← Κύπρος

Ελένη Παπαδοπούλου κ.α. ν. Γενικού Εισαγγελέα της Κυπριακής Δημοκρατίας, Αγωγή αρ. 1600/2012, 19/5/2016

Ελένη Παπαδοπούλου κ.α. ν. Γενικού Εισαγγελέα της Κυπριακής Δημοκρατίας, Αγωγή αρ. 1600/2012, 19/5/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2016:A81 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Χ.Μαλαχτού, Π.Ε.Δ. Αγωγή αρ. 1600/2012 Μεταξύ:

  1. Ελένη Παπαδοπούλου, και
  2. Μιχάλης Αβραάμ ως διαχειριστές της περιουσίας του αποβιώσαντος Ανδρέα Παπαδόπουλου τέως από τη Λάρνακα Εναγόντων και Γενικού Εισαγγελέα της Κυπριακής Δημοκρατίας Εναγομένου και ως τροποποιήθηκε δυνάμει διατάγματος του Δικαστηρίου ημερ. 28.9.2015 Μεταξύ:
  3. Ελένη Παπαδοπούλου
  4. Μαρούλα Αβραάμ ως διαχειρίστριες της περιουσίας του αποβιώσαντος Ανδρέα Παπαδόπουλου τέως από τη Λάρνακα Εναγουσών και Γενικού Εισαγγελέα της Κυπριακής Δημοκρατίας Εναγομένου Ημερ.: 19.5.2016 Για τις Ενάγουσες: κ.Αντ.Γεωργίου για Φοίβος, Χρίστος Κληρίδης & Συνεργάτες ΔΕΠΕ Για τον Εναγόμενο: κ.Αδ.Σελίπας μαζί με κα Μ.Τσαγγάρη για τον Γενικό Εισαγγελέα Α Π Ο Φ Α Σ Η A. Eισαγωγή - Επίδικα Θέματα - Μαρτυρία Ο Ανδρέας Παπαδόπουλος, τότε Αρχιλοχίας στην Πυροσβεστική Υπηρεσία, σκοτώθηκε την 11.7.2011 σε ώρα καθήκοντος στη ναυτική βάση «Ευάγγελος Φλωράκης» (ΝΒΕΦ) στο Μαρί της Επαρχίας Λάρνακας. Ο θάνατος του προήλθε από έκρηξη εμπορευματοκιβωτίων που εμπεριείχαν εκρηκτικές ύλες. Η αγωγή προωθείται από τις Ενάγουσες ως διαχείριστριες της περιουσίας του δυνάμει διατάγματος στην Αίτηση Διαχειρίσεων 232/2011 Ε.Δ. Λάρνακας. Αυτή στρέφεται κατά της Δημοκρατίας και εγείρεται εναντίον του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας ως Εναγομένου δυνάμει του άρθρου 57 των περί Δικαστηρίων Νόμων του 1960 έως (αρ.2)
  5. Κατά την εμφάνιση της 23.3.2015 ο Εναγόμενος αποδέχτηκε την ευθύνη αναφορικά με τα αίτια που προκάλεσαν και που επέφεραν το θάνατο του αποβιώσαντα. Περαιτέρω, έγινε παραδεκτό γεγονός ότι (Τεκμ.1): «Ο αποβιώσας Ανδρέας Παπαδόπουλος απεβίωσε σαν αποτέλεσμα της αμέλειας και παράβασης των νομίμων καθηκόντων του Εναγομένου κατά ή περί την 11.7.2011 στη Ναυτική Βάση «Ευάγγελος Φλωράκης» στο Μαρί ως και οι Εναγόμενοι απεδέχθησαν ευθύνη στις 23/3/2015 διά δήλωσής των στο Δικαστήριο». Παρά την αποδοχή της ευθύνης, οι επιμέρους συνθήκες έχουν σημασία εφόσον αξιώνονται παραδειγματικές και τιμωρητικές αποζημιώσεις και αποζημιώσεις δυνάμει του Αρθρου 172 του Συντάγματος (ευθύνη της Δημοκρατίας για κάθε ζημιογόνα άδικη πράξη ή παράλειψη των υπαλλήλων ή Αρχών της Δημοκρατίας κατά την άσκηση των καθηκόντων τους ή κατ΄ επίκληση της άσκησης των καθηκόντων τους) για παραβίαση των Αρθρων 7, 8, 9 και 15 του Συντάγματος και των αντιστοίχων άρθρων της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ). Παρουσιάστηκε η Απόφαση που εκδόθηκε την 9.7.2013 στην Ποιν. υπόθ. 4904/2012 Κακουργιοδικείου Λάρνακας και έγινε παραδεκτό ότι (Τεκμ.1): «Υιοθετείται πλήρως η απόφαση και συμπεράσματα του Κακουργιοδικείου ως αυτά καταγράφονται στην απόφαση ημερ. 09/07/13 αρ. υπόθεσης 4904/2012 ...». Τα έξοδα διαχείρισης της περιουσίας του αποβιώσαντα συμφωνήθηκαν στο ποσό των €2.000 πλέον νόμιμο τόκο από την ημερομηνία της απόφασης. Περαιτέρω, δηλώθηκε ότι οι Ενάγουσες δικαιούνται στο ποσό των €17.085,90 δυνάμει του άρθρου 58 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ.148, για απώλεια ή πένθος (bereavement) με νόμιμο τόκο από 11.7.
  6. Το ποσό της εξάρτησης των εξαρτωμένων του αποβιώσαντα παρέμεινε ως επίδικο ζήτημα, έγιναν όμως σχετικές επιμέρους παραδοχές ότι: (Τεκμ.1) «Το ποσό που οι δύο πλευρές συμφωνούν σε σχέση με τα καθαρά εισοδήματα του αποβιώσαντα Ανδρέα Παπαδόπουλου, είναι το ποσό των €45.000 χωρίς αυξομειώσεις, το οποίο σταθερό ποσό θα πολλαπλασιαστεί με τον πολλαπλασιαστή στον οποίο θα καταλήξει το Δικαστήριο» και ότι «Ο αποβιώσας διέθετε το 75% του καθαρού μισθού του προς όφελος των εξαρτωμένων του». Περαιτέρω ότι: (Τεκμ.4) «Το όριο αφυπηρέτησης των πυροσβεστών κατά τον ουσιώδη χρόνο του θανάτου του Λοχία Πυροσβεστικής Υπηρεσίας Ανδρέα Παπαδόπουλου ήταν το 60ό έτος και αυτό γίνεται παραδεκτό ότι αποτελεί το όριο αφυπηρέτησης του αποβιώσαντα Ανδρέα Παπαδόπουλου». Δηλώθηκε ακόμα ότι: (Τεκμ.4) «Οι Ενάγοντες δηλώνουν ότι δεν αξιώνουν, ούτε θα αξιώσουν διά της παρούσης αγωγής, οιονδήποτε ποσό που αντιστοιχεί στο ποσό εφάπαξ του αποβιώσαντα εκ της εργασίας του». Περαιτέρω, δηλώθηκε ότι: (Τεκμ.1) «Ο Εναγόμενος κατέβαλε στους Ενάγοντες ή/και στους εξαρτώμενους του αποβιώσαντα κατά χάριν ωφέλημα €95.000,00 εις έκαστο και συνολικά €380.000,00 (τριακόσιες ογδόντα χιλιάδες ευρώ). Αμφότεροι οι διάδικοι επιφυλάσσουν το δικαίωμα τους αναφορικά με το κατά πόσο το εν λόγω ποσό θα πρέπει να συνυπολογιστεί ή/και αφαιρεθεί από τις αποζημιώσεις που διεκδικούν οι ενάγοντες». Παρέμεινε συνεπώς ως επίδικο ζήτημα κατά πόσο ποσό €95.000, που καταβλήθηκε σε κάθε ένα από τους εξαρτώμενους, θα πρέπει να αφαιρεθεί από το ποσό των αποζημιώσεων που αυτοί θα δικαιούνται. Σύμφωνα με την αναντίλεκτη μαρτυρία της συζύγου του αποβιώσαντα (Μ.Ε.1) (γραπτή δήλωση Τεκμ.2) με το θάνατο του Ανδρέα τόσο η ίδια όσο και τα ανήλικα τέκνα της έχουν χάσει τη στήριξη του συζύγου και πατέρα τους αντίστοιχα. Κατά το χρόνο του θανάτου του Ανδρέα η θυγατέρα του Μαρία ήταν 15½ ετών, η θυγατέρα του Αννα ήταν 13½ ετών και η θυγατέρα του Μικαέλλα ήταν 7 ετών (ημερ. γεννήσεως 29.11.1995, 25.2.1998 και 17.7.2004 αντίστοιχα). Β. Παραβίαση των Αρθρων 7, 8, 9 και 15 του Συντάγματος και των αντιστοίχων άρθρων της ΕΣΔΑ Με την αξίωση οι Ενάγουσες αξιώνουν τιμωρητικές ή και παραδειγματικές αποζημιώσεις και αποζημιώσεις για παράβαση από την Κυπριακή Δημοκρατία του δικαιώματος του αποβιώσαντα Ανδρέα Παπαδόπουλου δυνάμει των Αρθρων 7, 8, 15 και 9 του Συντάγματος και των αντίστοιχων άρθρων 2, 3 και 8 της ΕΣΔΑ. Aναφέρεται επίσης και το άρθρο
  7. Η εισχώρηση της ΕΣΔΑ στην Κυπριακή έννομη τάξη είναι διττή. Το Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας κατοχυρώνει τα κυριότερα δικαιώματα που προστατεύει η ΕΣΔΑ στο Μέρος ΙΙ (Αρθρα 6-35). Επιπλέον, όλη η Συνθήκη και το Πρώτο πρόσθετο Πρωτόκολλο επικυρώθηκαν με τον περί της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (Κυρωτικό) Νόμο (Ν.39/1962), ο οποίος έχει δυνάμει του Αρθρου 169.3 του Συντάγματος αυξημένη ισχύ. Δεδομένου του θανάτου του Ανδρέα, είναι το Αρθρο 7 του Συντάγματος που πρέπει ουσιαστικά να απασχολήσει. Το Αρθρο 7 του Συντάγματος είναι κατ΄ ουσία το ίδιο με το άρθρο 2 της ΕΣΔΑ που προνοεί ότι: «

(1)Το δικαίωμα εκάστου προσώπου εις την ζωήν προστατεύεται υπό του νόμου. Εις ουδένα δύναται να επιβληθή εκ προθέσεως θάνατος, ή μη εις εκτέλεσιν θανατικής ποινής εκδιδομένης υπό Δικαστηρίου εν περιπτώσει αδικήματος τιμωρουμένου υπό του νόμου διά της ποινής ταύτης.
(2)Ο θάνατος δεν θεωρείται ως επιβαλλόμενος κατά παράβασιν του άρθρου τούτου εις ας περιπτώσεις θα επήρχετο συνεπεία χρήσεως βίας καταστάσεις απολύτως αναγκαίας: α) διά την υπεράσπισιν οιουδήποτε προσώπου κατά παρανόμου βίας. β) διά την πραγματοποίησιν νομίμου συλλήψεως ή προς παρεμπόδισιν αποδράσεως προσώπου νομίμως κρατουμένου. γ) διά την καταστολήν, συμφώνως τω νόμω, στάσεως ή ανταρσίας.» Αναφορά θα γίνεται στο άρθρο 2 της ΕΣΔΑ αφού η αναφερόμενη νομολογία είναι αυτή του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΕΔΑΔ). Στην απόφαση του ΕΔΑΔ στην Oneryildiz v. Turkey [2004] ECHR 657, (παρ.69) αναφέρεται ότι η ερμηνεία του άρθρου 2 καθοδηγείται από την ιδέα ότι το αντικείμενο και ο σκοπός της Σύμβασης ως εργαλείο για την προστασία των ανθρώπων απαιτεί ότι οι πρόνοιες του θα ερμηνεύονται και θα εφαρμόζονται με τέτοιο τρόπο ώστε να καθιστούν τις ασφαλιστικές δικλείδες που εμπεριέχει, πρακτικές και αποτελεσματικές. Αναφέρεται ακόμα (παρ.71) ότι το άρθρο 2 δεν αναφέρεται αποκλειστικά σε θανάτους που προέρχονται από τη χρήση βίας από αντιπροσώπους του Κράτους αλλά επίσης, στην πρώτη πρόταση της πρώτης του παραγράφου εκθέτει ένα θετικό καθήκον στο Κράτος να λαμβάνει τα κατάλληλα μέτρα για να διασφαλίσει τις ζωές εκείνων που είναι εντός της δικαιοδοσίας του. Αυτή η υποχρέωση πρέπει να ερμηνεύεται ότι ισχύει σε κάθε δραστηριότητα είτε δημόσια, είτε όχι, κατά την οποία το δικαίωμα της ζωής μπορεί να τεθεί σε κίνδυνο, και κατά μείζονα λόγο, στην περίπτωση βιομηχανικών δραστηριοτήτων, οι οποίες εκ της φύσης τους είναι επικίνδυνες. Το θετικό καθήκον λήψης όλων των κατάλληλων μέτρων για τη διασφάλιση της ζωής για σκοπούς του άρθρου 2, υπαγορεύει πάνω απ΄ όλα το πρωτογενές καθήκον στο Κράτος να εγκαθιδρύσει το νομικό και διοικητικό πλαίσιο που θα παρέχει αποτελεσματική αποτροπή έναντι απειλών στο δικαίωμα της ζωής (παρ.89). Το καθήκον αυτό αναμφίβολα εφαρμόζεται στις περιπτώσεις επικίνδυνων δραστηριοτήτων, όπου, επιπλέον, επιμέρους έμφαση πρέπει να δίδεται στους κανονισμούς που αφορούν τα επιμέρους χαρακτηριστικά της υπόψη δραστηριότητας. Αυτοί πρέπει να καθορίζουν το ζήτημα της αδειοδότησης, της κατασκευής, λειτουργίας, ασφάλειας και επίβλεψης της δραστηριότητας και πρέπει να καθιστούν υποχρεωτικό για όλους όσους εμπλέκονται να λαμβάνουν πρακτικά μέτρα προς διασφάλιση της αποτελεσματικής προστασίας των πολιτών των οποίων οι ζωές μπορεί να τεθούν σε κίνδυνο από τους εγγενείς κινδύνους. Σε κάθε περίπτωση, οι σχετικοί κανονισμοί πρέπει επίσης να προνοούν για τις κατάλληλες διαδικασίες, λαμβάνοντας υπόψη τα τεχνικά χαρακτηριστικά της υπόψη δραστηριότητας, προς διαπίστωση παραλείψεων στη διαδικασία και διαπραχθέντων λαθών από αυτούς που είναι υπεύθυνοι στα διάφορα επίπεδα (παρ.90). Σημειώνεται (παρ.93) ότι στις περιπτώσεις ανθρωποκτονίας το άρθρο 2 ερμηνεύεται ώστε να υπαγορεύει υποχρέωση για διενέργεια επίσημης έρευνας. Τέτοια έρευνα δικαιολογείται όχι μόνο γιατί οι ισχυρισμοί συνήθως εγείρουν ζήτημα ποινικής ευθύνης αλλά επίσης γιατί συνήθως, στην πράξη, οι πραγματικές περιστάσεις του θανάτου είναι, ή μπορεί να είναι, κατά το πλείστον στη γνώση των κρατικών αξιωματούχων και Αρχών. Αυτό αναμφίβολα συμβαίνει σε σχέση με επικίνδυνες δραστηριότητες, όταν χάνονται ζωές ως αποτέλεσμα γεγονότων που συμβαίνουν κάτω από την ευθύνη των δημοσίων αρχών, οι οποίες συνήθως είναι οι μόνες που έχουν ικανοποιητική γνώση για να διακριβώσουν και τεκμηριώσουν τα περίπλοκα φαινόμενα τα οποία μπορεί να έχουν προκαλέσει τα συμβάντα. Ό,που καταδεικνύεται ότι η αποδιδόμενη στους κρατικούς αξιωματούχους και όργανα αμέλεια εκτείνεται πέραν του λάθους κρίσης ή απερισκεψίας, υπό την έννοια ότι οι υπόψη αρχές κατανόησαν πλήρως τις πιθανές συνέπειες και παραγνωρίζοντας τις εξουσίες που είχαν, απέτυχαν να λάβουν τα μέτρα τα οποία ήταν αναγκαία και ικανοποιητικά για να άρουν τους εγγενείς κινδύνους μιας επικίνδυνης δραστηριότητας, το γεγονός ότι εκείνοι που ήσαν υπεύθυνοι για το ότι τέθηκαν σε κίνδυνο οι ζωές δεν έχουν κατηγορηθεί, μπορεί να συνιστά παραβίαση του άρθρου
  1. Ό,τι δεν πρέπει να εκλαμβάνεται ότι υπαγορεύεται από το άρθρο 2, είναι ότι ο αιτητής έχει δικαίωμα στο να κατηγορηθούν τρίτα πρόσωπα για ποινικά αδικήματα και να τους επιβληθεί ποινή (παρ.96). Στην απόφαση του ΕΔΑΔ στην Budayeva and Others v. Russia (Appl.nos.15339/2, 21166/2, 20058/02, 11673/02 και 15343/02, Judgment 20.3.2008) (παρ.135) γίνεται αναφορά στο «Margin of appreciation» που τα Κράτη απολαμβάνουν έτσι ώστε το βάρος που εναποτίθεται στις αρχές του Κράτους να μην είναι δυσανάλογο και να λαμβάνονται υπόψη οι επιχειρησιακές επιλογές που πρέπει να κάμουν με αναφορά στις προτεραιότητες και τους διαθέσιμους πόρους. Σημειώνεται ότι ο παράγοντας αυτός έχει μεγαλύτερη βαρύτητα στο πεδίο των κρίσεων σε σχέση με μετερεωλογικά γεγονότα, που ως τέτοια είναι πέραν του ανθρώπινου ελέγχου, παρά στο πεδίο των επικίνδυνων δραστηριοτήτων που δημιουργεί ο άνθρωπος. Το άρθρο 13 της Σύμβασης προνοεί ότι: «Οιοσδήποτε του οποίου τα δικαιώματα ή ελευθερίες που προνοούνται στη Σύμβαση παραβιάζονται, θα πρέπει να έχει αποτελεσματική θεραπεία ενώπιον των εθνικών αρχών ανεξαρτήτως του ότι η παραβίαση έχει διαπραχθεί από πρόσωπα ενεργώντας υπό την επίσημη αρμοδιότητα τους.» Στην Oneryildiz σημειώνεται (παρ.145) ότι το άρθρο 13 της Σύμβασης απαιτεί όπως το εγχώριο νομικό σύστημα καταστήσει διαθέσιμη αποτελεσματική θεραπεία καθιστώντας εφικτό για την αρμόδια εθνική αρχή να εξετάσει την ουσία ενός συζητήσιμου παραπόνου κάτω από τη Σύμβαση. Ο σκοπός του είναι να προνοήσει τον τρόπο με τον οποίο τα άτομα να μπορούν να εξασφαλίσουν την αρμόζουσα θεραπεία σε εθνικό επίπεδο για παραβιάσεις των δικαιωμάτων τους δυνάμει της Σύμβασης χωρίς να πρέπει να κινήσουν τον διεθνή μηχανισμό υποβολής παραπόνου ενώπιον του ΕΔΑΔ (άρθρο 41). Σημειώνεται (παρ.147) ότι όταν διαπιστώνονται παραβιάσεις δικαιωμάτων που κατοχυρώνονται από το άρθρο 2, χρηματικές και μη χρηματικές αποζημιώσεις (pecuniary and non-pecuniary damage) θα πρέπει, ως ζήτημα αρχής, να είναι δυνατές ως μέρος του εύρους των διαθέσιμων θεραπειών. Αναφέρεται (παρ.148-9) ότι η αποτυχία του Κράτους να συμμορφωθεί με τις διαδικαστικές υποχρεώσεις κάτω από το άρθρο 2, έχει σημασία στον αντίκτυπο που έχει στη δυνατότητα της οικογένειας του αποβιώσαντα για να καταδείξει ευθύνη εκ μέρους των κρατικών αξιωματούχων ή άλλες πράξεις και παραλείψεις που συνιστούν την παραβίαση των δικαιωμάτων κάτω από το άρθρο 2 και την εξασφάλιση θεραπείας. Εάν οι Αρχές δεν προβούν στη διερεύνηση (ικανοποιώντας τις ελάχιστες προϋποθέσεις) των συνθηκών κάτω από τις οποίες απώλεσε τη ζωή του ο αποβιώσαντας, οι ενδιαφερόμενοι (οικογένεια ή άλλοι συγγενείς) μπορεί να μην έχουν τη δυνατότητα να χρησιμοποιήσουν οιαδήποτε διαθέσιμη θεραπεία, δεδομένου ότι η απαραίτητη γνώση των επιμέρους γεγονότων βρίσκεται συνήθως στα χέρια των κρατικών αξιωματούχων και Αρχών μόνο. Είναι έργο του Δικαστηρίου να καθορίσει κατά πόσο οι Ενάγουσες έχουν στην προώθηση των δικαιωμάτων τους εμποδιστεί συνεπεία του τρόπου με τον οποίο η Δημοκρατία έχει ανταποκριθεί στις διαδικαστικές της υποχρεώσεις κάτω από το άρθρο
  2. Γ. Οι ουσιαστικές υποχρεώσεις της Δημοκρατίας δυνάμει του άρθρου 2 της ΕΣΔΑ Τα ευρήματα του Κακουργιοδικείου ως προς τις περιστάσεις της υπόθεσης, τόσο τα προερχόμενα από την αξιολόγηση της ενώπιον του μαρτυρίας, όσο και τα κοινώς αποδεκτά γεγονότα κατά την ποινική δίκη που υιοθετήθηκαν από το Κακουργιοδικείο, συνιστούν παραδεκτά γεγονότα στην παρούσα αγωγή. Επί αυτών, το Κακουργιοδικείο εξηύρε ενόχους τους κατηγορούμενους που καταδίκασε. Τα παραδεκτά αυτά γεγονότα στοιχειοθετούν, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, την υπαιτιότητα των καταδικασθέντων προσώπων για σκοπούς της παρούσας αγωγής. Η αναφορά σε αυτά θα είναι όσο πιο συνοπτική γίνεται. Άλλωστε, για σκοπούς της παρούσας αγωγής προεξάρχει ότι ένας τόσο υψηλά ιστάμενος αξιωματούχος του Κράτους, όπως ο Υπουργός Αμυνας, καταδικάστηκε για ανθρωποκτονία σε σχέση με τους 13 θανάτους που επεσυνέβηκαν κατά την έκρηξη, περιλαμβανομένου και του θανάτου του Ανδρέα (Κατηγορία 21). Περαιτέρω, καταδικάστηκαν για την πρόκληση του θανάτου του Ανδρέα λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης ο ίδιος Υπουργός (Κατηγορία 125), ο Διευθυντής της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας (Κατηγορία 151), ο Αναπληρωτής Διευθυντής της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας (Κατηγορίες 164 και 177) και ο Διευθυντής της ΕΜΑΚ (Κατηγορίες 190 και 203). Είναι άνευ σημασίας για σκοπούς του επιμέρους ζητήματος να επιχειρείτο να διαπιστωθεί κατά πόσο από τα παραδεκτά γεγονότα, δηλαδή τα ευρήματα του Κακουργιοδικείου, θα μπορούσε να τεκμηριωθεί, στο παρόν στάδιο και επί του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, υπαιτιότητα και άλλων προσώπων, είτε που ήταν κατηγορούμενοι στην ποινική δίκη είτε όχι. Εφόσον όλοι οι καταδικασθέντες, οι υπόλοιποι κατηγορούμενοι και όσα άλλα πρόσωπα είχαν συμμετοχή στη διαχείριση των εμπορευματοκιβωτίων ή της κατάστασης μέχρι και τη φονική έκρηξη, ενεργούσαν ως αντιπρόσωποι του Κράτους, για τις πράξεις ή παραλείψεις όλων φέρει εκ προστήσεως αστική ευθύνη η Εναγόμενη Κυπριακή Δημοκρατία. Τα επίδικα εμπορευματοκιβώτια ήταν φορτωμένα σε πλοίο που κλήθηκε από τη Δημοκρατία να ελλιμενιστεί σε κυπριακό λιμάνι για έλεγχο. Επρόκειτο για 98 εμπορευματοκιβώτια εκ των οποίων τα 81 περιείχαν επικίνδυνο φορτίο. Επρόκειτο για πυρίτιδες διαφόρων τύπων και προωθητικά γεμίσματα όλμου βάρους 481 τόνων. Αυτό διαπιστώθηκε σε ελέγχους που ολοκληρώθηκαν την 9.2.2009 ενώ αυτά βρίσκονταν ακόμη στο πλοίο. Την 12.2.2009 ο τότε Πρόεδρος της Δημοκρατίας έλαβε την απόφαση για εκφόρτωση των εμπορευματοκιβωτίων στην Κύπρο. Αυτά κατασχέθηκαν από τη Δημοκρατία την 13.2.2009 και εκφορτώθηκαν στην πλατεία του λιμένος της NBEΦ. Την 12.3.2009 μεταφέρθηκαν σε περιφραγμένο χώρο με βάση από μπετόν όπου και παρέμειναν μέχρι την έκρηξη της 11.7.
  3. Ο χώρος είχε ετοιμαστεί γι΄ αυτό το σκοπό εντός της ΝΒΕΦ σε περιοχή που προοριζόταν για τις ανάγκες επέκτασης της Βάσης. Αιτιώδη σχέση με τα επίδικα περιστατικά, την έκρηξη και το θάνατο του Ανδρέα, έχει ο τρόπος στοίβαξης του φορτίου. Τα εμπορευματοκιβώτια που περιείχαν πυρίτιδα τοποθετήθηκαν σε στοιβάδα, μοιάζοντας έτσι με μια «μικρή τριώροφη πολυκατοικία». Τοποθετήθηκαν με τέτοιο τρόπο ώστε οι πόρτες τους να μην είναι προσβάσιμες. Περιμετρικά της στοιβάδας τοποθετήθηκαν τα εμπορευματοκιβώτια που περιείχαν αδρανή υλικά ώστε να αποκλειστεί πλήρως η πρόσβαση ή η προσβολή των πυρομαχικών. Προς αποκλεισμό της πρόσβασης, ο χώρος είχε περιφραχθεί με τρεις σειρές από συρματόμπλεγμα. Σε ύψωμα που δέσποζε των εμπορευματοκιβωτίων υπήρχε υπερυψωμένη σκοπιά η οποία επανδρωνόταν καθημερινά από το πρώτο μέχρι το τελευταίο φως της ημέρας, ενώ κατά τον υπόλοιπο χρόνο εκτελούνταν έφοδοι. Τα εμπορευματοκιβώτια τοποθετήθηκαν συγκεντρωτικά το ένα πάνω στο άλλο και το ένα δίπλα από το άλλο. Οι πόρτες τους εφάπτονταν μεταξύ τους. Το φορτίο εναποτέθηκε χωρίς να ληφθεί υπόψη το ζήτημα της επικινδυνότητας του. Τα πυρομαχικά παρέμειναν κλειστά εντός των εμπορευματοκιβωτίων σε ανοικτό χώρο, εκτεθειμένα κατά άμεσο τρόπο στην ηλιακή ακτινοβολία και τις καιρικές συνθήκες. Ο τρόπος στοίβαξης τους παραβίαζε κατάφορα την Πάγια Διαταγή του ΓΕΕΦ 6-12/2007, σύμφωνα με την οποία τα πυρομαχικά πρέπει να φυλάσσονται σε αποθήκες που να απέχουν μεταξύ τους 60 έως 70 μέτρα και που να παρέχουν προστασία από υπερβολική θερμοκρασία ή υγρασία και συνθήκες καλού αερισμού. Στην έννοια της αποθήκης περιλαμβάνονται και τα εμπορευματοκιβώτια, όταν όμως χρησιμοποιούνται για την αποθήκευση πυρομαχικών αυτά πρέπει να τοποθετούνται σε χώρους σκιερούς. Συνίσταται η κατασκευή στεγάστρου ώστε η ακτινοβολία να μην έρχεται σε άμεση επαφή με την οροφή του εμπορευματοκιβωτίου προκειμένου να μην αυξάνεται υπερβολικά η θερμοκρασία στο εσωτερικό του. Κατά τους θερινούς μήνες, όταν η θερμοκρασία ανέρχεται σε υψηλά επίπεδα, τα πυρομαχικά πρέπει να καταβρέχονται και να αερίζονται. Με τον τρόπο που στοιβάχθηκαν τα εμπορευματοκιβώτια δεν υπήρχαν ανάμεσα τους διάδρομοι που θα επέτρεπαν τη διενέργεια των προβλεπομένων επιθεωρήσεων. Το γεγονός αυτό μεγιστοποίησε και την πιθανότητα του φαινομένου της εκ συμπαθείας έκρηξης. Τα εμπορευματοκιβώτια ευρίσκονταν εκτεθειμένα στις καιρικές και περιβαλλοντικές συνθήκες χωρίς να εξασφαλίζουν ικανοποιητικές συνθήκες θερμοκρασίας και υγρασίας. Σύμφωνα με συγκεκριμένο κανονισμό ο μέγιστος χρόνος αποθήκευσης σε εμπορευματοκιβώτια δεν πρέπει να υπερβαίνει το χρονικό διάστημα των 90 ημερών, και αυτό υπό ορισμένες προϋποθέσεις. Στις 28.5.2009 ο Αρχηγός ΓΕΕΦ, που είχε στο μεταξύ αλλάξει, σε επιστολή του προς το Γενικό Διευθυντή του Υπουργείου Αμυνας ανάφερνε ότι «Μεγάλο μέρος του φορτίου αποτελείται από διαφόρων ειδών πυρίτιδες των οποίων δεν γνωρίζουμε τη σύνθεση και την αντίδραση τους σε ψηλές θερμοκρασίες ή ενδεχόμενους κινδύνους αποσταθεροποίησης - αλλοίωσης ή και ανάφλεξης». Τον Ιούνιο του 2009 εισήγηση για κατασκευή στεγάστρου δεν υλοποιήθηκε στη βάση ότι η αποθήκευση των εμπορευματοκιβωτίων στο χώρο που ευρίσκονταν ενδεχομένως να μη διαρκούσε επί μακρόν. Στις 6.8.2009 έγινε σύσκεψη στο Υπουργείο Εξωτερικών χωρίς όμως να αποφασιστεί οτιδήποτε για την περαιτέρω διαχείριση και τύχη του φορτίου. Αυτό θα παρέμενε υπό την επίβλεψη της Εθνικής Φρουράς (ΕΦ) και μέχρι τον Οκτώβριο του 2009 τα αρμόδια τμήματα και υπουργεία θα έπρεπε να ετοιμάσουν εισηγήσεις ως προς τον περαιτέρω χειρισμό του θέματος. Ο Αρχηγός ΓΕΕΦ με επιστολή του ημερ. 4.11.2009 προς το Γενικό Διευθυντή του Υπουργείου Αμυνας ανάφερνε: «Επειδή το ΓΕΕΦ κρίνει το θέμα πολύ σοβαρό, παρακαλούμε για τις εκ νέου ενέργειες σας για τη λήψη τελικής απόφασης». Επιστολές του Υπουργείου Εξωτερικών ημερ. 31.12.2009 και 7.7.2010, που αποστάλησαν προς το Υπουργείο Αμυνας, ανάφερναν ότι δεν εδικαιολογείτο οποιαδήποτε αλλαγή στον τρόπο χειρισμού του θέματος γιατί οι πολιτικοί λόγοι που υφίσταντο και είχαν ληφθεί υπόψη στη σύσκεψη της 6.8.2009 εξακολουθούσαν να υφίστανται. Η Δημοκρατία είχε την επιλογή να διαθέσει το φορτίο πωλώντας το, διαθέτοντας το προς τις ανάγκες της ΕΦ, ή καταστρέφοντας το ή μέρος του. Οι στρατιωτικοί είχαν τοποθετηθεί υπέρ της καταστροφής λόγω των κινδύνων που υπήρχαν με τις ψηλές θερμοκρασίες που αναπτύσσονταν μέσα στα εμπορευματοκιβώτια το καλοκαίρι και η ΕΦ είχε την τεχνογνωσία και τα μέσα για να προχωρήσει στην καταστροφή της πυρίτιδας εφόσον λαμβανόταν η αναγκαία πολιτική απόφαση. Την 7.2.2011 πραγματοποιήθηκε σύσκεψη στο Υπουργείο Αμυνας στην οποία μεταξύ άλλων υπηρεσιακών παραγόντων παρόντες ήταν και οι Υπουργοί Εξωτερικών και Αμυνας. Ο ίδιος ο Υπουργός Αμυνας είχε αναφέρει ότι εγείρονταν σοβαρά θέματα ασφάλειας για το προσωπικό που φρουρούσε τα εμπορευματοκιβώτια, λόγω της αποσταθεροποιητικής φύσης του μεγαλύτερου μέρους του φορτίου, που αποτελείτο από πυρίτιδες διαφόρων ειδών, ιδιαίτερα σε υψηλές θερμοκρασίες και σε υγρασία κατά τους καλοκαιρινούς μήνες. Στη σύσκεψη αυτή στρατιωτικός ενημέρωσε ότι το κυριότερο πρόβλημα επικεντρωνόταν στην πυρίτιδα που εμπεριέχει σταθεροποιητή. Η σύνθεση του σταθεροποιητή, σύμφωνα με τις εργαστηριακές προδιαγραφές, αλλοιωνόταν με το χρόνο και με την επίδραση των μεταβαλλόμενων καιρικών συνθηκών. Όπως ανάφερε, υφίστατο ο κίνδυνος να αλλοιωθεί το μίγμα της πυρίτιδας αντιδρώντας με ανάφλεξη ή ακόμα και με έκρηξη. Το Καλοκαίρι του 2011 ήταν το τρίτο κατά σειρά καλοκαίρι που τα εμπορευματοκιβώτια παρέμεναν στην ΝΒΕΦ. Την 4.7.2011 το πρωϊ διαπιστώθηκε ότι ένα από τα εμπορευματοκιβώτια είχε «φουσκώσει». Επρόκειτο για εμπορευματοκιβώτιο το περιεχόμενο του οποίου ήταν πυρίτιδα. Ενημερώθηκε η ηγεσία της ΕΦ και ακολούθησε την 5.7.2011 σύσκεψη στο γραφείο του Υπουργού Αμυνας και την επομένη έγινε επιτόπου εξέταση από στρατιωτικούς και άλλους παράγοντες. Σε έκθεση που ετοιμάστηκε καταγραφόταν ότι κατά την επιτόπου εξέταση η ομάδα των εξεταστών είχε διαπιστώσει ότι: «α. Εντός του εμπορευματοκιβωτίου υπήρξε αυτανάφλεξη υλικών, δημιουργήθηκε έκρηξη και τα αέρια εκτονώθηκαν τόσο από το εμπρόσθιο μέρος με την βίαιη παραβίαση των θυρών όσο και στο πίσω μέρος με διάρρηξη της λαμαρίνας. β. Δεν καταστράφηκε από την φωτιά και την έκρηξη το σύνολο του φορτίου. γ. Οι θερμοκρασίες που αναπτύσσονται εντός των εμπορευματοκιβωτίων είναι ΑΠΑΓΟΡΕΥΤΙΚΕΣ για φύλαξη πυρίτιδων. δ. Οι ζημιές που υπήρξαν ήταν οι μικρότερες που μπορούσαν να δημιουργηθούν και αυτό περισσότερο βασίστηκε σε θέμα τύχης. ε. Οι αποθηκευμένες πυρίτιδες αναμφίβολα έχουν αλλοιωθεί και αποσταθεροποιηθεί. στ. Η έκρηξη ήταν αρκετά ισχυρή διότι το εμπορευματοκιβώτιο βάρους 10,5 τόνων μετακινήθηκε περίπου 30cm από την αρχική του θέση σε 2 κατευθύνσεις.» Οι εισηγήσεις της ομάδας ήταν για τη λήψη των εξής μέτρων: «α. Άμεση τοποθέτηση συστήματος συνεχούς κατάβρεξης με θαλασσινό νερό της στοιβάδας με τα εμπορευματοκιβώτια (υπάρχει υποδομή) με σκοπό τη μείωση της θερμοκρασίας εντός αυτών. β. Άμεση μετακίνηση του εκραγέντος εμπορευματοκιβωτίου με σκοπό τον περαιτέρω έλεγχο αυτού. γ. Λήψη πολιτικής απόφασης για έναρξη καταστροφής, με μέριμνα της ΕΦ, των πυρίτιδων σύμφωνα με την προβλεπόμενη διαδικασία από τον ΟΑΣΕ (OSCE). δ. Σε περίπτωση που δεν είναι δυνατή η λήψη άμεσης απόφασης για έναρξη καταστροφής τα εμπορευματοκιβώτια που περιέχουν πυρίτιδες (σύνολο 81) να εκκενωθούν και οι πυρίτιδες να στοιβαχθούν σε υπόστεγα ή αποθήκες για να μην υπάρχουν υψηλές θερμοκρασίες. ε. Όλες οι εργασίες που αφορούν την τοποθέτηση των συστημάτων κατάβρεξης και τη μετακίνηση του εμπορευματοκιβωτίου πρέπει να γίνονται τις πρώτες πρωινές ώρες (0530- 0700) για προστασία του προσωπικού. στ. Η περιοχή πέριξ της στοιβάδας πρέπει να καθαρισθεί από τα χόρτα για αποφυγή κινδύνου πυρκαγιάς.» Η Εκθεση διαβιβάστηκε στην ηγεσία της ΕΦ όμως δεν προωθήθηκε στο Υπουργείο Αμυνας. Δεν λήφθηκε κανένα μέτρο μέχρι και την 11.7.
  4. Την 11.7.2011 περί την 03:45 ακούστηκε έκρηξη και μετά 5 λεπτά δεύτερη. Την 03:55 ήταν ορατές δύο εστίες φωτιάς, μια σε ένα εμπορευματοκιβώτιο και μια σε χόρτα κοντά στη στοιβάδα. Το εμπορευματοκιβώτιο που καιγόταν ήταν εκείνο το οποίο είχε «φουσκώσει» την 4.7.
  5. Η Πυροσβεστική Υπηρεσία έφτασε στο χώρο η ώρα 04:42 με δύο πυροσβεστικά οχήματα. Ακολούθησε σταδιακή κορύφωση της πυρκαγιάς. Επρόκειτο για τεράστια φωτιά. Τον χώρο όπου βρίσκονταν τα εμπορευματοκιβώτια προσέγγισαν τόσο πυροσβέστες όσο και στρατιωτικοί, στελέχη και κληρωτοί, που υπηρετούσαν στη ΝΒΕΦ όπως και ο Διοικητής του Ναυτικού και ο Διοικητής της Βάσης που είχαν ειδοποιηθεί και μεταβεί εσπευσμένα στο χώρο. Στην κατάσταση που επικρατούσε δεν ήταν ορθό να προσεγγιστούν τα εμπορευματοκιβώτια, ούτε να γίνει προσπάθεια κατάσβεσης της φωτιάς. Θα έπρεπε να εκκενωθεί η περιοχή. Η ώρα 05:47 - 05:48 έγινε η έκρηξη. Σκοτώθηκαν 13 πρόσωπα μεταξύ των οποίων και ο Ανδρέας. H πυρίτιδα αποτελείται κυρίως από νιτρογλυκερίνη ή και νιτροβάμβακα τα οποία είναι εκρηκτικές ύλες. Κατά τη διάσπαση της πυρίτιδας παράγονται καινούργιες ουσίες που την καθιστούν επικίνδυνη για έκρηξη. Για να προστατεύεται η πυρίτιδα από πιθανή έκρηξη προστίθεται σε αυτή διφαινυλαμίνη ως σταθεροποιητής ούτως ώστε να δεσμεύει τις ουσίες που παράγονται από τη διάσπαση της. Με το να δεσμεύει τις ουσίες αυτές η δράση της διφαινυλαμίνης μειώνεται. Γι΄ αυτό και πρέπει να γίνεται συνεχής παρακολούθηση του επιπέδου της διφαινυλαμίνης στην πυρίτιδα. Ο χρόνος μείωσης της δράσης της διφαινυλαμίνης εξαρτάται από διάφορους παράγοντες και έχει άμεση σχέση με τον τρόπο φύλαξης της πυρίτιδας. Η πυρίτιδα δεν πρέπει να φυλάσσεται στον ήλιο ούτε σε ψηλές θερμοκρασίες γιατί επιταχύνεται η μείωση του σταθεροποιητή. Το Μάρτιο του 2011 είχαν ληφθεί δείγματα της επίδικης πυρίτιδας με σκοπό να αποσταλούν στην Ελλάδα για αναλύσεις. Για λόγους που εξηγούνται δεν αποστάληκαν. Τα αποτελέσματα των αναλύσεων τους, μετά τη φονική έκρηξη, κατέδειξαν ότι μέρος από τα δείγματα είχαν υποστεί μεγάλη μείωση του σταθεροποιητή. Δεν επιμαρτυρούσαν άμεσο κίνδυνο αλλά πλησίαζαν τα επικίνδυνα επίπεδα. Τα υπόλοιπα δείγματα δείκνυαν πυρίτιδα ασφαλή για φύλαξη μέχρι τον επόμενο έλεγχο αλλά δεν απείχαν πολύ από τα επίπεδα των πρώτων. Εφόσον τα δείγματα είχαν ληφθεί τον Μάρτιο του 2011 ο χώρος φύλαξης τους δεν ήταν πλέον τα εμπορευματοκιβώτια στη ΝΒΕΦ όπου οι καιρικές συνθήκες σίγουρα θα επιτάχυναν ακόμη περισσότερο τη μείωση του σταθεροποιητή. Μια εκρηκτική ύλη χαμηλής ισχύος, όπως η πυρίτιδα, εάν αφεθεί ελεύθερη και ανάψει, θα κατακαεί και δεν θα υπάρξει έκρηξη. Εάν, όμως, μια μεγάλη ποσότητα εκρηκτικής ύλης χαμηλής ισχύος κλειστεί σε μέρος ερμητικά κλειστό, τότε με την αποσύνθεση της θα δημιουργηθούν μεγάλοι όγκοι αερίων οι οποίοι θα προκαλέσουν μεγάλες πιέσεις εντός του εσωτερικού και κατά την εκτόνωση θα δημιουργηθεί έκρηξη μεγάλης ισχύος. Αυτό θα μπορούσε να ήταν το αποτέλεσμα αυτανάφλεξης της πυρίτιδας λόγω αποσταθεροποίησης της και βίαιης, ακολούθως, εκτόνωσης των αερίων. Η κατάληξη ήταν ότι: «Τα αίτια δημιουργίας της εστίας φωτιάς μέσα στο container ήταν η αλλοίωση, αποσταθεροποίηση και αποσύνθεση των πυρίτιδων εντός των containers που είχαν ως αποτέλεσμα τη δημιουργία ποσότητας πτητικών αερίων που συνεχώς αυξανόταν. Σταδιακά λόγω αύξησης της θερμοκρασίας αυξήθηκε και η πίεση εντός του container με αποτέλεσμα τόσο τη διόγκωση των τοιχωμάτων όσο και την έναρξη της καύσης με την επίτευξη της θερμοκρασίας ανάφλεξης (αυτανάφλεξης) των εν λόγω αερίων. Στη συνέχεια λόγω ανάπτυξης υψηλών θερμοκρασιών στον περιβάλλοντα χώρο ξεκίνησε και επιταχύνθηκε η αποσύνθεση και εν συνεχεία αυτανάφλεξη των πυρίτιδων και στα υπόλοιπα containers.» Το φορτίο είχε εκφορτωθεί στην Κύπρο χωρίς απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου το οποίο σύμφωνα με το Σύνταγμα είναι το όργανο που ασκεί την εκτελεστική εξουσία επί όλων των θεμάτων εξαιρουμένων των αρμοδιοτήτων που ρητά διαφυλάσσονται υπέρ του Προέδρου και Αντιπροέδρου της Δημοκρατίας. Η απόφαση του Προέδρου της Δημοκρατίας για την εκφόρτωση του φορτίου ούτε εκ των υστέρων τέθηκε ενώπιον του Υπουργικού Συμβουλίου προς έγκριση. Το ζήτημα ουδέποτε συζητήθηκε ενώπιον του Υπουργικού Συμβουλίου που ήταν το αρμόδιο σώμα. Πέραν του ζητήματος τάξης υφίστατο και πρακτική σημασία. Εάν το ζήτημα ετίθετο ενώπιον του Υπουργικού Συμβουλίου είτε προς λήψη απόφασης είτε προς έγκριση της απόφασης του Προέδρου της Δημοκρατίας, το πρόβλημα θα καθίστατο πρόβλημα συνολικής διαχείρισης από τους έχοντες την εκτελεστική εξουσία και θα προσφερόταν έτσι η ευκαιρία να συζητηθούν όλες οι πτυχές, να ακουστούν απόψεις, προβληματισμοί, ανησυχίες και προτάσεις. Για τον τότε Υπουργό Αμυνας το Κακουργιοδικείο είχε αποφανθεί, και είναι ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου παραδεκτό γεγονός, ότι αυτός είχε τον έλεγχο του φορτίου και τελούσε σε σχέση εγγύτητας με τα πρόσωπα που ήταν ευλόγως προβλεπτό να υποστούν βλάβη από το συγκεκριμένο κίνδυνο. Το φορτίο είχε παραληφθεί εν γνώσει του από το Υπουργείο του προς φύλαξη και τοποθετήθηκε σε χώρο της ΕΦ επί της οποίας είχε εποπτεία. Είχε την εξουσία να ελέγξει τον τρόπο αποθήκευσης και να παρέμβει μετά που του τέθηκε το ζήτημα των κινδύνων από την παρατεταμένη φύλαξη του σε υπαίθρια στοιβάδα. Είχε την εξουσία να διατάξει τη λήψη μέτρων οποτεδήποτε και ιδιαίτερα όταν κατέστη σαφές ότι οι «πολιτικοί λόγοι» διαιώνιζαν το πρόβλημα, ακόμα πιο ιδιαίτερα όταν ενημερώθηκε για το ενδεχόμενο έκρηξης και όλως ιδιαιτέρως όταν ενημερώθηκε για το συμβάν της 4.7.2011, οπόταν και ο ίδιος ανέλαβε την ευθύνη χειρισμού του προβλήματος και την ευθύνη λήψης αποφάσεων για την αντιμετώπιση του. Ο Υπουργός Αμυνας είχε καθήκον ενεργείας έναντι του προσωπικού της Βάσης και των Πυροσβεστών, μεταξύ των οποίων και ο Ανδρέας, και γενικά έναντι οποιουδήποτε ήταν ευλόγως προβλεπτό ότι θα μπορούσε να επηρεαστεί από την παράλειψη του. Ο Υπουργός Άμυνας απέτυχε να λάβει τα απαιτούμενα μέτρα για την άρση του κινδύνου παραλείποντας να μεριμνήσει ώστε να εφαρμοστούν οι πάγιες διαταγές και οι στοιχειώδεις κανόνες ασφαλείας ή να ληφθούν οποιαδήποτε άλλα πρόσφορα μέτρα όπως η κατασκευή στεγάστρου. Μετά το συμβάν της 4.7.2011 το καθήκον του έγινε ακόμα πιο βαρύ, όμως, ούτε τότε έδρασε αποτελεσματικά. Παρέλειψε να διατάξει την άμεση απομάκρυνση του συγκεκριμένου εμπορευματοκιβωτίου και τη συνεχή κατάβρεξη όλων. Ο Υπουργός Άμυνας είχε αντίληψη του κινδύνου έκρηξης και του κινδύνου μαζικού θανάτου. Εάν μεριμνούσε ώστε να εφαρμοστούν οι πάγιες διαταγές και οι στοιχειώδεις κανόνες ασφάλειας θα ήταν βέβαιο ότι δεν θα επερχόταν η έκρηξη και το θανατηφόρο αποτέλεσμα εφόσον θα είχε αναιρεθεί αυτός τούτος ο κίνδυνος. Το ίδιο ισχύει και για την επιμέρους παράλειψη του να δώσει μετά τις 5.7.2011 οδηγίες για μετακίνηση του συγκεκριμένου εμπορευματοκιβωτίου και κατάβρεξη όλων. Η τελική διαπίστωση του Κακουργιοδικείου ήταν ότι από 7.2.2011 ο Υπουργός Αμυνας είχε ήδη γνώση κινδύνου έκρηξης και πραγματικού κινδύνου θανάτου, όμως παρέλειψε να λάβει μέτρα προς αποτροπή της έκρηξης. Οι άλλοι κατηγορούμενοι που καταδικάστηκαν, ο Διευθυντής και Αναπληρωτής Διευθυντής της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας και ο Διευθυντής της ΕΜΑΚ (κατηγορούμενοι 4, 5 και 6), είχαν πρωτίστως σχέση εγγύτητας και καθήκον έναντι των υπό την διοίκηση τους Πυροσβεστών, όπως ο Ανδρέας, και ειδικότερα είχαν θετικό καθήκον να προστατεύσουν τη ζωή τέτοιων προσώπων. Το βάρος δεν ήταν δυσανάλογο. Τα μέτρα που μπορούσαν να ληφθούν ήταν αμέσως προσιτά και ο κίνδυνος που θα έπρεπε να αντιμετωπιστεί ήταν πραγματικός και άμεσος κίνδυνος ζωής. Oι κατηγορούμενοι 4, 5 και 6 γνώριζαν ότι εφόσον δεν ενημέρωσαν το προσωπικό και δεν έδωσαν οδηγίες για τον τρόπο αντιμετώπισης τυχόν επεισοδίου, οι πυροσβέστες που θα ανταποκρίνονταν σε ενδεχόμενο επεισόδιο δεν θα είχαν υπόψη τους συγκεκριμένο σχέδιο δράσης, αλλά ο επικεφαλής τους, που ήταν ο Ανδρέας, θα ήταν αναγκασμένος, χωρίς μάλιστα οποιαδήποτε εκ των προτέρων ενημέρωση, να λάβει πληροφορίες επιτόπου και κυρίως να λάβει αποφάσεις υπό τις αγωνιώδεις συνθήκες ενός πρωτοφανούς, ως προς τη φύση και την έκταση του επεισόδιο, έχοντας να αντιμετωπίσει δυσχερή διλήμματα. Η τελική διαπίστωση του Κακουργιοδικείου αναφορικά με τους κατηγορούμενους 4, 5 και 6 ήταν ότι την περίοδο 8 - 11.7.2011 παρέλειψαν να ενημερώσουν τα μέλη της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας για τον κίνδυνο έκρηξης των εμπορευματοκιβωτίων και παρέλειψαν να δώσουν οδηγίες απομάκρυνσης. Η Πυροσβεστική Υπηρεσία είχε τη νομική, διοικητική και τεχνική ευθύνη για την αντιμετώπιση της πυρκαγιάς. Στην προκειμένη περίπτωση το ορθό δεν ήταν η κατάσβεση αλλά η εκκένωση της περιοχής. Δεν είχε γίνει καμιά προεργασία προς αντιμετώπιση ενδεχόμενης κρίσης. Το Συμβούλιο Κρίσεων της ΕΦ ουδέποτε επελήφθη του θέματος, ούτε με άλλο τρόπο εξετάστηκε το πρόβλημα με σοβαρότητα ώστε να υπάρχουν σχέδια αντίδρασης παρά τις ανησυχίες που εξέφραζε η ΕΦ και παρά την κραυγαλέα προειδοποίηση στις 4.7.
  6. Ακόμα και κατά την κορύφωση της κρίσης και ενώ ο Διοικητής της Βάσης βρισκόταν σε επαφή με τον Αρχηγό ΓΕΕΦ, δεν έλαβε διαταγές ως προς τον τρόπο αντιμετώπισης της κατάστασης. Προκύπτει κατά τρόπο αδιαμφισβήτητο και κατηγορηματικό ότι η Κυπριακή Δημοκρατία έχει παραβιάσει κατάφορα την υποχρέωση της, κάτω από το άρθρο 2 της ΕΣΔΑ, να προστατέψει τη ζωή του αποβιώσαντα Ανδρέα Παπαδόπουλου. Η Κυπριακή Δημοκρατία έχοντας στην κατοχή της ένα φορτίο επικίνδυνο προέβηκε στη φύλαξη του κατά τρόπο ακατάλληλο που επαύξησε την επικινδυνότητα του. Ο τρόπος φύλαξης του ήταν ουσιαστικό στοιχείο που με την πάροδο του χρόνου αύξανε ακόμα περισσότερο την επικινδυνότητα του φορτίου. Η Δημοκρατία γνώριζε εξυπαρχής για την επικινδυνότητα του φορτίου και από καιρού εις καιρό για την αυξανόμενη επικινδυνότητα του. Για περίοδο 29 μηνών επέτρεπε την αποθήκευση του φορτίου κατά παράβαση των σχετικών κανονισμών και δεν έλαβε τα απαραίτητα, ούτε καν τα στοιχειώδη και κατ΄ ελάχιστο μέτρα για να προστατεύσει τις ζωές των προσώπων που μπορούσε να τεθούν σε κίνδυνο από το φορτίο. Μεταξύ αυτών των προσώπων ήταν και ο αποβιώσας Ανδρέας Παπαδόπουλος που, ως μέλος της Πυροσβεστικής Δύναμης μπορούσε να κληθεί και κλήθηκε στο χώρο για να αντιμετωπίσει περιστατικό σε σχέση με τα εμπορευματοκιβώτια. Η αμέλεια της Δημοκρατίας, μέσω των αξιωματούχων και αντιπροσώπων της, υπήρξε εγκληματική, εξ ου και η καταδίκη τέτοιων προσώπων από το Κακουργιοδικείο, περιλαμβανομένης και της καταδίκης του Υπουργού Αμυνας για ανθρωποκτονία. Ο εκπρόσωπος του Γενικού Εισαγγελέα αποδέχεται στη γραπτή του αγόρευση (σελ.26) ότι από τα γεγονότα θεμελιώνεται ουσιαστική παραβίαση του άρθρου 2 της ΕΣΔΑ. Δ. Οι διαδικαστικές υποχρεώσεις της Δημοκρατίας δυνάμει του άρθρου 2 της ΕΣΔΑ Προκύπτει από τη δικογραφία (παρ.22 της Εκθεσης Απαίτησης και παρ.15 της Εκθεσης Υπεράσπισης) ότι σε σχέση με την επίδικη έκρηξη διεξάχθηκε έρευνα από μονομελή επιτροπή η οποία και εξέδωσε πόρισμα. Όπως ανάφερε η σύζυγος του αποβιώσαντα (παρ.24 της γραπτής της δήλωσης) η μονομελής επιτροπή: «... διαπίστωσε την ευθύνη της Δημοκρατίας και υπηρεσιακών / ανωτέρων του αποβιώσαντος και Τμήματος Πυροσβεστικής.» Στη συνέχεια η Δημοκρατία προσήγαγε ενώπιον της δικαιοσύνης έξι πρόσωπα που κατά τον χρόνο που διαδραματίστηκαν τα ουσιώδη γεγονότα είχαν την ιδιότητα που αναφέρεται για τον καθένα. Τα πρόσωπα που κατηγορήθηκαν ήταν:
  7. Μάρκος Κυπριανού, Υπουργός Εξωτερικών
  8. Κώστας Παπακώστας, Υπουργός Αμυνας
  9. Σάββας Αργυρού, Υπαρχηγός της Εθνικής Φρουράς
  10. Ανδρέας Νικολάου, Διευθυντής της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας
  11. Χαράλαμπος Χαραλάμπους, Αναπληρωτής Διευθυντής της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας
  12. Ανδρέας Λοϊζίδης, Διευθυντής της ΕΜΑΚ Ολοι αντιμετώπιζαν κατηγορίες για ανθρωποκτονία όσο και για πρόκληση θανάτου λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης κατά παράβαση των άρθρων 205 και 210, αντίστοιχα, του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 για πράξεις ή παραλείψεις στα πλαίσια της άσκησης των καθηκόντων τους και υπό την ιδιότητα τους που περιγράφηκε. Οι κατηγορούμενοι δικάστηκαν από το Κακουργιοδικείο Λάρνακας το οποίο εξέδωσε την Απόφαση της 9.7.2013 στην οποία γίνεται αναφορά στην ενότητα Γ. Οι κατηγορούμενοι 1 και 3 αθωώθηκαν και απαλλάχτηκαν από όλες τις κατηγορίες που αντιμετώπιζαν. Ο κατηγορούμενος 2 καταδικάστηκε τόσο για ανθρωποκτονία όσο και για πρόκληση θανάτου λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης. Οι κατηγορούμενοι 4, 5 και 6 καταδικάστηκαν για πρόκληση θανάτου λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης. Σε όλους τους κατηγορούμενους που καταδικάστηκαν επιβλήθηκαν ποινές άμεσης φυλάκισης με μεγαλύτερη αυτή των 5 χρόνων που επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο 2 για το αδίκημα της ανθρωποκτονίας. Ως αποτέλεσμα της διερεύνησης των συνθηκών της τραγωδίας της 11.7.2011, των εργασιών της Μονομελούς Ερευνητικής Επιτροπής και του Πορίσματος της, της ποινικής δίωξης έξι προσώπων, της δίκης ενώπιον του Κακουργιοδικείου και της Απόφασης που εκδόθηκε, αλλά και της προσέγγισης της Δημοκρατίας στην αξίωση των Εναγουσών και του χειρισμού της Υπεράσπισης εκ μέρους του Γενικού Εισαγγελέα, η πλευρά των Εναγουσών έκλεισε την υπόθεση της κρίνοντας, και ορθά, ότι δεν ήταν αναγκαίο, ούτε καν χρήσιμο, να καλέσει οιοδήποτε μάρτυρα που θα μπορούσε να δώσει μαρτυρία για τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες έγινε η φονική έκρηξη ή και τι είχε προηγηθεί. Το αποτέλεσμα, ότι δηλαδή οι Ενάγουσες έχουν με τη μεγαλύτερη ευκολία καταδείξει παράβαση των ουσιαστικών υποχρεώσεων της Δημοκρατίας κάτω από το άρθρο 2 της Σύμβασης σε σχέση με το θάνατο του Ανδρέα, επιβεβαιώνει ότι τα όποια τυχόν κενά ή παραλείψεις της Δημοκρατίας δεν είχαν ζημιογόνο αντίκτυπο στην προώθηση των αξιώσεων των Εναγουσών. Είναι, συνεπώς, η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι τα όποια τυχόν κενά ή παραλείψεις της Δημοκρατίας δεν είχαν ζημιογόνο αντίκτυπο στην προώθηση των αξιώσεων των Εναγουσών. Ε. Τα ποσά της εξάρτησης της συζύγου και των θυγατέρων του αποβιώσαντα Όπως προειπώθηκε, οι διάδικοι συμφώνησαν (Τεκμ.1) ότι «Το ποσό που οι δύο πλευρές συμφωνούν σε σχέση με τα καθαρά εισοδήματα του αποβιώσαντα Ανδρέα Παπαδόπουλου, είναι το ποσό των €45.000 χωρίς αυξομειώσεις, το οποίο σταθερό ποσό θα πολλαπλασιαστεί με τον πολλαπλασιαστή στον οποίο θα καταλήξει το Δικαστήριο». Δεν αναφέρθηκε αλλά είναι πρόδηλο, τόσο από το ύψος του ποσού, όσο και στην αναφορά στη δήλωση σε πολλαπλασιαστή, ότι το ποσό αφορά το ετήσιο καθαρό εισόδημα του αποβιώσαντα. Συμφώνησαν ακόμα οι διάδικοι ότι «Ο αποβιώσας διέθετε το 75% του καθαρού μισθού του προς όφελος των εξαρτωμένων του.» Είναι προφανές, εφόσον από τη μαρτυρία της συζύγου του ο αποβιώσας δεν είχε άλλη πηγή εισοδημάτων πέραν από την εργασία του, ότι η αναφορά σε καθαρό μισθό παραπέμπει στο ποσό των €45.000 καθαρό ετησίως. Ότι άλλο θα πρέπει να παρατηρηθεί είναι ότι το παραδεκτό γεγονός της διάθεσης του 75% του καθαρού μισθού του αφορά στην περίοδο που προηγήθηκε του θανάτου του. Δεν είναι, δηλαδή, παραδεκτό γεγονός ότι ο αποβιώσας θα συνέχιζε να διαθέτει επακριβώς το πιο πάνω ποσοστό προς όφελος των εξαρτωμένων του και στη συνέχεια, αναμφίβολα όμως είναι, ίσως, το πλέον βοηθητικό στοιχείο που θα μπορούσε να δοθεί στο Δικαστήριο, εφόσον το ζήτημα αφέθηκε τελικά στην κρίση του. Στην παρ.8 της Εκθεσης Απαίτησης δικογραφείται ότι κατά το θάνατο του ο αποβιώσας ήταν 44 ετών. Η ηλικία του δεν γίνεται παραδεκτή στην Εκθεση Υπεράσπισης (παρ.4), ωστόσο, η επί του προκειμένου μαρτυρία της συζύγου του δεν αμφισβητήθηκε. Ο,τι δηλώθηκε ως περαιτέρω παραδεκτό γεγονός (Τεκμ.4) ήταν ότι «Το όριο αφυπηρέτησης των πυροσβεστών κατά τον ουσιώδη χρόνο του θανάτου του Λοχία Πυροσβεστικής Υπηρεσίας Ανδρέα Παπαδόπουλου ήταν το 60ο έτος και αυτό γίνεται παραδεκτό ότι αποτελεί το όριο αφυπηρέτησης του αποβιώσαντα Ανδρέα Παπαδόπουλου». Το τελευταίο σκέλος της δήλωσης περιορίζει τα επίδικα θέματα. Δεν εγείρεται ζήτημα διαφοροποίησης του ορίου, λόγω ανέλιξης ή άλλης αλλαγής στα δεδομένα. Αλλωστε, σε αυτή τη βάση κοστολόγησαν οι δικηγόροι των Εναγουσών τις αξιώσεις των εξαρτωμένων του αποβιώσαντα. Επομένως, εάν δεν επεσυνέβαινε ο θάνατος του, ο Ανδρέας Παπαδόπουλος θα μπορούσε να συνεχίσει να εργοδοτείται στην Πυροσβεστική Υπηρεσία για ακόμη 16 χρόνια. Εισηγούνται οι δικηγόροι των Εναγουσών όπως αποδοθεί ως αποζημίωση για απώλεια εξάρτησης της συζύγου και των θυγατέρων του αποβιώσαντα το ποσό των €540.000 (δηλ. €45.000 x 75% x 16). Εισηγούνται ακόμα την απόδοση του επιπλέον ποσού των €80.000, €20.000 για κάθε εξαρτώμενο, ποσού που ο αποβιώσας θα αποταμίευε προς όφελος τους εάν δεν έχανε τη ζωή του. Στη γραπτή της δήλωση (Τεκμ.2) η σύζυγος του αποβιώσαντα είχε αναφέρει ότι (παρ.20): «Ο άντρας μου ακόμα πάντα μου έλεγε και ήταν σκοπός του για την οικογένεια μας, όπως αποταμιεύσει ποσά για να τα δώσει στα παιδιά μας όταν θα ερχόταν ο καιρός να αρχίσουν και αυτά τη δική τους ζωή. Σκοπός ήταν είτε να μαζέψει ένα ποσό ικανό να δώσει στα παιδιά μας την οικονομική δυνατότητα, όταν θα έφταναν την ηλικία για να κάνουν οικογένεια, να μπορέσουμε να ξεκινήσουν ένα σπιτικό και μια οικογενειακή ζωή είτε, να τους δώσει εξολοκλήρου το ποσό που θα λάμβανε ως εφάπαξ». Η μαρτυρία αφορά σε μια μελλοντική αβέβαιη προοπτική. Δεν υπάρχει ένδειξη ότι ο αποβιώσας αποταμίευε, ούτε παρουσιάστηκε μαρτυρία για οποιεσδήποτε καταθέσεις του, ώστε να μπορούσε να εκληφθεί ότι από το ποσοστό των εισοδημάτων του που δεν διέθετε για τους εξαρτώμενους του αποταμίευε μέρος προς όφελος τους. Η αναφορά της συζύγου ότι ο αποβιώσας είχε σκοπό να αποταμιεύσει για τις μελλοντικές ανάγκες των θυγατέρων του θα μπορούσε να εξεταστεί μόνο μέσα από άλλα δεδομένα, εάν το ζήτημα της εξάρτησης αφήνετο στο Δικαστήριο να κριθεί σε όλο του το εύρος. Θα μπορούσε τότε να εξεταστεί η πτυχή της εξάρτησης με αναφορά στις πραγματικές δαπάνες που τη συνιστούν και τι θα μπορούσε να διατίθεται προς αποταμίευση προς όφελος των εξαρτωμένων με αναφορά στη μέχρι του θανάτου αποταμίευση και τις προοπτικές αποταμίευσης στη βάση μελλοντικών αυξήσεων των εισοδημάτων του αποβιώσαντα. Το παραδεκτό γεγονός ότι «Ο αποβιώσας διέθετε το 75% του καθαρού μισθού του προς όφελος των εξαρτωμένων του» δεν θα άφηνε, σε κάθε περίπτωση, περιθώριο διαπίστωσης ότι άλλο ποσοστό, πέραν του 75%, θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι διατίθετο, άμεσα ή έμμεσα στη μορφή αποταμίευσης προς όφελος των εξαρτωμένων. Είναι η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι οι εξαρτώμενοι του αποβιώσαντα δεν δικαιούνται το ποσό των €80.000 ή οιοδήποτε άλλο ποσό ως ποσό που ο αποβιώσας κατ΄ ισχυρισμό ίσως θα αποταμίευε προς όφελος τους, πέραν από το ποσό της εξάρτησης που εξάγεται μέσα από το συμφωνηθέν ποσοστό του 75%. Εάν αυτό που ζητείται έχει ως βάση ότι ο αποβιώσας από το 25% που παρέμενε για τον ίδιο αποταμίευε ή θα αποταμίευε έτσι που σε κάποιο στάδιο ή κατά το φυσιολογικό του θάνατο το ποσό της αποταμίευσης θα διανέμετο στους οικείους του ή τους κληρονόμους του, σημειώνεται ότι τέτοιος ισχυρισμός δεν προβάλλεται με την Εκθεση Απαίτησης, αλλά ούτε και υπάρχει μαρτυρία που θα μπορούσε να τεκμηριώσει την προβαλλόμενη μέσω της αγόρευσης των δικηγόρων των Εναγομένων επιμέρους αξίωση. Περαιτέρω, η εισήγηση τίθεται διαζευκτικά σε σχέση με την προοπτική να διέθετε ο αποβιώσας για τα παιδιά του το ποσό που θα ελάμβανε ως εφάπαξ με την αφυπηρέτηση του. Σημειώνεται ότι έχει επί του προκειμένου δηλωθεί ότι «Οι Ενάγοντες ... δεν αξιώνουν ... οιονδήποτε ποσό που αντιστοιχεί στο ποσό εφάπαξ του αποβιώσαντα εκ της εργασίας του». (Τα όσα άλλα σε σχέση με το εφάπαξ αναφέρονται στη γραπτή αγόρευση του εκπροσώπου του Γενικού Εισαγγελέα (σελ.11) δεν έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, είτε στη μορφή παραδεκτών γεγονότων είτε στη μορφή μαρτυρίας). Το γεγονός ότι η σύζυγος του αποβιώσαντα εργαζόταν και εργάζεται και σήμερα δεν έχει σημασία ενόψει του παραδεκτού γεγονότος ότι ο αποβιώσας διέθετε συγκεκριμένο ποσοστό του καθαρού μισθού του προς όφελος των εξαρτωμένων του. Ενδεχομένως το εισόδημα της συζύγου, έστω και συγκριτικά μικρό, να λήφθηκε υπόψη στον καθορισμό του πιο πάνω ποσοστού. Αλλά, ακόμα κι΄ αν όχι, δεν παρέχεται περιθώριο ώστε να συνυπολογιστεί ενόψει της παραδοχής που έγινε. Είναι αποδεκτή μέθοδος υπολογισμού του ποσού της εξάρτησης να καθορίζεται το ποσό της εξάρτησης μέχρι και την απόφαση και να προστίθεται το ποσό της εξάρτησης από την ημέρα της απόφασης, στη βάση πολλαπλασιαστή που καθορίζεται λαμβάνοντας υπόψη την ηλικία που θα είχε ο αποβιώσας κατά την ημέρα της απόφασης. Αυτή η μεθοδολογία υιοθετήθηκε πολύ πρόσφατα από το Αγγλικό Ανώτατο Δικαστήριο (Supreme Court) ως η ορθή στην Knauer (Widower and Administrator of the Estate of Sally Ann Knauer) v. Ministry of Justice, ημερ. 25.2.
  13. Από την ημερομηνία του θανάτου του αποβιώσαντα έχουν παρέλθει σχεδόν πέντε χρόνια. Κατά την περίοδο αυτή τόσο η σύζυγος όσο και οι τρεις θυγατέρες του αποβιώσαντα θα ήταν εξαρτώμενες του. Η αναφορά της συζύγου του αποβιώσαντα ότι η μεγαλύτερη θυγατέρα του ζεύγους, η Μαρία σήμερα ηλικίας 20½ ετών (γεννήθηκε την 29.11.1995), σπουδάζει στο εξωτερικό επιβεβαιώνει την κατάληξη. Επομένως, για την περίοδο από το θάνατο του αποβιώσαντα μέχρι σήμερα το ποσό της εξάρτησης είναι €163.125 (4 10/12 x €45.000 x 75%). Σήμερα ο αποβιώσας θα ήταν 49 ετών. Μέχρι την αφυπηρέτηση του θα μπορούσε να εργαζόταν για ακόμη 11 χρόνια, όμως, ο πολλαπλασιαστής δεν είναι μια καθαρά αριθμητική πράξη. Παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη είναι, πέρα του κυριότερου της ηλικίας του αποβιώσαντα, η κατάσταση της υγείας του, η ενυπάρχουσα αβεβαιότητα του μέλλοντος, όπως ασθένειες, αναπηρίες και η ανεργία και το γεγονός της προείσπραξης του μελλοντικού εισοδήματος (βλ. Μιχαήλ ν. Φίλιος Συκοπετρίτης Λτδ
(2000)1(Β) Α.Α.Δ. 1049). Δεν έχει αμφισβητηθεί η αναφορά της συζύγου του (παρ.6 της γραπτής της δήλωσης) ότι ο Αντρέας ήταν άριστης υγείας, θέση που βρίσκει ενίσχυση στο γεγονός ότι ήταν Αρχιλοχίας στην Ειδική Μονάδα Αντιμετώπισης Καταστροφών (ΕΜΑΚ). Περαιτέρω, το γεγονός ότι δεν ήταν αυτοεργοδοτούμενος, ούτε στην υπηρεσία ιδιωτικής επιχείρησης ή ιδιώτη, μειώνει τη σημασία των προαναφερθέντων αβεβαιοτήτων του μέλλοντος. Στην Αρχή Ηλεκτρισμού Κύπρου ν. Κυριάκου κ.α. ως Διαχειριστών του αποβιώσαντος Αναστάση Κυριάκου
(2006)1 (Α) Α.Α.Δ. 417, όπου ο αποβιώσας ήταν ηλικίας 47 ετών και θα συνταξιοδοτείτο στο 60ο έτος της ηλικίας του, επικυρώθηκε πολλαπλασιαστής 10. Κατά την κρίση του Δικαστηρίου η υιοθέτηση, στην προκειμένη περίπτωση, πολλαπλασιαστή 8 είναι η ορθή και δίκαια υπό τις περιστάσεις. Το επόμενο ζήτημα είναι ποιες από τις θυγατέρες του αποβιώσαντα, πέραν από τη σύζυγο του, θα παρέμεναν εξαρτώμενες του κατά την περίοδο αυτή ή σε ποια μέρη της. Το Δικαστήριο αποδέχεται τη θέση της συζύγου του αποβιώσαντα ότι οι θυγατέρες του αποβιώσαντα θα ήταν εξαρτώμενες του μέχρι την ηλικία των 22 ετών. Φαίνεται ότι ο αποβιώσας θα προσέφερε στις θυγατέρες του ανώτερες σπουδές και η περίπτωση της Μαρίας επιβεβαιώνει του λόγου το αληθές. Σημειώνεται ακόμα η μαρτυρία της συζύγου του αποβιώσαντα ότι και η Άννα σήμερα ηλικίας 18 ετών (γεννήθηκε την 25.2.1998) πρόκειται να φύγει για σπουδές τον ερχόμενο Σεπτέμβριο. Η θέση δεν είναι αντίθετη με τις κοινωνικές πραγματικότητες της Κύπρου των οποίων το Δικαστήριο έχει δικαστική γνώση. Επομένως η Μαρία θα ήταν εξαρτώμενη του αποβιώσαντα για ακόμη 1½ έτος η Αννα για σχεδόν τέσσερα έτη και η Μικαέλλα για την πλήρη περίοδο. Στα επόμενα οκτώ χρόνια από σήμερα για το πρώτο 1½ έτος ο αποβιώσας θα συνέχιζε να έχει τη σύζυγο και όλες του τις θυγατέρες εξαρτώμενες. Το ποσό της εξάρτησης είναι €50.625 (1½ x €45.000 x 75%). Τα επόμενα 2½ έτη θα είχε εξαρτώμενες τη σύζυγο του την Αννα και τη Μικαέλλα. Το ποσοστό του 75% θα πρέπει να μειωθεί (βλ. Robertson v. Lestrange [1985] 1 All E.R. 950 και McGregor on Damages, 18η Εκδ. σελ. 1511-1512, παρ. 36-048, 36-049) όχι όμως δραματικά. Η μεθοδολογία που θα ακολουθήσει το Δικαστήριο είναι στη βάση των όσων αποφασίστηκαν στην αγγλική υπόθεση Harris v. Empress Motors
(1984)1 W.L.R. 212, όπου θεωρήθηκε ότι όταν υπάρχει σύζυγος και παιδιά η εξάρτηση είναι στο 75% ενώ όταν υπάρχει μόνο σύζυγος στο 66,6%. Η προσέγγιση του αγγλικού Εφετείου, αρχίζοντας από την τελευταία περίπτωση, δεν έχει ως βάση ότι η σύζυγος χρειαζόταν διπλάσια από το σύζυγο της αλλά ότι το 1/3 του εισοδήματος αναλώνετο σε κοινά έξοδα ενώ οι δύο σύζυγοι χρησιμοποιούσαν το υπόλοιπο εισόδημα εξ ημισίας. Λαμβάνονται υπόψη οι πραγματικότητες που πολλές φορές δεν αντανακλούνται στη μαθηματική προσέγγιση. Πολλά οικιακά έξοδα παραμένουν αναλλοίωτα ή ελάχιστα διαφοροποιούνται επειδή ένα από τα τρία παιδιά μιας οικογένειας ανεξαρτητοποιείται, ακόμα και όταν αποχωρεί από το οικογενειακό σπίτι. Τα άλλα παιδιά μεγαλώνουν και αυτά και δημιουργούνται νέα ή επαυξημένα έξοδα γι΄ αυτά. Όταν στα 22 της χρόνια ανεξαρτητοποιηθεί η Μαρία, η Αννα θα σπουδάζει, ενώ η Μικαέλλα θα πάει στο γυμνάσιο. Δεν υπάρχει συγκεκριμένη κλίμακα και ούτε ενδείκνυεται να αναζητηθεί τέτοια. Το ζήτημα επιλύεται στη βάση της αίσθησης δικαίου του Δικαστηρίου μακριά από μικροσκοπικές προσεγγίσεις. Είναι η κρίση του Δικαστηρίου ότι για τα 2½ αυτά χρόνια το ποσοστό της εξάρτησης είναι ορθό και δίκαιο να μειωθεί στο 70% με κατάληξη το ποσό των €78.750 (2½ x €45.000 x 70%). Στα τέσσερα τελευταία χρόνια που ακολουθούν εξαρτώμενες του αποβιώσαντα θα ήταν μόνο η σύζυγος του και η Μικαέλλα. Το ποσό της εξάρτησης καθορίζεται σε €117.000 (4 x €45.000 x 65%). Το άθροισμα των ποσών της μελλοντικής (από σήμερα) εξάρτησης ανέρχεται σε €246.375. Το επόμενο ζήτημα αφορά στον καταμερισμό του συνολικού ποσού της εξάρτησης (€409.500). Είναι βέβαιο πως λόγω της οικογενειακής σχέσης των εξαρτώμενων πολύ λίγο θα τους ενδιαφέρει ο καταμερισμός. Όμως, εφόσον η Μικαέλλα είναι ανήλικη αυτό συνιστά ένα επιπλέον λόγο ώστε τα ποσά να κατανεμηθούν στους εξαρτώμενους. Το άρθρο 58
(15)του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ.148 προνοεί ότι οι επιδικασθείσες αποζημιώσεις, οι οποίες αναλογούν προς τη ζημιά η οποία προκύπτει από το θάνατο στους εξαρτώμενους, θα καταμερίζονται μεταξύ των εξαρτωμένων σε τέτοια μερίδια σύμφωνα με τις οδηγίες του Δικαστηρίου. Αυτό δεν εξυπακούει ότι στον κάθε εξαρτώμενο θα διατεθεί το ποσό που αντιστοιχεί στη δική του εξάρτηση από τον αποβιώσαντα. Ούτε και είναι εύκολο, ενδεχομένως ούτε εφικτό, να ανευρεθεί αφού πολλές δαπάνες γίνονται για κοινό όφελος και τις απολαμβάνουν όλοι οι εξαρτώμενοι χωρίς να μπορεί να διαχωριστεί τι θα αναλογούσε στον κάθε ένα. Στο σύγγραμμα McGregor on Damages, 18η έκδ., σελ. 1526, παρ.36-075, αναφέρεται ότι όταν ο σύζυγος και πατέρας σκοτωθεί είναι σύνηθες πρώτα να υπολογίζεται η εξάρτηση της οικογένειας του και στη συνέχεια να κατανέμεται το ποσό μεταξύ της συζύγου και των παιδιών του ξεχωριστά. Στη σελ. 1528-9, παρ.36-079, αναφέρεται ότι σε σχέση με το ζήτημα του καταμερισμού μεταξύ των μελών της οικογένειας του αποβιώσαντα είναι συνήθης πρακτική να αποδίδεται το μεγαλύτερο μέρος των χρημάτων στη χήρα. Πέραν του γεγονότος ότι η εξάρτηση της θα διαρκέσει για το υπόλοιπο της ζωής της, ενώ η εξάρτηση των παιδιών θα τερματιστεί ή θα μειωθεί ουσιαστικά όταν ενηλικιωθούν, η κύρια δικαιολογία γιατί να αποδίδεται το μεγαλύτερο μέρος των χρημάτων στη χήρα είναι γιατί αυτή θα χρησιμοποιήσει μέρος του ποσού που της κατανέμεται για τη συντήρηση της ιδίας και των παιδιών. Αυτή η προσέγγιση έχει και πρακτικό πλεονέκτημα, όπως υπαγορεύει η κοινή λογική, ότι η μητέρα θα έχει πρόσβαση στα κεφάλαια που θα χρησιμοποιεί για τη φροντίδα των παιδιών της χωρίς την ανάγκη να αποτείνεται στο Δικαστήριο για να εξασφαλίζει διατάγματα για αναλήψεις από τους λογαριασμούς τους. Το Δικαστήριο κρίνει ότι είναι υπό τις περιστάσεις ορθό και δίκαιο το συνολικό ποσό της εξάρτησης να κατανεμηθεί σε μερίδια 2/5 στη σύζυγο του αποβιώσαντα και 1/5 στην κάθε θυγατέρα του. Στ. Οι μη χρηματικές αποζημιώσεις - Τιμωρητικές ή και Παραδειγματικές Αποζημιώσεις Στη γραπτή αγόρευση των δικηγόρων των Εναγουσών αξιώνονται ξεχωριστά ίδια ποσά για τις τέσσερεις συνταγματικές παραβιάσεις που προβάλλονται. Ζητούνται στο σύνολο €80.000 πλέον €220.000 ως παραδειγματικές αποζημιώσεις. Η προσέγγιση στην αγόρευση δεν δεσμεύει το Δικαστήριο στην κατά την κρίση του ορθή και δίκαια προσέγγιση του ζητήματος. Ο εκπρόσωπος του Γενικού Εισαγγελέα εισηγείται στη γραπτή του αγόρευση ότι στην απουσία καθοδηγητικής κυπριακής νομολογίας σε σχέση με το ζήτημα των αποζημιώσεων για παράβαση του άρθρου 2 της ΕΣΔΑ και έχοντας υπόψη τις αποζημιώσεις που δίδονται σε τέτοιες περιπτώσεις από το ΕΔΑΔ, ότι το Δικαστήριο μπορεί ακόμα και να αρκεστεί στην αναγνώριση της παραβίασης και τούτο να αποτελέσει τη θεραπεία χωρίς να επιδικάσει αποζημιώσεις. Η επιχειρηματολογία του δεν είναι βάσιμη, ούτε και το υπόβαθρο της υπαρκτό. Αναφορές, που υπάρχουν σε αποφάσεις του ΕΔΑΔ, ότι προέχει η αποκατάσταση της παραβίασης είναι, εξ αντικειμένου ανεφάρμοστες σε περιπτώσεις όπως η παρούσα, όπου οι παραβιάσεις κατέληξαν στο θάνατο. Οι υποθέσεις στις οποίες αναφορά γίνεται αμέσως πιο κάτω, αντανακλούν την προσέγγιση του ΕΔΑΔ στο ζήτημα. Αιτητής στην Oneryildiz ήταν ο επικεφαλής μιας οικογένειας που διέμενε σε παραγκούπολη δίπλα σε δημοτικό σκουπιδότοπο στην Κωνσταντινούπολη. Σύμφωνα με έκθεση εμπειρογνωμόνων που έγινε το 1991, ο σκουπιδότοπος λειτουργούσε κατά παράβαση των σχετικών κανονισμών και ήταν επικίνδυνος για την υγεία. Τον Απρίλιο του 1993 επεσυνέβηκε έκρηξη μεθανίου στον σκουπιδότοπο που προκάλεσε κατολισθήσεις που καταπλάκωσαν δέκα παράγκες που χρησιμοποιούνταν ως κατοικίες μεταξύ των οποίων και την παράγκα στην οποία διέμενε η οικογένεια του αιτητή. 