MARF IN POPULARN BANK PUBLIC CO LTD ν. ΠΕΤΡΟΣ ΠΑΠΑΙΑΚΩΒΟΥ κ.α., Αρ. Αγωγής: 1195/11, 12/4/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2016:A58 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Ταλαρίδου‑ Κοντοπούλου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1195/11 Μεταξύ: MARF IN POPULARN BANK PUBLIC CO LTD Ενάγουσα και
- ΠΕΤΡΟΣ ΠΑΠΑΙΑΚΩΒΟΥ
- ΟΛΓΑ ΖΑΙΤΣΕΒΑ
- ΜΕΝΕΛΑΟΣ ΜΕΛΙΣΣΑΣ Εναγομένων Ημερομηνία:.12 Απριλίου 2016 Εμφανίσεις: Για την ενάγουσα: κ Ζ. Ζαχαρίου Για την εναγόμενη 3: κ Κασιανής ΑΠΟΦΑΣΗ H ενάγουσα αξιώνει το ποσό των 58.174,74 πλέον τόκους και έξοδα από τον εναγόμενο 3 δυνάμει συμφωνίας ενοικιαγοράς την οποία ο εναγόμενος 3 εγγυήθηκε. Σύμφωνα με την Έκθεση Απαιτήσεως ο εναγόμενος 3 υπέγραψε συμφωνία εγγύησης και αποζημίωσης της συμφωνίας ενοικιαγοράς. Η συμφωνία ενοικιαγοράς έγινε με τον εναγόμενο και αντικείμενο της συμφωνίας ενοικιαγοράς ήταν τέσσερα οχήματα με στοιχεία ως ακολούθως Mercedez C320 HYT240, Honda Civic ENA163, Mitsubishi Lancer Saloon EYY268 και ένα Mitsubishi Pajero 1998 το οποίο δεν ενεγράφη στο τμήμα οδικών μεταφορών. Το τίμημα της ενοικιαγοράς ήταν 66,606.76 που συμπεριλαμβάνει τα δικαιώματα της ενοικιαγοράς και το τίμημα της αγοράς. Ο εναγόμενος 1 δεν κατέβαλε τις δόσεις ενοικιαγοράς για τους μήνες 15.11.2009 μέχρι 15.2.2011 και η ενάγουσα τερμάτισε την συμφωνία ενοικιαγοράς με επιστολή ημερομηνίας 15.2.
- Η δικογραφημένες θέσεις του εναγόμενου 3 ως προκύπτουν από την τροποποιημένη έκθεση υπεράσπισης και ανταπαίτηση ήταν ότι ουδέποτε είχε πρόθεση να υπογράψει συμφωνία αποζημίωσης και κάλυψης της επίδικης συμφωνίας ενοικιαγοράς. Αρνείται ότι υπέγραψε το επίδικο έγγραφο αποζημίωσης στις 26.11.2008 αλλά αυτό έγινε στα γραφεία εμπόρου αυτοκινήτου Λιμνιώτη και όχι στην παρουσία υπαλλήλου των εναγόντων Ανδρέα Σάββα και ήταν έγγραφο το οποίο μεγάλο μέρος του δεν ήταν συμπληρωμένο. Το πραγματικό ποσό της εγγύησης ήταν 20000 ευρώ και όχι
- Ισχυρίζεται ότι η συμφωνία ενοικιαγοράς είναι άκυρη, παράνομη και εικονική επειδή οι ενάγοντες δεν είχαν πραγματική πρόθεση να συνάψουν συμφωνία ενοικιαγοράς κατά την ημερομηνία σύναψη της συμφωνίας. Τα οχήματα που δηλώθηκαν ως αντικείμενα της ενοικιαγοράς ουδέποτε ήταν στην ιδιοκτησία του εναγόμενου 1 αλλά και ότι ουδέποτε κατέστησαν ιδιοκτησία των εναγόντων. Επρόκειτο για μία εικονική συμφωνία ενοικιαγοράς και γι' αυτό τον σκοπό υπερτιμήθηκε η αξία των οχημάτων αντικειμένων της ενοικιαγοράς. Η αξία των αντικειμένων καθορίστηκε σε συνεννόηση με τον εναγόμενο 1 διότι πραγματική πρόθεση των μερών ήταν η δανειοδότηση του εναγόμενου
- Με την ανταπαίτηση ο εναγόμενος 3 ζητεί δήλωση ότι η συμφωνία αποζημίωσης είναι άκυρη και δήλωση ότι ο εναγόμενος απαλλάσσεται των υποχρεώσεων του βάση αυτής της συμφωνίας. Σύμφωνα με τον Μάριο Σωφρονίου αρμόδιο υπάλληλο της τράπεζας που κατέχει τον φάκελο της δανειοδότησης προκύπτει ότι εναντίον των εναγομένων 1 και 2 έχει εκδοθεί δικαστική απόφαση στις 8.11.
- Έχουν ακολουθήσει μέτρα εκτέλεσης κατά των εναγομένων 1 και 2, συμπεριλαμβανομένου και εντάλματα παράδοσης των οχημάτων αντικείμενα της ενοικιαγοράς τα οποία όμως δεν εκτελέστηκαν διότι δεν ανευρέθηκαν τα οχήματα ή άλλη περιουσία προς κατάσχεση. Επίσης έγινε εγγραφή της απόφασης στο κτηματολόγιο κατά της περιουσίας των εναγόμενων 1 και
- Το σημερινό χρεωστικό υπόλοιπο είναι 58174.74 πλέον νόμιμο τόκο. Η τιμή αγοράς που καταγράφεται για τα 4 οχήματα αντικείμενα στην συμφωνία ενοικιαγοράς ήταν ως ακολούθως για το EYY268 και HYT240 το ποσό των 10000 ευρώ για το κάθε ένα, για το ENA163 το ποσό των 2000 ευρώ και για το έγγραφο όχημα τύπου Pajero το ποσό των 28000 ευρώ. Το ποσό των 7.000 καταβλήθηκε έναντι του τιμήματος ενοικιαγοράς στις 21.9.2009 και κατά την καταβολή του ποσού έγινε συμφωνία απαλλαγής από την συμφωνία ενοικιαγοράς του όχημα του με αρ. εγγραφής ΕΥΥ
- Για την απαλλαγή ενήμερος ήταν και ο εναγόμενος 3 ο οποίος υπέγραψε σχετικό έγγραφο έγκριση της απαλλαγής. Το ίδιο συνέβηκε για το όχημα με αρ. εγγραφής ΕΝΑ163 όταν πληρώθηκε έναντι του τιμήματος ενοικιαγοράς το ποσό των 1500 ευρώ στις 22.6.
- Γι' αυτή την απαλλαγή ενήμερος ήταν ο εναγόμενος 3 ο οποίος και πάλι υπέγραψε προς έγκριση της απαλλαγής σχετικό έντυπο. Μετά των δύο πιο πάνω πληρωμών κανένα ποσό δεν πληρώθηκε έναντι του τιμήματος ενοικιαγοράς. Κατά την ένορκη μαρτυρία του ΜΕ1 οι ενάγοντες αποποιήθηκαν την αξίωση τους σε τόκους υπερημερίας. Πιο ουσιαστικός μάρτυρας της υπόθεσης ήταν ο Νίκος Μαρούλλης καθότι γνωρίζει τους εναγόμενους ως πελάτης της τράπεζας και είχε προσωπική εμπλοκή στην υπόθεση κατά τον χρόνο σύναψης της συμφωνίας αλλά και μετά όταν προέκυψαν τα προβλήματα με την καθυστέρηση της πληρωμής των δόσεων της ενοικιαγοράς. Αυτός είναι το πρόσωπο που συναντήθηκε με τον εναγόμενο 1 για να συμπληρώσει τα στοιχεία της συμφωνίας ενοικιαγοράς. Γνώριζε καλά τους εναγόμενους 1 και 3 επειδή ήταν πελάτες του και τον επισκέπτονταν συχνά. Τον Νοέμβριο 2008 τον προσέγγισε ο εναγόμενος 1 και ζήτησε χρηματοδότηση γύρω στις 50000 ευρώ. Ο ΜΕ2 τον ενημέρωσε ότι η μόνη χρηματοδότηση που παραχωρούσε στο τμήμα του ήταν διά συμφωνίας ενοικιαγοράς. Είχε συνάψει συμφωνία ενοικιαγοράς και στο παρελθόν ο εναγόμενος 1 επειδή ασχολείται με τις ενοικιάσεις αυτοκινήτων. Ο εναγόμενος 1 του πρότεινε να χρησιμοποιηθούν τέσσερα οχήματα τα οποία ισχυρίσθηκε ότι ήταν στην κατοχή του για την συμφωνία ενοικιαγοράς. Ο ΜΕ2 του ανέφερε ότι θα χρειαζόταν και περαιτέρω εξασφάλιση με δύο προσωπικές εγγυήσεις δύο άλλων ατόμων. Ο εναγόμενος πρότεινε την σύζυγο του εναγόμενη 2 και τον εναγόμενο
- Σε σχέση με τα οχήματα κατά την αντεξέταση παραδέχθηκε ότι ουδέποτε είδε τα τέσσερα οχήματα τα οποία επρόκειτο να αποτελέσουν το αντικείμενο της ενοικαγοράς. Ούτε γνώριζε ποιος ήταν εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης των οχημάτων παρά μόνο ότι αυτά ήταν στην κατοχή του εναγομένου
- Ζήτησε μόνο περιγραφή των στοιχείων των οχημάτων για να προβεί ο ίδιος σε εκτίμηση της αξίας τους. Ο κ Κασιάνης του υπέδειξε ότι ήταν πολύ βολικό ότι εκτίμησε την αξία των οχημάτων σε ακριβώς το ποσό των €50.000.00 ως και επίσης του υπέδειξε ότι εκκρεμεί και δεύτερη αγωγή ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου για συμφωνία ενοικιαγοράς με τους ίδιους διαδίκους για το ποσό των €50.
