← Κύπρος

ROY PARR ν. JOHN MOORE κ.α., Αρ. Αγωγής: 862/15, 24/3/2016

ROY PARR ν. JOHN MOORE κ.α., Αρ. Αγωγής: 862/15, 24/3/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2016:A52 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Ταλαρίδου - Κοντοπούλου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 862/15 Μεταξύ: ROY PARR Ενάγοντος και JOHN MOORE FUTURE SPACE HEATING LIMITED Εναγομένων ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 24 Μαρτίου 2016 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τον Αιτητή: κ Λoϊζου Για καθ΄ ου αίτηση: κα Πασή Α Π Ο Φ Α Σ Η Mε την αίτηση ο ενάγοντας στην αγωγή ζητά την έκδοση των ακολούθων προσωρινών διαταγμάτων. Α. Διάταγμα το οποίο να απαγορεύει στους Εναγόμενους 1 και/ή 2 και/ή τους υπαλλήλους τους και/ή τους εκπροσώπους τους και/ή παν πρόσωπον έλκον εξ΄ αυτών δικαίωμα να πωλήσουν και/ή επιβαρύνουν και/ή μεταβιβάσουν και/ή αποξενώσουν και/ή να οικειοποιηθούν οποιαδήποτε κινητή ή ακίνητη περιουσία της Εναγόμενης 2 μέχρι ακροάσεως και/ή τελείας αποπερατώσεως της παρούσης αγωγής ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. Β. Διάταγμα με το οποίο να απαγορεύεται στους Εναγόμενους 1 και/ή και/ή τους υπαλλήλους τους και/ή τους εκπροσώπους τους και/ή παν πρόσωπον έλκον εξ΄ αυτών δικαίωμα να συνεχίσουν να εμπορεύονται και/ή να λειτουργούν και/ή να ανοίγουν το κατάστημα της Εναγόμενης 2 επί της οδού Πρωταρά - Κάβο Γκρέκο 298, Κατάστημα 3 και 4, Πρωταράς, Παραλίμνι μέχρι ακροάσεως και/ή τελείας αποπερατώσεως της παρούσης αγωγής ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. Γ. Διάταγμα με το οποίο να διατάσσονται οι Εναγόμενοι 1 και/ή 2 και/ή οι υπαλλήλοι τους και/ή οι εκπρόσωποι τους και/ή παν πρόσωπον έλκον εξ΄ αυτών δικαίωμα να αναστείλουν όλες τις λειτουργίες της Εναγόμενης 2 μέχρι ακροάσεως και/ή τελείας αποπερατώσεως της παρούσης αγωγής ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. Δ. Έξοδα της αίτησης πλέον ΦΠΑ. Η πραγματική βάση της αίτησης θεμελιώνεται στην ένορκη δήλωση του ενάγοντα Roy Parr. Ισχυρίζεται ότι έχει εγείρει την παρούσα αγωγή ως μέτοχος της εταιρείας αντιπροσωπεύοντας τα συμφέροντα της εναγομένης 2 εταιρείας εξαιτίας διαφορών που έχουν προκύψει με τον εναγόμενο

  1. Είναι θέση του ότι ο εναγόμενος 1 του εισηγήθηκε όπως κάνουν μία κοινή επιχείρηση στην Κύπρο εισαγωγής οχημάτων από το Ηνωμένο Βασίλειου και πώλησης τους στην Κύπρο. Πρόκειται για ένα συνεταιρισμό με μερίδιο του καθενός 50%. Βασιζόμενος στα λεγόμενα του εναγόμενου 1 προέβη σε διαφορά έξοδα μεταξύ άλλων και δαπάνη για την αγορά 4 οχημάτων από το Ηνωμένο Βασίλειο. Μετά από πάροδο λίγου χρόνου ο εναγόμενος ανέφερε ότι αυτή η επιχείρηση δεν ήταν συμφέρουσα και συμφώνησαν όπως πωλήσουν τα οχήματα. Εν τω μεταξύ ο ενάγοντας κατέβαλε και άλλα έξοδα για την φύλαξη αυτών των οχημάτων. Προέβη σε συμφωνία να γίνει άλλη επιχείρηση δηλαδή κατάστημα στο Παραλίμνι στο οποίο θα πωλούσε είδη θέρμανσης και άλλα ηλεκτρικά ήδη. Προς τον σκοπό αυτό έγινε σύσταση νέας εταιρείας στις 2.2.2015 με έδρα την Αγγλία στην οποία μέτοχοι θα ήταν οι ίδιοι με 50% ποσοστό. Όταν ο ενάγοντας ήρθε στην Κύπρο υπέγραψε έγγραφο το οποίο νόμιζε ότι ήταν ενοικιαστήριο έγγραφο αλλά αργότερα αντιλήφθηκε ότι δεν υπέγραψε ως ενοικιαστής του υποστατικού αλλά ως εγγυητής της συμφωνίας ενοικίασης. Ισχυρίζεται ότι πλήρωσε τα τιμολόγια που επισυνάπτονται στην αίτηση για την εισαγωγή εμπορευμάτων από Κίνα ενώ παραδέχεται ότι για τα τέλη εισαγωγής των εμπορευμάτων τα πλήρωσε ο εναγόμενος 1 με την συνεννόηση ότι θα τα αποπλήρωνε αργότερα. Ήταν με την εντύπωση ότι είχε καταβάλει ποσό στον εναγόμενο 1 ύψους ΛΚ450.00 Αγγλικές Στερλίνες όμως στην πραγματικότητα αυτά τα ποσά δεν στάλθηκαν στον εναγόμενο 1 έναντι των εξόδων για την λειτουργία της επιχείρησης. Απεκάλυψε ότι δεν ενημέρωσε τον εναγόμενο 1 ότι είχε πωλήσει τα οχήματα αλλά και ούτε ήταν σε θέση να καταβάλει το χρηματικό όφελος που είναι το μερίδιο του εναγόμενου 1 από την πώληση των οχημάτων. Όταν το ανακάλυψε ο εναγόμενος 1 ήταν θυμωμένος και ήθελε να διακόψει κάθε σχέση μεταξύ τους. Στις 31.10.15 όταν επέστεψε στην Κύπρο τον πληροφόρησε φίλος του ότι ο εναγόμενος 1 είχε τοποθετήσει εξωτερική κλειδωνιά στο κατάστημα και συμπέραινε ότι αυτό έγινε για να παρεμποδίσει πρόσβαση του ενάγοντα στο κατάστημα. Στην συνέχεια τοποθέτησε ο ίδιος δική του εξωτερική κλειδωνιά στο κατάστημα που ο εναγόμενος 1 έσπασε και απέκτησε και πάλι την κατοχή του καταστήματος. Ζήτησε μέσω του δικηγόρου του ο εναγόμενος 1 να μην διαθέτει σε τρίτους τα εμπορεύματα του καταστήματος διά πώληση των αντικειμένων. Στις 6.11.2015 διαπίστωσε ότι ο εναγόμενος πώλησε εμπορεύματα του καταστήματος. Στις 2.11.2015 ο εναγόμενος του κατέθεσε το ποσό των ΛΚ4000.00 Αγγλικών Λιρών στον λογαριασμό του. Είναι θέση του ενάγοντα ότι πλήρωσε για το ήμισυ των εμπορευμάτων του καταστήματος ως και επίσης το ποσό των ΛΚ4000.20 Αγγλικών Λιρών για την αγορά εμπορευμάτων για το κατάστημα ως και επίσης ΛΚ1720.00 Αγγλικές στερλίνες σε ώρες εργασίες για διαφήμιση της επιχείρησης. Αντικειμενική αξία των εμπορευμάτων είναι ΛΚ72.814 Αγγλικές λίρες. Θέση του εναγόμενου 1 που διατυπώνεται στην ένορκη του δήλωση προς υποστήριξη της ένστασης είναι ότι ήθελε να βοηθήσει τον ενάγοντα με την επιχείρηση εισαγωγής και πώλησης οχημάτων ώστε να αποκτήσει οικονομική σταθερότητα κάτι που δεν είχε ποτέ του. Για να τον βοηθήσει πλήρωσε τα έξοδα του ενάγοντα να μεταβεί στην Κύπρο. Για την πώληση των οχημάτων δεν πήρε κανένα ποσό χρημάτων ενώ γι' αυτά τα οχήματα και αυτός πλήρωσε το ποσό των 300.00 Αγγλικών Λιρών μηνιαίως για την φύλαξη τους στο υποστατικό κάποιου φίλου του Ενάγοντα. Αυτά τα αυτοκίνητα μετακινήθηκαν στην αυλή τρίτου φίλου του ενάγοντα επειδή o συγκεκριμένoς φίλος δεν ήθελε χρήματα για την ενοικίαση του χώρου φύλαξης των οχημάτων. Επιπρόσθετα αμφισβητεί ότι ο ενάγοντας πλήρωσε αλλά ποσά και έξοδα για τα οχήματα. Η εταιρεία που συστάθηκε στις 2.2.2015 ήταν για την επιχείρηση αγοράς των αυτοκινήτων και όχι για το κατάστημα στο Παραλίμνι. Η επιχείρηση με το κατάστημα στο Παραλίμνι δεν θα γινόταν μέσω της εναγομένης 2 αλλά ως συνεργάτες με την προσωπική τους ιδιότητα. Οι πληρωμές των τιμολογίων τεκμήρια γ.1 και γ.2 της αίτησης έγιναν από τον ενάγοντα και εναγόμενο 1 υπό την προσωπική τους ιδιότητα και δεν έγιναν πληρωμές των εμπορευμάτων μέσω της εναγομένης
  2. Αναφορικά με την δημιουργία ιστοσελίδας για το κατάστημα αυτό έγινε από τον υιό της φιλενάδας του ενάγοντα και πλήρωσε τον ενάγοντα για τα έξοδα αυτά 150 Αγγλικές λίρες. Για τα υπόλοιπα έξοδα διαφήμισης και πληροφόρησης πλήρωσε ο ίδιος τα έξοδα και όχι ο ενάγοντας. Ο εναγόμενος 1 πλήρωσε μόνος του τα τέλη και έξοδα εισαγωγής εμπορευμάτων από την Κίνα ως και επίσης αληθεύει ότι ζήτησε το ποσό των 450 αγγλικών λιρών για την διαφημιστική πινακίδα αλλά ο ενάγοντας ουδέποτε έμβασε το ποσό. Αντιλήφθηκε ότι αυτός κατέβαλε όλα τα έξοδα για την λειτουργία της επιχείρησης αλλά και αντιλήφθηκε ότι ο ενάγοντας δεν του έλεγε την αλήθεια για την πώληση των οχημάτων. Η μόνη κοινή περιουσία ήταν οι μετοχές στην εναγομένη 2 και εφόσον αυτή επρόκειτο για ανενεργή εταιρεία δεν υπήρχαν οικονομικές εκκρεμότητες που προκύπτουν απευθείας από αυτή. Ως συνέπεια του γεγονότος ότι ο εναγόμενος πλήρωνε όλα τα έξοδα της επιχείρησης και αντιλαμβανόμενος ότι ο ενάγοντας δεν λειτουργούσε προς το κοινό σκοπό της επιχείρησης αλλά συνεχώς του έλεγε ψέματα αποφάσισε να πάψει να συνεργάζεται μαζί του και έτσι του έκανε έμβασμα το ποσό των 4000 Αγγλικών Λιρών που είναι το δικό του μερίδιο για την αγορά των εμπορευμάτων από την Κίνα. Ο ενάγοντας αποδέχθηκε αυτά τα χρήματα και δεν τα επέστρεψε. Αρνείται ότι συμφωνήθηκε ότι αξία αυτών των εμπορευμάτων ήταν 72814.00 Αγγλικές Λίρες. Ο εναγόμενος 1 αντεξετάστηκε σε σχέση με το περιεχόμενο της ένορκης