Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Berriman Investments Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 2292/13, 10/3/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2016:A39 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Ηλ. Γεωργίου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2292/13 Μεταξύ: Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ Εναγόντων -και-
- Berriman Investments Ltd
- Nikolaou and Demetriou (Developers) Ltd
- Berriman Properties (Overseas) Ltd
- Robert James Berriman
- Maria Berriman
- Ζωή Γεωργίου Εναγομένων Αίτηση ημερ. 22.6.15 για παραμερισμό της απόφασης 10 Μαρτίου, 2016 Εμφανίσεις: Για Εναγομένη 6 - Αιτήτρια: κ. Λ. Λουκαϊδης Για τους Ενάγοντες - Καθ' ων η αίτηση : κ. Λοϊζου για Α. Β. Ζαχαρίου & Σία ΔΕΠΕ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ
- Στις 22.11.2013 εκδόθηκε απόφαση υπέρ των εναγόντων και εναντίον της εναγομένης 6 για το ποσό των €100.493,81 πλέον τόκο 12% από 1.4.2013 μέχρι εξόφλησης και κεφαλαιοποίηση του τόκου την 1η Ιουλίου και 1η Ιανουαρίου κάθε χρόνου πλέον €1.326.- έξοδα πλέον ΦΠΑ πλέον €16 έξοδα επίδοσης.
- Η εναγομένη 6 - αιτήτρια επιζητεί διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να παραμερίζεται η πιο πάνω απόφαση που εκδόθηκε εναντίον της.
- Η αίτηση βασίζεται μεταξύ άλλων, στην Δ.26 θ.14 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση της εναγόμενης 6 κας Ζωής Γεωργίου στην οποία μεταξύ άλλων αναφέρεται, ότι ουδέποτε της επιδόθηκε η πιο πάνω αγωγή. Δεν γνώριζε οτιδήποτε μέχρι πρόσφατα όταν πληροφορήθηκε με ηλεκτρονικό μήνυμα που της στάλθηκε από την ενάγουσα και σε σχετική επικοινωνία που είχε με συγκεκριμένο πρόσωπο που εργάζεται στην τράπεζα. Τότε επικοινώνησε με το δικηγόρο της ο οποίος ετοίμασε την παρούσα αίτηση. Αναφέρει δε ότι όπως την συμβουλεύει ο δικηγόρος της έχει καλήν υπεράσπιση διότι «εν πάση περιπτώσει το χρέος το οποίο ζητείται από εμένα είναι χρέος του νομικού προσώπου των τραπεζών και όχι εμένα προσωπικά».
- Η ενάγουσα - καθ΄ης η αίτηση φέρει ένσταση στην έκδοση του αιτούμενου διατάγματος καθότι, μεταξύ άλλων, έγινε επίδοση στην εναγόμενη 6 - αιτήτρια και η αίτηση υποβάλλεται με αδικαιολόγητη καθυστέρηση ως επίσης δεν έχει αποκαλύψει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση. Στην δε ένορκη δήλωση της κας Σ. Δημητρίου που συνοδεύει την ένσταση μεταξύ άλλων αναφέρεται ότι στις 10.8.2013 επιδόθηκε το κλητήριο ένταλμα στην εναγομένη 6 και ειδικότερα στον πατέρα και συγκάτοικο της. Περαιτέρω δε η αιτήτρια έλαβε γνώση για την ύπαρξη της πιο πάνω αγωγής αφού στις 7.3.2014 επιδόθηκε σ΄ αυτήν το κλητήριο ένταλμα για τις εναγόμενες 1 και 3 εταιρείες στις οποίες είναι διευθύντρια. 