- Το τμήμα του ΜΕ2 είχε έγκριση για παραχωρήσεις μέχρι το ποσό των €50.000 σε διαφορετική περίπτωση θα ήθελε έγκριση των κεντρικών γραφείων της τράπεζας στην Λευκωσία. Ο κ Κασιανής του υπέδειξε ότι δεν ήταν καθόλου τυχαίο ότι έγιναν δύο παραχωρήσεις δανείων στον εναγόμενο 1 για το ποσό των 50000 ώστε να μην υπερβεί το ποσό της παραχώρησης για το οποίο δεν χρειάζεται έγκριση. Ο ΜΕ2 ισχυρίσθηκε ότι αυτός συμπλήρωσε όλα τα στοιχεία που αφορούν την γραπτή συμφωνία ενοικιαγοράς τεκμήριο Β.2 και ότι ενημέρωσε τον εναγόμενο 3 για το περιεχόμενο της συμφωνίας. Το τιμολόγιο που είναι υποστηρικτικό έγγραφο της συμφωνίας ενοικιαγοράς ετοιμάσθηκε, εκτυπώθηκε και υπογράφηκε στις 26.11.
- Αναφορικά με το ζήτημα της απαλλαγής των δύο οχημάτων εξήγησε ότι αποδέχθηκε πιο μικρό ποσό από την εκτιμημένη αξία των οχημάτων που έγινε για την σύναψη της συμφωνίας ώστε να απαλλαγούν αυτά τα οχήματα εξαιτίας το χρόνου που είχε παρέλθει και της μείωσης της αξίας των οχημάτων λόγω φθοράς. Δεν έδωσε ικανοποιητική εξήγηση για το γεγονός ότι περίμενε δύο χρόνια να τερματίσει την συμφωνία ενοικιαγοράς δεδομένου ότι η τελευταία πληρωμή έναντι του τιμήματος ενοικιαγοράς έγινε με την καταβολή του ποσού των 1500.00 τον Ιουνίου
- Ούτε έδωσε ικανοποιητική εξήγηση για το γεγονός ότι ενώ ήταν υποχρέωση του εναγομένου 1 να προβεί σε εγγραφή του άγραφου οχήματος που εκτιμήθηκε στο ποσό των €28.000 μέσα σε 10 μέρες δεν το έπραξε ποτέ και οι ενάγοντες δεν αποκήρυξαν την συμφωνία. Για το συγκεκριμένο όχημα είδε έγγραφο εισαγωγής του οχήματος δηλαδή το έντυπο C
- Επαναλάμβανε συνέχεια ότι ήταν ελαστικός μαζί με τον εναγόμενο 1 διότι ήταν καλός πελάτης στο παρελθόν και ήθελε να του δώσει την ευκαιρία να τιμήσει την συμφωνία που είχε συνάψει όμως δεν έδωσε απτά παραδείγματα της συνέπειας και φερεγγυότητας του εναγομένου σε προηγούμενες δοσοληψίες του με την τράπεζα. Παραδέχθηκε ότι κατά το έτος 2008 επικρατούσε μία κατάσταση χαλαρότητας στην παροχή χρημάτων διά της ενοικιαγοράς και την χαρακτήρισε ως εποχή με οργασμό των τραπεζών στο θέμα των ενοικιαγορών. Δεν ήταν σε θέση να αναφέρει το ύψος των οφειλών του στην τράπεζα και παραδέχθηκε ότι εν τέλει ο υπέρμετρος χρόνος που δόθηκε στον εναγόμενο 1 για να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις του ήταν επειδή δεν είχε και άλλη επιλογή η τράπεζα. Έστειλε προειδοποιητική επιστολή του τερματισμού στον εναγόμενο 1 με κοινοποίηση στους εναγόμενους 2 και 3 στις 26 Ιανουαρίου 2010 τεκμήριο Β.5 και μετά ακολούθησε η επιστολή τερματισμού στις 15.2.
- Ανέφερε ότι μίλησε με τον εναγόμενο 3 για την συμφωνία και την φύση της συμφωνίας αλλά δεν του ανέφερε ότι το ένα εκ των τεσσάρων οχημάτων που θα χρησιμοποιούνταν ως αντικείμενα ενοικιαγοράς ήταν άγραφο όχημα. Ανέφερε ότι έστειλε την συμφωνία ενοικιαγοράς για να την υπογράψει ο εναγόμενος 3 στο κατάστημα του Λιμνιώτη. Αυτό έγινε για να διευκολύνει τον εναγόμενο
- Μάρτυρας της υπογραφής του ήταν η Χριστίνα Λοϊζιά συνεργάτιδα του ΜΕ2 και το εγγυητήριο στάλθηκε στα γραφεία Λιμνιώτη. Παρέλαβε την συμφωνία ενοικιαγοράς υπογραμμένη από τον εναγόμενο 3 όταν του την επέστρεψε ο εναγόμενος
- Αυτή η μάρτυρας αντεξετάστηκε από την υπεράσπιση και εκείνο που προέκυψε από την αντεξέταση είναι ότι δεν μπορούσε να θυμηθεί κατά πόσο το έγγραφο που υπέγραψε ο εναγόμενος 3 ήταν συμπληρωμένο ή και να ήταν συμπληρωμένο ποια ήταν τα στοιχεία. Ήταν μάρτυρας της υπογραφής του αλλά δεν θυμάται άλλες λεπτομέρειες. Κύριος άξονας της υπεράσπισης του εναγόμενου 3 είναι το ο εναγόμενος 1 τον ξεγέλασε να υπογράψει ως εγγυητής την συμφωνία ενοικιαγοράς με την βοήθεια των εναγόντων. Ήταν ισχυρισμός του ότι δεν αντιλήφθηκε ότι υπέγραφε συμφωνία ενοικαιγοράς αξίας 50000 με αντικείμενο ενοικιαγοράς τέσσερα οχήματα επειδή ο εναγόμενος του είχε πει ότι θα ήταν εγγυητής για δάνειο ύψους €20.000 για αγορά συγκεκριμένων ακινήτων σε τιμή ευκαιρίας. Επίσης δεν αντιλήφθηκε ότι η ενοικιαγορά ήταν για τέσσερα μεταχειρισμένα οχήματα επειδή το έντυπο που υπέγραψε δεν ήταν συμπληρωμένο. Εάν είχε αντιληφθεί την πραγματική φύση της συμφωνίας δεν θα υπέγραφε εν λευκό το έντυπο για να εγγυηθεί τον εναγόμενο
- Δυστυχώς για τον εναγόμενο 3 αυτή η εκδοχή δεν μπορεί να γίνει πιστευτή, δηλαδή της εκδοχής ότι δεν είχε αντιληφθεί τα πραγματικά στοιχεία της συμφωνίας, και αυτό για τον απλούστατο λόγο ότι ο ίδιος ήταν ενήμερος και συμφώνησε κατά την συμφωνία απαλλαγής να απαλλαγούν δύο αυτοκίνητα από την συμφωνία ενοικιαγοράς. Είναι λογικό συμπέρασμα ότι δεν θα υπέγραφε για την απαλλαγή των δύο οχημάτων εάν πράγματι αγνοούσε τα πραγματικά στοιχεία και φύση της συμφωνίας και εάν γνώριζε όπως ισχυρίζεται ότι υπέγραψε δύο συμφωνίες για €50.000 η κάθε μία αντί μόνο μία ως του παρουσίασε ο εναγόμενος 1 για το ποσό των €20.
