← Κύπρος

ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΛΙΜΙΤΕΔ ν. ΣΟΥΖΑΝΑΣ ΖΕΜΕΝΙΔΗ κ.α., Αρ. Αγ. 90/ 2014, 11/3/2016

ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΛΙΜΙΤΕΔ ν. ΣΟΥΖΑΝΑΣ ΖΕΜΕΝΙΔΗ κ.α., Αρ. Αγ. 90/ 2014, 11/3/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2016:A44 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Γ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγ. 90/ 2014 ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΛΙΜΙΤΕΔ Εναγόντων/Αιτητών και

  1. ΣΟΥΖΑΝΑΣ ΖΕΜΕΝΙΔΗ
  2. S.C.STERLING DEVELOPMENTS LIMITED
  3. PHILIP BOORMAN Εναγομένων 1 και 3 /Καθ΄ων η αίτηση Ημερομηνία: 11 Μαρτίου, 2016 Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες/Αιτητές: Η κα Μανώλη για Δρ Ανδρέα Π. Ποιητή & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Για τους Εναγόμενους 1 και 3 /Καθ΄ων η Αίτηση: Η κα Ορθοδόξου για Μιχαλάκης Κυπριανού & Σία Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (σε αίτηση για διόρθωση παρατυπίας) Οι εναγόμενοι 1 και 3 με αίτηση τους την οποία καταχώρησαν την 18.09.2015 αξιώνουν διάφορα διατάγματα με τα οποία ουσιαστικά επιδιώκουν την ακύρωση κάθε διαδικαστικού μέτρου που έχει λάβει η ενάγουσα και οποιοδήποτε διάταγμα του δικαστηρίου εκδόθηκε στα πλαίσια αυτών. Επιζητεί συγκεκριμένα την αναστολή και/ή τον παραμερισμό του κλητηρίου εντάλματος και της διαδικασίας ενώπιον του Δικαστηρίου λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. Διάταγμα που να αναγνωρίζει την αποκλειστική αρμοδιότητα των Αγγλικών Δικαστηρίων για την επίλυση των επίδικων διαφορών. Διάταγμα με το οποίο να παραμερίζεται και/ή ακυρώνεται το διάταγμα με το οποίο χορηγήθηκε άδεια για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας του κλητηρίου εντάλματος ή και της ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος. Διάταγμα με το οποίο να παραμερίζεται και ή ακυρώνεται η επίδοση του κλητηρίου εντάλματος ή και της ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος σε αυτούς και διάταγμα με το οποίο να παραμερίζεται και/ή ακυρώνεται το διάταγμα του Δικαστηρίου με ημερομηνία 13.01.2015 με το οποίο ανανεώθηκε το κλητήριο ένταλμα αναφορικά με αυτούς. Η εναγόμενη στις 9.10.2015 καταχώρισε ειδοποίηση περί προθέσεως ενστάσεως στην εν λόγω αίτηση στην οποία καταγράφει για ποιους λόγους ενίσταται και αυτή υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της κας Κατερίνας Κονναρή. Οι λόγοι ένστασης είναι ταυτόσημοι με όσα υποστηρίζει η κα Κονναρή στην ένορκη δήλωση της γι΄αυτό και για μια πλήρη εικόνα των ισχυρισμών της στην ένορκη δήλωση των οποίων επιδιώκεται με την παρούσα αίτηση η συμπλήρωση τους κρίνω ότι θα πρέπει να καταγραφούν. Υποστηρίζει λοιπόν τα ακόλουθα: «
  4. Είμαι υπάλληλος στο δικηγορικό γραφείο του Δρος Ανδρέα Π.Ποιητή & Σία Δ.Ε.Π.Ε. δικηγόρων των ως άνω εναγόντων και έχω δεόντως εξουσιοδοτηθεί να προβώ στην παρούσα ένορκο δήλωση τόσο από τους ενάγοντες όσο και από τους δικηγόρους τους.
  5. Γνωρίζω πολύ καλά τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης από το φάκελο της υπόθεσης και από όσα μου έχει αναφέρει ο Δρ Ανδρέας Ποιητής που χειρίζεται την υπόθεση και τα όσα μας έχει πει ο κ. Μάριος Γεωργίου που ορκίστηκε για την ένορκη δήλωση ημερομηνίας 12.12.2014 στην αίτηση για επίδοση του κλητηρίου εντάλματος εκτός δικαιοδοσίας.
  6. Έχω διαβάσει την ένορκη δήλωση της κας Παριάνας Δημητρίου και αρνούμαι πλήρως το περιεχόμενο της.
  7. Οι παράγραφοι 10,11,12,13,14,15,16,17 και18 είναι εντελώς άσχετες με το αίτημα το οποίο προβάλλουν οι εναγόμενοι και ισχυρίζεται ότι ο δικηγόρος κ. Μιχαλάκης Κυπριανού ενεργούσε για λογαριασμό των εναγομένων και τους εξήγησε πλήρως το περιεχόμενο των εγγράφων και την ευθύνη που οι εναγόμενοι έφεραν επί τη βάσει αυτών με την υπογραφή τους.
  8. Η παράγραφος 19 δείχνει ακριβώς ότι οι εναγόμενοι αντιλήφθησαν πάρα πολύ καλά το νόημα των εγγράφων, όπως και το αντιλήφτηκαν εξ ίσου καλά με τις αναφερόμενες τροποποιήσεις τα τεκμήρια.
