ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΑ ΛΤΔ ν. BERRIMAN PROPERTIES (OVERSEAS) LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 2291/2013, 10/3/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2016:A40 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Γ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2291/2013 Μεταξύ: ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΑ ΛΤΔ Ενάγουσας/Καθ΄ης η Αίτηση και
- BERRIMAN PROPERTIES (OVERSEAS) LTD
- M.C. DEVELOPERS LTD
- MARIA BERRIMAN
- ZOE GEORGHIOU Εναγόμενης 4/Αιτήτριας Ημερομηνία:10.03.2016 Εμφανίσεις: Για την ενάγουσα/καθ΄ης η αίτηση: Ο κ. Β. Α. Λοϊζου για Ανδρέας Β. Ζαχαρίου & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Για την εναγόμενη 4/αιτήτρια: Ο κ. Λ. Γ. Λουκαϊδης Α Π Ο Φ Α Σ Η (Σε αίτηση για παραμερισμό ή/και ακύρωση απόφασης του Δικαστηρίου) Η ενάγουσα/ καθ΄ης η αίτηση την 22.11.2013 εξασφάλισε απόφαση στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή εναντίον της εναγόμενης 4 στην απουσία της καθώς δεν είχε καταχωρίσει Σημείωμα Εμφάνισης. Η απόφαση διαλάμβανε όπως η εναγόμενη 4 πληρώσει στους ενάγοντες το ποσό των €219.795,80σ. με τόκο προς 12% ετησίως από 1.04.2013 μέχρι εξοφλήσεως με κεφαλαιοποίηση του τόκου την 01.
- και 01.07 εκάστου έτους. Η εναγόμενη καταδικάστηκε και στα έξοδα τα οποία ανέρχονταν στο ποσό των €1.385,00 με τόκο 5.5% ετησίως επί του ποσού των €1.326,00 από 21.06.2013 μέχρι εξοφλήσεως πλέον ΦΠΑ και €11.00 έξοδα επίδοσης. Σημειώνω ότι μεταγενέστερα εκδόθηκε απόφαση και εναντίον των εναγομένων 1, 2 και 3 για τον ίδιο λόγο της μη καταχώρισης δηλαδή εκ μέρους τους Σημειώματος Εμφάνισης. Η εναγόμενη 4 την 22.06.2015 καταχώρισε την παρούσα αίτηση με την οποία επιζητεί διάταγμα με το οποίο να διατάσσεται ή και να επιτρέπεται ο παραμερισμός της απόφασης που εκδόθηκε εναντίον της την 22.11.
- Σύμφωνα με τη νομική βάση της αίτησης αυτή βασίζεται στην Διαταγή 26 Θεσμός 14 και στις αντίστοιχες αρχές του αγγλικού κοινοδικαίου για παρόμοια πρόνοια 14 (Ε.27,15) στη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου και στις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. Το πραγματικό υπόβαθρο της αίτησης στηρίζεται στην ένορκη δήλωση της ίδιας του εναγόμενης 4 η οποία δηλώνει διευθύντρια και μέτοχος στην εναγόμενη 1 εταιρεία. Δηλώνει περαιτέρω ότι κατοικεί από το 1992 στο χωριό Μαζωτός της Επαρχίας Λάρνακας και η διεύθυνση της ήταν πάντα γνωστή στην ενάγουσα τράπεζα σε όλες της τις συναλλαγές. Οι εναγόμενες εταιρείες 1 και 2 διατηρούσαν γραφείο μέχρι τον Μάιο του 2012 οπόταν έκλεισε με διάταγμα του δικαστηρίου. Γι' αυτό πιστεύει ότι οποιαδήποτε επίδοση στις εν λόγω εταιρείες αποδίδεται στον χρόνο μετά τον Μάιο του 2012 δεν μπορεί να έγινε. Σε συνεννόηση με τον δικηγόρο της μελετά και πιθανή έλλειψη ευθύνης των πιο πάνω εταιρειών σχετικά με το χρέος που αναφέρεται στην αγωγή. Η πιο πάνω αγωγή ουδέποτε της επιδόθηκε και ουδέποτε εξουσιοδότησε οποιοδήποτε πρόσωπο να δεχθεί γι΄αυτήν επίδοση. Δεν γνώριζε τίποτα περί της εν λόγω αγωγής μέχρι πρόσφατα που πληροφορήθηκε για αυτή με e-mail που της στάλθηκε αντίγραφο από την ενάγουσα τράπεζα μετά από μια τηλεφωνική επικοινωνία που είχε με τον κ. Δημήτρη Δημητρίου της Τράπεζας σχετικά με άλλο θέμα. Αμέσως μετά επικοινώνησε με τον δικηγόρο της ο οποίος ετοίμασε την επισυνημμένη αίτηση παραμερισμού της απόφασης λόγω μη επίδοσης στην ίδια ή σε άλλο εξουσιοδοτημένο από αυτή πρόσωπο. Όπως την συμβουλεύει ο δικηγόρος της έχει καλή υπεράσπιση διότι εν πάση περιπτώσει το χρέος το οποίο ζητείται από αυτήν είναι χρέος του νομικού προσώπου των τραπεζών και όχι της ίδιας προσωπικά. Η ενάγουσα/ καθ΄ης η αίτηση καταχώρισε ειδοποίηση περί της προθέσεως ενστάσεως της η οποία βασίζεται στους Διαδικαστικούς Κανονισμούς της Πολιτικής Δικονομίας Δ.2 Κ.2,3, Δ.5 Κ. 9, 10, Δ.5 Α, Δ.6 Κ.1 (θ), Δ.17 Κ. 10, Δ.26 Κ. 14, Δ.39 Κ.2, Δ.48 Κ. 1,2,3,4
(1),5,6,7,8 και 9, στο άρθρο 31 του Περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν.14/1960), στο άρθρο 30 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας και στις συμφυείς και γενικές εξουσίες του Δικαστηρίου. Προβάλλονται οι ακόλουθοι λόγοι ένστασης: «
- Η αίτηση είναι νομικά και ουσιαστικά αβάσιμη και αστήρικτη.