- Οπότε απορρίπτω την θέση ότι δεν γνώριζε τι εγγυήθηκε διότι οι μεταγενέστερες του ενέργειες στην οποία συμφώνησε για απαλλαγή των δυο οχημάτων αντικείμενα της ενοικιαγοράς αποδεικνύουν ακριβώς τον αντίθετο. Η άλλη θέση που προβλήθηκε είναι ότι δεν γνωρίζει για την πιστοληπτική ικανότητα του εναγόμενου 1 και δεν ήταν ενήμερος ότι προηγούμενες ενοικιαγορές που είχε συνάψει με τους ενάγοντες παρουσίαζαν σημαντικές καθυστερήσεις αποπληρωμής. Δεν μπορεί να διασταυρωθεί αυτός ο ισχυρισμός. Αυτό όμως που μπορεί να αποδειχθεί από την μαρτυρία του εναγόμενου 3 είναι ότι ήταν συνεργάτης με τον εναγόμενο 1 και είχε στο παρελθόν λόγω της συνεργασίας του εγγυηθεί τον εναγόμενο
- Ο εναγόμενος 3 έθεσε υπόψη του Δικαστηρίου έγγραφο που δείχνει ότι τα οχήματα αντικείμενα της συμφωνίας ενοικιαγοράς 26.11.2208 είχαν ήδη μεταβιβασθεί επ' ονόματι της ενάγουσας από τις 25.11.
- Το άγραφο όχημα μεταβιβάσθηκε επ' ονόματι του εναγόμενου 1 στις 9.2.2011 και μετά σε τρίτο πρόσωπο χωρίς ο ίδιος να ενημερωθεί. Αυτό το όχημα δεν έχει βρεθεί ακόμη από τους ενάγοντες ώστε να κατασχεθεί. Περαιτέρω, οι ενάγοντες καθυστέρησαν αδικαιολόγητα να τερματίσουν την συμφωνία ενοικιαγοράς παρά το γεγονός ότι ο εναγόμενος δεν πλήρωσε δόση της ενοικιαγοράς από την ημερομηνία της δεύτερης απαλλαγής αυτοκινήτου. Το αποτέλεσμα ήταν να επηρεασθούν δυσμενώς τα δικαιώματα του ως εγγυητής αφού δύο από τα τέσσερα οχήματα ουδέποτε έχουν ανευρεθεί. Παράπονο του εναγόμενου 3 έναντι της τράπεζας είναι ότι δεν έκαναν καλά την δουλειά τους και παραχώρησαν δάνειο σε πρόσωπο αφερέγγυο, χωρίς επαρκής εξασφαλίσεις και χωρίς να υπάρχει ουσιαστική προοπτική αποπληρωμής του χρέους από πλευράς του πρωτοφειλέτη. Την Υπογραφή της Συμφωνίας. Έχω εξηγήσει πιο πάνω γιατί δεν αποδέχομαι ως αληθινή την θέση του εναγόμενου 3 ότι δεν γνώριζε τι υπέγραφε αλλά και ότι τα στοιχεία που αφορούν τις ουσιαστικές πρόνοιες της ενοικιαγοράς δεν ήταν συμπληρωμένα. Εάν ήθελε αποδειχθεί ότι είχε ξεγελασθεί ως προς την πραγματική φύση της συμφωνίας δεν θα συναινούσε σε διαδοχικές μεταγενέστερες συμφωνίες των μερών με τις οποίες αποδέχτηκε όπως αφαιρεθεί εξασφάλιση για την χορήγηση των χρημάτων στον πρωτοφειλέτη. Αποδέχομαι σε σχέση μ' αυτό το σημείο την θέση του ΜΕ1 ότι μίλησε με τον εναγόμενο 3 για την πραγματική φύση της συναλλαγής εκ των προτέρων και στην συνέχεια για να τον διευκολύνει του απέστειλε την συμφωνία συμπληρωμένη ως προς τις ουσιώδης της πρόνοιες για υπογραφή. Απορρίπτεται η δικογραφημένη θέση του εναγόμενου όπως αυτή εκφράζεται στις παραγράφους 6.
- και 6Β
(1)της έκθεσης υπεράσπισης. Πραγματική φύση της Συμφωνίας. Παρόλο που θεωρώ ότι ο εναγόμενος 3 γνώριζε τι υπέγραφε υπάρχουν αναντίλεκτα γεγονότα που δείχνουν ότι οι ενάγοντες διά των αντιπροσώπων τους δεν ήταν επιμελής κατά την σύναψη της συμφωνίας. Αυτά τα σημεία είναι ως εξής Ο ΜΕ1 ουδέποτε είδε τα οχήματα τα οποία πρόκειτο να επιτελέσουν τον αντικείμενο της ενοικιαγοράς για να δει ποια ήταν η πραγματική της κατάσταση και δεν προέβη σε εκτίμηση της αξίας αυτών των οχημάτων. Ένα από τα οκτώ οχήματα ήταν άγραφο και ήταν όρος της συμφωνίας όπως γίνει η εγγραφή του οχήματος. Ουδέποτε έγινε εγγραφή του οχήματος και οι ενάγοντες δεν έλαβαν κανένα μέτρο για να εφαρμόσουν αυτή την υποχρέωση της συμφωνίας του πρωτοφειλέτη. Αποδέχθηκαν απαλλαγή των εξασφαλίσεων της συμφωνίας διά της αφαίρεσης οχημάτων από την συμφωνία ενοικιαγοράς και αυτό έγινε ενώ ο πρωτοφειλέτης δεν απέδειξε διά της συμπεριφοράς του ότι πλήρωνε τις δόσεις του. Μετά την απαλλαγή του δεύτερου οχήματος ο πρωτοφειλέτης δεν κατέβαλε καμία δόση. Πέρασαν χρόνια και οι εναγόντες δεν τερμάτισαν την συμφωνία αλλά αδικαιολόγητα πίστωναν χρόνο στον πρωτοφειλέτη για να συμμορφωθεί με τις συμβατικές του υποχρεώσεις. Την ίδια ημέρα που συνάφθηκε η παρούσα συμφωνία ενοικιαγοράς για το ποσό των 50000 έγινε και δεύτερη συμφωνία με τους ίδιους όρους στην οποία όπως φαίνεται προέκυψαν τα ίδια προβλήματα με αποτέλεσμα να καταχωρηθεί και δεύτερη αγωγή κατά του εναγόμενου 3 ως εγγυητή της συμφωνίας. Εγείρονται δύο επίδικα ζητήματα πρώτον κατά πόσο η συμφωνία ενοικιαγοράς ενόψει των πιο πάνω θα πρέπει να θεωρηθεί άκυρη ως εικονική και δεύτερο κατά πόσο ο εναγόμενος 3 θα πρέπει να απαλλαγεί των υποχρεώσεων του ως εγγυητής επειδή οι ενάγοντες με την απαλλαγή των οχημάτων και την κωλυσιεργία τους επηρέασαν δυσμενώς την θέση του ως εγγυητή. Κατά πόσο η συμφωνία Ενοικιαγοράς είναι εικονική. Σε σχέση με το ερώτημα κατά πόσο η συμφωνία αυτή είναι εικονική το Δικαστήριο οφείλει να εξετάσει τα πραγματικά δεδομένα γύρω από την συναλλαγή διά να αποφανθεί κατά πόσο πρόκειται για μία γνήσια συμφωνία ενοικιαγοράς ή μια άλλη οικονομική συναλλαγή που έχει καλυφθεί κάτω από το πέπλο της συναλλαγής ενοικιαγοράς. Στο σύγγραμμα Chitty on Contracts Sweet and Maxwell 31st edition Volume 2 Specific Contracts Hire Purchase Agreement par. 38-304 διατυπώνονται συνοπτικά κατευθυντήριες γραμμές που βοηθούν την κρίση του Δικαστηρίου σε σχέση με την διαπίστωση εικονικότητας της συναλλαγής The most satisfactory way of deciding what is the true nature of the transaction is to see whether the documents set out to deal between the parties as it took place and at the time it took place, or whether the facts, or some of them therein recorded do not represent that which happened but were falsified in order to give the transaction an innocent appearance. A refinancing transaction under which the owner of the goods sells the goods to a finance company and then immediately enters into a hire' purchase agreement whereby he agrees to hire back the goods is unimpeachable if there is a genuine sale of the goods and a genuine and independent hiring back. But if the sale and rehiring are, in fact, a sham the transaction may be invalid and unenforceable my reason of the bills of sale acts. In order that the transaction should be considered a sham it is not sufficient if one party alone eg hirer intends to deceive the hirer into thinking that the transaction is genuine. There must be a common intention that the acts or documents are not to create the legal rights an obligations which they give the appearance of creating. Το μέρος που επικαλείται ως γεγονός την εικονικότητα της συναλλαγής είναι αυτός που πρέπει να προσκομίσει αποδεικτικά στοιχεία για να το αποδείξει. Στην υπόθεση Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) ν. Αντρέα Μιχαήλ 1 ΑΑΔ 41
(2012)η ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου επικύρωσε την πρωτόδική κρίση σε σχέση με την εικονικότητα της ενοικιαγοράς επειδή έγινε δεκτό εύρημα του Δικαστηρίου ότι τα αντικείμενα της ενοικιαγοράς ήταν ανύπαρκτα. Σε τέτοιες περιπτώσεις όταν διαπιστώνεται ότι τα έγγραφα που είναι βάση της συναλλαγής είναι πλαστά π.χ. εκεί όπου εμφαίνεται ότι έπιπλα έχουν μισθωθεί στον μισθωτή ενώ δεν υπάρχουν έπιπλα είναι κλασική περίπτωση όπου αξίωση με βάση την ενοικιαγορά θα πρέπει να αποτύχει. Βοηθητική επίσης για το ζήτημα της αξιολόγησης της μαρτυρίας σε σχέση με το ζήτημα της εικονικότητας είναι η απόφαση μειοψηφίας της Ολομέλειας στην ίδια απόφαση και παραπέμπω σε συγκεκριμένο απόσπασμα 6. Για να θεωρηθούν πράξεις ή έγγραφα ως εικονικά πρέπει όλα τα μέρη σ' αυτά να έχουν κοινή πρόθεση ότι οι πράξεις και τα έγγραφα δεν έχουν σκοπό να δημιουργήσουν τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις κατά νόμο, που οι πράξεις και τα έγγραφα δίνουν προς τα έξω την εντύπωση ότι δημιουργούν. Σε άλλη υπόθεση του Εφετείου Παναγιώτης Ιωάννου κ.α. ν. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ. 1 ΑΑΔ 91
(2011)επεξηγήθηκε ότι ακόμη και μία συμφωνία ενοικιαγοράς που έγινε για να διευκολυνθεί δανειοδότηση προς τον μισθωτό με υπαρκτά αντικείμενα ενοικιαγοράς που έχουν πωληθεί στον πιστωτή και αυτός στην συνέχεια μισθώνει και παραδίδει την κατοχή των υπαρκτών αντικειμένων στον μισθωτή στα πλαίσια της συναλλαγής πρόκειται για γνήσια συναλλαγή ενοικιαγοράς. Σε υποθέσεις όπου εγείρονται παρόμοιας φύσεως θέματα ο χρηματοδοτικός οργανισμός έχει το βάρος να αποδείξει τη νομιμότητα της γραπτής σύμβασης ενοικιαγοράς επί της οποίας στηρίζει τις απαιτήσεις του. Για το σκοπό αυτό οφείλει να αποδείξει τις περιστάσεις υπογραφής της σύμβασης, ότι η σύμβαση αναφέρεται σε υπαρκτά αντικείμενα τα οποία ο μισθωτής δηλώνει ότι τα παρέλαβε και ότι βρίσκονται σε καλή κατάσταση. Ωστόσο, ο οργανισμός δεν έχει υποχρέωση να καλέσει μάρτυρες για να αποδείξει ότι τα αντικείμενα ήταν πράγματι υπαρκτά, όπως τους προμηθευτές κλπ των αντικειμένων για να αντικρούσουν ισχυρισμό του ενοικιαγοραστή περί εικονικότητας της σύμβασης. Όταν εγείρεται τέτοιος ισχυρισμός από τον μισθωτή αυτός έχει και το βάρος να τον αποδείξει. Σε μια τέτοια συναλλαγή δεν απαιτείται η παρεμβολή εμπόρου καθότι η σύμβαση ενοικιαγοράς δεν είναι υποχρεωτικά τριμερής (έμπορος, χρηματοδότης και μισθωτής). Η σύμβαση ενοικιαγοράς είναι έγκυρη εφόσον η πώληση είναι γνήσια, έστω και αν σε τελική ανάλυση, ο στόχος ήταν ο δανεισμός χρημάτων με ασφάλεια το αντικείμενο της ενοικιαγοράς. (Βλ. Κωνσταντίνου κ.ά. v. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ
(2006)1(Β) Α.Α.Δ. 781, T.J.S. Enterprises Ltd κ.ά. v. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ
(2005)1(Α) Α.Α.Δ. 108, Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ v. Κωνσταντίνου κ.ά. αντικειμένων). Δεν είναι εύκολο για τον μισθωτή να αποδείξει ότι η συμφωνία ενοικιαγοράς υπήρξε εικονική ώστε να απαλλαγεί των υποχρεώσεων του δυνάμει αυτής εκτός και εάν αυτός επιτυχώς προβάλει την υπεράσπιση του non est factum δηλαδή ότι υπέγραψε την συμφωνία έχοντας λάθος ως προς τα γεγονότα και τα δεδομένα της συμφωνίας.( Βλ TJS Enterprises Ltd. 1 ΑΑΔ 108
(2005)Κάτι τέτοιο δεν ισχύει στην δική μας την περίπτωση επειδή και ο μισθωτής εναγόμενος 1 αλλά και ο εναγόμενος 3 όπως εξήγησα και ανέλυσα πιο πάνω γνώριζαν ακριβώς τα δεδομένα της συμφωνίας ενοικιαγοράς και συγκεκριμένα ότι πρόκειται να πωληθούν οκτώ οχήματα, τα οποία ήταν υπαρκτά και που παρέστησε ο εναγόμενος 1 στους ενάγοντες ότι ήταν στην κατοχή του κατά την σύναψη της συμφωνίας, στους ενάγοντες με σκοπό αυτά τα οχήματα να μισθωθούν εκ νέου στον εναγόμενο 1 στα πλαίσια της συμφωνίας ενοικιαγοράς. Άλλη απτή απόδειξη για το γεγονός ότι αυτά τα οχήματα ήταν κατά τον ουσιώδη χρόνο στην κατοχή του εναγόμενου 1 είναι οι δύο μεταγενέστερες συμφωνίας απαλλαγής των δύο από των τεσσάρων οχημάτων που ήταν αντικείμενα της συμφωνίας ενοικιαγοράς. Συνεπώς, στην δική μας την υπόθεση όπως και στην υπόθεση TJS Enterprises, πιο πάνω, ο τρόπος απόκτησης της κυριότητας του αντικειμένου από τους χρηματοδότες δεν είναι εξ ορισμού ουσιώδης σημασίας για τη φύση της συναλλαγής ως ενοικιαγορά. Ο ιδιοκτήτης οχήματος μπορεί να το πωλήσει σε χρηματοδοτικό οργανισμό να εισπράξει το τίμημα και να το επιστρέψει με δόσεις. Και νοουμένου ότι η πώληση είναι γνήσια και όχι πλασματική απολήγει ισχυρή η σύμβαση ενοικιαγοράς. Eεξαιρετικά βοηθητική για τα πραγματικά δεδομένα που πρέπει να εξετάσει το Δικαστήριο προκειμένου να αποφανθεί για το ζήτημα της εικονικότητας της συμφωνίας ενοικιαγοράς είναι και η υπόθεση του Εφετείου ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΣΟΛΩΜΟΥ v. POPULAR BANK PUBLIC CO LTD, 1 ΑΑΔ 36
(2011)επειδή τα γεγονότα εκείνης της υπόθεσης προσομοιάζουν με τα γεγονότα αυτής της υπόθεσης. Σε εκείνη τη υπόθεση ισχυρισμός του εφεσείοντα ήταν ότι η ενοικιαγορά ήταν εικονική και ότι η πραγματική συναλλαγή με την τράπεζα ήταν χορήγηση δανείου ώστε να επενδύσει σε μετοχές. Μετά του εφεσείοντα και το πιστωτικό ιδρύματος είχαν συναφθεί επτά συμφωνίες ενοικιαγοράς. Με την υπόδειξη υπάλληλου της τράπεζας καταρτίστηκαν και άλλα συμβόλαια, με ανύπαρκτα αντικείμενα, έπιπλα, εξοπλισμούς κλπ, ενώ τέθηκε υπό ενοικιαγορά ένα υπαρκτό όχημα. Το όχημα ουδέποτε περιήλθε στην κατοχή του μισθωτή. Όμως το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ανυπόστατο τον ισχυρισμό ότι η ενοικιαγορά ήταν εικονική μόνο επειδή δόθηκε μαρτυρία ότι το εν λόγω όχημα είχε υπερτιμολογηθεί με βάση τη μαρτυρία που προσήψαν οι εφεσείοντες. Το συμβόλαιο ενοικιαγοράς για το όχημα είχε όλα τα στοιχεία που το καθιστούσαν έγκυρο, εφόσον το όχημα ήταν υπαρκτό αντικείμενο, η δε τράπεζα, λόγω και του γεγονότος ότι πρώτος μισθωτής ήταν έμπορας πώλησης αυτοκινήτων και συνεργάτης αυτής μέχρι το 1999, έδειξε εμπιστοσύνη στους εφεσείοντες και ιδιαίτερα στον εφεσείοντα 1, δεχόμενο την τιμή που δηλώθηκε σ' αυτήν ως προς την αξία του οχήματος. Το Εφετείο δέχθηκε την θέση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι η υπερτίμηση της αξίας του οχήματος αντικείμενο της ενοικιαγοράς σε σχεδόν διπλάσια της πραγματικής αξίας ήταν ένα αποδεικτικό στοιχείο ενδεικτικό της εικονικότητας της συναλλαγής. Όμως αυτό το στοιχείο δεν ήταν ικανοποιητικό από μόνο του για να αποδειχθεί ότι η ενοικιαγορά ήταν εικονική. Λέχθηκαν σε σχέση με την αξιολόγηση αυτού του σημείου και τα ακόλουθα: Η υπερτιμολόγηση όμως του οχήματος από μόνη της, αν και εγείρει ευλόγως ερωτηματικά, δεν αποτελεί καθοριστικό στοιχείο εικονικότητας από την άποψη συμμετοχής και της τράπεζας με την ένθεση μιας διπλάσιας σχεδόν τιμής. Δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή η θέση του πρωτόδικου Δικαστηρίου στο προκείμενο ότι αν πρέπει να αποδοθεί κάτι στην τράπεζα είναι μομφή για την εμπιστοσύνη που έδειξε και την ευκολία που δέχθηκε τις δηλώσεις του εφεσείοντος
- Το γεγονός ότι, ως δέχθηκε ο Ανδρέας Σάββα, το όχημα δεν ελέγχτηκε από αυτήν, οφειλόταν στο παραδεκτό γεγονός ότι υπήρχε ενεχυρίαση μετοχών προς όφελός της από τον εφεσείοντα 3, ως πρόσθετη εξασφάλιση του οχήματος. Επρόκειτο για 20.000 μετοχές στην εταιρεία Europrofit Capital Investors Ltd με δηλωθείσα τότε ονομαστική αξία £0.50 εκάστη (Τεκμ. 2.2). Πλέον βέβαια το ίδιο το όχημα. Από την άλλη, ο ίδιος ο εφεσείων 1 στη δική του μαρτυρία ουδόλως εξήγησε την αξία των £25.000 και θα παρουσιαζόταν εντελώς αυθαίρετο το συμπέρασμα ότι η τράπεζα εξ ιδίων της έθεσε αυτό το συγκεκριμένο ποσό άνευ ετέρου, ιδιαιτέρως εφόσον υπήρχε μια αληθοφανής εξήγηση ως προς το λόγο που τέθηκε η συγκεκριμένη αξία από πλευράς της τράπεζας. Άλλωστε, στο συμβόλαιο ενοικιαγοράς, Τεκμ. 2Α, τόσο ο εφεσείων 2, ως ιδιοκτήτης πλέον του οχήματος, όσο και ο εφεσείων 1, ως ενοικιαγοραστής, υπέγραψαν τις αντίστοιχες δηλώσεις τους, τόσο σε σχέση και με το είδος του αντικειμένου, όσο και ως προς την αξία αυτού, στον Πίνακα Α. Ως προς τις υπόλοιπες έξη συμφωνίες ενοικιαγοράς που θέση των εφεσειόντων ότι ήταν εικονικές συμφωνίες και ως τέτοιες ήταν μαρτυρία που έπρεπε να λάβει υπόψη του το Δικαστήριο στα πλαίσια της αγωγής για την συγκειμένη συμφωνία ενοικιαγοράς θέση του Εφετείου ήταν ότι ορθά δεν λήφθηκαν υπόψη αυτές οι συμφωνίες διότι δεν είχε προσαχθεί μαρτυρία σε σχέση με τις άλλες συμφωνίες ότι ήταν εικονικές συμφωνίες. Συνεπώς, αυτή η μαρτυρία δεν ήταν σχετική με τα επίδικα θέματα της αγωγής. Τα γεγονότα της δικής μας υπόθεσης πράγματι προσομοιάζουν με τα δεδομένα αυτής της υπόθεσης. Ο εναγόμενος 3 δεν έχει αποδείξει ότι τα οχήματα που ήταν υπαρκτά είχαν υπερτιμηθεί. Υπάρχει μία γενική θέση που διατυπώθηκε ότι η χρηματοδότηση που αναζητούσε ο εναγόμενος 1 ήταν 100,000.00 ευρώ και έτσι έγιναν δύο συμφωνίες ενοικιαγοράς για το ποσό των 50,000.00 ευρώ. Ο ΜΕ2 δεν είδε αυτά τα οχήματα προτού τα εκτιμήσει αλλά είχε τις διαβεβαιώσεις του εναγόμενου 1 ότι ήταν σε καλή κατάσταση και με βάση την χρονολογία και την μάρκα των οχημάτων χρησιμοποίησε καθιερωμένη πρακτική για την αξία αυτών των οχημάτων στην αγορά. Ως προκύπτει από τις αυθεντίες που έχω αναφέρει πιο πάνω είναι θεμιτό σε συμφωνία ενοικιαγοράς ο μισθωτής να πωλήσει το αντικείμενο στο χρηματοπιστωτικό ίδρυμα και στην συνέχεια αυτό να το μισθώσει στον εναγόμενο 1 φτάνει αυτό να είναι υπαρκτό αντικείμενο και η φύση της συναλλαγής να είναι πράγματι ενοικιαγορά. Εκείνο που φαίνεται να έγινε στην παρούσα περίπτωση είναι ότι αποφασίσθηκε το ποσό της χρηματοδοτήσεις και ζητήθηκε από τον εναγόμενο 1 να προσφέρει ως αντικείμενο της μίσθωσης οχήματα αξίας αυτού του ποσού. Οπότε στην παρούσα περίπτωση δεν έχει καν αποδειχθεί ότι τα οχήματα έχουν υπερτιμολογηθεί. Ακόμη και η υπόνοια ότι έχουν υπερτιμολογηθεί καταρρίπτεται από τις συμφωνίες απαλλαγής που έγιναν μεταγενέστερα επειδή ο μισθωτής πλήρωσε ποσό κοντά στο αρχικό ποσό για να αποδεσμεύσει τα δύο οχήματα από την χρηματοδότηση. Δόθηκε μαρτυρία για την ύπαρξη μίας άλλης συμφωνίας ενοικιαγοράς που έγινε την ίδια ημέρα με την παρούσα συμφωνία και πάλι για το ποσό των 50000.00 και που είναι αντικείμενο άλλης αγωγής που εκκρεμεί στο Επαρχιακό Δικαστήριο. Πέραν αυτού δεν έχει δοθεί καμία μαρτυρία από τον εναγόμενο ότι αυτή η συμφωνία είναι εικονική. Η γενική θέση ότι υπάρχουν δύο συμφωνίες ενοικιαγοράς για το ίδιο ποσό που έγιναν την ίδια ημέρα δεν αποδεικνύει ότι οι συμφωνίες ήταν εικονικές ιδιαίτερα αφού ως προκύπτει από την μαρτυρία των εναγόντων η έτερη συμφωνία είχε ως αντικείμενο ενοικιαγοράς αλλά τέσσερα οχήματα που με βάση τους υπολογισμούς είχαν και εκείνα αξία 50000 ευρώ. Ο εναγόμενος 1 απέτυχε να αποδείξει ότι το χρηματικό πιστωτικό ίδρυμα εν γνώσει του είχε εμπλακεί στην σύναψη εικονικής συμφωνίας ενοικιαγοράς. Αντιθέτως, προκύπτει από την αξιόπιστη μαρτυρία των εναγόντων ότι υπήρχαν τέσσερα υπαρκτά οχήματα ενοικιαγοράς στην κατοχή του μισθωτή που πωλήθηκαν στην τράπεζα καταγράφηκαν τα στοιχεία τους και δηλώθηκε διαφορετική αξία για κάθε όχημα ανάλογα με αριθμούς εγγραφής του οχήματος μάρκα οχήματος και πιθανή αγοραία αξία κατά τον επίδικο χρόνο με διαβεβαιώσεις του εναγόμενου 1 που ήταν πελάτης των εναγόντων στο παρελθόν αλλά και πωλητής οχημάτων ότι αυτά ήταν σε καλή κατάσταση. Καθοδήγηση για το πότε ακριβώς η συμφωνία ενοικιαγοράς θα πρέπει να θεωρείται ότι είναι εικονική δηλαδή ψεύτικη ώστε να δικαιολογείται η απαλλαγή του εγγυητή από τις συμβατικές του υποχρεώσεις είναι η αναφορά του Lord Diplock στην Αγγλική υπόθεση Snook v. London and West Riding Investments Ltd [1967] 2 QB 786,
- As regards the contention of the plaintiff that the transactions between himself, Auto Finance and the defendants were a sham it is, I think, necessary to consider what, if any, legal concept is involved in the use of this popular and pejorative word. I apprehend that, if it has any meaning in law, it means acts done or documents executed by the parties to the "sham" which are intended by them to give to third parties or to the court the appearance of creating between the parties legal rights and obligations different from the actual legal rights and obligations (if any) which the parties intend to create . But one thing, I think, is clear in legal principle, morality and the authorities (see Yorkshire Railway Wagon Co v Maclure and Stoneleigh Finance Ltd. v Phillips), that for acts or documents to be a "sham"with whatever legal consequences follow from this, all the parties thereto must have a common intention that the acts or documents are not to create the legal rights and obligations which they give the appearance of creating. No unexpressed intentions of a "shammer" affect the rights of a party whom he deceived. There is an express finding in this case that the defendants were not parties to the alleged "sham". Συνεπώς, δεν αποδεικνύεται ότι η συμφωνία υπήρξε εικονική επειδή οι ενάγοντες ενήργησαν με προχειρότητα και δεν κάλεσαν επαγγελματία εκτιμητή να δει και να εκτιμήσει τα οχήματα προτού αποδεχθούν τις συγκεκριμένες αξίες σε σχέση με την συμφωνία ενοικιαγοράς. Ούτε μπορεί να αποδειχθεί ότι η συμφωνία ενοικιαγοράς είναι εικονική επειδή πραγματικό αλλά αδήλωτο κίνητρο του εναγόμενου 1 σε σχέση με την έγγραφη συμφωνία κατά την σύναψη της συμφωνίας ήταν να εξασφαλίσει χρηματοδότηση ύψους 50000 ή ότι πρόθεση των εναγόντων ήταν να συνάψουν πραγματική συμφωνία ενοικιαγοράς με σκοπό να τον διευκολύνουν ως πελάτη τους με εξασφάλιση τα τέσσερα οχήματα. Σημασία έχει κατά πόσο τα έγγραφα που ετοίμασαν και υπέγραψαν τα μέρη νομικά και πραγματικά πρόκειται για συμφωνία ενοικιαγοράς. Η απάντηση σ' αυτό το ερώτημα είναι θετική. Υπήρξαν υπαρκτά τέσσερα οχήματα αντικείμενα της ενοικιαγοράς. Κατά τον ουσιώδη χρόνο αυτά πωλήθηκαν στο πιστωτικό ίδρυμα και το πιστωτικό ίδρυμα χορήγησε στον μισθωτή το ποσό των 50000 το οποίο έπρεπε να πληρωθεί με δόσεις ενοικίου για την μίσθωση των οχημάτων με δικαίωμα αγοράς των οχημάτων κατά την ολοκλήρωση της περιόδου μίσθωσης. Αυτή η υπεράσπιση αποτυγχάνει. Η εγγραφή των τριών οχημάτων από τα τέσσερα επ' ονόματι της ενάγουσας μία ημέρα πριν την υπογραφή της συμφωνίας αποδυναμώνει την θέση του εναγόμενου ότι η συμφωνία υπήρξε εικονική. Αντιθέτως, δείχνει ότι οι ενάγοντες επιβεβαιώθηκαν για την ύπαρξη των οχημάτων ώστε απρόσκοπτα να ετοιμάσουν την γραπτή συμφωνία ενοικιαγοράς. Αν αυτό έγινε μία ημέρα προηγουμένως για σκοπούς ευκολίας δεν είναι απόδειξη ότι η συναλλαγή υπήρξε εικονική.
- Απαλλαγή του εναγόμενου 3 ως εγγυητή της συμφωνίας ενοικιαγοράς για άλλους λόγους. Υπάρχουν τρία τέτοια σημεία που δικογραφούνται και που κατά την άποψη μου πρέπει να αξιολογηθούν μ' αυτήν την προοπτική και αυτά είναι ως ακολούθως: Το γεγονός ότι δόθηκε πίστωση χρόνου στον οφειλέτη παρόλο που δεν κατέβαλε καμία δόση ενοικιαγοράς μετά την απαλλαγή του δεύτερου οχήματος αντικείμενο της ενοικιαγοράς. Η απαλλαγή των δύο από τα τέσσερα οχήματα που ήταν αντικείμενα της συμφωνίας ενοικιαγοράς. Η μη εγγραφή του ενός εκ των τριών από των τεσσάρων οχημάτων ενώ κατά την σύναψη της συμφωνία ήταν ρητή δέσμευση του μισθωτή να εγγράψει το εν λόγω όχημα επ ονόματι των εναγόντων. Στην περίπτωση που αποδειχθεί ότι ο πιστωτής προβεί σε οποιαδήποτε ενέργεια για μεταβολή των όρων της συμφωνίας με τον οφειλέτη με αποτέλεσμα να επηρεασθούν τα δικαιώματα του εγγυητή αυτός θα πρέπει να απαλλαγεί των υποχρεώσεων του με βάση την συμφωνία. To άρθρο 93 του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ. 149 προνοεί ότι ο εγγυητής θα απαλλαγεί σε περίπτωση συμβιβασμού, παράτασης του χρόνου εκπλήρωσης, ή συμφωνίας για μη έγερση αγωγής εναντίον του πρωτοφειλέτη από τον πιστωτή.
- Σύμβαση μεταξύ πιστωτή και πρωτοφειλέτη με την οποία ο πιστωτής προβαίνει σε συμβιβασμό με τον πρωτοφειλέτη, ή υπόσχεται να δώσει παράταση του χρόνου εκπλήρωσης ή να μην εναγάγει τον πρωτοφειλέτη, απαλλάσσει τον εγγυητή από κάθε ευθύνη, εκτός αν ο εγγυητής συγκατατίθεται στη σύναψη της σύμβασης αυτής. Είναι γεγονός ότι οι ενάγοντες καθυστέρησαν πολύ να τερματίσουν την συμφωνία ενοικιαγοράς. Η τελευταία πληρωμή που έγινε έναντι της συμφωνίας ενοικιαγοράς ήταν στις 22.6.2009 κατά τον χρόνο της δεύτερης απαλλαγής ενός των τεσσάρων οχημάτων ως αντικείμενο της ενοικιαγοράς. Δεν πληρώθηκε καμία άλλη δόση και η συμφωνία τερματίσθηκε με την αποστολή επιστολής στον πρωτοφειλέτη και εγγυητές στις 15.2.
- Παρόλο τούτο αυτός δεν είναι ικανοποιητικός λόγος για να δικαιολογήσει απαλλαγή του εναγόμενου 3 επειδή η υπάρχουσα συμφωνία μεταξύ των μερών περιείχε πρόνοια που επέτρεπε την παροχή χρόνου ή και άλλη ευκολία στον πιστωτή προς αποπληρωμή των δόσεων. Περαιτέρω η αποχή σύμφωνα με το άρθρο 95 δεν είναι ικανοποιητικός λόγος για την απαλλαγή του εγγυητή. Το άρθρο 95 του Κεφ. 149 προνοεί τα ακόλουθα: ΚΕΦ.149 Αποχή του πιστωτή από την έγερση αγωγής δεν απαλλάσσει τον εγγυητή
- Αν στη σύμβαση της εγγύησης δεν υπάρχει όρος για το αντίθετο, απλή αποχή του πιστωτή από την έγερση αγωγής ή τη λήψη άλλων μέσων θεραπείας κατά του πρωτοφειλέτη, δεν απαλλάσσει τον εγγυητή. H συμφωνία εγγύησης και αποζημίωσης που ενσωματώνεται στην συμφωνία ενοικιαγοράς προνοεί τα ακόλουθα: Και εγώ συμφωνώ ότι τα δικαιώματα σας σύμφωνα με την εγγύηση αυτή δε θα επηρεαστούν από την παροχή χρόνου από εσάς ή από άλλη ευκολία προς τον μισθωτή ή από την τροποποίηση οποιουδήποτε όρου της συμφωνίας ενοικιαγοράς χωρίς να ειδοποιηθώ. Συνεπώς, ο εναγόμενος 3 δεν δικαιούται απαλλαγής των συμβατικών του υποχρεώσεων γι' αυτόν τον λόγο αλλά και δεν δικαιούται απαλλάγη διότι ενημερώθηκε για την μη πληρωμή των δόσεων από τις 26.1.2010 με σχετική επιστολή.
- Απαλλαγή των δύο από τα τέσσερα οχήματα της συμφωνίας αφορά τροποποίηση της συμφωνίας. Το άρθρο 97 προνοεί ότι εγγυητής δικαιούται απαλλαγή του εγγυητή λόγω πράξης ή παράλειψης του πιστωτή η οποία παραβλάπτει τελική ικανοποίηση του εγγυητή.
- Αν ο πιστωτής τελέσει πράξη ασυμβίβαστη με τα δικαιώματα του εγγυητή, ή παραλείψει να τελέσει πράξη η οποία επιβάλλεται από τις υποχρεώσεις του προς τον εγγυητή, και συνεπεία αυτού παραβλάπτεται η τελική ικανοποίηση του ίδιου του εγγυητή από τον πρωτοφειλέτη, ο εγγυητής απαλλάσσεται. Στο Σύγγραμμα Chitty on Contracts Sweet and Maxwell thirty first edition Specific Contracts par. 38-321 επεξηγείται ότι οποιαδήποτε τροποποίηση της αρχικής συμφωνίας στην οποία ο εγγυητής δεν έχει συγκατατεθεί δικαιολογεί την απαλλαγή του εγγυητή. Όμως στην παρούσα περίπτωση οι ενάγοντες εξασφάλισαν την συγκατάθεση του εγγυητή και για τις δύο απαλλαγές και επιπρόσθετα, η συμφωνία ως προκύπτει από το λεκτικό πιο πάνω επέτρεπε τροποποίηση των όρων αφού πρώτα ενημερωθεί ο εγγυητής. Συνεπώς, ο εναγόμενος 3 δεν μπορεί να απαλλαγεί των υποχρεώσεων του γι' αυτό τον λόγο.
- Οι ενάγοντες παρέλειψαν να υποχρεώσουν τον μισθωτή να προβεί σε εγγραφή του άγραφου οχήματος εντός των 10 ημερών ως προνοούσε η συμφωνία ενοικιαγοράς (βλ. Τεκμήριο Β1). Με την έκθεση υπεράσπισης εγείρεται ζήτημα στην παράγραφο 6.5 ότι ο εναγόμενος 3 ουδέποτε μεταβίβασε ή και ενέγραψε τα επίδικα οχήματα στους ενάγοντες. Ο ΜΕ2 παραδέχθηκε ότι ο εναγόμενος 3 αθέτησε την υπόσχεση του δυνάμει της συμφωνίας ενοικιαγοράς να εγγράψει το άγραφο όχημα επ' ονόματι των εναγομένων. Η συνέπεια αυτής της παράλειψης είναι η αποξένωση του οχήματος και η απώλεια της εξασφάλισης. Υπάρχουν δύο πρόνοιες του περί συμβάσεων Νόμου που προβλέπουν είτε μερική ή ολική απαλλαγή του εγγυητή σε τέτοιες περιπτώσεις Το άρθρο 98 προνοεί ως ακόλουθα: ΚΕΦ.149 Δικαιώματα εγγυητή σε περίπτωση καταβολής ή εκπλήρωσης
- Αν το χρέος, για το οποίο δόθηκε η εγγύηση, καταστεί απαιτητό ή ο πρωτοφειλέτης παραλείψει να εκπληρώσει υποχρέωση που καλύπτεται από την εγγύηση, ο εγγυητής, με την καταβολή ή την εκπλήρωση όλων για τα οποία ευθύνεται, υποκαθίσταται σε όλα τα δικαιώματα του πιστωτή έναντι του πρωτοφειλέτη. και το άρθρο 99 προνοεί ως ακολούθως ΚΕΦ.149 Δικαίωμα εγγυητή να επωφεληθεί των υπέρ του πιστωτή ασφαλειών. Επιφύλαξη 99.-
(1)Ο εγγυητής δικαιούται το όφελος κάθε ασφάλειας την οποία ο πιστωτής είχε έναντι του πρωτοφειλέτη κατά τη σύναψη της σύμβασης εγγύησης, είτε ο εγγυητής γνώριζε την ύπαρξη της ασφάλειας αυτής είτε όχι~ και αν ο πιστωτής χάσει ή, χωρίς τη συναίνεση του εγγυητή, αποξενωθεί από αυτή, ο εγγυητής απαλλάσσεται κατά την έκταση της αξίας της ασφάλειας.
(2)Οι διατάξεις του άρθρου αυτού ή του προηγούμενου άρθρου δεν επηρεάζουν τις διατάξεις του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου ή οποιασδήποτε τροποποίησης αυτού. Σύμφωνα με την μαρτυρία των εναγόντων αυτό το όχημα έχει απωλέσθη. Σύμφωνα με την μαρτυρία του εναγόμενου αυτό το όχημα έχει εγγραφεί επ' ονόματι τρίτου προσώπου. Στο σύγγραμμα Chitty on Contracts Specific Contracts Chapter 44 Surety ship par. 44-118 επεξηγείται ότι οι αρχές τις επιεικείας εφαρμόζονται προς προστασία του εγγυητή σε περιπτώσεις όπου ο πιστωτής έχει ενεργήσει αμελώς με αποτέλεσμα να χάσει την εξασφάλιση. Σε τέτοιες περιπτώσεις η θεραπεία δεν είναι πλήρης απαλλαγή του εγγυητή αλλά όπως προνοείται και στο άρθρο 99 ο εγγυητής απαλλάσσεται κατά την έκταση της αξίας της ασφάλειας. Οι ενάγοντες δεν προέβηκαν σε ενέργειες κατά την σύναψη της συμφωνίας ώστε αυτό το όχημα να εγγραφεί επ' ονόματι τους αλλά και ούτε πληροφόρησαν τον εναγόμενο 3 ότι αυτό το όχημα δεν είχε εγγραφή επ' ονόματι τους. Στην συνέχεια επέτρεψαν στον μισθωτή να αθετήσει τις συμβατικές τους υποχρεώσεις και για χρόνια δεν έκαναν τίποτε με αποτέλεσμα να χαθεί οριστικά αυτό το αντικείμενο επ' ονόματι τρίτου προσώπου. Εξαιτίας της αμέλειας των εναγόντων δεν υπάρχει η δυνατότητα η αξία αυτού του αντικειμένου να διατεθεί προς όφελος του στην περίπτωση που κληθεί να πληρώσει τις υποχρεώσεις του εναγομένου 1 δυνάμει της συμφωνίας ενοικιαγοράς. Η αξία του οχήματος είχε εκτιμηθεί κατά τον χρόνο της σύναψης της συμφωνίας στο ποσό των 28000.
- Δεν έχει προσκομιστεί μαρτυρία για την αγοραία αξία κατά το χρόνο τερματισμού της συμφωνίας του οχήματος οπότε κρίνω ότι η αξία που απέδωσαν οι ίδιοι οι ενάγοντες σ' αυτό το όχημα θα πρέπει να είναι και το ύψος της απαλλαγής του εγγυητή από τις συμβατικές του υποχρεώσεις. Ο πιο πάνω ισχυρισμός έχει δικογραφηθεί ικανοποιητικά στην παράγραφο 6.3 της Έκθεσης Υπεράσπισης ως ακολούθως: Διότι οι ενάγοντες και ο εναγόμενος 1 εν αγνοία του εναγομένου 3 προώθησαν την κατάρτιση της επίδικης συμφωνίας ενοικιαγοράς με οχήματα τα οποία ή και διότι τα φερόμενα ως επίδικα οχήματα ή και οποιαδήποτε από αυτά ουδέποτε ήσαν ιδιοκτησία του εναγομένου 1 ή και ουδέποτε κατέστησαν ιδιοκτησία των εναγόντων και πάλιν εν αγνοία του εναγομένου
- Δικογραφημένες θέσεις των διαδίκων διατυπώνονται με αναφορά των ουσιωδών γεγονότων που πλαισιώνουν την υπεράσπιση και όχι τα γεγονότα που αποτελούν το αποδεικτικό υλικό προς υποστήριξη του συγκεκριμένου ισχυρισμού. Στην FEDERAL BANK OF LEBANON (SAL), v. ΝΙΚΟΥ Κ. ΣΙΑΚΟΛΑ
(2011)1 Α.Α.Δ. 1422 απόφαση πλειοψηφίας το Εφετείο έδωσε κατευθυντήριες γραμμές σε σχέση με ζητήματα που άπτονται της Δ.19 των θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας. Είναι αρκετό να διατυπώνεται η υπεράσπιση με γενικό τρόπο χωρίς αναφορά σε λεπτομέρειες ή και συγκεκριμένα έγγραφα. Όπως αναφέρθηκε στη Μελάς v. Κυριάκου
(2003)1(Β) Α.Α.Δ. 826, η Έκθεση Υπεράσπισης αποτελεί δικόγραφο στο οποίο προσδιορίζονται οι θέσεις του εναγομένου έναντι των διεκδικήσεων του αντιδίκου του και το δικαστήριο δεν μπορεί να αποφασίζει ζητήματα που δεν αποτελούν μέρος της δικογραφία. Η αναφορά του δικηγόρου των Εφεσειόντων στην υπόθεση Παφίτης κ.ά. v. Κουκουρή κ.ά.
(1992)1 Α.Α.Δ. 1154, στην οποία υιοθετήθηκε το πιο κάτω απόσπασμα από την υπόθεση Παπαγεωργίου. Λούη Κλάππα (Investments Services Ltd)
(1991)1 A.A.Δ. 24, είναι εύστοχη. Στη σελίδα 1158 της απόφασης, αναφέρονται τα ακόλουθα, σχετικά με τη σημασία του προσδιορισμού των επίδικων θεμάτων:- «Οι αρχές του δικονομικού δικαίου περιορίζουν τα επίδικα θέματα σε εκείνα τα οποία προσδιορίζονται από τη δικογραφία δηλαδή την απαίτηση, την υπεράσπιση και την απάντηση όπου υπάρχει. Ο επακριβής προσδιορισμός των επίδικων θεμάτων συναρτάται άμεσα με το αντιπαραθετικό σύστημα δίκης που ισχύει στο δικανικό μας σύστημα και απόρροια της φυσικής δικαιοσύνης που επιβάλλει τη διασφάλιση του δικαιώματος διαδίκου για ουσιαστική ευκαιρία απάντησης στις θέσεις και ισχυρισμούς του αντιδίκου του. Η δίκη δρομολογείται, όπως επιγραμματικά ανάφερε ο τότε Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Βασιλειάδης στην υπόθεση Homeros Th. Courtis and Others v. Panos K. Iasonides
(1970)1 C.L.R. 180, (βλέπε επίσης Christakis Loucaides v. C.D. Hay and Sons Ltd
(1971)1 C.L.R. 134 κατά μήκος των γραμμών που οριοθετεί η δικογραφία και η δίκη διατρέχει την ίδια πορεία όπως και το τραίνο κατά μήκος των προκαθορισμένων γραμμών της διαδρομής». Είναι γεγονός ότι η αναφορά στην παράγραφο 6.3 της υπεράσπισης ότι τα οχήματα ουδέποτε ενεγράφησαν επ' ονόματι της ενάγουσας πρόκειται για γεγονός που δεν προσδιορίζει τις λεπτομέρειες αλλά και ούτε τα έγγραφα στα οποία προτίθεται ο εναγόμενος 3 να βασιστεί για να προβάλλει την υπεράσπιση του. Όμως η γενική αναφορά αυτή είναι μία από τις υπερασπίσεις που έχει προβάλει ο εναγόμενος 3 στην Έκθεση του. Το άγραφο όχημα ουδέποτε ενεγράφηκε επ' ονόματι της ενάγουσας και αυτό έγινε εν αγνοία του εναγομένου
- Περαιτέρω, ο εναγόμενος 3 έχει εγείρει ζήτημα στην υπεράσπιση του ότι θα πρέπει να απαλλαγεί της εγγύησης του στον εναγόμενο
- Αναμφίβολα αυτός ο λόγος υπεράσπισης θα μπορούσε να διατυπωθεί καλύτερα όμως κρίνω ότι το ζήτημα της μη εγγραφής των οχημάτων εγέρθηκε στα πλαίσια της υπεράσπισης και είναι κάτι που κατά την άποψη μου έπρεπε να λάβω υπόψη μου κατά την τελική μου ετυμηγορία. Υπερχρεώσεις Συμφωνώ με την θέση που έχει τεθεί ενώπιον μου από τον κ. Ζαχαρίου ότι η υπεράσπιση δεν έχει προσκομίσει καμία μαρτυρία για υπερχρεώσεις που προέκυψαν από την ενοικιαγορά. Οι μάρτυρες της ενάγουσας έχουν προβεί σε λεπτομερείς εξηγήσεις για να δικαιολογούσουν το σημερινό οφειλόμενο υπόλοιπο. Το σημερινό υπόλοιπο οφειλόμενο αποδεικνύεται αναλυτικά από τα τεκμήρια Α5 και Α8 που έχουν κατατεθεί από τους μάρτυρες της ενάγουσας. Ο τόκος για τις καθυστερημένες δόσεις είναι ο συμβατικός και μετά τον τερματισμό της συμφωνίας ως προκύπτει από τα αποδεικτικά στοιχεία που έχουν τεθεί ενώπιον μου λογίζεται νόμιμος τόκος επί του υπολοίπου της συμφωνίας ενοικιαγοράς. Συνεπώς εκδίδεται απόφαση υπέρ της ενάγουσας και εναντίον του εναγόμενου 3 για το ποσό των 18303.73 με νόμιμο τόκο επί του ποσού των 14695.23 από τις 22.9.2015 και β) και το πόσο των 54156.15 ως αποζημιώσεις με νόμιμο τόκο επί του ποσού των 43479.51 από 22.9.
- Επί του οφειλόμενου π οσού της απόφασης θα πρέπει να αφαιρεθεί το ποσό των 28.000 ευρώ πλέον νόμιμο τόκο. Τα έξοδα της αγωγής επιδικάζονται εναντίον του εναγομένου 3 όπως αυτά υπολογιστούν στην κλίμακα του επιδικασθέντος ποσού της απόφασης. Η ανταπαίτηση απορρίπτεται χωρίς έξοδα. (Υπ). ............ Ν. Ταλαρίδου - Κοντοπούλου, Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο