Αναφορικά με την Olga Apanasik, Αρ. Αίτησης: 3/15, 11/4/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2016:A57 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Ταλαρίδου, Ε.Δ. Αρ. Αίτησης: 3/15 Ο περί Έκδοσης Φυγοδίκων Νόμος 97/70 και συνθήκη μεταξύ της Κυπριακής Δημοκρατίας και Λευκορωσίας για παροχή συνδρομής σε θέματα ποινικού δικαίου Ν.172/86 Αναφορικά με την Olga Apanasik, από Λευκορωσία Ημερομηνία: 11 Απριλίου, 2016 Εμφανίσεις: Για τους Αιτητές: Η κα Ελ. Λοϊζίδου. Για την Καθ΄ης η αίτηση: Ο κ. Χριστάκη. Καθ' ης η αίτηση παρούσα. (Χρέη διερμηνέα εκτελεί η κα Ζάνα Λαζίδου, η οποία ορκίζεται ότι θα μεταφράζει πιστά και αληθινά από τα Ελληνικά στα Ρωσικά και αντίστροφα όσο καλύτερα μπορεί). Με την παρούσα αίτηση ζητείται η έκδοση της Olga Apanasik από την Λευκορωσία. Το αίτημα γίνεται από την Γενική Εισαγγελία της Δημοκρατίας της Λευκορωσία. Στις 10 Σεπτεμβρίου 2015 κατέθηκε στο δικογραφικό φάκελο της υπόθεσης εξουσιοδότηση του υπουργού Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης με την οποία εξουσιοδοτήθηκε η έναρξη της διαδικασίας έκδοσης της καθ' ης η αίτηση δυνάμει του άρθρου 7 του περί Νόμου Φυγόδικων 95/70. Είναι παραδεκτό ότι σε ισχύ είναι η διμερής συμφωνία μεταξύ της Κυπριακής Δημοκρατίας και της πρώην Σοβιετικής Ένωσης για νομική και Δικαστική συνεργασία για αστικά και ποινικά θέματα, περιλαμβανομένου, και την έκδοση φυγοδίκων, συμφωνία που έχει επικυρωθεί με τον νόμο 172/86. Είναι επίσης παραδεκτό ότι η Λευκορωσία περιλαμβάνεται στον κατάλογο των χωρών που έχουν υπογράψει την διμερή συμφωνία που είναι σε ισχύ. Στην εξουσιοδότηση του Υπουργού γίνεται αναφορά σε αίτημα της εισαγγελικής αρχής της Λευκορωσίας για έκδοση της καθ' ης η αίτηση για να ασκηθεί εναντίον της ποινική δίωξη για το αδίκημα της Πρόσληψης Ατόμων για Σεξουαλική ή άλλη Εκμετάλλευση από Οργανωμένη ομάδα μέσω απάτης και συνομωσίας κατά παράβαση του άρθρου 187
(3)του Ποινικού Κώδικα της Λευκορωσίας. Κατηγορείται η καθ' ης η αίτηση ότι διέπραξε το εν λόγω αδίκημα την περίοδο τέλη 2000 μέχρι 2004. Ο Υπουργός εξέδωσε την εξουσιοδότηση επειδή ικανοποιήθηκε ότι η εγκληματική πράξη που περιέγραψε η αιτήτρια αρχή συνιστά και παράβαση Κυπριακής νομοθεσία και συγκεκριμένα των άρθρων 3, 5 και 9 του περί της Καταπολέμησης της Εμπορίας Προσώπων και της Σεξουαλικής Εκμετάλλευσης Ανηλίκων Νόμου 2000 που ήταν σε ισχύ κατά τον χρόνο διάπραξης των αδικημάτων αλλά και νόμος που αντικαταστάθηκε με τον νόμο 60
(1)/
- Επίσης η εγκληματική πράξη συνάδει με το αδίκημα της συνομωσίας με βάση το άρθρο 371 του Ποινικού Κώδικα. Εκ μέρους της αιτήτριας παρουσιάσθηκε για μαρτυρία η αστυνομικός 1392 που εκτέλεσε το προσωρινό ένταλμα σύλληψης κατά της καθ' ης η αίτηση στον χώρο του αερολιμένα Λάρνακας την 1 Αυγούστου
- Στάλθηκε "Red Notice" από την Interpol που ζητούσε όπως οι διωκτικές αρχές Κύπρου πραγματοποιήσουν την σύλληψη της καθ' ης η αίτηση διότι καταζητείται από τις αρχές της Λευκορωσίας για τα πιο πάνω αδικήματα. Η αστυνομικός πραγματοποίησε την σύλληψη στο αεροδρόμιο της Λάρνακας με προσωρινό ένταλμα σύλληψης που είχε εκδοθεί από Πρόεδρο του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας. Πληροφορήθηκε για τους λόγους της σύλληψης της και για τα δικαιώματα της κατά την σύλληψη σε κατανοητή για εκείνη γλώσσα. Η αστυνομικός επιβεβαίωσε με το διαβατήριο της καθ' ης η αίτηση ότι πρόκειται για το πρόσωπο που καταζητείται. Η καθ' ης η αίτηση της ανέφερε ότι διέμενε στα κατεχόμενα εδάφη της πατρίδας μας από το
- Εισήλθε στην Κύπρο από μη νόμιμο σημείο διέλευσης στα κατεχόμενα και μαζί της ως συνοδός στο αεροδρόμιο κατά την ώρα της σύλληψης ήταν πρόσωπο που διαμένει στα κατεχόμενα και διατελεί καθήκοντα αστυνομικού προς όφελος των μη νόμιμων κατοχικών δυνάμεων. Η αστυνομικός έκανε έρευνα το αφίξεων και αναχωρήσεων της καθ' ης η αίτηση στην Κύπρο στο παρελθόν και ανακάλυψε ότι ήρθε ως επισκέπτης με προσωρινή άδεια διαμονής κατά το έτος 2010 στην Κύπρο. Ουδέποτε υπέβαλε αίτημα για την παραμονή της στην Κύπρο και κατά την ημερομηνία της σύλληψης της βρισκόταν παράνομα στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας. Όταν συνελήφθηκε και πληροφορήθηκε τους λόγους της σύλληψης της απάντησε επί λέξη στα αγγλικά "I can't go back to my country". Κατά τον χρόνο της σύλληψης της σύμφωνα με την μάρτυρα ουδέποτε επικαλέσθηκε μόνιμη διεύθυνση διαμονής στις ελεύθερες περιοχές. Το αίτημα της Γενικής Εισαγγελίας παραλήφθηκε επίσημα από το Υπουργείο Δικαιοσύνης ως απαιτεί το άρθρο 42 του Ν. 172/86 στις 4.9.15 σύμφωνα με την νομικό λειτουργό που χειρίστηκε την υπόθεση εκ μέρους του Υπουργείο προσωπικά κα Χατζηπροδρόμου, ότι διαβιβάσθηκε επίσημα μέσω της πρεσβείας της Κύπρου στην Μόσχα και διά μέσω του Υπουργείο Εξωτερικών διαβιβάσθηκε με ηλεκτρονικό μήνυμα στο Υπουργείο Δικαιοσύνης προηγουμένως. Στην συνέχεια η λειτουργός ζήτησε συμπληρωματικές πληροφορίες από την αιτούσα αρχή σύμφωνα με το άρθρο 44 του Ν.172/
- Πρόβαλε τέσσερεις ερωτήσεις που τις απέστειλε ηλεκτρονικά στην αιτούσα αρχή και έλαβε απαντήσεις από ΔΕΚΕΔΑΣ στις 2 Σεπτεμβρίου και 10 Σεπτεμβρίου. Ικανοποιήθηκε ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 42 για την αίτηση για έκδοση της αιτούσας αρχής και προχώρησε να συντάξει την εξουσιοδότηση την οποία ο Υπουργός υπέγραψε. Προϋποθέσεις για την επάρκεια των αποδεικτικών στοιχείων που έχει αποστείλει η αιτούσα χώρα ότι ζητείται η έκδοση του εκζητούμενου προσώπου για την άσκηση ποινικής δίωξης σε σχέση με ποινικό αδίκημα διατυπώνονται στο άρθρο 9
(5)του νόμου περί φυγόδικων 97/70 ως ακολούθως: Εφ΄ όσον η εξουσιοδότησις διά την έναρξιν της διαδικασίας της εκδόσεως ήθελε παρασχεθή το δε επιληφθέν της εκδόσεως Δικαστήριον ήθελεν ικανοποιηθή, δυνάμει των προσαχθέντων προς υποστήριξιν της αιτήσεως εκδόσεως αποδεικτικών στοιχείων, ή των κατ΄ αυτής προσαχθέντων τοιούτων ότι το αδίκημα εις ο αφορά η τοιαύτη εξουσιοδότησις είναι αδίκημα δι΄ ο δύναται κατά νόμον να χωρήση έκδοσις, προς τούτοις δε ικανοποιηθή- (α) εν μεν τη περιπτώσει προσώπου διωκομένου διά την διάπραξιν του εν λόγω αδικήματος, ότι τα προσαχθέντα ενώπιον αυτού αποδεικτικά στοιχεία είναι επαρκή ώστε να δικαιολογώσι την παραπομπήν αυτού εις δίκην διά το εν λόγω αδίκημα, εφ΄ όσον τούτο διεπράττετο εντός της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου· (β) εν δε τη περιπτώσει προσώπου καταζητουμένου διά την έκτισιν ποινής επιβληθείσης αυτώ διά την διάπραξιν του τοιούτου αδικήματος, ότι τω όντι κατεδικάσθη και ότι παρανόμως παραμένει ελεύθερον, το Δικαστήριον θέλει διατάξει την προφυλάκισιν αυτού μέχρις ου χωρήση η έκδοσις, εκτός εάν η έκδοσις απογορεύεται δυνάμει ετέρας τινός προνοίας του παρόντος Νόμου εν εναντία περιπτώσει θέλει διατάξει όπως το εις ο αφορά η αίτησις εκδόσεως πρόσωπον εφεθή ελεύθερον. (γ) Νοείται ότι σε περίπτωση αιτήσεως εκδόσεως δυνάμει της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Εκδόσεως Φυγοδίκων που κυρώθηκε από τη Δημοκρατία με το νόμο 95 του 1970 εφαρμόζονται οι διατάξεις της ειρημένης Σύμβασης αντί των διατάξεων της παραγράφου (α) του εδάφιου 5 του άρθρου 9 του παρόντος Νόμου. Τα αδικήματα για οποία διατάχθηκε ποινική δίωξη κατά της καθ' ης η αίτηση από την εισαγγελική αρχή της Λευκορωσίας στις 31.3.2011 είχαν κατ' ισχυρισμό της αιτούσας αρχής διαπραχθεί μεταξύ των ετών 2001 με 2004. Σύμφωνα με τα έγγραφα που έχουν τεθεί ενώπιον μου τεκμήριο 8 η καθ' ου η αίτηση διώκεται για αδικήματα που προβλέπονται στο άρθρο 187( Πρόσληψη ατόμων για εκμετάλλευση) του Ποινικού Κώδικα της Δημοκρατίας της Λευκορωσίας και για τα οποία η τιμωρία μπορεί να είναι μέχρι και 10 χρόνια ποινή φυλάκισης. Σύμφωνα με το άρθρο 12 του ποινικού κώδικα της Λευκορωσίας το συγκεκριμένο αδίκημα κατατάσσεται ως σοβαρό και η περίοδο παραγραφής είναι 10 χρόνια. Όμως όπως διαπίστωσε και η μάρτυρας όταν αποτάθηκε στην αιτούσα αρχή για διευκρινήσεις σε σχέση με την περίοδο παραγραφής, η αιτούσα χώρα διευκρίνισε ότι δεν λογίζεται χρόνος για σκοπούς υπολογισμού της περιόδου παραγραφής σύμφωνα με το άρθρο 83
(4)του Ποινικού Κώδικα εάν ο διωκόμενος κρύβεται από τις διωκτικές αρχές ή από το Δικαστήριο. Σύμφωνα με το ίδιο άρθρο σε αυτές τις περιπτώσεις που ο διωκόμενος σκόπιμα κρύβεται για να αποφύγει την δίωξη του η περίοδος της παραγραφής λογίζεται από την ημερομηνία σύλληψης του ή της εκούσιας παρουσίασης του στις αρχές. Η αιτούσα αρχή απέστειλε έγγραφο με το οποίο εμφαίνεται ότι η καθ' ης η αίτηση υπέγραψε δέσμευση να εμφανίζεται εγκαίρως στις κλήσεις των διωκτικών αρχών και όπως αναλάβει να τους πληροφορήσει για οποιοιδήποτε αλλαγή στον τόπο διαμονής της. Θέση της καθ' ης η αίτηση είναι ότι η αιτούσα χώρα επιζητεί την έκδοση της όχι για την διερεύνηση σοβαρών ποινικών αδικημάτων που διατυπώνονται στην εξουσιοδότηση του υπουργού αλλά για αλλότριους λόγους και συγκεκριμένα επειδή το καθεστώς στην Λευκορωσία θέλει να την τιμωρήσει για τις πολιτικές τις θέσεις. Έθεσε στοιχεία και επιχειρήματα ενώπιον του Δικαστηρίου για να τεκμηριώσει την πιο πάνω θέση. Ανέφερε ότι το 2004 συνελήφθηκε και τέθηκε υπό κράτηση όπου κακοποιήθηκε. Δεν ανέφερε για ποιους λόγους ακριβώς συνελήφθηκε όμως ανέφερε ότι 10 μέρες μετά την σύλληψη της και κράτηση της αφέθηκε ελεύθερη χωρίς να προσαφθούν κατηγορίες εναντίον της. Κλήθηκε εκ νέου για κατάθεση σε σχέση με τη διερεύνηση ποινικών αδικημάτων και πάλι ο φάκελος έκλεισε επειδή δεν υπήρχαν στοιχεία εναντίον της. Ο φάκελος αυτός έκλεισε εκ νέου στις 11.5.
- Από αντίδραση εντάχθηκε σε αντιπολιτευτικό κόμμα. Όμως δεν ανέφερε ποιος ήταν ο πραγματικός λόγος που συνελήφθηκε την πρώτη φορά αφού τότε δεν είχε ενταχθεί στο αντιπολιτευτικό κόμμα. Αυτό το κόμμα αντιπολιτευόταν τον τότε πρόεδρο Λευκορωσίας τον Λουκασένκο ο οποίος εξακολουθεί μετά από πρόσφατες εκλογές να είναι πρόεδρος της Λευκορωσίας . Συμμετείχε σε εκδηλώσεις αυτού του κόμματος το
- Τον Νοέμβριο 2010 δημοσιεύτηκε στο διαδίκτυο πληροφορία ότι η υπόθεση εναντίον της είχε ξανανοίξει. Δεν παρουσίασε την πηγή της πληροφορίας. Κλήθηκε για κατάθεση από την αστυνομία στις 31.3.2011 και δεν παρουσιάσθηκε. Προς υποστήριξη της θέσης ότι πρόκειται για στημένη υπόθεση εναντίον της ανέφερε ως επιχείρημα ότι τα γεγονότα είναι τα ίδια με εκείνα του
- Παρουσίασε έγγραφο βάση του οποίου υποτίθεται η ανακριτική αρχή αποφάσισε να τερματίσει την ανάκριση εναντίον της. Ανέφερε ότι τα στοιχεία που παρουσίασε η αιτούσα χώρα εναντίον της για σεξουαλική εκμετάλλευση γυναικών δεν είναι πειστικά. Τις αποδίδεται ότι παραπλάνησε την ίδια γυναίκα δύο φορές σε μικρό χρονικό διάστημα πρώτα για να μεταβεί στην Ελβετία και μετά στην Κύπρο όπου εισήχθηκε σε κύκλωμα πορνείας. Είναι επιχείρημα της ότι τα στοιχεία που παρατίθενται στην απόφαση των ανακριτών το 2005 με το οποίο τερματίσθηκε η ανάκριση είναι αντιφατικά με τα στοιχεία που παρατίθενται τώρα στα στοιχεία του 2011 από την αιτούσα χώρα προς υποστήριξη του αιτήματος έκδοσης. Ανέφερε ότι εάν εκδοθεί θα υποστεί εξευτελιστική και βασανιστική συμπεριφορά από τις διωκτικές αρχές της Λευκορωσία. Παραπέμπει το Δικαστήριο σε διατάξεις του Ποινικού Κώδικα της Λευκορωσίας βάση του οποίου όσοι έχουν αποταθεί για άσυλο σε ευρωπαϊκή χώρα διώκονται ποινικά στην Λευκορωσία. Παρά των πιο πάνω ισχυρισμών δεν ήταν σε θέση να αναφερθεί σε ούτε μία περίπτωση προσώπου γνωστή σ' αυτή που διώχθηκε αυθαίρετα επειδή αποτάθηκε για βοήθεια ή άσυλο σε άλλη Ευρωπαϊκή Χώρα και ούτε έχει διαβάσει εκθέσεις διεθνών οργανώσεων για παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων της αιτούσας χώρας. Επαναλάμβανε συνεχώς ότι είναι γνωστό σε όλους ότι στην χώρα αυτή άνθρωποι διώκονται για τα πολιτικά τους φρονήματα και/ή εξαφανίζονται εξαιτίας των πολιτικών τους φρονημάτων, εντούτοις δεν ήταν σε θέση να στοιχειοθετήσει το επιχείρημα αυτό με πραγματικά δεδομένα. Τα επιχειρήματα της καθ' ης η αίτηση τέθηκαν υπόψη της αιτούσας χώρας και θέση της αιτούσας χώρας ήταν ότι η καθ΄ ης η αίτηση ψευδώς προβάλει τη θέση ότι η δίωξη οφείλεται σε πολιτικά κίνητρα ώστε να αποφύγει την ποινική της ευθύνη για τα αδικήματα που διώκεται. Περαιτέρω εξήγησε τις συνθήκες δίωξης δηλαδή ότι η άσκηση προληπτικού μέτρου για την κράτηση της ακυρώθηκε στις 3.5.2004 διότι τα στοιχεία εναντίον της δεν ήταν επαρκής για την συνέχιση του μέτρου. Κατά εκείνο τον χρόνο η καθ' ης η αίτηση παραδέχθηκε ότι δεν ήταν πρόσωπο αναμεμιγμένο με πολιτικές οργανώσεις που αντιπολιτεύονται την κυβέρνηση συνεπώς ο λόγος της δίωξης της κατά το έτος 2004 δεν θα μπορούσε να ήταν το πολιτικό της φρόνημα. Για να εξηγήσει αυτή την αντίφαση ανέφερε κατά την αντεξέταση για πρώτη φορά ότι ο λόγος της δίωξης της, της κράτησης της και βασανισμό από τον ανακριτή το 2004 ήταν ταξίδια που είχε κάνει στο εξωτερικό. Ανέφερε κάτι ακόμη πιο εξωπραγματικό και αυτό είναι ότι όποιος ταξίδευε στο εξωτερικό τότε τον ανέκρινε η αστυνομία. Όμως δεν παρέθεσε κανένα στοιχείο ενώπιον του Δικαστηρίου που να πείθει ότι ανακρίθηκε, κρατήθηκε και υπέστη βασανισμό εις χείρας του ανακριτή ως θέμα ρουτίνας επειδή ταξίδευσε στο εξωτερικό. Περαιτέρω, προκύπτει από την απάντηση της αιτούσας χώρας και την δική της θέση ότι κατά τον επίδικο χρόνο δεν υπέβαλε παράπονο ότι η δίωξη της ήταν κακόβουλη και ούτε είχε υποβάλει καταγγελία εναντίον του ανακριτή. Ήταν θέση της ότι επισκέφθηκε το Νοσοκομείο μετά την απόλυση της από τα βασανιστήρια που υπέστη εντούτοις δεν παραπονέθηκε τότε για την κακομεταχείριση. Κατά το στάδιο της επανεξέτασης ισχυρίστηκε ότι είχε επισκεφθεί το Νοσοκομείο για τραύμα στο κεφάλι που υπέστη από κακοποίηση κατά την κράτηση. Αυτή η συγκεκριμένη λεπτομέρεια απουσιάζει από το τεκμήριο
- Ήταν θέση της υπεράσπισης ότι δεν μπορούσαν να προσκομίσουν ιατρικό πιστοποιητικό εκ των προτέρων επειδή δεν το είχαν παραλάβει αλλά θεωρώ ότι το τραύμα στο κεφάλι από κακοποίηση δεν είναι μία λεπτομέρεια που θα ξεχνούσε κάποιος να το αναφέρει από παράλειψη. Το γεγονός ότι η εκδοχή της συνεχώς προσαρμοζόταν με νέα γεγονότα και στοιχεία είναι ένδειξη ότι πρόκειται για μια καλά κατασκευασμένη υπεράσπιση ως εισηγήθηκε ο ανακριτής της αιτούσας χώρας στο τεκμήριο
- Μάλιστα εκείνο το οποίο προέκυψε κατά την αντεξέταση είναι ότι η καθ' ης η αίτηση είχε σχέση εμπιστοσύνης με την ανακριτή που την κακοποίησε καθώς αυτός ο ανακριτής της είπε ότι δεν στοιχειοθετείται η υπόθεση εναντίον της και να μην ανησυχεί. Κατά την κυρίως εξέταση προέβηκε σε δηλώσεις που ήταν ανακριβής και συγχυσμένες. Ανέφερε ότι δεν της δόθηκε τροφή και νερό κατά την κράτηση της. Κατά την αντεξέταση υπήρχαν παραλλαγές σε σχέση με την εκδοχή της κακομεταχείρισης. Ανέφερε ότι κατά την ανάκριση το 2011 είχε δικηγόρο αλλά δεν μπορούσε να θυμηθεί το όνομα του. Ανέφερε ότι όταν προσήλθε στην αστυνομία μετά την έναρξη της ανάκρισης το 2011 συνοδευόταν από δικηγόρο ενώ στην συνέχεια όταν της υποδείχθηκε η κατάθεση του συζύγου της προσάρμοσε την εκδοχή της και ανέφερε ότι δικηγόρος παρουσιάστηκε πολύ αργότερα. Είπε ότι στις 29.3.2011 προσήρθε για ανάκριση με δικηγόρο όμως φάνηκε από το μαρτυρικό υλικό ότι εκείνες τις ημέρες δεν είχε διορίσει ακόμη δικηγόρο αλλά ότι πρόκειτο να επισκεφθεί ένα δικηγόρο για να τον προσλάβει. Παρέπεμψε σε πορίσματα μέσω της Interpol για έρευνες που έγιναν από τις αρχές σε Κύπρο και Ελβετία τα οποία ξεκαθάρισαν ότι δεν είχε διαπράξει κάτι το μεμπτό στις χώρες αυτές. Δεν παρουσίασε αυτά τα πορίσματα και δεν έδωσε κανένα στοιχείο ώστε να πεισθώ ότι τέτοια πορίσματα υπάρχουν. Ούτε έδωσε στοιχεία στην κα Λοϊζίδου για τις έρευνες των Κυπριακών Αρχών ώστε αυτά που ανέφερε διασταυρωθούν. Ήταν θέση της ότι οι διωκτικές αρχές της Λευκορωσίας σκόπιμα αναζητούσαν ψευδομάρτυρες για να ανοίξουν την υπόθεση εναντίον της. Όμως δεν μπορούσε να δώσει εξήγηση για την καταγγελία που έγινε εναντίον της από τις δυο κοπέλες Φινσκαγια και Γριμ το 2004, χρόνο κατά τον οποίο η αιτούσα χώρα δεν είχε λόγο να αναζητήσει ψευδομάρτυρες εναντίον της. Το 2004 δεν είχαν οι αρχές πολιτικά κίνητρα εντούτοις υπήρχαν μάρτυρες εναντίον της συνεπώς, δεν είπε την αλήθεια για πολιτικά κίνητρα και προκύπτει ότι η προληπτική κράτηση διακόπηκε επειδή η μαρτυρία τότε δεν ήταν ικανοποιητική. Για την Φινσκαγια αρχικά ανέφερε ότι αυτή η παραπονούμενη ουδέποτε είχε μεταβεί στην Κύπρο με την δική της βοήθεια. Όταν ζητήθηκε να υποδείξει που στην κατάθεση είχε αναφέρει η Φινσκαγια ότι δεν είχε μεταβεί ποτέ στην Κύπρο άλλαξε την εκδοχή της και ανέφερε ότι η Φινσκαγια είχε μεταβεί στην Κύπρο αλλά δεν είχε παράπονο εναντίον της για τα όσα συνέβηκαν στην Κύπρο. Σημαντικό είναι το γεγονός ότι δεν μπορούσε να θυμηθεί ούτε ένα από τα ονόματα των κοπελών που έχουν δώσει μαρτυρία εναντίον της όταν ξεκίνησε η υπόθεση με ενδείξεις του εγκλήματος κατά της καθ' ης η αίτηση στις 17.11.2010 τεκμήριο
- Σημειώνεται ότι η ίδια κατέθεσε το τεκμήριο 12 για να καταδείξει ότι η προκαταρτική της κράτηση ακυρώθηκε το 2005 έλλειψη στοιχείων όμως ακόμη και σε εκείνο το τεκμήριο κατονομάζονται διάφορες κοπέλες που ανακρίθηκαν και ανέφεραν ότι τους είχε στείλει στην Κύπρο για εργασία. Ήταν θέση της ότι η Φίνσκαγα που ήταν και φίλη της δεν είχε παράπονο εναντίον της εξού και ποινική υπόθεση δεν τεκμηριώθηκε εναντίον της το
- Όμως το παράπονο της Φίνσκαγια ήταν πόσο χρημάτων που απαίτησε από την καθ' ης η αίτηση. Στην υπόθεση υπό διερεύνηση η Φινσκαγια είναι μία από τους μάρτυρες της αστυνομίας (βλ. Τεκμήριο 6). Επίσης για πρώτη φορά κατά την αντεξέταση ανέφερε σημαντικό γεγονός που δεν παρατίθεται στην δήλωση της, ήτοι ότι την πλησίασε αστυνομία στο εστιατόριο της στην Λευκορωσία και της είπε να υποδείξει πρόσωπα που ανήκουν σε πολιτικά ομάδα κατά της κυβέρνησης διαφορετικά θα της άνοιγε εκ νέου την υπόθεση που διερευνούσαν εναντίον της οι διωκτικές αρχές το
- Αναγνώρισε την κατάθεση που έδωσε στις 23.2.2011 σε ανακριτή της Λευκορωσίας. Σ' αυτή την κατάθεση ανέφερε ότι δεν χρειάζεται δωρεάν νομική συμβουλή να δώσει κατάθεση παρά τα βασανιστήρια που ισχυρίζεται ότι υπέστη το 2004 στα χέρια των διωκτικών αρχών. Σ' αυτή την κατάθεση ανέφερε ότι βοηθούσε τις κοπέλες να μεταβούν στο εξωτερικό με φτιάξιμο των θεωρήσεων τους για να εργαστούν στην Κύπρο ενώ ενόρκως ανέφερε ότι δεν τους παρείχε καμία υπηρεσία αλλά και ότι οι κοπέλες είχαν μεταβεί μόνες τους στην Κύπρο με τουριστική βίζα. Ήθελε να δώσει την εντύπωση ότι οι διωκτικές αρχές παρακολουθούν τις τηλεφωνικές της κλήσεις όμως δεν έδωσε κανένα στοιχειό για κάτι τέτοιο. Ανέφερε ότι γνωρίζει ότι την παρακολουθούν διότι όλοι οι γνωστοί της στην Κύπρο έχουν ανακριθεί και ο μόνος τρόπος να γνωρίζουν οι αρχές τους φίλους της είναι να παρακολουθούν το τηλέφωνο της. Ρωτήθηκε να κατονομάσει τις κοπέλες που βοήθησε να μεταβούν στην Κύπρο και ανέφερε ότι δεν τους θυμάται. Εφόσον δεν τους θυμάται και δεν θυμάται τα ονόματα τους δεν μπορεί να ευσταθεί η θέση της ότι πρόκειται για ψευδομάρτυρες ή τουλάχιστον δεν μπορεί με τόση βεβαιότητα να γνωρίζει ότι αυτά τα πρόσωπα προσήλθαν για μαρτυρία κατόπιν πιέσεων και καθοδήγησης των διωκτικών αρχών. Εφόσον δεν θυμάται τα ονόματα των 15 κοπελών που την κατηγορούν για εμπορία προσώπων και εξαπάτηση δε μπορεί να αποκλείσει ότι είναι τα πρόσωπα που βοήθησε στο παρελθόν με θεώρηση ταξιδιωτικών εγγράφων ως παραδέχθηκε στην κατάθεση της στις 23.2.
- Στο τεκμήριο 12 που η ίδια κατάθεσε προκύπτει ότι συνολικά ανακρίθηκαν 18 κοπέλες που ανέφεραν τότε ότι τους βοήθησε να μεταβούν στην Κύπρο για εργασία αλλά δεν είχαν παράπονο. Δεν ήταν σε θέση να θυμηθεί ως είπε ενόρκως το όνομα αυτών των κοπελών όμως παράλληλα ήθελε να γίνει πιστευτό ότι μετά βεβαιότητας αυτές οι κοπέλες που δεν θυμάται την ταυτότητα τους πρόκειται για μάρτυρες που εντόπισαν οι διωκτικές αρχές για να κατασκευάσουν υπόθεση εναντίον της. Δεν υπήρχε συνέπεια και λογικός συνειρμός στα λεγόμενα της. Από την μία έλεγε ότι ο σύζυγος της δεν βοηθούσε τις κοπέλες να βρουν εργασία στην Κύπρο και από την άλλη προκύπτει από το τεκμήριο 13, που η ίδια κατάθεσε για να αποδείξει ότι υπόθεση δεν υπάρχει εναντίον της, ότι ο σύζυγος της ήταν αναμιγμένος στην υπόθεση. Μάλιστα λέχθηκε από τις παραπονούμενες τότε ότι ο σύζυγος είχε πληρωθεί για τις υπηρεσίες του. Από την μία ανέφερε ότι δεν οδηγά και από την άλλη στην κατάθεση στις 23.2.2011 ανέφερε ότι εκείνη μετέφερε τις κοπέλες με το αυτοκίνητο της στο αεροδρόμιο για να αναχωρήσουν από Λευκορωσία. Ενόψει της μαρτυρίας που η ίδια κατέθεσε με το τεκμήριο 12 και την δική της κατάθεση στις 23.2.2011 προκύπτει ότι παρείχε μεγάλη βοήθεια σε αριθμό κοπελών και υπηρεσίες για να μεταβούν στην Κύπρο για να εργασθούν σε νυκτερινά κέντρα. Δεν ήταν πειστική ότι αυτές τις υπηρεσίες τις παρείχε χωρίς αντιμισθία ή άλλο αντάλλαγμα. Οι αντιφάσεις της έφτασαν στο σημείο του παραλόγου αφού σε ένα σημείο είπε ότι κάρτες της που κυκλοφόρησαν στην Λευκορωσία με όλα της τα στοιχεία για να επικοινωνούν μαζί της υποψήφιες κοπέλες για εργασία δεν είναι δικές της κάρτες. Περαιτέρω παραδέχτηκε ότι πήγαινε στο τμήμα μετανάστευσης του Λιβάνου και της Κύπρου πολλές φορές αφιλοκερδώς και μόνο από ενδιαφέρον γενικά για τις διαδικασίες και όχι επειδή είχε η ίδια προσωπικό συμφέρον σε σχέση με την εργοδότηση των κοπελών στο εξωτερικό. Περαιτέρω θεωρώ αβάσιμο το επιχείρημα της καθ' ης η αίτηση ότι το Δικαστήριο πρέπει να αποδεχθεί ότι η μαρτυρία των κοπελών που κατονομάζονται στο τεκμήριο 6 είναι κατασκευασμένη και/ή επινόηση των αρχών της εκζητούσας χώρας επειδή αυτά τα παράπονα γίνονται 10 χρόνια καθυστερημένα. Η αιτούσα χώρα παράπεμψε σε μαρτυρία πολλών κοπελών που παραπονέθηκαν για εξαπάτηση της καθ΄ ης η αίτηση. Επίσης για κάθε κοπέλα υπάρχει λεπτομερής καταγραφή της εμπλοκής της καθ' ης η αίτηση την υπόθεση. H καθυστέρηση στην προβολή καταγγελιών δεν είναι από μόνη της αναντίλεκτο στοιχείο ότι αυτές οι καταγγελίες είναι κατασκευασμένες. Γενικά η αντιφατική και αόριστη μαρτυρία της καθ΄ ης η αίτηση δεν ήταν ικανή να κατάρριψη την εντύπωση που μου δημιουργήθηκε από την λεπτομερή καταγραφή των στοιχείων της αιτούσας χώρας που αποδίδουν στην καθ΄ ης η αίτηση με συγκεκριμένο τρόπο την διάπραξη σοβαρών αδικημάτων. Η άλλη σημαντική μαρτυρία της καθ' ης η αίτηση αφορά την μαρτυρία του δικηγόρου Χρήστου Πουργουρίδη ο οποίος ήταν βουλευτής της Κυπριακής Βουλής μέχρι το 2011 και είχε επιλεγεί εκ μέρους της Κύπρου ως κράτος μέλους του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου να αποτελέσει μέλος του Parliamentary Assembly of the Council of Europe (PACE). To PACE είναι ένα εκ των τριών οργάνων του Συμβουλίου της Ευρώπης. Τα άλλα δύο είναι το Συμβούλιο των Υπουργών και το Δικαστήριο. Το PACE ασχολείται με όλα τα προβλήματα που απασχολούν τους λαούς της Ευρώπης. Υπάρχουν επιτροπές και υποεπιτροπές που ασχολούνται, μεταξύ άλλων, με ζητήματα παραβιάσεων ανθρωπίνων δικαιωμάτων των χωρών αλλά και προβλήματα στο σύστημα απονομής της ποινικής δικαιοσύνης. Ο κ. Πουργουρίδης ήταν Πρόεδρος υποεπιτροπής που ασχολείτο με ανθρώπινα δικαιώματα και στα πλαίσια των καθηκόντων του διεξήγαγε έρευνες που αφορούσαν παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων στην Λευκορωσία αλλά και παραβιάσεις δικαιωμάτων προσώπων και κρατούμενων προσώπων στην Λευκορωσία αναφορικά με βασανιστήρια αλλά και ως πολιτικοί κρατούμενοι που στερήθηκαν τα εχέγγυα δίκαιας δίκης ώστε να αντιμετωπίσουν εναντίον τους ποινικές κατηγορίες. Αυτά τα πορίσματα ενσωματώθηκαν σε πορίσματα και παρουσιάσθηκαν στις ανάλογες επιτροπές και στην συνέχεια τέθηκαν ενώπιον του Κοινοβουλίου στο σύνολο του ώστε να διεξαχθεί ψήφισμα για εισήγηση κατά της χώρας. Μετά που απεχώρησε από το Κυπριακό κοινοβούλιο το 2011 εξακολουθούσε να είναι μέλος επιτροπής του Συμβουλίου της Ευρώπης που αποκλειστικός της ρόλος είναι απονομή βραβείων σε μη κυβερνητικές οργανώσεις ή άτομα για την προσφορά τους στον τομέα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Στα πλαίσια αυτών των καθηκόντων του έχουν αποσταλεί εκθέσεις του Συμβουλίου της Ευρώπης αναφορικά με παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων στην Λευκορωσία Κατέθεσε έκθεση που βοήθησε να ετοιμασθεί ο ίδιος στα πλαίσια των εργασιών της επιτροπής ανθρωπίνων δικαιωμάτων του Συμβούλιου της Επιτροπής. Αυτή η έκθεση καταπιάνεται με περιστατικά εξαφάνισης ατόμων στην Λευκορωσία. Ερευνήθηκαν περιπτώσεις προσώπων που εξαφανίσθηκαν είτε επειδή κατείχαν αξιώματα κατά τα χρόνια 1999-2000 ή ήταν εικονολήπτες και/ή δημοσιογράφοι και υπήρχαν ισχυρισμοί ότι ο λόγος της εξαφάνισης τους ήταν η πολιτική δραστηριότητα αυτών των προσώπων. Ήταν θέση του συμβουλίου ότι δεν έγινε αντικειμενική διερεύνηση του κράτους σε σχέση με την εξαφάνιση αυτών των ατόμων και αντιθέτως υπήρχε ανάμιξη από υψηλά ιστάμενα πρόσωπα της κυβέρνησης της Λευκορωσίας να συγκαλύψουν τις πραγματικές συνθήκες κάτω από τις οποίες εξαφανίσθηκαν αυτά τα άτομα. Επιπρόσθετα, κρατικές υπηρεσίες της Λευκορωσίας δεν επέτρεψαν αντιπροσωπεία της επιτροπής να μεταβεί στο Μινσκ και να κάνει ανεξάρτητες έρευνες σε σχέση με την εξαφάνιση αυτών των ατόμων. Υπάρχουν λεπτομερής λόγοι που καταγράφονται στην έκθεση που πλαισιώνουν το συμπέρασμα της επιτροπής ότι αυτά τα πρόσωπα εξαφανίσθηκαν για πολιτικούς λόγους και ότι κρατικοί αξιωματούχοι ήταν αναμιγμένοι στην εξαφάνιση αλλά και στην συγκάλυψη για την εξαφάνιση (βλ. Basis for my conclusions - Τεκμήριο 17). Basis for my conclusions
- My conclusions are based on information relating in particular to the following issues and the serious contradiction and, in some cases, outright lies that became apparent on analyzing this information and confronting my interlocutors in Minsk with it:
(1)The official execution pistol, which was signed out of SIZO-1 prison on two occasions, coinciding with the disappearances of Zakharenko, Gonchar and Krasovski;
(2)witness statements and material evidence regarding the scene of the abduction of Gonchar and Krasovski;
(3)the handwritten accusation by Police General Lapatik dated 21 Novemeber 2000;
(4)the arrest and rapid liberation of Colonel Pavlichenko in November 2000;
(5)the alleged letter from former Prosecutor General O. Bozhelko to his Russian counterpart asking for specialized equipment;
(6)other details of former Prosecutor General Bozhelko΄s story as told by Mr Leonov;
(7)personnel changes at the highest level of the power organs in November 2000;
(8)the secret trial of the "Ignatovich gang". Κατέθεσε δεύτερη έκθεση που βοήθησε να ετοιμάσει ο ίδιος και αφορά καταχρήσεις και στρεβλώσεις που έχει διαπιστώσει και καταγράψει η επιτροπή στο σύστημα απονομής της δικαιοσύνης στην Λευκορωσία για την περίοδο μέχρι το
- Μεγάλο ενδιαφέρον σ' αυτή την έκθεση δεν είναι μόνο περιπτώσεις όπου γίνονται αυθαίρετες διώξεις προσώπων εξαιτίας πολιτικών δραστηριοτήτων αντιπολιτευτικές του καθεστώτος αλλά και περιπτώσεις προσώπων που δεν διώκονται για πραγματικά ποινικά αδικήματα όταν αυτά διαπράττονται εις βάρος προσώπων της αντιπολίτευσης. Καταγράφηκαν συγκεκριμένες περιπτώσεις αυτών των καταχρήσεων. Επί παραδείγματι, καταγράφεται στην έκθεση ότι έγιναν διώξεις περίπου 1000 νεαρών προσώπων που διώχθηκαν με βάσει διοικητικών κυρώσεων επειδή συμμετείχαν σε αντιπολιτευτικές διαδηλώσεις και επειδή έκαναν διανομή φυλλαδίων αντιπολιτευτικού χαρακτήρα. Τα πρόσωπα είχαν διωχθεί μόνο γι΄ αυτές τις δραστηριότητες. Καταγράφονται συγκεκριμένες περιπτώσεις αυτών των καταχρήσεων· Μια τέτοια περίπτωση ήταν θέσπιση ειδικής νομοθεσίας λεγόμενης ως "antirevolutionary legislation". Αυτή η νομοθεσία χρησιμοποιήθηκε για να γίνουν μαζικές διώξεις προσώπων για τα πολιτικά τους φρονήματα. Υπήρχε και άλλη ενότητα καταχρήσεων, δηλαδή πολιτικοί αντίπαλοι του καθεστώτος που διώχθηκαν για αδικήματα διαφθοράς και απάτης αλλά που ο πραγματικός λόγος της δίωξης ήταν η αντιπολιτευτική τους δράση. Στο σημείο 37 και 38 παρατίθενται δύο παραδείγματα επιφανών πολιτικών προσώπων που αντιπολιτεύονται το καθεστώς και που διώχθηκαν με βάση τις διατάξεις του κανονικού ποινικού κώδικα αλλά οι υποθέσεις ήταν κατασκευασμένες. One such case is that of Mikhail Marinich. A prominent opposition figure and presidential candidate in 2001, former Minister for External Economic Relations and Ambassador of Belarus, Mr Marinich was convicted in December 2004 of "embezzlement by means of his official position executed on a large scale" and sentenced to five years' imprisonment in a hard labour colony with confiscation of property. Marinich' s detention began in April 2004 with an arrest for a driving offence. He was released after confiscation of his possessions, including money, and later summoned to the KGB offices where he was told that his money was counterfeit. KGB officers then took him to his dacha, where an unlicensed pistol was "found". Whilst he was acquitted of the fire-arm charge for lack of evidence, he was convicted for embezzling IT equipment used by the Ngo he was presiding, Delovaia Initsiativa. The absurdity of this conviction is illustrated by the fact that the equipment that he was accused of embezzling was officially on loan to his organization by the US embassy. The US State Department stated publicly in response to these charges that "[t]he equipment has at all times remained the property of the U.S The U.S makes no claims against Ambassador Marinich or his organization regarding disposition of this equipment". Amnesty International considers him to be a prisoner of conscience, and his liberation from prison has also been requested by the Parliamentary Assembly. He was finally released on 14 April 2006, after he developed serious health problems in prison. Another case is that of Andrei Klimau, a former deputy of the Supreme Soviet of Belarus and pro-democracy activist. He has cumulated widely recognized trumped-up convictions for economic crimes (six years in prison in 1998 for alleged embezzlement of funds and counterfeit) and for organizing a public meeting (one and a half years in 2005). Four months after he was released from prison, he was arrested again in April 2007 and Four months after he was released from prison for a literary article published on the internet for "calling for the overthrow of the Government" and for "insulting the President" - reportedly the first conviction under Article 361 of the Criminal Code. The article in question discussed ways and means of changing the political system in Belarus, and links President Lukashenka to the disappearance of Viktar Hanchar, one of the victims of the high-profile disappearances which were the subject of a report adopted by the Assembly in
- Ales Bialiatski, Vice-President of the International Federation of Human Rights and a professional literary critic, rightly qualifies the trial and conviction of Mr Klimau as "absurd", given that the article in question is not in any way a program of action, but a work of literature. This is also the first conviction, in Belarus, of the alleged author of an internet publication. According to Reporters without Borders, Mr Klimau's mother, who visited him in prison on 17 September 2007, found him depressed and physically diminished. He is most obviously a prisoner of conscience and must be released most urgently. Ο κ. Πουργουρίδης εξήγησε ότι μετά τις τελευταίες εκλογές το 2015 όπου επανεκλέγει εκ νέου για άλλη θητεία ο πρόεδρος Lukasenko η κατάσταση έχει ελαφρώς βελτιωθεί διότι αφέθηκαν ελεύθεροι πολιτικοί κρατούμενοι όμως παρόμοια φαινόμενα με τα πιο πάνω συνεχίζουν με αποτέλεσμα η υποψηφιότητα της χώρας για να γίνει μέλους του Συμβουλίου της Ευρώπης να είναι υπό αναστολή. Έγινε πρόσφατα επί τόπου διερεύνηση από κοινοβουλευτικό μέλος του Συμβουλίου το 2015 όπου διαπιστώθηκε ότι παρόμοιες παραβιάσεις εξακολουθούν να υφίστανται. Η Λευκορωσία είναι χώρα που άνηκε στην ομάδα χωρών που ανήκαν στο ανατολικό μπλοκ της πρώην σοβιετικής ένωσης και ο εκδημοκρατισμός αυτών των χωρών γίνεται σταδιακά και υπάρχουν σοβαρά προβλήματα. Υπέδειξε ωστόσο ότι παραβιάσεις διαπιστώνονται ακόμη και σε χώρες της δυτικής Ευρώπης που παραδοσιακά θεωρούνται ότι ασπάζονται τις δημοκρατικές αρχές. Διευκρίνισε ότι δεν γνωρίζει τίποτε γι' αυτήν την υπόθεση αλλά ήταν γνώμη του ότι εφόσον η χώρα έχει ιστορικό με προβλήματα ψεύτικων καταγγελιών και διώξεων προσώπων εξαιτίας της πολιτικής τους δραστηριότητας είναι κάτι που το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει ως ένα ενδεχόμενο προτού διατάξει την έκδοση της καθ' ης η αίτηση. Oι απόψεις του κ. Πουργουρίδη ήταν τεκμηριωμένες. Μετέβηκε επί τόπου στο παρελθόν και διεξήγαγε έρευνα για πολιτικό πρόσωπο που εξαφανίσθηκε και φάνηκε ότι όργανα και πρόσωπα του κράτους είχαν εμπλακεί ενεργώς στην συγκάλυψη της εξαφάνισης. Δεν ήταν μεροληπτική η γνώμη του. Δέχθηκε παραδείγματος χάριν ότι χώρες του Δυτικού πολιτισμού που παραδοσιακά θεωρούνται εκδημοκρατισμένες σύγχρονες κοινωνίες ήταν στο στόχαστρο της κοινοβουλευτικής επιτροπής για παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων και με θεσμούς και διαδικασίες που υπολείπονται από το άρτιο επίπεδο χρηστής διοίκησης. Παρόλο τούτο οι συνθήκες της αιτούσας χώρας είναι πολύ χειρότερες διότι κανένα κράτος μέλος του συμβουλίου της Ευρώπης δεν παρουσιάζει φαινόμενο εξαφάνισης προσώπων ή φαινόμενα όπου κάποιος που εκφράσθηκε δημόσια εναντίον του καθεστώτος του Lukasenko έχει διωχθεί για την επαναστατική του δράση με νομοθεσία που έχει εκπονηθεί ειδικά για να σιγήσουν τα πρόσωπα που εναντιώνονται στο καθεστώς. Παράλληλα οι θέσεις του ήταν ισορροπημένες διότι εξήγησε ότι δεν είναι δυνατόν να γνωρίζει εάν στην περίπτωση της καθ' ης η αίτηση η χώρα την θέλει πράγματι για αδίκημα ή για αλλότριους λόγους. Δεν υπάρχει καμία μαρτυρία από τρίτο άτομο ότι η καθ' ης η αίτηση εκφράσθηκε δημόσια εναντίον του Πρόεδρου της χώρας. Ούτε πρόκειται η καθ' ης η αίτηση για πολιτικό πρόσωπο εύγνωστου κύρους ώστε να κινδυνεύει επειδή απειλεί με κάποιο τρόπο την κυβέρνηση και την εξουσία του προέδρου Lukasenko. Με βάση τις εκθέσεις που κατέθεσε προκύπτει ότι πιο σκληρή συμπεριφορά αντιμετώπισαν πολιτικοί αντίπαλοι της κυβέρνησης δηλαδή αξιωματικοί του κράτους και βασικοί πολιτικοί αντίπαλοι της κυβέρνησης. Όμως ακόμη και αυτοί σύμφωνα με τον κ. Πουργουρίδη έχουν αφεθεί ελεύθεροι μετά τις τελευταίες εκλογές τον Οκτώβριο με αποτέλεσμα η Ευρωπαϊκή Ένωση με βάση την Έκθεση 2015/1957 του Συμβουλίου της Ευρώπης να άρει τους περιορισμούς που είχε θέσει σε ισχύ για αξιωματούχους της Λευκορωσίας . Επειδή πρόκειται για πρόσωπο που αποδεδειγμένα γνωρίζει την πολιτική κατάσταση στην χώρα από προσωπικές έρευνες που έχει κάνει για παραβιάσεις στα ανθρώπινα δικαιώματα και στην διαδικασία απονομή της δικαιοσύνης έχει βαρύνουσα αξία η γνώμη του ότι η συγκεκριμένη χώρα αντιμετωπίζει από το 2000 σοβαρό πρόβλημα εμπορίας προσώπων με την προαγωγή γυναικών σε πορνεία. Δεν ασχολήθηκε ειδικά με το θέμα αλλά γνωρίζει ότι υπήρχαν στην χώρα κυκλώματα που δρούσαν για να ξεγελάσουν γυναίκες ώστε να μεταβούν σε άλλες χώρες με την πρόφαση της εργοδότησης και με συνέπεια να παγιδεύουν αυτές οι γυναίκες σε κυκλώματα πορνείας. Κατά το έτος 2004 υπήρχε διαφθορά στην αστυνομία με αποτέλεσμα αυτά τα κυκλώματα να προστατεύονται και οι γυναίκες θύματα αυτής της εμπορίας να μην καταγγέλλουν το παράπονο τους. Σ' αυτό τον τομέα το κράτος τα τελευταία χρόνια έχει βελτιωθεί με αποτέλεσμα αυτό το πρόβλημα να αντιμετωπίζεται καλύτερα. Διευκρίνισε ο κ. Πουργουρίδης ότι αιτήσεις εκδόσεων που έγιναν το 2015 και 2016 ώστε να εκδοθούν πρόσωπα που ζητούνται για τέτοιου είδους αδικήματα είναι πολύ λιγότερο πιθανό να πρόκειται για κατασκευασμένες κατηγορίες. Συνεπώς, αυτή η εμπεριστατωμένη γνώμη με έχει ενημερώσει για τον κίνδυνο και το ενδεχόμενο η αίτηση για έκδοση της καθ' ης η αίτηση να έχει γίνει για αλλότριους λόγους. Είναι μία πιθανότητα ένας παράγοντας που πρέπει να αξιολογήσω εφόσον η αιτούσα χώρα έχει κακό ιστορικό διώξεων προσώπων με πολιτικά κίνητρα. Όμως, όπως, συμφώνησε και ο κ. Πουργουρίδης είναι ρόλος του Δικαστηρίου να λάβει υπόψη του όλα τα στοιχεία και σχετικούς παράγοντες για την συγκεκριμένη περίπτωση ώστε να αποφασίσει κατά πόσο στην παρούσα περίπτωση η πιθανότητα πολιτικής δίωξης και μη τήρησης των εχεγγύων της δίκαιας δίκης στην περίπτωση της καθ' ης η αίτηση είναι υπαρκτό ενδεχόμενο στον βαθμό που να δικαιολογείται η άρνηση του αιτήματος της Λευκορωσίας. Εξάλλου δεν ήταν πρόθεση του κ. Πουργουρίδη αλλά και ούτε επιθυμία του η μαρτυρία του να χρησιμοποιηθεί ως τέχνασμα για την καθ' ης η αίτηση να αποφύγει δίωξη για σοβαρές κατηγορίες εμπορίας προσώπων αλλά θεωρούσε καθήκον του να ενημερώσει το Δικαστήριο για την κατάσταση στην χώρα ώστε το Δικαστήριο να είναι ενήμερο για να πράξει το σωστό σε σχέση με το αίτημα της Λευκορωσίας. Επιτράπηκε στην αιτούσα αρχή να φέρει μαρτυρία να απαντήσει σε μαρτυρία που προσκόμισε η καθ' ης η αίτηση σε σχέση με τρία ζητήματα. Πρώτο εφόσον ήγειρε ζήτημα ότι δεν θα τύχαινε δίκαιας δίκης στάλθηκαν διαβεβαιώσεις της αιτούσας αρχής διά της διπλωματικής οδού ότι ζητείται η έκδοση της καθ' ης η αίτηση διότι έχει διαπράξει ποινικά αδικήματα. Η αρχή ποινικής δίωξης της Λευκορωσίας δεν διαθέτει πληροφορίες σχετικά με την συμμετοχή της καθ΄ης η αίτηση σε κίνημα ή κόμματα της αντιπολίτευσης συμπεριλαμβανομένης της συμμετοχής της στο Σοσιαλδημοκρατικό κόμμα Λευκορωσίας. Συγκεκριμένα κατά τα έτη 2004-2011 δεν προσάφθηκαν ποινικές κατηγορίες κατά της καθ' ης ή αίτηση για την συμμετοχή της πολιτικά κινήματα αλλά και ούτε έγιναν άλλες διοικητικές διαδικασίες κατά της καθ' ης η αίτηση κατά την ίδια περίοδο για την συμμετοχή της σε διαδηλώσεις πολιτικού χαρακτήρα. Ο Γενικός Εισαγγελέας της Λευκορωσίας εκ μέρους της Λευκορωσίας δίδει διαβεβαιώσεις ότι η καθ 'ης η αίτηση θα τύχει δίκαιας δίκης και θα της δοθούν διευκολύνσεις για τον χειρισμό της υπεράσπισης, μεταξύ άλλων, και υπηρεσίες δικηγόρου εάν αυτό είναι η επιθυμία της. Επίσης δίδει διαβεβαιώσεις ότι δεν θα τύχει κακοποίησης ή άλλης μεταχείρισης κατά παράβαση των Ανθρωπίνων της δικαιωμάτων. Δεύτερο εφόσον η καθ' ης η αίτηση ήγειρε ζήτημα ότι κακοποιήθηκε από τις αρχές της Λευκορωσίας κατά την κράτηση της τα έτη 2004-2005 και μάλιστα επικαλέστηκε και πιστοποιητικό να το αποδείξει που αργότερο προτίμησε να μην το παρουσιάσει έκρινα ορθό όπως επιτραπεί στην αιτούσα αρχή να απαντήσει αυτούς τους ισχυρισμούς. Προσκόμισε η αρχή καταθέσεις της διευθύντριας του Ιδρύματος Υγείας όπου φάνηκε ότι το πιστοποιητικό που παρουσίασε η καθ' ης η αίτηση στο Υπουργείο Δικαιοσύνης της Κύπρου για να τεκμηριώσει την θέση ότι κακοποιήθηκε πρόκειται για πλαστό έγγραφο. Πρόκειται για πιστοποιητικό (βλ.) Τεκμήριο 29 που φαίνεται να εκδόθηκε στις 5 Νοεμβρίου
- Σύμφωνα με την έρευνα της αιτούσας χώρας το έγγραφο δεν είναι γνήσιο διότι κατά την ημερομηνία ετοιμασίας του πιστοποιητικού δηλαδή 5 Νοέμβριου 2015 η συγκειμένη ιατρός που υπογράφει το πιστοποιητικό δεν εργαζόταν στο συγκεκριμένο κέντρο υγείας. Μάλιστα είχε αποχωρήσει από την υπηρεσία εκείνου του κέντρου το
- Επιπρόσθετα, δεν φέρει την επίσημη σφραγίδα που χρησιμοποιείται τώρα από το Ίδρυμα ως και επίσης από τα αρχεία του Ιδρύματος δεν προκύπτει να εκδόθηκε οποιαδήποτε ιατρική βεβαίωση της καθ΄ης η αίτηση σε σχέση με την κατάσταση της υγείας της κατά το χρόνο που ισχυρίζεται ότι κακοποιήθηκε. Σύμφωνα με το άρθρο 14
(1)(α) του Νόμου περί Φυγοδίκων 97/70 έγγραφα που έχουν διαβιβασθεί από κράτος με το οποίο η Δημοκρατία έχει συνάψει διεθνή σύμβαση είναι ικανοποιητική απόδειξη για τα γεγονότα που προβάλλονται σ' αυτά τα έγγραφα. Πέραν αυτού κρίνω ότι τα στοιχεία που έχουν τεθεί ενώπιον μου είναι ικανοποιητικά για να καταρρίψουν τους ισχυρισμούς της καθ' ης η αίτηση για κακοποίηση επειδή η ίδια επικαλέστηκε το έγγραφο για να τεκμηριώσει την θέση και μετά χωρίς να δώσει επαρκή εξήγηση δεν το κατέθεσε για να αποδείξει ότι είχε κακοποιηθεί. Δεύτερο το έγγραφο αυτό φαίνεται να ετοιμάσθηκε τον Νοέμβριο 2015 και δεν έδωσε καμία εξήγηση για το πως περιήλθε στην κατοχή της αυτό το έγγραφο αλλά ούτε με ποιον επικοινώνησε ώστε να περιέλθει στην κατοχή της αυτό το έγγραφο. Οπότε οι απαντήσεις της αιτούσας αρχής καταρρίπτουν πλήρως την θέση της καθ' ης η αίτηση για κατ' ισχυρισμό κακοποίηση. Τρίτο και ποιο σημαντικό δόθηκε ευκαιρία στην αιτούσα αρχή να δώσει απαντήσεις σε σχέση με το επανάνοιγμα της υπόθεσης το 2011 ενόψει και της τοποθετήσεις της καθ' ης η αίτηση ότι αυτή η καθυστέρηση είναι ένδειξη ότι η υπόθεση είχε κατασκευαστεί κατά της από τις αρχές της Λευκορωσίας για άλλους αλλότριους λόγους. Το 2004 είχε γίνει μήνυση από συγκεκριμένες παραπονούμενες αλλά η υπόθεση παύτηκε αργότερα εξαιτίας ανεπαρκών αποδεικτικών στοιχείων. Κατά τα έτη 2009/2010 σωρεία άλλων παραπονούμενων που απαριθμούνται φαίνεται να έδωσαν στοιχεία στις διωκτικές κατά της καθ' ης η αίτηση. Τα θύματα αυτά ανακρίθηκαν και έδωσαν στοιχεία κατά της καθ' ης η αίτηση που την ενέπλεκαν ως πρόσωπο στην εξαπάτηση τους σε κύκλωμα εμπορίας προσώπων. Προηγουμένως τα θύματα δεν μήνυσαν στις αρχές επιβολής του νόμου της Δημοκρατίας της Λευκορωσίας διότι πίστευαν ότι δεν θα είναι σε θέση να αποδείξουν την εμπλοκή της καθ' ης η αίτηση σε εγκληματικές πράξεις εις βάρος τους αφού πήγαν στην Κύπρο χωρίς σωματικό καταναγκασμό από την καθ' ης η αίτηση και επίσης πολλά από τα θύματα φοβήθηκαν για την δημοσίευση των γεγονότων που τους συνέβηκαν στην Κύπρο. Οι δύο επιστολές των παραπονούμενων που επισυνάπτονται στο τεκμήριο 26 είναι επιστολές με τις οποίες υπέβαλαν τις μηνύσεις τους κατά την καθ' ης η αίτηση το
- Ήταν θέση της αιτούσας χώρας επί του τεκμηρίου 28 ότι κάτι τέτοιο δεν ήταν ανάγκη να γίνει. Δεν ήταν ανάγκη οι ίδιες οι παραπονούμενες να υποβάλουν παράπονο ή καταγγελία προκειμένου να γίνει δίωξη κατά της καθ' ης η αίτηση από το κράτος το
- Τα επίσημα έγγραφα που έχουν σταλεί από την αιτούσα χώρα συνιστούν αδιαμφισβήτητη απόδειξη για τα γεγονότα που περιέχονται σ' αυτά. Εκείνο που προκύπτει από τις απαντήσεις της αιτούσας χώρας είναι ότι εξαντλήθηκαν οι προσπάθειες τεκμηρίωσης της υπόθεσης εναντίον της καθ' ης η αίτηση κατά τα έτη 2004-2005 με την αναζήτηση και μαρτυρίας άλλων κοπελών αλλά δεν κατέστει εφικτό η στοιχειοθέτηση της υπόθεσης εναντίον της με αποτέλεσμα να μην προχωρήσει η δίωξη εναντίον της. Τα έτη 2009-2010 αναβρέθηκαν νέα στοιχεία και ανακρίθηκε αριθμός κοπελών και προχώρησε η δημόσια δίωξη κατά της καθ' ης η αίτηση παρά το γεγονός ότι δεν υπέβαλαν σχετική μήνυση αυτές οι κοπέλες όπως είχαν κάνει η Μινσκ και η Φίνσακγα το
- Εκείνο που προκύπτει από την έκθεση που προσκόμισε η καθ' ης η αίτηση τεκμήριο 12 είναι ότι ανακρίθηκαν κοπέλες και το 2004 αλλά όλες έμειναν ευχαριστημένες από της υπηρεσίες της καθ' ης η αίτηση με αποτέλεσμα να μην έχουν παράπονο εναντίον της. Εκείνο που διευκρινίζουν τα απαντητικά έγγραφα είναι ότι οι κοπέλες τότε φαίνεται να μην μίλησαν για τις πραγματικές τους εμπειρίες επειδή φοβόντουσαν ή επειδή νόμιζαν ότι δεν θα μπορούσαν να στοιχειοθετηθεί η υπόθεση κατά της καθ' ης η αίτηση. Περαιτέρω το τεκμήριο 28 περιέχει λεπτομερή αναφορά σε σχέση με το ιστορικό της δίωξης. Σχετικό απόσπασμα παρατίθεται πιο κάτω: Στο πλαίσιο της εκπλήρωσης του αιτήματος του Υπουργείου Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξεως της Κυπριακής Δημοκρατίας σχετικά με τη διασφάλιση των δικαιωμάτων και ελευθεριών της κατηγορουμένης Απανασίκ Ο.Α., συμπεριλαμβανομένου του δικαιώματος της υπεράσπισης και της δίκαιης δίκης, η αρμόδια αρχή της ποινικής δίωξης είναι έτοιμη να διαβεβαιώσει και να εγγυηθεί στο Υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξεως της Κυπριακής Δημοκρατίας, ότι η ανάκριση της ποινικής υπόθεσης υπ΄ αριθμ. 10011110331 διεξάγεται και θα διεξαχθεί αποκλειστικά σε αυστηρή συμμόρφωση με τις διατάξεις του ποινικού δικονομικού δικαίου της Δημοκρατίας της Λευκορωσίας, και με αυστηρή τήρηση των αναφαίρετων δικαιωμάτων της κατηγορούμενης Απανασίκ Ο.Α., συμπεριλαμβανομένου του δικαιώματος υποβολής αποδεικτικών στοιχείων και άλλων δικαιωμάτων που προβλέπονται από τον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας της Δημοκρατίας της Λευκορωσίας. Αποδεικτικά στοιχεία που ενοχοποιούν ή δικαιολογούν την Απανασίκ Ο.Α. στη διάπραξη του εγκλήματος, που προβλέπεται από την παρ. 3 του άρθρου 187 του Ποινικού Κώδικα της Δημοκρατίας της Λευκορωσίας θα υποβληθούν σε πλήρη, αντικειμενική και πολύπλευρη εξέταση και αξιολόγηση όσο κατά το στάδιο της ανάκρισης, όσο και κατά τη διάρκεια της εκδίκασης με βάση τις αρχές του τεκμηρίου της αθωότητας, το σεβασμό της τιμής και της αξιοπρέπειας του προσώπου, της δημοσιότητας, της διαφάνειας και της ανταγωνιστικότητας των πλευρών της δικαστικής διαδικασίας. Στο πλαίσιο της εκπλήρωσης του αιτήματος του Υπουργείου Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξεως της Κυπριακής Δημοκρατίας για την παροχή εγγυήσεων ότι σε περιπτώσεις έκδοσης της Απανάσικ Ο.Α, η τελευταία δε θα διώκεται για τις πολιτικές της απόψεις και τις ενέργειες της κατά του Δημοσίου, η αρμόδια αρχή της ποινικής δίωξης είναι έτοιμη να διαβεβαιώσει και να εγγυηθεί στο Υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξεως της Κυπριακής Δημοκρατίας, ότι η ποινική δίωξη της Απανάσικ Ο.Α θα διεξάγεται αποκλειστικά εντός της κατηγορίας βάσει της παρ. 3 του άρθρου 187 του Ποινικού Κώδικα της Δημοκρατίας της Λευκορωσίας. Παραρτήματα:
- Αντίγραφο της από 23/04/2004 δήλωσης του θύματος της Γκριν΄Ο.Α. σε ένα φύλλο σε ένα αντίτυπο.
- Αντίγραφο της από 23/04/2004 δήλωσης του θύματος της Φινσκαγια Ει. Β. σε ένα φύλλο σε ένα αντίτυπο. Νομική Πτυχή - Γενικές Αρχές Κατά την διαδικασία έκδοσης φυγοδίκου το Δικαστήριο θα πρέπει σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 9 του Νόμου περί Εκδόσεων Φυγοδίκων 97/70 να ικανοποιηθούν οι ακόλουθες προϋποθέσεις:
- Ότι υπάρχουν αποδεικτικά στοιχεία που επισυνάπτονται στην αίτηση ότι το αδίκημα για το οποίο έχει παραχωρηθεί εξουσιοδότηση του υπουργού για την έναρξη της διαδικασίας της έκδοσης είναι αδίκημα για το οποίο μπορεί να εκδοθεί στην αιτούσα χώρα.
- Ότι τα αποδεικτικά στοιχεία είναι επαρκή για να δικαιολογήσουν την παραπομπή της καθ' ης η αίτηση σε δίκη διά το εν λόγω αδίκημα εάν αυτό διαπράττετο στην δικαιοδοσία αυτού του Δικαστηρίου. Περιορισμοί στην εξουσία του Δικαστηρίου να διατάξει την έκδοση και παράδοση της καθ' ης η αίτηση στις αρχές της Λευκορωσίας υφίστανται εάν συντρέχει ένας εκ των λόγων που προδιαγράφονται ειδικά στο άρθρο 6 του Ν. 97/
- 6-
(1)Ουδείς θέλει εκδοθή δυνάμει του παρόντος Νόμου εις Κράτος συνάψαν συνθήκην εκδόσεως μετά της Δημοκρατίας ή εις καθωρισμένην χώραν της Κοινοπολιτείας ουδέ δύναται να κρατηθή ή να εκδοθή ένταλμα κρατήσεως αυτού διά τους σκοπούς της τοιαύτης εκδόσεως, εάν ούτος, είναι πολίτης της Δημοκρατίας ή εάν ο Υπουργός, το εκδικάζον την αίτησιν της εκδόσεως δικαστήριον ή επιληφθέν αιτήσεως habeas corpus ή αιτήσεως αναθεωρήσεως Ανώτατον Δικαστήριον κρίνη ότι- (α) το αδίκημα, δι΄ο αύτος διώκεται ή κατεδικάσθη είναι πολιτικού χαρακτήρος (β) η αίτησης εκδόσεως (καίτοι εμφανιζομένη ως αφορώσα εις αδίκημα δι΄ ο δύναται να χωρήση έκδοσις) υπεβλήθη εν τη πραγματικότητα επί τω σκοπώ διώξεως ή κολάσεως αυτού λόγω της φυλής εις ην ανήκει, των θρησκευτικών αυτού πεποιθήσεων, της εθνικότητός του ή των πολιτικών αυτού φρονημάτων ή (γ) ούτος θα ηδύνατο, εφ΄ όσον ενηργείτο η έκδοσις του, να τύχη δυσμενούς, μεταχειρίσεως κατά την εκδίκασιν της υποθέσεως του ή να κολασθή, κρατηθεί ή περιορισθή η προσωπική αυτού ελευθερία λόγω της φυλής εις ην ανήκει των θρησκευτικών αυτού πεποιθήσεων, της εθνικότητας του ή των πολιτικών αυτού φρονημάτων. Η γενική αρχή που πρέπει να καθοδηγεί την κρίση του Δικαστηρίου σε σχέση με την έρευνα και εφαρμογή της Διεθνούς Σύμβασης στα πλαίσια εξέτασης της αίτησης είναι ότι οι πρόνοιες της Συνθήκης έκδοσης με την Λευκορωσία ως δίκαιο έχει αυξημένη ισχύ έναντι άλλης ημεδαπής νομοθεσίας. Για την πιο πάνω αρχή παραπέμπω στην ακόλουθη απόφαση: (Βλ. Αναφορικά με το άρθρο 155.4 και με τον περί Συνθήκης έκδοσης φυγοδίκων μεταξύ της Κυβέρνησης της Κυπριακής Δημοκρατίας και της ΕΣΣΔ για την παροχή νομικής συνδρομής σε θέματα αστικού και ποινικού δικαίου νόμο 172/86 ο οποίος ακυρωθεί με ρηματική διακοίνωση ημερ. 1.11.96 η οποία πιστοποιούσε ότι η δημοκρατία της Λευκορωσίας εγγυήθηκε ότι δεσμεύεται ως προς την εφαρμογή των διεθνών υποχρεώσεων που απορρέουν από διεθνής συνθήκες τις οποίες έχει συνομολογήσει η πρώην ΕΣΣΔ., και με τον Serge Efimov [1]). Κατά την εξέταση της επίδικης αίτησης είναι ορθό να υπομνησθεί, όπως ευστόχως παρατήρησε και το Επαρχιακό Δικαστήριο, ότι η Συνθήκη έχει αυξημένη ισχύ έναντι άλλης ημεδαπής νομοθεσίας δυνάμει του Άρθρου 169 του Συντάγματος και υπερισχύει έτσι των επί μέρους διατάξεων του Νόμου αρ. 97/
- Προσεκτική ανάγνωση των προνοιών της Συνθήκης αποκαλύπτει ότι αυτή δεν αφορά μόνο τις διαδικασίες έκδοσης προσώπων, αλλά έχει συνομολογηθεί, ως αναφέρεται και στο προοίμιο, για την ενίσχυση των δεσμών φιλίας και συνεργασίας μεταξύ Κύπρου - ΕΣΣΔ, μέσα στο πνεύμα των διατάξεων της Τελικής Πράξης της Διάσκεψης για την Ευρωπαϊκή Ασφάλεια και Συνεργασία. Επιδίωξη των συμβαλλομένων, όπως αναφέρεται, είναι η ρύθμιση, στη βάση της αμοιβαιότητας, της νομικής συνδρομής σε θέματα αστικού και ποινικού δικαίου. Παρεμβάλλεται ότι στην υπό κρίση απόφαση το Επαρχιακό Δικαστήριο θεώρησε με αναφορά σε σχετικές κατατεθείσες ρηματικές διακοινώσεις, ότι η Λευκορωσία είναι η χώρα εκείνη που δεσμεύθηκε να τηρεί τις αναλογούσες σ΄ αυτήν υποχρεώσεις από τις διεθνείς συνθήκες που υπέγραψε η πρώην Ε.Σ.Σ.Δ., περιλαμβανομένων και τα της Συνθήκες. Αυτό το εύρημα του Επαρχιακού Δικαστηρίου δεν αμφισβητείται με την υπό κρίση αίτηση. Συνεπώς, υπάρχει αμοιβαία υποχρέωση των αρχών των δύο χωρών να εφαρμόσουν τις πρόνοιες της συνθήκης και η καθ' ης η αίτηση ως υπήκοος της Λευκορωσίας που καταζητείται για να διωχθεί σε σχέση με συγκεκριμένο ποινικό αδίκημα είναι πρόσωπο υποκείμενο σε έκδοση δυνάμει των προνοιών του άρθρου 3 του Ν. 97/
- Αναφορικά με το αποδεικτικό υλικό που έχει τεθεί ενώπιον μου από τις αρχές της Λευκορωσίας ως προκύπτει από τις διατάξεις του άρθρου 13 κάθε ένορκη κατάθεση που κατατίθεται εκ μέρους της αιτούσας αρχής και κάθε έγγραφο που πιστοποιεί για το περιεχόμενο δικαστικών διαδικασιών της αιτούσας αρχής γίνεται δεκτό για τα γεγονότα που καταγράφοντα σ' αυτά τα έγγραφα. Το τι συνιστούν αποδεικτικά στοιχεία βάση των οποίων το Δικαστήριο μπορεί να θεμελιώσει την απόφαση του για κράτηση της καθ' ης η αίτηση και παράδοση της στην αιτούσα χώρα για να διωχθεί σε σχέση με ποινικά αδικήματα έχει επεξηγηθεί στην απόφαση In the Matter of Manfred Mutke [2] As regards the "evidence", to which reference is made in the aforementioned subsection
(5), there should be borne in mind the provisions of section 13 of Law 97/70, which show, in my opinion, that the evidence to be adduced before the "Court of committal" - in this case the District Court of Limassol - need not be always oral and on oath. The said section 13 reads as follows: "(13.-
(1)Εις πάσαν διαδικασίαν διεξαγομένην δυνάμει του παρόντος Νόμου, περιλαμβανομένης και της διαδικασίας της αφορώσης εις την αίτησιν εκδόσεως habeas corpus, αναφορικώς προς κρατούμενον, δυνάμει του παρόντος Νόμου, πρόσωπον— (α) παν, δεόντως κεκυρωμένον, έγγραφον, φερόμενον ως περιέχον ένορκον μαρτυρικήν κατάθεσιν παρασχεθείσαν εις Κράτος συνάψαν συνθήκην εκδόσεως μετά της Δημοκρατίας ή εις καθωρισμένην Χώραν της Κοινοπολιτείας, γίνεται αποδεκτόν ως αποδεικτικόν στοιχείον των εν αυτώ εκτιθεμένων γεγονότων· (β) παν, δεόντως κεκυρωμένον έγγραφον, φερόμενον ως έγγραφον αποδεικτικόν στοιχείον ή ως αντίγραφον τοιούτου εγγράφου κατατεθέντος εις οιανδήποτε δικαστικήν διαδικασίαν διεξαχθείσαν εις το τοιούτον Κράτος ή χώραν, γίνεται αποδεκτόν ως αποδεικτικόν στοιχείον· (γ) παν, δεόντως κεκυρωμένον έγγραφον, πιστοποιούν ότι πρόσωπον τι κατεδικάσθη κατά την καθωρισμένην εν τω εγγράφω ημερομηνίαν, δι' αδίκημα κατά το δίκαιον οιουδήποτε τοιούτου Κράτους ή χώρας ή τμήματος αυτών, γίνεται δεκτόν ως αποδεικτικόν στοιχείον του γεγονότος και της ημερομηνίας της τοιαύτης καταδίκης.
(2)Διά τους σκοπούς του παρόντος άρθρου έγγραφον τι λογίζεται ως δεόντως κεκυρωμένον τοιούτο— (α) εν τη περιπτώσει εγγράφου περιέχοντος μαρτυρικήν κατάθεσιν παρασχεθείσαν ως εν τοις ανωτέρω, εφ' όσον ήθελε πιστοποιηθή υπό δικαστού ή λειτουργού του ως είρηται Κράτους ή χώρας ότι τούτο είναι το πρωτότυπον έγγραφον, το περιέχον ή αναγράφον την τοιαύτην μαρτυρικήν κατάθεσιν ή πιστόν αντίγραφον αυτού· (β) εν τη περιπτώσει εγγράφου αποδεικτικού στοιχείου, εφ' όσον ήθελε πιστοποιηθή ως εν τοις ανωτέρω ότι είναι το πρωτότυπον του ούτω κατατεθέντος εγγράφου ή πιστόν αντίγραφον αυτού· (γ) εν τη περιπτώσει εγγράφου βεβαιούντος την καταδίκην προσώπου, εφ' όσον τούτο ήθελε πιστοποιηθή ως εν τοις ανωτέρω, και εν πάση τοιαύτη περιπτώσει το έγγραφον κυρούται είτε δι' ενόρκου τινός μαρτυρίας είτε διά της επισήμου σφραγίδος Υπουργού του Κράτους μεθ' ου συνήφθη συνθήκη εκδόσεως μετά της Δημοκρατίας, ή, αναλόγως της περιπτώσεως, καθωρισμένης χώρας της Κοινοπολιτείας.
(3)Εν τω παρόντι άρθρω ο όρος ένορκος περιλαμβάνει και επίσημον βεβαίωσιν ή δήλωσιν· ουδέν των εν τω παρόντι άρθρω διαλαμβανομένων αποκλείει την παραδοχήν οιουδήποτε εγγράφου ως αποδεικτικού στοιχείου, εφ' όσον το τοιούτον έγγραφον είναι παραδεκτόν ως αποδεικτικόν στοιχείον ανεξαρτήτως των προνοιών του παρόντος άρθρου." ("13)-
(1)In any proceedings under this Law, including proceedings on an application for habeas corpus in respect of a person in custody thereunder - (
- a)a document, duly authenticated, which purports to set out evidence given on oath in a treaty State or designated commonwealth country shall be admissible as evidence of the matters stated therein; (
- b)a document, duly authenticated, which purports to have been received in evidence, or to be a copy of a document so received, in any proceedings in any such State or country ehall be admissible in evidence; (
- c)a document, duly authenticated, which certifies that a person was convicted on a date specified in the document of an offence against the law of, or of a part of, any such State or country ihall be admissible as evidence of the fact and date of the conviction.
(2)A document shall be deemed to be duly authenticated for the purposes of this section - (
- a)in the case of a document purporting to set out evidence given as aforesaid, if the document purports to be certified by a judge, or magistrate or officer in or of the State or country in question to be the original document containing or recording that evidence or a true copy of such a document; (
- b)in the case of a document which purports to have been received in evidence as aforesaid or to be a copy of a document so received, if the document purports to be ceitified as aforesaid to have been, or to be a true copy of a document which has been, so received; (
- c)in the case of a document which certifies that a person was convicted as aforesaid, if the document purports to be certified as aforesaid, and in any such case the document is authenticated either by the oath of a witness or by the official seal of a Minister of the treaty State or the designated commonwealth country, as the case may be.
(3)In this section 'oath' includes affirmation or declaration; and nothing in this section shall prejudice the admission in evidence of any document which is admissible in evidence apart from this section."). Sections 9, 10 and 13, above, of our Law 97/70 appear to have been modelled on, respectively, sections 7, 8 and 11 of the Fugitive Offenders Act, 1967, in England (see Halsbury's Statutes of England, 3rd ed., vol. 13, p. 286). It has been submitted by counsel for the applicant that the Court of committal had no evidence before it on the basis of which there could have been made the committal order which is now challenged by means of an application for an order of habeas corpus. On the other hand, I have been referred by counsel for the respondent to documents forwarded to the Government of Cyprus when the Government of the Federal Republic of Germany requested the extradition of the applicant, namely an "International warrant for arrest" issued by the Local Court at Osterodeam Harz on 19th July 1982 and setting out, in detail, the offences in respect of which the extradition of the applicant is being requested, and, also, a certificate issued by the aforesaid Local Court on 19th July 1982 regarding the relevant provisions of the German Criminal Code. As far as I can see there is nothing in the documents which were placed before the Court of committal and before me which could be regarded as "evidence", in the sense of sections 9
(5)and 13 of Law 97/70, which was adduced in support of the request for the extradition of the applicant and which could be treated as evidence "sufficient to warrant" the applicant's "trial" for the offences concerned if they "had been committed within the jurisdiction" of the Court of committal. It has to be noted, further, that the Court of committal itself, in its relevant ruling, does not appear to have made a finding that there was placed before it evidence of the aforementioned nature and no such finding has been pointed to me in the said ruling by counsel for the respondent. That finding was an essential part of the decision to commit the applicant to custody to await his extradition and it should have been made clearly and expressly, because this is a matter affecting the liberty of a person. For these reasons I find that the order made, as aforesaid, by the District Court of Limassol, was not made with due compliance with the provisions of subsection
(5)of section 9 of Law 97/70 and, consequently, an order for habeas corpus, in the exercise of the powers of the Court under section 10 of Law 97/70, as well as under Article 155.4 of the Constitution, has to be made, with the result that the applicant should be discharged from custody. Στην υπόθεση Αναφορικά με την αίτηση El-Bustani [3] το Εφετείο επεξήγησε ότι η έκθεση γεγονότων που διαβιβάζει η αιτούσα αρχή σε σχέση με το ποινικό αδίκημα για το οποίο ζητείται η έκδοση του φυγόδικου είναι ικανοποιητικό αποδεικτικό υλικό που θεμελιώνει απόφαση το Δικαστηρίου για την κράτηση και παράδοση του φυγόδικου για σκοπούς δίωξης εναντίον του. Δε θα επεκταθώ στα γεγονότα επειδή στοιχειοθετούν, όπως ορθά έκρινε το Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας, τα σοβαρά εγκλήματα για τα οποία δόθηκε η εξουσιοδότηση από τον Υπουργό, και υποστηρίζονται από τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου. Πρέπει όμως να επισημάνουμε, αναφορικά με την εισήγηση ότι τα γεγονότα αποκαλύπτουν αστική διαφορά, ότι η διαγωγή η οποία συνιστά έγκλημα δε χάνει τον εγκληματικό της χαρακτήρα αν, συγχρόνως, εκθέτει το φυγόδικο και σε αστική ευθύνη. Το κριτήριο το οποίο προβλέπει ο νόμος για την έκδοση φυγοδίκου, είναι κατά πόσο η προσαχθείσα αποδεκτή μαρτυρία στοιχειοθετεί στον προβλεπόμενο βαθμό τα εγκλήματα για τα οποία επιδιώκεται η έκδοση του (βλ. πρόσφατη απόφαση στην Αίτηση Hachem, ανωτέρω). Στην προκειμένη περίπτωση τέθηκαν ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας τόσο η προβλεπόμενη από το Άρθρο 9
(5)(γ) (βλ. Άρθρο 2 του Ν 97/90) έκθεση γεγονότων (Τεκμήριο 2(Δ), σ.5), καθώς και οι καταθέσεις των μαρτύρων που τη στοιχειοθετούν (Τεκμήριο 2(H) ). Η εισήγηση του αιτητή είναι ότι εσφαλμένα το Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας βασίστηκε στην έκθεση γεγονότων ως βάθρο μαρτυρίας για την έκδοση του αιτητή, θέση η οποία αντίκειται στη διαδικασία έκδοσης που καθορίζει το Άρθρο 9 του Ν 97/70, του μόνου νόμου τον οποίον επικαλέσθηκαν οι κυπριακές Αρχές για την έκδοση του αιτητή. Άλλες ενστάσεις που προβλήθηκαν αμυδρά για την εγκυρότητα της διαδικασίας έκδοσης, εγκαταλείφθηκαν μετά την υπόδειξη του Δικαστηρίου ότι δε στοιχειοθετούνται στην ένορκο ομολογία η οποία συνοδεύει την αίτηση, και τη διευκρίνιση της δικηγόρου της Δημοκρατίας ότι δόθηκε κάθε ευκαιρία στον κατηγορούμενο, κατά τη διερεύνηση της αιτήσεως για την προσαγωγή μαρτυρίας, δικαίωμα το οποίο όμως δεν άσκησε. Η εισήγηση ότι το Δικαστήριο καθοδηγήθηκε από μη παραδεκτά στοιχεία για τους σκοπούς έκδοσης, παραγνωρίζει δυο πράγματα (α) Ότι ο ίδιος ο νόμος (Ν 97/70) καθιστά την έκθεση γεγονότων, η οποία υποβάλλεται από την αιτούσα χώρα, ως το απαιτούμενο αποδεκτό υλικό για έκδοση σε χώρες που προσυπόγραψαν την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Έκδοσης Φυγοδίκων, η οποία κυρώθηκε με το Ν 97/70, και (β) την προσαγωγή ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου και των καταθέσεων των μαρτύρων που στοιχειοθετούν τα γεγονότα τα οποία περιλαμβάνονται στην έκθεση. Συνεπώς, και αν κρινόταν ισχυρή η εισήγηση του αιτητή, που δεν είναι η περίπτωση, και πάλι δε θα διαπιστωνόταν, κενό στα στοιχεία που κατατέθηκαν για την έκδοσή του. Η σχέση μεταξύ των δυο νομοθετημάτων - του Ν 95/70 και του Ν 97/70 - επεξηγείται στην απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου. Προς το σκοπό άρσης οποιασδήποτε αμφιβολίας για τις συνέπειες στο κυπριακό νομικό στερέωμα των δυο νομοθετημάτων, διευκρινίζεται ότι ο Ν 97/70 ρυθμίζει γενικά τις προϋποθέσεις και τη διαδικασία για την έκδοση φυγοδίκων, ενώ ο Ν 95/70 καθορίζει με την κύρωση της Συνθήκης τις προϋποθέσεις για την έκδοση φυγοδίκων μεταξύ των χωρών που προσεχώρησαν στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την έκδοση φυγόδικων. Ο Ν 97/90 βεβαιώνει ότι το απαιτούμενο για τους σκοπούς έκδοσης αποδεικτικό υλικό, σε χώρες όπου ισχύει η Ευρωπαϊκή Σύμβαση, είναι εκείνο το οποίο προβλέπεται από τη Σύμβαση (Άρθρο 3 - Ν 97/90). Τέλος, τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας τεκμηρίωναν την πιθανότητα ενοχής του φυγοδίκου στον προβλεπόμενο από το Άρθρο 94 του Κεφ. 155 βαθμό (βλ. απόφαση στην ΑΙΤΗΣΗ HACHEM, ανωτέρω), και δικαιολογημένα διατάχθηκε η έκδοσή του, καθώς και η κράτησή του, για το σκοπό αυτό. α. Το Ένταλμα Σύλληψης. Δεν ευσταθεί η θέση της καθ' ης η αίτηση ότι δεν έχει προσκομιστεί το ένταλμα σύλληψης βάση του οποίου έχει εκδοθεί η εξουσιοδότηση του Υπουργού για την έναρξη της διαδικασίας έκδοσης. Επί του τεκμηρίου 6 επισυνάπτεται ως τεκμήριο το διάταγμα περί εφαρμογής της κράτησης ως μέτρο καταστολής της καθ' ης η αίτηση ημερομηνίας 19.4.2011. Αυτό το μέτρο ακολουθεί την απόφαση ημερ. 31.3.2011 που εκδόθηκε για την άσκηση ποινικής δίωξης της καθ' ης η αίτηση στην πόλη Μινσκ από την ανώτερη ανακρίτρια και την εκτελεστική επιτροπή της πόλης του Μινσκ. Στο εν λόγω διάταγμα κράτησης υπάρχει καταγραφή των ουσιαστικών γεγονότων που συνθέτουν το αδίκημα για το οποίο διώκεται δηλαδή την πρόσληψη ατόμων για σεξουαλική εκμετάλλευση εκτός της Λευκορωσίας μέσω απάτης από ομάδα ατόμων μέρος μίας συνομωσίας δυνάμει του άρθρου 187 παρ. 3 του Ποινικού Κώδικα της Λευκορωσίας. Στο σώμα του εγγράφου υπάρχουν διατάξεις για την εφαρμογή της διαταγής κράτησης της καθ' ης η αίτηση ενόψει και του γεγονότος ότι η καθ' ης η αίτηση κρύφτηκε από τις διωκτικές αρχές της Λευκορωσίας ευθύς μετά την έκδοση της απόφασης με την οποία διατάχθηκε η δίωξη της. Περαιτέρω επί του τεκμηρίου 8 που είναι απάντηση της Λευκορωσίας επί ερωτήσεων του Υπουργείου Δικαιοσύνης γίνεται αναφορά ότι το εν λόγω έγγραφο πρόκειται για ένταλμα συλλήψεως. Όπως αποφασίσθηκε στην υπόθεση Vladimir Petrov [4] ότι έγγραφο στο οποίο αναφέρονται όλα τα αδικήματα για τα οποία διώκεται το εκζητούμενο πρόσωπο με διαταγή όπως αυτό το πρόσωπο τεθεί υπό κράτηση συνιστά για σκοπούς του άρθρου 42.2 του Νόμου 272/86 ένταλμα ασχέτως της δομής και του τρόπου που το ένταλμα έχει συνταχθεί στην χώρα όπου έχει εκδοθεί. Παρόμοια προσέγγιση των πραγμάτων υπήρξε και στην υπόθεση Kotlyarenko ν. Διευθυντή Κεντρικών Φυλακών [5], όπου διευκρινίστηκε ότι ένταλμα σύλληψης πρέπει να συνοδεύει την αίτηση για έκδοση ή να συνοδεύεται από άλλο επίσημο έγγραφο που να έχει την ίδια ισχύ με ένταλμα συλλήψεως. Το Άρθρο 12
(2)(α) της Σύμβασης προνοεί ότι, προς υποστήριξη αίτησης για έκδοση φυγοδίκου, θα πρέπει να προσάγεται, ενώπιον του δικαστηρίου, το πρωτόκολλο ή επίσημο αντίγραφο είτε εκτελεστής καταδικαστικής απόφασης, είτε του εντάλματος σύλληψης, είτε άλλης πράξης που έχει την ίδια ισχύ και εκδίδεται κατά τους τύπους που καθορίζει η νομοθεσία του αιτούντος μέρους, δηλαδή, στην προκείμενη περίπτωση, της Ρωσικής Ομοσπονδίας. Το Άρθρο 7
(2)(α) του Ν. 97/70 προνοεί ότι κάθε αίτηση για έκδοση φυγοδίκου, στην περίπτωση προσώπου διωκομένου για κάποιο αδίκημα, θα συνοδεύεται από το ένταλμα σύλληψης του προσώπου εκείνου, που εκδόθηκε στην αιτήτρια χώρα. Το ζήτημα επομένως της νομιμότητας του εντάλματος σύλληψης του εφεσείοντα, σύμφωνα με τους νόμους της αιτήτριας χώρας, είναι ουσιώδους σημασίας, τόσο για την έκδοση του διατάγματος έκδοσης φυγοδίκου, όσο και, κατ' επέκταση, για τη μη έκδοση του εντάλματος Habeas Corpus το οποίο είχε ζητήσει ο αιτητής. Το Επαρχιακό Δικαστήριο, όπως ήδη παρατηρήσαμε, σε μια εμπεριστατωμένη απόφαση του, απέρριψε τη μαρτυρία που προσφέρθηκε εκ μέρους του εφεσείοντα για λόγους τους οποίους επεξήγησε, και δέχθηκε τη μαρτυρία που πρόσφεραν οι αιτητές - σε εκείνη την υπόθεση - εφεσίβλητοι στην παρούσα διαδικασία. Ήταν αδιαμφισβήτητο, ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου, ότι το πρωτότυπο του εντάλματος σύλληψης του εφεσείοντα, το οποίο στάληκε από τη Ρωσία στην Κύπρο, αρχικά στο Υπουργείο Εξωτερικών, χάθηκε σε κάποιο στάδιο της διαδικασίας αποστολής του. Ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου, όμως, τέθηκε αντίγραφο του εντάλματος σύλληψης του εφεσείοντα, ως τεκμήριο 6 και στη συνέχεια ξανατέθηκαν ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου και άλλα αντίγραφα του εντάλματος σύλληψης ως τεκμήρια 10, 22, 24 και
- Εκείνο όμως στο οποίο βασίστηκε ο Υπουργός Δικαιοσύνης για να εκδώσει την εξουσιοδότηση του ήταν το αρχικό ένταλμα που περιλαμβανόταν στη δέσμη εγγράφων του τεκμηρίου 6 και για εκείνο το ένταλμα έδωσαν μαρτυρία οι μάρτυρες αιτητών 3, 4 και
- Οι μάρτυρες αιτητών 3 και 4 είναι πρόξενοι της Ρωσικής Ομοσπονδίας και αρμόδιοι να προβαίνουν σε πιστοποιήσεις και διαβεβαιώσεις ότι κάποια έγγραφα είναι πιστά αντίγραφα των πρωτοτύπων και άρα επίσημα αντίγραφα, σύμφωνα με το νόμο της Ρωσικής Ομοσπονδίας. Οι δύο αυτοί μάρτυρες πιστοποίησαν ότι το ένταλμα σύλληψης που περιλαμβανόταν στο τεκμήριο 6 είναι τέτοιο πιστό αντίγραφο του πρωτοτύπου και επομένως επίσημο αντίγραφο. Ο μάρτυρας αιτητών 6, που είναι νομικός στη Γενική Διεύθυνση Εσωτερικών Υποθέσεων της Μόσχας, του οποίου η μαρτυρία δεν αμφισβητήθηκε, ανέφερε ότι θεωρεί τα έγγραφα του τεκμηρίου 6 ως πιστά αντίγραφα του πρωτοτύπου. Πιστό αντίγραφο του πρωτοτύπου ήταν και το τεκμήριο 28 το οποίο σύμφωνα με το Επαρχιακό Δικαστήριο ήταν πανομοιότυπο με το ένταλμα σύλληψης του τεκμηρίου 6, παρά τις κάποιες σημειώσεις που υπήρχαν στο τεκμήριο 28, οι οποίες δεν διαφοροποιούσαν την κατάσταση εφόσον η χρησιμότητα του τεκμηρίου 28 ήταν απλά η σύγκρισή του με το ένταλμα σύλληψης του τεκμηρίου
- Με αυτά τα δεδομένα το Επαρχιακό Δικαστήριο έκρινε ότι το ένταλμα σύλληψης του εφεσείοντα, που παρουσιάστηκε ενώπιον του ως μέρος του τεκμηρίου 6 και με βάση το οποίο ο αρμόδιος Υπουργός εξέδωσε εξουσιοδότηση για την έναρξη της διαδικασίας έκδοσης φυγοδίκου, εναντίον του εφεσείοντα, ήταν επίσημο αντίγραφο του εντάλματος συλλήψεως του εφεσείοντα όπως προνοείται στο Αρθρο 12
(2)της Σύμβασης. Το έγγραφο που έχει τεθεί ενώπιον μου έχει όλα τα πιο πάνω χαρακτηριστικά και επιπρόσθετα έχουν τεθεί ενώπιον μου διαβεβαιώσεις της αιτούσας αρχής επί του τεκμηρίου 8 ότι πρόκειται για έγγραφο που έχει την ίδια ισχύ με ένταλμα συλλήψεως. Οπότε υπάρχει συμμόρφωση στην τυπική υποχρέωση για την έκδοση της εξουσιοδότησης και για την εγκυρότητα της παρούσας διαδικασίας. Για όλα τα επίσημα έγγραφα που έχουν διαβιβαστεί διά της διπλωματικής οδού ισχύει το τεκμήριο της κανονικότητας και νομιμότητας. Αυτό δεν τίθεται σε αμφισβήτηση από την αναφορά στο τεκμήριο 12 που κατέθεσε η καθ' ης η αίτηση για την δυνατότητα έκδοσης εντάλματος σύλληψης δυνάμει του άρθρου 108 του Ποινικού Κώδικα της Λευκορωσίας. Αυτή η αναφορά περί της έκδοσης εντάλματος συλλήψεως πιθανόν δυνάμει άλλου άρθρου της ποινικής δικονομίας της Λευκορωσίας δεν είναι θετική μαρτυρία προς απόδειξη γεγονότων ότι το έγγραφο που τέθηκε ενώπιον μου δεν πρόκειται για ένταλμα σύλληψης που έχει νομίμως εκδοθεί. (β) Παραγραφή. Το αδίκημα αυτό δεν έχει παραγραφεί. Έχει τεθεί ενώπιον μου το νομικό πλαίσιο που ισχύει στην Λευκορωσία βάσει του οποίου έχει αποφασισθεί η δίωξη της καθ' ης η αίτηση. Έχει τεθεί ενώπιον μου το άρθρο 187 που ποινικοποιεί συγκεκριμένη συμπεριφορά σε σχέση με την πρόσληψη ατόμων για σεξουαλική εκμετάλλευση δια της απάτης. Παρατίθενται πιο κάτω οι τρεις παράγραφοι του σχετικού νόμου.
- Πρόσληψη ατόμων για σεξουαλική ή άλλη εκμετάλλευση που διαπράττεται μέσω απάτης,- Τιμωρείται με πρόστιμο, ή στέρηση του δικαιώματος να καταλάβει ορισμένες θέσεις ή να ασκεί ορισμένες δραστηριότητες, ή με φυλάκιση μέχρι και έξι μήνες, ή με περιορισμό της ελευθερίας μέχρι και τρία έτη, ή με κάθειρξη για την ίδια περίοδο.
- Η ίδια ενέργεια που διαπράττεται από μια ομάδα ατόμων με προκαταρκτική συνωμοσία ή κατά τον φανερά ανήλικο,- τιμωρείται με περιορισμό της ελευθερίας για περίοδο από δύο έως πέντε χρόνια, ή με κάθειρξη για την ίδια περίοδο.
- Οι ενέργειες που προβλέπονται στις παραγράφους πρώτη ή δεύτερη του παρόντος άρθρου, που διαπράττονται από μία οργανωμένη ομάδα ή με τον σκοπό της μεταφοράς του θύματος έξω από την χώρα,- Τιμωρείται με κάθειρξη από τρία έως δέκα χρόνια με δήμευση της περιουσίας ή χωρίς δήμευση. Αυτό το άρθρο ήταν σε ισχύ κατά τον χρόνο που η καθ' ης η αίτηση διέπραξε το κατ' ισχυρισμό αδικήμα. Δηλαδή αυτό το νομοθέτημα ήταν σε ισχύ στις 9.7.1999 μέχρι να τροποποιηθεί στις 4.5.
- Παρατίθεται το άρθρο 83 του Ποινικού Κώδικα το οποίο προνοεί ότι η περίοδος της παραγραφής των 10 ετών αναστέλλεται εάν ο κακουργός κρυφτεί από τις διωκτικές ή από το Δικαστήριο με αποτέλεσμα την μη προώθηση της δίωξης. Είναι ορθή η εισήγηση της κα Λοϊζίδου ότι αφής στιγμής το σχετικό άρθρο διατυπώνεται στα επίσημα έγγραφα της αιτούσας χώρας θα πρέπει να τεκμαίρεται βάσει την αρχή της νομιμότητας και της κανονικότητας ότι όλα αυτά τα έγγραφα που έχουν διαβιβαστεί συνιστούν θετική απόδειξη των παραστάσεων της αιτούσας χώρας. Συνεπώς θεωρώ ότι τα νομοθετήματα που έχουν τεθεί ενώπιον μου, πρόκειται ισχύουσα νομοθεσία της χώρας. Επίσης με βάση την ίδια αρχή και καμίας αντίθεσης μαρτυρίας περί τούτου τεκμαίρεται ότι ήταν σε ισχύ η συγκεκριμένη διάταξη και κατά τον χρόνο διάπραξης των αδικημάτων. Εν πάση περιπτώσει η καθ' ης η αίτηση δεν έχει παραθέσει καμία μαρτυρία με την οποία να τίθεται σε αμφισβήτηση η επίσημη θέση της Λευκορωσίας ότι τα άρθρα 12 και 83 είχαν ίσχυαν από το 2000 μέχρι και σήμερα. γ. Σκοπός της έκδοσης. Η αρμόδια αρχή της Λευκορωσίας έλαβε επίσημη θέση για την δίωξη της καθ' ης η αίτηση στις 31.3.2011 (βλ. Τεκμήριο 6 για αδικήματα που περιγράφονται εκτενώς ως προς τα γεγονότα στο σώμα αυτής της απόφασης). Αυτό το ζήτημα επιβεβαιώνεται και στην απαντητική επιστολή της αιτούσας χώρας επί του τεκμηρίου
- Είμαι ικανοποιημένη από τις παραστάσεις της αιτούσας χώρας ως προκύπτει από το λεκτικό της απόφασης ημερομηνίας 31.3.2011 τεκμήριο 6 ότι λήφθηκε επίσημη απόφαση της αιτούσας χώρας για δίωξη της καθ' ης η αίτηση. Διαφωνώ ότι υπάρχει οποιαδήποτε σύγχυση στα έγγραφα που έχουν τεθεί ενώπιον μου που να δημιουργεί την εντύπωση ότι η δίωξη της καθ' ης η αίτηση δεν θα ακολουθήσει την έκδοση της καθ΄ ης η αίτηση στην Λευκορωσία. Αυτό δεν σημαίνει ότι καμία ανάκριση δεν θα γίνει όμως είναι φανερό από τα έγγραφα ενώπιον μου ότι ανακρίθηκε μεγάλος αριθμός παραπονούμενων με αποτέλεσμα να εξασφαλιστούν επαρκή στοιχεία βάση των οποίων έχει διαταχθεί η δίωξη της στις 31.3.
- Υπάρχει συμμόρφωση στις διατάξεις του άρθρου 3 του Νόμου 97/
- Τα γεγονότα αυτής της υπόθεσης διαφέρουν ουσιωδώς από τα γεγονότα στην υπόθεση αρ. 1/12 Μεγάλης Λαϊκής Σοσιαλιστικής Λιβυκής Αραβικής Τζιαμαχιριας ν. Alzadma Dkhil badri Ali [6] ενώπιον Επαρχιακού Δικαστηρίου στην οποία με παρέπεμψε ο κ. Χριστάκης διότι σε εκείνη την περίπτωση πρόεκυψε από την μαρτυρία ότι σκοπός του αιτήματος ήταν κυρίως η έρευνα. Στην παρούσα περίπτωση έχει ληφθεί απόφαση για την δίωξη της καθ' ης η αίτηση βάση συγκεκριμένο άρθρο του Ποινικού Κώδικα και για συγκεκριμένα γεγονότα. Τίποτε στον νόμο 97/70 ή στην σύμβαση δεν προϋποθέτει ότι η αιτούσα χώρα θα πρέπει να παρουσιάσει και αντίγραφο του κατηγορητηρίου για να πετύχει το αίτημα για την έκδοση της καθ' ης η αίτηση.(βλ. Vladimir Petrov Αίτηση για την έκδοση Habeus Corpus [7]. Άλλο έγγραφο που αποδεικνύει ότι προηγήθηκε ανάκριση στην διερευνώμενη ποινική υπόθεση κατά της καθ' ης η αίτηση το οποίο θεμελίωσε την απόφαση για την ποινική δίωξη είναι το διάταγμα περί έγερσης ποινικής υπόθεσης και αποδοχής της για διερεύνηση στις 17.11.
- (Βλ. τεκμήριο 8). Συνεπώς, αυτό το επιχείρημα είναι αβάσιμο και είμαι ικανοποιημένη ότι σκοπός της αίτησης για την έκδοση είναι ένα από τους δύο λόγους που καθορίζονται στον νόμο ήτοι στην προκειμένη περίπτωση για την άσκηση ποινικής δίωξης κατά την καθ΄ ης η αίτηση. Δεν θα πρέπει να ερμηνευθούν στις πρόνοιες του άρθρου 42.2 προϋποθέσεις που δεν καθορίζονται ρητώς στο νόμο. Αντιθέτως, όπως διευκρινίσθηκε στην αίτηση της Alexandra Atapina για την έκδοση εντάλματος Habeus Corpus [8] η ερμηνεία διεθνών συμβάσεων πρέπει να γίνεται φιλελεύθερα ώστε να διευκολύνεται η έκδοση φυγόδικων για την καταπολέμηση του διεθνούς εγκλήματος. Δεν πρέπει λοιπόν να ερμηνεύονται στις πρόνοιες της σύμβασης υποχρεώσεις που δεν προβλέπονται ρητώς από τη σύμβαση. Ούτε το άρθρο 3 του νόμου 97/70 μπορεί να ερμηνευθεί ότι προϋποθέτει την καταχώρηση κατηγορητηρίου κατά της καθ' ης η αίτηση για να θεωρείται ότι πρόκειται για "διωκόμενο πρόσωπο". Ενώπιον του Δικαστηρίου έχει εκτεθεί έκθεση γεγονότων της αιτούσας αρχής που περιγράφει εκτενώς την εγκληματική δράση που αποδίδεται στην καθ' ης η αίτηση ως πρόσωπο που ενεργά εξαπατούσε νεαρές γυναίκες να μεταβούν σε χώρες του εξωτερικού για σκοπούς εργασίας ενώ στην πραγματικότητα και εν γνώσει της καθ' ης η αίτηση πρόκειτο να ενταχθούν σε κυκλώματα πορνείας με την άφιξη τους στην χώρα. Υπάρχει εκτενής αναφορά στην έκθεση των γεγονότων για ανακρίσεις που διεξήχθησαν επί αυτής της βάσης αλλά και για μηνύσεις που είχαν υποβάλει κάποιες κοπέλες στο παρελθόν για την εγκληματική της δράση ως και επίσης γεγονότα για ενέργειες που είχαν κάνει οι διωκτικές αρχές προς στοιχειοθέτηση αυτών των καταγγελιών συμπεριλαμβανομένου και ανάκρισης της καθ' ης η αίτηση βάση της οποίας παραδέχθηκε ότι βοήθησε αυτές τις κοπέλες να μεταβούν για εργασία σ' αυτές τις χώρες χωρίς βέβαια η ίδια να δεχθεί ότι αυτή η βοήθεια αποσκοπούσε στην πρόσληψη κοπελών για σκοπούς πορνείας. Έξαλλου η καθ' ης η αίτηση δεν αρνείται ότι αυτές οι κοπέλες ανακρίθηκαν από τις διωκτικές αρχές αλλά θέση της είναι ότι οι κοπέλες υποκινήθηκαν να δώσουν καταθέσεις ενοχοποιητικές για την καθ' ης η αίτηση κατόπιν προτροπής των διωκτικών αρχών επειδή η άσκηση της δίωξης έγινε για πολιτικά κίνητρα. Κρίνω ότι το αποδεικτικό υλικό που έχει τεθεί ενώπιον μου με βάσει τα τεκμήρια 4 και 6 ικανοποιεί τις διατάξεις του άρθρου 9
(5)και αποδεικνύει επαρκώς ότι ζητείται η έκδοση της καθ' ης η αίτηση προς άσκηση δίωξης για αδίκημα για το οποίο χωράει η έκδοση της. Δ. Δεν θεωρώ ότι δημιουργείται οποιοδήποτε πρόβλημα σε σχέση με την διατύπωση της ποινικά κολάσιμης πράξης της καθ' ης η αίτηση και το μαρτυρικό υλικό που έχει τεθεί ενώπιον μου συνάδει και συμμορφώνεται με την αρχή της διπλής εγκληματικότητας. Ως προκύπτει από την έκθεση γεγονότων που αφορά την απόφαση για την δίωξη της καθ' ης η αίτηση καθώς και το υπόλοιπο μαρτυρικό υλικό που έχει τεθεί ενώπιον μου προκύπτει ότι η καθ' ης η αίτηση προσέγγισε κοπέλες με την υπόσχεση ότι θα τους βοηθούσε να εξεύρουν εργασία στο εξωτερικό ως χορεύτριες. Ως προκύπτει από το μαρτυρικό υλικό ενώπιον μου η ανάμιξη της καθ' ης η αίτηση σ' αυτές τις δραστηριότητες ήταν ενεργή καθότι τους προσέγγισε και έκανε όλες τις διευθετήσεις για να μεταβούν στο εξωτερικό σε συνεργάτες της για εργασία. Η εμπλοκή της ήταν δεδομένη αφού έφθασε στο σημείο να κάνει διανομή διαφημιστικών φυλλαδίων προς αναζήτηση ανυποψίαστων υποψηφίων. Από τις καταθέσεις των πολλών κοπέλων που ανακρίθηκαν προκύπτει ότι αυτές δεν γνώριζαν ότι επρόκειτο να μεταβούν στο εξωτερικό για να γίνουν πόρνες αλλά γνησίως αντιλήφθηκαν ότι επρόκειτο να εργαστούν σε άλλο επάγγελμα που τους είχε αναφέρει η καθ' ης η αίτηση. Δεν έχει σημασία ότι κάποιες από τις κοπέλες αρνήθηκαν ή δεν υπέκυψαν στις πιέσεις των νυχτερινών κλαμπ να εκπορνεύουν τους εαυτούς τους σε πελάτες του κλαμπ σημασία έχει ότι ισχυριστήκαν ότι εξαπατήθηκαν σε σχέση με την πραγματική φύση της εργασίας και υπέστησαν κακουχίες για να υποκύψουν στις πιέσεις των συνεργατών της καθ' ης η αίτηση. Για την πιο πάνω δραστηριότητα σύμφωνα με την έκθεση γεγονότων ελάμβανε αμοιβή από τους συνεργάτες της στο εξωτερικό. Είχε πραγματική πληροφόρηση για την κατάσταση των πραγμάτων στα νυκτερινά κλαμπ που έστελνε τις κοπέλες επειδή είχε εμπειρία της εργασίας στην Κύπρο και ταξίδεψε επανειλημμένα και άκουσε από μερικές κοπέλες που είχε εξαπατήσει τα παράπονα τους για σεξουαλική εκμετάλλευση εντούτοις συνέχισε με την ίδια δραστηριότητα στέλνοντας δεκάδες νεαρά κορίτσια στους συνεργάτες της στο εξωτερικό. Η συμπεριφορά αυτή εμπίπτει σ' αυτή που προδιαγράφεται στο άρθρο 187 παράγραφο 1 του ποινικού κώδικα της Λευκορωσίας διότι συμμετείχε στην πρόσληψη νεαρών κοπελών για την εκμετάλλευση τους σεξουαλικά διά της απάτης. Επίσης η συμπεριφορά που προδιαγράφεται πιο πάνω εμπίπτει και στις διατάξεις της παραγράφου 2 του άρθρου 187 διότι η καθ' ης η αίτηση συμμετείχε στις εν λόγω δραστηριότητες, δηλαδή την ενεργή εξαπάτηση των κοπελών, μαζί με άλλους που είχαν κοινό σκοπό δηλαδή να εξαπατηθούν οι κοπέλες να μεταβούν στο εξωτερικό και να εξαναγκασθούν να εκπορνεύουν τους εαυτούς τους σε πελάτες του νυκτερινού κέντρου. Η εξουσιοδότηση του Υπουργού διατυπώνει τα ίδια γεγονότα με τα πιο πάνω δηλαδή ότι η καθ' ης η αίτηση συνωμότησε με άλλους να εξαπατήσουν τις κοπέλες να πιστεύουν ότι επρόκειτο να εργοδοτηθούν ως χορεύτριες ενώ στην πραγματικότητα και εν γνώσει της καθ' ης η αίτηση η πραγματική φύση της απασχόλησης ήταν να εκπορνεύονται με πελάτες των νυκτερινών κέντρων. Στο κάτω μέρος του τεκμηρίου 9 παρατίθενται νομοθετήματα που ποινικοποιούν την ίδια και/ή παρόμοια συμπεριφορά στην Κύπρο. Ήταν θέση του κ. Χριστάκη ότι αυτές οι νομοθεσίες δεν είναι ταυτόσημες με το άρθρο 187 της Λευκορωσίας και ότι δεν καλύπτουν επακριβώς την ίδια συμπεριφορά. Αυτό το τόνισε ενόψει και του γεγονότος ότι τελικά μεγάλος αριθμός από τις κοπέλες δεν υπέκυψαν στις πιέσεις και δεν αποδεχτήκαν να γίνουν πόρνες. Οι πρόνοιες του άρθρου 3
(1)(α) του Ν. 3
(1)/2000 φαίνεται να καλύπτουν ποινικά κολάσιμη συμπεριφορά ως αυτή που αποδίδεται στην καθ' ης η αίτηση ακόμα και στην περίπτωση που δεν έχει επιτευχθεί ο σκοπός της σεξουαλικής εκμετάλλευσης. Έχει δίκαιο όμως η κα Λοϊζίδου ότι ακόμη και στην περίπτωση που υπάρχει μαρτυρία για μόνο μία περίπτωση κοπέλας που υπέκυψε στις πιέσεις με αποτέλεσμα να εκπορνεύει τον εαυτό της αυτή είναι συμπεριφορά που εμπίπτει στις πρόνοιες του συγκεκριμένου άρθρου και συνεπώς ικανοποιείται το πραγματικό υπόβαθρο για την έκδοση της καθ΄ ης η αίτηση. Από προσεκτική ανάγνωση του άρθρου 3
(1)(β) του Νόμου 3
(1)/00 προκύπτει ότι αυτό το άρθρο ποινικοποιεί συμπεριφορά όπως αυτή που αποδίδεται στην καθ' ης η αίτηση στην Έκθεση γεγονότων δηλαδή συμπεριφορά της καθ΄ ης η αίτηση που είχε σκοπό την προοπτική της σεξουαλικής εκμετάλλευσης. Με βάση το άρθρο δεν είναι ανάγκη να αποδειχθεί ότι η εξαπάτηση στέφθηκε με επιτυχία αλλά ότι η συμπεριφορά είχε σκοπό την εκμετάλλευση του θύματος. Συνεπώς, θα μπορούσε η καθ' ης η αίτηση να διωχθεί με βάση αυτό το άρθρο στην Κύπρο ακόμη και εάν ήθελε αποδειχθεί ότι καμία κοπέλα δεν είχε υποκύψει στις πιέσεις συνεργατών της καθ' ης η αίτηση στα νυχτερινά κέντρα διότι σκοπός των συνωμοτών ήταν να εξαπατηθούν οι κοπέλες να μεταβούν στο εξωτερικό και μετά να εξαναγκαστούν να γίνουν πόρνες. Όμως το ζήτημα κατά πόσο οι νομοθεσίες της Κύπρου, που επικαλείται ο Υπουργός στην εξουσιοδότηση του, ταυτίζονται με την ποινικά κολάσιμη πράξη που προδιαγράφεται στο άρθρο 187 του Ποινικού Κώδικα της Λευκορωσίας δεν είναι καθοριστικό για την εξαγωγή συμπεράσματος ότι το έγκλημα ποινικοποιείται και στις δύο χώρες. Σε αρκετές αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου έχει λεχθεί ότι αυτό αποφασίζεται με αναφορά τα γεγονότα της υπόθεσης υιοθετώντας όχι μία τυπολατρική προσέγγιση αλλά με προσέγγιση που λαμβάνει υπόψη την ουσία των γεγονότων και μαρτυρία ώστε να ικανοποιηθεί το Δικαστήριο ότι αυτά τα στοιχεία καλύπτουν συμπεριφορά που ποινικοποιείται και στην Κύπρο. Αυτή η αρχή διατυπώθηκε με σαφήνεια στην υπόθεση για την έκδοση εντάλματος Habeus Corpus του Valery Mechanov [9] στην οποία λέχθηκαν τα ακόλουθα: Η υπόθεση Hatchem επιβεβαιώνει τον κανόνα ότι ο προσδιορισμός των αδικημάτων στο αλλοδαπό ένταλμα δεν έχει καθοριστικές συνέπειες. Δεν χρειάζεται, ούτε είναι δυνατό να υπάρχει, σε πολλές περιπτώσεις, η ταύτιση των αδικημάτων στο ένταλμα και την εξουσιοδότηση. Προφανώς λόγω των διαφορών μεταξύ του νομικού συστήματος κάθε χώρας. Δεν πρέπει όμως να είναι άσχετα μεταξύ τους. Χρειάζεται η ομοιότητα. Η υπόθεση Golov αποτελεί παράδειγμα λανθασμένης αντιμετώπισης, που στηρίχθηκε σε τυπικά κριτήρια. Δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου διέταξε την απόλυση φυγόδικου με habeas corpus, αφού έκρινε ότι η κατηγορία της κλοπής δεν περιλαμβάνεται στο ένταλμα, που περιλάμβανε μόνο αδικήματα πλαστογραφίας, συνωμοσίας προς καταδολίευση, απάτης, κλεπταποδοχής και παραβίασης της ιδιωτικής ζωής. Η Ολομέλεια, ακολουθώντας την προγενέστερη νομολογία της, επέτρεψε την έφεση, αποφαινόμενη στην ουσία ότι το Δικαστήριο δεν πρέπει να προσκολλάται στα εξωτερικά γνωρίσματα των αδικημάτων. Η μομφή για λανθασμένη καθοδήγηση του πρωτόδικου Δικαστηρίου, όπως προεκτάθηκε, είναι αβάσιμη. Αυτό που είπε το Δικαστήριο, αφού προέβη σε επισκόπηση της νομολογίας, είναι ότι "δεν απαιτείται ταύτιση του χαρακτηρισμού των αδικημάτων", και ότι "ο διαφορετικός χαρακτηρισμός των αδικημάτων δεν έχει καθοριστική σημασία". Προηγουμένως όμως ρητά αναφέρει ότι το αδίκημα πρέπει να είναι ουσιαστικά παρόμοιο. Είναι σαφές ότι τα γεγονότα μπορεί να θεμελιώσουν το αδίκημα της συνωμοσίας κατά το Κυπριακό δίκαιο. Με βάση την ίδια συμπεριφορά προσάπτεται η κατηγορία της απάτης, που προβλέπει το άρθρο 159 του αλλοδαπού κώδικα. Η ονομασία των αδικημάτων δεν είναι η ίδια. Όπως προελέχθη, αυτό δεν είναι απαραίτητο. Υπάρχει όμως η απαιτούμενη συνάφεια, που εντοπίζεται στη συμφωνία για εκτέλεση παράνομου σκοπού και στις ενέργειες εφαρμογής της με ψευδείς παραστάσεις στην προσπάθεια εξαπάτησης των Ρωσικών αρχών. Στην υπόθεση Re Evans, ανωτέρω, έγινε από το Δικαστήριο η ακόλουθη προτροπή η οποία δεν είναι άσχετη με το υπό συζήτηση θέμα: «Per curiam. Where requests for extradition allege acts of violence, theft, fraud or the like, courts should be slow to pay heed to any representations that such acts do not constitute offences under foreign law.» Στην καθ' ης η αίτηση αποδίδονται καταφανούς σοβαρά ποινικά αδικήματα, δηλαδή ότι εξαπάτησε ανυποψίαστες κοπέλες, με την υπόσχεση νόμιμης εργοδότησης τους στο εξωτερικό ενώ αυτή γνώριζε ότι τις έστελνε σε πρόσωπα που θα τους ασκούσαν αθέμιτες και αφόρητες πιέσεις να γίνουν πόρνες αντί να γίνουν χορεύτριες, σύρθηκαν σε κύκλωμα εμπορίας προσώπων που είχε σκοπό την σεξουαλική τους εκμετάλλευση. Είναι φανερό ότι αυτά τα απλά γεγονότα που συνθέτουν το πραγματικό πλαίσιο της αιτούσας χώρας αποκαλύπτουν το αδίκημα της συνωμοσίας αλλά και της εμπορίας προσώπων διά της εξαπάτησης τους ή με δόλο. Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι η συμπεριφορά της καθ' ης η αίτηση ως προκύπτει από τα συγκεκριμένα γεγονότα πρόκειται για συμπεριφορά που ποινικοποιείται και στην Κύπρο. Ε. Άρνηση έκδοσης λόγω έλλειψης Δικαιοσύνης. Άλλο επιχείρημα της καθ' ης η αίτηση είναι ότι δεν πρέπει να εκδοθεί στην Λευκορωσία διότι το αδίκημα διαπράχθηκε στην Κύπρο. Ούτε αυτό το επιχείρημα ευσταθεί η όλη δραστηριότητα της καθ' ης η αίτηση έγινε στην επικράτεια της Λευκορωσίας δηλαδή εξαπάτησε τις κοπέλες στην Λευκορωσία με σκοπό αυτές να πέσουν θύματα κυκλώματος εμπορίας προσώπων που δραστηριοποιούνταν σε άλλες χώρες. Εφόσον η καθ' ης η αίτηση γνώριζε γι' αυτές τις δραστηριότητες πρόκειται για πρόσωπο που είναι μέρος του κυκλώματος εμπορίου προσώπων και μέρος της συνομωσίας διαπράχθηκε στην επικράτεια της Λευκορωσίας. Το άρθρο 187 παράγραφος 2 καλύπτει και το αδίκημα της συνομωσίας και η παράγραφος 3 αναφέρει ότι στην περίπτωση που γίνεται η απάτη από οργανωμένη ομάδα ατόμων ώστε τα θύματα της εμπορίας να μεταφερθούν εκτός της επικράτειας της χώρας πρόκειται για αδίκημα το οποίο τιμωρείται μέχρι και 10 χρόνια ποινή φυλάκισης. Συνεπώς, η συμπεριφορά και ή ενέργειες που αποδίδονται στην καθ' ης η αίτηση δεν αφορά αδικήματα που διαπράχθηκαν αποκλειστικά στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας. Αποδεικτικό υλικό προς υποστήριξη του αιτήματος. Σε σχέση με την θέση της καθ' ης η αίτηση ότι η ο πραγματικός λόγος που ζητείται η έκδοση της είναι πολιτικά κίνητρα και συγκεκριμένα ως αντίποινα για την αντιπολιτευτική της δράσης με αποτέλεσμα η όλη υπόθεση για τα σοβαρά ποινικά αδικήματα που τις αποδίδονται να είναι κατασκευασμένα επισημαίνονται τα ακόλουθα: Έχω εξηγήσει αναλυτικά πιο πάνω κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας καθ' ης η αίτηση γιατί αυτή κρίνεται αναξιόπιστη. Η καθ' ης η αίτηση με την μαρτυρία του εμπειρογνώμονα έχει καταδείξει ότι στο παρελθόν στην Λευκορωσία υπήρχαν διώξεις κατά ευγνώστων πολιτικών αντιπάλων του νυν Προέδρου της Λευκορωσίας Lukasenko με αποτέλεσμα αυτά τα πρόσωπα να έχουν εξαφανισθεί. Περαιτέρω απλός κόσμος που έχει συμμετέχει σε εκδηλώσεις αντιπολιτευτικού χαρακτήρα ή απλά έχουν εκφραστεί δημοσίως κατά της κυβέρνησης έχουν αδικαιολόγητα αντιμετωπίσει διοικητικές κυρώσεις. Στις δύο αυτές περιπτώσεις έχουν σημειωθεί ελλείψεις και προβλήματα στο σύστημα της απονομής της δικαιοσύνης. Από την άλλη κατά τις τελευταίες εκλογές πρόσωπα που είναι γνωστοί για την αντιπολιτευτική τους δράση και έχουν φυλακισθεί εξαιτίας αυτής της δράσης αποφυλακίσθηκαν. Για την κατηγορία των απλών προσώπων που δεν είναι γνωστοί πολιτικοί αντίπαλοι της κυβέρνησης δεν έχει τεθεί ενώπιον μου μαρτυρία ότι η κυβέρνηση στο παρελθόν έχει κατασκευάσει εναντίον τους υποθέσεις που έχουν σοβαρό ποινικό χαρακτήρα. Πρόσωπα που έχουν συμμετέχει σε διαδηλώσεις έχουν υποστεί διώξεις που είναι λιγότερου σοβαρού χαρακτήρα. Είναι εξαιρετικά απίθανο και δεν έχει τεθεί ενώπιον μου αξιόπιστη και θετική μαρτυρία ότι οι αρχές έχουν κατασκευάσει κατά της καθ' ης η αίτηση κατηγορίες για την συμμετοχή της σε κύκλωμα εμπορίας προσώπων. Εφόσον η μαρτυρία της καθ' ης η αίτησης κρίνεται αναξιόπιστη δεν έχω ενώπιον μου θετική μαρτυρία ότι η καθ' ης η αίτηση είχε ενεργή δράση σε εκδηλώσεις αντιπολιτευτικού χαρακτήρα μεταξύ των ετών 2005 και 2011. Μάλιστα η ίδια παραδέχθηκε ότι κατά το έτος 2004 όταν οι δύο κοπέλες είχαν προβεί σε καταγγελία εναντίον της αυτό δεν οφειλόταν στην πολιτική της δράση. Η έκθεση γεγονότων που έχει κατατεθεί ενώπιον μου με την αντικρουστική μαρτυρία της αιτούσας χώρας ή και που δεν έχει αμφισβητηθεί από την καθ΄ ης η αίτηση και είναι αναντίλεκτη με βάση τις διατάξεις του νόμου καταδεικνύει ότι δεν υπάρχει κανένα στοιχείο για δράση ή συμμετοχή της καθ' ης η αίτηση σε πολιτικό κόμμα που ανήκει στην αντιπολίτευση αλλά και ούτε υπάρχουν στοιχεία ότι έχει συμμετέχει σε πολιτικές εκδηλώσεις. Η καθ' ης η αίτηση επιχείρησε να τεκμηριώσει την θέση ότι υπήρξε θύμα βάναυσης και εξευτελιστικής συμπεριφοράς κατά την κράτησης της στο παρελθόν θέση που όχι μόνο δεν έχει τεκμηριωθεί με την μαρτυρία της αλλά προκύπτει ότι η καθ΄ ης η αίτηση επιχείρησε να παραπλανήσει το Δικαστήριο με πλαστά στοιχεία τα οποία αργότερα ανακάλεσε όταν αντιλήφθηκε ότι η αιτούσα χώρα ήταν σε θέση να αντικρούσει τους συγκριμένους ισχυρισμούς για κακοποίηση της κατά την περίοδο της κράτησης της. Η κα Λοϊζίδου επισήμανε ότι ενώ είχε υπηρεσίες δικηγόρου ουδέποτε πρόβαλε την θέση ότι υπήρξε θύμα κακοποίησης κατά το χρόνο της κράτησης της αλλά και μεταγενέστερα όταν η ανάκριση διακόπηκε το 2005. Το μόνο επιχείρημα που έχει απομείνει στην καθ' ης η αίτηση για να στηρίξει την θέση της ότι οι κατηγορίες που έχουν προσαφθεί εναντίον της είναι πλασματικές είναι η μακρά περίοδος που έχει παρέλθει από την διακοπή της ανάκρισης το 2005 μέχρι το άνοιγμα νέας υπόθεσης εναντίον της το 2011. Όμως ακόμη και γι' αυτό το ζήτημα η αιτούσα αρχή έχει δώσει αιτιολογία ότι η δίωξη στοιχειοθετείται επειδή προέκυψαν νέα στοιχεία κατά της καθ' ης η αίτηση τα έτη 2009-2010 που δικαιολογούσαν την έναρξης της δίκης. Σε πρόσφατη απόφαση του Εφετείου αναφορικά με την αίτησης της ρωσικής ομοσπονδίας για την έκδοση της Natalias Konovalova. [10] ο Δικαστής Ερωτοκρίτου επιβεβαίωσε την αρχή ότι το Δικαστήριο δεν θα πρέπει εύκολα και από μόνο του να δέχεται ισχυρισμούς ότι σοβαρά ποινικά αδικήματα δεν είναι ποινικά κολάσιμα και εκδόσιμα στις συμβαλλόμενες χώρες. Εκείνο που θα πρέπει να καθοδηγεί την κρίση του Δικαστηρίου για να διαπιστώσει κατά πόσο έχει αποδειχθεί ότι ζητείται η έκδοση του για ποινικά κολάσιμο αδίκημα που συσχετίζεται με το ποινικό δίκαιο της αιτούσας χώρας είναι κατά πόσο το δίκαιο της χώρας από την οποία επιζητείται η έκδοσή του συσχετίζεται με τα αδικήματα που στοιχειοθετεί η μαρτυρία (Golov v. Διευθυντή Κεντρικών Φυλακών