39 πρόσωπα έχασαν τη ζωή τους μεταξύ των οποίων η σύζυγος και μια άλλη συμβία του αιτητή και επτά από τα δέκα παιδιά του. Την τραγωδία ακολούθησε έρευνα και δύο δήμαρχοι αντιμετώπισαν κατηγορίες για αμέλεια κατά την διεκπεραίωση των καθηκόντων τους. Όπως διαπίστωσε το ΕΔΑΔ, δεν διώχθηκαν ποινικά στη βάση σοβαρότερων άλλων ποινικών αδικημάτων που προνοούνταν στον τουρκικό ποινικό κώδικα και είχαν εφαρμογή στα περιστατικά της υπόθεσης. Ήταν η περαιτέρω διαπίστωση του ΕΔΑΔ ότι οι τουρκικές αρχές, σε διάφορα επίπεδα, γνώριζαν ή όφειλαν να γνωρίζουν ότι υφίστατο πραγματικός και άμεσος κίνδυνος στη ζωή και την υγεία των ανθρώπων που ζούσαν κοντά στο σκουπιδότοπο, αλλά, είτε απέτυχαν να λάβουν την απαιτούμενη δράση ή ακόμα αντιτέθηκαν στην υιοθέτηση των αναγκαίων επειγόντων μέτρων. Επιδικάστηκαν υπέρ του αιτητή χρηματικές αποζημιώσεις που περιελάμβαναν αποζημίωση για απώλεια πηγής εισοδήματος. Το επιμέρους αυτό κεφάλαιο των αποζημιώσεων προσομοιάζει με την απώλεια εξάρτησης που διεκδικείται στην παρούσα αγωγή. Επιδικάστηκαν ακόμα μη χρηματικές αποζημιώσεις για όσα υπέφερε ο αιτητής ως αποτέλεσμα των παραβιάσεων του άρθρου 2 της Σύμβασης που διαπιστώθηκαν. Αναφέρεται ότι το Δικαστήριο προβαίνοντας σε δίκαιο καθορισμό (equitable assessment) έλαβε υπόψη τις επιμέρους περιστάσεις της υπόθεσης, περιλαμβανομένης της οδύνης των τριών παιδιών του αιτητή που επιβίωσαν. Επιδικάστηκαν €33.750 για τον αιτητή και κάθε ένα από τα τρία παιδιά του, στο σύνολο €135.000 ως μη χρηματικές αποζημιώσεις. Στην Kontrova v. Slovakia (Appl.no.7510/04, Judgment 31.5.2007) η αιτήτρια είχε καταγγείλει στις αστυνομικές αρχές της Σλοβακίας όπου διέμενε το σύζυγο της. Η καταγγελία αφορούσε στο γεγονός ότι ο τελευταίος είχε οπλιστεί και απειλούσε να σκοτώσει τα δύο παιδιά τους και τον εαυτό του. Τέσσερεις ημέρες μετά πραγματοποίησε την απειλή του. Το ΕΔΑΔ κατέληξε ότι η Σλοβακία είχε ευθύνη κάτω από το άρθρο 2 της Σύμβασης για την αποτυχία της (των αστυνομικών της αρχών) να παρέμβει και να εξασφαλίσει τις ζωές των παιδιών της αιτήτριας. Επιδικάστηκε προς όφελος της αιτήτριας, ως μη χρηματικές αποζημιώσεις, το ποσό των €25.000. H Dink v. Turkey (Appl.no.2668/07, 6102/08, 30079/08, 7072/09 και 7124/09, Judgment 14.9.2010) αφορούσε τη δολοφονία στην Τουρκία τούρκου δημοσιογράφου από εξτρεμιστικά στοιχεία. Το ΕΔΑΔ κατέληξε ότι η Τουρκία απέτυχε στην υποχρέωση της να προστατέψει τη ζωή του δημοσιογράφου. Οι τουρκικές δυνάμεις ασφαλείας γνώριζαν για την έντονη εχθρότητα προς το δημοσιογράφο στους εθνικιστικούς κύκλους. Η αστυνομία είχε πληροφορίες για την πιθανότητα απόπειρας εξόντωσης του ακόμα και για την ταυτότητα των υπόπτων υποκινητών. Ο κίνδυνος δολοφονίας ήταν πραγματικός και επικείμενος. Επιδικάστηκε προς όφελος της συζύγου και των τριών παιδιών του δημοσιογράφου ως μη χρηματικές αποζημιώσεις το συνολικό ποσό των €100.000 και προς όφελος του αδερφού του ποσό €5.000. Στην Ιlbeyi Kemaloglu and Meriye Kemaloglu v. Turkey (Appl.no.19986/06, Judgment 10.4.2012) ο επτάχρονος γιός των αιτητών είχε βρεθεί νεκρός, παγωμένος από το κρύο κοντά σε ποτάμι στη διαδρομή που επιχείρησε να κάμει πεζός από το σχολείο του στο σπίτι. Οι μαθητές είχαν αφεθεί να σχολάσουν πριν την κανονική ώρα και το δημοτικό λεωφορείο που χρησιμοποιούσε ο επτάχρονος δεν είχε ειδοποιηθεί για το γεγονός ότι το σχολείο είχε κλείσει πιο νωρίς. Το ΕΔΑΔ διαπίστωσε παραβίαση της θετικής υποχρέωσης του Κράτους κάτω από το άρθρο 2 της Σύμβασης, να προστατέψει τη ζωή του επτάχρονου. Επιδικάστηκε προς όφελος των αιτητών ως μη χρηματικές αποζημιώσεις το συνολικό ποσό των €50.000. Στην Budayeva ο σύζυγος της αιτήτριας είχε σκοτωθεί ενώ βρισκόταν εντός της κατοικίας τους που κατέπεσε και τον καταπλάκωσε αφού κτυπήθηκε από κατολίσθηση λάσπης. Το ΕΔΑΔ κατέληξε ότι δεν υφίστατο δικαιολογία για την παράλειψη των αρχών να θέσουν σε εφαρμογή σχέδια διαμόρφωσης του εδάφους και πολιτικές για αντιμετώπιση κρίσεων σε μια επικίνδυνη περιοχή αναφορικά με την έκθεση των κατοίκων σε προβλεπτό θανάσιμο κίνδυνο. Οι διοικητικές παραλείψεις επηρέασαν αρνητικά την εφαρμογή σχεδίων και συνδέθηκαν αιτιολογικά με το θάνατο του συζύγου της αιτήτριας. Κρίθηκε ότι το Κράτος είχε αποτύχει να εκτελέσει τη θετική του υποχρέωση να εγκαθιδρύσει το νομικό και διοικητικό πλαίσιο που θα παρήχε αποτελεσματική αποτροπή έναντι των κινδύνων για τη ζωή, όπως απαιτείται από το άρθρο 2 της Σύμβασης. Επιδικάστηκαν υπέρ της αιτήτριας μη χρηματικές αποζημιώσεις ύψους €30.000. Εχοντας υπόψη το σύνολο των περιστάσεων της παρούσας υπόθεσης, τις συνθήκες που οδήγησαν στο θάνατο του Ανδρέα, τη συγγένεια της Ενάγουσας 1 και των θυγατέρων της με τον αποβιώσαντα, την Κυπριακή οικονομική πραγματικότητα και το ποσό της απώλειας, το Δικαστήριο κρίνει ότι το ορθό και δίκαιο ποσό μη χρηματικών αποζημιώσεων, που η κάθε μία, δικαιούνται για τα όσα αναμφίβολα έχει υποφέρει και θα υποφέρει και τον πόνο και την οδύνη από το θάνατο του αποβιώσαντα, είναι αυτό των €50.000. Οι Ενάγουσες αξιώνουν και τιμωρητικές ή και παραδειγματικές αποζημιώσεις στη βάση του βαθμού της υπαιτιότητας της Δημοκρατίας για το θάνατο του Ανδρέα και την αδιαφορία την οποία επέδειξε για τη ζωή του. Η νομολογία (βλ. Papakokkinou and Others v. Kanther
(1982)1 C.L.R. 65, Andrian Holdings Ltd. v. Δημοκρατίας
(1998)1(Γ) Α.Α.Δ. 1836, και άλλες) αναφέρει ότι η επιδίκαση τιμωρητικών αποζημιώσεων επιτρέπεται στις περιπτώσεις εκείνες που η διαγωγή του εναγόμενου είναι τόσο αξιόμεμπτη ώστε να αρμόζει η επιβολή τιμωρίας από πολιτικό δικαστήριο. Αξιόμεμπτη διαγωγή είναι εκείνη που συνοδεύεται από έντονα στοιχεία αλαζονείας, θρασύτητας ή αθέμιτου κίνητρου ή όταν τείνει να ταπεινώσει το θύμα του αδικήματος. Στην αγγλική απόφαση Rookes v. Barnard [1964] Α.C. 1129, όπου κατηγοριοποιήθηκαν οι περιπτώσεις όπου μπορεί να επιδικαστούν τέτοιες αποζημιώσεις, αναφέρεται ως μια κατηγορία η περίπτωση που λειτουργοί του Κράτους ενεργούν με καταπιεστικό ή αντισυνταγματικό τρόπο. Η αναφορά της εκπροσώπου του Γενικού Εισαγγελέα στη γραπτή της αγόρευση (σελ.20-21) ότι τα υπεύθυνα πρόσωπα δεν είναι εναγόμενοι στην παρούσα αγωγή και ότι δεν τέθηκε μαρτυρία ότι το ίδιο το Κράτος ενήργησε με ανάρμοστο τρόπο ή ενεθάρρυνε τις ενέργειες από τους αντιπροσώπους του, παραγνωρίζει την προαναφερθείσα συνταγματική πρόνοια (Αρθρο 172) και τις αρχές της εκ προστήσεως ευθύνης με βάση την οποία το Κράτος ευθύνεται για τις πράξεις και παραλείψεις των αξιωματούχων και αντιπροσώπων του. Η Δημοκρατία επέδειξε εγκληματική αδιαφορία για τη ζωή προσώπων, μεταξύ των οποίων και ο Ανδρέας. Όμως, τα όποια στοιχεία στη συμπεριφορά της Δημοκρατίας μπορούσαν να αποτελέσουν τη βάση για επιδικασμό τιμωρητικών ή και παραδειγματικών αποζημιώσεων έχουν ληφθεί υπόψη και έχουν προσμετρήσει στον καθορισμό των μη χρηματικών αποζημιώσεων που έχουν επιδικαστεί. Επιδικάστηκαν οι πιο πάνω αποζημιώσεις ακριβώς γιατί στην προκειμένη περίπτωση η Δημοκρατία δημιούργησε τον κίνδυνο και έχοντας τον πλήρη έλεγχο του φορτίου με εγκληματική αδιαφορία εξέθεσε τον αποβιώσαντα σε θανάσιμο κίνδυνο (βλ. Zander v. Sweden A 279-B par.30-35
(1994)και Simpson v. Attorney General [1994] 3 NZ LR 667, 678). Ζ. Ο τόκος Όπως έχει σημειωθεί, τα έξοδα διαχείρισης της περιουσίας του αποβιώσαντα συμφωνήθηκαν στο ποσό των €2.000 πλέον νόμιμο τόκο από την ημερομηνία της απόφασης, δηλαδή 4% από σήμερα μέχρι εξοφλήσεως. Περαιτέρω, όπως δηλώθηκε, το ποσό των €17.085,90 για απώλεια ή πένθος (bereavement) θα φέρει νόμιμο τόκο από 11.7.2011, δηλαδή 5,5% από 11.7.2011 και 4% από 1.1.2015 μέχρι εξοφλήσεως. Η εξάρτηση αφορά δύο κονδύλια. Το ποσό της εξάρτησης από την ημερομηνία του θανάτου μέχρι σήμερα (€163.125) είναι ορθό και δίκαιο να φέρει νόμιμο τόκο από το μέσο της σχετικής περιόδου, δηλ. 5,5% ετησίως από 11.12.2013 μέχρι 31.12.2014 και έκτοτε 4% ετησίως μέχρι εξόφλησης. Το ποσό της μελλοντικής απώλειας των εξαρτωμένων (€246,375) είναι ορθό και δίκαιο να φέρει νόμιμο τόκο 4% από σήμερα μέχρι εξοφλήσεως (βλ. Φρ. Νικολαϊδης, «Αποζημιώσεις για Σωματικές Βλάβες», 1996, παρ.1-26, σελ.33). Το ποσό των €200.000 που επιδικάστηκε ως μη χρηματικές αποζημιώσεις είναι ορθό και δίκαιο να φέρει νόμιμο τόκο από την ημερομηνία του θανάτου του αποβιώσαντα για τους ίδιους λόγους όπως και η απώλεια (bereavement) δηλαδή 5,5% από 11.7.2011 και 4% από 1.1.2015 μέχρι εξοφλήσεως. Η. Η κατά χάριν πληρωμή των €380.000 και οι περαιτέρω παραχωρήσεις Στην παρ.4 της Εκθεσης Υπεράσπισης γίνεται αναφορά στην οικονομική βοήθεια που το Κράτος έχει παραχωρήσει προς την οικογένεια του αποβιώσαντα. Αναφέρεται: «(ε) Κατά ή περί την 10.8.2011 με απόφαση του, το Υπουργικό Συμβούλιο ενέκρινε την παραχώρηση κατά χάριν οικονομικής βοήθειας και/ή άλλων ωφελημάτων στις οικογένειες των θυμάτων της έκρηξης στη Ναυτική Βάση στο Μαρί. (στ) Στην οικογένεια του αποβιώσαντος Ανδρέα Παπαδόπουλου χορηγήθηκε οικονομική βοήθεια ύψους €380.000- ήτοι €95.000 - για την σύζυγο του και €95.000 για το κάθε ανήλικο τέκνο του. (ζ) Επίσης εγκρίθηκε και η παραχώρηση υποτροφιών από το Ίδρυμα Κρατικών Υποτροφιών Κύπρου στο κάθε παιδί του αποβιώσαντος Ανδρέα Παπαδόπουλου για σπουδές στην Κύπρο ή στο εξωτερικό τόσο για προπτυχιακές όσο και για μεταπτυχιακές σπουδές. (η) Επίσης καταβλήθηκε φιλοδώρημα και καταβάλλεται σύνταξη χηρείας στη σύζυγο του αποβιώσαντος Ανδρέα Παπαδόπουλου από το Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων.» Είναι η θέση της Δημοκρατίας (παρ.4 (θ)) ότι: «...τα πιο πάνω και/ή άλλα ποσά και/ή οικονομική βοήθεια, τα οποία έχουν ήδη καταβληθεί και/ή θα καταβληθούν στη σύζυγο και στα παιδιά του αποβιώσαντος Ανδρέα Παπαδόπουλου καθώς και η παραχώρηση υποτροφιών για σπουδές των παιδιών του, όπως αναφέρεται πιο πάνω, καλύπτουν πλήρως και/ή υπερκαλύπτουν το ποσό αποζημιώσεων το οποίο νομιμοποιούνται να απαιτούν για το θάνατο του εν λόγω αποβιώσαντος και/ή ότι οι ενάγοντες έχουν εξοφληθεί πλήρως για όλες τις απαιτήσεις τους που απορρέουν από το θάνατο του εν λόγω αποβιώσαντος και ως εκ τούτου οι ενάγοντες εμποδίζονται και/ή δεν δικαιούνται να απαιτούν τις αποζημιώσεις που αξιούν ή οποιεσδήποτε άλλες αποζημιώσεις.» Στην Απάντηση σχολιάζεται και προβάλλονται θέσεις σε σχέση με την παρ.4 (θ) της Υπεράσπισης, όμως, δεν γίνεται άρνηση των υπολοίπων υποπαραγράφων που συνεπώς γίνονται παραδεκτές. Η σύζυγος του αποβιώσαντα ανάφερε κατά την αντεξέταση της ότι για τη θυγατέρα της Μαρία που σπουδάζει στο Ηνωμένο Βασίλειο λαμβάνει το ποσό των €10.000 ετησίως. Το ποσό καλύπτει τα δίδακτρα του πανεπιστημίου που είναι €9.
  1. Αποδέχτηκε ότι και οι άλλες θυγατέρες της θα σπουδάσουν με κυβερνητική υποτροφία που αφορά μόνο τα δίδακτρα. Ανάφερε, ακόμα, η σύζυγος του αποβιώσαντα ότι λαμβάνει σύνταξη χηρείας ύψους €2.032,
  2. Η ανάλυση του ποσού που αναφέρεται στη γραπτή αγόρευση του εκπροσώπου του Γενικού Εισαγγελέα (σελ.6) δεν τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου είτε ως παραδεκτό γεγονός είτε με μαρτυρία. Έγινε παραδεκτό γεγονός (Τεκμ.1) ότι: «Ο Εναγόμενος κατέβαλε στους Ενάγοντες ή/και στους εξαρτώμενους του αποβιώσαντα κατά χάριν ωφέλημα €95.000,00 εις έκαστο και συνολικά €380.000,00 (τριακόσιες ογδόντα χιλιάδες ευρώ). Αμφότεροι οι διάδικοι επιφυλάσσουν το δικαίωμα τους αναφορικά με το κατά πόσο το εν λόγω ποσό θα πρέπει να συνυπολογιστεί ή/και αφαιρεθεί από τις αποζημιώσεις που διεκδικούν οι ενάγοντες». Η σύζυγος του αποβιώσαντα μαρτύρησε ότι τα ποσά βρίσκονται κατατεθειμένα σε ξεχωριστούς έντοκους λογαριασμούς στο όνομα της ιδίας και της κάθε θυγατέρας της. Δεν ξεκαθαρίζεται κατά πόσο το επίδικο ζήτημα των ωφελημάτων για τα οποία προβάλλεται η θέση ότι θα μπορούσαν να ληφθούν υπόψη στον καθορισμό των αποζημιώσεων έχει περιοριστεί στο ποσό των €380.
  3. Όμως, έτσι φαίνεται να το προσεγγίζει και ο εκπρόσωπος του Γενικού Εισαγγελέα στη γραπτή του αγόρευση (σελ.4, τελευταία παρ. και σελ.18, παρ.2). Η σύζυγος του αποβιώσαντα μαρτύρησε ότι όταν τα ποσά τους δόθηκαν διαλαλούσαν (οι κυβερνητικοί αξιωματούχοι) ότι τους βοηθούσαν ανθρωπιστικά και ουδέποτε τους ειπώθηκε ότι τους τα έδιναν έναντι των αξιώσεων τους. Λεγόταν ότι ήταν ωφελήματα και είχαν γίνει και δηλώσεις στον τύπο της εποχής για το γεγονός ότι τα ποσά δίνονταν κατά χάρη. Σημειώνει ότι δόθηκε το ίδιο ποσό σε κάθε συγγενή θύματος της έκρηξης στο Μαρί, προσέγγιση που καταδεικνύει ότι το ποσό δεν συνδέεται με την πραγματική απώλεια του κάθε συγγενή. Βασική αρχή είναι ότι η αποζημίωση πρέπει να αντικατοπτρίζει την πραγματική απώλεια του ενάγοντα και συγκεκριμένα ωφελήματα που αυτός λαμβάνει και τα οποία δεν είναι απομακρυσμένα από την αδικοπραγία να συνυπολογίζονται ώστε να αποφεύγεται η διπλή αποζημίωση. Ως σχετικές με το ζήτημα παρουσιάζονται οι πιο κάτω πρόνοιες στον περί Αστικών Αδικημάτων Νόμο, Κεφ.148: «
  4. Κανένα πρόσωπο το οποίο έτυχε αποζημίωσης ή άλλης θεραπείας για αστικό αδίκημα, ούτε πρόσωπο που προβάλλει αξίωση μέσω αυτού, δεν τυγχάνει περαιτέρω αποζημίωσης για το εν λόγω αστικό αδίκημα.
  5. Κατά τον υπολογισμό της αποζημίωσης που πρέπει να πληρωθεί εξαιτίας αστικού αδικήματος δεν λαμβάνεται καθόλου υπόψη οποιοδήποτε ποσό— (α) Το οποίο πληρώθηκε ή το οποίο πρέπει να πληρωθεί βάσει σύμβασης ασφάλειας ή ασφάλισης σε σχέση με το αστικό αυτό αδίκημα· (β) το οποίο καταβλήθηκε ή το οποίο πρέπει να καταβληθεί από το Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων ως παροχή ή επίδομα σε ασφαλισμένο πρόσωπο συνεπεία των ίδιων περιστάσεων οι οποίες δημιουργούν τη νομική υποχρέωση για αποζημίωση σε σχέση με το αστικό αυτό αδίκημα.» Tόσο ο δικηγόρος των Εναγουσών όσο και ο εκπρόσωπος του Γενικού Εισαγγελέα επικαλούνται στην αγόρευση τους την Ιακώβου ν. Παπαδάκη κ.α.
(2000)1(Γ) Α.Α.Δ. 2079, παραθέτοντας εκτενή αποσπάσματα. Στην Ιακώβου ο Εφεσείοντας εθνοφρουρός είχε υποστεί σοβαρούς τραυματισμούς ενώ βρισκόταν σε εντεταλμένη υπηρεσία σε στρατιωτική μονάδα της Εθνικής Φρουράς. Στις αποζημιώσεις που επιδικάστηκαν στον εφεσείοντα λήφθηκαν υπόψη τα ποσά τα οποία του είχαν καταβληθεί και θα συνεχίζονταν να του καταβάλλονται από το Ταμείο Ανακουφίσεως Παθόντων δυνάμει του περί Ανακουφίσεων Παθόντων Νόμου του 1988. Ετσι, το επιδικασθέν ποσό μειώθηκε ανάλογα. Αναφέρεται στην απόφαση του Εφετείου ότι: «Το αγγλικό κοινοδίκαιο έχει αναγνωρίσει δύο παροχές οι οποίες δεν μπορούν να λαμβάνονται υπόψη κατά τον καθορισμό των αποζημιώσεων. Αυτές είναι: το προϊόν ασφαλιστικού συμβολαίου και το προϊόν φιλανθρωπίας (the proceeds of benevolence) (Βλ. Nabi v. British Leyland (U.K.) Ltd
(1980)1 W.L.R. 529, 532). Στη θεμελιακή απόφαση Parry v. Cleaver
(1970)A.C. 1 (H.L.) επεξηγείται (στη σελ. 14) ότι ο πραγματικός και ουσιαστικός λόγος για τον οποίο οι εισπράξεις δυνάμει ασφαλιστικού συμβολαίου δεν πρέπει να λαμβάνονται υπόψη είναι γιατί ο ίδιος ο ενάγων τις έχει αγοράσει και ότι θα ήταν άδικο και παράλογο να κριθεί ότι τα χρήματα τα οποία με σύνεση δαπάνησε για πληρωμή ασφαλίστρων και το εξ΄ αυτών όφελος θα προκύψει προς όφελος του αδικοπραγήσαντος. Σε σχέση με το προϊόν φιλανθρωπίας επεξηγείται (βλ. σελ. 14) ότι θα ήταν αηδιαστικό για το αίσθημα δικαιοσύνης του μέσου ανθρώπου και επομένως αντίθετο με τη δημόσια πολιτική, να μειωθούν οι αποζημιώσεις του θύματος έτσι ώστε να μη επωφεληθεί τίποτε από τη φιλανθρωπία των φίλων του ή των συγγενών του ή του κοινού εν γένει και ότι ο μόνος που θα επωφεληθεί θα είναι ο αδικοπραγήσας. Πριν από την απόφαση της Δικαστικής Επιτροπής της Βουλής των Λόρδων στην British Transport Commission v. Gourley
(1956)A.C. 185 τα δικαστήρια, κατά το κοινοδίκαιο, δεν προέβαιναν σε αφαίρεση από τις αποζημιώσεις που επεδίκαζαν στο θύμα αστικού αδικήματος για την απώλεια της εισοδηματικής του ικανότητας γιατί μέρος της απώλειας του είχε καταβληθεί ή θα του καταβαλλόταν με τη μορφή ωφελημάτων από τρίτους με τους οποίους ο εναγόμενος δεν είχε οποιαδήποτε σχέση. Ωστόσο η υπόθεση Gourley (πιο πάνω) εγκαινίασε μια τάση η οποία ευνοούσε τις αφαιρέσεις. ΄Ετσι στις υποθέσεις Lindstedt v. Wimborne S.S. Co.
(1949)83 Ll.L.R. 19 και Foxley v. Olton
(1965)2 Q.B. 306 το ανεργιακό επίδομα αφαιρέθηκε πρωτόδικα και από το Εφετείο στην Parsons v. B.N.M. Laboratories
(1969)1 Q.B. 306. Οι δύο πρώτες αποφάσεις αφορούσαν υποθέσεις σωματικής βλάβης. Η τελευταία ήταν υπόθεση παράνομης απόλυσης. Το Εφετείο έκρινε ότι δεν θα ήτο ρεαλιστικό να αγνοηθεί το επίδομα ανεργίας. Σύμφωνα με τον McGregor on Damages, 15η έκδοση, παραγ. 1481, αυτή η τάση έχει κάπως διακοπεί από την κατά πλειοψηφία απόφαση της Δικαστικής Επιτροπής της Βουλής των Λόρδων στην Parry v. Cleaver (πιο πάνω) με την οποία όλες οι πιο πάνω αποφάσεις έχουν τεθεί σε κίνδυνο. Σταδιακά όμως η πιο πάνω τάση άρχισε και πάλι να αναβιώνει (βλ. Nabi v. British Leyland U.K. (πιο πάνω), Lincoln (πιο πάνω) και Westwood v. Secretary of State for Employment
(1985)A.C. 20). Στη Νabi (πιο πάνω) το Εφετείο ακολούθησε την Parsons (πιο πάνω) παρόλο ότι υπέδειξε ότι η τελευταία έπρεπε να αναθεωρηθεί από τη Δικαστική Επιτροπή της Βουλής των Λόρδων. Παρά την τελευταία θέση που διατυπώθηκε στη Nabi (πιο πάνω) τα δικαστήρια με αυξητική τάση ελάμβαναν υπόψη έναντι της απώλειας εισοδημάτων τα παράπλευρα (collateral) οφέλη που παρέχονται δυνάμει νομοθεσίας άλλης από την περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων Νομοθεσία. Το πρώτο ήταν το συμπληρωματικό όφελος που παρέχεται δυνάμει της Supplementary Benefits Act, 1976. ΄Ηταν αντικείμενο εξέτασης στην Lincoln (πιο πάνω). Στον ενάγοντα είχε καταβληθεί χορηγία δυνάμει του αρ. 1 της Supplementary Benefits Act, 1976 για την περίοδο μεταξύ του ατυχήματος και της δίκης. Το πρωτόδικο δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη τη χορηγία κατά τον καθορισμό των αποζημιώσεων. Το Εφετείο εξέτασε την αρχή που διέπει τα συμπληρωματικά οφέλη (supplementary benefits). Μετά από ταλάντευση ανάμεσα στην αφαίρεση και τη μη αφαίρεση το Εφετείο επικύρωσε την πρώτη λύση. Εξέτασε την αρχή του ζητήματος και κατέληξε στο καθαρό συμπέρασμα ότι η αφαίρεση ήταν η πρέπουσα λύση. ΄Εθεσε το ερώτημα κατά πόσο με την παροχή του οφέλους το κοινοβούλιο είχε πρόθεση όπως ο ενάγων απολαμβάνει το όφελος ανεξάρτητα από την καταβολή αποζημιώσεων. Και συνέχισε ως εξής στη σελ. 492: .................................................................................................. "Η αρχή είναι σαφής. Ένας ενάγων δικαιούται σε αποζημίωση για την απώλεια που έχει υποστεί λόγω του αστικού αδικήματος. Τίποτε περισσότερο, τίποτε ολιγότερο. ΄Ενας ενάγων δεν μπορεί να ανακτήσει περισσότερα από αυτά που έχασε. Από την άλλη τα πλήρως παράπλευρα (collateral) οφέλη δεν πρέπει να υπολογίζονται. Το κατά πόσο οφέλη είναι ή δεν είναι παράπλευρα εξαρτάται από το κατά πόσο είναι ή δεν είναι πολύ απομακρυσμένα και κατά την εξέταση αυτού του ζητήματος το δικαστήριο πάντοτε θα εξετάζει τις πραγματικότητες: βλ. British Transport Commission v. Gourley
(1956)A.C. 185. ΄Εχουν γενικώς αποκλειστεί δύο κατηγορίες: ποσά που λήφθηκαν δυνάμει ασφαλιστικού συμβολαίου εφόσον είναι πληρωτέα δυνάμει των συμβατικών δικαιωμάτων του ενάγοντα έναντι της ασφαλιστικής εταιρείας και ποσά που προέρχονται από φιλανθρωπία. Τα τελευταία δεν έχουν αφαιρεθεί γιατί τεκμαίρεται ότι ο δωρητής είχε πρόθεση όπως μη αφαιρούνται. ΄Οπου, όπως είναι εδώ η περίπτωση, δεν υπάρχει ένδειξη στο νόμο για την πρόθεση του νομοθέτη θέτω το ερώτημα κατά πόσο η πληρωμή παράπλευρων οφελών είναι τόσο απομακρυσμένη από τη ζημιά που προκλήθηκε κατά το ατύχημα που δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη; Οι πληρωμές έγιναν στον ενάγοντα γιατί βρισκόταν σε ανάγκη σαν άμεση συνέπεια των τραυμάτων που έχει υποστεί στο ατύχημα. ΄Εγιναν δικαιωματικά και εάν δεν είναι αφαιρετέες από τις αποζημιώσεις του ο ενάγων, σε εκείνη την έκταση, θα πετύχει διπλή αποζημίωση κάτι το οποίο είναι αντίθετο προς τη βασική αρχή των ζημιών ως αποζημιώσεις για την απώλεια που έχει πράγματι υποστεί. Με το να πούμε ότι είναι εσφαλμένο όπως ο αδικοπραγείσας επωφεληθεί από την πληρωμή του παράπλευρου οφέλους, μου φαίνεται ότι αγνοούμε τις πραγματικότητες της διαδικασίας για προσωπικές βλάβες. Στη μεγάλη πλειοψηφία των υποθέσεων οι αποζημιώσεις πληρώνονται από την ασφαλιστική εταιρεία και οι συνέπειες της μη αφαίρεσης του παράπλευρου οφέλους θα είναι η αύξηση των ασφαλίστρων για τους εργοδότες και για τους αυτοκινητιστές οι οποίοι μαζί αποτελούν ένα μεγάλο μέρος του κοινού. Περιπλέον, εάν το συμπληρωματικό όφελος δεν είναι αφαιρετέο, θα είναι προς το συμφέρον των εναγόντων να μην προχωρούν ταχέως με τις απαιτήσεις τους έτσι ώστε να επαυξάνεται το στοιχείο της διπλής ανάκτησης." Το σκεπτικό της Lincoln (πιο πάνω) έτυχε εφαρμογής από το δικό μας Εφετείο στην Mitheo Ltd v. Koudounas
(1988)1 C.L.R. 796. Σαν αποτέλεσμα της υιοθέτησης κρίθηκε ότι τα κοινωνικά ωφελήματα που ήταν πληρωτέα δυνάμει του Ταμείου Κοινωνικών Ασφαλίσεων ήταν αφαιρετέα από το ποσό των ειδικών αποζημιώσεων που είχε επιδικασθεί. Αντίθετη κατάληξη - υπέδειξε το Εφετείο - θα ισοδυναμούσε με επιδίκαση διπλής αποζημίωσης, κάτι το οποίο είναι αντίθετο προς τη βασική αρχή των ζημιών ως αποζημίωσης για την πραγματική απώλεια που έχει υποστεί ο ενάγων. Επίσης στην Hussain v. New Taplow Paper Mills
(1988)1 All E.R. 541 η Δικαστική Επιτροπή της Βουλής των Λόρδων έκρινε ότι ακόμη και όπου οι εργοδότες έχουν δημιουργήσει ασφαλιστικό σχέδιο δυνάμει του οποίου το επίδομα ασθενείας που πληρώνουν στους υπαλλήλους τους επιστρέφεται στους εργοδότες δυνάμει του σχεδίου, το επίδομα ασθενείας που πληρώνεται ένας από τους υπαλλήλους τους πρέπει πάλιν να ληφθεί υπόψη κατά τον καθορισμό της απώλειας απολαβών στην αγωγή του υπαλλήλου για σωματικές βλάβες. Ο Lord Bridges έθεσε το θέμα ως εξής στη σελ. 548: .................................................................................................. "Θετικά παραβιάζεται το δικό μου αίσθημα δικαιοσύνης όταν ένας ενάγων ο οποίος σίγουρα δεν έχει καταβάλει ασφάλιστρα, πρέπει να παίρνει πλήρη ημερομίσθια στη διάρκεια της ανικανότητας του να εργασθεί από δύο διαφορετικές πηγές, τον εργοδότη του και τον αδικοπραγήσαντα. Μου φαίνεται ακόμη περισσότερο άδικο και ανώμαλο, όπου όπως συμβαίνει εδώ, ο εργοδότης και ο αδικοπραγήσας είναι ένα και το αυτό." ΄Οπως παρατηρείται στον McGregor (παραγ. 1483) αυτό το αποτέλεσμα θεωρήθηκε ως πλήρως συμβατό με την Parry v. Cleaver (πιο πάνω). Η αρχή που διατυπώθηκε στην Hussain (πιο πάνω) καλύπτει τόσο την απώλεια απολαβών μέχρι τη δίκη όσο και την απώλεια μελλοντικών απολαβών.» Στη συνέχεια, το Εφετείο ανέφερε σε σχέση με τις περιστάσεις της ενώπιον του υπόθεσης: «Κρίνουμε ότι η επίδικη παροχή δεν είναι τόσο απομακρυσμένη που δεν πρέπει να λαμβάνεται υπόψη. Επομένως ορθά λήφθηκε υπόψη. Με τη θέσπιση του Νόμου 114/88 ο Νομοθέτης δεν είχε πρόθεση να αποζημιώνεται διπλά μέλος της Εθνικής Φρουράς που υφίσταται κακώσεις στη διάρκεια της υπηρεσίας του στη Δύναμη. Ακόμη και αν η επίδικη παροχή ήθελε θεωρηθεί ως φιλανθρωπική παροχή και πάλιν έπρεπε να είχε ληφθεί υπόψη. Είναι αλήθεια ότι στην Parry v. Cleaver (πιο πάνω) δεν αποφασίσθηκε κατά πόσο τα κριτήρια δυνάμει των οποίων δεν λαμβάνονται υπόψη οι φιλανθρωπικές παροχές τυγχάνουν εφαρμογής και στην περίπτωση της κρατικής φιλανθρωπίας με τη μορφή μη συμφωνηθέντος οφέλους από το Κράτος Πρόνοιας. Υποδείχθηκε, όμως, ότι μπορεί να υποτεθεί ότι το Κοινοβούλιο δεν έχει πρόθεση να θεωρηθούν προς όφελος του αδικοπραγήσαντος. Ωστόσο στην απόφαση του Εφετείου στην Hussain (πιο πάνω)
(1987)1 All E.R. 417, 428 υποδείχθηκε ότι ο κανόνας αποκλεισμού των κατά χάριν πληρωμών (ex gratia) εφαρμόζεται στις περιπτώσεις όπου υπεύθυνος είναι κάποιος τρίτος και ότι πρέπει να υπάρχει εξαίρεση στο γενικό κανόνα στις περιπτώσεις που η κατά χάριν πληρωμή προέρχεται από τον ίδιο τον αδικοπραγήσαντα. Στην παρούσα υπόθεση αποτελεί κοινό έδαφος ότι τόσο η επίδικη παροχή όσο και το ποσό της αποζημίωσης που έχει επιδικασθεί από το πρωτόδικο δικαστήριο έχουν κοινή προέλευση. Θα καταβληθούν από τον ίδιο τον αδικοπραγήσαντα - το Κράτος - από τα Κρατικά Ταμεία. Επομένως δεν επωφελείται οποιοσδήποτε τρίτος με το να λαμβάνεται υπόψη για σκοπούς καθορισμού των αποζημιώσεων η επίδικη παροχή. Κατά συνέπεια, έστω και αν η επίδικη παροχή αποτελεί προϊόν φιλανθρωπίας του Κράτους, αυτή πρέπει να λαμβάνεται υπόψη για τους λόγους που έχουν υποδειχθεί στην Hussain (πιο πάνω). Αντίθετη κατάληξη θα είχε σαν συνέπεια να πετύχει διπλή αποζημίωση ο εφεσείων πορεία που είναι αντίθετη προς την βασική αρχή που διέπει την επιδίκαση αποζημιώσεων (βλ. Lincoln, πιο πάνω). Πρέπει να υπογραμμίσουμε ότι έρεισμα της κατάληξης μας είναι: (α) Το γεγονός ότι ο εφεσείων έχει αξιώσει αποζημιώσεις για τραύματα που υπέστη στη διάρκεια της υπηρεσίας του στην Εθνική Φρουρά και ότι η επίδικη παροχή του έχει χορηγηθεί λόγω της υπηρεσίας του στην Εθνική Φρουρά. (β) Το γεγονός της κοινής ταυτότητας του αδικοπραγήσαντος με το Τ.Α.Π.. Δεν εξετάσαμε, γιατί δεν χρειάζεται, κατά πόσο οι πληρωμές από το Τ.Α.Π. θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη και στις περιπτώσεις που ο αδικοπραγήσας είναι άλλος από το Κράτος.» Η πληρωμή των €380.000 δεν αφορούσε πληρωμή στην οποία οι Ενάγουσες δικαιούνταν είτε στη βάση νόμου είτε στη βάση ασφαλιστικής ή άλλης σύμβασης. Όπως έγινε παραδεκτό ο Εναγόμενος κατέβαλε στους εξαρτώμενους του αποβιώσαντα «κατά χάριν ωφέλημα» το πιο πάνω ποσό. Δεν αναφέρεται ότι υφίστατο νομική ή συμβατική προς τούτο υποχρέωση του Κράτους. Προκύπτει ότι το ποσό αυτό είναι αυτό για το οποίο γίνεται αναφορά στην παρ.4 (ε) και (στ) της Εκθεσης Υπεράσπισης και αφορά σε παραχώρηση κατά χάριν οικονομικής βοήθειας κατόπιν απόφασης του Υπουργικού Συμβουλίου ημερ. 10.8.2011. Όπως διαφάνηκε εκ των υστέρων και επιβεβαιώνεται με την παρούσα Απόφαση, το Κράτος, υπαίτιο για την έκρηξη, είχε από τη στιγμή εκείνη νομική υποχρέωση αποζημίωσης των θυμάτων και των οικογενειών τους. 'Ο,τι δεν υφίστατο ήταν η υποχρέωση καταβολής του συγκεκριμένου ή άλλου ποσού στο στάδιο εκείνο. Το ανεργιακό επίδομα που κατά την Αγγλική νομολογία (Gourley, Lindstedt, Foxley, Parsons και Nabi) κρίθηκε ότι δεν θα ήταν ρεαλιστικό να αγνοηθεί, ήταν κατοχυρωμένο από το νόμο. Aκόμα και όπου η πληρωμή προς το θύμα εδραζόταν σε νόμο, τα Δικαστήρια εξέταζαν την πρόθεση του νομοθέτη, κατά πόσο δηλαδή το Κοινοβούλιο είχε πρόθεση όπως το θύμα απολαύσει το όφελος της πληρωμής ανεξάρτητα από την καταβολή αποζημιώσεων. Σύμφωνα με την Lincoln v. Hayman and Another
(1982)1 W.L.R. 488, πλήρως παράπλευρα οφέλη δεν πρέπει να υπολογίζονται και το κατά πόσο είναι τέτοια εξαρτάται από το κατά πόσο είναι ή δεν είναι πολύ απομακρυσμένα. Όπως αναφέρεται, κατά την εξέταση αυτού του ζητήματος το Δικαστήριο πάντοτε θα εξετάζει τις πραγματικότητες. Στην προκειμένη περίπτωση όπου η πληρωμή έγινε ενώ δεν υφίστατο, όπως πιο πάνω έχει εξηγηθεί, νομική ή συμβατική προς τούτο υποχρέωση του Κράτους, αυτή λαμβάνει τη μορφή φιλανθρωπίας και όπως έγινε παραδεκτό γεγονός συνιστούσε «κατά χάριν ωφέλημα». Εάν η πρόθεση του Εναγόμενου ήταν όπως το ποσό θεωρηθεί προς εξόφληση ή έναντι των αποζημιώσεων στις οποίες οι εξαρτώμενοι του αποβιώσαντα θα δικαιούνταν, ήταν ότι πιο εύκολο αυτό να διευκρινιστεί κατά την πληρωμή. Ακόμα, και χωρίς παραδοχή ευθύνης, να πληρώσει με τη συνεννόηση ότι εάν η Δημοκρατία ήθελε κριθεί υπόλογη τα ποσά να λογιστούν έναντι της υποχρέωσης της να αποζημιώσει. Η απόφαση του Εφετείου στην Ιακώβου αφορούσε και αυτή ποσά που είχαν καταβληθεί και θα καταβάλλονταν δυνάμει νόμου. Ωστόσο, στο τελευταίο απόσπασμα που παρατίθεται πιο πάνω, το Εφετείο προχώρησε, εκτός του λόγου της απόφασης (obiter), να σημειώσει ότι, έστω και αν η επίδικη παροχή αποτελεί προϊόν φιλανθρωπίας του Κράτους, όταν το Κράτος είναι ο αδικοπραγήσαντας, αυτή πρέπει να λαμβάνεται υπόψη. Η αναφορά έγινε με παραπομπή στην Hussain. Στην Hussain αδικοπραγήσαντας δεν ήταν το Κράτος. Ούτε η κατά χάριν πληρωμή είχε γίνει από το Κράτος. Η Hussain παρά το ότι διατυπώνει μια γενική προσέγγιση ότι του κανόνα ότι οι φιλανθρωπίες δεν λαμβάνονται υπόψη εξαιρείται η περίπτωση που η κατά χάριν πληρωμή προέρχεται από τον αδικοπραγήσαντα, αφορούσε πληρωμή από εργοδότη που είχε ευθύνη για τον τραυματισμό του εργοδοτούμενου του. Η ουσία είναι ότι η Hussain, όπως στην ίδια την απόφαση αναφέρεται, αποφασίστηκε στη βάση της δημόσιας πολιτικής που θα έπρεπε να διέπει το ζήτημα. Έτσι, η αναφορά του Εφετείου στην Ιακώβου δεν θα πρέπει να προσεγγιστεί ως απόλυτο αξίωμα, αλλά ως μια γενική προσέγγιση η οποία μπορεί σε ιδιάζουσες περιστάσεις να μην εφαρμόζεται και ειδικά όπου η δημόσια πολιτική, που ήταν το σημείο κρίσης στην Hussain, συνηγορεί υπέρ του αντιθέτου. Λόγοι δημόσιας πολιτικής επιβάλλουν όπως το Δικαστήριο προσεγγίσει το ζήτημα με τέτοιο τρόπο ώστε να αποδώσει το κύρος που επιβάλλεται στην απόφαση και την επιθυμία του Κράτους, όπως αποκαλύπτεται μέσα από το παραδεκτό γεγονός, να παραχωρήσει χαριστικά και στη μορφή φιλανθρωπίας το ποσό των €95.000 σε κάθε ένα από τους εξαρτώμενους του αποβιώσαντα. Η Δικαστική εξουσία δεν πρέπει να παρέμβει στην προκειμένη περίπτωση και ουσιαστικά να ανατρέψει την ενέργεια και πολιτική απόφαση της Εκτελεστικής εξουσίας. Στο σύγγραμμα Μunkman on Damages for Personal Injuries and Death, του G.Exall, 20η έκδ. (σελ.162, παρ. 17.18) γίνεται αναφορά στην Gaca v. Pirellis General Plc [2004] 3 All ER 348, όπου το Αγγλικό Εφετείο επανεξέτασε το ζήτημα των εθελοντικών πληρωμών που γίνονται από τον εναγόμενο. Αποφασίστηκε ότι κατά χάρη πληρωμές που γίνονται σε θύματα αδικοπραγίας συνήθως δεν εμπίπτουν στην εξαίρεση της φιλανθρωπίας, ακόμα και όταν φαίνεται ότι οι πληρωμές έγιναν για λόγους φιλανθρωπίας. Μπορεί όμως, αναφέρεται, να υπάρχει εξαίρεση όταν ο εναγόμενος ρητά δηλώνει ότι η πληρωμή γίνεται ως δώρο και στη βάση ότι δεν θα αφαιρεθεί από τις αποζημιώσεις. Προς τούτο είναι αναγκαίο να υπάρχει ρητή αναφορά. Σχετική επί του προκειμένου είναι η αναντίλεκτη μαρτυρία της συζύγου του αποβιώσαντα ότι όταν δόθηκαν τα χρήματα διαλαλείτο (από τους κυβερνητικούς αξιωματούχους) ότι τους βοηθούσαν ανθρωπιστικά. Στην Λαζάρου ν. Νέμεσις Εργοληπτική Δημόσια Εταιρεία Λτδ
(2011)1(Β) Α.Α.Δ. 1325, 1344-7, εξετάζεται το ζήτημα κατά πόσο ωφελήματα από το δημόσιο είναι αφαιρετέα από το ποσό των ειδικών αποζημιώσεων που δικαιούται ο τραυματίας. Καταλήγει η απόφαση ότι γενικώς θεωρείται ότι η παραγνώριση ωφελήματος είναι δίκαιη όταν το ωφέλημα προκύπτει από χρήματα που δόθηκαν από ή εκ μέρους του τραυματία, τα οποία λόγω πρόνοιας και σύνεσης, ο τραυματίας επένδυσε κατά τον ορθό τρόπο και προς όφελος του, ακριβώς για να καλύψει και την περίπτωση ατυχήματος. Περαιτέρω, σημειώνεται, ο σκοπός του ωφελήματος αναγνωρίζεται ως ουσιαστικός παράγοντας για την εξαίρεση του από το συνυπολογισμό των αποζημιώσεων ώστε αυτές να μειώνονται. Στην παρούσα υπόθεση δεν έχει προσφερθεί μαρτυρία κατά πόσο η σύνταξη χηρείας που η σύζυγος του αποβιώσαντα λαμβάνει, προέρχεται από εισφορές του Ανδρέα σε σχετικό ταμείο και κατά πόσο λαμβάνεται δικαιωματικά ή χαριστικά. Ελλείπουν τα στοιχεία εκείνα που θα μπορούσαν να βοηθήσουν στην ταξινόμηση του ωφελήματος σύμφωνα με τις κατευθύνσεις που δόθηκαν στην Ιακώβου και Λαζάρου. Πέραν των πιο πάνω προκύπτει ότι όταν η περίπτωση δεν αφορά τραυματισμό και αποζημίωση του τραυματία, αλλά θάνατο και αποζημίωση των οικείων ή εξαρτωμένων του, το ζήτημα είναι πιο ξεκάθαρο. Το άρθρο 58
(19)του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ.148, προνοεί ότι: «Ωφελήματα τα οποία έχουν περιέλθει ή θα περιέλθουν ή δύνανται να περιέλθουν σε οποιοδήποτε πρόσωπο από την κληρονομιά ή άλλως ως αποτέλεσμα του θανάτου του δεν θα υπολογίζονται σε αγωγή κατά τον υπολογισμό των αποζημιώσεων για το θάνατο του». Το άρθρο 58
(19)είναι πανομοιότυπο με το άρθρο 4 του Fatal Accidents Act 1976, όπως αντικαταστάθηκε με το Administration of Justice Act 1982 και το οποίο αναφέρει ότι: «In assessing damages in respect of a person's death under this Act, benefits which have accrued or will or may accrue to any person from his estate or otherwise as a result of his death shall be disregarded». Αξίζει να σημειωθεί ότι το άρθρο 58
(19)εισάχθηκε με τον περί Αστικών Αδικημάτων (Τροποποιητικό) Νόμο του 1985 (Ν.156/85). Στην Pidduck v. Eastern Scottish Omnibuses Ltd [1989] 2 All E.R. 261, μετά το θάνατο του συζύγου της η χήρα εισέπραξε από την τράπεζα όπου εργαζόταν ο σύζυγος της επίδομα χηρείας και εφάπαξ ποσό. Αποφασίστηκε ότι τόσο το επίδομα όσο και το εφάπαξ ποσό καλύπτονταν από το άρθρο 4 του Fatal Accidents Act 1976 και επομένως έπρεπε να αγνοηθούν κατά τον υπολογισμό της εξάρτησης της. Στην Arnup v. M.W.White Ltd [2008] Ι.C.R. 1064 CA., αποφασίστηκε ότι όλα τα ωφελήματα που είχε η χήρα ως αποτέλεσμα του θανάτου του συζύγου της έπρεπε, στη βάση του άρθρου 4 του Fatal Accidents Act 1976, να αγνοηθούν. Αναφέρεται στην απόφαση ότι δεν είναι πλέον σημαντικό να αποφασίζεται κατά πόσο το υπό εξέταση ωφέλημα προκύπτει ως αποτέλεσμα του θανάτου. Εάν προκύπτει ως αποτέλεσμα του θανάτου καλύπτεται από το άρθρο και δεν πρέπει να συνυπολογίζεται στις αποζημιώσεις, ενώ εάν δεν προκύπτει ως αποτέλεσμα του θανάτου πρέπει να αγνοείται. Είναι η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι τα ποσά των €95.000 που καταβλήθηκαν σε κάθε μία από τις εξαρτώμενες του αποβιώσαντα και οποιαδήποτε άλλα ωφελήματα είχαν ή θα έχουν ως αποτέλεσμα του θανάτου του, δεν πρέπει να ληφθούν υπόψη στον καθορισμό των αποζημιώσεων που αυτές δικαιούνται συνεπεία του θανάτου του. Θ. Η κατάληξη Εκδίδεται απόφαση υπέρ των Εναγουσών και εναντίον του Εναγόμενου για το ποσό των €628.585,90. Το ποσό των €217.085,90 (€200.000 συν €17.085,90) θα φέρει τόκο 5,5% από 11.7.2011 μέχρι 31.12.2014 και 4% από 1.1.2015 μέχρι εξοφλήσεως. Το ποσό των €163.125 θα φέρει τόκο 5,5% από 11.12.2013 μέχρι 31.12.2014 και 4% από 1.1.2015 μέχρι εξοφλήσεως. Το ποσό των €248.375 (€246.375 συν €2.000) θα φέρει τόκο 4% από σήμερα μέχρι εξοφλήσεως. Νοείται ότι οι Ενάγουσες έχουν την ευθύνη να αποδώσουν τους εξαρτώμενους συγγενείς του αποβιώσαντα τα ποσά που τους αναλογούν και έχουν καθοριστεί πιο πάνω. Καθ΄ όσον αφορά το ποσό που αναλογεί στη Μικαέλλα, που εξακολουθεί να είναι ανήλικη, αυτό να κατατεθεί κατά ½ σε δύο τραπεζικά ιδρύματα και σχετικές προς τούτο αποδείξεις να παρουσιαστούν στον Πρωτοκολλητή του Δικαστηρίου εντός ενός μηνός από την καταβολή του από τον Εναγόμενο. Περαιτέρω επιδικάζονται έξοδα υπέρ των Εναγουσών και εναντίον του Εναγόμενου όπως τούτα θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή στην κλίμακα €500.000 - €2.000.000 και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.)................................ Χ.Μαλαχτός, Π.Ε.Δ. /ΚΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.