- Η αιτήτρια δεν νομιμοποιείται και/ή δικαιούται στην αιτούμενη θεραπεία
- Η αίτηση είναι παράτυπη, αντικανονική και άνευ αντικειμένου.
- Η αίτηση είναι καταχρηστική.
- Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου Διατάγματος.
- Η αιτήτρια δεν έχει εκ πρώτης όψεως συζητήσιμη, καλή ή οιανδήποτε Υπεράσπιση.
- Το Κλητήριο Ένταλμα επιδόθηκε στην αιτήτρια νόμιμα και κανονικά την 10.08.
- Το Κλητήριο Ένταλμα επιδόθηκε στην εναγόμενη 1 την 07.03.2014 μέσω επίδοσης στην αιτήτρια, η οποία είναι διευθύντρια της εναγόμενης
- Η αίτηση υποβλήθηκε αδικαιολόγητα καθυστερημένα.» Το πραγματικό υπόβαθρο της ένστασης εκτίθεται σε ένορκη δήλωση της κας Σοφίας Δημητρίου υπαλλήλου των εναγόντων, η οποία δηλώνει ότι γνωρίζει τα γεγονότα της υπόθεσης προσωπικά από τον φάκελο της υπόθεσης, από πληροφορίες που έλαβε από συναδέλφους της και έτυχε και νομικής συμβουλής από τους δικηγόρους της καθ΄ης η αίτηση σε σχέση με τα νομικά ζητήματα, είναι δε δεόντως εξουσιοδοτημένη από την καθ΄ης η αίτηση για να προβεί στην παρούσα ένορκη δήλωση. Δηλώνει ότι έχει διαβάσει την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση και διαφωνεί πλήρως με το περιεχόμενο της. Υιοθετεί τους λόγους ένστασης και αναφέρεται στα γεγονότα της υπόθεσης όπως για την επίδοση που έγινε για την αιτήτρια στον πατέρα της με τον οποίο συγκατοικούσε και η οποία έτσι έγινε καθόλα νομότυπα και κανονικά. Η επίδοση στην εταιρεία 1 έγινε στην ίδια και ως εκ τούτου εμποδίζεται να ισχυρίζεται όσα ισχυρίζεται στην ένορκη δήλωση της. Τα όσα η αιτήτρια ισχυρίζεται για την επίδοση είναι εκ των υστέρων σκέψεις της με σκοπό να αποφύγει τις υποχρεώσεις της προς την καθ΄ης η αίτηση. Η αιτήτρια έλαβε γνώση της αγωγής από 10.08.2013 και ουδέποτε αντέδρασε. Αντέδρασε δε μόνο όταν οχλήθηκε από την ενάγουσα και τους υπαλλήλους της. Τα όσα δε αναφέρει ως καλή ή συζητήσιμη ή εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση σε καμιά περίπτωση δεν μπορούν να εκληφθούν ως τέτοια. Η αιτήτρια εγγυήθηκε τις υποχρεώσεις της εναγόμενης 1 δυνάμει εγγύησης με ημερομηνία 20.05.2011 και ως εκ τούτου εμποδίζεται από του να προβαίνει στους εν λόγω ισχυρισμούς οι οποίοι αποτελούν προϊόν υστέρας σκέψεως με σκοπό την αποφυγή των υποχρεώσεων της προς την καθ΄ης η αίτηση. Η αιτήτρια δεν δικαιολογεί την καθυστερημένη εμφάνιση της και ως εκ τούτου δεν θα ήταν δίκαιο να ακυρωθεί η νομότυπα εκδοθείσα και τελεσίδικη απόφαση με αποτέλεσμα να ανατραπεί η όλη διαδικασία. Οι δύο πλευρές δεν θεώρησαν σκόπιμο να αντεξετάσουν για οποιονδήποτε ισχυρισμό από αυτούς που προβάλλονται στις ένορκες δηλώσεις. Ο κ. Λ. Λουκαϊδης, στη σύντομη αλλά περιεκτική προφορική εισήγηση του στο Δικαστήριο, ουσιαστικά εισηγήθηκε την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ του αιτήματος καθώς η επίδοση δεν έγινε στην ίδια την αιτήτρια προσωπικά αλλά στον πατέρα της. Αναγνώρισε ταυτόχρονα ότι αυτό γίνεται αποδεκτό από τους Θεσμούς μας και από τη νομολογία και δεν είναι μεμπτό. Αλλά θα πρέπει το Δικαστήριο, ανέφερε, λαμβάνοντας υπόψη αυτό το γεγονός υπόψη και ότι ενήργησε αμέσως μετά που πληροφορήθηκε για την έκδοση απόφασης εναντίον της να της δώσει την ευχέρεια να ακουστεί. Εισηγήθηκε ότι στη βάση της Δ.26 Θ.14, στην οποία στηρίζεται η αίτηση, θα μπορούσε να κριθεί ως κατάλληλη περίπτωση και να εκδώσει το διάταγμα που αιτείται. Ακόμα, το Δικαστήριο δεν θα πρέπει να λάβει υπόψη την επίδοση που έγινε στην ίδια διότι αυτή αφορούσε την εναγόμενη 1 εταιρεία και όχι την ίδια προσωπικά. Εισηγήθηκε περαιτέρω, ότι ενόψει των γεγονότων της υπόθεσης: (α) δεν θα ήταν ηθικά ορθό να παραμείνει σε ισχύ η απόφαση, (β) μόλις η αιτήτρια έλαβε γνώση της απόφασης έλαβε μέτρα για την ακύρωση της, (γ) είναι άδικο να επιβαρυνθεί η αιτήτρια με ένα τόσο μεγάλο ποσό που αφορά η απόφαση χωρίς να ακουστεί. Ο κ. Λοίζου, πέραν της υιοθέτησης των όσων αναφέρει στη γραπτή του εισήγηση, σχολιάζοντας τα πιο πάνω λεχθέντα εκ μέρους της άλλης πλευράς, εισηγήθηκε ότι η αιτήτρια στην παρ. 2 της ένορκης δήλωσης της παραδέχεται ουσιαστικά την ορθή επίδοση, εφόσον δηλώνει ως διεύθυνση της την ίδια όπως και αυτή του πατέρα της με τον οποίο συγκατοικούσαν. Δεν μπορεί να ισχυρίζεται ότι πρόσφατα έλαβε γνώση της αγωγής όταν ήδη από την 7.03.2014 είχε επιδοθεί στην ίδια η αγωγή για την εναγόμενη 1 εταιρεία της οποίας είναι η διευθύντρια και δεν έλαβε μέτρα ούτε γι΄αυτήν ούτε και προσωπικά για τον εαυτό της αφού παρουσιάζονται μαζί ως εναγόμενες στο ίδιο κλητήριο. Τέλος, η αιτήτρια δεν αντίκρουσε τους ισχυρισμούς της καθ΄ης αίτηση και αυτοί παρέμειναν αναντίλεκτοι. Εισηγήθηκε όπως η αίτηση απορριφθεί με έξοδα σε βάρος της αιτήτριας. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ: Παρόλο ότι θα έπρεπε να είχε συμπεριληφθεί στη νομική βάση της αίτησης η Δ.17 Θ. 10 ως ειδικότερης διάταξης και ως προς αυτό συμφωνώ με την πλευρά της καθ΄ης η αίτηση, καθώς τα γεγονότα της υπόθεσης συνάδουν με τις πρόνοιες αυτής της διάταξης, εφόσον η υπόθεση εναντίον της εναγόμενης 4 οδηγήθηκε σε απόδειξη της αξίωσης της ενάγουσας και έκδοση απόφασης εναντίον της λόγω της μη καταχώρησης εμφάνισης εκ μέρους της, εντούτοις δεν θα συμφωνήσω ότι θα πρέπει να απορριφθεί η αίτηση ως νομικά αβάσιμη εξ αυτού του λόγου αλλά θα προχωρήσω και θα την εξετάσω λαμβάνοντας υπόψη τη νομική βάση στην οποία αυτή βασίζεται. Η αίτηση επομένως θα εξετασθεί κάτω από τις πρόνοιες της Διαταγή 26 Θ. 14 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών η οποία προνοεί τα ακόλουθα: «Οιαδήποτε απόφαση κατόπιν παραλείψεως είτε σύμφωνα με αυτή τη Διάταξη ή κάτω από οποιανδήποτε άλλη των κανονισμών αυτών, μπορεί σε κατάλληλη περίπτωση να παραμερισθεί από το Δικαστήριο κάτω από τέτοιους όρους ως προς τα έξοδα, ή όπως θα κρίνει το Δικαστήριο.» Στην υπόθεση Burns v. Kondel [1971] LI.L.Rep. Volume 1,554 o Λόρδος Denning, αναφερόμενος στους νέους Αγγλικούς Θεσμούς Order 13,r.9 είπε τα ακόλουθα: - «we are know that in the ordinary way the Court does not set aside a judgment in default unless there is an affidavit showing a defence on the merits. That does note mean that the defendant must show a good defence on the merits. He need only show a defence which discloses an arguable or friable issue.» Ο διάδικος εναντίον του οποίου εκδόθηκε απόφαση δεν πρέπει να αποκλείεται από του να παρουσιάσει την υπόθεση του στο Δικαστήριο, εάν έχει «εκ πρώτης όψεως» υπεράσπιση ή «συζητήσιμο θέμα». Οι φράσεις αυτές έχουν ερμηνευθεί στις υποθέσεις Sidnell v. Wilson & Others [1966] 1All E.R. 681, σελ. 686, Land Securities Plc v. Receiver for the Metropolitan Police District [1983] 3 All E.R.
- Η νομολογία μας είναι πλούσια σε σχέση με το εξεταζόμενο ζήτημα τόσο σε σχέση με τη Δ.26 Θ. 14 στην οποία βασίζεται η παρούσα αίτηση, όσο και σε σχέση με τη Δ.17 Θ. 10 όπου κατά βάση εφαρμόζονται οι ίδιες αρχές. Στην πρόσφατη απόφαση Ανδρέας Ψαράς v. Ιωάννης Γιάγκου, Πολ. Έφεση Αρ. 35/2010 ημερ. 21.05.2015 επαναλήφθηκαν οι αρχές που διέπουν το ζήτημα: «Η ακύρωση απόφασης που εκδίδεται στην απουσία διαδίκου αποτελεί ζήτημα το οποίο εμπίπτει εντός της διακριτικής ευχέρειας του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Οι αρχές με βάσει τις οποίες ασκείται η σχετική διακριτική ευχέρεια συνοψίστηκαν στην υπόθεση Φυλακτού κ.α. v. Μιχαήλ,
(1982)1 ΑΑΔ 204, 210, ως ακολούθως σε μετάφραση: «Κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας το Δικαστήριο πρέπει να προσπαθεί να ισοζυγίζει δύο παράγοντες οι οποίοι είναι θεμελιώδεις για την απονομή της δικαιοσύνης. Την ανάγκη αποτελεσματικής διασφαλίσεως από τη μια του δικαιώματος ακροάσεως του διαδίκου και την ανάγκη διασφαλίσεως ταχείας διεκπεραιώσεως των δικαστικών υποθέσεων, από την άλλη. Η ταχεία διεκπεραίωση δικαστικών υποθέσεων δεν αποτελεί απλώς ζήτημα ευχέρειας αλλά ένα καθ΄όλα αποφασιστικό παράγοντα για την αποτελεσματική διεκδίκηση των δικαιωμάτων των πολιτών. Αυτή η αρχή είναι στενά συνδεδεμένη με ένα άλλο παράγοντα ο οποίος είναι εξίσου σημαντικός για την απονομή της δικαιοσύνης, δηλαδή την ανάγκη να υποστηριχθεί η τελεσιδικία. Εάν επιτραπεί σε ένα διάδικο εύκολα να επανανοίγει την υπόθεση του, η σφραγίδα της τελεσιδικίας με όλες τις συνέπειες που επιφέρει, και η βεβαιότητα που ενέχει στην διαχείριση των ανθρωπίνων υποθέσεων, θα εξαφανισθούν με σοβαρές συνέπειες στην απονομή της δικαιοσύνης (βλ. παρατηρήσεις του Λόρδου Δικαστή Megaw στην Lambert v. Mainland Market [1977] 2 All E.R. 826,833). " Το αποτέλεσμα της νομολογίας είναι ότι το Δικαστήριο δεν πρέπει να εφευρίσκει τρόπους αφαίρεσης από τους διαδίκους του δικαιώματος τους να ακουστούν στην υπόθεση τους εφόσον αποκαλύπτουν υπεράσπιση. Ωστόσο το Δικαστήριο, μπορεί, οπωσδήποτε, να αρνηθεί να επανανοίξει μια υπόθεση εάν η συμπεριφορά ενός διαδίκου είναι τέτοια που πλήττει τα θεμέλια της απονομής της δικαιοσύνης. Οσάκις η διαγωγή του διαδίκου ο οποίος αιτείται παραμερισμό απόφασης δεν δύναται να συγχωρεθεί λόγω εμφανούς καταφρονήσεως της δικαστικής διαδικασίας ή των δικαιωμάτων του αντιδίκου το Δικαστήριο μπορεί κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας να αρνηθεί ακύρωση της απόφασης.» Επομένως καθήκον του Δικαστηρίου είναι να εξισορροπήσει, υπό τις περιστάσεις κάθε υπόθεσης, ανάμεσα σε δύο ανάγκες, αφενός την ανάγκη για τελεσιδικία των αποφάσεων και αφετέρου την ανάγκη να μην αποστερηθεί άδικα του δικαιώματος του να ακουστεί ένας διάδικος. Όπως δε λέχθηκε στην Νεάρχου v. Χαραλάμπους,
(1991)1 ΑΑΔ 954: «Το Δικαστήριο έχει διακριτική εξουσία να παραμερίσει και ή ακυρώσει απόφαση που εκδόθηκε λόγω παραλείψεως του διαδίκου να καταχωρίσει την απάντηση του (επρόκειτο για υπόθεση του Δικαστηρίου ελέγχου ενοικιάσεων). Η εξουσία αυτή όμως δεν ασκείται επί ματαίω. Ασκείται υπέρ του αιτητή εάν θα εξυπηρετηθεί χρήσιμος σκοπός επίλυσης διαφορών των διαδίκων στις περιπτώσεις που υπάρχει υπεράσπιση ή συζητήσιμο σημείο εκ πρώτης όψεως.» Προς υποστήριξη του ισχυρισμού της η αιτήτρια ότι έχει εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση, ισχυρίζεται τα ακόλουθα εν πρώτοις στην παρ. 3 της ένορκης δήλωσης της: «Σε συνεννόηση με το δικηγόρο μου μελετώ και πιθανή έλλειψη ευθύνης των πιο πάνω εταιρειών σχετικά με το χρέος που αναφέρεται στην αγωγή.» Στη δε παρ. 7 της ένορκης δήλωσης της: «Όπως με συμβουλεύει ο δικηγόρος μου έχω καλή υπεράσπιση διότι εν πάση περιπτώσει το χρέος το οποίο ζητείται από εμένα είναι χρέος του νομικού προσώπου των τραπεζών και όχι εμένα προσωπικά.» Σε σχέση με τον πρώτον ισχυρισμό, αν αντιλήφθηκα καλά, εκτός από την προσωπική της ευθύνη που πιθανόν να ελλείπει, εξετάζει και το ενδεχόμενο να μην έχουν και οι εναγόμενες 1 και 2 τέτοια ευθύνη. Πρόκειται για παντελώς αόριστο ισχυρισμό ο οποίος δεν παραπέμπει οπουδήποτε, ανάγεται στο χώρο του υποθετικού και σε καμία περίπτωση δεν θα μπορούσε να συνιστά εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση. Σε κάθε περίπτωση η αίτηση δεν έγινε και από τις εναγόμενες 1 και 2. Παρόμοια και σε σχέση με τον ισχυρισμό της παρ. 7 όπου εκτός της δυσνόητης διατύπωσης του, και πάλι δεν μπορεί παρά να χαρακτηριστεί ως αόριστος ισχυρισμός και χωρίς τεκμηρίωση. Τα όσα επιπλέον ανέφερε ο κ. Λουκαϊδης κατά την αγόρευση του, σίγουρα δεν θα μπορούσαν να ληφθούν υπόψη εφόσον σύμφωνα και με την Federal Bank of Lebanon (SAL) v. Σιακόλα,
(2002)1 ΑΑΔ 223: «Εφόσον, όμως δεν υπήρχε ισχυρισμός και μαρτυρία επί του προκειμένου στην ένορκη δήλωση, τούτο δεν θα μπορούσε να συμπληρωθεί με την αγόρευση του δικηγόρου και να αποτελέσει λόγο επί του οποίου να βασίσει το Δικαστήριο την απόφαση του.» Διεξήλθα τα έγγραφα που είχαν επισυναφθεί στην ένορκη δήλωση με την οποία αποδείχθηκε η απαίτηση της ενάγουσας εναντίον της αιτήτριας. Η εναγόμενη 4 φαίνεται από το Τεκμ. Β, τη σύμβαση εγγύησης, ότι είχε εγγυηθεί τις υποχρεώσεις της εναγόμενης 1. Αυτήν την ιδιότητα της η αιτήτρια δεν την αμφισβήτησε με την ένορκη δήλωση της και οι μόνες παράγραφοι όπου προβάλλεται κάποιος ισχυρισμός και που θα μπορούσε να στηριχθεί η άποψη περί της ύπαρξης υπεράσπισης, την οποία ισχυρίζεται ότι διαθέτει, είναι αυτές τις οποίες μόλις πιο πάνω κατέγραψα αυτούσιες. Κρίνω ότι το περιεχόμενο αυτών, από μόνο του, χωρίς περαιτέρω στοιχειοθέτηση, δεν είναι αρκούντως ικανοποιητικό για να αποσείσει το βάρος που αναλογεί στην αιτήτρια, της απόδειξης δηλαδή συζητήσιμης ή καλής εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης. Είναι φανερό ότι οι περί του αντιθέτου ισχυρισμοί δεν έχουν έρεισμα στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης και κινούνται στη σφαίρα του υποθετικού, χωρίς τεκμηρίωση επί των συναφθεισών συμφωνιών, της ενημέρωσης που λάμβανε από την καθ΄ης η αίτηση και τους δικηγόρους της τα οποία επισυνάφθηκαν στην ένορκη δήλωση με την οποία αποδείχθηκε η απαίτηση της ενάγουσας εναντίον της και τα οποία λήφθηκαν ασφαλώς υπόψη από τον αδελφό δικαστή όταν τέθηκαν ενώπιον του και εξέδωσε την απόφαση του της 22.11.2013 εναντίον της. Σημειώνω, και είναι αξιοσημείωτο το γεγονός ότι η αιτήτρια δεν αρνείται αυτό καθ΄αυτό το χρέος προς την ενάγουσα, ισχυρίζεται όμως ότι αυτό, αν έχω αντιληφθεί καλά, με την πιο πάνω διατύπωση της παραγράφου 7 της ένορκης δήλωσης της, ότι αφορά τις εταιρείες εναγόμενες 1 και 2 για τις οποίες και πάλι εξετάζει το ενδεχόμενο να μην έχουν ευθύνη. Η αίτηση όμως δεν αφορά αυτές τις εναγόμενες εταιρείες εφόσον η αίτηση έγινε από την αιτήτρια/ εναγόμενη 1 προσωπικά και έτσι δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη η αναφορά της αυτή. Ως προς την ουσία του δε πρόκειται για αντιφατικό ισχυρισμό με όσα ισχυρίζεται πιο πάνω. Στην υπόθεση Πατούρης v. Hellenic Bank Ltd,