του δήλωσης και δεν θεωρώ ότι περιέπεσε σε οποιοσδήποτε αντιφάσεις. Αντιθέτως, η εκδοχή που πρόβαλε μέσω της ένστασης του ήταν απόλυτα συνεπής με τα έγγραφα που έχουν τεθεί ενώπιον μου δηλαδή το ενοικιαστήριο έγγραφο και τα τιμολόγια για την αγορά των εμπορευμάτων. Εκείνο που έχει σημασία είναι ότι έχει παραδεχθεί ότι το κατάστημα στο Παραλίμνι αφορούσε συνεργασία των δυο σε επιχείρηση αλλά πλην των εμπορευμάτων που αγοράσθηκαν από την Κίνα ο εναγόμενος κατέβαλε όλα τα έξοδα για την λειτουργία της επιχείρησης. Αναφορικά με το ζήτημα της εναγομένης 2 εταιρείας δεν κλονίσθηκε από την αντεξέταση η σταθερή του θέση ότι η εταιρεία αυτή δεν ήταν το όχημα μέσω του οποίου θα λειτουργούσε η επιχείρηση με το κατάστημα στο Παραλίμνι αλλά η επιχείρηση με τα αυτοκίνητα. Όπως προκύπτει από τα τεκμήρια που επισυνάπτονται στην αίτηση το ενοικιαστήριο έγγραφο που έγινε για το κατάστημα τον Οκτώβριο 2015 εμφανίζεται μόνο ως ενοικιαστής. Τα εμπορεύματα από Κίνα αγοράστηκαν τον Σεπτέμβριο 2015 ενώ η εταιρεία συστάθηκε μήνες προηγουμένως τον Φεβρουάριο 2015 και συνάδει με τον χρόνο που έγιναν συζητήσεις και ενέργειες μεταξύ των μερών αλλά και προς πραγματοποίηση της ιδέας να κάνουν μαζί επιχείρηση για την εισαγωγή οχημάτων από το Ηνωμένο Βασίλειο. Επίσης από την αλληλογραφία μεταξύ των μερών που έγινε μετά που ανακάλυψε ο εναγόμενος 1 ότι ο ενάγοντας του έλεγε ψέματα για την πώληση των οχημάτων προκύπτει ότι η θέση του εναγόμενου ήταν ότι η εναγομένη 2 ήταν απλά μία ανενεργή εταιρεία χωρίς δραστηριότητα γι' αυτό έλαβε διαβήματα για να την διαλύσει. Αυτό το έκανε αφού έμαθε ότι ο ενάγοντας του είχε πει ψέματα για τα οχήματα. Συνεπώς, στο παρόν στάδιο δεν μπορεί να διαψευστεί η θέση του εναγόμενου 1 ότι η εταιρεία έγινε για άλλο σκοπό. Ο ενάγοντας έχει το βάρος να αποδείξει αυτό το γεγονός στα πλαίσια αυτής της διαδικασίας. Το ουσιαστικό γεγονός είναι ότι η επιχείρηση του καταστήματος στο Παραλίμνι ήταν κοινή επιχείρηση των δύο αντρών. Ο εναγόμενος 1 παραδέχεται ότι ο ενάγοντας πλήρωσε ποσό των 4000 αγγλικών λιρών για την αγορά εμπορευμάτων σε σχέση με την λειτουργία του καταστήματος. Αυτή η θέση είναι αναντίλεκτη διότι προκύπτει και από το ηλεκτρονικό μήνυμα του ενάγοντα ημερομηνίας 28.10.2015 ότι κατέβαλε αυτό το ποσό και είναι γι' αυτό που αντιμετώπιζε οικονομική στενότητα και αδυναμία να ανταποκριθεί στις οικονομικές του υποχρεώσεις έναντι του εναγόμενου
  3. Επίσης στο ίδιο ηλεκτρονικό μήνυμα παραδέχεται ότι οφείλει χρήματα στον εναγόμενο 1 για την δική του συνεισφορά για την λειτουργία του καταστήματος στο Παραλίμνι. Σε σχέση με την αξία των εμπορευμάτων που ο ενάγοντας τα έχει καθορίσει στο ποσό των 72814.00 αυτό αμφισβητείται έντονα από τον εναγόμενο 1 και ο ενάγοντας δεν έχει προσκομίσει καμία μαρτυρία για να αποδείξει αυτό τον ισχυρισμό. Επίσης και πάλι σε ηλεκτρονικό μήνυμα του ενάγοντα ημερομηνίας 28.10.2015 αποδέχεται όπως διαλυθεί η επιχείρηση μετά την πώληση των εμπορευμάτων που αγοράσθηκαν από κοινού. Συνεπώς, ακόμη και να πετύχαινε η αξίωση του ενάγοντα αυτό που θα δικαιούτο να πάρει από την διάλυση της επιχείρησης είναι τα κέρδη αυτής της επιχείρησης όταν ήθελαν πωληθεί τα εμπορεύματα που είχαν αγορασθεί από κοινού μετά που θα έχουν αφαιρεθεί όλα τα έξοδα από την λειτουργία της επιχείρησης. Με δεδομένο ότι ο εναγόμενος 1 έχει καταβάλει το ποσό των 4000 Αγγλικών λιρών στον ενάγοντα, ποσό που έχει αποδεχθεί ο ενάγοντας είναι άγνωστο τι είναι το χρηματικό ποσό που έχει να πάρει ο ενάγοντας από τον εναγόμενο
  4. Ενόψει του πιο πάνω πραγματικού υπόβαθρου που υποστηρίζει την αίτηση και της φύσης των διαταγμάτων που ζητεί ο ενάγοντας να εκδοθούν προς όφελος του είναι αμφίβολο κατά πόσο o ενάγοντας προσωρινά δικαιούται αυτές τις δραστικές θεραπείες που είναι μεταξύ άλλων και το κλείσιμο της επιχείρησης μέχρι να εκδικασθεί η αγωγή επί της ουσίας. Η εξουσία του Δικαστηρίου να εκδώσει προσωρινά διατάγματα πηγάζει από το άρθρο 32 του Ν. 14/
  5. Με βάση το πιο πάνω άρθρο το Δικαστήριο έχει ευρεία εξουσία σε σχέση με την έκδοση τέτοιας φύσεως διαταγμάτων. Η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου πρέπει να ασκείται με γνώμονα τις πιο κάτω προϋποθέσεις: Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση Η ύπαρξη πιθανότητας να δικαιούται ο ενάγων σε θεραπεία Η διαπίστωση ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Στην Αγγλική υπόθεση American Cyanamid v. Ethican Ltd.[1] επεξηγήθηκε ότι η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση δεν περιλαμβάνει οτιδήποτε πέραν από του να αποδείξει ο ενάγοντας ότι έχει συζητήσιμη υπόθεση με βάση τα δικόγραφα και του δικαιώματος που προσπαθεί να προστατεύσει. Το Δικαστήριο δεν πρέπει να επιχειρήσει να επιλύσει τα διάφορα πραγματικά ζητήματα που εγείρονται στην απαίτηση με βάση τα πραγματικά γεγονότα που εκτίθενται στις αντίστοιχες ένορκες δηλώσεις που έχουν καταχωρηθεί προς υποστήριξη της αίτησης και ένστασης για την έκδοση του απαγορευτικού διατάγματος. Ο ρόλος του Δικαστηρίου δεν επεκτείνεται πέραν από του να αποφασίσει εάν εγείρεται σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση. Επομένως, δεν πρέπει το Δικαστήριο να εισέλθει σε εις βάθος εξέταση της ουσίας της υπόθεσης. Το Δικαστήριο εξετάζει την απαίτηση του ενάγοντα στο βαθμό που απαιτείται για να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η απαίτηση του ενάγοντα δεν είναι επιπόλαια με βάση τις πραγματικές παραστάσεις που τίθενται ενώπιον του ως και επίσης εξετάζει κατά πόσο η θεραπεία που αναζητεί ο ενάγοντας θεμελιώνεται στον νόμο. Το ζήτημα προς συζήτηση είναι κατά πόσο η εταιρεία η εναγόμενη 2 είναι ιδιοκτήτης του καταστήματος επειδή ο ενάγοντας και εναγόμενος 1 είναι συνέταιρος σε μία κοινή επιχείρηση και ο εναγόμενος 1 έχει με ενέργειες του διακόψει αυτή την συνεργασία. Όμως ο ενάγοντας παραδέχθηκε ότι κορόιδευε και έλεγε ψέματα στον εναγόμενο 1 σε σχέση με την συνεργασία τους στα πλαίσια άλλου συνεταιρισμού, ως και επίσης παραδέχεται ότι δεν ήταν καθώς πρέπει με τις οικονομικές του υποχρεώσεις στα πλαίσια αυτής της επιχείρησης. Αναφέρει μεταξύ άλλων στα μηνύματα ότι ο εναγόμενος 1 έχει καταβάλει όλα τα έξοδα τα προκαταρτικά για την λειτουργία του καταστήματος (I didn't want to ask you to front all the money but with added expenses and me being knocked its all got silly.I never had any intention of knocking you. I thought the shop would be open and wed be trading already so I'd have been square with you already..) Τα γεγονότα που πλαισιώνουν αυτή την αίτηση δεν υποστηρίζουν την θέση ότι ο εναγόμενος 1 δόλια σφετερίσθηκε την κοινή περιούσια και των δύο αλλά ακριβώς το αντίθετο ότι ο ενάγοντας εκμεταλλεύτηκε και είπε ψέματα στον εναγόμενο
  6. Μετά τον απείλησε ότι το κατάστημα δεν θα άνοιγε την Δευτέρα εάν δεν βρεθόταν κοινή συνισταμένη μεταξύ των δύο σε σχέση με τη λειτουργία του καταστήματος. Είναι ακριβώς γι΄ αυτόν τον λόγο που ο ίδιος αποδέχτηκε (βλ. ηλεκτρονικό μήνυμα που επισύναψε ο ίδιος στην αίτηση) και να διακοπεί η συνεργασία μετά την πώληση των εμπορευμάτων που είχαν αγοράσει μαζί. Αναφορικά με το επιχείρημα ότι αυτή η κοινή επιχείρηση θα διεξαγόταν μέσω της εναγομένης 2 έχω εξηγήσει πιο πάνω γιατί η θέση του εναγόμενου 1 δεν μπορεί να αποκλειστεί. Υπάρχει μία εταιρεία που συστάθηκε στην Αγγλία τον Φεβρουάριο 2015 με όνομα Future Space Heating Ltd. Σημειώνω ότι ο εναγόμενος 1 έχει συστήσει εταιρεία με την ίδια ονομασία στην Κύπρο μετά την διακοπή της συνεργασίας. Δεν είναι πειστικό το επιχείρημα ότι συστάθηκε εταιρεία στην Αγγλία για κατάστημα που θα λειτουργούσε στο Παραλίμνι. Το ζήτημα κατά πόσο το κατάστημα είναι ιδιοκτησία της εταιρείας που συστάθηκε στην Αγγλία θα πρέπει να αποφασισθεί στα πλαίσια της αγωγής επειδή είναι δύσκολο πραγματικό ζήτημα που μπορεί να επιλυθεί μόνο μετά από αξιολόγηση μαρτυρίας. Δεύτερο, δεν επισυνάπτεται στην αίτηση ιδρυτικό έγγραφο με το οποίο να φαίνεται ποιοι ήταν σκοποί της εταιρείας ώστε να αποδειχθεί ότι η συγκεκριμένη επιχείρηση ήταν σκοπός της εταιρείας και περιούσια της εταιρείας. Επίσης το κεφάλαιο της εταιρείας δηλαδή που συμποσούται μόνο στο ποσό των 100 Αγγλικών Λιρών δεν έχει καμία σχέση με την αξία της επιχείρησης οπότε είναι φανερό ότι η εταιρεία αυτή ουδέποτε απέκτησε την κυριότητα του καταστήματος διαφορετικά το εκδοθέν κεφάλαιο της εταιρείας θα ήταν για μεγαλύτερο ποσό. Ακόμη και στην περίπτωση που προτίθεται μία εταιρεία να αποκτήσει την κυριότητα της επιχείρησης στο μέλλον η σωστή πρακτική είναι να υπάρχει το περιθώριο έκδοσης μετοχών σε αργότερο στάδιο. Το κρίσιμο στοιχείο για τον καθαρισμό της αξίας του μετοχικού κεφαλαίου είναι ως επεξηγείται στο Αγγλικό σύγγραμμα Palmers Company Law 20 edition Chapter 11 The Capital clause pg. 102 (The material consideration in fixing the amount of capital is what funds will the company want and how much in the shape of paid up shares are the vendors to get if any?) Συνεπώς η άδεια της επιχείρησης στο Παραλίμνι δεν έχει καμία σχέση με το εκδοθέν κεφάλαιο της εταιρείας. Όποτε πέραν των άλλων στοιχείων που έχουν τεθεί ενώπιον μου από πλευράς του εναγόμενου 1 που θέτουν σε αμφισβήτηση κατά πόσο αυτή η επιχείρηση ανήκει στην εταιρεία κρίνω ότι ο ενάγοντας έχει αποτύχει να αποδείξει με απτά στοιχεία ότι η επιχείρηση ανήκει στην εταιρεία. Δεν έχει προσκομίσει θετική μαρτυρία ότι αυτή η επιχείρηση είναι σκοπός και περιουσιακό στοιχείο της εταιρείας. Το εκδοθέν κεφάλαιο της συσταθείσας εταιρείας δεν συνάδει με την αξία της επιχείρησης. Περαιτέρω ο ενάγοντας δεν έχει καταδείξει στοιχεία που να δείχνουν ότι έχει λογική προσδοκία να διεκδικήσει περιουσιακά στοιχεία της επιχείρησης βασιζόμενος στο δεδομένο ότι υπάρχει συνεταιρισμός μεταξύ του ενάγοντα και του εναγόμενου. Ο ενάγοντας δεν έχει προωθήσει το αίτημα του επικαλούμενος την ύπαρξη κάποιου συνεταιρισμού αλλά βασίζεται στο γεγονός ότι κατέχει 50 μετοχές σε εταιρεία που συστάθηκε στην Αγγλία στις 2.2.
  7. Τα έγγραφα που επισυνάπτονται στην αίτηση ήτοι το ενοικιαστήριο έγγραφο αλλά και η παραδοχή του ότι όλα τα έξοδα για την λειτουργία της επιχείρησης τα κατέβαλε ο εναγόμενος 1 δεν αποδεικνύουν την ύπαρξη συνεταιρισμού. Διά να αποδειχθεί ότι υπήρχε συνεταιρισμός θα έπρεπε να καθορισθούν τα μερίδια των μερών την συνεισφορά του κάθε συνεταίρου πράγμα που δεν έχει καταδειχθεί με την μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον μου. Το μόνο δεδομένο που υποστηρίζει κάτι τέτοιο είναι το γεγονός ότι ο ενάγοντας έχει πληρώσει το ποσό των 4000 Αγγλικών Λιρών για την αγορά των εμπορευμάτων ποσό το οποίο στο τέλος του επέστρεψε ο ενάγοντας μετά την διακοπή της συνεργασίας και ποσό που αποδέχθηκε. Περαιτέρω, έχει παραδεχθεί ότι έχει διαπράξει σοβαρές ατασθαλίες σε σχέση με την συνεργασία του με τον εναγόμενο 1 πράγμα που και πάλι θέτει εν αμφιβόλου ότι υπήρχε συνεταιρισμός μεταξύ των δύο κατά την ημερομηνία καταχώρησης της αίτησης. Συνεπώς δεν έχει κατορθώσει να αποδείξει ότι είναι κατά 50% μέτοχος στο κατάστημα στο Παραλίμνι αλλά και ούτε υπήρχε συμφωνία συνεταιρισμού στο οποίο είχε μερίδιο 50% ώστε να δικαιούται το 50% περιουσιακών στοιχείων και μελλοντικά κέρδη της επιχείρησης. Αντιθέτως, ο ενάγοντας με δική του παραδοχή παραδέχεται ότι είπε ψέματα και εκμεταλλεύτηκε την φιλία του με τον εναγόμενο 1 για να επωφεληθεί οικονομικά. Όταν ο ενάγοντας 1 αντιλήφθηκε τι είχε γίνει και ζήτησε να διακόψει κάθε σχέση μαζί του τον απείλησε με κλείσιμο της επιχείρησης του και την απειλή επιχείρησε να την πραγματοποιήσει καταχωρώντας αυτή την αίτηση μονομερώς. Συνεπώς το ζήτημα δεν είναι σοβαρό αλλά επιπόλαιο και ζητείται η έκδοση του διατάγματος καταχρηστικά ώστε να κλείσει το κατάστημα στο Παραλίμνι ενώ ο ενάγοντας δεν έχει θέσει επαρκή στοιχεία ενώπιον του Δικαστηρίου για να αποδείξει ότι είναι ιδιοκτήτης της επιχείρησης κατά 50% επειδή είναι μέτοχος κατά 50% σε μια εταιρεία που συστάθηκε στην Αγγλία. Δεν έχει ενώπιον μου θετική μαρτυρία που να συνδέει τις δύο οντότητες. Επιπόλαια και καταχρηστικά ζητεί την διαιώνιση της εκμετάλλευσης του εναγομένου 1 διά της απειλής ότι εάν δεν συνεχίσει η συνεργασία μεταξύ των δύο ο ενάγοντας θα του κλείσει την επιχείρηση. Όμως ακόμη εάν και για χάριν της συζήτησης αποδεχθώ ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση είναι πραγματικά εξωπραγματική η θεώρηση του ενάγοντα ότι θα αποφευχθεί μη αναστρέψιμη ζημιά με το κλείσιμο του καταστήματος. Έχει νομολογηθεί, σε πληθώρα αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ότι η τρίτη προϋπόθεση που προνοεί το άρθρο 32 του Ν.14/60 για την έκδοση απαγορευτικού διατάγματος πληρείται εάν ο ενάγοντας δείξει ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να εκτελέσει οιανδήποτε δικαστική απόφαση που δυνατόν να εκδοθεί υπέρ του σε κατοπινό στάδιο εάν το Δικαστήριο δεν του χορηγήσει το απαιτούμενο προσωρινό διάταγμα. Παραδέχεται ότι το ποσό των ΛΚ4000.00 που έδωσε για την αγορά των εμπορευμάτων του έχουν επιστραφεί. Επομένως, στην περίπτωση που είχε δίκαιο για όλες του τις αξιώσεις θα είχε δικαίωμα σε μελλοντικά κέρδη της επιχείρησης ή για την αγοραία αξία των εμπορευμάτων το λογικό θα ήταν να ζητά την έκδοση διατάγματος τύπου Μareva ώστε να έχει να πάρει περιουσία η χρήματα της εναγομένης 2 κατά την εκτέλεση της δικαστικής απόφασης στην περίπτωση που πετύχει η αξίωση του και όχι να ζητά την αναστολή της λειτουργίας της επιχείρησης που θα έχει ως αποτέλεσμα την οικονομική καταστροφή της επιχείρησης και ανατροπή του status quo. Το διάταγμα τύπου Mareva έχει σκοπό , όπως καθιερώθηκε και επεξηγήθηκε στην Αγγλική υπόθεση Mareva v. International Bulk Carriers[2], είναι για να εμποδίσει τον ασυνείδητο εναγόμενο από το να σκορπίσει τα περιουσιακά του στοιχεία είτε εντός ή εκτός της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου με αποτέλεσμα να καταστρατηγήσει την απαίτηση του ενάγοντα. Στην απόφαση Παντελίδη ν. Πιερή [3] επεξηγήθηκε από το Εφετείο ότι η ευρεία εξουσία που παρέχεται στο Δικαστήριο από το άρθρο 32 του Ν.14/60 περιλαμβάνει και την έκδοση διαταγμάτων τύπου Mareva. Συγκεκριμένα αναφέρει ότι το άρθρο 32 είναι πανομοιότυπο με το άρθρο 45 της Αγγλικής Judicature Act,
  8. To Ανώτατο Δικαστήριο έχει υιοθετήσει την νέα ερμηνεία του άρθρου 45

(1)και έθεσε κατευθυντήριες γραμμές βασιζόμενες σ' αυτό το άρθρο για τον τρόπο άσκησης της σχετικής διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Οι παράμετροι άσκησης της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου για την έκδοση διαταγμάτων τύπου Mareva προσαρμοζόμενη στην Κυπριακή νομοθεσία και πραγματικότητα είναι ως ακολούθως: 'Το διάταγμα τύπου Mareva εξεταζόμενο με βάση μια πιο εγκόσμια προοπτική μπορεί να θεωρηθεί σαν μία ισχυρή προσθήκη στο οπλοστάσιο του Νόμου, η οποία δικαιολογείται από τις τεράστιες τεχνολογικές αλλαγές στις μεταφορές και τη σχετιζόμενη με αυτές κινητικότητα προσώπων και αγαθών. Η διακριτή εξουσία του Δικαστηρίου για χορήγηση διατάγματος τύπου Mareva πρέπει να ασκείται με μεγάλη περίσκεψη και πάντοτε λαμβανομένου δεόντως υπόψη των ειδικών σκοπών του Νόμου, και κυρίως σαν βοήθημα στη διαδικασία εκτέλεσης, το οποίο στοχεύει στην πρόληψη ενεργειών που τείνουν να υπονομεύουν την αποτελεσματικότητα της δικαστικής διαδικασίας.' Στην απόφαση Poltava Petroleum Oil Company v. Mexana Oil Ltd.[4] λέχθηκε ότι ο πραγματικός σκοπός της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου να εκδίδει τέτοια διατάγματα 'δεν είναι η εξασφάλιση προτεραιότητας για τον ενάγοντα, ακόμη λιγότερο να τιμωρήσει τον εναγόμενο για ισχυριζόμενα παραπτώματα του. Ο μοναδικός σκοπός ή δικαιολογία για το διάταγμα τύπου Mareva είναι να αποτρέψει την απόσπαση με απάτη του προϊόντος της αγωγής των εναγόντων σε περίπτωση επιτυχίας της, είτε με το να μεταφέρει ο εναγόμενος τα περιουσιακά του στοιχεία στο εξωτερικό ή με το να τα εξαφανίσει εντός της δικαιοδοσίας.' Στην Αγγλική υπόθεση Ζ Ltd. v. A [5] ο Lord Denning επεξήγησε ότι η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου να εκδίδει τέτοια διατάγματα δεν περιορίζεται στις περιπτώσεις όπου ο εναγόμενος είναι κάτοικος εξωτερικού αλλά επεκτείνεται σε κάθε περίπτωση όπου υπάρχουν ενδείξεις ότι η απόφαση θα παραμένει ανεκτέλεστη. 'A Mareva injunction can be granted against a man even though he is based in this country if the circumstances are such that there is danger of his absconding, or a danger of the assets being moved out of the jurisdiction or otherwise dealt with so that there is a danger that the plaintiff, if he gets judgment will not be able to get it satisfied.The mareva jurisdiction extends to cases where there is danger that the assets will be dissipated in the country as well as by its removal out of jurisdiction.' Η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου να εκδώσει διάταγμα τύπου Mareva επεκτείνεται σε περιουσιακά στοιχεία τα οποία θα περιέλθουν στην κυριότητα του εναγόμενου μετά την έκδοση του διατάγματος και πριν την εκτέλεση της απόφασης. 'A Mareva injunction is looking to the future and is dealing with the situation between the obtaining of the judgment and its eventual execution and it will cover any assets which are acquired between the granting of the order and the eventual execution of any judgment obtained in the action in question.'[6] Σύμφωνα με την απόφαση C. Phasarias (Automotive Center) Ltd. v. Σκυροποιϊα 'Λεωνικ' Λτδ. [7]ο ενάγοντας δεν είναι ανάγκη να αποδείξει ότι υπάρχει αμέσως κίνδυνος ότι τα περιουσιακά στοιχεία θα μεταφερθούν εκτός της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου ή θα σκορπιστούν εντός της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου για να δικαιούται την έκδοση του διατάγματος. Το μόνο που χρειάζεται να δείξει είναι 'την πιθανή επίδραση που θα έχει η αποξένωση ή η επιβάρυνση, εφόσον γίνουν, στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως θα εκδοθεί. Ο κίνδυνος δηλαδή, να μην ικανοποιηθεί η δικαστική απόφαση αν μεταβιβαστεί ή επιβαρυνθεί η περιουσία.' Ποιες όμως είναι οι κατευθυντήριες γραμμές που πρέπει το Δικαστήριο να λάβει υπόψη του για να εκτιμήσει ορθά αυτό τον κίνδυνο; Στην απόφαση Poltava [8] το Εφετείο έθεσε μερικούς παράγοντες που θα ήταν χρήσιμο να ληφθούν υπόψη από το Δικαστήριο για να καθοδηγήσει την κρίση του κατά την λήψη της απόφασης του . Αυτοί είναι ως ακολούθως: Η φύση των περιουσιακών στοιχείων τα οποία συνιστούν το προτεινόμενο αντικείμενο της αγωγής και η ευκολία ή δυσκολία με την οποία θα μπορούσαν να διατεθούν ή εξαφανισθούν. Ο ενάγων μπορεί ευκολότερα να αποδείξει τον κίνδυνο εξαφάνισης ενός τραπεζικού λογαριασμού, ή κινητών αντικειμένων, από τον κίνδυνο διάθεσης ακινήτων. Η φύση και οικονομική υπόσταση της επιχείρησης το εναγόμενου. Η διάρκεια της καθιέρωσης της επιχείρησης του εναγόμενου. Χρειάζεται ισχυρότερη μαρτυρία για ενδεχόμενη εξαφάνιση όπου ο εναγόμενος είναι μια προ πολλού καθιερωθείσα εταιρεία με εύλογη φήμη στην αγορά παρά εταιρεία για την οποία λίγο ή τίποτε είναι γνωστά ή μπορούν να εξακριβωθούν. Η μόνιμη κατοικία του εναγόμενου Αν ο εναγόμενος είναι αλλοδαπή εταιρεία, συνεταιρισμός, ή εμπορευόμενος, ή χώρα στην οποία έχει εγγραφεί, ή έχει την κυρίως διεύθυνση των εργασιών του, και το διαθέσιμο ή μη οποιουδήποτε μηχανισμού για αμοιβαία εκτέλεση. Το προηγούμενο ή υφιστάμενο πιστωτικό μητρώο του εναγόμενου Οποιαδήποτε εκφρασθείσα πρόθεση εκ μέρους του εναγόμενου αναφορικά με τις δοσοληψίες του με τα εντός ,της δικαιοδοσίας περιουσιακά του στοιχεία. Σχέσεις μεταξύ της εναγομένης εταιρείας και άλλων εταιρειών οι οποίες δεν ικανοποίησαν διαιτητικές αποφάσεις ή δικαστικές αποφάσεις. Η συμπεριφορά του