5.1 Οι συνήγοροι των διαδίκων περιορίστηκαν σε αγορεύσεις. Δεν αντεξέτασαν τους ενόρκως δηλούντες και στο στάδιο των αγορεύσεων ο μεν συνήγορος της αιτήτριας εισηγήθηκε ότι πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος σε αντίθεση με το συνήγορο της καθ΄ης η αίτηση. 5.2 Σύμφωνα με την υπάρχουσα νομολογία γίνεται διαχωρισμός των αποφάσεων που εκδόθηκαν ερήμην, κανονικά (regular) και των αποφάσεων που εκδόθηκαν ερήμην, μη κανονικά (irregular). Μεταξύ των αποφάσεων που θεωρούνται ότι εκδόθηκαν μη κανονικά περιλαμβάνονται εκείνες που εκδίδονται πριν το καθορισμένο χρόνο, εκείνες στις οποίες δεν έγινε επαρκής επίδοση, εκείνες για τις οποίες εκδίδεται απόφαση για μεγαλύτερο ποσό από εκείνο που δικαιούται ο ενάγοντας και εκείνες στις οποίες ο ενάγοντας ενέργησε κακόπιστα. Σε τέτοιες περιπτώσεις η απόφαση παραμερίζεται ex debito justitiue χωρίς το Δικαστήριο να εξετάσει κατά πόσο οι εναγόμενοι - Αιτητές έδειξαν ότι είχαν εκ πρώτης όψεως συζητήσιμη υπεράσπιση και συνήθως σε τέτοιες περιπτώσεις ο ενάγοντας καταδικάζεται και στα έξοδα. (Βλ. Halsbury´s Laws of England 3η έκδοση, Τόμος 22, παράγραφος 1667 σελ. 788-789, Hughes v Justin
(1894)1 QB 667, Armitaye v. Parsons
(1968)2 K.B. 410, Muir v Jenks
(1913)2 K.B.412). 5.3 Στην προκειμένη περίπτωση η εναγομένη 6 - αιτήτρια ισχυρίζεται στην ένορκη δήλωση της ότι η αγωγή δεν της επιδόθηκε και ουδέποτε εξουσιοδότησε οποιοδήποτε πρόσωπο να αποδεχθεί επίδοση της. Το πιο πάνω γεγονός αμφισβητείται από την αιτήτρια. Στο στάδιο των αγορεύσεων ο ευπαίδευτος συνήγορος της αιτήτριας αναγνώρισε ότι στην προκείμενη περίπτωση η επίδοση θεωρείται καλή. Η Δ.5 θ.2 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας ρητά προνοεί ότι η επίδοση γίνεται με την άφεση αντιγράφου στο πρόσωπο που θα γίνει η επίδοση αλλά αν δεν βρεθεί στο σπίτι ή στο συνήθη τόπο εργασίας του η επίδοση θα θεωρείται ότι έγινε εάν αφεθεί αντίγραφο, μεταξύ άλλων περιπτώσεων και σε ένα μέλος της οικογένειας του που φαίνεται ότι είναι 16 ετών και άνω και είναι στην πόλη ή το χωριό του ή εντός της περιοχής του. Στην προκείμενη περίπτωση όπως έχει ήδη αναφερθεί το κλητήριο ένταλμα επιδόθηκε στις 10.8.2013 στην αιτήτρια και ειδικότερα επιδόθηκε στον πατέρα και συγκάτοικο της στο χωριό όπου διαμένει. Συνακόλουθα η απόφαση που εκδόθηκε ερήμην της εναγομένης 6 ήταν κανονική. 6.1 Με βάση τη Δ.17 θ.10, των θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, όταν εκδοθεί απόφαση, το Δικαστήριο δύναται «στην κατάλληλη περίπτωση να ακυρώσει ή διαφοροποιήσει τέτοια απόφαση, με όρους που θα ήταν δίκαιοι». 6.2 Είναι προφανές ότι το Δικαστήριο έχει ευρεία διακριτική ευχέρεια, η οποία ασκείται αφού εξισορροπηθούν διάφοροι παράγοντες όπως η επάρκεια της δικαιολογίας για τη μη εμφάνιση, η ανάγκη διασφάλισης του δικαιώματος ακρόασης, η ανάγκη διαφύλαξης του τελεσίδικου μιας απόφασης και κατά ποσό ο αιτητής έχει δείξει ότι έχει καλή εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση. Στην υπόθεση Siberia Air εναντίον Πούλλικα
(2005)1 Α.Α.Δ. 893, συνοψίζονται οι σχετικές αρχές στο πιο κάτω απόσπασμα από τη σελ. 897: «Είναι γεγονός ότι το πιο σημαντικό στοιχείο σε αιτήσεις αυτής της μορφής είναι ύπαρξη εκ πρώτης όψεως καλής υπεράσπισης. Όταν ένας διάδικος επιτύχει να αποδείξει ότι έχει εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση, καλύπτει ό,τι σχεδόν απαιτείται για τον παραμερισμό της απόφασης που εκδόθηκε στην απουσία του. Ωστόσο, η απόδειξη εκ πρώτης όψεως καλής υπεράσπισης δεν είναι στοιχείο απόλυτα καθοριστικό για την επιτυχία της αίτησης και τον παραμερισμό της ερήμην εκδοθείσας απόφασης. Το Δικαστήριο, διατηρεί την ευχέρεια να αρνηθεί το επανάνοιγμα της υπόθεσης όταν διαπιστώσει ότι η διαγωγή του διαδίκου που εξαιτείται τον παραμερισμό της ερήμην εκδοθείσας απόφασης είναι τέτοια που πλήττει το συμφέρον της απονομής της Δικαιοσύνης. Αν διαπιστωθεί ότι η συμπεριφορά του αιτητή είναι ασυγχώρητα περιφρονητική μέχρι βαθμού καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας ή των δικαιωμάτων του αντίδικου του ή αδικαιολόγητα καθυστερεί ή ανεξήγητα παραλείπει να κινηθεί με την πρώτη δυνατή ευκαιρία στην προώθηση αίτησης για παραμερισμό της απόφασης, αυτή η συμπεριφορά, που με άλλα λόγια συνιστά αδιαφορία, μπορεί να αποβεί παράγων αποτυχίας της αίτησης για παραμερισμό. Βλέπε Milouca Motor Trading Ltd v. Χρυσάνθου Κούρτη
(1997)1Α.Α.Δ. 941, Γερολέμου v. ΣΠΕ Κοντέας
(2002)1 Α.Α.Δ. 818 και Alpha Bank Ltd v. Στεφάνου
(2003)1(Β) Α.Α.Δ. 1101.» (Βλ. επίσης Subine Zehil v. Neil Roberts
(2009)1(A) ΑΑΔ 678 και Claire Morris v. Saratoga Swimming Pools Ltd
(2012)1(Α) ΑΑΔ 647).» 6.3 Πέραν των πιο πάνω το Δικαστήριο έχει πάντοτε υποχρέωση να διασφαλίζει το δικαίωμα κάθε διαδίκου για δίκαιη δίκη. Το συγκεκριμένο δικαίωμα, δεν μπορεί να διασφαλιστεί χωρίς o διάδικος να έχει ελεύθερη πρόσβαση στο Δικαστήριο. Το Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, ερμηνεύοντας το Άρθρο 6
(1)της Σύμβασης, θεώρησε ότι η πρόσβαση στο Δικαστήριο και το ταυτόχρονο δικαίωμα του διαδίκου να ακουστεί, δεν πρέπει μόνο να διατυπώνονται, αλλά θα πρέπει να είναι και αποτελεσματικά. (Βλ. υπόθεση Claire Morris, ανωτέρω). 6.4 Στην υπόθεση Οργανισμός Χρηματοδότησης Τράπεζας Κύπρου Λτδ v. Μιχαήλ
(2003)1(Β) 1044 αναφέρθηκε ότι: «το δικαίωμα κάθε ατόμου να λαμβάνει γνώση δικαστικής διαδικασίας που να τον αφορά, και να ακούεται σε αυτή, είναι αυτονόητο και αυτόδηλο.» (Βλ. επίσης Α.Ε.2572, Δημοκρατία v. Ζήνα Πουλλή
(2001)3 Α.Α.Δ 1060). 6.5 Βέβαια, το δικαίωμα για δίκαιη δίκη συναρτάται προς τα δικαιώματα άλλων διαδίκων. Κριτήριο είναι πάντοτε η αρχή της αναλογικότητας και τα συμφέροντα της Δικαιοσύνης. Όπως αναφέρθηκε στην Κολλάτου v. Παναγιώτου
(2003)1(Β) ΑΑΔ 89: «Στην αποτίμηση των συμφερόντων της Δικαιοσύνης, προέχει η διασφάλιση δίκαιας δίκης, η οποία συναρτάται τόσο με το δικαίωμα εκατέρου των διαδίκων να ακουστεί στην υπόθεση του, όσο και με τη διεκπεραίωση της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο. Οι Θεσμοί έχουν ως κύριο αντικείμενο την καθιέρωση του θεσμικού πλαισίου για τη διασφάλιση δίκαιας δίκης. .................................................................................................... Η τήρηση των διαδικαστικών κανόνων δεν αποτελεί αυτοσκοπό, αλλά το μέσο για την επίτευξη δίκαιας δίκης. Εφόσον παρέκκλιση από τα θέσμια δεν αναιρεί το σκοπό, αυτή αντιμετωπίζεται θετικά. Αντιμετωπίζεται αρνητικά, όταν αντιστρατεύεται τη διασφάλιση δίκαιας δίκης που εξυπακούει και την προστασία των δικαιωμάτων του αντίδικου.» Τα δικαστήρια δεν πρέπει να αποστερούν το δικαίωμα του διαδίκου να ακουστεί, ιδιαίτερα όταν αποκαλύπτει καλή υπεράσπιση και όταν η συμπεριφορά του δεν είναι μεμπτή (βλ. Phylactou v. Michael
(1982)1 C.L.R. 204, 210, Γεωργίου v. Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τράπεζας Κύπρου (αρ. 2)
(1999)1 (Γ) ΑΑΔ 1988). 7. Καταρχήν θα εξεταστεί κατά πόσο οι Αιτητές έχουν αποκαλύψει εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση. Η αντιπαραβολή των δύο εκδοχών σε αιτήσεις για παραμερισμό απόφασης είναι ορισμένες φορές αναπόφευκτη, αλλά αυτή θα πρέπει να περιορίζεται στα απολύτως αναγκαία για τη διακρίβωση της καλοπιστίας των ισχυρισμών και κατά πόσο υπάρχει ή όχι εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση. Ο διάδικος ο οποίος επιδιώκει τον παραμερισμό πρέπει να προσκομίσει στοιχεία που να αποκαλύπτουν, κατ΄ αρχήν έστω ότι έχει γνήσια υπεράσπιση στην αξίωση Βλ. K.C.P. Commission Agents & Importers Ltd v. Ανδρέα Μιχαήλ
(1993)1 ΑΑΔ 415. Αντλώντας κατεύθυνση από την νομολογία, η αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης προϋποθέτει αλλά και εξυπακούει κάτι περισσότερο από την απλή παράθεση από τον αιτητή μας εκδοχής, διαφορετικής από εκείνης του ενάγοντα. Θα πρέπει να προσκομιστούν στο Δικαστήριο κάποια αποδεικτικά στοιχεία τα οποία εξυπακούεται πως θα πρέπει να εμπεριέχουν κάποιο βαθμό πειστικότητας που θα καθορίζεται και θα καταδεικνύεται μέσα από τους ίδιους τους προβαλλόμενους ισχυρισμούς, ώστε η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να μην ασκείται επί ματαίω και μόνο αν θα εξυπηρετηθεί χρήσιμος σκοπός επίλυσης της διαφοράς των διαδίκων. Το βάρος απόδειξης είναι στους ώμους του αιτητή. (βλ. Κάλλης Ξενοφών ν. Alpha Bank
(2002)1 (B) ΑΑΔ 743).
- Όπως διαφαίνεται από την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, η εναγομένη 6 ισχυρίζεται ότι, «Όπως με συμβουλεύει ο δικηγόρος μου έχω καλή υπεράσπιση διότι εν πάση περιπτώσει το χρέος το οποίο ζητείται από εμένα είναι χρέος του νομικού προσώπου των τραπεζών και όχι εμένα προσωπικά». Δεν αναφέρεται από μέρους της αιτήτριας οτιδήποτε άλλο σε σχέση με το πιο πάνω ζήτημα. Η δε ενάγουσα - καθ΄ης η αίτηση ότι η αιτήτρια εγγυήθηκε τις υποχρεώσεις της εναγομένης 1 και έτσι εκδόθηκε απόφαση εναντίον της. Τα όσα ισχυρίζεται η αιτήτρια στην αίτηση της, πρόκειται για γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς. Δεν έχει παραθέσει με την απαραίτητη επάρκεια και λεπτομέρεια σε τι συνίσταται η καλή υπεράσπιση. Η παράλειψη αυτή, αφήνει τους ισχυρισμούς της μετέωρους χωρίς οποιαδήποτε αξία. Θα ήταν εύκολο κάθε φορά να προβάλλεται ένας αστήρικτος, γενικός και αόριστος ισχυρισμός, να παραμερίζονται νομότυπα ληφθείσες αποφάσεις. Το βάρος απόδειξης ήταν στην αιτήτρια και δεν το έχει αποσείσει. (Βλ. υπόθεση Κάλλης Ξενοφών ν. Alpha Bank ανωτέρω.
- Στη συνέχεια θα εξετάσω κατά πόσο ο χρόνος που διέρρευσε μέχρι και την καταχώρηση της αίτησης παραμερισμού καθάπτεται της δικαστικής διαδικασίας προσλαμβάνουσα μορφή καταφρόνησης.
- Θέμα πρωταρχικής σημασίας όπως έχω ήδη προαναφέρει είναι η ύπαρξη υπεράσπισης αλλά εξ΄ ίσου σημαντικό είναι και το θέμα συναφής και εύλογης αιτιολογίας για την απουσία των αιτητών κατά την ακρόαση που έχει ως συνέπεια την έκδοση απόφασης εναντίων τους. (βλ. Χρυσάνθου κ.α. ν Mariela Construction Ltd
(1996)1 AAΔ 1129,1131, Μιχάλη Πατούρη ν Hellenic Bank Ltd,
(2001)1(Γ) ΑΑΔ 2118). 11. Στην υπόθεση Τάσος Πεγιώτη ν Χριστάκη Κωμοδρόμου
(2003)1(Γ) ΑΑΔ 1601 στην σελ. 4 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Αποτελεί γεγονός ότι απαιτείται αιτιολόγηση οποιαδήποτε καθυστέρησης εκ μέρους του εναγομένου να αποταθεί στο Δικαστήριο για παραμερισμό απόφασης που εκδίδεται στην απουσία του. (βλ. μεταξύ άλλων Mine & Quarry Serv. Ltd v Γεωργίου
(1993)1 ΑΑΔ 26). Δεν συνιστά, όμως, τέτοια παράλειψη αυτοτελή ή ανεξάρτητο λόγο για την απόρριψη αίτησης για παραμερισμό εκδοθείσας απόφασης, όπου ο εξαιτούμενος τον παραμερισμό της αποκαλύπτει συζητήσιμη υπεράσπιση. Η καθυστέρηση μπορεί να αποτελέσει, αφ΄εαυτής, λόγο για παραμερισμό της απόφασης, όταν καθάπτεται της δικαστικής διαδικασίας προσλαμβάνουσα μορφή καταφρόνησης της. Αυτό ειπώθηκε στην Phylactou v Michael (ανωτέρω) όπως τονίστηκε μεταξύ άλλων (σελ.210): «The effect of the case law is that the Court must not be astute to unseat a party from his right to be heard in his cause, so long as be discloses merits» Σε Ελληνική μετάφραση, ελεύθερη: «Το απαύγασμα της νομολογίας κατατείνει στο ότι το Δικαστήριο δεν πρέπει να επιδεικνύει υπέρμετρο ζήλο στην αποστέρηση του δικαιώματος του διαδίκου να ακουστεί στην υπόθεση του νοουμένου ότι αποκαλύπτει υπεράσπιση.» 12. Στην υπόθεση Γιωργαλλίδης ν Ταπελογραφείο Κώστας Παύλου & Σία Λτδ
(2000)1(Β) ΑΑΔ 1101, το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι ο εφεσείων δεν θεμελίωσε καλή υπεράσπιση και περιπλέον αποφάνθηκε πως η καθυστέρηση 2 ½ μηνών που σημειώθηκε μετά την έκδοση απόφασης και μέχρι την καταχώρηση της αίτησης παραμερισμού παρέμεινε εντελώς ανεξήγητη.
- Στην υπόθεση Milouca ανωτέρω το Δικαστήριο απέρριψε την αίτηση για παραμερισμό και το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση. Εκεί υπήρξε καθυστέρηση 9 μηνών για να ληφθούν οποιαδήποτε μέτρα εναντίον της εκδοθείσας απόφασης και επίσης είχε αγνοηθεί και η αίτηση για απόφαση που είχε επιδοθεί στους εναγομένους.
- Στην υπόθεση Χατζηνικολάου ν Τράπεζας Κύπρου Λτδ,
(2001)1(Β) ΑΑΔ 1179, η ενάγουσα εφεσείουσα καταχώρησε στις 8/4/99 αγωγή. Λόγω παράλειψη της εφεσίβλητης - εναγομένης να καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης καταχώρησε αίτηση για απόφαση στις 29/4/
- Εξασφάλισε απόφαση ως η απαίτηση στις 10/5/
- Η εφεσίβλητη στις 12/5/99 καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης και στις 12/7/99 καταχώρησε αίτηση για ακύρωση της εκδοθείσας απόφασης. Το πρωτόδικο δικαστήριο παραμέρισε την εκδοθείσα απόφαση αφού έκρινε ότι είχε αποδειχθεί πιθανή καλή υπεράσπιση και περαιτέρω κατέληξε ότι δεν προκύπτει οποιαδήποτε διαγωγή που να πλήττει την ταχεία απονομή της δικαιοσύνης.
- Στην προκείμενη περίπτωση όπως διαφαίνεται από το σύνολο των γεγονότων το κλητήριο ένταλμα επιδόθηκε στην εναγομένη 6 - αιτήτρια στις 10.8.
- Παρέλειψε να καταχωρήσει εμφάνιση εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας. Στις 2.9.2014 καταχωρήθηκε αίτηση για απόφαση λόγω της πιο πάνω παράλειψης της και έτσι στις 22.11.2013 εκδόθηκε η πιο πάνω απόφαση εναντίον της. Η παρούσα αίτηση καταχωρήθηκε στις 22.6.2015, δηλαδή 22 περίπου μήνες μετά την επίδοση και 19 περίπου μήνες μετά την έκδοση απόφασης. Με βάση τα πιο πάνω διαφαίνεται ότι η αιτήτρια αδιαφόρησε από την επίδοση του κλητηρίου σ΄αυτήν μέχρι την ημερομηνία καταχώρισης της επίδικης αίτησης. Παρέλειψε να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου τέτοια γεγονότα που να δικαιολογούν το χρόνο που διέρρευσε. Η όλη συμπεριφορά της ήταν ασύγγνωστη, πλήττει την ταχεία απονομή της Δικαιοσύνης και καθάπτεται της δικαστικής διαδικασίας προσλαμβάνουσα μορφή καταφρόνησης.
- Για όλους τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των καθ' ων η αίτηση και εναντίον της αιτήτριας, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.): .................................... Ηλ. Γεωργίου, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΑ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο