← Κύπρος

Μιχαήλ Θεοφίλου ως διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντος Παναγιώτη Θεοφίλου κ.α. ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, Αρ.αγωγής: 3604/2011, 1

Μιχαήλ Θεοφίλου ως διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντος Παναγιώτη Θεοφίλου κ.α. ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, Αρ.αγωγής: 3604/2011, 19/5/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2016:A82 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Χ.Μαλαχτού, Π.Ε.Δ. Αρ.αγωγής: 3604/2011 Μεταξύ: Μιχαήλ Θεοφίλου ως διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντος Παναγιώτη Θεοφίλου, εξ Ορμήδειας βάσει του Διατάγματος Διαχείρισης του Δικαστηρίου ημερομηνίας 24/8/2011 στην Αιτ.Διαχείρισης Αρ.209/2011 Ε.Δ.Λάρνακας Ενάγοντα και Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας Εναγόμενου και ως ετροποποιήθη δυνάμει διατάγματος του Δικαστηρίου ημερ. 22.6.2015 Μεταξύ:

  1. Μιχαήλ Θεοφίλου ως διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντος Παναγιώτη Θεοφίλου, εξ Ορμήδειας βάσει του Διατάγματος Διαχείρισης του Δικαστηρίου ημερομηνίας 24/8/2011 στην Αιτ.Διαχείρισης Αρ.209/2011 Ε.Δ.Λάρνακας
  2. Παγώνας Θεοφίλου
  3. Μαρίας Θεοφίλου Εναγόντων και Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας Εναγόμενου Ημερομηνία: 19.5.2016 Για τους Ενάγοντες: κ.Χρ. Μ. Τριανταφυλλίδης Για τον Εναγόμενο: Χ.Καραολίδου (κα) για τον Γενικό Εισαγγελέα Α Π Ο Φ Α Σ Η A. Eισαγωγή - Επίδικα Θέματα - Μαρτυρία Ο Παναγιώτης Θεοφίλου ήταν πυροσβέστης στην Πυροσβεστική Υπηρεσία στο Τμήμα της ΕΜΑΚ. Την 11.7.2011 έχασε τη ζωή του σε ώρα καθήκοντος στη ναυτική βάση «Ευάγγελος Φλωράκης» (ΝΒΕΦ) στο Μαρί της Επαρχίας Λάρνακας. Ο Παναγιώτης ήταν 30 ετών. Δεν ήταν νυμφευμένος και η αγωγή, όπως τροποποιήθηκε, προωθείται από τους γονείς και την αδελφή του προσωπικά και τον πατέρα του ως διαχειριστή της περιουσίας του (Τεκμ.2). Αυτή στρέφεται κατά της Δημοκρατίας και εγείρεται εναντίον του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας ως Εναγομένου δυνάμει του άρθρου 57 των περί Δικαστηρίων Νόμων του 1960 έως (αρ.2)
  4. Αναφορικά με τις συνθήκες κάτω από τις οποίες ο Παναγιώτης έχασε τη ζωή του δεν προσφέρθηκε ουσιαστική μαρτυρία. Και τούτο γιατί ο Γενικός Εισαγγελέας, εκ μέρους της Δημοκρατίας, με δήλωση της εκπροσώπου του κατά την εμφάνιση της 9.2.2015, αποδέχθηκε την ευθύνη για την πράξη που οδήγησε στο θάνατο του. Καθίσταται συνεπώς κεφαλαιώδες ζήτημα στην υπόθεση η οριοθέτηση του εύρους της παραδοχής, αφού αυτή μπορεί να είναι σχετική με επιμέρους αξιώσεις των Εναγόντων. Με την αγωγή, αξιώνεται απόφαση με την οποία να αναγνωρίζεται ότι ο θάνατος του Παναγιώτη προκλήθηκε λόγω ενεργειών, πράξεων ή παραλείψεων συγκεκριμένων αξιωματούχων του Κράτους ώστε η Δημοκρατία να υπέχει ευθύνης και ότι αυτές οι ενέργειες, πράξεις ή παραλείψεις εκδηλώθηκαν ηθελημένα, με αμέλεια ή βαρειά αμέλεια. Αξιώνονται γενικές και ειδικές για την πρόκληση του θανάτου. Καταλογίζεται στη Δημοκρατία παράλειψη να σεβαστεί το δικαίωμα του Παναγιώτη στη ζωή και να αποτρέψει την απώλεια της ζωής του κατά παράβαση του Αρθρου 7 του Συντάγματος και του άρθρου 2 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ) και αξιώνονται σε αυτή τη βάση τιμωρητικές και παραδειγματικές αποζημιώσεις. Περαιτέρω, αποζημιώσεις με βάση το άρθρο 41 (πρόδηλα εννοείτο το άρθρο 13) για παράβαση των άρθρων 2, 8 και 15 της Σύμβασης. Ακόμη, αποζημιώσεις δυνάμει του άρθρου 34 του περί Διαχειρίσεως Περιουσιών Νόμου, Κεφ. 189 για ζημιές στην περιουσία του και δυνάμει του άρθρου 58 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148 για απώλεια (bereavement). Μαρτυρία κατά τη δίκη έδωσε μόνο ο Ενάγοντας 1 πατέρας του αποβιώσαντα. Υιοθέτησε γραπτή του δήλωση (Τεκμ.1) και η αντεξέταση του ήταν περιορισμένη. Αναφέρθηκε στον πόνο και την οδύνη που προκλήθηκε από το θάνατο του Παναγιώτη στον ίδιο, τη μητέρα και την αδελφή του αποβιώσαντα. Την 10.8.2011, σχεδόν ένα μήνα μετά την έκρηξη, συνεδρίασε το Υπουργικό Συμβούλιο. Απόσπασμα από τα πρακτικά της συνεδρίασης παρουσιάστηκε (μέρος του Τεκμ.3). Το Υπουργικό Συμβούλιο έλαβε την Απόφαση Αρ.72.361 με την οποία εγκρίθηκε η διάθεση ποσού ύψους €2.660.000 για την καταβολή κατά χάριν οικονομικής βοήθειας στις οικογένειες των θυμάτων της έκρηξης. Αποφασίστηκε να δοθεί ποσό €95.000 για τη σύζυγο όσων από τα θύματα ήταν νυμφευμένοι και για κάθε τέκνο τους ανεξαρτήτως ηλικίας. Γίνεται ρητή αναφορά στον αποβιώσαντα Παναγιώτη Θεοφίλου και σημειώνεται ότι επειδή ήταν άγαμος το ποσό των €95.000 να δοθεί στο νόμιμο προσωπικό αντιπρόσωπο του. Με την απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου εγκρίθηκαν περαιτέρω παραχωρήσεις που δεν αφορούν την περίπτωση των Εναγόντων. Ο Ενάγοντας 1 έλαβε το ποσό των €95.000 και με επιστολή του δικηγόρου του ημερ. 13.10.2011 (Τεκμ.4) προς το Γραμματέα του Υπουργικού Συμβουλίου ενημέρωσε ότι το ποσό λήφθηκε άνευ βλάβης των δικαιωμάτων του τόσο υπό την ιδιότητα του ως διαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντος όσο και προσωπικά. Παρέμεινε ως επίδικο ζήτημα κατά πόσο το πιο πάνω ποσό θα πρέπει να αφαιρεθεί από το ποσό των αποζημιώσεων που οι Ενάγοντες δικαιούνται. Κατά τη δικάσιμο της 11.6.2015 ο δικηγόρος των Εναγόντων δήλωσε ότι δεν προωθείται αξίωση για εξαρτώμενους διευκρινίζοντας ότι η αξίωση τους προβάλλεται ως στενά συγγενικά πρόσωπα στη βάση της παραβίασης του δικαιώματος του αποβιώσαντα στη ζωή. Β. Παραβίαση του Αρθρου 7 του Συντάγματος και του άρθρου 2 της ΕΣΔΑ Με την αξίωση οι Ενάγοντες αξιώνουν τιμωρητικές ή και παραδειγματικές αποζημιώσεις για παράβαση από την Κυπριακή Δημοκρατία του δικαιώματος του αποβιώσαντος στη ζωή δυνάμει του άρθρου 2 της ΕΣΔΑ και το Αρθρο 7 του Συντάγματος. Η εισχώρηση της ΕΣΔΑ στην Κυπριακή έννομη τάξη είναι διττή. Το Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας κατοχυρώνει τα κυριότερα δικαιώματα που προστατεύει η ΕΣΔΑ στο Μέρος ΙΙ (Αρθρα 6-35). Επιπλέον, όλη η Συνθήκη και το Πρώτο πρόσθετο Πρωτόκολλο επικυρώθηκαν με τον περί της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (Κυρωτικό) Νόμο (Ν.39/1962), ο οποίος έχει δυνάμει του Αρθρου 169.3 του Συντάγματος αυξημένη ισχύ. Το Αρθρο 7 του Συντάγματος είναι κατ΄ ουσία το ίδιο με το άρθρο 2 της ΕΣΔΑ που προνοεί ότι: «

(1)Το δικαίωμα εκάστου προσώπου εις την ζωήν προστατεύεται υπό του νόμου. Εις ουδένα δύναται να επιβληθή εκ προθέσεως θάνατος, ή μη εις εκτέλεσιν θανατικής ποινής εκδιδομένης υπό Δικαστηρίου εν περιπτώσει αδικήματος τιμωρουμένου υπό του νόμου διά της ποινής ταύτης.
(2)Ο θάνατος δεν θεωρείται ως επιβαλλόμενος κατά παράβασιν του άρθρου τούτου εις ας περιπτώσεις θα επήρχετο συνεπεία χρήσεως βίας καταστάσεις απολύτως αναγκαίας: α) διά την υπεράσπισιν οιουδήποτε προσώπου κατά παρανόμου βίας. β) διά την πραγματοποίησιν νομίμου συλλήψεως ή προς παρεμπόδισιν αποδράσεως προσώπου νομίμως κρατουμένου. γ) διά την καταστολήν, συμφώνως τω νόμω, στάσεως ή ανταρσίας.» Στην απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΕΔΑΔ) στην Oneryildiz v. Turkey [2004] ECHR 657, (παρ.69) αναφέρεται ότι η ερμηνεία του άρθρου 2 καθοδηγείται από την ιδέα ότι το αντικείμενο και ο σκοπός της Σύμβασης ως εργαλείο για την προστασία των ανθρώπων απαιτεί ότι οι πρόνοιες του θα ερμηνεύονται και θα εφαρμόζονται με τέτοιο τρόπο ώστε να καθιστούν τις ασφαλιστικές δικλείδες που εμπεριέχει, πρακτικές και αποτελεσματικές. Αναφέρεται ακόμα (παρ.71) ότι το άρθρο 2 δεν αναφέρεται αποκλειστικά σε θανάτους που προέρχονται από τη χρήση βίας από αντιπροσώπους του Κράτους αλλά επίσης, στην πρώτη πρόταση της πρώτης του παραγράφου εκθέτει ένα θετικό καθήκον στο Κράτος να λαμβάνει τα κατάλληλα μέτρα για να διασφαλίσει τις ζωές εκείνων που είναι εντός της δικαιοδοσίας του. Αυτή η υποχρέωση πρέπει να ερμηνεύεται ότι ισχύει σε κάθε δραστηριότητα είτε δημόσια, είτε όχι, κατά την οποία το δικαίωμα της ζωής μπορεί να τεθεί σε κίνδυνο, και κατά μείζονα λόγο, στην περίπτωση βιομηχανικών δραστηριοτήτων, οι οποίες εκ της φύσης τους είναι επικίνδυνες. Το θετικό καθήκον λήψης όλων των κατάλληλων μέτρων για τη διασφάλιση της ζωής για σκοπούς του άρθρου 2, υπαγορεύει πάνω απ΄ όλα το πρωτογενές καθήκον στο Κράτος να εγκαθιδρύσει το νομικό και διοικητικό πλαίσιο που θα παρέχει αποτελεσματική αποτροπή έναντι απειλών στο δικαίωμα της ζωής (παρ.89). Το καθήκον αυτό αναμφίβολα εφαρμόζεται στις περιπτώσεις επικίνδυνων δραστηριοτήτων, όπου, επιπλέον, επιμέρους έμφαση πρέπει να δίδεται στους κανονισμούς που αφορούν τα επιμέρους χαρακτηριστικά της υπόψη δραστηριότητας. Αυτοί πρέπει να καθορίζουν το ζήτημα της αδειοδότησης, της κατασκευής, λειτουργίας, ασφάλειας και επίβλεψης της δραστηριότητας και πρέπει να καθιστούν υποχρεωτικό για όλους όσους εμπλέκονται να λαμβάνουν πρακτικά μέτρα προς διασφάλιση της αποτελεσματικής προστασίας των πολιτών των οποίων οι ζωές μπορεί να τεθούν σε κίνδυνο από τους εγγενείς κινδύνους. Σε κάθε περίπτωση, οι σχετικοί κανονισμοί πρέπει επίσης να προνοούν για τις κατάλληλες διαδικασίες, λαμβάνοντας υπόψη τα τεχνικά χαρακτηριστικά της υπόψη δραστηριότητας, προς διαπίστωση παραλείψεων στη διαδικασία και διαπραχθέντων λαθών από αυτούς που είναι υπεύθυνοι στα διάφορα επίπεδα (παρ.90). Σημειώνεται (παρ.93) ότι στις περιπτώσεις ανθρωποκτονίας το άρθρο 2 ερμηνεύεται ώστε να υπαγορεύει υποχρέωση για διενέργεια επίσημης έρευνας. Τέτοια έρευνα δικαιολογείται όχι μόνο γιατί οι ισχυρισμοί συνήθως εγείρουν ζήτημα ποινικής ευθύνης αλλά επίσης γιατί συνήθως, στην πράξη, οι πραγματικές περιστάσεις του θανάτου είναι, ή μπορεί να είναι, κατά το πλείστον στη γνώση των κρατικών αξιωματούχων και Αρχών. Αυτό αναμφίβολα συμβαίνει σε σχέση με επικίνδυνες δραστηριότητες, όταν χάνονται ζωές ως αποτέλεσμα γεγονότων που επισυμβαίνουν κάτω από την ευθύνη των δημοσίων αρχών, οι οποίες συνήθως είναι οι μόνες που έχουν ικανοποιητική γνώση για να διακριβώσουν και τεκμηριώσουν τα περίπλοκα φαινόμενα τα οποία μπορεί να έχουν προκαλέσει τα συμβάντα. Ό,που καταδεικνύεται ότι η αποδιδόμενη στους κρατικούς αξιωματούχους και όργανα αμέλεια εκτείνεται πέραν του λάθους κρίσης ή απερισκεψίας, υπό την έννοια ότι οι υπόψη αρχές κατανόησαν πλήρως τις πιθανές συνέπειες και παραγνωρίζοντας τις εξουσίες που είχαν, απέτυχαν να λάβουν τα μέτρα τα οποία ήταν αναγκαία και ικανοποιητικά για να άρουν τους εγγενείς κινδύνους μιας επικίνδυνης δραστηριότητας, το γεγονός ότι εκείνοι που ήσαν υπεύθυνοι για το ότι τέθηκαν σε κίνδυνο οι ζωές δεν έχουν κατηγορηθεί, μπορεί να συνιστά παραβίαση του άρθρου
  1. Ό,τι δεν πρέπει να εκλαμβάνεται ότι υπαγορεύεται από το άρθρο 2, είναι ότι ο αιτητής έχει δικαίωμα στο να κατηγορηθούν τρίτα πρόσωπα για ποινικά αδικήματα και να τους επιβληθεί ποινή (παρ.96). Στην απόφαση του ΕΔΑΔ στην Budayeva and Others v. Russia (Appl.nos.15339/2, 21166/2, 20058/02, 11673/02 και 15343/02, Judgment 20.3.2008) (παρ.135) γίνεται αναφορά στο «Margin of appreciation» που τα Κράτη απολαμβάνουν έτσι ώστε το βάρος που εναποτίθεται στις αρχές του Κράτους να μην είναι δυσανάλογο και να λαμβάνονται υπόψη οι επιχειρησιακές επιλογές που πρέπει να κάμουν με αναφορά στις προτεραιότητες και τους διαθέσιμους πόρους. Σημειώνεται ότι ο παράγοντας αυτός έχει μεγαλύτερη βαρύτητα στο πεδίο των κρίσεων σε σχέση με μετερεωλογικά γεγονότα, που ως τέτοια είναι πέραν του ανθρώπινου ελέγχου, παρά στο πεδίο των επικίνδυνων δραστηριοτήτων που δημιουργεί ο άνθρωπος. Το άρθρο 13 της Σύμβασης προνοεί ότι: «Οιοσδήποτε του οποίου τα δικαιώματα ή ελευθερίες που προνοούνται στη Σύμβαση παραβιάζονται, θα πρέπει να έχει αποτελεσματική θεραπεία ενώπιον των εθνικών αρχών ανεξαρτήτως του ότι η παραβίαση έχει διαπραχθεί από πρόσωπα ενεργώντας υπό την επίσημη αρμοδιότητα τους.» Στην Oneryildiz σημειώνεται (παρ.145) ότι το άρθρο 13 της Σύμβασης απαιτεί όπως το εγχώριο νομικό σύστημα καταστήσει διαθέσιμη αποτελεσματική θεραπεία καθιστώντας εφικτό για την αρμόδια εθνική αρχή να εξετάσει την ουσία ενός συζητήσιμου παραπόνου κάτω από τη Σύμβαση. Ο σκοπός του είναι να προνοήσει τον τρόπο με τον οποίο τα άτομα να μπορούν να εξασφαλίσουν την αρμόζουσα θεραπεία σε εθνικό επίπεδο για παραβιάσεις των δικαιωμάτων τους δυνάμει της Σύμβασης χωρίς να πρέπει να κινήσουν τον διεθνή μηχανισμό υποβολής παραπόνου ενώπιον του ΕΔΑΔ. Σημειώνεται (παρ.147) ότι όταν διαπιστώνονται παραβιάσεις δικαιωμάτων που κατοχυρώνονται από το άρθρο 2, χρηματικές και μη χρηματικές αποζημιώσεις (pecuniary and non-pecuniary damage) θα πρέπει, ως ζήτημα αρχής, να είναι δυνατές ως μέρος του εύρους των διαθέσιμων θεραπειών. Γ. Η σημασία της παραδοχής ευθύνης Η πράξη για την οποία η Δημοκρατία αποδέχθηκε την ευθύνη δεν μπορεί να μη συναρτάται και να είναι άλλη από το γεγονός που περιγράφεται στην Εκθεση Απαίτησης ως αυτό που επέφερε το θάνατο του Παναγιώτη. Αναφέρεται στην παρ. 2 ότι: «Στις 11.7.2011 ο Παναγιώτης Θεοφίλου βρισκόταν σε διατεταγμένη υπηρεσία στη ναυτική βάση «Ευάγγελος Φλωράκης» εις το Μαρί της Επαρχίας Λάρνακας, και κατά την ενάσκηση των υπηρεσιακών καθηκόντων του να σβήσει φωτιά η οποία προκλήθηκε από την αυτοανάφλεξη εμπορευματοκιβωτίων που ευρίσκοντο αποθηκευμένα εκεί με περιεχόμενο αποτελούμενο από υλικά εκρητικής φύσεως εγένετο έκρηξη των εμπορευματοκιβωτίων με τις εκρητικές ύλες με αποτέλεσμα τον θάνατο του.» Στις «Λεπτομέρειες» της παρ.4 της Εκθεσης Απαίτησης αποδίδεται στη Δημοκρατία παράλειψη να προστατέψει τον Παναγιώτη από κινδύνους τους οποίους γνώριζε ότι υπήρχαν ή όφειλε να γνωρίζει ότι υπήρχαν, ότι παρέλειψε να του παράσχει ενημέρωση ή επαρκή ενημέρωση για το περιεχόμενο των εμπορευματοκιβωτίων και την κατάσταση τους. Ακόμη, ότι ενήργησε με αμέλεια και παρέλειψε το καθήκον της αναφορικά με τα εμπορευματοκιβώτια και ήταν ανεπαρκής σε όλα τα επίπεδα άσκησης εξουσίας και εκτέλεσης καθηκόντων αναφορικά με το φορτίο των εκρηκτικών. Εξάλλου, ο Εναγόμενος έχει ουσιαστικά παραδεχτεί ότι η Δημοκρατία παραβίασε το άρθρο 2 της ΕΣΔΑ σε σχέση με τον Παναγιώτη. Αναφέρεται στη γραπτή αγόρευση της εκπροσώπου του (σελ.15): «Η Δημοκρατία, η οποία η ίδια ευθύς εξ αρχής, συγκρότησε διερευνητική επιτροπή για την άμεση διεξαγωγή έρευνας των αιτίων και των υπευθύνων για το τραγικό συμβάν, κυνήγησε και καταδίκασε τους δικούς της αξιωματούχους σε ποινές φυλάκισης για την αμέλεια την οποία επέδειξαν στο να λάβουν κάθε προστατευτικό της ζωής των ανθρώπων αυτών μέτρο και που στην συνέχεια στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης, αποδέχθηκε την ευθύνη της για τον θάνατο του Παναγιώτη Θεοφίλου, θα ήταν σχήμα οξύμωρο να αρνηθεί την ευθύνη της και/ή την υποχρέωση της να προστατεύσει το καλά εμπεδωμένο συνταγματικά και ευρωπαϊκά θεμελιώδες δικαίωμα του Παναγιώτη Θεοφίλου, το δικαίωμα στην ζωή.» Είναι εύρημα του Δικαστηρίου ότι έχει τεκμηριωθεί παραβίαση του άρθρου 2 της ΕΣΔΑ από τη Δημοκρατία αναφορικά με το θάνατο του Παναγιώτη. Δ. Οι μη χρηματικές αποζημιώσεις - Τιμωρητικές ή και Παραδειγματικές Αποζημιώσεις Η εκπρόσωπος του Γενικού Εισαγγελέα εισηγείται στη γραπτή της αγόρευση ότι στην απουσία καθοδηγητικής κυπριακής νομολογίας σε σχέση με το ζήτημα των αποζημιώσεων για παράβαση του άρθρου 2 της ΕΣΔΑ και έχοντας υπόψη τις αποζημιώσεις που δίδονται σε τέτοιες περιπτώσεις από το ΕΔΑΔ, ότι το Δικαστήριο μπορεί ακόμα και να αρκεστεί στην αναγνώριση της παραβίασης και τούτο να αποτελέσει τη θεραπεία χωρίς να επιδικάσει αποζημιώσεις. Η επιχειρηματολογία της δεν είναι βάσιμη, ούτε και το υπόβαθρο της υπαρκτό. Οι υποθέσεις στις οποίες αναφορά γίνεται αμέσως πιο κάτω, αντανακλούν την προσέγγιση του ΕΔΑΔ στο ζήτημα. Αιτητής στην Oneryildiz ήταν ο επικεφαλής μιας οικογένειας που διέμενε σε παραγκούπολη δίπλα σε δημοτικό σκουπιδότοπο στην Κωνσταντινούπολη. Σύμφωνα με έκθεση εμπειρογνωμόνων που έγινε το 1991, ο σκουπιδότοπος λειτουργούσε κατά παράβαση των σχετικών κανονισμών και ήταν επικίνδυνος για την υγεία. Τον Απρίλιο του 1993 επεσυνέβηκε έκρηξη μεθανίου στον σκουπιδότοπο που προκάλεσε κατολισθήσεις που καταπλάκωσαν δέκα παράγκες που χρησιμοποιούνταν ως κατοικίες μεταξύ των οποίων και την παράγκα στην οποία διέμενε η οικογένεια του αιτητή. 39 πρόσωπα έχασαν τη ζωή τους μεταξύ των οποίων η σύζυγος και μια άλλη συμβία του αιτητή και επτά από τα δέκα παιδιά του. Την τραγωδία ακολούθησε έρευνα και δύο δήμαρχοι αντιμετώπισαν κατηγορίες για αμέλεια κατά την διεκπεραίωση των καθηκόντων τους. Όπως διαπίστωσε το ΕΔΑΔ, δεν διώχθηκαν ποινικά στη βάση σοβαρότερων άλλων ποινικών αδικημάτων που προνοούνταν στον τουρκικό ποινικό κώδικα και είχαν εφαρμογή στα περιστατικά της υπόθεσης. Ήταν η περαιτέρω διαπίστωση του ΕΔΑΔ ότι οι τουρκικές αρχές, σε διάφορα επίπεδα, γνώριζαν ή όφειλαν να γνωρίζουν ότι υφίστατο πραγματικός και άμεσος κίνδυνος στη ζωή και την υγεία των ανθρώπων που ζούσαν κοντά στο σκουπιδότοπο, αλλά, είτε απέτυχαν να λάβουν την απαιτούμενη δράση ή ακόμα αντιτέθηκαν στην υιοθέτηση των αναγκαίων επειγόντων μέτρων. Επιδικάστηκαν υπέρ του αιτητή χρηματικές αποζημιώσεις που περιελάμβαναν αποζημίωση για απώλεια πηγής εισοδήματος. Το επιμέρους αυτό κεφάλαιο των αποζημιώσεων προσομοιάζει με την απώλεια εξάρτησης που διεκδικείται και έχει συμφωνηθεί στην παρούσα αγωγή. Επιδικάστηκαν ακόμα μη χρηματικές αποζημιώσεις για όσα υπέφερε ο αιτητής ως αποτέλεσμα των παραβιάσεων του άρθρου 2 της Σύμβασης που διαπιστώθηκαν. Αναφέρεται ότι το Δικαστήριο προβαίνοντας σε δίκαιο καθορισμό (equitable assessment) έλαβε υπόψη τις επιμέρους περιστάσεις της υπόθεσης, περιλαμβανομένης της οδύνης των τριών παιδιών του αιτητή που επιβίωσαν. Επιδικάστηκαν €33.750 για τον αιτητή και κάθε ένα από τα τρία παιδιά του, στο σύνολο €135.000 ως μη χρηματικές αποζημιώσεις. Στην Kontrova v. Slovakia (Appl.no.7510/04, Judgment 31.5.2007) η αιτήτρια είχε καταγγείλει στις αστυνομικές αρχές της Σλοβακίας όπου διέμενε το σύζυγο της. Η καταγγελία αφορούσε στο γεγονός ότι ο τελευταίος είχε οπλιστεί και απειλούσε να σκοτώσει τα δύο παιδιά τους και τον εαυτό του. Τέσσερεις ημέρες μετά πραγματοποίησε την απειλή του. Το ΕΔΑΔ κατέληξε ότι η Σλοβακία είχε ευθύνη κάτω από το άρθρο 2 της Σύμβασης για την αποτυχία της (των αστυνομικών της αρχών) να παρέμβει και να εξασφαλίσει τις ζωές των παιδιών της αιτήτριας. Επιδικάστηκε προς όφελος της αιτήτριας, ως μη χρηματικές αποζημιώσεις, το ποσό των €25.
  2. H Dink v. Turkey (Appl.no.2668/07, 6102/08, 30079/08, 7072/09 και 7124/09, Judgment 14.9.2010) αφορούσε τη δολοφονία στην Τουρκία τούρκου δημοσιογράφου από εξτρεμιστικά στοιχεία. Το ΕΔΑΔ κατέληξε ότι η Τουρκία απέτυχε στην υποχρέωση της να προστατέψει τη ζωή του δημοσιογράφου. Οι τουρκικές δυνάμεις ασφαλείας γνώριζαν για την έντονη εχθρότητα προς το δημοσιογράφο στους εθνικιστικούς κύκλους. Η αστυνομία είχε πληροφορίες για την πιθανότητα απόπειρας εξόντωσης του ακόμα και για την ταυτότητα των υπόπτων υποκινητών. Ο κίνδυνος δολοφονίας ήταν πραγματικός και επικείμενος. Επιδικάστηκε προς όφελος της συζύγου και των τριών παιδιών του δημοσιογράφου ως μη χρηματικές αποζημιώσεις το συνολικό ποσό των €100.000 και προς όφελος του αδερφού του ποσό €5.
  3. Στην Ιlbeyi Kemaloglu and Meriye Kemaloglu v. Turkey (Appl.no.19986/06, Judgment 10.4.2012) ο επτάχρονος γιός των αιτητών είχε βρεθεί νεκρός, παγωμένος από το κρύο κοντά σε ποτάμι στη διαδρομή που επιχείρησε να κάμει πεζός από το σχολείο του στο σπίτι. Οι μαθητές είχαν αφεθεί να σχολάσουν πριν την κανονική ώρα και το δημοτικό λεωφορείο που χρησιμοποιούσε ο επτάχρονος δεν είχε ειδοποιηθεί για το γεγονός ότι το σχολείο είχε κλείσει πιο νωρίς. Το ΕΔΑΔ διαπίστωσε παραβίαση της θετικής υποχρέωσης του Κράτους κάτω από το άρθρο 2 της Σύμβασης, να προστατέψει τη ζωή του επτάχρονου. Επιδικάστηκε προς όφελος των αιτητών ως μη χρηματικές αποζημιώσεις το συνολικό ποσό των €50.
  4. Στην Budayeva ο σύζυγος της αιτήτριας είχε σκοτωθεί ενώ βρισκόταν εντός της κατοικίας τους που κατέπεσε και τον καταπλάκωσε αφού κτυπήθηκε από κατολίσθηση λάσπης. Το ΕΔΑΔ κατέληξε ότι δεν υφίστατο δικαιολογία για την παράλειψη των αρχών να θέσουν σε εφαρμογή σχέδια διαμόρφωσης του εδάφους και πολιτικές για αντιμετώπιση κρίσεων σε μια επικίνδυνη περιοχή αναφορικά με την έκθεση των κατοίκων σε προβλεπτό θανάσιμο κίνδυνο. Οι διοικητικές παραλείψεις επηρέασαν αρνητικά την εφαρμογή σχεδίων και συνδέθηκαν αιτιολογικά με το θάνατο του συζύγου της αιτήτριας. Κρίθηκε ότι το Κράτος είχε αποτύχει να εκτελέσει τη θετική του υποχρέωση να εγκαθιδρύσει το νομικό και διοικητικό πλαίσιο που θα παρήχε αποτελεσματική αποτροπή έναντι των κινδύνων για τη ζωή, όπως απαιτείται από το άρθρο 2 της Σύμβασης. Επιδικάστηκαν υπέρ της αιτήτριας μη χρηματικές αποζημιώσεις ύψους €30.
  5. Εχοντας υπόψη το σύνολο των περιστάσεων της παρούσας υπόθεσης, τις συνθήκες που οδήγησαν στο θάνατο του Παναγιώτη, τη συγγένεια των Εναγόντων με τον αποβιώσαντα, την Κυπριακή οικονομική πραγματικότητα και το ποσό της απώλειας, το Δικαστήριο κρίνει ότι το ορθό και δίκαιο ποσό μη χρηματικών αποζημιώσεων, που ο κάθε ένας από τους Ενάγοντες δικαιούνται για τον πόνο και την οδύνη συνεπεία του θανάτου του Παναγιώτη και τα όσα υπέφερε και θα συνεχίσει να υποφέρει, είναι αυτό των €50.000 για τους Ενάγοντες 1 και 2 και αυτό των €35.000 για την Ενάγουσα
  6. Οι Ενάγοντες αξιώνουν και τιμωρητικές ή και παραδειγματικές αποζημιώσεις στη βάση του βαθμού της υπαιτιότητας της Δημοκρατίας για το θάνατο του Παναγιώτη και την αδιαφορία την οποία επέδειξε για τη ζωή του. Η νομολογία (βλ. Papakokkinou and Others v. Kanther
(1982)1 C.L.R. 65, Andrian Holdings Ltd. v. Δημοκρατίας
(1998)1(Γ) Α.Α.Δ. 1836, και άλλες) αναφέρει ότι η επιδίκαση τιμωρητικών αποζημιώσεων επιτρέπεται στις περιπτώσεις εκείνες που η διαγωγή του εναγόμενου είναι τόσο αξιόμεμπτη ώστε να αρμόζει η επιβολή τιμωρίας από πολιτικό δικαστήριο. Αξιόμεμπτη διαγωγή είναι εκείνη που συνοδεύεται από έντονα στοιχεία αλαζονείας, θρασύτητας ή αθέμιτου κίνητρου ή όταν τείνει να ταπεινώσει το θύμα του αδικήματος. Στην αγγλική απόφαση Rookes v. Barnard [1964] Α.C. 1129, όπου κατηγοριοποιήθηκαν οι περιπτώσεις όπου μπορεί να επιδικαστούν τέτοιες αποζημιώσεις, αναφέρεται ως μια κατηγορία η περίπτωση που λειτουργοί του Κράτους ενεργούν με καταπιεστικό ή αντισυνταγματικό τρόπο. Η Δημοκρατία επέδειξε εγκληματική αδιαφορία για τη ζωή προσώπων, μεταξύ των οποίων και ο Παναγιώτης. Όμως, τα όποια στοιχεία στη συμπεριφορά της Δημοκρατίας μπορούσαν να αποτελέσουν τη βάση για επιδικασμό τιμωρητικών ή και παραδειγματικών αποζημιώσεων έχουν ληφθεί υπόψη και έχουν προσμετρήσει στον καθορισμό των μη χρηματικών αποζημιώσεων που έχουν επιδικαστεί. Ε. Ο τόκος Το ποσό της απώλειας είναι ορθό και δίκαιο να φέρει νόμιμο τόκο 5.5% από την ημερομηνία του θανάτου του αποβιώσαντα μέχρι 31.12.2014 και 4% από 1.1.2015 (άρθρο 58 Α του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ.148 και άρθρο 33
(2)και
(4)των περί Δικαστηρίων Νόμων του 1960 έως (Αρ.2) 2014). Η απώλεια ως εκ της φύσης της συνδέεται χρονικά με το γεγονός του θανάτου και το Δικαστήριο δεν έχει διαγνώσει κάποια παράμετρο που θα δικαιολογούσε την αποστέρηση από τους δικαιούχους Ενάγοντες 1 και 2 του τόκου έκτοτε. Το ποσό των €135.000 που επιδικάστηκε ως μη χρηματικές αποζημιώσεις είναι ορθό και δίκαιο να φέρει τόκο από την ημερομηνία του θανάτου του αποβιώσαντα για τους ίδιους λόγους όπως και η απώλεια (bereavement). Στ. Η κατά χάριν πληρωμή των €95.000 Ως σχετικές με το ζήτημα παρουσιάζονται οι πιο κάτω πρόνοιες στον περί Αστικών Αδικημάτων Νόμο, Κεφ.148: «
  1. Κανένα πρόσωπο το οποίο έτυχε αποζημίωσης ή άλλης θεραπείας για αστικό αδίκημα, ούτε πρόσωπο που προβάλλει αξίωση μέσω αυτού, δεν τυγχάνει περαιτέρω αποζημίωσης για το εν λόγω αστικό αδίκημα.
  2. Κατά τον υπολογισμό της αποζημίωσης που πρέπει να πληρωθεί εξαιτίας αστικού αδικήματος δεν λαμβάνεται καθόλου υπόψη οποιοδήποτε ποσό— (α) Το οποίο πληρώθηκε ή το οποίο πρέπει να πληρωθεί βάσει σύμβασης ασφάλειας ή ασφάλισης σε σχέση με το αστικό αυτό αδίκημα· (β) το οποίο καταβλήθηκε ή το οποίο πρέπει να καταβληθεί από το Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων ως παροχή ή επίδομα σε ασφαλισμένο πρόσωπο συνεπεία των ίδιων περιστάσεων οι οποίες δημιουργούν τη νομική υποχρέωση για αποζημίωση σε σχέση με το αστικό αυτό αδίκημα.» Tόσο ο δικηγόρος των Εναγόντων όσο και η εκπρόσωπος του Γενικού Εισαγγελέα επικαλούνται στην αγόρευση τους την Ιακώβου ν. Παπαδάκη κ.α.
(2000)1(Γ) Α.Α.Δ. 2079, παραθέτοντας εκτενή αποσπάσματα. Στην Ιακώβου ο Εφεσείοντας εθνοφρουρός είχε υποστεί σοβαρούς τραυματισμούς ενώ βρισκόταν σε εντεταλμένη υπηρεσία σε στρατιωτική μονάδα της Εθνικής Φρουράς. Στις αποζημιώσεις που επιδικάστηκαν στον Εφεσείοντα λήφθηκαν υπόψη τα ποσά τα οποία του είχαν καταβληθεί και θα συνεχίζονταν να του καταβάλλονται από το Ταμείο Ανακουφίσεως Παθόντων δυνάμει του περί Ανακουφίσεων Παθόντων Νόμου του 1988. Ετσι, το επιδικασθέν ποσό μειώθηκε ανάλογα. Αναφέρεται στην απόφαση του Εφετείου ότι: «Το αγγλικό κοινοδίκαιο έχει αναγνωρίσει δύο παροχές οι οποίες δεν μπορούν να λαμβάνονται υπόψη κατά τον καθορισμό των αποζημιώσεων. Αυτές είναι: το προϊόν ασφαλιστικού συμβολαίου και το προϊόν φιλανθρωπίας (the proceeds of benevolence) (Βλ. Nabi v. British Leyland (U.K.) Ltd
(1980)1 W.L.R. 529, 532). Στη θεμελιακή απόφαση Parry v. Cleaver
(1970)A.C. 1 (H.L.) επεξηγείται (στη σελ. 14) ότι ο πραγματικός και ουσιαστικός λόγος για τον οποίο οι εισπράξεις δυνάμει ασφαλιστικού συμβολαίου δεν πρέπει να λαμβάνονται υπόψη είναι γιατί ο ίδιος ο ενάγων τις έχει αγοράσει και ότι θα ήταν άδικο και παράλογο να κριθεί ότι τα χρήματα τα οποία με σύνεση δαπάνησε για πληρωμή ασφαλίστρων και το εξ΄ αυτών όφελος θα προκύψει προς όφελος του αδικοπραγήσαντος. Σε σχέση με το προϊόν φιλανθρωπίας επεξηγείται (βλ. σελ. 14) ότι θα ήταν αηδιαστικό για το αίσθημα δικαιοσύνης του μέσου ανθρώπου και επομένως αντίθετο με τη δημόσια πολιτική, να μειωθούν οι αποζημιώσεις του θύματος έτσι ώστε να μη επωφεληθεί τίποτε από τη φιλανθρωπία των φίλων του ή των συγγενών του ή του κοινού εν γένει και ότι ο μόνος που θα επωφεληθεί θα είναι ο αδικοπραγήσας. Πριν από την απόφαση της Δικαστικής Επιτροπής της Βουλής των Λόρδων στην British Transport Commission v. Gourley
(1956)A.C. 185 τα δικαστήρια, κατά το κοινοδίκαιο, δεν προέβαιναν σε αφαίρεση από τις αποζημιώσεις που επεδίκαζαν στο θύμα αστικού αδικήματος για την απώλεια της εισοδηματικής του ικανότητας γιατί μέρος της απώλειας του είχε καταβληθεί ή θα του καταβαλλόταν με τη μορφή ωφελημάτων από τρίτους με τους οποίους ο εναγόμενος δεν είχε οποιαδήποτε σχέση. Ωστόσο η υπόθεση Gourley (πιο πάνω) εγκαινίασε μια τάση η οποία ευνοούσε τις αφαιρέσεις. ΄Ετσι στις υποθέσεις Lindstedt v. Wimborne S.S. Co.
(1949)83 Ll.L.R. 19 και Foxley v. Olton
(1965)2 Q.B. 306 το ανεργιακό επίδομα αφαιρέθηκε πρωτόδικα και από το Εφετείο στην Parsons v. B.N.M. Laboratories
(1969)1 Q.B. 306. Οι δύο πρώτες αποφάσεις αφορούσαν υποθέσεις σωματικής βλάβης. Η τελευταία ήταν υπόθεση παράνομης απόλυσης. Το Εφετείο έκρινε ότι δεν θα ήτο ρεαλιστικό να αγνοηθεί το επίδομα ανεργίας. Σύμφωνα με τον McGregor on Damages, 15η έκδοση, παραγ. 1481, αυτή η τάση έχει κάπως διακοπεί από την κατά πλειοψηφία απόφαση της Δικαστικής Επιτροπής της Βουλής των Λόρδων στην Parry v. Cleaver (πιο πάνω) με την οποία όλες οι πιο πάνω αποφάσεις έχουν τεθεί σε κίνδυνο. Σταδιακά όμως η πιο πάνω τάση άρχισε και πάλι να αναβιώνει (βλ. Nabi v. British Leyland U.K. (πιο πάνω), Lincoln (πιο πάνω) και Westwood v. Secretary of State for Employment
(1985)A.C. 20). Στη Νabi (πιο πάνω) το Εφετείο ακολούθησε την Parsons (πιο πάνω) παρόλο ότι υπέδειξε ότι η τελευταία έπρεπε να αναθεωρηθεί από τη Δικαστική Επιτροπή της Βουλής των Λόρδων. Παρά την τελευταία θέση που διατυπώθηκε στη Nabi (πιο πάνω) τα δικαστήρια με αυξητική τάση ελάμβαναν υπόψη έναντι της απώλειας εισοδημάτων τα παράπλευρα (collateral) οφέλη που παρέχονται δυνάμει νομοθεσίας άλλης από την περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων Νομοθεσία. Το πρώτο ήταν το συμπληρωματικό όφελος που παρέχεται δυνάμει της Supplementary Benefits Act, 1976. ΄Ηταν αντικείμενο εξέτασης στην Lincoln (πιο πάνω). Στον ενάγοντα είχε καταβληθεί χορηγία δυνάμει του αρ. 1 της Supplementary Benefits Act, 1976 για την περίοδο μεταξύ του ατυχήματος και της δίκης. Το πρωτόδικο δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη τη χορηγία κατά τον καθορισμό των αποζημιώσεων. Το Εφετείο εξέτασε την αρχή που διέπει τα συμπληρωματικά οφέλη (supplementary benefits). Μετά από ταλάντευση ανάμεσα στην αφαίρεση και τη μη αφαίρεση το Εφετείο επικύρωσε την πρώτη λύση. Εξέτασε την αρχή του ζητήματος και κατέληξε στο καθαρό συμπέρασμα ότι η αφαίρεση ήταν η πρέπουσα λύση. ΄Εθεσε το ερώτημα κατά πόσο με την παροχή του οφέλους το κοινοβούλιο είχε πρόθεση όπως ο ενάγων απολαμβάνει το όφελος ανεξάρτητα από την καταβολή αποζημιώσεων. Και συνέχισε ως εξής στη σελ. 492: .................................................................................................. "Η αρχή είναι σαφής. Ένας ενάγων δικαιούται σε αποζημίωση για την απώλεια που έχει υποστεί λόγω του αστικού αδικήματος. Τίποτε περισσότερο, τίποτε ολιγότερο. ΄Ενας ενάγων δεν μπορεί να ανακτήσει περισσότερα από αυτά που έχασε. Από την άλλη τα πλήρως παράπλευρα (collateral) οφέλη δεν πρέπει να υπολογίζονται. Το κατά πόσο οφέλη είναι ή δεν είναι παράπλευρα εξαρτάται από το κατά πόσο είναι ή δεν είναι πολύ απομακρυσμένα και κατά την εξέταση αυτού του ζητήματος το δικαστήριο πάντοτε θα εξετάζει τις πραγματικότητες: βλ. British Transport Commission v. Gourley
(1956)A.C. 185. ΄Εχουν γενικώς αποκλειστεί δύο κατηγορίες: ποσά που λήφθηκαν δυνάμει ασφαλιστικού συμβολαίου εφόσον είναι πληρωτέα δυνάμει των συμβατικών δικαιωμάτων του ενάγοντα έναντι της ασφαλιστικής εταιρείας και ποσά που προέρχονται από φιλανθρωπία. Τα τελευταία δεν έχουν αφαιρεθεί γιατί τεκμαίρεται ότι ο δωρητής είχε πρόθεση όπως μη αφαιρούνται. ΄Οπου, όπως είναι εδώ η περίπτωση, δεν υπάρχει ένδειξη στο νόμο για την πρόθεση του νομοθέτη θέτω το ερώτημα κατά πόσο η πληρωμή παράπλευρων οφελών είναι τόσο απομακρυσμένη από τη ζημιά που προκλήθηκε κατά το ατύχημα που δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη; Οι πληρωμές έγιναν στον ενάγοντα γιατί βρισκόταν σε ανάγκη σαν άμεση συνέπεια των τραυμάτων που έχει υποστεί στο ατύχημα. ΄Εγιναν δικαιωματικά και εάν δεν είναι αφαιρετέες από τις αποζημιώσεις του ο ενάγων, σε εκείνη την έκταση, θα πετύχει διπλή αποζημίωση κάτι το οποίο είναι αντίθετο προς τη βασική αρχή των ζημιών ως αποζημιώσεις για την απώλεια που έχει πράγματι υποστεί. Με το να πούμε ότι είναι εσφαλμένο όπως ο αδικοπραγείσας επωφεληθεί από την πληρωμή του παράπλευρου οφέλους, μου φαίνεται ότι αγνοούμε τις πραγματικότητες της διαδικασίας για προσωπικές βλάβες. Στη μεγάλη πλειοψηφία των υποθέσεων οι αποζημιώσεις πληρώνονται από την ασφαλιστική εταιρεία και οι συνέπειες της μη αφαίρεσης του παράπλευρου οφέλους θα είναι η αύξηση των ασφαλίστρων για τους εργοδότες και για τους αυτοκινητιστές οι οποίοι μαζί αποτελούν ένα μεγάλο μέρος του κοινού. Περιπλέον, εάν το συμπληρωματικό όφελος δεν είναι αφαιρετέο, θα είναι προς το συμφέρον των εναγόντων να μην προχωρούν ταχέως με τις απαιτήσεις τους έτσι ώστε να επαυξάνεται το στοιχείο της διπλής ανάκτησης." Το σκεπτικό της Lincoln (πιο πάνω) έτυχε εφαρμογής από το δικό μας Εφετείο στην Mitheo Ltd v. Koudounas
(1988)1 C.L.R. 796. Σαν αποτέλεσμα της υιοθέτησης κρίθηκε ότι τα κοινωνικά ωφελήματα που ήταν πληρωτέα δυνάμει του Ταμείου Κοινωνικών Ασφαλίσεων ήταν αφαιρετέα από το ποσό των ειδικών αποζημιώσεων που είχε επιδικασθεί. Αντίθετη κατάληξη - υπέδειξε το Εφετείο - θα ισοδυναμούσε με επιδίκαση διπλής αποζημίωσης, κάτι το οποίο είναι αντίθετο προς τη βασική αρχή των ζημιών ως αποζημίωσης για την πραγματική απώλεια που έχει υποστεί ο ενάγων. Επίσης στην Hussain v. New Taplow Paper Mills
(1988)1 All E.R. 541 η Δικαστική Επιτροπή της Βουλής των Λόρδων έκρινε ότι ακόμη και όπου οι εργοδότες έχουν δημιουργήσει ασφαλιστικό σχέδιο δυνάμει του οποίου το επίδομα ασθενείας που πληρώνουν στους υπαλλήλους τους επιστρέφεται στους εργοδότες δυνάμει του σχεδίου, το επίδομα ασθενείας που πληρώνεται ένας από τους υπαλλήλους τους πρέπει πάλιν να ληφθεί υπόψη κατά τον καθορισμό της απώλειας απολαβών στην αγωγή του υπαλλήλου για σωματικές βλάβες. Ο Lord Bridges έθεσε το θέμα ως εξής στη σελ. 548: .................................................................................................. "Θετικά παραβιάζεται το δικό μου αίσθημα δικαιοσύνης όταν ένας ενάγων ο οποίος σίγουρα δεν έχει καταβάλει ασφάλιστρα, πρέπει να παίρνει πλήρη ημερομίσθια στη διάρκεια της ανικανότητας του να εργασθεί από δύο διαφορετικές πηγές, τον εργοδότη του και τον αδικοπραγήσαντα. Μου φαίνεται ακόμη περισσότερο άδικο και ανώμαλο, όπου όπως συμβαίνει εδώ, ο εργοδότης και ο αδικοπραγήσας είναι ένα και το αυτό." ΄Οπως παρατηρείται στον McGregor (παραγ. 1483) αυτό το αποτέλεσμα θεωρήθηκε ως πλήρως συμβατό με την Parry v. Cleaver (πιο πάνω). Η αρχή που διατυπώθηκε στην Hussain (πιο πάνω) καλύπτει τόσο την απώλεια απολαβών μέχρι τη δίκη όσο και την απώλεια μελλοντικών απολαβών.» Στη συνέχεια, το Εφετείο ανέφερε σε σχέση με τις περιστάσεις της ενώπιον του υπόθεσης: «Κρίνουμε ότι η επίδικη παροχή δεν είναι τόσο απομακρυσμένη που δεν πρέπει να λαμβάνεται υπόψη. Επομένως ορθά λήφθηκε υπόψη. Με τη θέσπιση του Νόμου 114/88 ο Νομοθέτης δεν είχε πρόθεση να αποζημιώνεται διπλά μέλος της Εθνικής Φρουράς που υφίσταται κακώσεις στη διάρκεια της υπηρεσίας του στη Δύναμη. Ακόμη και αν η επίδικη παροχή ήθελε θεωρηθεί ως φιλανθρωπική παροχή και πάλιν έπρεπε να είχε ληφθεί υπόψη. Είναι αλήθεια ότι στην Parry v. Cleaver (πιο πάνω) δεν αποφασίσθηκε κατά πόσο τα κριτήρια δυνάμει των οποίων δεν λαμβάνονται υπόψη οι φιλανθρωπικές παροχές τυγχάνουν εφαρμογής και στην περίπτωση της κρατικής φιλανθρωπίας με τη μορφή μη συμφωνηθέντος οφέλους από το Κράτος Πρόνοιας. Υποδείχθηκε, όμως, ότι μπορεί να υποτεθεί ότι το Κοινοβούλιο δεν έχει πρόθεση να θεωρηθούν προς όφελος του αδικοπραγήσαντος. Ωστόσο στην απόφαση του Εφετείου στην Hussain (πιο πάνω)
(1987)1 All E.R. 417, 428 υποδείχθηκε ότι ο κανόνας αποκλεισμού των κατά χάριν πληρωμών (ex gratia) εφαρμόζεται στις περιπτώσεις όπου υπεύθυνος είναι κάποιος τρίτος και ότι πρέπει να υπάρχει εξαίρεση στο γενικό κανόνα στις περιπτώσεις που η κατά χάριν πληρωμή προέρχεται από τον ίδιο τον αδικοπραγήσαντα. Στην παρούσα υπόθεση αποτελεί κοινό έδαφος ότι τόσο η επίδικη παροχή όσο και το ποσό της αποζημίωσης που έχει επιδικασθεί από το πρωτόδικο δικαστήριο έχουν κοινή προέλευση. Θα καταβληθούν από τον ίδιο τον αδικοπραγήσαντα - το Κράτος - από τα Κρατικά Ταμεία. Επομένως δεν επωφελείται οποιοσδήποτε τρίτος με το να λαμβάνεται υπόψη για σκοπούς καθορισμού των αποζημιώσεων η επίδικη παροχή. Κατά συνέπεια, έστω και αν η επίδικη παροχή αποτελεί προϊόν φιλανθρωπίας του Κράτους, αυτή πρέπει να λαμβάνεται υπόψη για τους λόγους που έχουν υποδειχθεί στην Hussain (πιο πάνω). Αντίθετη κατάληξη θα είχε σαν συνέπεια να πετύχει διπλή αποζημίωση ο εφεσείων πορεία που είναι αντίθετη προς την βασική αρχή που διέπει την επιδίκαση αποζημιώσεων (βλ. Lincoln, πιο πάνω). Πρέπει να υπογραμμίσουμε ότι έρεισμα της κατάληξης μας είναι: (α) Το γεγονός ότι ο εφεσείων έχει αξιώσει αποζημιώσεις για τραύματα που υπέστη στη διάρκεια της υπηρεσίας του στην Εθνική Φρουρά και ότι η επίδικη παροχή του έχει χορηγηθεί λόγω της υπηρεσίας του στην Εθνική Φρουρά. (β) Το γεγονός της κοινής ταυτότητας του αδικοπραγήσαντος με το Τ.Α.Π.. Δεν εξετάσαμε, γιατί δεν χρειάζεται, κατά πόσο οι πληρωμές από το Τ.Α.Π. θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη και στις περιπτώσεις που ο αδικοπραγήσας είναι άλλος από το Κράτος.» Η επίδικη πληρωμή δεν αφορούσε πληρωμή στην οποία οι Ενάγοντες ή οι Ενάγοντες 1 και 2 δικαιούνταν είτε στη βάση νόμου είτε στη βάση ασφαλιστικής ή άλλης σύμβασης. Η πληρωμή εγκρίθηκε από το Υπουργικό Συμβούλιο ως κατά χάριν οικονομική βοήθεια και ενώ δεν υφίστατο νομική ή συμβατική προς τούτο υποχρέωση του Κράτους. Όπως διαφάνηκε εκ των υστέρων και επιβεβαιώνεται με την παρούσα Απόφαση, το Κράτος, υπαίτιο για την έκρηξη, είχε από τη στιγμή εκείνη νομική υποχρέωση αποζημίωσης των θυμάτων και των οικογενειών τους. 'Ο,τι δεν υφίστατο ήταν η υποχρέωση καταβολής του συγκεκριμένου ή άλλου ποσού στο στάδιο εκείνο. Το ανεργιακό επίδομα που κατά την Αγγλική νομολογία (Gourley, Lindstedt, Foxley, Parsons και Nabi) κρίθηκε ότι δεν θα ήταν ρεαλιστικό να αγνοηθεί, ήταν κατοχυρωμένο από το νόμο. Aκόμα και όπου η πληρωμή προς το θύμα εδραζόταν σε νόμο, τα Δικαστήρια εξέταζαν την πρόθεση του νομοθέτη, κατά πόσο δηλαδή το Κοινοβούλιο είχε πρόθεση όπως το θύμα απολαύσει το όφελος της πληρωμής ανεξάρτητα από την καταβολή αποζημιώσεων. Σύμφωνα με την Lincoln v. Hayman and Another
(1982)1 W.L.R. 488, πλήρως παράπλευρα οφέλη δεν πρέπει να υπολογίζονται και το κατά πόσο είναι τέτοια εξαρτάται από το κατά πόσο είναι ή δεν είναι πολύ απομακρυσμένα. Όπως αναφέρεται, κατά την εξέταση αυτού του ζητήματος το Δικαστήριο πάντοτε θα εξετάζει τις πραγματικότητες. Στην προκειμένη περίπτωση όπου η πληρωμή εγκρίθηκε ενώ δεν υφίστατο, όπως πιο πάνω έχει εξηγηθεί, νομική ή συμβατική προς τούτο υποχρέωση του Κράτους, αυτή λαμβάνει τη μορφή φιλανθρωπίας και σημασία έχει η πρόθεση του Κράτους όπως εκφράζεται στην απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου της 10.8.
  1. Η απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου είναι σαφής ότι η πληρωμή θα γινόταν κατά χάριν. Εάν η πρόθεση του Υπουργικού Συμβουλίου ήταν όπως το ποσό θεωρηθεί προς εξόφληση ή έναντι των αποζημιώσεων στις οποίες οι Ενάγοντες θα δικαιούνταν, ήταν ότι πιο εύκολο αυτό να διατυπωθεί στην απόφαση. Ακόμα, και χωρίς παραδοχή ευθύνης, να πληρώσει με τη συνεννόηση ότι εάν η Δημοκρατία ήθελε κριθεί υπόλογη τα ποσά να λογιστούν έναντι της υποχρέωσης της να αποζημιώσει. Η απόφαση του Εφετείου στην Ιακώβου αφορούσε και αυτή ποσά που είχαν καταβληθεί και θα καταβάλλονταν δυνάμει νόμου. Ωστόσο, στο τελευταίο απόσπασμα που παρατίθεται πιο πάνω, το Εφετείο προχώρησε εκτός του λόγου της απόφασης (obiter) να σημειώσει ότι, έστω και αν η επίδικη παροχή αποτελεί προϊόν φιλανθρωπίας του Κράτους, όταν το Κράτος είναι ο αδικοπραγήσαντας, αυτή πρέπει να λαμβάνεται υπόψη. Η αναφορά έγινε με παραπομπή στην Hussain. Στην Hussain αδικοπραγήσαντας δεν ήταν το Κράτος. Ούτε η κατά χάριν πληρωμή είχε γίνει από το Κράτος. Η Hussain παρά το ότι διατυπώνει μια γενική προσέγγιση ότι του κανόνα ότι οι φιλανθρωπίες δεν λαμβάνονται υπόψη εξαιρείται η περίπτωση που η κατά χάριν πληρωμή προέρχεται από τον αδικοπραγήσαντα, αφορούσε πληρωμή από εργοδότη που είχε ευθύνη για τον τραυματισμό του εργοδοτούμενου του. Η ουσία είναι ότι η Hussain, όπως στην ίδια την απόφαση αναφέρεται, αποφασίστηκε στη βάση της δημόσιας πολιτικής που θα έπρεπε να διέπει το ζήτημα. Έτσι, η αναφορά του Εφετείου στην Ιακώβου δεν θα πρέπει να προσεγγιστεί ως απόλυτο αξίωμα, αλλά ως μια γενική προσέγγιση η οποία μπορεί σε ιδιάζουσες περιστάσεις να μην εφαρμόζεται και ειδικά όπου η δημόσια πολιτική, που ήταν το σημείο κρίσης στην Hussain, συνηγορεί υπέρ του αντιθέτου. Κατά τη δίκη δεν παρουσιάστηκε μαρτυρία και δεν υπήρξε εισήγηση ότι η διάθεση του Υπουργικού Συμβουλίου ήταν όπως το ποσό που χαριστικά αποφάσισε να διατεθεί στις οικογένειες των θυμάτων, θα ήταν προς εξόφληση ή έναντι των νομίμων αποζημιώσεων που θα δικαιούνταν. Ορθά, αφού η πρόθεση του Υπουργικού Συμβουλίου δεν ήταν αυτή. Το γεγονός ότι το ίδιο ποσό διατέθηκε στα διάφορα πρόσωπα παρά το ότι, σε περίπτωση που διαπιστωνόταν ευθύνη της Δημοκρατίας, οι αποζημιώσεις του καθενός θα διέφεραν και ενδεχομένως κάποιοι να δικαιούνταν σε περιορισμένες αποζημιώσεις, επιβεβαιώνει του λόγου το αληθές. Ούτε η προβαλλόμενη από την υπεράσπιση θέση είναι ότι το Υπουργικό Συμβούλιο διαφοροποίησε την προσέγγιση του, αλλά, ότι η νομολογία επιτάσσει ή συνηγορεί υπέρ του ότι τα ποσά θα πρέπει να ληφθούν υπόψη και να λογιστούν έναντι των αποζημιώσεων που άλλως θα επιδικάζονταν. Είναι γι΄ αυτό που λόγοι δημόσιας πολιτικής επιβάλλουν όπως το Δικαστήριο προσεγγίσει το ζήτημα με τέτοιο τρόπο ώστε να αποδώσει το κύρος που επιβάλλεται στην απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου και την επιθυμία του Κράτους, όπως μέσω της εκφράστηκε, να παραχωρήσει στη μορφή φιλανθρωπίας και χαριστικά το ποσό των €95.000 σε κάθε ένα από τους Ενάγοντες 2 -
  2. Η Δικαστική εξουσία δεν πρέπει να παρέμβει στην προκειμένη περίπτωση και ουσιαστικά να ανατρέψει την ενέργεια και πολιτική απόφαση της Εκτελεστικής εξουσίας. Πέραν των πιο πάνω προκύπτει ότι όταν η περίπτωση δεν αφορά τραυματισμό και αποζημίωση του τραυματία, αλλά θάνατο και αποζημίωση των οικείων ή εξαρτωμένων του, το ζήτημα είναι πιο ξεκάθαρο. Το άρθρο 58
(19)του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ.148, προνοεί ότι: «Ωφελήματα τα οποία έχουν περιέλθει ή θα περιέλθουν ή δύνανται να περιέλθουν σε οποιοδήποτε πρόσωπο από την κληρονομιά ή άλλως ως αποτέλεσμα του θανάτου του δεν θα υπολογίζονται σε αγωγή κατά τον υπολογισμό των αποζημιώσεων για το θάνατο του». Το άρθρο 58
(19)είναι πανομοιότυπο με το άρθρο 4 του Fatal Accidents Act 1976, όπως αντικαταστάθηκε με το Administration of Justice Act 1982 και το οποίο αναφέρει ότι: «In assessing damages in respect of a person's death under this Act, benefits which have accrued or will or may accrue to any person from his estate or otherwise as a result of his death shall be disregarded». Αξίζει να σημειωθεί ότι το άρθρο 58
(19)εισάχθηκε με τον περί Αστικών Αδικημάτων (Τροποποιητικό) Νόμο του 1985 (Ν.156/85). Στην Pidduck v. Eastern Scottish Omnibuses Ltd [1989] 2 All E.R. 261, μετά το θάνατο του συζύγου της η χήρα εισέπραξε από την τράπεζα όπου εργαζόταν ο σύζυγος της επίδομα χηρείας και εφάπαξ ποσό. Αποφασίστηκε ότι τόσο το επίδομα όσο και το εφάπαξ ποσό καλύπτονταν από το άρθρο 4 του Fatal Accidents Act 1976 και επομένως έπρεπε να αγνοηθούν κατά τον υπολογισμό της εξάρτησης της. Στην Arnup v. M.W.White Ltd [2008] Ι.C.R. 1064 CA., αποφασίστηκε ότι όλα τα ωφελήματα που είχε η χήρα ως αποτέλεσμα του θανάτου του συζύγου της έπρεπε, στη βάση του άρθρου 4 του Fatal Accidents Act 1976, να αγνοηθούν. Αναφέρεται στην απόφαση ότι δεν είναι πλέον σημαντικό να αποφασίζεται κατά πόσο το υπό εξέταση ωφέλημα προκύπτει ως αποτέλεσμα του θανάτου. Εάν προκύπτει ως αποτέλεσμα του θανάτου καλύπτεται από το άρθρο και δεν πρέπει να συνυπολογίζεται στις αποζημιώσεις, ενώ εάν δεν προκύπτει ως αποτέλεσμα του θανάτου πρέπει να αγνοείται. Είναι η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι το ποσό των €95.000 που καταβλήθηκε στον Ενάγοντα 1 ως νόμιμο προσωπικό αντιπρόσωπο του Παναγιώτη δεν πρέπει να ληφθεί υπόψη στον καθορισμό των αποζημιώσεων που αυτός ή οι Ενάγοντες δικαιούνται συνεπεία του θανάτου του. Ζ. Ο χρόνος έκδοσης της Απόφασης Σημειώνεται ότι η ακροαματική διαδικασία ολοκληρώθηκε την 6.7.2015 με την αγόρευση της εκπροσώπου του Γενικού Εισαγγελέα. Όμως, την 5.11.2015 καταχωρίστηκε αίτηση για να επιτραπεί η προσαγωγή περαιτέρω μαρτυρίας εκ μέρους των Εναγόντων. Η αίτηση ορίστηκε για ακρόαση την 15.12.2015 και αναβλήθηκε τρεις φορές με αίτημα των διαδίκων για να αποσυρθεί τελικά στις 10.2.2016, οπόταν και επιφυλάχθηκε η απόφαση. Στο μεταξύ εκδικάστηκαν άλλες δύο αγωγές που αφορούσαν θανάτους στο ίδιο περιστατικό και κρίθηκε από το Δικαστήριο ότι εξυπηρετείτο και οι τρεις αποφάσεις να εκδοθούν την ίδια ημέρα, όπως και γίνεται. Η. Η κατάληξη Εκδίδεται απόφαση υπέρ του Ενάγοντα 1 και εναντίον του Εναγόμενου για το ποσό των €67.085,90 (€50.000 συν €17.085,90) με τόκο 5,5% από 11.7.2011 μέχρι 31.12.2014 και 4% από 1.1.2015 μέχρι εξοφλήσεως. Περαιτέρω εκδίδεται απόφαση υπέρ της Ενάγουσας 2 και εναντίον του Εναγόμενου για το ποσό των €50.000 με τόκο προς 5,5% από 11.7.2011 μέχρι 31.12.2014 και 4% από 1.1.2015 μέχρι εξοφλήσεως. Περαιτέρω εκδίδεται απόφαση υπέρ της Ενάγουσας 3 και εναντίον του Εναγόμενου για το ποσό των €35.000 με τόκο προς 5,5% από 11.7.2011 μέχρι 31.12.2014 και 4% από 1.1.2015 μέχρι εξοφλήσεως. Περαιτέρω επιδικάζονται έξοδα (ένα σετ) υπέρ των Εναγόντων και εναντίον του Εναγόμενου όπως τούτα θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή στην κλίμακα €100.000 - €500.000 και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.)................................ Χ.Μαλαχτός,Π.Ε.Δ. /ΚΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.