εναγόμενου έναντι της αξίωσης του ενάγοντα. Σχέδιο υπεκφυγής, ή απροθυμίας να λάβει μέρος στη διαδικασία ή διαιτησία, ή η έγερση αδύνατον υπερασπίσεων μετά την αποδοχή ευθύνης, ή συνολική σιωπή, δυνατόν να είναι παράγοντες που βοηθούν τον ενάγοντα. Η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου να εκδώσει τέτοια διατάγματα επεκτείνεται σε όλες τις περιπτώσεις όπου διαφαίνεται ότι θα υπάρχουν εμπόδια στην εκτέλεση οποιασδήποτε απόφασης ήθελε εκδοθεί προς όφελος του ενάγοντα. Όμως, στην τελική ανάλυση, η χορήγηση τέτοιας θεραπείας εναπόκειται στην διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου ανάλογα με τις περιστάσεις της κάθε υπόθεσης. Στην υπόθεση Spider Trade Com. Finance Ltd. v Κώστα Χατζηγαβριήλ Πολιτική Εφεση 11401 ημερομηνίας 10/2/03 το εφετείο επεξήγησε ότι η έκδοση προσωρινού διατάγματος με την οποία δεσμεύεται η περιουσία του εναγόμενου που δεν είναι αντικείμενο της αγωγής δικαιολογείται μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις, όπου καταδεικνύεται ότι ισχυρή αιτία αγωγής θα παραμείνει χωρίς αντίκρισμα λόγω άμεσου απτού κινδύνου απομάκρυνσης περιουσιακών στοιχείων στο εξωτερικό προς παρεμπόδιση ικανοποίησης της απόφασης. Έχει δίκαιο η κα Πάση ότι με την έκδοση των συγκεκριμένων διαταγμάτων το αποτέλεσμα θα είναι ο εναγόμενος 1 να προσταχθεί να αποδεχθεί τον ενάγοντα ως συνέταιρο του, δηλαδή θα αποφασισθεί η ουσία της αγωγής, διαφορετικά θα αναγκαστεί να κλείσει το κατάστημα στο Παραλίμνι. Το μόνο βάσιμο επιχείρημα του ενάγοντα για την έκδοση παρεμπίπτον διατάγματος είναι θέση ότι θα προξενηθεί μη αναστρέψιμη ζημιά σ' αυτόν και ότι αυτό δεν θα διορθώνεται με το να του αποδοθούν αποζημιώσεις σε κατοπινό στάδιο. Αλλά ειλικρινά δεν αντιλαμβάνομαι πως θα αποφευχθεί αυτή η μη αναστρέψιμη ζημιά εάν το κατάστημα οδηγηθεί σε κλείσιμο. Δηλαδή πραγματικός σκοπός του ενάγοντα είναι να κλείσει το κατάστημα για να ζημιώσει και ο εναγόμενος 1 ώστε να υποχρεωθεί διά του εξαναγκασμού να του απλώσει ξανά χείρα βοηθείας. Περαιτέρω δεν έχει αποδείξει ότι δεν θα μπορέσει να εκτελέσει την δικαστική απόφαση εάν ήθελε πετύχει η αξίωση του. Ο εναγόμενος 1 δεν έχει πρόβλημα ρευστότητας αντιθέτως, του έχει καταβάλει τις 4000 Αγγλικές λίρες και μέχρι στιγμής έχει καταβάλει όλα τα έξοδα για την λειτουργία της επιχείρησης. Είναι μόνιμος κάτοικος Κύπρου. Ο ίδιος ο ενάγοντας παραδέχθηκε ότι είναι ευκατάστατος και η επιχείρηση φαίνεται να πηγαίνει καλά διότι έχει πελάτες. Συνεπώς, εφόσον πρόκειται για δρώσα επιχείρηση δεν έχει καταδειχθεί ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να εκτελέσει δικαστική απόφαση σε μεταγενέστερο στάδιο εναντίον του Εναγομένου 1. Αντιθέτως, στην περίπτωση που εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα που είναι στην ουσία προστακτικά, και γίνει λάθος από το Δικαστήριο, η αδικία που θα υποστεί εναγόμενος 1 θα είναι πολύ μεγαλύτερη από οποιαδήποτε ζημιά υφίσταται σήμερα ο ενάγοντας διότι θα ανατραπεί στο status quo και ο εναγόμενος 1 θα υποχρεωθεί σε κλείσιμο του καταστήματος πράγμα που θα του επιφέρει ανυπολόγιστη ζημιά ως το πρόσωπο που έχει καταβάλει όλα τα έξοδα για να λειτουργήσει αυτό το κατάστημα. Ο ενάγοντας δεν έχει καταδείξει ούτε στο ελάχιστο ότι δικαιούται τις αιτούμενες θεραπείες. Δεν είναι κατάλληλη περίπτωση άσκησης της εξουσίας του Δικαστηρίου υπέρ της έκδοσης αυτών των διαταγμάτων. Η αίτηση απορρίπτεται και τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται εναντίον του ενάγοντα αιτητή όπως αυτά υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Ν. Ταλαρίδου-Κοντοπουλου Ε.Δ. [1]
(1975)AC 396 [2] [1980] 1 All ER 213 [3] Πολιτική Εφεση 10121, ημερ. 13/11/1998 [4] Πολιτική Εφεση 11006 ημερ. 18/9 2001 [5] 1 All ER 556 [1982] [6] TDK Tape Distributor Ltd. v Video Choice Ltd [1986] 1 WLR 141 δι Πολιτική εφεση 11013, ημερ. 13.6.2001 [8] supra note 10 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.