← Κύπρος

ΚΟΚΙΤΑ (ΕΡΓΟΣΤΑΣΙΟ ΖΩΟΤΡΟΦΩΝ) ΛΤΔ ν. Κύπρος Χρυσοστόμου Λίμιτεδ, Αρ. Αγωγής: 2400/12, 23/3/2016

ΚΟΚΙΤΑ (ΕΡΓΟΣΤΑΣΙΟ ΖΩΟΤΡΟΦΩΝ) ΛΤΔ ν. Κύπρος Χρυσοστόμου Λίμιτεδ, Αρ. Αγωγής: 2400/12, 23/3/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2016:A51 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Παπάμιχαηλ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2400/12 ΚΟΚΙΤΑ (ΕΡΓΟΣΤΑΣΙΟ ΖΩΟΤΡΟΦΩΝ) ΛΤΔ Ενάγοντες και Κύπρος Χρυσοστόμου Λίμιτεδ Εναγόμενοι Ημερομηνία: 23.3.

  1. Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες: κ. Χ. Κυριακίδης (για να ακούσει απόφαση η κα Κ. Χατζηαναστάση). Για τους Εναγόμενους: κ. Κ. Δημοσθένους (για να ακούσει απόφαση η κα Β. Καλλή). ΑΠΟΦΑΣΗ Οι Ενάγοντες αξιώνουν την καταβολή ποσού €567.989,25 ως ποσό οφειλόμενο για πώληση κτηνοτροφικών προϊόντων στους Εναγόμενους και/ή ως υπόλοιπο τιμολογίων και/ή λογαριασμού. Η συνεργασία των διαδίκων άρχισε από το 2008 και στις 11.6.12 που εγέρθηκε η αγωγή το οφειλόμενο υπόλοιπο των Εναγομένων προς τους Ενάγοντες ήταν €567.989,
  2. Οι Εναγόμενοι παραδέχονται στην έκθεση υπεράσπισης τους την εμπορική συνεργασία που είχαν με τους Ενάγοντες αλλά ισχυρίζονται ότι ουδέν ποσόν οφείλουν και περαιτέρω ότι: (α) οι Ενάγοντες εξέδιδαν τιμολόγια κατά παράβαση των μεταξύ τους συμφωνηθέντων ότι οι ίδιοι θα εξέταζαν προηγουμένως και ήλεγχαν την ποιότητα των παραδιδόμενων προϊόντων πράγμα το οποίον δεν εγίνετο (β) Τα εκδιδόμενα από τους Ενάγοντες τιμολόγια θα υπογράφονταν μόνο από αξιωματούχο της Εναγομένης Εταιρείας ή/και εξουσιοδοτημένο πρόσωπο που δύναται να υπογράφει για λογαριασμό της εταιρείας. (γ) Όλα τα τιμολόγια των Εναγόντων έχουν εξοφληθεί. (δ) Αν εξακολουθεί να υπάρχει υπόλοιπο αυτό είναι προϊόν αυθαίρετων χρεώσεων, τόκων και ανατοκισμού. (ε) Τα παραδοθέντα εμπορεύματα ήταν ελαττωματικά, δεν είχαν συμφωνηθεί και ήταν μη αποδεκτής ποιότητος. (στ) Οι Ενάγοντες σκόπιμα είχαν προβεί σε παραδόσεις των προϊόντων σε ώρες και ημέρες κατά τις οποίες γνώριζαν ότι οι υπεύθυνοι της Εταιρείας απουσίαζαν, ζητώντας από αναρμόδια πρόσωπα τα οποία δεν είχαν καμία εξουσιοδότηση να παραλαμβάνουν προϊόντα, να υπογράφουν τα σχετικά τιμολόγια τα οποία εκδίδονταν αυθαίρετα, χωρίς κανένα έλεγχο ως προς την ποιότητα, ποσότητα και ορθή τιμολόγηση των προϊόντων αυτών. (ζ) Περαιτέρω, οι Εναγόμενοι αρνούνται ότι είχαν λάβει τα τιμολόγια και πως ουδέποτε είχαν οχληθεί από τους Ενάγοντες για πληρωμή του χρέους. Από την πλευρά των Εναγόντων κατέθεσαν δύο μάρτυρες. Ο κ. Δημήτρης Σακκάς (Μ.Ε.1), οικονομικός διευθυντής και υπεύθυνος του λογιστηρίου των Εναγόντων και ο κ. Γεώργιος Μαρκίδης (Μ.Ε.2), διευθυντής των Εναγόντων. Σύμφωνα με τον κ. Σακκά οι Ενάγοντες που είναι εταιρεία παραγωγής ζωοτροφών προμήθευε με προϊόντα της τους Εναγόμενους που είναι εταιρεία η οποία διέθετε κτηνοτροφική μονάδα. Η συμφωνία μεταξύ των διαδίκων καταρτίστηκε το 2008 και έκτοτε οι Ενάγοντες παρέδιδαν δυνάμει της συμφωνίας αυτής προϊόντα τους στους Εναγόμενους μέχρι το
