο ότι έχει υπεράσπιση, ενώ το μόνο που καταφέρνει είναι να περιπλέξει τεχνηέντως τα πράγματα με σκοπό να του δοθεί το δικαίωμα προς υπεράσπιση. Επιπρόσθετα, ούτε ο ισχυρισμός ότι δεν λήφθηκε υπόψη το συνολικό ποσό των 14 επιταγών της εταιρείας A & R THEOLOGOU LTD στο ύψος του οφειλόμενου ποσού μπορεί να ευσταθεί αφού δεν τυγχάνει συνάφειας ούτε με τα ποσά, ούτε και με τις ημερομηνίες κάθε εγγράφου το οποίο έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου. Συγκεκριμένα, όπως αναφέρει ο ίδιος ο καθ΄ου η αίτηση, οι επιταγές της εταιρείας A & R THEOLOGOU LTD δεν λήφθηκαν υπόψη στο οφειλόμενο υπόλοιπο που προσδιορίστηκε. Σε περίπτωση που αυτός ο ισχυρισμός ίσχυε και δε λήφθηκαν υπόψη οι επιταγές, το πρώτο ερώτημα που δημιουργείται είναι γιατί ο καθ΄ου η αίτηση δεν ανέφερε προηγουμένως ότι διαφωνεί με το υπόλοιπο προβάλλοντας το συγκεκριμένο ισχυρισμό; Επίσης, οι επιταγές αναφέρει ότι δόθηκαν προς εξόφληση του χρέους του που ανερχόταν σε €130,
  1. Εάν ωστόσο αφαιρεθεί το εν λόγω ποσό ο καθ΄ου η αίτηση με την υπογραφή της βεβαίωσης επιβεβαιώνει ότι υπάρχει οφειλόμενο υπόλοιπο, πλέον του εν λόγω ποσού ύψους €129,794.
  2. Όπως δε αναφέρθηκε και ανωτέρω, όπως φαίνεται από τα σώματα των επιταγών, οι επιταγές, εκτός από την επιταγή ημερομηνίας 20.1.2014 ύψους €7,000, κατατέθηκαν και επιστράφηκαν σε προγενέστερη ημερομηνία από την ημερομηνία της βεβαίωσης υπολοίπου, άρα ο ισχυρισμός ότι δε λήφθηκαν υπόψη, δε μπορεί να συνάδει με τις ημερομηνίες που έλαβαν χώρα τα γεγονότα της υπόθεσης. Επιπρόσθετα, όπως ο ίδιος ο καθ΄ου η αίτηση αναφέρει στην παράγραφο 10 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την ένσταση, καμία από τις επιταγές δεν εξαργυρώθηκε, και εξ όσων προκύπτει, το γεγονός αυτό ήταν σε γνώση του καθ΄ου η αίτηση κατά την ημερομηνία υπογραφής του Τεκμηρίου
  3. Διερωτάται κάποιος, γιατί δε προέβηκε σε καμία εκ των αναφερόμενων ενεργειών όπως εύλογα αναμενόταν και έρχεται στα πλαίσια της παρούσας αίτησης να προβάλει αυτούς τους ισχυρισμούς; Το μόνο που μπορεί εύλογα να εξαχθεί είναι η επιδίωξη καθυστέρησης στην προώθηση της υπόθεσης. Είναι φανερόν ότι ούτε ο τρίτος λόγος ένστασης έχει έρεισμα και ως αβάσιμος απορρίπτεται. Με τον τέταρτο και πέμπτο λόγο ένστασης ο καθ΄ου η αίτηση προβάλλει ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που απαιτούνται για την έκδοση συνοπτικής απόφασης και ότι το πραγματικό ή/και νομικό υπόβαθρο στο οποίο στηρίζεται η αίτηση δεν δικαιολογεί την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Οι πιο πάνω λόγοι ένστασης είναι γενικοί και αόριστοι. Η αίτηση καλύπτει τα ζητήματα αυτά πλήρως καθώς γίνεται αναφορά και στις προϋποθέσεις σε σχέση με το πραγματικό και νομικό υπόβαθρο που διέπει το θέμα της έκδοσης συνοπτικής απόφασης. Οι αιτητές υποστηρίζουν ότι είναι εμφανής η κακόπιστη και καταχρηστική προσπάθεια του καθ΄ου η αίτηση να καθυστερήσει τη διαδικασία και την έκδοση απόφασης εναντίον του τη στιγμή που όλα συνηγορούν υπέρ της θέσεως ότι καμία καλόπιστη υπεράσπιση δεν έχει σε αυτήν την αγωγή. Συμφωνώ με την πιο πάνω θέση. Επομένως ο τέταρτος και πέμπτος λόγος ένστασης απορρίπτονται ως αβάσιμοι και ανυπόστατοι. Ο καθ΄ ου η αίτηση στον έκτο λόγο ένστασης ισχυρίζεται ότι η αίτηση είναι καταχρηστική αφού με αυτήν οι αιτητές επιδιώκουν να στερήσουν το αναφαίρετο δικαίωμα του καθ΄ου η αίτηση να ακουστεί και να εκθέσει τις απόψεις του επί των επίδικων θεμάτων. Αυτός ο λόγος ένστασης προβάλλεται γενικά και αόριστα χωρίς να επεξηγείται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση και δίνοντας στοιχεία, γιατί ο καθ΄ου η αίτηση θεωρεί ότι η υπό κρίση αίτηση είναι καταχρηστική, αφού η καταχώρηση της επιτρέπεται και διέπεται από τους Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς. Τεκμαίρεται δε από την ισχύουσα νομολογία ότι η έννοια της συνοπτικής απόφασης είναι συνυφασμένη με το δικαίωμα του ενάγοντος να εξασφαλίσει γρήγορα απόφαση, όταν ο αντίδικός του δεν διαθέτει υπεράσπιση. Η διά κλήσεως αίτηση για συνοπτική απόφαση και η ακολουθητέα διαδικασία ρυθμίζεται από τη Δ.18 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και εκδίδεται απόφαση υπέρ του ενάγοντος, εκτός αν ο εναγόμενος ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι διαθέτει καλή υπεράσπιση στην αγωγή επί της ουσίας ή αποκαλύπτει γεγονότα που μπορούν να θεωρηθούν ικανά να του επιτρέψουν να υπερασπιστεί. Ως εκ των ανωτέρω ούτε ο έκτος λόγος ένστασης έχει έρεισμα και απορρίπτεται ως αβάσιμος και ανυπόστατος. Με τον έβδομο λόγο ένστασης, ο καθ΄ου η αίτηση ισχυρίζεται ότι η αίτηση αποτελεί κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας ή/και είναι αδικαιολόγητη ή/και εκδικητική. Ο καθ΄ου η αίτηση ισχυρίζεται ότι έχει καλή υπεράσπιση και προτίθεται να ασκήσει το αναφαίρετο δικαίωμα του, προβάλλοντας την Υπεράσπιση του ενώπιον του Δικαστηρίου. Κατ' αρχάς, ο ισχυρισμός ότι η αίτηση είναι καταχρηστική της δικαστικής διαδικασίας ή/και αδικαιολόγητη ή/και εκδικητική προβάλλεται γενικά και αόριστα χωρίς να επεξηγείται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση και χωρίς να δίνονται στοιχεία, γιατί ο καθ΄ου η αίτηση θεωρεί ότι η υπό κρίση αίτηση είναι καταχρηστική ή/και αδικαιολόγητη ή/και εκδικητική αφού η καταχώρηση της επιτρέπεται και διέπεται από τους Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς, όπως αναφέρθηκε και πιο πάνω κατά την ανάλυση του πέμπτου λόγου ένστασης, οι αιτητές άσκησαν το δικαίωμα τους να καταχωρήσουν αίτηση για να εξασφαλίσουν γρήγορα απόφαση, όταν ο αντίδικός τους δεν διαθέτει υπεράσπιση. Ο ισχυρισμός του καθ΄ου η αίτηση ότι έχει καλή υπεράσπιση και προτίθεται να ασκήσει το αναφαίρετο δικαίωμα του, προβάλλοντας την Υπεράσπιση του ενώπιον του Δικαστηρίου, απορρίπτεται ως ανυπόστατος και ανυποστήρικτος, λαμβανομένου υπόψη τα όσα έχουν αναλυθεί και αναφερθεί ανωτέρω. Κρίνεται ότι ο καθ΄ου η αίτηση δεν έχει καταδείξει καμία υπεράσπιση στην παρούσα αγωγή και ότι όλοι οι ισχυρισμοί του είναι αβάσιμοι, ασαφείς και παρέμειναν χωρίς υποστήριξη. Ο καθ΄ου η αίτηση αναφέρει ότι προτίθεται να προβεί στη διαδικασία για την προσθήκη της εταιρείας A & R THEOLOGOU LTD ως τριτοδιάδικου στην αγωγή. Συγκεκριμένα, αναφέρει στην παράγραφο 18 και 19 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την ένσταση ότι θα πρέπει να του δοθεί το δικαίωμα να προβάλει τις απαιτήσεις του εναντίον της εταιρείας A & R THEOLOGOU LTD, την οποία θα φέρει ως τριτοδιάδικο στην αγωγή, όσον και στην εταιρεία A & R THEOLOGOU LTD να ακουστεί και να προβάλει τις θέσεις της σε σχέση με τα επίδικα θέματα της αγωγής. Σημειώνει επίσης, ότι τυχόν έκδοση του αιτούμενου διατάγματος θα παραβίαζε το δικαίωμα του καθ΄ου η αίτηση να προβάλει τις θέσεις του σε σχέση με τις απαιτήσεις των αιτητών και σε σχέση με τις απαιτήσεις του καθ΄ου η αίτηση εναντίον της εταιρείας A & R THEOLOGOU LTD. Επίσης, αναφέρει ότι οι αιτητές κινούνται μόνο εναντίον του ενώ αποδέχτηκαν και συμφώνησαν να λάβουν επιταγές από την εν λόγω εταιρεία δήθεν «προς εξόφληση του χρέους του καθ΄ου η αίτηση.» Σε σχέση με τα πιο πάνω είναι πρέπον νομίζω να καταγραφούν οι πρόνοιες της Διάταξης 10 Θ. 1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας η οποία διέπει τη διαδικασία τριτοδιάδικου σε μια αγωγή: «1
(1)Όταν σε οποιανδήποτε αγωγή ο Εναγόμενος απαιτεί εναντίον οποιουδήποτε προσώπου που δεν είναι ήδη διάδικος στην αγωγή, (σ' αυτή τη Διάταξη καλείται «τριτοδιάδικος» α) Ότι δικαιούται συνεισφορά ή αποζημιώσεις ή, β) Ότι δικαιούται θεραπεία σχετική με τα αρχικό αίτια της αγωγής και ουσιαστικά την ίδια ή μερική θεραπεία που απαιτείται από τον Ενάγοντα ή, γ) Ότι οποιοδήποτε ζήτημα σχετικό με το αντικείμενο της αγωγής είναι ουσιαστικά το ίδιο με το ζήτημα που αναδύεται μεταξύ του Ενάγοντα και του Εναγόμενου και έπρεπε κανονικά να εκδικασθεί όχι μόνον μεταξύ του Ενάγοντα και του Εναγομένου αλλά μεταξύ του Ενάγοντα και του Εναγόμενου και του τριτοδιάδικου ή μεταξύ οποιοσδήποτε εξ αυτών, το Δικαστήριο ή ο Δικαστής μπορεί να δώσει άδεια στον Εναγόμενο να εκδώσει και να επιδώσει «ειδοποίηση τριτοδιάδικου». Όπως διαπιστώνεται από το κείμενο αυτής της δικονομικής διάταξης, μπορεί ένας εναγόμενος να διεκδικήσει εναντίον τρίτου προσώπου, πέραν της κάλυψης ή συνεισφοράς και οποιαδήποτε θεραπεία, η οποία σχετίζεται ή συνδέεται με την αρχική αιτία αγωγής και η οποία είναι ουσιωδώς η ίδια με κάποια από τις θεραπείες, οι οποίες αξιώνονται από τον ενάγοντα. Μπορεί ακόμα να ζητήσει, όπως οποιοδήποτε επίδικο θέμα, που σχετίζεται ή συνδέεται με το αντικείμενο της αγωγής και είναι ουσιωδώς το ίδιο με κάποιο θέμα, που εγείρεται μεταξύ ενάγοντα και εναγόμενου, αποφασισθεί μεταξύ και των τριών προσώπων. Από τις πρόνοιες του θεσμού της ίδιας Διαταγής 10 διαφαίνεται, ότι το Δικαστήριο, κατόπιν ακρόασης, μπορεί, μεταξύ άλλων, να αποδώσει στον εναγόμενο οποιαδήποτε θεραπεία, η οποία θα μπορούσε να αποδοθεί σ' αυτόν, στην περίπτωση, κατά την οποία ο τριτοδιάδικος ήταν Εναγόμενος σε ξεχωριστή αγωγή την οποία ήθελε καταχωρήσει εναντίον του ο Εναγόμενος (βλ. Θεοδώρου ν Μάντη,
(2010)1 (Β) ΑΑΔ 1036). Όπως έχει και νομολογιακά διαπιστωθεί, ο τριτοδιάδικος δεν είναι εναγόμενος στην αγωγή του ενάγοντος εναντίον τον εναγόμενου, εκτός αν ο ενάγων αποφασίσει να τον καταστήσει συνεναγόμενο. Η διαδικασία τριτοδιάδικου είναι εντελώς ξεχωριστή και ανεξάρτητη διαδικασία από την υπάρχουσα αγωγή. Σκοπός της διαδικασίας τριτοδιάδικου, όπως επισημαίνεται στην υπόθεση Νικήτα ν. Medcon Construction Limited κ.α.,
(1997)1 ΑΑΔ 643,653), είναι η αποφυγή πολλαπλότητας αγωγών, η αποφυγή εξόδων και η δέσμευση του τριτοδιάδικου με το αποτέλεσμα της αγωγής μεταξύ του ενάγοντος και του εναγόμενου, καθώς και η δυνατότητα απόφασης επί του θέματος που σχετίζεται με τη διαδικασία τριτοδιάδικου αμέσως μετά την απόφαση στην αγωγή, ούτως ώστε ο εναγόμενος να μην είναι αναγκασμένος να περιμένει να αποδείξει την αξίωση του εναντίον του τριτοδιάδικου με άλλη αγωγή, ενώ ο ενάγων θα είχε την ευκαιρία να εκτελέσει την απόφαση εναντίον του. Όπως είναι γνωστό ο ενάγων δεν μπορεί να στραφεί ευθέως εναντίον του τριτοδιάδικου. Μόνο ο εναγόμενος δύναται να διεκδικήσει, αν βεβαίως επιτύχει στην διαδικασία εναντίον του τριτοδιάδικου, οποιοδήποτε ποσό επιδικαστεί να καταβάλει προς τον ενάγοντα, από τον τριτοδιάδικο. Είναι σαφές ότι η διαδικασία τριτοδιάδικου αφορά τον τριτοδιάδικο και τον εναγόμενο και όχι τον ενάγοντα ευθέως (βλ. Marfin Popular Bank Public Co.Ltd v. Telec Logistic Company Ltd κ.α.
(2012)1 ΑΑΔ 1002. Στην υπόθεση Ιωάννου v Κώστα Βιολάρη & Υιοί Λτδ,
(2001)1 (Β) ΑΑΔ 1424 λέχθηκε ότι είναι αυτονόητο πως µπορεί να τίθεται θέμα χορήγησης άδειας για έκδοση και επίδοση κλήσης τριτοδιάδικου αν η περίπτωση εντάσσεται σε µια από τις τρεις που εξειδικεύει η ∆.10, θ.1
(1)(α)(β)(γ). Επίσης, είναι σαφές πως ενώ το θέμα δεν κρίνεται οριστικά σε εκείνο το αρχικό στάδιο, χρειάζεται τουλάχιστο να φαίνεται εκ πρώτης όψεως πως η περίπτωση είναι τέτοια. Χωρίς εκ πρώτης όψεως διαπίστωση τέτοιας φύσης, δεν διανοίγεται δυνατότητα άσκησης διακριτικής εξουσίας µε αναφορά σε οτιδήποτε άλλο. Αυτά δε ως είδος δικαιοδοτικής προϋπόθεσης διαπιστώνονται καθηκόντως και δεν µπορεί να θεωρηθεί ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο έσφαλε είτε επειδή άκουσε τους εφεσίβλητους επί του θέµατος είτε επειδή αναφέρθηκε στο θέµα. Το πρωτόδικο ∆ικαστήριο εµφανώς προσέγγισε το θέµα πάνω στη βάση των ιδίων των ισχυρισµών του εφεσείοντα, όπως αυτός τους προέβαλε στην υπεράσπιση του και απέρριψε την αίτηση µε καθαρή αιτιολογία. Σημειώνεται ότι μία εκ των προϋποθέσεων της Δ.10 Θ.
(1)είναι να υπάρχει εκ πρώτης όψεως βάσιμη διεκδίκηση συνεισφοράς ή αποζημίωσης από τον καθ΄ου η αίτηση - εναγόμενο προς τον τριτοδιάδικο. Από τη μαρτυρία που έχει προσκομίσει ο ίδιος ο Εναγόμενος, σε σχέση με το νομικό αυτό ισχυρισμό, το δικαστήριο μπορεί να μορφώσει μία οριστική άποψη αμέσως και να εγκρίνει το αίτημα των αιτητών. Ενόψει των ανωτέρω, και των όσων ο ίδιος ο καθ΄ου η αίτηση αναφέρει στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση, στην προκειμένη περίπτωση, δεν υπάρχει οποιοδήποτε ζήτημα το οποίο θα έπρεπε να αποφασιστεί μεταξύ των τριών, δηλαδή των αιτητών του καθ΄ου η αίτηση και της εταιρείας A & R THEOLOGOU LTD. Ο καθ΄ου η αίτηση επικαλείται ότι οι αιτητές αποδέχτηκαν και συμφώνησαν να λάβουν επιταγές από την εταιρεία A & R THEOLOGOU LTD. Ωστόσο, δεν αποκαλύπτει οποιεσδήποτε λεπτομέρειες ως προς την ύπαρξη τέτοιας συμφωνίας, ως είναι συγκεκριμένα η ισχυριζόμενη, το χρόνο σύναψής της, τη διάρκεια σύναψής της, τα μέρη της ισχυριζόμενης συμφωνίας, τους όρους της συμφωνίας, κ.λπ. αλλά ούτε παρουσιάζει οποιαδήποτε συμβατική σχέση μεταξύ των αιτητών και της εταιρείας A & R THEOLOGOU LTD, ούτως ώστε να μπορούσαν οι αιτητές να στραφούν εναντίον της εταιρείας A & R THEOLOGOU LTD ως συνεναγόμενου. Περαιτέρω, στο Τεκμήριο 2, το οποίο επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση η μόνη πληροφόρηση που μπορεί να εξαχθεί από την αναφερθείσα δήλωση είναι ότι, εξεδόθησαν επιταγές από την εταιρεία A & R THEOLOGOU LTD και παραδόθηκαν στους αιτητές. Οι εν λόγω επιταγές ήταν συμπληρωμένες κατά τύπο πλην του ονόματος του δικαιούχου, το οποίο συμπλήρωνε αντιπρόσωπος ή/και υπάλληλος των αιτητών, κάτι που δεν είναι εν πάση περιπτώσει υπό αμφισβήτηση. Επίσης, από την εν λόγω δήλωση δίδεται η πληροφόρηση ότι η διαδικασία, να δίδονται επιταγές ως έχει προαναφερθεί, είχε γίνει και στο παρελθόν με άλλες επιταγές. Ωστόσο, κανένα νόμιμο αντάλλαγμα δε δόθηκε για να υπάρχει και να υφίσταται συμβατική σχέση μεταξύ A & R THEOLOGOU LTD και αιτητών αφού ουδέποτε η εταιρεία A & R THEOLOGOU LTD δεν ανέλαβε το χρέος, ούτε συμβλήθηκε με τους αιτητές. Ούτε και παρουσιάζεται οπουδήποτε στην δήλωση ότι η εταιρεία A & R THEOLOGOU LTD ανέλαβε την υποχρέωση ή/και εκχώρηση του χρέους προς εξόφληση του χρέους του καθ΄ου η αίτηση. Όπως αναφέρεται στη δήλωση, υπήρχε η αντίληψη ότι οι αιτητές αποδέχθηκαν την εξόφληση του χρέους του καθ΄ου η αίτηση με τις εκδοθείσες επιταγές, χωρίς να αναφέρει ότι σε περίπτωση μη τίμησης η εταιρεία A & R THEOLOGOU LTD θα ήταν υπεύθυνη για την πληρωμή του οφειλόμενου ποσού. Ακόμα και ο ίδιος ο καθ΄ου η αίτηση από τη μια αναφέρει ότι υπήρξε νέα συμφωνία (παράγραφος 15 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την ένσταση) και από την άλλη αναφέρει χαρακτηριστικά ότι «το όλο εγχείρημα ετύγχανε της εγκρίσεως και αποδοχής της κας Αναστασίας Μηνά». Ενυπάρχει στη θέση αυτή ασάφεια ισχυρισμών. Η ανωτέρω αναδειχθείσα ασάφεια στην εκδοχή του καθ΄ου η αίτηση δημιουργεί