← Κύπρος

Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Αλληλεγγύης ν. Παυλήμπεη Δημήτρη Ανδρέας κ.α., Αρ. Αγωγής: 1526/2015, 3/3/2016

Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Αλληλεγγύης ν. Παυλήμπεη Δημήτρη Ανδρέας κ.α., Αρ. Αγωγής: 1526/2015, 3/3/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2016:A35 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Γ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1526/2015 Μεταξύ: Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Αλληλεγγύης Εναγόντων/καθ'ων η αίτηση και

  1. Παυλήμπεη Δημήτρη Ανδρέας
  2. Παναγιώτου Θάσος
  3. Μιχαήλ Μιχαλάκη Ανδρέας
  4. Χαμπή Αντ. Λούκας
  5. Παρπέρη Χρ. Δημήτριος
  6. Μανώλη Γεώργιος
  7. Μαυροβελή Γεώργιος
  8. Ανδρέου Ανδρέας Εναγόμενων/αιτητών Ημερομηνία: 3 Μαρτίου, 2016 Εμφανίσεις: Για τους ενάγοντες - καθ΄ων η αίτηση: Ο κ. Π. Βασιλείου για Γιώργος Βασιλείου & Συνεργάτες Για τους εναγόμενους 1,7 και 8 - αιτητές: Ο κ. Χρ. Πουτζιουρής για Χρίστος Πουτζιουρής & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η (Σε αίτηση με ημερομηνία 26.11.2015 για άδεια καταχώρησης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης στην ένορκη δήλωση των εναγομένων 1, 7 και 8 που υποστηρίζει την ένσταση τους στην αίτηση για προσωρινό διάταγμα) Οι ενάγοντες/ καθ΄ων η αίτηση (στη συνέχεια «οι καθ΄ων η αίτηση») πέτυχαν την έκδοση προσωρινού διατάγματος την 18.08.2015 το οποίο απαγορεύει και/ή εμποδίζει τους εναγόμενους 1,7 και 8 (στη συνέχεια «οι αιτητές») από του να χρησιμοποιήσουν, διαθέσουν, αποξενώσουν και καθ΄οιονδήποτε τρόπο αποσύρουν από λογαριασμούς τους στην ΣΠΕ Μακράσυκας Λάρνακας Επαρχίας Αμμοχώστου Λτδ του μεν 1ου για ποσό €101,054,06σ., του 2ου για ποσό €60.705,75σ. και του 3ου για ποσό €110.000,00 μέχρι τελικής εκδίκασης της αγωγής. Όπως δηλώθηκε και καταγράφηκε στο πρακτικό του Δικαστηρίου από δικηγόρο που εμφανίστηκε για την πιο πάνω ΣΠΕ, με σκοπό την ενημέρωση του Δικαστηρίου για τη συμμόρφωση τους με το δικαστικό διάταγμα, το ποσό που υπήρχε τελικά στο λογαριασμό του εναγόμενου 1 και δεσμεύτηκε είναι το ποσό των €37.164,02σ. Οι καθ΄ων οι αίτηση στην αρχική αίτηση και αιτητές στην παρούσα, καταχώρησαν στην συνέχεια ο καθένας τους χωριστά ειδοποίηση περί της προθέσεως ενστάσεως τους. Δηλωνόταν κάθε φορά σε κάθε εμφάνιση από τους δικηγόρους τους ότι είχαν αποταθεί στον Επίτροπο Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα (στη συνέχεια «ο Επίτροπος»), ζητώντας του τη γνωμάτευση του, η οποία αφορούσε το κατά πόσο οι καθ΄ων η αίτηση ενήργησαν νόμιμα εξασφαλίζοντας τα στοιχεία των λογαριασμών που τηρούσαν οι αιτητές σε άλλο Συνεργατικό Πιστωτικό Ίδρυμα (ΣΠΙ) από αυτό των καθ΄ων η αίτηση, στο οποίο είχαν εγγυηθεί με Σύμβαση Εγγύησης λογαριασμό του Αθλητικού Συλλόγου «Ερμής» Αραδίππου ο οποίος ήταν πρωτοφειλέτης στο δάνειο. Με την παρούσα αίτηση τους οι αιτητές επιζητούν την παροχή σ΄αυτούς άδειας από το Δικαστήριο για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης σε αυτές με τις οποίες υποστηρίζουν τις ενστάσεις τους, τις οποίες καταχώρησαν στην αίτηση των καθ΄ων η αίτηση με την οποία είχαν πετύχει την έκδοση προσωρινού διατάγματος όπως αναφέρεται πιο πάνω. Συγκεκριμένα οι αιτητές αιτούνται όπως προσκομίσουν στο Δικαστήριο σχετική αλληλογραφία του Δικηγόρου τους με τον Επίτροπο την οποία δεν είχαν στην κατοχή τους όταν καταχωρούσαν την ένσταση τους στην αίτηση των καθ΄ων η αίτηση. Οι αιτητές διατείνονται ότι οι ενάγοντες έχουν παραβιάσει το τραπεζικό τους απόρρητο που προστατεύεται από τους σχετικούς Νόμους ερευνώντας για τους τραπεζικούς λογαριασμούς των σε άλλα ΣΠΙ, εφόσον ουδέποτε ζήτησαν την άδεια τους για να συλλέγουν, διατηρούν δεδομένα τους σε συστήματα πληροφοριών και να έχουν πρόσβαση σε αυτά και ουδέποτε τους κάλεσαν για να τους ζητήσουν να υπογράψουν οποιοδήποτε σχετικό έντυπο το οποίο να τους επιτρέπει να επεξεργάζονται οποιαδήποτε προσωπικά δεδομένα των αιτητών σε σχέση με καταθετικούς τραπεζικούς λογαριασμούς τους. Η αίτηση στηρίζεται μεταξύ άλλων στην Δ.48 Θ.4

(2)των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Θεσμών, η οποία προνοεί τα ακόλουθα: «Το δικαστήριο ή δικαστής, μετά από αίτηση ή προφορικό αίτημα, μπορεί, για καλό λόγο, να επιτρέψει την καταχώρηση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων. Η ακρόαση αίτησης διεξάγεται στη βάση των γεγονότων που αναφέρονται στην αίτηση ή στις ένορκες δηλώσεις τηρουμένης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από τη Δ.39.» Από της τελευταίας τροποποίησης της Δ.48 Θ. 4
(2), αυτής της φύσης οι αιτήσεις εκδικάζονται πλέον στη βάση ενόρκων δηλώσεων χωρίς την παρουσίαση ζωντανής μαρτυρίας. Για να επιτραπεί όμως η καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης θα πρέπει ο αιτητής να δείξει καλό λόγο γιατί θα πρέπει να του επιτραπεί η καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Η παροχή ή μη της άδειας για την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης γίνεται στη βάση των εκατέρωθεν ισχυρισμών των διαδίκων και επαφίεται στην διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου η οποία σύμφωνα με τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου θα πρέπει να ασκείται δικαστικά. Είναι προφανές ότι πέραν της αρχικής ή των αρχικών ενόρκων δηλώσεων που συνοδεύουν την αίτηση ή την ένσταση, το Δικαστήριο μπορεί να επιτρέψει την καταχώρηση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων. Οι λέξεις «μπορεί να επιτρέψει» υποδηλώνουν το γεγονός ότι το Δικαστήριο κέκτηται διακριτική ευχέρεια κατά πόσο θα επιτρέψει ή όχι την καταχώρηση οποιασδήποτε συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης (βλ. Αίτηση για την έκδοση ενταλμάτων της Φύσεως Certiorari, Prohipition και Mandamus Φιλόκυπρου Ματθαίου κ.ά.,
(2008)1 ΑΑΔ 2008). Για να επιτρέψει δε το Δικαστήριο την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, θα πρέπει αυτός που τη ζητά να καταδείξει την ύπαρξη «καλού λόγου» για τον οποίο θα πρέπει να του επιτραπεί. Δεν υπάρχει δυνατότητα καταχώρησης οποιασδήποτε συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης χωρίς άδεια του Δικαστηρίου, σύμφωνα δε με τη νομολογία καταχώρηση τέτοιας χωρίς άδεια, θα πρέπει να παραγνωρίζεται και να μη λαμβάνεται υπόψη. Επομένως, δεν υπάρχει περιορισμός στην κατάθεση τέτοιων συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων με την προϋπόθεση ασφαλώς πάντοτε ότι καταδεικνύεται «καλός λόγος». Στην πράξη οι πρόνοιες του πιο πάνω θεσμού εφαρμόζονται όταν, μετά την καταχώρηση της ένστασης ο αιτητής αισθάνεται την ανάγκη να απαντήσει, αντικρούσει ή αμφισβητήσει κάποια συγκεκριμένα επί μέρους θέματα που εγείρονται μέσω της ένστασης, οπότε και ζητεί, είτε προφορικά, είτε με γραπτή αίτηση, όπως του επιτραπεί να καταχωρήσει απαντητική - συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Στόχος της καταχώρησης συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων είναι η ολοκληρωμένη παρουσίαση είτε της αίτησης είτε της ένστασης, ώστε αυτή να οδηγηθεί σε ακρόαση στη βάση ολοκληρωμένης εικόνας της διαφοράς. Οι αιτητές πράγματι στις ένορκες δηλώσεις τους κάνουν αναφορά στην παραβίαση εκ μέρους των καθ΄ων η αίτηση του τραπεζικού τους απορρήτου, με την εξασφάλιση εκ μέρους των καθ΄ων η αίτηση στοιχείων των λογαριασμών που τηρούσαν σε άλλο ΣΠΙ χρησιμοποιώντας το επονομαζόμενο σύστημα πληροφοριών ΑΘΗΝΑ. Χρησιμοποιώντας αυτά ακριβώς τα στοιχεία και πληροφορίες που εξασφάλισαν με το πιο πάνω σύστημα, κατάφεραν στη συνέχεια και εξασφάλισαν τα επίδικα προσωρινά διατάγματα. Στην υπόθεση A. Messios & Sons Ltd κ.ά v. Ανδρέα Α. Λεωνίδα κ.ά,
(2010)1 (A) Α.Α.Δ 195 στην οποία με παρέπεμψαν οι ευπαίδευτοι συνήγοροι και των δύο πλευρών λέχθηκαν τα πιο κάτω: «.Μελετήσαμε με προσοχή τα ενώπιον μας στοιχεία υπό το φως των εισηγήσεων των δύο πλευρών. Θεωρούμε ότι η διακριτική ευχέρεια που παρέχεται στο δικαστήριο από τις σχετικές δικονομικές πρόνοιες, είναι ορθό και δίκαιο να ασκηθεί, στην προκείμενη περίπτωση υπέρ των εφεσειόντων-αιτητών. Κατά την εκτίμησή μας τα στοιχεία που επιθυμούν να θέσουν ενώπιον του δικαστηρίου, οι εφεσείοντες - αιτητές, με τις δύο ένορκες δηλώσεις για τις οποίες ζητούν την άδεια του δικαστηρίου να καταχωρήσουν, είναι στοιχεία που σχετίζονται με τους ισχυρισμούς και τις θέσεις που πρόβαλε ο εφεσίβλητος - καθ' ου η αίτηση στην αρχική του ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της ένστασης στην αίτηση επαναφοράς της έφεσης. Δεν πρόκειται, κατά την κρίση μας, για ανεπίτρεπτη μαρτυρία ούτε για επανάληψη των αρχικών ισχυρισμών των εφεσειόντων, αλλά για διευκρινίσεις και ισχυρισμούς που είναι επιθυμητό να επιτραπεί στους εφεσείοντες - αιτητές να προβάλουν, ώστε το δικαστήριο να έχει ενώπιον του ολοκληρωμένη και σφαιρική εικόνα των γεγονότων.». Αν και η ανωτέρω απόφαση σχετιζόταν με αίτηση για επαναφορά απορριφθείσας έφεσης από το Ανώτατο Δικαστήριο, εντούτοις το σκεπτικό του Δικαστηρίου έχει εφαρμογή και ομοιάζει με τους λόγους για τους οποίους προέκυψε η ανάγκη για άδεια καταχώρησης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης από πλευράς των αιτητών στην παρούσα υπόθεση. Η σκοπούμενη συμπληρωματική ένορκη δήλωση, αν και αφορά την ένορκη δήλωση της ένστασης των αιτητών σε αίτηση για έκδοση προσωρινού διατάγματος, καθόλου δεν μεταβάλλει την διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να δώσει την αιτούμενη άδεια για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, αν κρίνει την περίπτωση κατάλληλη στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Προκύπτει από τις πρόνοιες της Διαταγής 48 Θ.4
(2)πως βασική προϋπόθεση για να πετύχει το αίτημα καταχώρησης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης είναι η ικανοποίηση του Δικαστηρίου για την ύπαρξη καλού λόγου προς τούτο. Ο διάδικος που υποβάλλει τέτοιο αίτημα και ο οποίος έχει το βάρος της απόδειξης θα πρέπει να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου τέτοια στοιχεία που να το πείσουν ότι το αίτημα υποβάλλεται για καλό λόγο. Το θέμα εμπίπτει πάντα όπως και σε κάθε άλλη περίπτωση ενδιάμεσης αίτησης στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου (βλ. Φιλόκυπρου Ματθαίου κ.α., (πιο πάνω) η οποία όμως θα πρέπει να ασκείται δικαστικά. Στην Vuitton v. Δερμοσάκ Λτδ και άλλης,
(1992)1 (Β) Α.Α.Δ. 1453, στη σελ. 1463 αναφέρεται πως: «Η παροχή ενδιάμεσης θεραπείας συναρτάται άμεσα και αποκλειστικά από τα γεγονότα που τεκμηριώνουν το αίτημα». Στο Annual Practice του 1956 στην σελίδα 175 γίνεται ανάλυση της αντίστοιχης Αγγλικής Διαταγής 14 με την δική μας Δ.18 και στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: «Η ακρόαση αίτησης διεξάγεται στη βάση των γεγονότων που αναφέρονται στην αίτηση ή στις ένορκες δηλώσεις.». Άδεια δεν θα πρέπει να δίδεται όταν επιδιώκεται με την καταχώρηση νέας ένορκης δήλωσης να επαναληφθούν οι αρχικοί ή ισχυρισμοί που έχουν ήδη προβληθεί σε προηγούμενες ένορκες δηλώσεις. Για τη διακρίβωση της ύπαρξης καλού λόγου, ο οποίος να δικαιολογεί την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης είναι απαραίτητη η εξέταση της φύσης της ενδιάμεσης διαδικασίας στην οποία επιχειρείται το συγκεκριμένο διάβημα. Θα προχωρήσω να εξετάσω ένα προς ένα τους λόγους που προβλήθηκαν στην ένσταση στη παρούσα αίτηση παρόλο ότι μερικοί από αυτούς επαναλαμβάνονται με διαφορετική διατύπωση ή και αλληλοκαλύπτονται όπως θα διαφανεί στη συνέχεια. Προβάλλεται ως 1ος λόγος ένστασης από τους καθ΄ων η αίτηση ότι η αίτηση είναι αβάσιμη ή και αντικανονική ή και νομικά και πραγματικά αστήρικτη. Δεν δίδεται όμως περαιτέρω επεξήγηση και ούτε αναλύεται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση γιατί η αίτηση των αιτητών είναι αβάσιμη και ή αντικανονική και ή νομικά και ή πραγματικά αστήρικτη, επομένως ο λόγος αυτός ένστασης ως αόριστος απορρίπτεται. Ως 2ος λόγος ένστασης προβάλλεται ότι δεν προκύπτει ή και δεν καταδεικνύεται από την αίτηση των εναγομένων κανένας καλός ή και επαρκής λόγος. Οι αιτητές όμως αναφέρουν και εξηγούν επακριβώς τους λόγους για τους οποίους επιθυμούν να τους δοθεί άδεια για συμπληρωματική ένορκη δήλωση με την οποία θα θέσουν υπόψη του Δικαστηρίου το πόρισμα του Επιτρόπου αναφορικά με την άρση του τραπεζικού απορρήτου των αιτητών. Ως 3ος λόγος έντασης προβάλλεται ότι οι αιτητές δεν επιδιώκουν να απαντήσουν επί αμφισβητούμενων θεμάτων αλλά επαναλαμβάνουν τη θέση τους ως αυτή έχει εκτεθεί στις ενστάσεις τους. Διαπιστώνεται ότι οι αιτητές σε καμία περίπτωση δεν επιδιώκουν με το αίτημα τους στην παρούσα αίτηση τους να επαναλάβουν τη θέση τους ως αυτή έχει εκτεθεί στις ενστάσεις τους. Επιθυμούν να θέσουν υπόψη του Δικαστηρίου στοιχεία που σχετίζονται με τους ισχυρισμούς και τις θέσεις τους που προβάλλονται στην αρχική τους ένορκη δήλωση και περιέχονται στο πόρισμα του Επιτρόπου. Παρέχουν δηλαδή επιπρόσθετη πληροφόρηση στο Δικαστήριο και λεπτομερή ανάλυση της θέσης που λαμβάνει ο Επίτροπος στο ζήτημα που ανέκυψε. Ο 4ος λόγος ένστασης αφορά το ζήτημα αν οι αιτητές έχουν θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου στοιχεία πειστικά που να δείχνουν ότι το αίτημα τους υποβάλλεται για καλό λόγο. Το ζήτημα αυτό ανάγεται στην κρίση του Δικαστηρίου ασκώντας την διακριτική του ευχέρεια να κρίνει αν ένα στοιχείο το οποίο επιχειρείται να εισαχθεί αποτελεί καλό λόγο ή θα εξυπηρετήσει την ανάγκη αποκάλυψης όλων των αναγκαίων στοιχείων με σκοπό να ασκήσει ορθά την κρίση του. Έτσι κρίνεται και η προσπάθεια των αιτητών να θέσουν υπόψη του Δικαστηρίου το πόρισμα του Επιτρόπου και επομένως κρίνεται ότι υπάρχει καλός λόγος για να τους επιτραπεί η καταχώρηση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων έτσι ώστε μαζί με αυτές να τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου το πόρισμα αυτό. Στον 5ο λόγο ένστασης προβάλλεται ότι οι αιτητές δεν επιδιώκουν να προσθέσουν ουσιώδη στοιχεία αλλά να επαναλάβουν την ήδη εκφρασθείσα εκδοχή τους. Αυτός ο λόγος έχει ήδη απαντηθεί. Το πόρισμα του Επιτρόπου ασφαλώς και αποτελεί νέο στοιχείο το οποίο δεν ήταν στη διάθεση των αιτητών όταν καταχωρούσαν τις ενστάσεις τους. Στον 6ο λόγο ένστασης προβάλλεται ότι οι αιτητές επαναλαμβάνουν δια της παρούσης αιτήσεως τους τούς αρχικούς τους ισχυρισμούς. Και αυτός ο λόγος έχει απαντηθεί πιο πάνω. Δεν βρίσκω ότι οι αιτητές διακατέχονται από κακή πίστη προβαίνοντας σε αυτό το διάβημα τους. Αποσκοπούν στην πληρέστερη διατύπωση και τεκμηρίωση των θέσεων τους με μόνο σκοπό την πλήρη και δίκαιη εκδίκαση των πραγματικών και νομικών ζητημάτων που αμφισβητούνται ή εγείρονται μεταξύ των διαδίκων στο πλαίσιο της αίτησης. Προβάλλεται ως 7ος λόγος ένστασης ότι οι αιτητές επιχειρούν δια της αιτήσεως τους να διορθώσουν τα κενά ή και τις παραλείψεις των ενστάσεων τους. Η προσπάθεια των αιτητών δεν μπορεί να εκληφθεί ότι αποσκοπεί σε κάτι τέτοιο εφόσον το καινούργιο στοιχείο που θα θέσουν προέκυψε μετά την καταχώρηση των ενστάσεων τους. Εξάλλου, δεν μπορεί να παραγνωριστεί το γεγονός ότι κάθε φορά που αναβαλλόταν η υπόθεση οι δικηγόροι των αιτητών ανέφεραν ότι ανέμεναν αυτό το πόρισμα το οποίο και θα το έθεταν υπόψη του Δικαστηρίου. Δεν απέκρυψαν τίποτε σε σχέση με αυτό το ζήτημα. Επομένως καμιά διόρθωση δεν επιχειρούν να κάνουν ούτε και προσπαθούν να καλύψουν με αυτά τα δεδομένα κάποιο κενό στην ένσταση τους που ήταν σ΄αυτούς γνωστό όταν καταχωρούσαν τις ενστάσεις τους. Ο σχετικός λόγος ένστασης απορρίπτεται. Ως 8ος λόγος ένστασης προβάλλεται ότι οι αιτητές καθυστέρησαν υπέρμετρα ή και αδράνησαν αδικαιολόγητα στην καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης και ουδεμία πειστική αιτιολογία δίδεται ως προς τούτο. Δεν προκύπτει τέτοια καθυστέρηση εφόσον την επόμενη ημέρα της απάντησης του Επιτρόπου καταχωρήθηκε η παρούσα αίτηση. Εξάλλου θα ήταν παράδοξο οι αιτητές που επείγονται για την εκδίκαση της αίτησης να κωλυσιεργούν. Ασφαλώς δεν έχουν κανένα λόγο να καθυστερούν τη διαδικασία όταν εκδόθηκαν εναντίον τους και τους δεσμεύουν προσωρινά διατάγματα τα οποία άπτονται των οικονομικών τους συμφερόντων. Υποβάλλεται τώρα αυτό το διαδικαστικό διάβημα εφόσον τώρα προέκυψε και ως προς τούτο δίδεται επαρκής δικαιολογία. Ο λόγος ένστασης απορρίπτεται καθώς δεν ερείδεται επί των γεγονότων της αίτησης. Σε σχέση με τον 9ο λόγο ένστασης, ότι δηλαδή η αίτηση των αιτητών υποβάλλεται καταχρηστικά ή και κακόπιστα και αποσκοπεί στο να προκαλέσει καθυστέρηση στην εκδίκαση του προσωρινού διατάγματος, αν και απαντήθηκε πιο πάνω, θα πρόσθετα ότι σίγουρα δεν μπορεί να έχει οποιαδήποτε θετική αντίκριση μια τέτοια θέση εφόσον είναι οι αιτητές στην παρούσα αίτηση επαναλαμβάνω που επείγονται και επιθυμούν όπως εκδικαστεί το συντομότερο η αρχική αίτηση στη βάση της οποίας εκδόθηκαν προσωρινά διατάγματα τα οποία εκκρεμούν εναντίον τους και δεσμεύουν τραπεζικούς τους λογαριασμούς. Δεν διακρίνεται οποιαδήποτε κακοπιστία στην προσπάθεια τους να δώσουν περισσότερες λεπτομέρειες στον ισχυρισμό τους περί παράβασης του τραπεζικού τους απορρήτου. Στον 10ο λόγο ένστασης προβάλλεται ότι: «η αίτηση των αιτητών ανατρέπει και προσβάλλει το χαρακτήρα που θα πρέπει να έχει το στάδιο αυτής της υπόθεσης.» Δεν μπορώ να αντιληφθώ τι είναι εκείνο που θέλουν να προβάλουν οι καθ΄ων η αίτηση. Σε κάθε περίπτωση όλα τα στοιχεία που αφορούν ζητήματα που θα απασχολήσουν το Δικαστήριο θα πρέπει να τεθούν υπόψη του και δεν υπάρχει άλλος τρόπος από αυτόν που επέλεξαν οι αιτητές με την αίτηση τους, να καταχωρήσουν δηλαδή συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις. Αποτελεί δε προσπάθεια των εναγομένων για σαφή προσδιορισμό των λόγων για τους οποίους προβάλλουν ένσταση στην συνέχιση ισχύος των προσωρινά εκδοθέντων διαταγμάτων. Κρίνω ότι πρόκειται για γενικό, αόριστο και ατεκμηρίωτο λόγο ο οποίος δεν αναλύεται πουθενά ή και επαρκώς στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση τους. Σε σχέση με τον 11ο λόγο ένστασης, ότι δηλαδή ουδεμία ανάγκη προκύπτει για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης και οι λόγοι που προβάλλονται εν σχέση με αυτές τούτο είναι αόριστοι ή και άνευ πραγματικού υπόβαθρου. Τουναντίον διαπιστώνεται ότι είναι πολύ σαφής η θέση των αιτητών ως προς το τι θέλουν να εισαγάγουν στην ένσταση τους. Ο λόγος αυτός κρίνεται επίσης αόριστος και ως εκ τούτου έκθετος σε απόρριψη. Στη βάση των πιο πάνω λεχθέντων ούτε ο 12ος λόγος ένστασης έχει έρεισμα, ότι δηλαδή οι αιτητές θα μπορούσαν να θέσουν εξ αρχής τα στοιχεία που τώρα επιχειρούν να εισαγάγουν συμπληρωματικά. Οι αιτητές δεν θα μπορούσαν να προβάλουν εξ αρχής τα στοιχεία που τώρα επιθυμούν όπως εφοδιάσουν το Δικαστήριο με την συμπληρωματική τους ένορκη δήλωση εφόσον δεν κατείχαν αυτή την πληροφόρηση. Το αίτημα τους για εξέταση του παραπόνου τους για την άρση του τραπεζικού τους απορρήτου υποβλήθηκε αμέσως μετά που έλαβαν γνώση της παρούσας διαδικασίας, εξεταζόταν από τον Επίτροπο όταν είχαν καταχωρήσει την ένσταση τους και μόλις εκδόθηκε από αυτόν επιχειρούν να το θέσουν υπόψη του Δικαστηρίου καθώς άπτεται και των επιχειρημάτων που θα προβάλουν υποστηρίζοντας την ένσταση τους. Η ουσία τους δεν εξετάζεται σ΄αυτό το στάδιο ή στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας. Επομένως ούτε αυτός ο λόγος ένστασης έχει έρεισμα. Στον 13ο λόγο ένστασης προβάλλεται ότι η θέση του Επιτρόπου που επιχειρούν να εισαγάγουν οι αιτητές ουδεμία δέσμευση παράγει εις το Δικαστήριο. Ο λόγος αυτός αν και δυσνόητος ως προς τη διατύπωση του, εντούτοις, αν αντιλήφθηκα ορθά, ότι δηλαδή η εκφρασθείσα θέση του Επιτρόπου δεν είναι δεσμευτική για το Δικαστήριο, θα έλεγα ότι δεν μπορεί να εξεταστεί σε αυτό το στάδιο. Είναι ζήτημα ουσίας που θα απασχολήσει το Δικαστήριο κατά την εξέταση της κυρίως αίτησης. Παρόμοια με τον προηγούμενο λόγο ένστασης αντικρίζονται και οι 14ος και 15ος λόγοι ένστασης ότι δηλαδή η θέση του Επιτρόπου είναι αποσπασματική και δεν καλύπτει όλες τις πτυχές της υπόθεσης ή και όλα τα ζητήματα που την αφορούν και ότι ο Επίτροπος έχει υποβάλει την θέση του χωρίς να λάβει υπόψη σημαντικές παραμέτρους που υφίστανται στην παρούσα υπόθεση μεταξύ αμφοτέρων των πλευρών. Πρόκειται για ζητήματα τα οποία ασφαλώς θα εξεταστούν στην ουσία τους αφού προηγουμένως ακουστεί επιχειρηματολογία προς τούτο κατά την ακρόαση της αρχικής αίτησης. Μετά την πιο πάνω ανάλυση και την απόρριψη των λόγων ένστασης στο σύνολο τους, είναι η κατάληξη μου ότι έχει αποδειχθεί καλός λόγος για να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Δίδεται άδεια σύμφωνα με την Δ.48 Θ.4
(2)των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών στους αιτητές όπως καταχωρήσουν συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις προς περαιτέρω υποστήριξη των ενστάσεων τους. Κρίνω όμως ότι θα πρέπει να περιοριστούν έτσι ώστε να επισυναφθούν σε αυτές το πόρισμα του Επιτρόπου με ημερομηνία 25.11.2015, το οποίο υπογράφεται από την κα Νόνη Αβραάμ, όπως και η επιστολή που προηγήθηκε εκ μέρους της Συνεργατικής Κεντρικής Τράπεζας και απευθύνεται προς τον Επίτροπο η οποία δεν φέρει ημερομηνία και υπογράφεται από τον κ. Μάριο Ξενίδη εφόσον στο πόρισμα του ο Επίτροπος παραπέμπει σε θέσεις του πιο πάνω που εκφράστηκαν στην πιο πάνω επιστολή. Οι συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις να καταχωρηθούν εντός 7 ημερών από σήμερα. Επιδικάζονται έξοδα υπέρ των αιτητών και εναντίον των καθ΄ων η αίτηση στη παρούσα αίτηση όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της ακροαματικής διαδικασίας της αγωγής οπότε και θα είναι καταβλητέα. (Υπ.)........................................................ Χρήστος Γ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.