  3. Σε κάθε περίπτωση - ανέφερε στη μαρτυρία του ο κ. Σακκάς - οι Ενάγοντες εξέδιδαν και παρέδιδαν στους Εναγόμενους τιμολόγια τα οποία υπογράφονταν από τους ίδιους και/ή τους εξουσιοδοτημένους αντιπροσώπους τους και ήταν πληρωτέα σε δύο μήνες από την ημερομηνία έκδοσης τους. Παράλληλα οι Ενάγοντες εξέδιδαν δελτία αποστολής/παραλαβής όπως επίσης και μηνιαία κατάσταση λογαριασμού την οποία παρέδιδαν στους Εναγόμενους και στην οποία εμφαίνετο σύμφωνα με απαίτηση των Εναγομένων η μηνιαία κατανάλωση σε τόνους και σε αξία των προϊόντων που οι Ενάγοντες παρέδιδαν στο κτηνοτροφικό υποστατικό τους. Η συμφωνία μεταξύ των διαδίκων διακόπηκε το 2011 όταν οι Εναγόμενοι δεν συμμορφώνονταν με τις συμβατικές τους υποχρεώσεις ως προς την εξόφληση των τιμολογίων. Ο μάρτυρας κατέθεσε την κατάσταση λογαριασμού (Τεκμήριο 2) όπως επίσης δέσμη τιμολογίων δελτίων παράδοσης και ζυγίσεως (Τεκμήριο 3) και δέσμη δελτίων αποστολής/παραλαβής (Τεκμήριο 4). Κατά την αντεξέταση του ο μάρτυρας ισχυρίστηκε ότι τα τιμολόγια (Τεκμήριο 3) ξεκινούν από τις 7.5.10 και τελειώνουν στις 15.7.11 γιατί τιμολόγια που εκδόθηκαν πριν τις 7.5.10 από την έναρξη της συνεργασίας των διαδίκων είχαν εξοφληθεί και δεν υπήρχε λόγος να συμπεριληφθούν και να παρουσιαστούν τα ξοφλημένα τιμολόγια ενώπιον του Δικαστηρίου. Όταν ερωτήθηκε επίσης στην αντεξέταση του ο μάρτυρας γιατί η κατάσταση λογαριασμού (Τεκμήριο 2) έχει ως πρώτη εγγραφή ημερ. 4.1.10 ένα χρεωστικό υπόλοιπο της τάξης των €310.069,26 οφειλόμενο απάντησε ότι αυτό αφορά υπόλοιπο ανεξόφλητων τιμολογίων της προηγούμενης περιόδου τα οποία δεν μπορούσαν να παρουσιάσουν γιατί άλλαξε το λογιστικό πρόγραμμα ενώ τα τιμολόγια από 7.5.10 μέχρι και 15.7.11 είναι όλα ανεξόφλητα. Εξήγησε επίσης γιατί αναγράφεται στο Τεκμήριο 2 ως χρεώστης ο Χρυσοστόμου Κύπρος και όχι η εταιρεία Κύπρος Χρυσοστόμου Λτδ αναφέροντας ότι αυτό οφείλεται στον περιορισμένο χώρο των στηλών της εκτυπωθείσας κατάστασης λογαριασμού και τα τιμολόγια αναφέρουν την εταιρεία Κύπρος Χρυσοστόμου Λτδ. Τόσο τα τιμολόγια όσο και τα δελτία αποστολής πάντοτε υπογράφονταν από υπαλλήλους των Εναγομένων ή τουλάχιστον υπογράφετο το ένα εκ των δύο, αφού τις πλείστες φορές ο διευθυντής των Εναγομένων κ. Χρυσόστομος Κυθραιώτης δεν ήταν παρών κατά την παράδοση. Ο κ. Γεώργιος Μαρκίδης (Μ.Ε.2) διευθυντής των Εναγόντων προσκόμισε στο Δικαστήριο ως Τεκμήριο 5 πιστοποιητικό έγκρισης της εγκατάστασης των Εναγόντων για το 2010, άδεια παρασκευής φαρμακούχων ζωοτροφών (Τεκμήρια 6 και 7) και πιστοποιητικό εγγραφής των Εναγόντων ως μύλο ζωοτροφών (Τεκμήριο 8) και ανέφερε ότι ο διευθυντής των Εναγομένων που είναι κτηνίατρος έδιδε παραγγελίες μέσω τηλεφώνου όσον αφορά τη σύνθεση των ζωοτροφών και ήλεγχε την καταλληλότητα των παραδιδόμενων προϊόντων και την ποιότητα τους. Τα κτηνοτροφικά προϊόντα παραλαμβάνοντο στο κτηνοτροφικό υποστατικό των Εναγομένων από υπαλλήλους των Εναγομένων οι οποίοι υπέγραφαν τα δελτία παραλαβής και/ή τα τιμολόγια αφού ο ίδιος ο διευθυντής της Εναγομένης Εταιρείας τις πλείστες φορές απουσίαζε εργαζόμενος στο κτηνιατρείο του. Κατά την αντεξέταση του ισχυρίστηκε ότι οι Ενάγοντες λειτουργούσαν πάντοτε νόμιμα παρά το γεγονός ότι η πρώτη άδεια των υποστατικών τους εξεδώθη στις 3.12.
  4. Για τους Εναγόμενους κατέθεσε ο διευθυντής τους κ. Χρυσόστομος Κυθραιώτης (Μ.Υ.1). Η μαρτυρία του αποτελεί μία γενική, αόριστη, εντελώς ατεκμηρίωτη θέση άρνησης της οφειλής. Ο κύριος ισχυρισμός στην υπεράσπιση ότι ουδέν ποσό οφείλεται από τους Εναγόμενους διαφοροποιήθηκε κατά την ακρόαση της υπόθεσης για μια οφειλή ύψους €58.995,25 κατά τη μαρτυρία του κ. Κυθραιώτη. Εξήγησε ότι οι Εναγόμενοι λόγω της καλής οικονομικής τους κατάστασης μέχρι το τέλος του 2009 ανταποκρίνονταν πλήρως προς τις υποχρεώσεις τους προς τους Ενάγοντες, κατά συνέπεια θεωρεί ότι δεν όφειλαν οποιοδήποτε ποσό μέχρι το τέλος του 2009 αμφισβητώντας ότι όφειλαν 310.069,26 το οποίο προκύπτει από την κατάσταση λογαριασμού που κατέθεσαν οι Ενάγοντες (Τεκμήριο 2). Την περίοδο 2010-2011 σύμφωνα με τον μάρτυρα υπήρχαν προβλήματα ρευστότητας στους Εναγόμενους και υπήρχαν καθυστερήσεις στις πληρωμές των Εναγόντων. Αποδίδει σκοπιμότητα στο γεγονός ότι δεν παρουσιάστηκαν όλα τα τιμολόγια και οι αποδείξεις είσπραξης όπως επίσης και αναλυτική κατάσταση λογαριασμού από την πρώτη μέρα της συνεργασίας τους. Κατά την αντεξέταση του ο μάρτυρας ανέφερε ότι δεν είχε η Εναγόμενη Εταιρεία εσωτερικό λογιστή και συνεργάζονταν με ελεγκτικό γραφείο (που δεν ήξερε ποιο ήταν) το οποίο ήλεγχε τα λογιστικά βιβλία και έκανε τις λογιστικές εγγραφές. Δεν εγνώριζε μέχρι ποια χρονολογία η Εναγόμενη Εταιρεία κατέθεσε λογαριασμούς στον Έφορο Φόρου Εισοδήματος και παρά το γεγονός ότι η εταιρεία ήταν εγγεγραμμένη στο Φόρο Προστιθέμενης Αξίας (ΦΠΑ) ανέφερε ότι λογικά θα πρέπει οι λογιστές του να διευθετούσαν την πληρωμή του ΦΠΑ. Όταν ερωτήθηκε αν συμβουλεύτηκε τους λογιστές του και/ή ήλεγξε με τα βιβλία της εταιρείας του για να καταλήξει στην οφειλή των €58.995,25 απάντησε αρνητικά και ανέφερε μάλιστα ότι κατέληξε στο οφειλόμενο πιο πάνω ποσό μετά την αποκάλυψη εγγράφων των Εναγόντων τα οποία σύγκρινε με τον δικηγόρο του (άγνωστο με ποια δικά του έγγραφα τα σύγκρινε τα οποία εν πάση περιπτώσει δεν παρουσίασε), κατέληξαν ότι οφείλονται μόνο €58.995,25 και ότι η οφειλή των €310.069,26 που αφορά την πρώτη εγγραφή του 2010 δεν είναι οφειλόμενη, η δε έλλειψη των τιμολογίων 1.1.10 μέχρι 6.5.10 όπως επίσης και η μη κατάθεση αναλυτικής κατάστασης λογαριασμού από το 2008 δίδουν το δικαίωμα στον ίδιο να αμφιβάλλει για την ισχυριζόμενη οφειλή για την οποία δεν υπάρχει τεκμηρίωση από πλευράς Εναγόντων. Αξιολογώντας τη μαρτυρία θεωρώ ότι η αμφισβήτηση της οφειλής που στηρίζεται αποκλειστικά στη μαρτυρία του μοναδικού μάρτυρα των Εναγομένων διευθυντή τους κ. Χρυσόστομου Κυθραιώτη που μεταθέτει το βάρος απόδειξης αυτής στους ώμους των Εναγόντων και το αυθαίρετο συμπέρασμα του ίδιου ότι οι Ενάγοντες δεν έχουν τεκμηριώσει την απαίτηση τους δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Αποτελούν εκ των υστέρων σκέψεις και δεν τροχιοδρομούν την κατάληξη ότι η απαίτηση αυτή πρέπει να απορριφθεί. Το βάρος απόδειξης στις αστικές υποθέσεις είναι μεν στους ώμους των Εναγόντων, πλην όμως δεν είναι τόσο αυστηρό όσο στις ποινικές υποθέσεις και αρκεί απλά να αξιολογηθεί η ενώπιον μου μαρτυρία των Εναγόντων για να καταδειχθεί αν στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων (balance of probabilities) αυτή είναι ικανή προς απόδειξη της υπόθεσης τους εναντίον των Εναγομένων οι οποίοι δεν παρουσίασαν κανένα στοιχείο για αμφισβήτηση της και στήριξαν την υπόθεση τους στη μη τεκμηρίωση της υπόθεσης των Εναγόντων. Οι ισχυρισμοί των Εναγομένων που επινοήθηκαν κατά το στάδιο της ακρόασης και δεν είναι δικογραφημένοι δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη. Αναφέρομαι σε ισχυρισμούς για το ότι αυτοί δεν έχουν ευθύνη πληρωμής του υπόλοιπου του λογαριασμού γιατί οι Ενάγοντες από το 2008 λειτουργούσαν παράνομα, δηλαδή χωρίς τις σχετικές άδειες, ισχυρισμοί περί μη παράδοσης και παραλαβής των κτηνοτροφικών προϊόντων, ακόμη και για το ότι το οφειλόμενο υπόλοιπο είναι €58.995,
  5. Στην υπόθεση Μελάς ν. Κυριάκου

(2003)1Β ΑΑΔ 826, λέχθηκε ότι η έκθεση υπεράσπισης αποτελεί δικόγραφο στο οποίο προσδιορίζονται οι θέσεις του εναγομένου έναντι των διεκδικήσεων του αντιδίκου του και το δικαστήριο δεν μπορεί να αποφασίζει ζητήματα που δεν αποτελούν μέρος της δικογραφίας. Στην υπόθεση Παφίτης κ.α. ν. Κουκουρή κ.α.
(1992)1 ΑΑΔ 1154, υιοθετήθηκε το πιο κάτω απόσπασμα από την υπόθεση Παπαγεωργίου ν. Λούη Κλάππα (Investments Services Ltd)
(1991)1 ΑΑΔ 24: "Οι αρχές του δικονομικού δικαίου περιορίζουν τα επίδικα θέματα σε εκείνα τα οποία προσδιορίζονται από τη δικογραφία· δηλαδή την απαίτηση, την υπεράσπιση και την απάντηση όπου υπάρχει. Ο επακριβής προσδιορισμός των επίδικων θεμάτων συναρτάται άμεσα με το αντιπαραθετικό σύστημα δίκης που ισχύει στο δικαιϊκό μας σύστημα και απόρροια της φυσικής δικαιοσύνης που επιβάλλει τη διασφάλιση του δικαιώματος διαδίκου για ουσιαστική ευκαιρία απάντησης στις θέσεις και ισχυρισμούς του αντιδίκου του. Η δίκη δρομολογείται, όπως επιγραμματικά ανάφερε ο τότε Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Βασιλειάδης στην υπόθεση Homeros Τh. Courtis and Others v. Panos K. Iasonides
(1970)1 C.L.R. 180, (βλέπε επίσης Christakis Loucaides v. CD. Hay and Sons Ltd
(1971)1 C.L.R. 134) κατά μήκος των γραμμών που οριοθετεί η δικογραφία και η δίκη διατρέχει την ίδια πορεία όπως και το τραίνο κατά μήκος των προκαθορισμένων γραμμών της διαδρομής." Απόλυτα σχετική είναι και η υπόθεση Πούρικκος ν. Σάββα κ.α.
(1991)1 ΑΑΔ 507, στην οποία αναφέρθηκε ότι: "Έχει νομολογιακά καθιερωθεί ότι για τους σκοπούς έκδοσης της απόφασής του το Δικαστήριο εξετάζει και λαμβάνει υπόψη μόνο μαρτυρία ενώπιόν του η οποία καλύπτεται από τα δικόγραφα και αγνοεί μαρτυρία που δε συνάδει με αυτά. Τα επίδικα θέματα αναφορικά με τα οποία το Δικαστήριο οφείλει να εκδώσει την ετυμηγορία του καθορίζονται με αναφορά στο περιεχόμενο των δικογράφων και όχι με αναφορά σε μαρτυρία που έχει προσαχθεί αλλά δεν καλύπτεται από τα δικόγραφα. Δέστε επί του προκειμένου Όμηρος Κούρτης & άλλοι ν. Πάνου Ιασωνίδη
(1970)1 Α.Α.Δ. 180, Τηλέμαχος Γεωργιάδης & άλλοι ν. Οδυσσέα Πατσαλίδη & άλλου (1959-1960) 24 Α.Α.Δ. 275, Χριστάκης Λουκαΐδης v. C.D. Hay & Sons Ltd
(1971)1 Α.Α.Δ. 134, Νίκος Έλληνας ν. Αθανασίας Γιαννή & άλλων
(1958)23 Α.Α.Δ. 22, και A.D. Hotel & Catering Ltd ν. Τάκη Πηλαβά
(1982)1 Α.Α.Δ. 81." Η μαρτυρία του διευθυντή των Εναγομένων προς επίρρωση της δικογραφημένης υπεράσπισης του ως προς την εξόφληση όλων των τιμολογίων και ως προς το γεγονός ότι αν εξακολουθεί να υπάρχει υπόλοιπο οφειλόμενο αυτό είναι προϊόν αυθαίρετων χρεώσεων, τόκων και ανατοκισμών (εγκαταλήφθηκε η υπεράσπιση περί ελαττωματικών και μή αποδεκτής ποιότητας προϊόντων), παρέμεινε μετέωρη και έκθετη σε απόρριψη αφού κανένα στοιχείο (όπως π.χ. λογιστικά βιβλία, καταστάσεις λογαριασμών, επιστολές αμφισβήτησης του χρέους) δεν παρουσίασαν οι Εναγόμενοι. Επίσης στην υπεράσπιση τους επικαλούνται ότι ουδέποτε έχουν κληθεί να καταβάλουν το χρέος τους, και/ή είχε συμφωνηθεί όπως τα εμπορεύματα παραλαμβάνουν ο διευθυντής και/ή εξουσιοδοτημένος αντιπρόσωπος του και όχι εργάτες οι οποίοι δεν ήταν σε θέση να ελέγξουν την ποσότητα και την ποιότητα τους, επίσης δεν μπορεί να γίνει δεκτή γιατί και αυτή είναι μια γενική, αόριστη και ατεκμηρίωτη αναφορά από την στιγμή που εκδίδοντο τιμολόγια και υπήρχε συμφωνία πληρωμής τους σε δύο μήνες μετά την έκδοση τους και ουδέποτε αμφισβητήθηκε είτε με επιστολή είτε με οποιοδήποτε άλλο τρόπο η κατάσταση λογαριασμού, η μηνιαία αναλυτική κατάσταση των παραδιδομένων ποσοτήτων των κτηνοτροφικών προϊόντων και σχεδόν ποτέ ο διευθυντής της Εναγόμενης Εταιρείας δεν ήταν παρών κατά την παράδοση των προϊόντων. Με βάση τα όσα αναφέρονται στο Halsbury΄s Laws of England, 3η Έκδοση, Τόμος 34, σελ. 171, τα τιμολόγια, θεωρούνται ως ο έγγραφος λογαριασμός μεταξύ των διαδίκων σε σχέση με προϊόντα παραδοθέντα στον αγοραστή με αναφορά στην τιμή ή τη χρέωση (βλ. Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ ν. Παναγιώτη Πολυβίου
(2009)1 ΑΑΔ 339). Στην υπόθεση Palatino Developments Limited v. Telectronics Communication Limited
(2002)1(B) AAΔ.962 λέχθηκε πως τα τιμολόγια δεν έχουν αυτοδύναμη αποδεικτική σημασία αλλά υπάρχουν για να συνεκτιμηθούν στο σύνολο της μαρτυρίας (βλ. Chitty on Contracts, 24th ed. p. 739 και Phipson on Evidence 12th ed. p. 1878). Περαιτέρω, στην υπόθεση Χριστοδουλίδου ν. Mocassino Shoes Ltd
(2006)1(A) AAΔ.294 λέχθηκε πως το γεγονός ότι τα αμφισβητούμενα δελτία μεταφοράς και τιμολόγια δεν έφεραν υπογραφή, δεν επηρέαζαν την ουσία της υπόθεσης, εφόσον το Δικαστήριο είχε κρίνει ως αξιόπιστους τους μάρτυρες των Εφεσιβλήτων. Πέραν των ανωτέρω, η απαίτηση των Εναγόντων εν προκειμένω βασίζεται και σε υπόλοιπο από κατάσταση λογαριασμού. Όσον αφορά το θέμα του εκκαθαρισμένου λογαριασμού, στην υπόθεση Επίσημος Παραλήπτης, υπό την ιδιότητά του ως εκκαθαριστής της υπό διάλυση εταιρείας Loukos Trading Co Ltd κ.α. v. Ρέινμποου Πλήτσιηγκ και Ντάιγκ Κο Λτδ
(2005)1(Α) ΑΑΔ 610, αναλύεται η έννοια του όρου: "Παραδεδεγμένος ή εκκαθαρισμένος λογαριασμός (account stated) σημαίνει συμφωνία μεταξύ των μερών σύμφωνα με την οποία όλα τα στοιχεία του λογαριασμού καθώς και το υπόλοιπο είναι ορθά, συνδυασμένη με υπόσχεση ρητή ή εξυπακουόμενη να πληρωθεί το υπόλοιπο. Επενεργεί ως νέα σύμβαση χωρίς να είναι αναγκαία νέα αντιπαροχή και ο ενάγοντας, του οποίου η αιτία αγωγής είναι ο παραδεδεγμένος ή εκκαθαρισμένος λογαριασμός, δεν είναι υποχρεωμένος να δικογραφήσει και να αποδείξει καθένα από τα στοιχεία του εκκαθαρισμένου λογαριασμού ξεχωριστά. Η συμφωνία των μερών ότι το υπόλοιπο είναι ορθό μπορεί να συναχθεί και από την παράδοση της κατάστασης λογαριασμού και την παράλειψη του χρεώστη να ενστεί για τα ποσά του λογαριασμού, εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος. Βέβαια το τί συνιστά εύλογο χρονικό διάστημα είναι ζήτημα πραγματικό και νομικό στην κάθε περίπτωση." Στην παρούσα υπόθεση ουδέποτε από τους Εναγόμενους αμφισβητήθηκαν οι μηνιαίες καταστάσεις λογαριασμών των Εναγόντων που αποστέλλονταν προς αυτούς παρά μόνον κατά την εκδίκαση της υπόθεσης στο Δικαστήριο. Έχω μελετήσει με πολλή προσοχή την μαρτυρία των Εναγόντων. Θεωρώ αξιόπιστους μάρτυρες τους δύο μάρτυρες των Εναγόντων. Από το γεγονός ότι η κατάσταση λογαριασμού αποστελλόταν ή παραδιδόταν κάθε μήνα στους Εναγόμενους στην οποία εφαίνετο το εκάστοτε οφειλόμενο υπόλοιπο χωρίς να υπάρξει οποιαδήποτε αμφισβήτηση του υπολοίπου αυτού και του γεγονότος ότι υπογράφοντο είτε τα δελτία αποστολής είτε τα τιμολόγια κατά την παραλαβή των πωλουμένων και παραδιδομένων κτηνοτροφικών προϊόντων προς τους Εναγόμενους θεωρώ ότι η κατάσταση λογαριασμού που κατέθεσε ο Μ.Ε.1 αποδίδει την πραγματική οφειλή των Εναγομένων. Δεν χρειάζεται επίσης αποδεχόμενος την μαρτυρία των δύο μαρτύρων των Εναγόντων να έχω ενώπιον μου όλα τα τιμολόγια τα οποία δεν έχουν αυτοδύναμη αποδεικτική αξία αλλά η αξία τους συνεκτιμάται στο σύνολο της προσφερθείσας μαρτυρίας. Ως εκ των ανωτέρω εκδίδεται απόφαση εναντίον των Εναγομένων για €567.989,25 πλέον νόμιμο τόκο από 11.6.12 μέχρι εξοφλήσεως, πλέον έξοδα όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ........................... Μ. Παπάμιχαηλ, Π.Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.