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 1109), τηρουμένου βεβαίως του στοιχείου της διπλής εγκληματικότητας το οποίο είναι πάντα αλληλένδετο με το χρόνο διάπραξης του εγκλήματος (Νικολαϊδης ν. Αστυνομίας
(1999)1(Γ) Α.Α.Δ. 1964). Το Εφετείο στην πιο πάνω απόφαση επεξήγησε ότι αυτό το αποδεικτικό βάρος ικανοποιείται όταν η ποιότητα της μαρτυρίας είναι τέτοια ώστε, εάν επρόκειτο για αδικήματα που είχαν διαπραχθεί στην Κύπρο, να οδηγούσε το Δικαστήριο στην παραπομπή του φυγοδίκου σε δίκη σύμφωνα με το άρθρο 94 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155.¨' (. Ερώτημα που θα πρέπει να αποφασίζεται από τα Δικαστήρια της αιτούμενης χώρας με βάση το κριτήριο που έχει τεθεί στη Hachem (ανωτέρω). Κατά πόσο, δηλαδή, η προσαχθείσα μαρτυρία, απαλλαγμένη από τα μη αποδεκτά μέρη της και χωρίς να λαμβάνεται υπόψη οποιαδήποτε αντιφατική μαρτυρία, τεκμηριώνει πιθανή υπόθεση ενοχής ώστε η μαρτυρία αυτή να στοιχειοθετεί υπόθεση για παραπομπή του φυγόδικου σε δίκη βάσει του άρθρου 94 της Ποινικής Δικονομίας. Και αυτό, όπως παρατηρήθηκε per curiam στην εν λόγω απόφαση, στη βάση φιλελεύθερης ερμηνείας του ημεδαπού (ποινικού) δικαίου προς ευόδωση του στόχου της καταπολέμησης του εγκλήματος σε διεθνή κλίμακα. Στη βάση των πιο πάνω αρχών είναι σαφές ότι το στοιχείο της διπλής εγκληματικότητας ικανοποιείται όταν η συμπεριφορά που καταλογίζει η αιτήτρια χώρα σε ένα φυγόδικο, μεταφερόμενης στο ημεδαπό ποινικό δίκαιο, στοιχειοθετεί πιθανότητα ενοχής.). Στην υπόθεση Αναφορικά με την αίτηση Jamil Hachem [11] επεξηγήθηκε ότι η ποιότητα αυτής της μαρτυρίας πρέπει να αξιολογηθεί σύμφωνα με τα κριτήρια που εναποτίθενται στο άρθρο 94 του Κεφ. 155 και να οδηγούν το Δικαστήριο στην παραπομπή της καθ' ης η αίτηση σε δίκη. Σύμφωνα με το άρθρο 94 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155. Η προσαχθείσα μαρτυρία που λαμβάνεται υπόψη είναι, απαλλαγμένη από τα μη αποδεκτά μέρη της, αλλά χωρίς να λαμβάνεται υπ' όψη οποιαδήποτε αντιφατική μαρτυρία, ώστε να τεκμηριωθεί πιθανή υπόθεση ενοχής. Ούτε είναι απαραίτητο να συμπίπτει στα τυπικά της στοιχεία η περιγραφή των εγκλημάτων που προσδιορίζονται στην εξουσιοδότηση με αυτή που αναγράφεται στο ένταλμα σύλληψης. Η μαρτυρία εξετάζεται αναφορικά με τα εγκλήματα όπως περιγράφονται στην εξουσιοδότηση. Οπότε τα επιχειρήματα της καθ' ης η αίτηση κατά την διάρκεια της τελικής αγόρευσης περί αντιφατικών καταθέσεων των κοπελών θέση που πρόβαλε ουσιαστικά για να αμφισβητήσει τα κίνητρα και το αληθοφανές των καταθέσεων των κοπελών δεν είναι επί του παρόντος και στην περίπτωση που Δικαστήριο στην Κύπρο είχε τα ίδια γεγονότα και μαρτυρικό υλικό ενώπιον του θα ήταν ικανοποιητικό για παραπομπή της καθ΄ ης η αίτηση σε δίκη. Αναφορικά με το τεκμήριο 28 και τον ισχυρισμό ότι θα έπρεπε να σταλεί πρακτικό που να εξηγεί τους λόγους αναστολής της ανάκρισης στις 17.3.2011 αλλά και την απόφαση για ολοκλήρωση της ανάκρισης τρεις μέρες αργότερα καθώς και αντίγραφο όλων των ερευνών και ποινικών διεργασιών της αιτούσας χώρας κρίνω ότι δεν τίθεται τέτοια υποχρέωση στις προϋποθέσεις που θέτει ο νόμος 97/70 για ικανοποίηση αιτημάτων έκδοσης. Ούτε και οι προθέσεις που τίθενται σαν σύμβαση υποχρεώνουν το Δικαστήριο να προβεί σε αξιολόγηση της πορείας της ανάκρισης και της δίωξης προκειμένου να ικανοποιήσει το αίτημα για την έκδοση της καθ΄ ης η αίτηση. Αλλά και ούτε έχει τεθεί ενώπιον μου κάποιο στοιχείο ότι αυτές οι ενέργειες είχαν κάποια σκοπιμότητα συνεπώς οι θέσεις της καθ΄ ης η αίτηση δεν είναι παρά εικασίες ότι υπήρχε αντικανονικότητα στην διαδικασία ανάκρισης της υπόθεσης. Αντίθετα στο τεκμήριο 13 η ερευνητική επιτροπή της Λευκορωσίας στο Μινσκ διαβεβαίωσε ότι ο εποπτεύοντας εισαγγελέας δεν βρήκε παραβιάσεις του ποινικού δικονομικού δίκαιου και η απόφαση για ποινική δίωξη της καθ' ης η αίτηση στην οποία η καθ΄ ης η αίτηση απέκτησε την ιδιότητα ως κατηγορούμενη στις 31.3.2011 λήφθηκε σε αυστηρή συμμόρφωση με την ποινική δικονομική νομοθεσία με βάση πολύπλευρη, πλήρη και αντικειμενική διερεύνηση των περιστατικών της ποινικής υπόθεσης καθώς και ληφθέντων πειστηρίων συμπεριλαμβανομένων των ενόρκων καταθέσεων στα πλαίσια της ποινικής υπόθεσης των θυμάτων και των μαρτύρων. Αναφορικά με το βάρος απόδειξης που έχει η καθ' ης η αίτηση στα πλαίσια του ισχυρισμού της ότι αυτά τα αδικήματα είναι κατασκευασμένα και ότι η δίωξη έχει εγερθεί κακόβουλα εναντίον της καθ' ης η αίτηση λόγω πολιτικών κινήτρων της κυβέρνησης της Λευκορωσίας αυτό είναι το ίδιο με το βάρος απόδειξης που ισχύ σε πολιτικές υποθέσεις και το ίδιο που ισχύει σε ποινικές υποθέσεις στις περιπτώσεις όπου το βάρος απόδειξης έχει μετατεθεί για περιορισμένα ζητήματα που είναι καθορισμένα στους ώμους του κατηγορούμενου. Αυτό είναι το ισοζύγιο των πιθανοτήτων ότι υπάρχει ορατός κίνδυνος για την υποβολή της αίτησης για αλλότριους λόγους διαφορετικούς από αυτούς για τους οποίους ζητείται η έκδοση της. Παραπέμπω σε σχετικό απόσπασμα από την απόφαση της Konovalova πιο πάνω. Σ΄ ότι δε αφορά το επίπεδο απόδειξης ύπαρξης αλλότριων κινήτρων, υποστήριξε ότι ορθώς και πάλιν το πρωτόδικο Δικαστήριο αποφάνθηκε - με αναφορά στα όσα λέχθηκαν από το ΕΔΑΔ στην Κhodorkovsky (ανωτέρω) - ότι το βάρος απόδειξης για τα εθνικά δικαστήρια δεν είναι το ίδιο με αυτό του ΕΔΑΔ και ως εκ τούτου για το πρωτόδικο Δικαστήριο ήταν αρκετό, για απόρριψη της αίτησης έκδοσης της εφεσίβλητης, οι υποψίες ότι σε περίπτωση έκδοσης της υπήρχε ορατός κίνδυνος να μην τύχει δίκαιης δίκης. Έχουμε διεξέλθει με προσοχή την πρωτόδικη απόφαση και όσα προέβαλαν οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων στις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις τους επί του υπό συζήτηση ζητήματος. Σύμφωνα με το άρθρο 3[3] της Σύμβασης, το Δικαστήριο της αιτούμενης χώρας δεν χωρεί στην έκδοση φυγοδίκου εάν έχει σοβαρούς λόγους να πιστεύει ότι η αίτηση έκδοσης υποβλήθηκε «. επί τω σκοπώ διώξεως ή κολάσεως ατόμου διά τα φυλετικά, θρησκευτικά ή πολιτικά τούτου φρονήματα ή εθνικά τοιαύτα, ή ότι η θέσις του εν λόγω ατόμου διατρέχει κίνδυνον να επιδεινωθή από τον ένα ή τον έτερον των ως άνω λόγων». Λαμβανομένου δε υπόψη ότι σε αιτήσεις της εξεταζόμενης φύσεως ισχύουν τα τεκμήρια της νομιμότητας και κανονικότητας καθώς επίσης και την (αυτονόητη) επιβεβαίωση του ΕΔΑΔ ότι η όλη δομή της Σύμβασης βασίζεται στο γενικό τεκμήριο ότι οι δημόσιες αρχές των συμβληθέντων κρατών ενεργούν με καλή πίστη (Κhodorkovsky ανωτέρω), είναι φανερό ότι όποτε εγείρεται θέμα πως η δίωξη ενός προσώπου γίνεται για πολιτικά ή αλλότρια κίνητρα το βάρος απόδειξης το φέρει το εκζητούμενο πρόσωπο. Το ότι το ΕΔΑΔ επεσήμανε στην εν λόγω υπόθεση ότι το επίπεδο απόδειξης τέτοιου ισχυρισμού ενώπιον του είναι υψηλό και μπορεί να διαφέρει από το επίπεδο απόδειξης που εφαρμόζουν τα διάφορα εθνικά δικαστήρια δεν μεταθέτει το βάρος απόδειξης στην αιτούσα χώρα, το οποίο πάντοτε το φέρει το εκζητούμενο πρόσωπο και το οποίο αποσείεται με την τεκμηρίωση ύπαρξης «σοβαρών λόγων» ότι η δίωξη του γίνεται για πολιτικά ή αλλότρια κίνητρα. Εγείρεται επομένως ερώτημα για το επίπεδο απόδειξης τέτοιων ισχυρισμών σύμφωνα με το κυπριακό εθνικό δίκαιο, το οποίο κατά την άποψή μας δεν μπορεί να είναι άλλο παρά αυτό που ισχύει σε ποινική διαδικασία όταν το βάρος απόδειξης ενός ισχυρισμού το φέρει ο κατηγορούμενος. Και αυτό, όπως είναι γνωστό, αποσείεται στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων ώστε σ΄ ότι αφορά τη διαδικασία έκδοσης φυγόδικου να δίνεται περιεχόμενο στην έννοια του όρου «σοβαροί λόγοι» που προνοείται από το άρθρο 3 της Σύμβασης για τη μη έκδοση του. Με αυτό ως δεδομένο, το όλο θέμα για το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν ήταν κατά πόσο η διαβεβαίωση των ρωσικών αρχών ήταν ή όχι ικανή να εξαλείψει τις υποψίες του ότι η εφεσίβλητη θα είχε δίκαιη δίκη σε περίπτωση έκδοσης της, αλλά αν αυτή είχε αποσείσει το βάρος απόδειξης στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων ότι δεν θα είχε δίκαιη δίκη εφόσον η δίωξη της είχε ως κρυφή ατζέντα πολιτικά κίνητρα. Δεν είναι λοιπόν αρκετό να εγείρονται υποψίες ύπαρξης τέτοιων κινήτρων, αλλά θα πρέπει ο φυγόδικος να τεκμηριώσει με θετικό τρόπο στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων τη θέση του ότι όντως η δίωξη του γίνεται για αλλότρια πολιτικά κίνητρα. Υπό τα περιστατικά της παρούσας περίπτωσης, είναι κοινός τόπος ότι η εφεσίβλητη δεν είχε οποιαδήποτε ανάμειξη στην πολιτική, δεν ανήκε σε πολιτικό κόμμα και ούτε είχε οποιαδήποτε αντιπαράθεση με τη Ρωσική Κυβέρνηση. Κάτω από αυτά τα δεδομένα η οποιαδήποτε δίωξη στη Ρωσία προσώπων που είχαν πολιτική δραστηριότητα και τα οποία είχαν, άμεσα ή έμμεσα, εμπλοκή στα ποινικά αδικήματα που καταλογίζονται στην εφεσίβλητη, δεν ήταν ικανή αφ΄ εαυτής να τεκμηριώσει και τη θέση της ότι η δίωξη της γίνεται για αλλότρια πολιτικά κίνητρα. Έσφαλε επομένως το πρωτόδικο Δικαστήριο στο να συνδέσει την ενώπιον του υπόθεση με την «υπόθεση Yucos» και λόγω της σύνδεσης στην οποία προέβηκε να καταλήξει όπως κατέληξε στηριζόμενο μόνο σε υποψίες, κατάληξη που προδιαγράφει και την τύχη της έφεσης. Δεν είναι αρκετό να καταδειχθεί με γενικό τρόπο ότι η χώρα έχει ιστορικό με παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων ακόμη και συστηματικού και σοβαρού χαρακτήρα ώστε η καθ΄ ης η αίτηση να αποδείξει στο βαθμό που πρέπει ότι στην συγκεκριμένη περίπτωση τα κίνητρα για την καταχώρηση της αίτησης δεν έχουν σχέση με την έναρξη της δίωξης για πραγματικά ποινικά αδικήματα. Τεκμαίρεται βάση της αρχής της νομιμότητας και κανονικότητας ότι η αιτούσα χώρα ως συμβαλλόμενο μέρος σε διεθνή συνθήκη που έχει υπογράψει με την Δημοκρατία ζητεί την έκδοση της καθ΄ ης η αίτηση για νόμιμο σκοπό. Αυτή φαίνεται να είναι και η προσέγγιση που υιοθετείται από το ΕΔΑΔ κατά την εξέταση παραπόνων σε αριθμό υποθέσεων όπου πρόσωπα που έχουν εκδοθεί στρέφονται κατά της χώρας που συγκατατέθηκε στην έκδοση τους σε χώρες με ιστορικό παραβιάσεων ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Μία τέτοια περίπτωση είναι η υπόθεση των Mamatkulov and Asarov v. Turkey Hudoc AQ application [12] η οποία στρέφεται κατά της Τουρκίας επειδή επέτρεψε την έκδοση των αιτητών στο Uzbekistan. O πρώτος αιτητής είχε συλληφθεί στην Τουρκία με διεθνή ένταλμα σύλληψης σε σχέση με την έκρηξη βόμβας στο αεροδρόμιο του Uzbekistan και το Uzbekistan ζήτησε την έκδοση του για να δικασθεί σε σχέση με ανάμιξη του σε τρομοκρατική οργάνωση. Όπως και στην δική μας την περίπτωση ο αιτητής ισχυρίσθηκε ότι εργάζεται κατά του καθεστώτος που κυβερνούσε την χώρα. Η δράση που είχε σκοπό τον εκδημοκρατισμό της χώρας και ισχυρίστηκε ότι είχε υποστεί βάναυση και εξευτελιστική μεταχείριση στο παρελθόν ως πολιτικός κρατούμενος. Περαιτέρω, προέβη σε ισχυρισμό ότι ζητείτο η έκδοση του για πολιτικά κίνητρα. Περίπου τα ίδια γεγονότα αφορούσαν και τον δεύτερο αιτητή. Το Δικαστήριο της Τουρκίας αποφάσισε την κράτηση τους και την παράδοση τους στις αρχές του Uzbekistan, μεταξύ άλλων, έλαβε υπόψη του έκθεση γεγονότων που λήφθηκε από το Δικαστήριο διά της διπλωματικής οδού που περίγραφε σε λεπτομέρεια δράση των αιτητών σε τρομοκρατικές ενέργειες. Οι αιτητές εκδόθηκαν στις αρχές του Uzbekistan και καταδικάσθηκαν σε ποινή φυλάκισης 20 ετών, μεταξύ άλλων, για την πρόκληση θανάτου περισσότερων από δύο ατόμων διά τρομοκρατικών ενεργειών. Υπήρχαν και ισχυρισμοί κατά την διαδικασία έκδοσης των αιτητών ότι στις φυλακές του Uzbekistan οι κρατούμενοι ως συνήθως υπόκεινται σε σκληρή και βάναυση συμπεριφορά. Το ΕΔΑΔ προς τον σκοπό ερμηνεία της διεθνής σύμβασης μεταξύ δύο συμβαλλόμενων μερών έλαβε υπόψη του την Συνθήκη της Βιέννης 1969 για τον τρόπο ερμηνείας διεθνών συνθηκών μεταξύ κρατών. III. RELEVANT INTERNATIONAL LAW AND PRACTICE A. The Vienna Convention of 1969 on the Law of Treaties 39. Article 31 of the Vienna Convention of 1969, which is headed "General rule of interpretation", provides: "1. A treaty shall be interpreted in good faith in accordance with the ordinary meaning to be given to the terms of the treaty in their context and in the light of its object and purpose. 2. The context for the purpose of the interpretation of a treaty shall comprise, in addition to the text, including its preamble and annexes: (
- a)any agreement relating to the treaty which was made between all the parties in connection with the conclusion of the treaty; (
- b)any instrument which was made by one or more parties in connection with the conclusion of the treaty and accepted by the other parties as an instrument related to the treaty. 3. There shall be taken into account, together with the context: (
- a)any subsequent agreement between the parties regarding the interpretation of the treaty or the application of its provisions; (
- b)any subsequent practice in the application of the treaty which establishes the agreement of the parties regarding its interpretation; (
- c)any relevant rules of international law applicable in the relations between the parties. Στη συνέχεια το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του έκθεση της Διεθνής Αμνηστίας σε σχέση με γενικές παραβιάσεις Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων στο Uzbekistan για να αξιολογήσει το επιχείρημα των αιτητών ότι σκοπός της διαδικασίας ήταν πολιτικά κίνητρα IV. BRIEFING AND REPORT OF AMNESTY INTERNATIONAL ON UZBEKISTAN 54. As regards the situation in Uzbekistan at the material time, Amnesty International stated in a briefing for the United Nations Committee against Torture that was made public in October 1999: "... Amnesty International remains concerned that Uzbekistan has failed to implement its treaty obligations fully despite numerous, wide-ranging and officially endorsed national initiatives in the fields of human rights education and democratisation and judicial and legislative reforms aimed at bringing national legislation into line with international standards. Since December 1997, when several murders of law enforcement officials in the Namangan region sparked a wave of mass detentions and arrests, the organisation has received a growing number of reports of ill-treatment and torture by law enforcement officials of people perceived to be members of independent Islamic congregations or followers of independent imams (Islamic leaders). Hundreds of these so-called 'Wahhabists' were sentenced to long terms of imprisonment in trials that fell far short of international fair trial standards. The organisation's concern was heightened in February 1999 when hundreds of people, men and women, were detained following a reported six bomb explosions in the capital Tashkent. This time the list of those reported to have been arrested, ill-treated and tortured included suspected supporters of the banned political opposition parties and movements Erk [Freedom] and Birlik [Unity], including family members and independent human rights monitors, as well as alleged supporters of banned Islamic opposition parties and movements, such as Hizb-ut-Tahrir [Liberation Party]. In the majority of these cases, if not all, that have come to the attention of Amnesty International, those detained were denied prompt access to a lawyer of their choice, to their families and to medical assistance. The responsible authorities, from procurators to courts at all levels and the parliamentary ombudsman, persistently failed to launch timely, full and independent investigations into widespread allegations of torture and ill-treatment. According to independent and credible sources, self-incriminating evidence reportedly extracted by torture was routinely included in trial proceedings and served in many of the cases reviewed by Amnesty International as the basis for a guilty verdict. Amnesty International was disturbed by public statements by Uzbek officials, including the President of Uzbekistan, in the wake of both the Namangan murders and the Tashkent bombings, which, if not directly sanctioning the use of violence by State agents against certain sections of the population, could be perceived at the very least to condone the use of unlawful methods such as torture and ill-treatment. In April 1999, for example, President Karimov, portrayed as the guarantor of democracy and human rights, stated publicly that he was prepared to tear off the heads of two hundred people in order to protect Uzbekistan's freedom and stability ... Amnesty International is concerned that such statements together with the authorities' persistent failure to initiate impartial and thorough investigations into allegations of torture and ill-treatment, may create an impression that torture and ill-treatment by law enforcement officials is acceptable, and even necessary conduct, and that they can engage in such conduct with impunity. This briefing does not attempt to be a comprehensive study of torture and ill-treatment in Uzbekistan. Instead it concentrates on those Articles of the Convention which are most relevant to Amnesty International's current and most pressing concerns. Failure to ensure that all acts of torture are offences under the criminal law (Article 4) Uzbekistan fails to fully meet the requirements under Article 4 of the Convention [against Torture and Other Cruel, Inhuman or Degrading Treatment or Punishment] to ensure that all acts of torture are offences under its criminal law and that such offences are punishable by appropriate penalties which take into account their grave nature. Neither the Constitution nor the Criminal Code, although respectively prohibiting and punishing acts of torture, contain a definition of torture as set out in Article 1 of the Convention. ... Article 235 of the [Uzbek] Criminal Code criminalises obtaining a confession by coercion. Although explicit in its description of prohibited methods of coercion (beatings, inflicting grievous or less grievous bodily harm, torture) and specific in naming the perpetrators (investigating and interrogating officers, procurators) the Article is still far more narrow in its definition of torture than Article 1 of the Convention. The maximum penalty prescribed under this Article is five to eight years' imprisonment. Other Articles, including Article 110 of the Uzbek Criminal Code, punish various assaults but do not relate specifically to agents of the State ... The Uzbek press has reported that law enforcement officers have been prosecuted for using unlawful methods in detaining and interrogating suspects. However, to Amnesty International's knowledge, in the period under review, none of the law enforcement officials identified as perpetrators of acts of torture by victims of human rights violations whose cases the organisation has taken up has been charged under the above Articles of the Criminal Code ... Time and again Amnesty International has received credible reports that suspects were denied access to a lawyer of their choice. Often the lawyers are only given access by law enforcement officials after the suspect has been held in custody for several days, which is when the risk of torture or ill-treatment is the greatest. In many cases law enforcement officials will only grant access to the lawyer after the suspect has signed a confession. Meetings between lawyers and clients, when they are granted, are generally infrequent, because unlimited access to a client as prescribed by the law is difficult for lawyers to obtain. Defence lawyers are rarely allowed to be present at all stages of the investigation ... Article 17 of the Code of Criminal Procedure explicitly prohibits the use of torture and obliges judges, procurators, investigators and interrogators to respect a person's honour and dignity at every stage of legal proceedings. Nevertheless, Amnesty International has received countless reports from different sources - former prisoners, relatives of prisoners, defence lawyers, human rights monitors, international human rights organisations, diplomats, copies of court documents - that law enforcement officials continue to routinely violate legal obligations not to subject any person to torture or cruel, inhuman or degrading treatment. ... Prison conditions Conditions under which detainees are held pre-trial are reportedly so poor as to amount to cruel, inhuman and degrading treatment. In 1997 the Uzbek authorities admitted that conditions of detention fall far short of the UN basic minimum standards for the treatment of prisoners. Overcrowding is the norm, with at least two inmates to a bunk bed, sleeping in turns. Inadequate sanitation, shortages of food and basic medication exacerbate the risk of disease, such as tuberculosis. Former prisoners have described punishment cells as underground 'holes', one square metre with standing room only near the door. The rest of the cell is said to be only 1.5 metres in height, allowing the prisoner only to crouch or sit. Cells are also said to be overrun with vermin. As with the conditions on death row, these allegations are difficult to verify independently given the Uzbek authorities' refusal to allow access to independent monitors." 55. In its annual report of 28 May 2002, Amnesty International noted with respect to the Republic of Uzbekistan: "Reports of ill-treatment and torture by law enforcement officials of alleged supporters of banned Islamist opposition parties and movements, such as Hizb-ut-Tahrir, continued unabated. Thousands of devout Muslims and dozens of members or supporters of the banned secular political opposition parties and movements Erk and Birlik were serving long prison sentences, convicted after unfair trials of membership of an illegal party, distribution of illegal religious literature and anti-State activities. Reports continued to be received that devout Muslim prisoners were singled out for particularly cruel, inhuman and degrading treatment in places of detention, particularly prison camps. Several prisoners, among them a prominent human rights defender, died in custody, allegedly as a result of torture. There were at least 22 death sentences, reportedly imposed after unfair trials, and at least four executions were carried out. ... In November Muhammad Salih, the exiled leader of the banned opposition democratic party Erk, was detained by Czech police at Prague Airport, Czech Republic. He was remanded in custody while an extradition request from Uzbekistan was being examined. In December he was released and returned to Norway, where he had received refugee status in 1999, after Prague City Court ruled against extradition to Uzbekistan. In September President Karimov publicly stated that around 100 people were executed each year. In October the number of offences punishable by death was reduced to four. Allegations of torture and ill-treatment ... Reports continued to be received that devout Muslim prisoners were singled out for particularly cruel, inhuman and degrading treatment in places of detention, especially in strict regime prison camps... In June [2001], 73 ethnic Tajik mountain villagers were found guilty of collaborating with the IMU during their incursion into Uzbekistan in August 2000 and sentenced to between three and 18 years' imprisonment in four separate closed trials. This was despite earlier government assurances to the UN Human Rights Committee that the action to evacuate the villagers was taken in order to improve the living conditions of the people concerned and that no criminal cases would be opened against these forcibly displaced villagers. The group trials, which opened simultaneously and without prior notice at the end of May in Tashkent, were held in separate court buildings cordoned off by armed police. Relatives trying to gain access to the court proceedings were reportedly intimidated and attempts were made to force them to leave the city. Only one foreign observer, representing the non-governmental organisation Human Rights Watch, obtained access to one of the trials. All others, including foreign diplomats, local human rights monitors and the media, were barred. According to the Human Rights Watch observer, the prosecution failed to provide any substantive evidence to prove the defendants' guilt. All the defendants had allegedly been held incommunicado until their trial and had not been granted the right to be represented by a lawyer of their own choice. In court the defendants reportedly withdrew their confessions and alleged that they had been tortured in order to force them to confess to fabricated charges. They alleged that they had been forced to memorise and recite prepared confessions on film. Some of the men showed the court marks on their bodies allegedly caused by torture. The court, however, failed to take any of these allegations into consideration. .. Τέθηκαν υπόψη του Δικαστηρίου στοιχεία για μαζικές παραβιάσεις Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων στην χώρα αλλά και σοβαρά προβλήματα στο σύστημα ορθής απονομής της Δικαιοσύνης παρόλο τούτο αποφάνθηκε ότι αυτή η γενική μαρτυρία δεν ήταν ικανοποιητική μαρτυρία για να τεκμηριώσει τη θέση των αιτητών ότι υπήρχε υπαρκτός κίνδυνος στην περίπτωση τους να υποστούν παρόμοια συμπεριφορά. Το κριτήριο για την ύπαρξη παραβίασης του άρθρου 3 της Σύμβασης είναι κατά πόσο λαμβάνοντας υπόψη όλη την μαρτυρία στην ολότητα της το πρόσωπο που υπόκειται σε έκδοση αντιμετωπίζει πραγματικό κίνδυνο σε μεταχείριση που αντίκειται στις πρόνοιες του άρθρου 3 της Σύμβασης .." 67. It is the settled case-law of the Court that extradition by a Contracting State may give rise to an issue under Article 3, and hence engage the responsibility of that State under the Convention, where substantial grounds have been shown for believing that the person in question would, if extradited, face a real risk of being subjected to treatment contrary to Article 3 in the receiving country. The establishment of such responsibility inevitably involves an assessment of conditions in the requesting country against the standards of Article 3 of the Convention. Nonetheless, there is no question of adjudicating on or establishing the responsibility of the receiving country, whether under general international law, under the Convention or otherwise. In so far as any liability under the Convention is or may be incurred, it is liability incurred by the extraditing Contracting State by reason of its having taken action which has as a direct consequence the exposure of an individual to proscribed ill-treatment (see Soering v. the United Kingdom, judgment of 7 July 1989, Series A no. 161, pp. 35-36, §§ 89-91). 68. It would hardly be compatible with the "common heritage of political traditions, ideals, freedom and the rule of law" to which the Preamble refers, were a Contracting State knowingly to surrender a person to another State where there were substantial grounds for believing that he would be in danger of being subjected to torture or inhuman or degrading treatment or punishment (see Soering, cited above, pp. 34-35, § 88). 69. In determining whether substantial grounds have been shown for believing that a real risk of treatment contrary to Article 3 exists, the Court will assess the issue in the light of all the material placed before it or, if necessary, material obtained proprio motu. Since the nature of the Contracting States' responsibility under Article 3 in cases of this kind lies in the act of exposing an individual to the risk of ill-treatment, the existence of the risk must be assessed primarily with reference to those facts which were known or ought to have been known to the Contracting State at the time of the extradition; the Court is not precluded, however, from having regard to information which comes to light subsequent to the extradition. This may be of value in confirming or refuting the appreciation that has been made by the Contracting Party of the well-foundedness or otherwise of an applicant's fears (see Cruz Varas and Others v. Sweden, judgment of 20 March 1991, Series A no. 201, pp. 29-30, §§ 75-76, and Vilvarajah and Others, cited above, p. 36, § 107). However, if the applicant has not been extradited or deported when the Court examines the case, the relevant time will be that of the proceedings before the Court (see Chahal v. the United Kingdom, judgment of 15 November 1996, Reports of Judgments and Decisions 1996-V, p. 1856, §§ 85-86). This situation typically arises when deportation or extradition is delayed as a result of an indication by the Court of an interim measure under Rule 39 of the Rules of Court. Such an indication means more often than not that the Court does not yet have before it all the relevant evidence it requires to determine whether there is a real risk of treatment proscribed by Article 3 in the country of destination. 70. Furthermore, ill-treatment must attain a minimum level of severity if it is to fall within the scope of Article 3. The assessment of this minimum is, in the nature of things, relative; it depends on all the circumstances of the case, such as the nature and context of the treatment or punishment, the manner and method of its execution, its duration and its physical or mental effects (see Vilvarajah and Others, cited above, p. 36, § 107). Allegations of ill-treatment must be supported by appropriate evidence (see, mutatis mutandis, Klaas v. Germany, judgment of 22 September 1993, Series A no. 269, pp. 17-18, § 30). 2. Application of the above principles to the present case 71. For an issue to be raised under Article 3, it must be established that at the time of their extradition there existed a real risk that the applicants would be subjected in Uzbekistan to treatment proscribed by Article 3. 72. The Court has noted the applicants' representatives' observations on the information in the reports of international human rights organisations denouncing an administrative practice of torture and other forms of ill-treatment of political dissidents, and the Uzbek regime's repressive policy towards such dissidents. It notes that Amnesty International stated in its report for 2001: "Reports of ill-treatment and torture by law enforcement officials of alleged supporters of banned Islamist opposition parties and movements ... continued ..." (see paragraph 55 above). 73. However, although these findings describe the general situation in Uzbekistan, they do not support the specific allegations made by the applicants in the instant case and require corroboration by other evidence. 74. The applicants were extradited to Uzbekistan on 27 March 1999, despite the interim measure that had been indicated by the Court under Rule 39 (see paragraphs 24-27 above). It is, therefore, that date that must be taken into consideration when assessing whether there was a real risk of their being subjected in Uzbekistan to treatment proscribed by Article 3. 75. By applying Rule 39, the Court indicated that it was not able on the basis of the information then available to make a final decision on the existence of a real risk. Had Turkey complied with the measure indicated under Rule 39, the relevant date would have been the date of the Court's consideration of the case in the light of the evidence that had been adduced (see paragraph 69 above and Chahal, cited above, p. 1856, §§ 85-86). Turkey's failure to comply with the indication given by the Court has prevented the Court from following its normal procedure. Nevertheless, the Court cannot speculate as to what the outcome of the case would have been had the extradition been deferred as it had requested. For this reason, it will have to assess Turkey's responsibility under Article 3 by reference to the situation that obtained on 27 March 1999. 76. The Court notes that the Government have contended that the applicants were extradited after an assurance had been obtained from the Uzbek government. The terms of the document indicate that the assurance that "[t]he applicants' property will not be liable to general confiscation, and the applicants will not be subjected to acts of torture or sentenced to capital punishment" was given