  9. Εξ ίσου αδιάφορες είναι και οι παράγραφοι 20,21,22,22(α)(β)(γ)(δ) διότι η Quality Group δεν έχει οποιαδήποτε σχέση με τους ενάγοντες.
  10. Ο κ. Κάκος και η Quality Group δεν εκπροσωπούν την ενάγουσα τράπεζα με οποιονδήποτε τρόπο. Έχουν εντελώς διαφορετικά συμφέροντα, τα οποία, εν πολλοίς, συγκρούονται μεταξύ τους.
  11. Η παράγραφος 26 της ένορκης δήλωσης για τους αιτητές είναι εντελώς απαράδεκτη. Οι αιτητές προβαίνουν από κοινού σε μία αίτηση, διότι θεωρούν ότι ακόμη και εδώ έχουν κοινά ενδιαφέροντα. Όπως φαίνεται στον τίτλο της αγωγής διαμένουν στην ίδια διεύθυνση. Η αιτήτρια 1 παραδέχεται ότι υπέγραψε το σχετικό έγγραφο. Είναι φανερό ότι η εναγόμενη 1 είχε πλήρη ενημέρωση από τον εναγόμενο 3 για τα πάντα. Για να αγοράσει κάτι κάποιος από κάποιον δεν χρειάζεται να τον έχει συναντήσει πολλές φορές. Άλλωστε , επί τόσο χρόνια η εναγόμενη 1 δεν είχε διαμαρτυρηθεί. Η εναγόμενη 1 προφανώς ψεύδεται όταν αναφέρει ότι έμεινε έκπληκτη όταν άκουσε ότι ήταν δανειστής. Εν πρώτοις δεν ήταν δανειστής αλλά οφειλέτης.
  12. Αναφερόμενη στην παρ. 28 βλέπω ότι ο εναγόμενος 3 παραδέχεται την ύπαρξη της συμφωνίας.
  13. Ως εκ τούτου η αίτηση είναι αβάσιμη και πρέπει να απορριφθεί.» Η πιο πάνω αίτηση ορίστηκε για ακρόαση για 1η φορά την 19.01.
  14. Στο μεταξύ την 2.11.2015 καταχωρήθηκε η υπό εκδίκαση αίτηση εκ μέρους της εναγόμενης/ αιτήτριας, με την οποία επιζητεί την έκδοση διατάγματος για διόρθωση της διαπιστωθείσας παρατυπίας στην ένσταση και την ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει ως αναφέρεται στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση, διαζευκτικά διάταγμα για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Η αίτηση βασίζεται στη Δ.48 Θ. 1-4,8,9 και στη Δ.64, Θ. 1-
  15. Η κα Κονναρή, υπάλληλος στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί την αιτήτρια και εξουσιοδοτημένη όπως ισχυρίζεται από την ενάγουσα και τους δικηγόρους της, υποστηρίζει με ένορκη δήλωση της την αίτηση. Σε αυτή δηλώνει ότι ο κ. Ποιητής όταν είδε την ένορκη δήλωση της ένστασης την οποία καταχώρισε το δικηγορικό τους γραφείο στις 9.10.2015 με σκοπό να ετοιμάσει τις αγορεύσεις, πρόσεξε ότι τόσο η ένορκη δήλωση όσο και η ένσταση παρέμειναν ημιτελείς. Προς τούτο επισυνάπτει ως Τεκμ. 1 δείγμα ένορκης δήλωσης την οποία επιθυμεί όπως καταθέσει συμπληρωματικά και να προστεθούν οι ίδιοι λόγοι ως λόγοι ένστασης. Ισχυρίζεται ότι η παράλειψη αυτή αποτελεί παρατυπία η οποία μπορεί να διορθωθεί για σκοπούς απονομής της δικαιοσύνης. Αξίζει να καταγραφούν ενόψει των λόγων ένστασης στη παρούσα, οι ισχυρισμοί τους οποίους επιπρόσθετα η κα Κονναρή επιθυμεί να προστεθούν στην αρχική της δήλωση όπως αυτοί προβάλλονται στο δείγμα που επισυνάπτει ως Τεκμ. 1 οι οποίοι είναι οι ακόλουθοι: «
  16. Το παρόν Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία για τον λόγο ότι οι εναγόμενοι 2 είναι κάτοικοι Κύπρου και ασφαλώς δεν είναι δυνατόν να εκδικάζεται μια υπόθεση εν μέρει στην Αγγλία και εν μέρει στην Κύπρο.
  17. Θα πρέπει να τονίσω ότι η σχέση των εναγομένων 2 είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την υπόθεση των εναγομένων 1 και 3 διότι είναι εγγυητές της 1ης εναγομένης. Αυτό φαίνεται στο κλητήριο.
  18. Ωσαύτως το παρόν Δικαστήριο έχει αποκλειστική δικαιοδοσία για εκδίκαση της υπόθεσης διότι πρόκειται περί εμπραγμάτου δικαιώματος. Συγκεκριμένα η συμφωνία αγοράς του ακινήτου κατετέθη στο Κτηματολόγιο και αποτελεί εμπράγματο δικαίωμα όπως φαίνεται και πάλι στο κλητήριο. Ως εκ τούτου και πάλι το παρόν Δικαστήριο έχει το δικαίωμα εκδίκασης της υπόθεσης.
  19. Περαιτέρω το παρόν Δικαστήριο έχει ήδη ασκήσει την εξουσία και αρμοδιότητα επί της υποθέσεως. Ως εκ τούτου με κανένα τρόπο δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι το παρόν Δικαστήριο δεν έχει την αρμοδιότητα.
  20. Οι ισχυρισμοί των εναγομένων για παραπλάνηση είναι εντελώς εκτός θέματος της παρούσας αγωγής. Το ίδιο και οι ισχυρισμοί των παραγράφων της ενόρκου δηλώσεως υπ΄αριθμό 32 και
  21. Στις παραγράφους 37,38 και 39 οι εναγόμενοι προσπαθούν να εισηγηθούν ότι δεν έχει δημιουργηθεί δικαίωμα in rem. Αυτό είναι εντελώς λανθασμένο διότι αντίκειται προς την Κυπριακή Νομοθεσία. Ασφαλώς οι αγγλικές αποφάσεις δεν δεσμεύουν το παρόν Δικαστήριο.
  22. Οι παράγραφοι 41 έως 46 είναι εκτός θέματος.
  23. Οι παράγραφοι 47,48,49,50,51 και 52 είναι και πάλι αβάσιμες για τους πιο πάνω λόγους. Επιπροσθέτως ο ισχυρισμός ότι η ένορκη δήλωση του κ. Μάριου Γεωργίου δεν στοιχειοθετούσε την αξίωση των εναγόντων είναι αβάσιμος. Το ίδιο και ο ισχυρισμός ότι δεν περιείχε την σχετική νομική βάση.
  24. Η παράγραφος 50 και 51 είναι και πάλι εκτός θέματος. Σημασία έχει ότι επεδόθη η αγωγή και η παρούσα αίτηση γίνεται από τους εναγόμενους 1 και
  25. Γι΄αυτό δεν έχει σημασία αν επεδόθη το κλητήριο. Οι εναγόμενοι θα έπρεπε να έχουν παράπονο εάν επεδόθη κάτι λιγότερο και όχι περισσότερο.
  26. Το παράπονο των εναγομένων ότι δεν ανέγραφε το κλητήριο ότι ανανεώθηκε με διάταγμα, είναι αβάσιμο για το λόγο ότι τους επεδόθη το διάταγμα ανανέωσης. Στα επιδοθέντα έγγραφα υπάρχουν όλα τα απαραίτητα έγγραφα.
  27. Αρνούμαι τις παραγράφους 53,54,55,56,57(α)(β)(γ)(δ) οι οποίες δεν έχουν οποιαδήποτε σημασία.
  28. Αρνούμαι τις παραγράφους 59 και 60 και αξιώ την απόρριψη της αιτήσεως.» Προς αντίκρουση της αίτησης αυτής καταχωρήθηκε ειδοποίηση για πρόθεση ένστασης η οποία βασίζεται στους θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.25, Θ. 5, Δ.48 Θ.Θ. 1 - 4, 8 και 9, Δ.64 Θ.1 - 4 και στις συμφυείς εξουσίες, νομολογία και πρακτική του Δικαστηρίου. Προβάλλονται οι ακόλουθοι λόγοι ένστασης: «
  29. Η αίτηση είναι νομικά και ουσιαστικά αβάσιμη.
  30. Η αίτηση δεν αποσκοπεί σε άρση παρατυπίας αλλά σε ουσιαστική τροποποίηση της ειδοποίησης ένστασης ημερομηνίας 9.10.2015 (εφεξής η «Ένσταση») που η αιτήτρια καταχώρησε αναφορικά με την αίτηση των καθ΄ων η αίτηση ημερομηνίας 18.09.
  31. Συγκεκριμένα με την αίτηση επιζητείται η προσθήκη στην ένσταση επιπρόσθετων λόγων ένστασης και/ή η εισαγωγή συμπληρωματικής μαρτυρίας κάτι το οποίο δεν επιτρέπεται βάση της Δ.64 των θεσμών Πολιτικής Δικονομίας.
  32. Οι παραλείψεις και/ή τα ελαττώματα στην ένσταση τα οποία η αίτηση επιδιώκει να θεραπεύσει είναι θεμελιώδεις και συνεπώς δεν μπορούν να θεραπευθούν με την Δ.64 των θεσμών Πολιτικής Δικονομίας.
  33. Η νομική βάση της Αίτησης είναι ελλιπής καθώς δεν συμπεριλαμβάνει τη Δ.25 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας που προνοεί για τροποποιήσεις ελαττωμάτων ή λαθών σε οποιαδήποτε διαδικασία.
  34. Στην αίτηση δεν δίνεται οποιαδήποτε εξήγηση και/ή δικαιολογία ως προς το γιατί ακριβώς προέκυψε η κατ΄ισχυρισμό «παρατυπία¨ και/ή για την παράλειψη συμπερίληψης στην ένσταση των προτεινόμενων προς προσθήκη ισχυρισμών.
  35. Δεν καθορίζεται στην Αίτηση η παρατυπία και ο τρόπος άρσης της.
  36. Δεν δύναται να προστεθούν λόγοι ένστασης με απλή αναφορά αυτών στην ένορκη δήλωση.
  37. Η αίτηση η ίδια είναι παράτυπη καθώς δεν αναφέρεται οπουδήποτε στην αίτηση ότι υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση οποιουδήποτε προσώπου.
  38. Η αίτηση δεν υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση οποιουδήποτε προσώπου.
  39. Δεν καθορίζεται στην Αίτηση το περιεχόμενο της προτεινόμενης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης.
  40. Ενόψει των λόγων ένστασης υπ΄αριθμό 8 και 9 το περιεχόμενο της προτεινόμενης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης δεν έχει καθοριστεί με οποιονδήποτε τρόπο για να μπορεί το Δικαστήριο να δώσει άδεια για καταχώρηση της.
  41. Δεν έχει καταδειχθεί οποιοσδήποτε καλός λόγος για να επιτραπεί η καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης.» Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η ένσταση αναφέρονται στην ένορκη δήλωση της κας Παριάνας Δημητρίου δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τους καθ΄ων η αίτηση η οποία στην ουσία υποστηρίζει τους πιο πάνω λόγους ένστασης επαναλαμβάνοντας τους και επεξηγώντας τους περαιτέρω. Η πλευρά των αιτητών επανέλαβε στην αγόρευση της τα αιτήματα όπως τα προβάλλει στην αίτηση και στη συνέχεια επιχειρηματολόγησε γιατί κατά την άποψη της θα πρέπει να εφαρμοστεί στην παρούσα η Διαταγή 64 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών η οποία έχει καταργήσει τη διάκριση της άκυρης και παράτυπης διαδικασίας υποστηρίζοντας ότι το Δικαστήριο ασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια στη βάσει αυτής της διάταξης θα πρέπει να άρει την παρατυπία που παρουσιάζεται στην ένσταση τους με τη μη συμπερίληψη όσων παραλήφθηκαν να συμπεριληφθούν στην αρχική τους ένσταση. Σχολιάζοντας την ίδια Διαταγή και την νομολογία που αναπτύχθηκε σε σχέση με αυτή αλλά και άλλους ουσιαστικούς λόγους, η πλευρά των καθ΄ων η αίτηση υποστήριξε διαμετρικά αντίθετη άποψη. Η Διαταγή 64 όπως ισχύει σήμερα προνοεί τα ακόλουθα: «

(1)Η μη συμμόρφωση, λόγω οποιασδήποτε πράξεως ή παραλείψεως, με τα προβλεπόμενα από τους παρόντες Κανονισμούς, αναφορικά με χρόνο, τόπο, τρόπο, τύπο, περιεχόμενο ή οτιδήποτε άλλο κατά την έναρξη ή τη φερόμενη έναρξη οποιασδήποτε διαδικασίας, ή σε οποιοδήποτε στάδιο οποιασδήποτε διαδικασίας, ή σε σχέση με αυτή, θα θεωρείται παρατυπία και δεν θα καθιστά άκυρη τη διαδικασία, οποιοδήποτε βήμα στη διαδικασία, ή οποιοδήποτε έγγραφο, απόφαση ή διάταγμα σε αυτή.
(2)Τηρουμένης της παραγράφου
(3), το Δικαστήριο δύναται, εφόσον διαπιστώσει τέτοια μη συμμόρφωση με τους Κανονισμούς, όπως προβλέπεται στην παράγραφο
(1), και υπό τέτοιους όρους ως προς τα έξοδα ή άλλως, όπως κρίνει δίκαιο, να παραμερίσει εξ ολοκλήρου ή εν μέρει τη διαδικασία στην οποία επεσυνέβη η μη συμμόρφωση, οποιοδήποτε βήμα έγινε στη διαδικασία εκείνη, ή οποιοδήποτε έγγραφο, απόφαση ή διάταγμα σε αυτή, ή ασκώντας τις εξουσίες που του παρέχουν οι παρόντες Κανονισμοί, να επιτρέψει τέτοιες τροποποιήσεις, εάν χρειάζονται, και να εκδώσει τέτοιο διάταγμα, εάν χρειάζεται, αναφορικά με τη διαδικασία γενικά, όπως κρίνει πρέπον.