αμφιβολία για το καλόπιστο της προβληθείσας εκδοχής γεγονότων, επί της οποίας ο καθ΄ου η αίτηση προτίθεται να στηρίξει την υπεράσπιση του στην υπόθεση και είναι η απόφαση μου ότι δεν αποκαλύπτεται τέτοια σχέση που να πρέπει να αποφασιστεί μεταξύ των τριών και να μπορεί να παράσχει τη δυνατότητα στον καθ΄ου η αίτηση να προχωρήσει με διαδικασία τριτοδιάδικο. Περαιτέρω ο καθ΄ου η αίτηση αναφέρει ότι η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος θα παραβιάσει το δικαίωμα του να ακουστεί σε σχέση με τις απαιτήσεις του εναντίον της εταιρείας A. & R. THEOLOGOU LTD. Ωστόσο στις 12.1.2016, οι δικηγόροι του καθ΄ου η αίτηση, κατά τους αιτητές, δήλωσαν ότι ο καθ΄ου η αίτηση έχει καταχωρήσει ήδη αγωγή εναντίον της εταιρείας A. & R. THEOLOGOU LTD, η οποία εκκρεμεί και έχει καταχωρηθεί προγενέστερα της παρούσας αίτησης. Αν έτσι έχουν τα πράγματα το γεγονός αυτό, ακόμα και σε περίπτωση που το Δικαστήριο θεωρήσει ότι υπάρχει δυνατότητα νομικά ο καθ΄ου η αίτηση να προχωρήσει με διαδικασία τριτοδιάδικου, εξαλείφει την αναγκαιότητα προσεπίκλησης της εταιρείας A. & R. THEOLOGOU LTD ως τριτοδιάδικου στην παρούσα υπόθεση. Επομένως, ούτε ο έβδομος λόγος ένστασης έχει έρεισμα και απορρίπτεται ως αβάσιμος και ανυπόστατος. Καταλήγω, και τους λόγους ένστασης, ότι ο καθ΄ου η αίτηση έχει αποτύχει να αποσείσει το βάρος που έχει στους ώμους του για απόδειξη ότι έχει κάποια καλόπιστη υπεράσπιση. Συγκεκριμένα, έχει αποτύχει να αποκαλύψει με την ένορκη δήλωση που καταχώρισε τέτοια γεγονότα επί της ουσίας της υπόθεσης, τα οποία θα μπορούσαν θεωρηθούν υπό το φως των καλά εμπεδωμένων νομολογιακών αρχών ικανοποιητικά, ούτως ώστε το Δικαστήριο να μπορεί να του επιτρέψει να καταχωρίσει Υπεράσπιση. Η γενικότητα, ασάφεια και αοριστία των προβαλλόμενων εκ μέρους του ισχυρισμών σε συνδυασμό με τα γεγονότα που ο ίδιος παραθέτει κρίνω ότι επιτρέπουν στο Δικαστήριο να παράσχει με ασφάλεια τη δυνατότητα στους αιτητές να πάρουν συνοπτική απόφαση χωρίς τη διεξαγωγή κανονικής δίκης, η οποία θα οδηγήσει σε απονομή δικαιοσύνης και θα δώσει τέλος σε μία μακρόχρονη προβληματική κατάσταση, η οποία δημιουργήθηκε στις σχέσεις μεταξύ των διαδίκων. Η νομολογία μας επιτάσσει την αναγκαιότητα να εκτίθενται συγκεκριμένα γεγονότα και ισχυρισμοί στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση. Αναπόδραστα τα πιο πάνω με οδηγούν στο συμπέρασμα ότι οι αιτητές δικαιούνται απόφασης και έτσι προχωρώ στην έκδοση απόφασης εναντίον του καθ΄ου η αίτηση - εναγόμενου σύμφωνα με την έκθεση απαιτήσεως για το ποσό των €219.733,73σ. συμπεριλαμβανομένου του Φ.Π.Α. πλέον νόμιμο τόκο από της ημερομηνίας καταχώρησης της αγωγής δηλαδή από 9.09.2015 μέχρι εξοφλήσεως. Επιδικάζονται δικηγορικά έξοδα υπέρ των εναγόντων - αιτητών και εναντίον του εναγόμενου - καθ΄ου η αίτηση όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπογ.)........................................................ Χρήστος Γ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.