← Κύπρος

DE.ZO. Constructions & Developers Ltd ν. Άννα Χρίστου, Αρ. Αγωγής: 1517/12, 11/3/2016

DE.ZO. Constructions & Developers Ltd ν. Άννα Χρίστου, Αρ. Αγωγής: 1517/12, 11/3/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2016:A41 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Ταλαρίδου - Κοντοπούλου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1517/12 Μεταξύ: DE.ZO. Constructions & Developers Ltd(Η.Ε. 62746) Αιτητές και Άννα Χρίστου Καθ΄ ης η αίτηση Αίτηση ημερομηνίας 2/10/2015 ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 11 Μαρτίου 2016 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους Αιτητές: κ Μιχαηλίδης Για την καθ΄ ης η αίτηση: κ Γ. Κουμά Στις 25 Σεπτεμβρίου 2015 και ώρα 11.55 π.μ. το Δικαστήριο συνεδρίασε για την ακρόαση της αγωγής. Ο δικηγόρος των εναγομένων δεν εμφανίσθηκε καθόλου εκείνο το πρωινό, στις 12.00μ.μ φωνάχθηκε από το μεγάφωνο και επιβεβαιώθηκε η απουσία του, επίσης επιβεβαιώθηκε από το πρακτικό του Δικαστηρίου ότι ο δικηγόρος της εναγομένης ήταν παρών κατά την προηγούμενη δικάσιμο και άκουσε την ώρα και ημερομηνία της ακρόασης. Ενόψει των πιο πάνω αποφάσισα όπως προχωρήσω με ακρόαση της αγωγής ερήμην της εναγομένης. Ο ενάγοντας ορκίσθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου παρουσίασε την μαρτυρία του και ως εκ τούτου εκδόθηκε απόφαση στην απαίτηση εναντίον της εναγομένης για το ποσό των €6.2511.57 πλέον τόκοι καιν έξοδα και η ανταπαίτηση της εναγομένης απορρίφθηκε. Η παρούσα αίτηση καταχωρήθηκε στις 2 Οκτωβρίου

  1. Ο δικηγόρος που εκπροσωπεί την εναγομένη καταχώρησε ένορκη δήλωση της αίτησης με την οποία ισχυρίζεται ότι δεν σημείωσε την ημερομηνία ακρόασης και ως αποτέλεσμα αυτού δεν εμφανίσθηκε κατά την καθορισμένη ημερομηνία ακρόασης. Είναι θέση του ότι στις 29 Σεπτεμβρίου 2015 διαπίστωσε ότι δεν είχε σημειώσει την ημερομηνία ακρόασης της υπόθεσης και έτσι αποτάθηκε στο πρωτοκολλητείο να ενημερωθεί τι είχε γίνει η υπόθεση. Ανακάλυψε τότε ότι η απόφαση είχε εκδοθεί ερήμην της εναγομένης. Στην ένορκη δήλωση ισχυρίζεται ότι έχει καλή υπεράσπιση στην απαίτηση και ανταπαίτηση κατά των εναγόντων όμως δεν παρατίθενται συγκεκριμένα στοιχεία και γεγονότα για να καταδείξει αυτόν τον ισχυρισμό. Από το δικογραφικό φάκελο της υπόθεσης προκύπτει ότι η ημερομηνία ακρόασης της υπόθεσης είχε δοθεί από τις 8.5.2015 και ήταν παρών ο κ. Μιχαηλίδης εκείνη την ημέρα. Οι καθ' ων η αίτηση έχουν ενστεί στην αίτηση και έχουν παραθέσει όλο το ιστορικό της υπόθεσης για να καταδείξουν ότι η εναγομένη δεν έχει καλή υπεράσπιση αλλά και ούτε ανταπαίτηση στην αγωγή. Περαιτέρω ανέτρεξαν στα πρακτικά του Δικαστηρίου ημερομηνίας 25 Σεπτεμβρίου 2015 για να καταδείξουν ότι αμφισβητούν τα λεγόμενα του δικηγόρου σε σχέση με τους λόγους που προβάλει στην ένορκη δήλωση για μη εμφάνιση του εξαιτίας αβλεψίας. Το Δικαστήριο έχει την εξουσία να παραμερίσει απόφαση δυνάμει της Δ.33 Θ.
  2. " Any judgment obtained where one party does not appear at the trial may in a proper case be set aside by the Court upon such terms as may seem fit, upon an application made within fifteen days after the trial." Η εξουσία του Δικαστηρίου να παραμερίσει την εκδοθείσα απόφαση που προέκυψε από το γεγονός ότι ένας διάδικος παρέλειψε να εμφανισθεί στην δική είναι διακριτική. Όπως επισημάνθηκε από την απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση Θεμιστοκλή Χαραλαμπίδη ν. Ιακώβου Πέτρου,[1] στην περίπτωση που διάδικος παραλείψει να εμφανισθεί στο Δικαστήριο και εκδοθεί απόφαση εναντίον του η ορθή οδός για να παραμερισθεί η απόφαση είναι να αποταθεί ο διάδικος στο ίδιο το Δικαστήριο που είχε εκδώσει την απορριπτική απόφαση της αγωγής. Η δικαιοδοσία του Επαρχιακού Δικαστηρίου να παραμερίσει την απόφαση υπάρχει μόνο όταν το Δικαστήριο έχει απορρίψει την αγωγή χωρίς να επιληφθεί την ουσίας της αγωγής και χωρίς να ακούσει τον άλλο διάδικο σε σχέση με οποιοδήποτε ζήτημα που εγείρεται στην αγωγή. ( Βλ. Hession v. Jones [2]). Έφεση μπορεί να καταχωρηθεί μόνο μετά από απόρριψη αίτησης για παραμερισμό της απόφασης από το Επαρχιακό Δικαστήριο. Η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Mesolongitis v. Koutas καθόρισε με σαφήνεια ποια ήταν τα όρια και έκταση της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου με βάση την Δ.33 να αποκαταστήσει αγωγή που είχε απορριφθεί. Στην υπόθεση Mesolongitis ο ενάγοντας δεν είχε προσέλθει στο Δικαστήριο για να μαρτυρήσει στην αγωγή διότι δεν είχε ειδοποιηθεί έγκαιρα από τον δικηγόρο του. Το αποτέλεσμα ήταν να απορριφθεί η αγωγή λόγω μη προώθησης της. Ο ενάγοντας καταχώρησε αίτηση παραμερισμού της απόφασης στο Επαρχιακό Δικαστήριο. Το Επαρχιακό Δικαστήριο πείσθηκε ότι η απουσία του κατά την ακρόαση δεν ήταν λόγω αδιαφορίας αλλά λόγω συνθηκών που ήταν εκτός του ελέγχου του ενάγοντα. Ως εκ τούτου επαναφέρθηκε η αγωγή στον κατάλογο υποθέσεων που εκκρεμούσαν ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου. Επομένως, ο παραμερισμός της απόφασης στην παρούσα περίπτωση θα μπορούσε να επιτευχθεί μόνο με αίτηση παραμερισμού με βάση την Δ.
  3. Ο ρόλος του Δικαστηρίου είναι να εξετάσει κατά πόσο συντρέχουν οι κατάλληλες συνθήκες που να δικαιολογούν τον παραμερισμό της απόφασης και που να επιτρέπουν την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου υπέρ της έκδοσης διαταγής για τον παραμερισμό της απόφασης. Η αντίστοιχη αγγλική διάταξη της Δ.33 θ.5 είναι το O. 36 r.
  4. Σύμφωνα με το Annual Practice Book 1958 σελ. 831 η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου να παραμερίσει απόφαση λόγω παράλειψης ενός των διαδίκων να εμφανιστεί στην δίκη πρέπει να ασκείται μόνο όταν συντρέχουν ειδικές περιστάσεις. Δεν μπορεί ένας διάδικος να παραλείψει να εμφανισθεί στην δίκη και να περιμένει ότι το Δικαστήριο θα τον αντιμετωπίσει ευνοϊκά εκτός εάν η μη εμφάνιση του είναι δικαιολογημένη. Στην υπόθεση Burgoine v. Taylor[3] το Δικαστήριο αρνήθηκε να επαναφέρει αγωγή που απορρίφθηκε λόγω παράλειψης του ενάγοντα να εμφανισθεί κατά την ακρόαση της αγωγής. Ο δικηγόρος του ενάγοντα έκανε λάθος και δεν είχε προσέξει ότι η αγωγή είχε ορισθεί για ακρόαση και μεταφερθεί σε άλλο Δικαστήριο με αποτέλεσμα να μην εμφανισθεί στο Δικαστήριο. Παρά του γεγονότος ότι η εμφάνιση οφειλόταν αποκλειστικά σε σφάλμα του δικηγόρου του ενάγοντα, το Δικαστήριο θεώρησε ότι δεν θα ήταν ορθό κάθε φορά που ο δικηγόρος κάνει λάθος στον χειρισμό της υπόθεσης να το επικαλείται ο διάδικος ως δικαιολογία και να παραμερίζεται η απόφαση. Περαιτέρω, το Δικαστήριο επεσήμανε ότι σε τέτοια περίπτωση ο διάδικος είχε θεραπεία, ήτοι να κινήσει αγωγή εναντίον του δικηγόρου του για αμέλεια. " I am asked to set aside this judgment on the simple ground that the defendant's solicitor and his clerk were so negligent that they did not know of the order of transfer or that the action had come on the list for trial.If I were to accede to the application the result would be that a solicitor who asked to have a judgment obtained his client in default of appearance at the trial, set aside , would only have to show that he himself had been guilt of gross negligence . I do not think it right to encourage negligence to that extent." Η ίδια προσέγγιση υιοθετείται και από τα Κυπριακά Δικαστήρια. Αναγνωρίζεται μεν τον δικαίωμα κάθε διαδίκου να ακουσθεί και να δικασθεί από το Δικαστήριο σε σχέση με την ουσία της υπόθεσης με βάση το άρθρο 30.3 του Συντάγματος όμως αυτό το δικαίωμα δεν είναι απόλυτο και χωρίς αναφορά στον εύλογο χρόνο που δίδεται σε κάθε διάδικο για να προωθήσει την υπόθεση του. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Ibrahim v. Piller Enteprises Ltd.[4] αυτό που εξετάζεται από το Δικαστήριο για να διαπιστώσει εάν έχουν κατοχυρωθεί τα δικαιώματα του διαδίκου με βάση το άρθρο 30.3 του Συντάγματος είναι κατά πόσο, λαμβάνοντας υπόψη όλες τις συνθήκες και γεγονότα, το Δικαστήριο παρείχε λογική ευκαιρία στο διάδικο να θέσει την υπόθεση του. Ακόμη στην υπόθεση Κυριάκου Πέτρου ν. Διευθυντή Κτηματολογίου Λεμεσού[5] το Εφετείο τόνισε ότι η αμέλεια του Δικηγόρου δεν μπορεί να αποτελέσει δικαιολογία για τον διάδικο για να πετύχει αναγέννηση δικαστικών διαδικασιών. "Ο διάδικος δεν μπορεί κατά κανόνα να προβάλλει το λάθος, αμέλεια ή παράλειψη του δικηγόρου του για να πετυχαίνει την παράταση προθεσμιών ή την αναγέννηση δικαστικών διαδικασιών. Από τη συμμόρφωση προς τα χρονοδιαγράμματα αυτά εξαρτάται η απρόσκοπτη απονομή της δικαιοσύνης και συνακόλουθα το κύρος της. Διαφορετική αντιμετώπιση θα δημιουργήσει επικίνδυνα ρήγματα στην απονομή της δικαιοσύνης." Στην αγγλική υπόθεση Robinson v Chadwick[6] το Δικαστήριο απέρριψε αγωγή λόγω παράλειψης της εμφάνισης του ενάγοντα και κατά την ημερομηνία της δίκης. Διά να δικαιολογήσει την απόφαση του αυτή έλαβε σοβαρά υπόψη του το γεγονός ότι η αγωγή είχε αναβληθεί προηγουμένως ως επίσης το γεγονός ότι ο δικηγόρος του ενάγοντα δεν είχε αποταθεί πριν την ημερομηνία ακρόασης για αναβολή. Δεν δέχθηκε να ακούσει μαρτυρία ιατρού ο οποίος είχε παρουσιαστεί για να εξηγήσει ότι ο ενάγοντας απουσίαζε για λόγους υγείας. Η πιο πάνω νομολογία δείχνει ότι η παρουσία του διαδίκου κατά την ημερομηνία ακρόασης δεν είναι θέμα ευκολίας ή άνεσης του διαδίκου. Εάν το Δικαστήριο διαπιστώσει ότι η μη εμφάνιση δεν είναι δικαιολογημένη τότε αυτός που έχει επιδείξει αδιαφορία προς την δικαστική διαδικασία θα χάσει το δικαίωμα σε δίκη που του παρέχεται από το Σύνταγμα. Σύμφωνα με το Annual Practice Book 1958 η αίτηση παραμερισμού που βασίζεται στην Δ.33 (αντίστοιχη αγγλική διάταξη O.36) συνήθως δεν συνοδεύεται από ένορκη δήλωση εις την οποία να εκτίθεται η ουσία της αγωγής .( Affidavit on the merits) "Application on the merits is not as a rule required in the case under O. 36 r. 33 but the judge may require such an affidavit if he thinks it necessary" Η ουσία της υπόθεσης είναι γνωστή στο Δικαστήριο κατά την ημερομηνία που είναι ορισμένη η υπόθεση για ακρόαση διότι τα δικόγραφα έχουν συμπληρωθεί. Επομένως, το έργο του Δικαστηρίου σε αίτηση για παραμερισμού της απόφασης είναι να διαπιστώσει κατά κύριο λόγο πόσο η μη εμφάνιση του διαδίκου στο Δικαστήριο την ημέρα της ακρόασης, για να προωθήσει την υπόθεση του, είναι δικαιολογημένη υπό τις περιστάσεις. Όμως δύναται το Δικαστήριο να λάβει υπόψη και κατά πόσο η εναγόμενη έχει αποδείξει ότι έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή. Η εναγομένη έχει το βάρος να αποδείξει ότι έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή. Να σημειωθεί ότι η εναγομένη δεν είναι ανάγκη να αποδείξει την αλήθεια των γεγονότων που περιέχονται στην ένορκη του δήλωση προς υποστήριξη της αίτησης παραμερισμού τα οποία θεμελιώνουν το πραγματικό υπόβαθρο της αίτησης περί της ύπαρξης καλής υπεράσπισης. Αυτό που θα πρέπει να αποδείξει η εναγομένη είναι ότι τα γεγονότα πού περιέχονται στην ένορκη δήλωση του δικηγόρου που εάν ήταν αλήθεια θα αποτελούσαν καλή υπεράσπιση στην αγωγή. Όπως έχει λεχθεί στην υπόθεση Λευκίδου ν. Αρίστου Κανναουρίδη[7], δια να αποδειχθεί η ύπαρξη καλής υπεράσπισης στην αγωγή σε αίτηση παραμερισμού της απόφασης δεν απαιτείται η απόδειξη της αλήθειας των ισχυρισμών με τον τρόπο που αντιμετωπίζεται η απόδειξη γεγονότων σε ενδιάμεσες αιτήσεις με βάση των προνοιών της Δ.48 θ.4 των Διαδικαστικών Κανονισμών της Πολιτικής Δικονομίας. Ο σκοπός της αίτησης παραμερισμού δεν είναι για να εκδικασθεί η ουσία της αγωγής επί των γεγονότων και να γίνει αξιολόγηση της μαρτυρίας αλλά να εξετάσει το Δικαστήριο κατά πόσο υπάρχουν ισχυρισμοί που βασίζονται σε κάποια γεγονότα που αποτελούν υπεράσπιση στην αγωγή. Είναι γι' αυτό τον λόγο που τα γεγονότα αυτά δεν είναι ανάγκη να αποδειχθούν για την αλήθεια των. Η νομολογία σε σχέση με την Δ.48 θ.4 που παραθέσαμε αφορά κάθε ενδιάμεση αίτηση, σε σχέση με γεγονότα τα οποία πρέπει να αποδεικνύονται. Δεν τέμνεται με την Evans v. Bartland και την Κυπριακή νομολογία ως προς τις αρχές που διέπουν το παραμερισμό απόφασης. Δεν επιβάλλει την απόδειξη γεγονότων που δεν χρειάζεται να αποδειχτούν. Όμως σε σχέση με τους λόγους μη εμφάνισης του εναγόμενου στην αγωγή είναι ανάγκη να αποδειχθούν τα γεγονότα που υποστηρίζουν την αίτηση του. Τούτου λέχθηκε με σαφήνεια στην υπόθεση Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Τράπεζα Κύπρου Λτδ. ν Μιχαήλ 1 ΑΑΔ 1044

(2003). Λέχθηκε ότι εάν το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε καταλήξει σε θετικό εύρημα ότι ο εναγόμενος δεν είχε λάβει γνώση της αγωγής τότε έχει δικαίωμα παραμερισμού της απόφασης για να προβάλει την υπεράσπιση του. Σε εκείνη την περίπτωση ο εναγόμενος ανέφερε ότι έγινε επίδοση στην σύζυγο του με την οποία ήταν σε διάσταση και δεν επικοινωνούσαν. Ο τρόπος με τον οποίο θα μπορούσε να αποδειχθεί αυτό το γεγονός είναι με το συνηθισμένο τρόπο απόδειξης γεγονότων σε ενδιάμεσες αιτήσεις με βάση την Δ.
  1. Όπως έχει λεχθεί στην απόφαση Luis Vuitton v. Δερμοσακ Λτδ.[8] η μαρτυρία η οποία υποστηρίζει την αίτηση παρέχεται με ένορκη δήλωση, όπως προβλέπεται στη Δ.
  2. Όταν υπάρχει διάσταση των γεγονότων μεταξύ των γεγονότων της ένορκης δήλωσης της αίτησης και της έντασης αυτά τα γεγονότα πρέπει να αποδειχθούν και ο αιτητής έχει το βάρος αποδείξεως. "Εφόσον αμφισβητούνται τα γεγονότα τα οποία στοιχειοθετούν την αίτηση, επιβάλλεται η απόδειξη τους από τον διάδικο που έχει το βάρος απόδειξης, όπως ορίζεται στη Δ.48 θ.4." Στην υπόθεση Λευκίδου [9] υποδείχθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο ότι τα γεγονότα που αφορούν τον λόγω μη εμφάνισης του εναγόμενου θα πρέπει να αποδειχθούν σε αίτηση για παραμερισμό της απόφασης από τον αιτητή. "Με προσδιορισμό το βάρος απόδειξης, ορισμένου γεγονότος, εφάρμοσαν την Δ.48 θ.4 αναφορικά με τη μέθοδο της απόδειξης του. Η νομολογία σε σχέση με τη Δ.48 θ.4 που παραθέσαμε αφορά σε κάθε ενδιάμεση αίτηση, σε σχέση με γεγονότα τα οποία πρέπει να αποδεικνύονται. Δεν επιβάλλει την απόδειξη γεγονότων που δεν χρειάζεται να αποδειχθούν. Εφαρμόζεται όμως και σε περιπτώσεις αιτήσεων για παραμερισμό, σε σχέση με γεγονότα τα οποία, στη βάση των αρχών της Evans v. Bartlam[10] πρέπει να αποδειχτούν. Όπως για παράδειγμα μπορεί να είναι οι λόγοι μη εμφάνισης ή της όποιας καθυστέρησης." Από το απόσπασμα της απόφασης Evans v. Bartlam πιο πάνω η οποία αναφέρει ότι τα γεγονότα θα πρέπει να διαπιστωθούν (ascertained facts) διά να καταλήξει το Δικαστήριο σε συμπέρασμα με τον λόγο μη εμφάνισης στην αγωγή είναι φανερό ότι το ζήτημα αυτό θα πρέπει να αποδειχθεί μέσα στα πλαίσια αυτής της αίτησης με βάση τις πραγματικές παραστάσεις της κάθε πλευράς όπως προκύπτουν από τις ένορκες δηλώσεις. Σημειώνω ότι η εναγομένη έχει αποτύχει παταγωδώς να αποδείξει με στοιχεία και γεγονότα την ύπαρξη καλής υπεράσπισης στην αγωγή. Με την αίτηση της η εναγόμενη δεν έχει καταδείξει γεγονότα και στοιχεία περί της ύπαρξης καλής υπεράσπισης στην αγωγή. Παραπέμπει μόνο σε προσπάθεια της η διαφορά να παραπεμφθεί σε διαιτησία πρόταση τελικά που δεν αποδέχθηκε η πλευρά των εναγόντων. Εκτός αυτής της αναφοράς στην παράγραφο 8 της Ένορκης δήλωσης προς υποστήριξη της αίτησης το συμπέρασμα του δικηγόρου περί της ύπαρξης καλής υπεράσπισης δεν τεκμηριώνεται. Σε αντίθεση με την αιτήτρια οι καθ' ων η αίτηση έχουν προσκομίσει ικανοποιητική μαρτυρία που να καταδεικνύει ότι η αιτήτρια στερείται υπεράσπισης. Στα πλαίσια της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την ένσταση αλλά και της μαρτυρίας που κατατέθηκε κατά την ακροαματική διαδικασία της υπόθεσης κατατέθηκε το συμβόλαιο που διέπει την συμφωνία των μερών σε σχέση με την κατασκευή του έργου. Όρος της συμφωνίας ήταν ότι με την έκδοση του τελικού πιστοποιητικό του επιβλέπον αρχιτέκτονα του έργου και την παρέλευση 14 ημερών από την έκδοση αυτού του πιστοποιητικού αυτό κατέστη αδιαμφισβήτητο και η εναγομένη άμεσα ήσαν υπόχρεα να πληρώσει το ποσό που έχει πιστοποιήσει ο αρχιτέκτονας. Ο αρχιτέκτονας πράγματι εξέδωσε τελικό πιστοποιητικό αλλά η εναγομένη έχει παραλείψει να πληρώσει το οφειλόμενο ποσό. Η εναγομένη έχει εν τω μεταξύ λάβει την κατοχή του κτιρίου και έχει ενοικιάσει προς τρίτους καταστήματα του κτιρίου. Αυτό έγινε το έτος
  3. Εφόσον δεν έχει καταδειχτεί ότι τα συγκεκριμένα γεγονότα που να πλαισιώνουν την θέση της εναγομένης ότι έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή και πρέπει να ακουσθεί δεν είναι κατάλληλη περίπτωση για παραμερισμό της απόφασης και απώλεια των δικαιωμάτων των εναγόντων που έχουν προκύψει από την αρχή της τελεσιδικίας. Ακόμη και με δεδομένη την θέση που προβάλει ο δικηγόρος στην ένορκη του δήλωση προκύπτει ότι ο λόγος μη εμφάνισης της εναγομένης κατά την ώρα και ημερομηνίας της ακρόασης είναι σοβαρή αμέλεια του δικηγόρου. Η υπόθεση ορίσθηκε για ακρόαση από τον Μάιο
  4. Δεν ενημέρωσε την πελάτιδα του για την ώρα και ημερομηνία της ακρόασης ως όφειλε να κάνει αλλά και ούτε σύμφωνα με την παραδοχή του ιδίου είχε καταγράψει πουθενά την ημερομηνία της ακρόασης. Στην συνέχεια για μήνες ολόκληρους δεν αποτάθηκε στο πρωτοκολλητείο για να ενημερωθεί ποια ήταν η ημερομηνία της ακρόασης αφού θέση του είναι ότι δεν την κατέγραψε στον φάκελο της υπόθεσης. Κατά σύμπτωση αποφάσισε να κοιτάξει τον φάκελο της υπόθεσης τέσσερεις ημέρες μετά την έκδοση της απόφασης για να ανακαλύψει ότι δεν υπήρχε στον φάκελο νέα ημερομηνία ακρόασης. Όμως για μήνες αδιαφόρησε για την υπόθεση της πελάτιδας του της οποίας όφειλε υποτίθεται να την διαχειρίζεται υπεύθυνα εκ μέρους της. Εάν αληθεύουν τα λεγόμενα του δικηγόρου της εναγομένης σημαίνει ότι στις 8.5.2015 φύλαξε τον φάκελο της υπόθεσης και έκτοτε δεν έκανε τίποτε σε σχέση με την υπόθεση όπως π.χ. να ενημερώσει τον πελάτη και μετά ξέχασε την ύπαρξη της υπόθεσης. Πρόκειται για περίπτωση σοβαρής αμέλειας εκ μέρους του δικηγόρου και όχι απλής αβλεψίας. Δεν παρέθεσε κανένα γεγονός στην ένορκη του δήλωση για να με πείσει ότι δικαιολογείται στην μη εκτέλεση των καθηκόντων του δηλαδή να προωθεί τις υποθέσεις των πελατών του και να τους ενημερώνει για το στάδιο στο οποίο βρίσκεται η υπόθεση τους ώστε να πεισθώ ότι το σφάλμα του οφείλεται σε αβλεψία και όχι αμελή εκτέλεση των καθηκόντων του. Δύσκολα μπορεί διάδικος να προβάλει την αμέλεια του δικηγόρου του ως λόγο για αναγέννηση δικαστικών διαδικασιών. Φαίνεται αυτό να επιτρέπεται σε ειδικές περιπτώσεις όπου το σφάλμα του δικηγόρου να μην είναι σοβαρό. Επί παραδείγματι στην υπόθεση Χόππη ν Ιωακώβου Παναγή 1 ΑΑΔ 435
(1993)το Εφετείο επέτρεψε την καταχώρηση έφεσης παρόλο που είχε παρέλθει ο χρόνος για καταχώρηση της έφεσης επειδή ο δικηγόρος είχε κάνει καλόπιστο λάθος κατά τον υπολογισμό του χρόνου της προθεσμίας της έφεσης. Επειδή το λάθος ήταν καλόπιστο και οφειλόταν σε λάθος υπολογισμό ολίγων ημερών επιτράπηκε η καταχώρηση της έφεσης παρά το σφάλμα του δικηγόρου. Όμως σε άλλες περιπτώσεις όπου η αμέλεια του δικηγόρου είναι σοβαρή και δείχνει μη υπεύθυνη στάση δεν φαίνεται να επικρατεί η ίδια προσέγγιση. Επί παραδείγματι στην υπόθεση Βασίλης Μιαρής ν. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ,[11] λέχθηκαν τα ακόλουθα από το Εφετείο ως γενικό προβληματισμό για το ζήτημα και χρήσιμη καθοδήγηση των Δικαστηρίων κατά την αξιολόγηση δεδομένων που αφορούν μη τήρηση των θεσμών που οφείλεται σε αμέλεια του Δικηγόρου. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι παραλείψεις και σφάλματα του δικηγόρου δεν μπορούν ποτέ να δικαιολογήσουν επαναφορά. Όπως προκύπτει από την υπόθεση Μανώλη v. Ελευθερίου
(2000)1 Α.Α.Δ. 2034, η επαναφορά μπορεί να επιτραπεί σε περιπτώσεις όπου αντικειμενικοί παράγοντες, αν και δεν απολήγουν σε «πέραν των δυνάμεων» κατάσταση, εν τούτοις απολήγουν σε τέτοια αποδυνάμωση του δικηγόρου που να μην μπορούσε να ανταποκριθεί σε ό,τι απαιτείτο. Η ρητή αναφορά στο σχετικό Κανονισμό 13 (ε) που έγινε με την τροποποίηση του 1998 στο κριτήριο «πέραν των δυνάμεων» ασφαλώς δεν επεδίωκε τον περιορισμό της προϋπάρχουσας και διαχρονικής βασικής αρχής ότι η επαναφορά επιτρέπεται μόνο όταν τούτο σαφώς απαιτείται από τη δικαιοσύνη του πράγματος, αλλά μάλλον να μεταφράσει την αυστηρότητα της αρχής εκείνης με αναφορά στη συμπεριφορά του διαδίκου ο οποίος ευθύνεται για την απόρριψη και ζητά την επαναφορά ώστε να αποφευχθεί κατάχρηση της δυνατότητας. Και τούτο εφ' όσον ούτε μπορούν να καταγραφούν εκ των προτέρων εξαντλητικά οι περιπτώσεις που θα επέτρεπαν ή δεν θα επέτρεπαν επαναφορά ούτε μπορεί να υπάρξει περιορισμός στη φαντασία της ζωής να διαμορφώνει ανθρώπινες σχέσεις και καταστάσεις. Τα δικαστήρια δεν μπορούν λοιπόν να αυτοδεσμευθούν σε οποιοδήποτε κανόνα που θα περιόριζε τη θεμελιακή τους υποχρέωση να διασφαλίσουν την ισορροπία μεταξύ αφ' ενός της ανάγκης συμμόρφωσης προς τις διαδικαστικές οδηγίες τους προς όφελος και της τελεσιδικίας και αφ' ετέρου του δικαιώματος του διαδίκου να ακουσθεί. Δεν είναι χωρίς προβληματισμό που η τελική μας απόκλιση στην ενώπιόν μας αίτηση είναι να επιτρέψουμε την επαναφορά. Στις υποθέσεις όπου το σφάλμα ή η παράλειψη του δικηγόρου δεν εκρίθη ικανό να δικαιολογήσει την επαναφορά, τα γεγονότα δεν απεκάλυπταν κάποια θεμελιακή ή ασυνήθη εξήγηση. Αυτή ήταν η περίπτωση στη Βαρδιάνος, στη Cyprus Import Corporation Ltd, στη Ρουβανιάς, όπως και στις άλλες αποφάσεις στις οποίες παραπέμπει η Εφεσίβλητη. Συχνά δε, υπήρχαν στοιχεία που έδειχναν ότι η προσπάθεια επαναφοράς δεν ήταν άσχετη με επιδίωξη καθυστέρησης της όλης υπόθεσης. Αν επιτρέπετο η επαναφορά υπό τοιαύτες συνθήκες, θα εξουδετερώνετο ουσιαστικά ο κανόνας αφού μεγάλη θα ήταν η ευχέρεια επίκλησης συνήθων παραλείψεων. Ακόμη στην υπόθεση Κυριάκου Πέτρου ν. Διευθυντή Κτηματολογίου Λεμεσού[12] το Εφετείο τόνισε ότι η αμέλεια του Δικηγόρου δεν μπορεί να αποτελέσει δικαιολογία για τον διάδικο για να πετύχει αναγέννηση δικαστικών διαδικασιών. "Ο διάδικος δεν μπορεί κατά κανόνα να προβάλλει το λάθος, αμέλεια ή παράλειψη του δικηγόρου του για να πετυχαίνει την παράταση προθεσμιών ή την αναγέννηση δικαστικών διαδικασιών. Από τη συμμόρφωση προς τα χρονοδιαγράμματα αυτά εξαρτάται η απρόσκοπτη απονομή της δικαιοσύνης και συνακόλουθα το κύρος της. Διαφορετική αντιμετώπιση θα δημιουργήσει επικίνδυνα ρήγματα στην απονομή της δικαιοσύνης." Στην παρούσα περίπτωση η απόφαση εκδόθηκε εναντίον της εναγομένης όχι επειδή συνέβηκε κάτι το απρόοπτο στον δικηγόρο του ή υπήρξε αμελής για λόγους που δικαιολογούνται αλλά ακατανόητα ξέχασε να εμφανιστεί επειδή ξέχασε για την ύπαρξη της υπόθεσης της εναγομένης στο γραφείο του από τον Μάιο 2015 μέχρι τον 29 Σεπτεμβρίου 2015. Δεν είναι δίκαιο να παραμεριστεί η απόφαση που εξασφάλισαν νόμιμα οι ενάγοντες και να αναγεννηθεί νέα διαδικασία της υπόθεσης όταν ο δικηγόρος δεν εμφανίσθηκε στην υπόθεση επειδή ξέχασε για την ύπαρξη της υπόθεσης της εναγομένης για πέντε μήνες με αποτέλεσμα να μην εμφανισθεί και μην ενημερώσει την πελάτιδα του ότι η υπόθεση ήταν ορισμένη για ακρόαση και έπρεπε να εμφανισθεί. Για τους λόγους που επεξηγούνται λεπτομερώς πιο πάνω αυτή δεν είναι περίπτωση υπό τις περιστάσεις για να ασκηθεί η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου υπέρ του παραμερισμού της απόφασης. Ο μόνος τρόπος να απονεμηθεί η δικαιοσύνη στην παρούσα περίπτωση είναι να δοθεί τέλος σ' αυτήν την διαφορά. Όπως έχει λεχθεί στην απόφαση Σολιάτης ν. Ανδρέα Χριστοδουλίδη[13] κάθε δικαστική διαδικασία πρέπει να έχει και ένα τέλος, παράταση της διαδικασίας μπορεί να δοθεί μόνο όταν διάδικος που ζητεί την παράταση έχει δώσει επαρκούς λόγους για να ασκηθεί υπέρ της παράτασης, η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου. " All adjudication like every piece of social engineering is a comprise between a number of desiderata .Disputes within society should be brought to an end as soon as it is reasonably practical and should not be allowed to drag festeringly on for an indefinite period. The plaintiff - respondent acquired a vested interest in the amount of the judgment judicially declared. We take the view that they should not be interfered with unless for good cause shown in the record and sufficient to move judicial discretion against him." Η εναγομένη δεν έχει δώσει επαρκής εξηγήσεις για την μη εμφάνιση της στο Δικαστήριο αλλά και ούτε γεγονότα που πλαισιώνουν το συμπέρασμα της για βάσιμη υπεράσπιση στην αγωγή. Δεν έχει τεθεί ενώπιον μου βάσιμος λόγος για να ασκήσω την διακριτική εξουσία υπέρ του παραμερισμού. Η αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται εναντίον της αιτήτριας - εναγομένης όπως αυτά υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή. Ν. Ταλαρίδου-Κοντοπούλου Ε.Δ. [1] Θεμιστοκλή Χαραλαμπίδη ν Ιακώβου Πέτρου , Πολτική Έφεση 11244, ημερ. 20 Δεκεμβρίου 2002 [2] [1914] 2 K.B. 421 [3] 1878 9 ch D1 [4] Πολιτική Εφεση 10721 ημερ. 17/7/00, αίτηση ημερ. 10/4/00 [5] Πολιτική Εφεση 10770 ημερ. 19/12/01 [6] 7 Ch.D. 880 [7] Πολιτική Εφεση 10015 ημερ. 26.4.99 [8] 1 ΑΑΔ 1454 ,1463
(1992)[9] Id at 1465 [10] [1937] AC473 [11] 1 ΑΑΔ 140
(2009)[12] Πολιτική Εφεση 10770 ημερ. 19/12/01 [13]
(1990)1 ΑΑΔ σελ. 116 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.