(3)Το Δικαστήριο δεν θα παραμερίζει εξ ολοκλήρου οποιαδήποτε διαδικασία, ή το κλητήριο ένταλμα, ή άλλο ενακτήριο μέσο με το οποίο έχει αρχίσει η διαδικασία, για το λόγο ότι έχει χρησιμοποιηθεί διαφορετικό ενακτήριο μέσο με την έναρξη της διαδικασίας από εκείνο που απαιτεί οποιοσδήποτε από τους παρόντες Κανονισμούς. 2. Αίτηση για παραμερισμό οποιασδήποτε διαδικασίας, οποιουδήποτε βήματος που έγινε σε οποιαδήποτε διαδικασία, ή οποιουδήποτε εγγράφου, αποφάσεως ή διατάγματος σε αυτή, λόγω παρατυπίας, δεν θα επιτρέπεται, εκτός εάν υποβάλλεται μέσα σε εύλογο χρόνο και προτού ο διάδικος που υπέβαλε την αίτηση προβεί σε οποιοδήποτε νέο βήμα, αφότου η παρατυπία περιήλθε σε γνώση του. Οι προτεινόμενοι λόγοι για παραμερισμό δυνάμει του παρόντος Κανόνα, θα αναφέρονται στην αίτηση.» Και οι δύο πλευρές με παρέπεμψαν στο ακόλουθο απόσπασμα της υπόθεσης Καλιά κ.ά v. Δημοκρατίας κ.ά.,
(1996)3 ΑΑΔ 149 όπου στις σελ. 151 -152 ερμηνεύτηκε η λειτουργία της νέας Δ.64: «Με την κατάργηση της Δ.64 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών και την αντικατάσταση της με τη Δ.64 του Περί Πολιτικής Δικονομίας (Τροποποιητικού) Διαδικαστικού Κανονισμού του 1995, που δημοσιεύτηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας στις 24.02.95, η διάκριση μεταξύ άκυρης και παράτυπης διαδικασίας καταργήθηκε και η μη συμμόρφωση, λόγω οποιασδήποτε πράξεως ή παραλείψεως, με τα προβλεπόμενα από τους Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς, αναφορικά με χρόνο, τόπο, τρόπο, τύπο, περιεχόμενο ή οτιδήποτε άλλο κατά την έναρξη ή την φερόμενη έναρξη οποιασδήποτε διαδικασίας, ή σε σχέση με αυτή, θα θεωρείται παρατυπία. Πέραν αυτού, με τη νέα Δ.64, παρέχεται η διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο διάσωσης της παράτυπης διαδικασίας στην κατάλληλη περίπτωση. Κατά συνέπεια θέση ότι μια έφεση είναι θνησιγενής όταν κανένας από τους λόγους της δεν είναι αιτιολογημένες και επομένως δεν είναι έγκυρη, καταργήθηκε με την τροποποίηση της Δ.64, αλλά η οποιαδήποτε παρατυπία θα πρέπει να θεραπεύεται. Η θεραπεία αυτή επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου η οποία θα πρέπει να ασκείται με φειδώ και η οποιαδήποτε παρέκκλιση από τους θεσμούς θα πρέπει να αντιμετωπίζεται έγκαιρα. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση στη λήψη διορθωτικών μέτρων, τόσο μεγαλύτερο είναι το βάρος που αναλαμβάνει ο αιτητής να πείσει το Δικαστήριο να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια προς όφελος του. (Βλ. μεταξύ άλλων Λοϊζου v. Χαραλάμπους άλλως Καρούσος και Άλλοι
(1996)ΑΑΔ 67, Κυπριακή Δημοκρατία v. Lion Insurance Agency Ltd
(1995)3 ΑΑΔ 338, Γιαννή v. Αναπληρωτή Εφόρου Μηχανοκινήτων Οχημάτων κ.ά.
(995)3 ΑΑΔ 334 και Θαλασσινός v. Δημοκρατίας (Αρ. 1)
(1995)3 ΑΑΔ 255). Είναι λοιπόν φανερό ότι σε περιπτώσεις που πριν την τροποποίηση της Δ.64 το δικαστήριο, με βάση τη νομολογία που ίσχυε τότε, ήταν υπόχρεο να καταλήξει ότι κάποια παράλειψη συμμόρφωσης με τους Θεσμούς οδηγούσε σε ακυρότητα, με τη νέα Δ.64 έχει διακριτική εξουσία να θεωρήσει τη μη συμμόρφωση ως απλή παρατυπία, που δεν οδηγεί κατ΄ανάγκη σε ακυρότητα.» Η αίτηση έχει ως νομική βάση και τη Διαταγή 48
(1)των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Θεσμών η οποία προνοεί τα ακόλουθα: «Κάθε αίτηση στον Πρωτοκολλητή θα πρέπει να είναι γραπτή και να αναφέρει την φύση της παράκλησης που γίνεται και να αναφέρεται στο ειδικό άρθρο του Νόμου ή τον ειδικό κανόνα του Δικαστηρίου που στηρίζεται. Αν η αίτηση στηρίζεται σε οποιαδήποτε γεγονότα που δεν υπάρχουν στα βιβλία ή τα πρακτικά του Δικαστηρίου, πρέπει να υποστηρίζεται από ένορκο δήλωση.» Επίσης στη Διαταγή 48
(4)Θ.Θ.
(1)και
(2)των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Θεσμών οι οποίοι προνοούν τα ακόλουθα: «Θ.4
(1)Αν πρόσωπο προς το οποίο επιδίδεται αίτηση προτίθεται να ενστεί, τουλάχιστο δύο ημέρες πριν από την ημερομηνία κατά την οποία ορίζεται η αίτηση για πρώτη εμφάνιση, θα καταχωρεί ειδοποίηση αυτής της πρόθεσης του σύμφωνα με τον Τύπο 47 και θα αφήνει αντίγραφο της για τον Αιτητή στη διεύθυνση επίδοσης του. Η ειδοποίηση αυτή θα αναφέρεται στο συγκεκριμένο άρθρο του Νόμου ή στους συγκεκριμένους Διαδικαστικούς Κανονισμούς στους οποίους βασίζεται η ένσταση και θα εξειδικεύει τους συγκεκριμένους λόγους της ένστασης. Οποιαδήποτε γεγονότα στα οποία στηρίζεται η ένσταση τα οποία δεν είναι εμφανή από το φάκελο της διαδικασίας θα αναφέρονται σε μια ή περισσότερες ένορκες δηλώσεις οι οποίες θα συνοδεύουν την ειδοποίηση. Αντίγραφα αυτών των ενόρκων δηλώσεων θα αφήνονται στον Αιτητή μαζί με την ειδοποίηση.» «Θ.4
(2)Το Δικαστήριο ή ο Δικαστής, μετά από αίτηση ή προφορικό αίτημα, μπορεί, για καλό λόγο, να επιτρέψει την καταχώρηση συμπληρωματικών ένορκων δηλώσεων. Η ακρόαση αίτησης διεξάγεται στη βάση των γεγονότων που αναφέρονται στην αίτηση ή στις ένορκες δηλώσεις τηρουμένης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από τη Διαταγή 39.» Διεξήλθα τους λόγους ένστασης που προβλήθηκαν στην αρχική ειδοποίηση περί προθέσεως ενστάσεως των αιτητών. Παρατηρώ ότι ο πρώτος λόγος που προβάλλεται είναι η πλήρης άρνηση του περιεχομένου της ένορκης δήλωσης της κας Παριάνας Δημητρίου η οποία υποστηρίζει την αίτηση. Στη συνέχεια γίνεται μια πιο εξειδικευμένη άρνηση κάποιων όμως από τους ισχυρισμούς που προβάλλονται σε συγκεκριμένες παραγράφους της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την αίτηση όπου προβάλλεται ότι αυτοί είναι άσχετοι με το αίτημα και αντιπαραβάλλονται κάποιοι θετικοί ισχυρισμοί προς αντίκρουση των όσων υποστηρίζονται στην αίτηση. Τώρα οι αιτητές με την παρούσα αίτηση τους ζητούν την άδεια του Δικαστηρίου να προσθέσουν λόγους ένστασης τους οποίους θα υποστηρίζει με συμπληρωματική ένορκη δήλωση η κα Κονναρή παραδεχόμενοι ότι οι προβληθέντες παρέμειναν κατά την άποψη τους εκ παραδρομής ημιτελείς. Αναγάγουν το ζήτημα σε παρατυπία η οποία μπορεί να διορθωθεί για σκοπούς απονομής της δικαιοσύνης. Στο αιτητικό βέβαια της αίτησης αιτούνται διαζευκτικά διάταγμα για άδεια καταχώρησης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Από τον κ. Α. Ποιητή έγινε παραπομπή σε πρόσφατη προγενέστερη δική μου απόφαση στην υπόθεση Sun Sea (SS) Developers Ltd κ.α. v. Ανδρέα Γρηγορίου κ.α. (Αρ. Αγωγής 1612/2007 ημερ.
  1. 10.2015 όπου επέτρεψα την τροποποίηση αίτησης με την προσθήκη της λέξης «επιβάρυνση» στο αιτητικό της. Η πιο πάνω υπόθεση σχολιάζεται και από πλευράς των καθ΄ων η αίτηση στην παρούσα την οποία επισυνάπτουν ως Παράρτημα 5 στην ένσταση τους. Θα συμφωνήσω με την άποψη τους ότι η πιο πάνω απόφαση διαφοροποιείται από την παρούσα. Εκεί επιτράπηκε η διόρθωση στη βάση της Διαταγής 64 και άρση της παρατυπίας με την προσθήκη της πιο πάνω λέξης όπως καθοριζόταν στην ίδια την αίτηση και καθώς είχε διαπιστωθεί ότι η μη συμπερίληψη στο αιτητικό της αίτησης της συγκεκριμένης λέξης δεν παρείχε πλέον καμιά αιτιολογική βάση στην αίτηση εφόσον η έκδοση επιβαρυντικού διατάγματος ήταν απαραίτητη προϋπόθεση για την επιτυχία της αίτησης. Στην παρούσα όμως υπόθεση επιδιώκεται η προσθήκη σειράς λόγων ένστασης όπως αυτοί αναφέρονται στο δείγμα της ένορκης δήλωσης για την οποία επιδιώκεται να εξασφαλιστεί άδεια για καταχώρηση της. Καμιά αναφορά γι΄αυτούς τους λόγους δεν γίνεται στο ίδιο το σώμα της αίτησης και στην ένορκη δήλωση που την υποστηρίζει, απλά γίνεται παραπομπή στα όσα αναφέρονται στο δείγμα που επισυνάπτεται ως Τεκμήριο
  2. Μετά τα πιο πάνω, κατά την άποψη μου δεν μπορεί να επιζητείται η προσθήκη λόγων ένστασης με την επίκληση της Δ.
  3. Η αίτηση ως προς το αιτητικό
(1), λαμβάνοντας υπόψη ότι επιδιώκεται να εισαχθούν ως επιπρόσθετοι λόγοι ένστασης σειρά ισχυρισμών που συμπεριλαμβάνονται στο δείγμα (Τεκμ.1) της ένορκης δήλωσης της κας Κονναρή δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό. Πρόκειται περί αίτησης τροποποίησης και όχι αίτησης για άρση παρατυπίας που αφορά υποχρέωση με βάση τους θεσμού. Επομένως οι πρόνοιες της Δ.64
(1)οι οποίες αποσκοπούν στην άρση παρατηρούμενης παρατυπίας και όχι προσθήκης λόγων ένστασης, όπως επιχειρείται στην προκείμενη περίπτωση, δεν μπορεί να χρησιμοποιείται ως η ορθή νομική βάση για μια αίτηση της φύσης αυτής. Θα συμφωνήσω με την πλευρά των καθ΄ων η αίτηση ότι αυτή θα έπρεπε να είχε ως νομική της βάση την Δ.25 Θ. 5 η οποία προνοεί τα ακόλουθα: «The Court or a Judge may at any time, and on such terms as to costs or otherwise as the Court or Judge may think just, amend any defect or error in any proceedings, and all necessary amendments shall be made for the purpose of determining the real question or issue raised by, or depending on the proceedings» και σε μετάφραση «Το Δικαστήριο μπορεί σε οποιοδήποτε χρόνο και με τέτοιους όρους ως προς τα έξοδα ή άλλως ως θα έκρινε δίκαιο, να τροποποιήσει οποιοδήποτε ελάττωμα ή λάθος σε οποιαδήποτε διαδικασία, όλες δε οι αναγκαίες τροποποιήσεις θα πρέπει να γίνονται με σκοπό τον καθορισμό του πραγματικού ζητήματος ή επίδικου θέματος, το οποίο εγείρεται με ή εξαρτάται από τη διαδικασία.» Η Διαταγή αυτή δεν αφορά μόνο τροποποίηση δικογράφων αλλά εφαρμόζεται σε κάθε διαδικασία και επομένως και στις αιτήσεις. Αυτή είναι η άποψη που εκφράστηκε και στην υπόθεση Μιχαλάκη Μιχαήλ v. Filiton (Tradition) Company Ltd Αρ. Αγ. 4894/07 Ε.Δ. Λεμεσού ημερ. 30.09.2008 από την Τ.Ψαρά - Μιλτιάδου, Π.Ε.Δ. (όπως ήταν τότε), με την οποία και συμφωνώ. Στην υπόθεση Πετρίχου v. Αντζολέττας Χ¨ Ιωσήφ
(1998)1 ΑΑΔ 81 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Η νέα Δ.64 δεν αποτελεί πανάκεια στη μη συμμόρφωση με τους κανονισμούς. Δεν έχει σκοπό δηλαδή να τους καταργήσει. Οι κανονισμοί πρέπει να τηρούνται. Η Δ.64 δημιουργεί ένα ένδικο μέσο, το οποίο μπορεί να χρησιμοποιήσει ο αιτών για να θεραπεύσει παρατυπίες στη διαδικασία εφόσον είναι θεραπεύσιμες. Στην προκείμενη περίπτωση δεν είναι, όπως ορθά αναφέρει ο πρωτόδικος δικαστής. (Δες: Παναγιώτης Γεωργίου (Catering) Λτδ v. Κυπριακής Δημοκρατίας κ.ά.
(1996)3 Α.Α.Δ. 323.)» Τα πιο πάνω επαναλήφθηκαν και στην Οικονομίδου v. Φλουρέντζος Χριστοδούλου και Υιοί Λιμιτεδ
(2005)1 (Β) ΑΑΔ 1157. Τέλος, παραπέμπω και στην υπόθεση Dora Holdings Ltd κ.ά. v. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Αρ.1)
(2010)1 ΑΑΔ 649 όπου το ζήτημα που είχε αποφασιστεί ήταν ακριβώς η μη συμπερίληψη στη νομική βάση της αίτησης της Δ.35, καν.8 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Κανονισμών ως θα έπρεπε και όπου η παράλειψη των εφεσειόντων να ενεργήσουν δεόντως ώστε με το κατάλληλο δικονομικό μέτρο να επιδιώξουν τη διόρθωση της παρατυπίας και να θέσουν την επίδικη αίτηση στην ορθή νομική της βάση, οδήγησε αναπόφευκτα στην απόρριψη της αίτησης. Θα προχωρήσω όμως και θα εξετάσω την αίτηση μόνο ως προς τη δυνατότητα να επιτραπεί στους αιτητές να καταχωρήσουν συμπληρωματική ένορκη δήλωση προς απάντηση ισχυρισμών που προβάλλονται στην ένορκη δήλωση με την οποία υποστηρίζεται η αίτηση σύμφωνα με το αιτητικό
(2)αυτής. Η Δ.48 Θ. 4
(2)επιτρέπει πράγματι αυτή τη δυνατότητα. Θα πρέπει όμως ένας αιτητής να δείξει καλό λόγο γιατί θα πρέπει να του επιτραπεί να καταχωρήσει συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Ως τέτοιος προβάλλεται το γεγονός ότι έγινε αντιληπτό από τον δικηγόρο που χειρίζεται την υπόθεση, κατά την ετοιμασία της αγόρευσης, ότι η ένορκη δήλωση όσο και η ένσταση παρέμειναν ημιτελείς. Παρόλο ότι δεν διατυπώνεται ρητά, εντούτοις είναι εμφανές ότι το ζήτημα ανάγεται όπως γίνεται παραδοχή στην αγόρευση σε παραδρομή η οποία συνέβη κατά την ετοιμασία της ένορκης δήλωσης που συνόδευε την ένσταση. Το ζήτημα είναι αν η πιο πάνω παραδοχή περί παραδρομής θα μπορούσε να συνιστά καλό λόγο για να επιτραπεί η καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης με το περιεχόμενο που προτείνεται. Λαμβάνοντας υπόψη το περιεχόμενο της αρχικής ένορκης δήλωσης όπου γίνεται στην παρ. 3 πλήρης άρνηση του περιεχομένου της ένορκης δήλωσης η οποία υποστηρίζει την αίτηση, οδηγούμαι στο συμπέρασμα ότι η παροχή άδειας για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης έτσι που να παρέχονται πλέον περισσότερες λεπτομέρειες περί της άρνησης και των υπόλοιπων ισχυρισμών των αιτητών στην αρχική αίτηση, συνιστούν καλό λόγο για να εγκριθεί το αίτημα. Κρίνω ότι σε καμιά περίπτωση η επιδίωξη αυτή μπορεί να αναχθεί σε κακοπιστία εκ μέρους των αιτητών αλλά μπορεί να αποδοθεί σε καλόπιστο λάθος. Δεν παρατηρείται επίσης υπέρμετρη καθυστέρηση. Μόλις έγινε αντιληπτή η ανάγκη καταχώρησης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης έγινε το παρόν διάβημα και αυτό πριν την ημερομηνία που ήταν ορισμένη η αίτηση για ακρόαση. Από την άλλη, δεν διαβλέπω την πρόκληση οποιασδήποτε βλάβης στους αιτητές στην αρχική αίτηση αν εγκρινόταν το αίτημα και επιτρεπόταν η καταχώρηση της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Στην παρ. 1 της ειδοποίησης ένστασης, όπου εκτίθενται οι λόγοι ένστασης, καταγράφεται η πλήρης άρνηση του περιεχομένου της ένορκης δήλωσης της κας Παριάνας Δημητρίου η οποία υποστηρίζει την αίτηση, καλύπτει κατά την άποψη μου και ό,τι επιχειρείται να εισαχθεί υπό μορφή συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης ισχυρισμοί δηλαδή προς υποστήριξη και εξειδίκευση των λόγων ένστασης. Τυχόν απόρριψη του αιτήματος ενδεχομένως να επιφέρει ζημιά στους αιτητές, η οποία να μη μπορεί να διορθωθεί με άλλο τρόπο. Κρίνω ότι μια τέτοια παράλειψη θα μπορούσε να συνιστούσε καλό λόγο στην έννοια του πιο πάνω Κανονισμού ο οποίος επιτρέπει τη καταχώρηση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων καθώς το συμφέρον για την απονομή δικαιοσύνης είναι στοιχείο το οποίο πάντοτε θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη. Επομένως ο σχετικός λόγος ένστασης απορρίπτεται. Σε σχέση με τους λόγους ένστασης 8, 9 και 11 ότι δεν αναφέρεται στην αίτηση ότι υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση οποιουδήποτε προσώπου ή ότι δεν υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση ή ότι το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης δεν έχει καθοριστεί με οποιονδήποτε τρόπο, το γεγονός ότι πράγματι η αίτηση υποστηρίζεται από τέτοια ένορκη δήλωση διορθώνει κάθε παράλειψη αναφοράς επί της ίδιας της αίτησης περί της υποστήριξης της από ένορκη δήλωση και το περιεχόμενο της είναι τέτοιο που καλύπτει και τους υπόλοιπους λόγους ένστασης. Επομένως και αυτοί οι λόγοι ένστασης δεν έχουν έρεισμα και απορρίπτονται. Σε σχέση με τον λόγο ένστασης 10 ότι δεν καθορίζεται στην αίτηση το περιεχόμενο της προτεινόμενης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης παρατηρώ ότι σε αυτή καθορίζεται τι προτείνεται να προστεθεί συμπληρωματικά. Κατά συνέπεια θα επιτρέψω την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης εκ μέρους των αιτητών από την κα Κονναρή σύμφωνα με το δείγμα (Τεκμ.1), το οποίο επισυνάπτεται στην αίτηση. Η αίτηση εγκρίνεται ως προς το αιτητικό
(2)αυτής το οποίο καλύπτεται όπως έχω προαναφέρει από τη νομική βάση της αίτησης η οποία συμπεριλαμβάνει και τη Δ.48 Θ.Θ. 1 - 4 και επομένως δεν συντρέχει ο σχετικός λόγος ένστασης. Καταλήγω να εγκρίνω την αίτηση ως προς το δεύτερο σκέλος της ήτοι την επίτρεψη καταχώρησης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης όπως αυτή προτείνεται ως το Τεκμήριο 1 που συνοδεύει την αίτηση. Ο κανόνας ως προς την κατάλληλη διαταγή για τα έξοδα είναι όπως αυτά επιδικάζονται υπέρ του επιτυχόντος διαδίκου. Στην προκείμενη όμως περίπτωση ενόψει της φύσης της αίτησης αλλά τελικά και της μερικής επιτυχίας της, κρίνω ότι η πρέπουσα υπό τις περιστάσεις διαταγή θα ήταν να μην εκδώσω καμιά διαταγή ως προς τα έξοδα. (Υπ.)............................................... Χρήστος Γ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.