(2000)1ΑΑΔ 2118 πρωτόδικα η προβληθείσα υπεράσπιση του εφεσείοντος κρίθηκε ως «αοριστολογίες» και κατ΄έφεση ότι «Όντως το ακρασφαλές του βάθρου της υπεράσπισης του εφεσείοντος την καθιστά τρωτή σε βαθμό που να αναιρεί την υπόσταση της.» Στην ίδια πιο πάνω απόφαση λέχθηκαν και τα ακόλουθα: «Κανένα θετικό γεγονός δεν προβάλλεται στην ένορκη δήλωση του εφεσείοντος που να στοιχειοθετεί υπεράσπιση. Τούτο σε συνδυασμό με την απουσία ουσιαστικής αμφισβήτησης του προσαχθέντος εγγράφου που φέρει την υπογραφή του, απογυμνώνει την υπεράσπιση του νομιμοποιητικού ερείσματος. Ενέχει δυνητικά το στοιχείο της πειστικότητας∙ υπεράσπιση η οποία είναι λογικοφανής βασισμένη σε γεγονότα που την καθιστούν συζητήσιμη. Εφόσον η προβαλλόμενη υπεράσπιση έχει αυτά τα χαρακτηριστικά, καθίσταται συζητήσιμη. Όπου ελλείπει η αναγκαία θεμελίωση, η αίτηση απορρίπτεται.» Στην Καλλής v. Alpha Bank Ltd,
(2002)1AAΔ 793 και πάλι απορρίφθηκαν παρόμοιοι ισχυρισμοί όπως και πιο πάνω ότι συνιστούσαν εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση ή συζητήσιμο θέμα. Παρόμοια αντιμετωπίζονται και στην παρούσα υπόθεση οι συναφείς δύο αναφορές των παρ. 3 και 7 της ένορκης δήλωσης της αιτήτριας όπως τις κατέγραψα πιο πάνω, οι οποίοι προβάλλονται χωρίς οποιοδήποτε νομικό ή πραγματικό υπόβαθρο. Οι ισχυρισμοί που προβάλλει η αιτήτρια χαρακτηρίζονται από γενικότητα, είναι αστήρικτοι και αβάσιμοι και στερούνται αξιοπιστίας εφόσον δεν θεμελιώνονται πουθενά και δεν εμπεριέχουν επιπλέον κανένα βαθμό πειστικότητας. Καταλήγω ότι η αιτήτρια με όσα ελάχιστα έχει ισχυριστεί στην ένορκη δήλωση της δεν απέσεισε το βάρος απόδειξης που φέρει στους ώμους της για απόδειξη ότι έχει καλή υπεράσπιση ούτε και παρέσχε οποιαδήποτε στοιχεία τα οποία να δικαιολογούν το επανάνοιγμα της υπόθεσης. Σε σχέση με τον παράγοντα του χρόνου που παρήλθε μέχρι την καταχώρηση της παρούσας αίτησης επαναλαμβάνω ότι η αγωγή επιδόθηκε στον πατέρα της αιτήτριας Γεώργιο Γεωργίου την 10.08.2013. Η επίδοση θεωρείται καλή από τους θεσμούς μας (βλ. Δ.5 Θ. 2), εφόσον δηλώθηκε και δεν αμφισβητήθηκε ότι η εναγόμενη 4 συγκατοικούσε κατά το χρόνο της επίδοσης με τον πατέρα της Γεώργιο Γεωργίου, και σαν μέλος της οικογένειας που να φαίνεται ότι είναι άνω των 16 ετών που ήταν ο πατέρας της, θεωρείται ότι επίδοση που του έγινε ήταν καλή και νομότυπη (βλ. Δωρίτης v. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ,
(2012)1 ΑΑΔ σελ. 314) στην οποία με παρέπεμψε ο ευπαίδευτος κ. Λοϊζου και όπου η επίδοση είχε γίνει στην μητέρα του εφεσείοντος και δεν κρίθηκε μεμπτή. Έκτοτε και μέχρι που καταχώρησε την παρούσα αίτηση δεν ενδιαφέρθηκε και δεν ενεργοποιήθηκε με σκοπό να λάβει μέτρα προς υπεράσπιση της. Στην ίδια την εναγόμενη 4 επιδόθηκε η ίδια αγωγή που αφορούσε την εναγόμενη 1 εταιρείας της ως διευθύντριας της την 7.03.2014. Στο δικόγραφο που της επιδόθηκε φαίνεται καθαρά ότι είναι και η ίδια εναγόμενη προσωπικά ως εναγόμενη 4, και πάλι επέδειξε πλήρη αδράνεια για την διασφάλιση των όποιων συμφερόντων είτε της εναγόμενης 1 είτε τα δικά της. Σημειώνω εδώ ότι η ένορκη δήλωση με την οποία υποστηρίζει την αίτηση είναι συνταγμένη στην ελληνική γλώσσα. Πουθενά δεν ισχυρίζεται ότι δεν γνώριζε τη γλώσσα στην οποία είναι συνταγμένο το δικόγραφο, κατά συνέπεια θα έπρεπε να είχε αντιληφθεί το περιεχόμενο του και να ενεργούσε σύμφωνα με τις προθεσμίες που καταγράφονται σε αυτό και προνοούνται από τους Διαδικαστικούς Κανονισμούς μας. Από της έκδοσης της απόφασης μέχρι να καταχωρήσει την αίτηση της αυτή παρήλθαν σχεδόν 20 μήνες και για όλο αυτό το χρονικό διάστημα σε καμιά ενέργεια προέβη όπως αναφέρθηκε πιο πάνω. Δεν προβάλλει ισχυρισμό ότι ο πατέρας της δεν την ενημέρωσε για την επίδοση σε αυτόν του κλητηρίου της αγωγής που την αφορούσε. Προβάλλει αόριστα ότι δεν επιδόθηκε σε εξουσιοδοτημένο υπό αυτής πρόσωπο. Αρκούσε όμως το γεγονός ότι επιδόθηκε σε ενήλικο πρόσωπο με το οποίο συγκατοικούσε. Δεν αρνείται την αλήθεια όσων ο επιδότης σημείωσε στην ένορκη δήλωση του για την επίδοση ότι συγκατοικούσε με τον πατέρα της όταν του έγινε η επίδοση γι΄αυτήν. Ούτε εξηγεί τι έκανε όταν παρέλαβε την αγωγή που αφορούσε την εναγόμενη 1 και της επιδόθηκε ως διευθύντριας της και στην οποία κατονομάζεται και η ίδια ως μια εκ των εναγομένων. Πλήρης αδράνεια. Καταφρονητική αναμφίβολα ως προς τις διαδικασίες του Δικαστηρίου. Ούτε και τίθεται ζήτημα παραμερισμού της απόφασης ex debito justitiae, εφόσον καμιά παράβαση ουσιώδους διαδικασίας υπήρξε αφού η επίδοση του κλητηρίου στον πατέρα της αιτήτριας έγινε νόμιμα και κανονικά και σύμφωνα με τους Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς. Στην υπόθεση Mine & Quarry Services Ltd v. Γεωργίου,
(1993)1 ΑΑΔ 2 αναφέρθηκε ότι ο εφεσίβλητος είχε το βάρος απόδειξης του ισχυρισμού του ότι δικαιολογημένα καθυστέρησε να αποταθεί στο Δικαστήριο και θα μπορούσε προς τούτο να προσάξει και προφορική μαρτυρία έτσι ώστε να αποσείσει το βάρος απόδειξης που έχει στους ώμους του και να μην αφήσει συγκρουόμενους ισχυρισμούς μεταξύ των διαδίκων. Στην υπόθεση Salamis Shipping Services Ltd v. Bata (Cyprus) Ltd,
(2004)1 AAΔ.941 λέχθηκε ότι σημασία έχει η άμεση και χωρίς χρονοτριβή ενέργεια του εναγόμενου που μαθαίνει για την έκδοση απόφασης εναντίον του. Στη προκείμενη περίπτωση αναφέρει και πάλι αόριστα ότι πληροφορήθηκε από την καθ΄ης η αίτηση διά του Δημήτρη Δημητρίου όταν είχε ¨πρόσφατα¨ τηλεφωνική επικοινωνία μαζί του. Αφήνει το ζήτημα της πληροφόρησης της και πάλι αόριστο και χωρίς ακριβή προσδιορισμό για να ελεγχθεί πόσο γρήγορα ενήργησε. Προκαλεί πράγματι απορία όταν της είχε επιδοθεί μια αγωγή για ένα τόσο μεγάλο ποσό να επέδειξε πλήρη αδράνεια και να έρχεται εκ των υστέρων να επιζητεί την ανατροπή της δικαστικής διαδικασίας. Κρίνω ότι δεν παρέχονται επαρκείς, ικανοποιητικοί και πειστικοί λόγοι για την αδράνεια αυτή εκ μέρους της. Κατά συνέπεια δεν δικαιολογήθηκε η καθυστέρηση που παρατηρήθηκε μέχρι να καταχωρηθεί η αίτηση. Η συμπεριφορά της από της επίδοσης της αγωγής κρίνεται αδικαιολόγητη και προσβλητική σε βαθμό καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας και των δικαιωμάτων της καθ΄ης η αίτηση. Στην υπόθεση Γιωργαλλίδης v. Ταπελογραφείο Κώστας Παύλου & Σία Λτδ,
(2000)1 ΑΑΔ 1101 αποφασίστηκε ότι ο εφεσείων δε θεμελίωσε καλή υπεράσπιση και επιπλέον κρίθηκε πως η καθυστέρηση 2,5 περίπου μηνών που σημειώθηκε από την έκδοση της δικαστικής απόφασης μέχρι την καταχώρηση της αίτησης παραμερισμού παρέμεινε εντελώς ανεξήγητη. Στην υπόθεση K.C.P. Commission Agents & Importers Ltd κ.α. v. Ανδρέα Μιχαήλ, Εμπορευόμενου υπό την Εμπορική Επωνυμία Vasco Trading House,
(1993)1 ΑΑΔ 415 κατατέθηκε αίτηση για παραμερισμό της απόφασης που είχε εκδοθεί 38 ημέρες μετά την έκδοση της. Ο λόγος που δεν καταχωρήθηκε εμφάνιση, ο οποίος εξετάστηκε κατ΄ έφεση εφόσον δεν εξετάστηκε πρωτόδικα, ήταν η προβολή ισχυρισμού ότι: «.η εφεσείουσα 2 παρέδωσε το κλητήριο ένταλμα της αγωγής (που επιδόθηκε την προτεραία) με το διοριστήριο του δικηγόρου της για να του τα παραδώσει την επόμενη που θα πήγαινε στη Λεμεσό. Τα ξέχασε όμως στο αυτοκίνητο του όπου έμειναν για αρκετές ημέρες. Η εφεσείουσα 2 τίποτε δεν έκαμε για να εξακριβώσει την τύχη των εγγράφων που έστειλε ή της ίδιας της υπόθεσης της. Δεν επικοινώνησε με το δικηγόρο της και δεν εξήγησε γιατί δεν προέβη σε αυτή την απλή ενέργεια που θα αναμενόταν λογικά. Το ενδιαφέρον των εφεσειουσών εκδηλώθηκε όταν αντιμετώπιζαν τις συνέπειες πτωχευτικής διαδικασίας που άρχισε εναντίον τους ο εφεσίβλητος .Υπό τις περιστάσεις είναι φανερό ότι οι εφεσείουσες δεν αιτιολόγησαν την απραξία τους σε βαθμό που ο εφεσίβλητος θα πρέπει να στερηθεί των ευεργετημάτων που του παρέχει η νομότυπη απόφαση που εξασφάλισε προς όφελος του.» Παρόμοια και στην υπόθεση Milouca Motor Trading Ltd v. Χρύσανθου Κούρτη,
(1997)1 ΑΑΔ 941 όπου εννέα μήνες μετά την εκδοθείσα απόφαση και όταν οι εναγόμενοι βρέθηκαν αντιμέτωποι με μέτρα εκτέλεσης αποτάθηκαν με αίτηση παραμερισμού της. Είχαν δώσει ως εξήγηση για την μη εμφάνιση τους ότι: «Μετά την παραλαβή της, η αίτηση καταχωρίστηκε σε κάποιο φάκελο και ξεχάστηκε» Κρίθηκε ότι η εξήγηση που δόθηκε δεν μειώνει την έλλειψη ενδιαφέροντος, που υποδηλώνει η διαγωγή των εφεσειόντων, για την τύχη της αγωγής. Κρίθηκε ότι ορθά είχε επισημάνει το πρωτόδικο Δικαστήριο ότι η παροχή εξηγήσεων για την παράλειψη του εναγομένου να εμφανιστεί δεν ισοδυναμεί με την αιτιολόγηση της καθυστέρησης, πολύ δε λιγότερο με τη συγχώρηση της.» Παρόμοια αποφασίστηκε το ζήτημα της καθυστέρησης και στην υπόθεση Αργυρού v. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ,
(2005)1 ΑΑΔ 229 όπου η εφεσείουσα ενδιαφέρθηκε για την υπόθεση της μόνο αφού έλαβε γνώση μέτρων εκτέλεσης της εκδοθείσας εναντίον της απόφασης. Τέλος στην Φραντζής v. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ,
(1996)1 Β ΑΑΔ 1094 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Η απλή εξήγηση της καθυστέρησης δεν συνιστά και ικανοποιητική δικαιολόγηση της. Πολύ περισσότερο όταν το Δικαστήριο χαρακτηρίζει τις δοθείσες δικαιολογίες αδύναμους ισχυρισμούς. Ο εφεσείων είχε το βάρος απόδειξης του ισχυρισμού του ότι δικαιολογημένα καθυστέρησε να αποταθεί όπως απαιτείται από τη Δ.48,Θ.4». Στην προκείμενη περίπτωση παρατηρώ ότι καμιά τέτοια προσπάθεια δεν καταβλήθηκε για να δικαιολογηθεί η καθυστέρηση. Η μόλις πρόσφατη πληροφόρηση της από υπάλληλο της καθ΄ης η αίτηση και πάλι προβλήθηκε αόριστα και χωρίς χρονικό προσδιορισμό έτσι που να μπορεί να αξιολογηθεί στη βάση του πιο πάνω πλαισίου. Για τον λόγο και μόνο λοιπόν της φανερά επιδειχθείσας αδιαφορίας στην λήψη των αναγκαίων διαδικαστικών διαβημάτων πριν την έκδοση της απόφασης και της παντελούς έλλειψης ενδιαφέροντος εκ μέρους της αιτήτριας για μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την επίδοση σε αυτήν της αγωγής και ως εκ τούτου την φανερή εκ μέρους της περιφρόνηση των δικαστικών διαδικασιών, θα απέρριπτα το αίτημα της. Η αίτηση επομένως απορρίπτεται καθότι δεν εκπληρώνεται στην παρούσα περίπτωση καμιά από τις προϋποθέσεις που έταξε η νομολογία μας. Η αιτήτρια δεν κατάφερε να αποδείξει κανένα από τα στοιχεία που απαιτούνται για την θετική αντίκριση του αιτήματος της. Επιδικάζονται έξοδα υπέρ της ενάγουσας/ καθ΄ης η αίτηση και εναντίον της εναγόμενης 4/ αιτήτριας όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.)........................................................ Χρήστος Γ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο