ΑΙΚΑΤΕΡΙΝΗ ΚΛΕΑΝΘΟΥΣ, ως διαχειρίστρια της περιουσίας του αποβιώσαντα Κλεάνθη Κλεάνθους κ.α. ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ μέσω του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, Αρ.αγωγής: 54/2012, 19/5/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2016:A83 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Χ.Μαλαχτού, Π.Ε.Δ. Αρ.αγωγής: 54/2012 Μεταξύ:
- ΑΙΚΑΤΕΡΙΝΗ ΚΛΕΑΝΘΟΥΣ, ως διαχειρίστρια της περιουσίας του αποβιώσαντα Κλεάνθη Κλεάνθους
- ΑΙΚΑΤΕΡΙΝΗ ΚΛΕΑΝΘΟΥΣ
- ΗΛΙΑΝΑ ΚΛΕΑΝΘΟΥΣ
- ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΛΕΑΝΘΟΥΣ Ενάγοντες και ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ μέσω του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας Εναγόμενης Ημερ.: 19.5.2016 Για τους Ενάγοντες: κα Λ. Αστραίου μαζί με κ.Κ.Στυλιανού Για την Εναγόμενη: κα Κ. Λοϊζου για τον Γενικό Εισαγγελέα Α Π Ο Φ Α Σ Η A. Eισαγωγή - Επίδικα Θέματα - Μαρτυρία Ο Κλεάνθης Κλεάνθους, Αρχικελευστής στο Ναυτικό της Εθνικής Φρουράς σκοτώθηκε την 11.7.2011 σε ώρα καθήκοντος στη ναυτική βάση «Ευάγγελος Φλωράκης» (ΝΒΕΦ) στο Μαρί της Επαρχίας Λάρνακας. Ο θάνατος του προήλθε από έκρηξη εμπορευματοκιβωτίων που εμπεριείχαν εκρηκτικές ύλες. Η αγωγή προωθείται από τη σύζυγο του αποβιώσαντα ως διαχειρίστρια της περιουσίας του και από την ίδια και τα δύο παιδιά του ως εξαρτώμενοι του. Αυτή στρέφεται κατά της Δημοκρατίας και εγείρεται εναντίον του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας ως Εναγομένου δυνάμει του άρθρου 57 των περί Δικαστηρίων Νόμων του 1960 έως (αρ.2)
- Κατά την εμφάνιση την 24.4.2015 η Εναγόμενη αποδέχτηκε την πλήρη ευθύνη για την επίδικη έκρηξη και το θάνατο του αποβιώσαντα. Παρά την αποδοχή της ευθύνης, οι επιμέρους συνθήκες έχουν σημασία εφόσον αξιώνονται παραδειγματικές και τιμωρητικές αποζημιώσεις και αποζημιώσεις για παραβίαση του άρθρου 2 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ). Παρουσιάστηκαν τα πρακτικά της Ποιν. υπόθ. 4904/2012 Κακουργιοδικείου Λάρνακας που περιλαμβάνουν και την Απόφαση που εκδόθηκε την 9.7.2013 (Τεκμ.5). Κατά τη δικάσιμο της 24.11.2015 έγινε παραδεκτό ότι τα ευρήματα του Κακουργιοδικείου, που εμπεριέχονται στην πιο πάνω Απόφαση, ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Παρουσιάστηκε ακόμα το Πόρισμα ημερ. 30.11.2011 της Μονομελούς Ερευνητικής Επιτροπής για τη Διεξαγωγή Ερευνας σχετικά με την έκρηξη που επισυνέβη την 11η Ιουλίου 2011 στη ναυτική βάση «Ευάγγελος Φλωράκης» στο Μαρί (Τεκμ.7). Το γεγονός του πορίσματος έγινε παραδεκτό, όχι όμως ότι τα ευρήματα της Μονομελούς Ερευνητικής Επιτροπής ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. (Δεν είναι ορθά τα όσα σχετικά αναφέρονται στην παρ.1, σελ.3 της γραπτής αγόρευσης της δικηγόρου των Εναγόντων). Οι γενικές και ειδικές αποζημιώσεις συμφωνήθηκαν στο ποσό των €152.
- Στο ποσό αυτό περιλαμβάνεται το ποσό της εξάρτησης των εξαρτωμένων του αποβιώσαντα, τα έξοδα διαχείρισης της περιουσίας του και, όπως δηλώθηκε, το ποσό των €17.100 για απώλεια ή πένθος (bereavement). Δεν συμφωνήθηκε ο τόκος, δηλαδή από πότε το ποσό θα τοκίζεται, ούτε το ύψος του επιτοκίου. Παρέμεινε ακόμα ως επίδικο ζήτημα κατά πόσο ποσό €95.000, που καταβλήθηκε σε κάθε ένα από τους Ενάγοντες 2 - 4, θα πρέπει να αφαιρεθεί από το ποσό των αποζημιώσεων που αυτοί θα δικαιούνται. Σύμφωνα με την αναντίλεκτη μαρτυρία της συζύγου του αποβιώσαντα (Μ.Ε.1) (γραπτή δήλωση Τεκμ.2) ο Κλεάνθης ήταν αγαπητός στην οικογένεια του και τα παιδιά του τον υπεραγαπούσαν. Με το θάνατο του η σύζυγος του απώλεσε τον σύντροφο και στήριγμα της. Όπως χαρακτηριστικά ανέφερε έχασε όλη της τη ζωή. Κατά το χρόνο του θανάτου του η θυγατέρα του Ηλιάνα, Ενάγουσα 3, ήταν ηλικίας 25 ετών και ο γιος του Ανδρέας ηλικίας 17 ετών. Β. Παραβίαση του Αρθρου 7 του Συντάγματος και άρθρου 2 της ΕΣΔΑ Με την αξίωση οι Ενάγοντες αξιώνουν τιμωρητικές ή και παραδειγματικές αποζημιώσεις για παράβαση από την Κυπριακή Δημοκρατία του δικαιώματος του αποβιώσαντος Κλεάνθη Κλεάνθους στη ζωή δυνάμει του άρθρου 2 της ΕΣΔΑ και του Αρθρου 7 του Συντάγματος. Η εισχώρηση της ΕΣΔΑ στην Κυπριακή έννομη τάξη είναι διττή. Το Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας κατοχυρώνει τα κυριότερα δικαιώματα που προστατεύει η ΕΣΔΑ στο Μέρος ΙΙ (Αρθρα 6-35). Επιπλέον, όλη η Συνθήκη και το Πρώτο πρόσθετο Πρωτόκολλο επικυρώθηκαν με τον περί της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (Κυρωτικό) Νόμο (Ν.39/1962), ο οποίος έχει δυνάμει του Αρθρου 169.3 του Συντάγματος αυξημένη ισχύ. Το Αρθρο 7 του Συντάγματος είναι κατ΄ ουσία το ίδιο με το άρθρο 2 της ΕΣΔΑ που προνοεί ότι: «
(1)Το δικαίωμα εκάστου προσώπου εις την ζωήν προστατεύεται υπό του νόμου. Εις ουδένα δύναται να επιβληθή εκ προθέσεως θάνατος, ή μη εις εκτέλεσιν θανατικής ποινής εκδιδομένης υπό Δικαστηρίου εν περιπτώσει αδικήματος τιμωρουμένου υπό του νόμου διά της ποινής ταύτης.
(2)Ο θάνατος δεν θεωρείται ως επιβαλλόμενος κατά παράβασιν του άρθρου τούτου εις ας περιπτώσεις θα επήρχετο συνεπεία χρήσεως βίας καταστάσεις απολύτως αναγκαίας: α) διά την υπεράσπισιν οιουδήποτε προσώπου κατά παρανόμου βίας. β) διά την πραγματοποίησιν νομίμου συλλήψεως ή προς παρεμπόδισιν αποδράσεως προσώπου νομίμως κρατουμένου. γ) διά την καταστολήν, συμφώνως τω νόμω, στάσεως ή ανταρσίας.» Στην απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΕΔΑΔ) στην Oneryildiz v. Turkey [2004] ECHR 657, (παρ.69) αναφέρεται ότι η ερμηνεία του άρθρου 2 καθοδηγείται από την ιδέα ότι το αντικείμενο και ο σκοπός της Σύμβασης ως εργαλείο για την προστασία των ανθρώπων απαιτεί ότι οι πρόνοιες του θα ερμηνεύονται και θα εφαρμόζονται με τέτοιο τρόπο ώστε να καθιστούν τις ασφαλιστικές δικλείδες που εμπεριέχει, πρακτικές και αποτελεσματικές. Αναφέρεται ακόμα (παρ.71) ότι το άρθρο 2 δεν αναφέρεται αποκλειστικά σε θανάτους που προέρχονται από τη χρήση βίας από αντιπροσώπους του Κράτους αλλά επίσης, στην πρώτη πρόταση της πρώτης του παραγράφου εκθέτει ένα θετικό καθήκον στο Κράτος να λαμβάνει τα κατάλληλα μέτρα για να διασφαλίσει τις ζωές εκείνων που είναι εντός της δικαιοδοσίας του. Αυτή η υποχρέωση πρέπει να ερμηνεύεται ότι ισχύει σε κάθε δραστηριότητα είτε δημόσια, είτε όχι, κατά την οποία το δικαίωμα της ζωής μπορεί να τεθεί σε κίνδυνο, και κατά μείζονα λόγο, στην περίπτωση βιομηχανικών δραστηριοτήτων, οι οποίες εκ της φύσης τους είναι επικίνδυνες. Το θετικό καθήκον λήψης όλων των κατάλληλων μέτρων για τη διασφάλιση της ζωής για σκοπούς του άρθρου 2, υπαγορεύει πάνω απ΄ όλα το πρωτογενές καθήκον στο Κράτος να εγκαθιδρύσει το νομικό και διοικητικό πλαίσιο που θα παρέχει αποτελεσματική αποτροπή έναντι απειλών στο δικαίωμα της ζωής (παρ.89). Το καθήκον αυτό αναμφίβολα εφαρμόζεται στις περιπτώσεις επικίνδυνων δραστηριοτήτων, όπου, επιπλέον, επιμέρους έμφαση πρέπει να δίδεται στους κανονισμούς που αφορούν τα επιμέρους χαρακτηριστικά της υπόψη δραστηριότητας. Αυτοί πρέπει να καθορίζουν το ζήτημα της αδειοδότησης, της κατασκευής, λειτουργίας, ασφάλειας και επίβλεψης της δραστηριότητας και πρέπει να καθιστούν υποχρεωτικό για όλους όσους εμπλέκονται να λαμβάνουν πρακτικά μέτρα προς διασφάλιση της αποτελεσματικής προστασίας των πολιτών των οποίων οι ζωές μπορεί να τεθούν σε κίνδυνο από τους εγγενείς κινδύνους. Σε κάθε περίπτωση, οι σχετικοί κανονισμοί πρέπει επίσης να προνοούν για τις κατάλληλες διαδικασίες, λαμβάνοντας υπόψη τα τεχνικά χαρακτηριστικά της υπόψη δραστηριότητας, προς διαπίστωση παραλείψεων στη διαδικασία και διαπραχθέντων λαθών από αυτούς που είναι υπεύθυνοι στα διάφορα επίπεδα (παρ.90). Σημειώνεται (παρ.93) ότι στις περιπτώσεις ανθρωποκτονίας το άρθρο 2 ερμηνεύεται ώστε να υπαγορεύει υποχρέωση για διενέργεια επίσημης έρευνας. Τέτοια έρευνα δικαιολογείται όχι μόνο γιατί οι ισχυρισμοί συνήθως εγείρουν ζήτημα ποινικής ευθύνης αλλά επίσης γιατί συνήθως, στην πράξη, οι πραγματικές περιστάσεις του θανάτου είναι, ή μπορεί να είναι, κατά το πλείστον στη γνώση των κρατικών αξιωματούχων και Αρχών. Αυτό αναμφίβολα συμβαίνει σε σχέση με επικίνδυνες δραστηριότητες, όταν χάνονται ζωές ως αποτέλεσμα γεγονότων που επισυμβαίνουν κάτω από την ευθύνη των δημοσίων αρχών, οι οποίες συνήθως είναι οι μόνες που έχουν ικανοποιητική γνώση για να διακριβώσουν και τεκμηριώσουν τα περίπλοκα φαινόμενα τα οποία μπορεί να έχουν προκαλέσει τα συμβάντα. Ό,που καταδεικνύεται ότι η αποδιδόμενη στους κρατικούς αξιωματούχους και όργανα αμέλεια εκτείνεται πέραν του λάθους κρίσης ή απερισκεψίας, υπό την έννοια ότι οι υπόψη αρχές κατανόησαν πλήρως τις πιθανές συνέπειες και παραγνωρίζοντας τις εξουσίες που είχαν, απέτυχαν να λάβουν τα μέτρα τα οποία ήταν αναγκαία και ικανοποιητικά για να άρουν τους εγγενείς κινδύνους μιας επικίνδυνης δραστηριότητας, το γεγονός ότι εκείνοι που ήσαν υπεύθυνοι για το ότι τέθηκαν σε κίνδυνο οι ζωές δεν έχουν κατηγορηθεί, μπορεί να συνιστά παραβίαση του άρθρου
- Ό,τι δεν πρέπει να εκλαμβάνεται ότι υπαγορεύεται από το άρθρο 2, είναι ότι ο αιτητής έχει δικαίωμα στο να κατηγορηθούν τρίτα πρόσωπα για ποινικά αδικήματα και να τους επιβληθεί ποινή (παρ.96). Στην απόφαση του ΕΔΑΔ στην Budayeva and Others v. Russia (Appl.nos.15339/2, 21166/2, 20058/02, 11673/02 και 15343/02, Judgment 20.3.2008) (παρ.135) γίνεται αναφορά στο «Margin of appreciation» που τα Κράτη απολαμβάνουν έτσι ώστε το βάρος που εναποτίθεται στις αρχές του Κράτους να μην είναι δυσανάλογο και να λαμβάνονται υπόψη οι επιχειρησιακές επιλογές που πρέπει να κάμουν με αναφορά στις προτεραιότητες και τους διαθέσιμους πόρους. Σημειώνεται ότι ο παράγοντας αυτός έχει μεγαλύτερη βαρύτητα στο πεδίο των κρίσεων σε σχέση με μετερεωλογικά γεγονότα, που ως τέτοια είναι πέραν του ανθρώπινου ελέγχου, παρά στο πεδίο των επικίνδυνων δραστηριοτήτων που δημιουργεί ο άνθρωπος. Το άρθρο 13 της Σύμβασης προνοεί ότι: «Οιοσδήποτε του οποίου τα δικαιώματα ή ελευθερίες που προνοούνται στη Σύμβαση παραβιάζονται, θα πρέπει να έχει αποτελεσματική θεραπεία ενώπιον των εθνικών αρχών ανεξαρτήτως του ότι η παραβίαση έχει διαπραχθεί από πρόσωπα ενεργώντας υπό την επίσημη αρμοδιότητα τους.» Στην Oneryildiz σημειώνεται (παρ.145) ότι το άρθρο 13 της Σύμβασης απαιτεί όπως το εγχώριο νομικό σύστημα καταστήσει διαθέσιμη αποτελεσματική θεραπεία καθιστώντας εφικτό για την αρμόδια εθνική αρχή να εξετάσει την ουσία ενός συζητήσιμου παραπόνου κάτω από τη Σύμβαση. Ο σκοπός του είναι να προνοήσει τον τρόπο με τον οποίο τα άτομα να μπορούν να εξασφαλίσουν την αρμόζουσα θεραπεία σε εθνικό επίπεδο για παραβιάσεις των δικαιωμάτων τους δυνάμει της Σύμβασης χωρίς να πρέπει να κινήσουν τον διεθνή μηχανισμό υποβολής παραπόνου ενώπιον του ΕΔΑΔ (άρθρο 41). Σημειώνεται (παρ.147) ότι όταν διαπιστώνονται παραβιάσεις δικαιωμάτων που κατοχυρώνονται από το άρθρο 2, χρηματικές και μη χρηματικές αποζημιώσεις (pecuniary and non-pecuniary damage) θα πρέπει, ως ζήτημα αρχής, να είναι δυνατές ως μέρος του εύρους των διαθέσιμων θεραπειών. Αναφέρεται (παρ.148-9) ότι η αποτυχία του Κράτους να συμμορφωθεί με τις διαδικαστικές υποχρεώσεις κάτω από το άρθρο 2, έχει σημασία στον αντίκτυπο που έχει στη δυνατότητα της οικογένειας του αποβιώσαντα για να καταδείξει ευθύνη εκ μέρους των κρατικών αξιωματούχων ή άλλες πράξεις και παραλείψεις που συνιστούν την παραβίαση των δικαιωμάτων κάτω από το άρθρο 2 και την εξασφάλιση θεραπείας. Εάν οι Αρχές δεν προβούν στη διερεύνηση (ικανοποιώντας τις ελάχιστες προϋποθέσεις) των συνθηκών κάτω από τις οποίες απώλεσε τη ζωή του ο αποβιώσαντας, οι ενδιαφερόμενοι (οικογένεια ή άλλοι συγγενείς) μπορεί να μην έχουν τη δυνατότητα να χρησιμοποιήσουν οιαδήποτε διαθέσιμη θεραπεία, δεδομένου ότι η απαραίτητη γνώση των επιμέρους γεγονότων βρίσκεται συνήθως στα χέρια των κρατικών αξιωματούχων και Αρχών μόνο. Είναι έργο του Δικαστηρίου να καθορίσει κατά πόσο οι Ενάγοντες έχουν στην προώθηση των δικαιωμάτων τους εμποδιστεί συνεπεία του τρόπου με τον οποίο η Δημοκρατία έχει εκτελέσει τις διαδικαστικές της υποχρεώσεις κάτω από το άρθρο
- Γ. Οι ουσιαστικές υποχρεώσεις της Δημοκρατίας δυνάμει του άρθρου 2 της ΕΣΔΑ Τα ευρήματα του Κακουργιοδικείου ως προς τις περιστάσεις της υπόθεσης, τόσο τα προερχόμενα από την αξιολόγηση της ενώπιον του μαρτυρίας, όσο και τα κοινώς αποδεκτά γεγονότα κατά την ποινική δίκη που υιοθετήθηκαν από το Κακουργιοδικείο, συνιστούν παραδεκτά γεγονότα στην παρούσα αγωγή. Επί αυτών, το Κακουργιοδικείο εξηύρε ενόχους τους κατηγορούμενους που καταδίκασε. Τα παραδεκτά αυτά γεγονότα στοιχειοθετούν, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, την υπαιτιότητα των καταδικασθέντων προσώπων για σκοπούς της παρούσας αγωγής. Η αναφορά σε αυτά θα είναι όσο πιο συνοπτική γίνεται. Άλλωστε, για σκοπούς της παρούσας αγωγής προεξάρχει ότι ένας τόσο υψηλά ιστάμενος αξιωματούχος του Κράτους, όπως ο Υπουργός Αμυνας, καταδικάστηκε για ανθρωποκτονία σε σχέση με τους 13 θανάτους που επεσυνέβηκαν κατά την έκρηξη, περιλαμβανομένου και του θανάτου του Κλεάνθη (Κατηγορία 16). Περαιτέρω, καταδικάστηκαν για την πρόκληση του θανάτου του Κλεάνθη λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης ο ίδιος Υπουργός (Κατηγορία 120), ο Διευθυντής της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας (Κατηγορία 146), ο Αναπληρωτής Διευθυντής της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας (Κατηγορίες 159 και 172) και ο Διευθυντής της ΕΜΑΚ (Κατηγορίες 185 και 198). Είναι άνευ σημασίας για σκοπούς του επιμέρους ζητήματος να επιχειρείτο να διαπιστωθεί κατά πόσο από τα παραδεκτά γεγονότα, δηλαδή τα ευρήματα του Κακουργιοδικείου, ή την εξ ακοής μαρτυρία που εμπεριέχεται στο Πόρισμα της Μονομελούς Ερευνητικής Επιτροπής, θα μπορούσε να τεκμηριωθεί, στο παρόν στάδιο και επί του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, υπαιτιότητα και άλλων προσώπων είτε που ήταν κατηγορούμενοι στην ποινική δίκη είτε όχι. Εφόσον όλοι οι καταδικασθέντες, οι υπόλοιποι κατηγορούμενοι και όσα άλλα πρόσωπα είχαν συμμετοχή στη διαχείριση των εμπορευματοκιβωτίων ή της κατάστασης μέχρι και τη φονική έκρηξη, ενεργούσαν ως αντιπρόσωποι του Κράτους, για τις πράξεις ή παραλείψεις όλων φέρει εκ προστήσεως αστική ευθύνη η Εναγόμενη Κυπριακή Δημοκρατία. Τα επίδικα εμπορευματοκιβώτια ήταν φορτωμένα σε πλοίο που κλήθηκε από τη Δημοκρατία να ελλιμενιστεί σε κυπριακό λιμάνι για έλεγχο. Επρόκειτο για 98 εμπορευματοκιβώτια εκ των οποίων τα 81 περιείχαν επικίνδυνο φορτίο. Ηταν πυρίτιδες διαφόρων τύπων και προωθητικά γεμίσματα όλμου βάρους 481 τόνων. Αυτό διαπιστώθηκε σε ελέγχους που ολοκληρώθηκαν την 9.2.2009 ενώ αυτά βρίσκονταν ακόμη στο πλοίο. Την 12.2.2009 ο τότε Πρόεδρος της Δημοκρατίας έλαβε την απόφαση για εκφόρτωση των εμπορευματοκιβωτίων στην Κύπρο. Αυτά κατασχέθηκαν από τη Δημοκρατία την 13.2.2009 και εκφορτώθηκαν στην πλατεία του λιμένος της NBEΦ. Την 12.3.2009 μεταφέρθηκαν σε περιφραγμένο χώρο με βάση από μπετόν όπου και παρέμειναν μέχρι την έκρηξη της 11.7.
- Ο χώρος είχε ετοιμαστεί γι΄ αυτό το σκοπό εντός της ΝΒΕΦ σε περιοχή που προοριζόταν για τις ανάγκες επέκτασης της Βάσης. Αιτιώδη σχέση με τα επίδικα περιστατικά, την έκρηξη και το θάνατο του Κλεάνθους, έχει ο τρόπος στοίβαξης του φορτίου. Τα εμπορευματοκιβώτια που περιείχαν πυρίτιδα τοποθετήθηκαν σε στοιβάδα, μοιάζοντας έτσι με μια «μικρή τριώροφη πολυκατοικία». Τοποθετήθηκαν με τέτοιο τρόπο ώστε οι πόρτες τους να μην είναι προσβάσιμες. Περιμετρικά της στοιβάδας τοποθετήθηκαν τα εμπορευματοκιβώτια που περιείχαν αδρανή υλικά ώστε να αποκλειστεί πλήρως η πρόσβαση ή η προσβολή των πυρομαχικών. Προς αποκλεισμό της πρόσβασης, ο χώρος είχε περιφραχθεί με τρεις σειρές από συρματόμπλεγμα. Σε ύψωμα που δέσποζε των εμπορευματοκιβωτίων υπήρχε υπερυψωμένη σκοπιά η οποία επανδρωνόταν καθημερινά από το πρώτο μέχρι το τελευταίο φως της ημέρας, ενώ κατά τον υπόλοιπο χρόνο εκτελούνταν έφοδοι. Τα εμπορευματοκιβώτια τοποθετήθηκαν συγκεντρωτικά το ένα πάνω στο άλλο και το ένα δίπλα από το άλλο. Οι πόρτες τους εφάπτονταν μεταξύ τους. Το φορτίο εναποτέθηκε χωρίς να ληφθεί υπόψη το ζήτημα της επικινδυνότητας του. Τα πυρομαχικά παρέμειναν κλειστά εντός των εμπορευματοκιβωτίων σε ανοικτό χώρο, εκτεθειμένα κατά άμεσο τρόπο στην ηλιακή ακτινοβολία και τις καιρικές συνθήκες. Ο τρόπος στοίβαξης τους παραβίαζε κατάφορα την Πάγια Διαταγή του ΓΕΕΦ 6-12/2007, σύμφωνα με την οποία τα πυρομαχικά πρέπει να φυλάσσονται σε αποθήκες που να απέχουν μεταξύ τους 60 έως 70 μέτρα και που να παρέχουν προστασία από υπερβολική θερμοκρασία ή υγρασία και συνθήκες καλού αερισμού. Στην έννοια της αποθήκης περιλαμβάνονται και τα εμπορευματοκιβώτια, όταν όμως χρησιμοποιούνται για την αποθήκευση πυρομαχικών αυτά πρέπει να τοποθετούνται σε χώρους σκιερούς. Συνίσταται η κατασκευή στεγάστρου ώστε η ακτινοβολία να μην έρχεται σε άμεση επαφή με την οροφή του εμπορευματοκιβωτίου προκειμένου να μην αυξάνεται υπερβολικά η θερμοκρασία στο εσωτερικό του. Κατά τους θερινούς μήνες, όταν η θερμοκρασία ανέρχεται σε υψηλά επίπεδα, τα πυρομαχικά πρέπει να καταβρέχονται και να αερίζονται. Με τον τρόπο που στοιβάχθηκαν τα εμπορευματοκιβώτια δεν υπήρχαν ανάμεσα τους διάδρομοι που θα επέτρεπαν τη διενέργεια των προβλεπομένων επιθεωρήσεων. Το γεγονός αυτό μεγιστοποίησε και την πιθανότητα του φαινομένου της εκ συμπαθείας έκρηξης. Τα εμπορευματοκιβώτια ευρίσκονταν εκτεθειμένα στις καιρικές και περιβαλλοντικές συνθήκες χωρίς να εξασφαλίζουν ικανοποιητικές συνθήκες θερμοκρασίας και υγρασίας. Σύμφωνα με συγκεκριμένο κανονισμό ο μέγιστος χρόνος αποθήκευσης σε εμπορευματοκιβώτια δεν πρέπει να υπερβαίνει το χρονικό διάστημα των 90 ημερών, και αυτό υπό ορισμένες προϋποθέσεις. Στις 28.5.2009 ο Αρχηγός ΓΕΕΦ, που είχε στο μεταξύ αλλάξει, σε επιστολή του προς το Γενικό Διευθυντή του Υπουργείου Αμυνας ανάφερνε ότι «Μεγάλο μέρος του φορτίου αποτελείται από διαφόρων ειδών πυρίτιδες των οποίων δεν γνωρίζουμε τη σύνθεση και την αντίδραση τους σε ψηλές θερμοκρασίες ή ενδεχόμενους κινδύνους αποσταθεροποίησης - αλλοίωσης ή και ανάφλεξης». Τον Ιούνιο του 2009 εισήγηση για κατασκευή στεγάστρου δεν υλοποιήθηκε στη βάση ότι η αποθήκευση των εμπορευματοκιβωτίων στο χώρο που ευρίσκονταν ενδεχομένως να μη διαρκούσε επί μακρόν. Στις 6.8.2009 έγινε σύσκεψη στο Υπουργείο Εξωτερικών χωρίς όμως να αποφασιστεί οτιδήποτε για την περαιτέρω διαχείριση και τύχη του φορτίου. Αυτό θα παρέμενε υπό την επίβλεψη της Εθνικής Φρουράς (ΕΦ) και μέχρι τον Οκτώβριο του 2009 τα αρμόδια τμήματα και υπουργεία θα έπρεπε να ετοιμάσουν εισηγήσεις ως προς τον περαιτέρω χειρισμό του θέματος. Ο Αρχηγός ΓΕΕΦ με επιστολή του ημερ. 4.11.2009 προς το Γενικό Διευθυντή του Υπουργείου Αμυνας ανάφερνε: «Επειδή το ΓΕΕΦ κρίνει το θέμα πολύ σοβαρό, παρακαλούμε για τις εκ νέου ενέργειες σας για τη λήψη τελικής απόφασης». Επιστολές του Υπουργείου Εξωτερικών ημερ. 31.12.2009 και 7.7.2010, που αποστάλησαν προς το Υπουργείο Αμυνας, ανάφερναν ότι δεν εδικαιολογείτο οποιαδήποτε αλλαγή στον τρόπο χειρισμού του θέματος γιατί οι πολιτικοί λόγοι που υφίσταντο και είχαν ληφθεί υπόψη στη σύσκεψη της 6.8.2009 εξακολουθούσαν να υφίστανται. Η Δημοκρατία είχε την επιλογή να διαθέσει το φορτίο πωλώντας το, διαθέτοντας το προς τις ανάγκες της ΕΦ, ή καταστρέφοντας το ή μέρος του. Οι στρατιωτικοί είχαν τοποθετηθεί υπέρ της καταστροφής λόγω των κινδύνων που υπήρχαν με τις ψηλές θερμοκρασίες που αναπτύσσονταν μέσα στα εμπορευματοκιβώτια το καλοκαίρι και η ΕΦ είχε την τεχνογνωσία και τα μέσα για να προχωρήσει στην καταστροφή της πυρίτιδας εφόσον λαμβάνετο η αναγκαία πολιτική απόφαση. Την 7.2.2011 πραγματοποιήθηκε σύσκεψη στο Υπουργείο Αμυνας στην οποία μεταξύ άλλων υπηρεσιακών παραγόντων παρόντες ήταν και οι Υπουργοί Εξωτερικών και Αμυνας. Ο ίδιος ο Υπουργός Αμυνας είχε αναφέρει ότι εγείρονταν σοβαρά θέματα ασφάλειας για το προσωπικό που φρουρούσε τα εμπορευματοκιβώτια, λόγω της αποσταθεροποιητικής φύσης του μεγαλύτερου μέρους του φορτίου, που αποτελείτο από πυρίτιδες διαφόρων ειδών, ιδιαίτερα σε υψηλές θερμοκρασίες και σε υγρασία κατά τους καλοκαιρινούς μήνες. Στη σύσκεψη αυτή στρατιωτικός ενημέρωσε ότι το κυριότερο πρόβλημα επικεντρωνόταν στην πυρίτιδα που εμπεριέχει σταθεροποιητή. Η σύνθεση του σταθεροποιητή, σύμφωνα με τις εργαστηριακές προδιαγραφές, αλλοιωνόταν με το χρόνο και με την επίδραση των μεταβαλλόμενων καιρικών συνθηκών. Όπως ανάφερε, υφίστατο ο κίνδυνος να αλλοιωθεί το μίγμα της πυρίτιδας αντιδρώντας με ανάφλεξη ή ακόμα και με έκρηξη. Το Καλοκαίρι του 2011 ήταν το τρίτο κατά σειρά καλοκαίρι που τα εμπορευματοκιβώτια παρέμεναν στην ΝΒΕΦ. Την 4.7.2011 το πρωϊ διαπιστώθηκε ότι ένα από τα εμπορευματοκιβώτια είχε φουσκώσει. Επρόκειτο για εμπορευματοκιβώτιο το περιεχόμενο του οποίου ήταν πυρίτιδα. Ενημερώθηκε η ηγεσία της ΕΦ και ακολούθησε την 5.7.2011 σύσκεψη στο γραφείο του Υπουργού Αμυνας και την επομένη έγινε επιτόπου εξέταση από στρατιωτικούς και άλλους παράγοντες. Σε έκθεση που ετοιμάστηκε καταγραφόταν ότι κατά την επιτόπου εξέταση η ομάδα των εξεταστών είχε διαπιστώσει ότι: «α. Εντός του εμπορευματοκιβωτίου υπήρξε αυτανάφλεξη υλικών, δημιουργήθηκε έκρηξη και τα αέρια εκτονώθηκαν τόσο από το εμπρόσθιο μέρος με την βίαιη παραβίαση των θυρών όσο και στο πίσω μέρος με διάρρηξη της λαμαρίνας. β. Δεν καταστράφηκε από την φωτιά και την έκρηξη το σύνολο του φορτίου. γ. Οι θερμοκρασίες που αναπτύσσονται εντός των εμπορευματοκιβωτίων είναι ΑΠΑΓΟΡΕΥΤΙΚΕΣ για φύλαξη πυρίτιδων. δ. Οι ζημιές που υπήρξαν ήταν οι μικρότερες που μπορούσαν να δημιουργηθούν και αυτό περισσότερο βασίστηκε σε θέμα τύχης. ε. Οι αποθηκευμένες πυρίτιδες αναμφίβολα έχουν αλλοιωθεί και αποσταθεροποιηθεί. στ. Η έκρηξη ήταν αρκετά ισχυρή διότι το εμπορευματοκιβώτιο βάρους 10,5 τόνων μετακινήθηκε περίπου 30cm από την αρχική του θέση σε 2 κατευθύνσεις.» Οι εισηγήσεις της ομάδας ήταν για τη λήψη των εξής μέτρων: «α. Άμεση τοποθέτηση συστήματος συνεχούς κατάβρεξης με θαλασσινό νερό της στοιβάδας με τα εμπορευματοκιβώτια (υπάρχει υποδομή) με σκοπό τη μείωση της θερμοκρασίας εντός αυτών. β. Άμεση μετακίνηση του εκραγέντος εμπορευματοκιβωτίου με σκοπό τον περαιτέρω έλεγχο αυτού. γ. Λήψη πολιτικής απόφασης για έναρξη καταστροφής, με μέριμνα της ΕΦ, των πυρίτιδων σύμφωνα με την προβλεπόμενη διαδικασία από τον ΟΑΣΕ (OSCE). δ. Σε περίπτωση που δεν είναι δυνατή η λήψη άμεσης απόφασης για έναρξη καταστροφής τα εμπορευματοκιβώτια που περιέχουν πυρίτιδες (σύνολο 81) να εκκενωθούν και οι πυρίτιδες να στοιβαχθούν σε υπόστεγα ή αποθήκες για να μην υπάρχουν υψηλές θερμοκρασίες. ε. Όλες οι εργασίες που αφορούν την τοποθέτηση των συστημάτων κατάβρεξης και τη μετακίνηση του εμπορευματοκιβωτίου πρέπει να γίνονται τις πρώτες πρωινές ώρες(0530-0700) για προστασία του προσωπικού. στ. Η περιοχή πέριξ της στοιβάδας πρέπει να καθαρισθεί από τα χόρτα για αποφυγή κινδύνου πυρκαγιάς.» Η Εκθεση διαβιβάστηκε στην ηγεσία της ΕΦ όμως δεν προωθήθηκε στο Υπουργείο Αμυνας. Δεν λήφθηκε κανένα μέτρο μέχρι και την 11.7.
- Την 11.7.2011 περί την 03:45 ακούστηκε έκρηξη και μετά 5 λεπτά δεύτερη. Την 03:55 ήταν ορατές δύο εστίες φωτιάς, μια σε ένα εμπορευματοκιβώτιο και μια σε χόρτα κοντά στη στοιβάδα. Το εμπορευματοκιβώτιο που καιγόταν ήταν εκείνο το οποίο είχε φουσκώσει την 4.7.
- Η Πυροσβεστική Υπηρεσία έφτασε στο χώρο η ώρα 04:42 με δύο πυροσβεστικά οχήματα. Ακολούθησε σταδιακή κορύφωση της πυρκαγιάς. Επρόκειτο για τεράστια φωτιά. Τον χώρο όπου βρίσκονταν τα εμπορευματοκιβώτια προσέγγισαν τόσο πυροσβέστες όσο και στρατιωτικοί, στελέχη και κληρωτοί, που υπηρετούσαν στη ΝΒΕΦ όπως και ο Διοικητής του Ναυτικού και ο Διοικητής της Βάσης που είχαν ειδοποιηθεί και μεταβεί εσπευσμένα στο χώρο. Στην κατάσταση που επικρατούσε δεν ήταν ορθό να προσεγγιστούν τα εμπορευματοκιβώτια, ούτε να γίνει προσπάθεια κατάσβεσης της φωτιάς. Θα έπρεπε να εκκενωθεί η περιοχή. Η ώρα 05:47 - 05:48 έγινε η έκρηξη. Σκοτώθηκαν 13 πρόσωπα μεταξύ των οποίων και ο Κλεάνθης. H πυρίτιδα αποτελείται κυρίως από νιτρογλυκερίνη ή και νιτροβάμβακα τα οποία είναι εκρηκτικές ύλες. Κατά τη διάσπαση της πυρίτιδας παράγονται καινούργιες ουσίες που την καθιστούν επικίνδυνη για έκρηξη. Για να προστατεύεται η πυρίτιδα από πιθανή έκρηξη προστίθεται σε αυτή διφαινυλαμίνη ως σταθεροποιητής ούτως ώστε να δεσμεύει τις ουσίες που παράγονται από τη διάσπαση της. Με το να δεσμεύει τις ουσίες αυτές η δράση της διφαινυλαμίνης μειώνεται. Γι΄ αυτό και πρέπει να γίνεται συνεχής παρακολούθηση του επιπέδου της διφαινυλαμίνης στην πυρίτιδα. Ο χρόνος μείωσης της δράσης της διφαινυλαμίνης εξαρτάται από διάφορους παράγοντες και έχει άμεση σχέση με τον τρόπο φύλαξης της πυρίτιδας. Η πυρίτιδα δεν πρέπει να φυλάσσεται στον ήλιο ούτε σε ψηλές θερμοκρασίες γιατί επιταχύνεται η μείωση του σταθεροποιητή. Το Μάρτιο του 2011 είχαν ληφθεί δείγματα της επίδικης πυρίτιδας με σκοπό να αποσταλούν στην Ελλάδα για αναλύσεις. Για λόγους που εξηγούνται δεν αποστάλησαν. Τα αποτελέσματα των αναλύσεων τους, μετά τη φονική έκρηξη, κατέδειξαν ότι μέρος από τα δείγματα είχαν υποστεί μεγάλη μείωση του σταθεροποιητή. Δεν επιμαρτυρούσαν άμεσο κίνδυνο αλλά πλησίαζαν τα επικίνδυνα επίπεδα. Τα υπόλοιπα δείγματα δείκνυαν πυρίτιδα ασφαλή για φύλαξη μέχρι τον επόμενο έλεγχο αλλά δεν απείχαν πολύ από τα επίπεδα των πρώτων. Εφόσον τα δείγματα είχαν ληφθεί τον Μάρτιο του 2011 ο χώρος φύλαξης τους δεν ήταν πλέον τα εμπορευματοκιβώτια στη ΝΒΕΦ όπου οι καιρικές συνθήκες σίγουρα θα επιτάχυναν ακόμη περισσότερο τη μείωση του σταθεροποιητή. Μια εκρηκτική ύλη χαμηλής ισχύος, όπως η πυρίτιδα, εάν αφεθεί ελεύθερη και ανάψει, θα κατακαεί και δεν θα υπάρξει έκρηξη. Εάν, όμως, μια μεγάλη ποσότητα εκρηκτικής ύλης χαμηλής ισχύος κλειστεί σε μέρος ερμητικά κλειστό, τότε με την αποσύνθεση της θα δημιουργηθούν μεγάλοι όγκοι αερίων οι οποίοι θα προκαλέσουν μεγάλες πιέσεις εντός του εσωτερικού και κατά την εκτόνωση θα δημιουργηθεί έκρηξη μεγάλης ισχύος. Αυτό θα μπορούσε να ήταν το αποτέλεσμα αυτανάφλεξης της πυρίτιδας λόγω αποσταθεροποίησης της και βίαιης, ακολούθως, εκτόνωσης των αερίων. Η κατάληξη ήταν ότι: «Τα αίτια δημιουργίας της εστίας φωτιάς μέσα στο container ήταν η αλλοίωση, αποσταθεροποίηση και αποσύνθεση των πυρίτιδων εντός των containers που είχαν ως αποτέλεσμα τη δημιουργία ποσότητας πτητικών αερίων που συνεχώς αυξανόταν. Σταδιακά λόγω αύξησης της θερμοκρασίας αυξήθηκε και η πίεση εντός του container με αποτέλεσμα τόσο τη διόγκωση των τοιχωμάτων όσο και την έναρξη της καύσης με την επίτευξη της θερμοκρασίας ανάφλεξης (αυτανάφλεξης) των εν λόγω αερίων. Στη συνέχεια λόγω ανάπτυξης υψηλών θερμοκρασιών στον περιβάλλοντα χώρο ξεκίνησε και επιταχύνθηκε η αποσύνθεση και εν συνεχεία αυτανάφλεξη των πυρίτιδων και στα υπόλοιπα containers.» Το φορτίο εκφορτώθηκε στην Κύπρο χωρίς απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου το οποίο σύμφωνα με το Σύνταγμα είναι το όργανο που ασκεί την εκτελεστική εξουσία επί όλων των θεμάτων εξαιρουμένων των αρμοδιοτήτων που ρητά διαφυλάσσονται υπέρ του Προέδρου και Αντιπροέδρου της Δημοκρατίας. Η απόφαση του Προέδρου της Δημοκρατίας για την εκφόρτωση του φορτίου ούτε εκ των υστέρων τέθηκε ενώπιον του Υπουργικού Συμβουλίου προς έγκριση. Το ζήτημα ουδέποτε συζητήθηκε ενώπιον του Υπουργικού Συμβουλίου που ήταν το αρμόδιο σώμα. Πέραν του ζητήματος τάξης υφίστατο και πρακτική σημασία. Εάν το ζήτημα ετίθετο ενώπιον του Υπουργικού Συμβουλίου είτε προς λήψη απόφασης είτε προς έγκριση της απόφασης του Προέδρου της Δημοκρατίας, το πρόβλημα θα καθίστατο πρόβλημα συνολικής διαχείρισης από τους έχοντες την εκτελεστική εξουσία και θα προσφερόταν έτσι η ευκαιρία να συζητηθούν όλες οι πτυχές, να ακουστούν απόψεις, προβληματισμοί, ανησυχίες και προτάσεις. Για τον τότε Υπουργό Αμυνας το Κακουργιοδικείο είχε αποφανθεί, και είναι ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου παραδεκτό γεγονός, ότι αυτός είχε τον έλεγχο του φορτίου και τελούσε σε σχέση εγγύτητας με τα πρόσωπα που ήταν ευλόγως προβλεπτό να υποστούν βλάβη από το συγκεκριμένο κίνδυνο. Το φορτίο είχε παραληφθεί εν γνώσει του από το Υπουργείο του προς φύλαξη και τοποθετήθηκε σε χώρο της ΕΦ επί της οποίας είχε εποπτεία. Είχε την εξουσία να ελέγξει τον τρόπο αποθήκευσης και να παρέμβει μετά που του τέθηκε το ζήτημα των κινδύνων από την παρατεταμένη φύλαξη του σε υπαίθρια στοιβάδα. Είχε την εξουσία να διατάξει τη λήψη μέτρων οποτεδήποτε και ιδιαίτερα όταν κατέστη σαφές ότι οι «πολιτικοί λόγοι» διαιώνιζαν το πρόβλημα, ακόμα πιο ιδιαίτερα όταν ενημερώθηκε για το ενδεχόμενο έκρηξης και όλως ιδιαιτέρως όταν ενημερώθηκε για το συμβάν της 4.7.2011, οπόταν και ο ίδιος ανέλαβε την ευθύνη χειρισμού του προβλήματος και την ευθύνη λήψης αποφάσεων για την αντιμετώπιση του. Ο Υπουργός Αμυνας είχε καθήκον ενεργείας έναντι του προσωπικού της Βάσης, μεταξύ των οποίων και ο Κλεάνθης, και των Πυροσβεστών και γενικά έναντι οποιουδήποτε ήταν ευλόγως προβλεπτό ότι θα μπορούσε να επηρεαστεί από την παράλειψη του. Ο Υπουργός Άμυνας απέτυχε να λάβει τα απαιτούμενα μέτρα για την άρση του κινδύνου παραλείποντας να μεριμνήσει ώστε να εφαρμοστούν οι πάγιες διαταγές και οι στοιχειώδεις κανόνες ασφαλείας ή να ληφθούν οποιαδήποτε άλλα πρόσφορα μέτρα όπως η κατασκευή στεγάστρου. Μετά το συμβάν της 4.7.2011 το καθήκον του έγινε ακόμα πιο βαρύ, όμως, ούτε τότε έδρασε αποτελεσματικά. Παρέλειψε να διατάξει την άμεση απομάκρυνση του συγκεκριμένου εμπορευματοκιβωτίου και τη συνεχή κατάβρεξη όλων. Ο Υπουργός Άμυνας είχε αντίληψη του κινδύνου έκρηξης και του κινδύνου μαζικού θανάτου. Εάν μεριμνούσε ώστε να εφαρμοστούν οι πάγιες διαταγές και οι στοιχειώδεις κανόνες ασφάλειας θα ήταν βέβαιο ότι δεν θα επερχόταν η έκρηξη και το θανατηφόρο αποτέλεσμα εφόσον θα είχε αναιρεθεί αυτός τούτος ο κίνδυνος. Το ίδιο ισχύει και για την επιμέρους παράλειψη του να δώσει μετά τις 5.7.2011 οδηγίες για μετακίνηση του συγκεκριμένου εμπορευματοκιβωτίου και κατάβρεξη όλων. Η τελική διαπίστωση του Κακουργιοδικείου ήταν ότι από 7.2.2011 ο Υπουργός Αμυνας είχε ήδη γνώση κινδύνου έκρηξης και πραγματικού κινδύνου θανάτου, όμως παρέλειψε να λάβει μέτρα προς αποτροπή της έκρηξης. Οι άλλοι κατηγορούμενοι που καταδικάστηκαν, ο Διευθυντής και Αναπληρωτής Διευθυντής της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας και ο Διευθυντής της ΕΜΑΚ (κατηγορούμενοι 4, 5 και 6) είχαν πρωτίστως σχέση εγγύτητας και καθήκον έναντι των υπό την διοίκηση τους Πυροσβεστών. Περιπλέον, είχαν υποχρέωση να ενεργήσουν με εύλογη επιμέλεια έναντι των προσώπων με τα οποία υπήρχε σχέση εγγύτητας και ήταν προβλεπτό ότι θα επηρεάζονταν από τη μη επίδειξη επιμέλειας, όπως ήταν το προσωπικό της Βάσης, μεταξύ των οποίων και ο Κλεάνθης, και ειδικότερα είχαν θετικό καθήκον να προστατεύσουν τη ζωή τέτοιων προσώπων. Το βάρος δεν ήταν δυσανάλογο. Τα μέτρα που μπορούσαν να ληφθούν ήταν αμέσως προσιτά και ο κίνδυνος που θα έπρεπε να αντιμετωπιστεί ήταν πραγματικός και άμεσος κίνδυνος ζωής. Oι κατηγορούμενοι 4, 5 και 6 γνώριζαν ότι εφόσον δεν ενημέρωσαν το προσωπικό και δεν έδωσαν οδηγίες για τον τρόπο αντιμετώπισης τυχόν επεισοδίου, οι πυροσβέστες που θα ανταποκρίνονταν σε ενδεχόμενο επεισόδιο δεν θα είχαν υπόψη τους συγκεκριμένο σχέδιο δράσης, αλλά ο επικεφαλής τους θα ήταν αναγκασμένος, χωρίς μάλιστα οποιαδήποτε εκ των προτέρων ενημέρωση να λάβει πληροφορίες επιτόπου και κυρίως να λάβει αποφάσεις υπό τις αγωνιώδεις συνθήκες ενός πρωτοφανούς, ως προς τη φύση και την έκταση του επεισόδιο, έχοντας να αντιμετωπίσει δυσχερή διλήμματα. Η τελική διαπίστωση του Κακουργιοδικείου αναφορικά με τους κατηγορούμενους 4, 5 και 6 ήταν ότι την περίοδο 8 - 11.7.2011 παρέλειψαν να ενημερώσουν τα μέλη της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας για τον κίνδυνο έκρηξης των εμπορευματοκιβωτίων και παρέλειψαν να δώσουν οδηγίες απομάκρυνσης. Η Πυροσβεστική Υπηρεσία είχε τη νομική, διοικητική και τεχνική ευθύνη για την αντιμετώπιση της πυρκαγιάς. Στην προκειμένη περίπτωση το ορθό δεν ήταν η κατάσβεση αλλά η εκκένωση της περιοχής. Οι παραλείψεις των κατηγορουμένων 4 - 6 συνδέονται αιτιωδώς και με το θάνατο των στρατιωτικών. Δεν είχε γίνει καμιά προεργασία προς αντιμετώπιση ενδεχόμενης κρίσης. Το Συμβούλιο Κρίσεων της ΕΦ ουδέποτε επελήφθη του θέματος, ούτε με άλλο τρόπο εξετάστηκε το πρόβλημα με σοβαρότητα ώστε να υπάρχουν σχέδια αντίδρασης παρά τις ανησυχίες που εξέφραζε η ΕΦ και παρά την κραυγαλέα προειδοποίηση στις 4.7.
- Ακόμα και κατά την κορύφωση της κρίσης και ενώ ο Διοικητής της Βάσης βρισκόταν σε επαφή με τον Αρχηγό ΓΕΕΦ, δεν έλαβε διαταγές ως προς τον τρόπο αντιμετώπισης της κατάστασης. Προκύπτει κατά τρόπο αδιαμφισβήτητο και κατηγορηματικό ότι η Κυπριακή Δημοκρατία έχει παραβιάσει κατάφορα την υποχρέωση της, κάτω από το άρθρο 2 της ΕΣΔΑ, να προστατέψει τη ζωή του αποβιώσαντα Κλεάνθη Κλεάνθους. Η Κυπριακή Δημοκρατία έχοντας στην κατοχή της ένα φορτίο επικίνδυνο προέβηκε στη φύλαξη του κατά τρόπο ακατάλληλο που επαύξησε την επικινδυνότητα του. Ο τρόπος φύλαξης του ήταν ουσιαστικό στοιχείο που με την πάροδο του χρόνου αύξανε ακόμα περισσότερο την επικινδυνότητα του φορτίου. Η Δημοκρατία γνώριζε εξυπαρχής για την επικινδυνότητα του φορτίου και από καιρού εις καιρό για την αυξανόμενη επικινδυνότητα του. Για περίοδο 29 μηνών επέτρεπε την αποθήκευση του φορτίου κατά παράβαση των σχετικών κανονισμών και δεν έλαβε τα απαραίτητα, ούτε καν τα στοιχειώδη και κατ΄ ελάχιστο μέτρα για να προστατεύσει τις ζωές των προσώπων που μπορούσε να τεθούν σε κίνδυνο από το φορτίο. Μεταξύ αυτών των προσώπων ήταν και ο αποβιώσας Κλεάνθης Κλεάνθους που, ως μόνιμο στέλεχος του στρατεύματος, υπηρετούσε στη ΝΒΕΦ. Η αμέλεια της Δημοκρατίας, μέσω των αξιωματούχων και αντιπροσώπων της, υπήρξε εγκληματική, εξ ου και η καταδίκη τέτοιων προσώπων από το Κακουργιοδικείο, περιλαμβανομένης και της καταδίκης του Υπουργού Αμυνας για ανθρωποκτονία. Η εκπρόσωπος του Γενικού Εισαγγελέα αποδέχεται στη γραπτή της αγόρευση (σελ.23) ότι από τα γεγονότα θεμελιώνεται ουσιαστική παραβίαση του άρθρου 2 της ΕΣΔΑ. Δ. Οι διαδικαστικές υποχρεώσεις της Δημοκρατίας δυνάμει του άρθρου 2 της ΕΣΔΑ Την 14.7.2011, τρεις ημέρες μετά το τραγικό συμβάν, συνεδρίασε το Υπουργικό Συμβούλιο το οποίο, ασκώντας την εξουσία που παρεχόταν σε αυτό από το νόμο, με την Απόφαση του αρ. 72.269 (Τεκμ.6) διόρισε τον κ.Πόλυ Πολυβίου δικηγόρο ως Μονομελή Ερευνητική Επιτροπή για να εξετάσει το θέμα της ευθύνης ή και ευθυνών για την επίδικη έκρηξη. Την 25.7.2011 έλαβε χώρα η πρώτη δημόσια συνεδρία της Επιτροπής. Η Επιτροπή ζήτησε και παρουσιάστηκε ενώπιον της ογκώδες μαρτυρικό υλικό. 35 πρόσωπα έδωσαν κατάθεση και αντεξετάστηκαν από την Επιτροπή. Το Πόρισμα της Επιτροπής εκδόθηκε την 30.9.
- Αποτελείται από 612 σελίδες εξαιρουμένων των Παραρτημάτων. Η Μονομελής Ερευνητική Επιτροπή είχε καταλήξει ότι η κύρια ευθύνη ανήκε στον τότε Πρόεδρο της Δημοκρατίας και ότι οι τότε Υπουργοί Εξωτερικών και Άμυνας βαρύνονταν με πολύ σοβαρές προσωπικές και θεσμικές ευθύνες. Η Δημοκρατία προσήγαγε ενώπιον της δικαιοσύνης έξι πρόσωπα που κατά τον χρόνο που διαδραματίστηκαν τα ουσιώδη γεγονότα είχαν την ιδιότητα που αναφέρεται για τον καθένα. Τα πρόσωπα που κατηγορήθηκαν ήταν:
- Μάρκος Κυπριανού, Υπουργός Εξωτερικών
- Κώστας Παπακώστας, Υπουργός Αμυνας
- Σάββας Αργυρού, Υπαρχηγός της Εθνικής Φρουράς
- Ανδρέας Νικολάου, Διευθυντής της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας
- Χαράλαμπος Χαραλάμπους, Αναπληρωτής Διευθυντής της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας
- Ανδρέας Λοϊζίδης, Διευθυντής της ΕΜΑΚ Ολοι αντιμετώπιζαν κατηγορίες για ανθρωποκτονία όσο και για πρόκληση θανάτου λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης κατά παράβαση των άρθρων 205 και 210, αντίστοιχα, του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 για πράξεις ή παραλείψεις στα πλαίσια της άσκησης των καθηκόντων τους και υπό την ιδιότητα τους που περιγράφηκε. Οι κατηγορούμενοι δικάστηκαν από το Κακουργιοδικείο Λάρνακας το οποίο εξέδωσε την Απόφαση της 9.7.2013 στην οποία γίνεται αναφορά στην ενότητα Γ. Οι κατηγορούμενοι 1 και 3 αθωώθηκαν και απαλλάχτηκαν από όλες τις κατηγορίες που αντιμετώπιζαν. Ο κατηγορούμενος 2 καταδικάστηκε τόσο για ανθρωποκτονία όσο και για πρόκληση θανάτου λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης. Οι κατηγορούμενοι 4, 5 και 6 καταδικάστηκαν για πρόκληση θανάτου λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης. Σε όλους τους κατηγορούμενους που καταδικάστηκαν επιβλήθηκαν ποινές άμεσης φυλάκισης με μεγαλύτερη αυτή των 5 χρόνων που επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο 2 για το αδίκημα της ανθρωποκτονίας. Στη γραπτή αγόρευση της δικηγόρου των Εναγόντων (σελ.33-42) εγείρεται ζήτημα ότι πρόσωπα για τα οποία υπήρχε μαρτυρία που θα μπορούσε να τεκμηριώσει ποινική ευθύνη δεν διώχθηκαν. 'Oπως το Κακουργιοδικείο διαπίστωσε, ο τρόπος στοίβασης των εμπορευματοκιβωτίων ήταν απαράδεκτος, κατά παράβαση των πάγιων διαταγών και χωρίς να ληφθούν υπόψη οποιοιδήποτε άλλοι κίνδυνοι παρά για το ίδιο το φορτίο. Τα εμπορευματοκιβώτια είχαν τοποθετηθεί έτσι από τον τότε Συνταγματάρχη Γιώργο Γεωργιάδη τότε Διευθυντή της Διεύθυνσης Υλικού Πολέμου του ΓΕΕΦ. Ο Γεωργιάδης είχε αναφέρει ότι ενεργούσε με βάση εντολές, εντούτοις το Κακουργιοδικείο αναφέρεται σε προσωπικές του ευθύνες. Οι εντολές προς τον Γεωργιάδη είχαν δοθεί από τον τότε επιτελάρχη του ΓΕΕΦ ταξίαρχο Σοφιανίδη που είχε παραδώσει στον Γεωργιάδη ένα χειρόγραφο σχεδιάγραμμα στο οποίο φαινόταν ο τρόπος στοίβασης των εμπορευματοκιβωτίων. Ο σχεδιασμός είχε γίνει με οδηγίες του τότε Αρχηγού του ΓΕΕΦ Μπισμπίκα. Ο Μπισμπίκας και ο Σοφιανίδης δεν διώχθηκαν ποινικά. Ο Γεωργιάδης ενώ ήταν κατηγορούμενος για σκοπούς παραπομπής στο Κακουργιοκείο τελικά δεν καταχωρήθηκε εναντίον του κατηγορητήριο ενώπιον Κακουργιοδικείου και ήταν βασικός μάρτυρας κατηγορίας κατά τη δίκη. Το παράπονο των Εναγόντων αναφορικά με πρόσωπα που δεν διώχθηκαν περιλαμβάνει και τον τότε Πρόεδρο της Δημοκρατίας κ.Δημήτρη Χριστόφια. Παραπέμπει η δικηγόρος των Εναγόντων στο καταληκτικό μέρος του Πορίσματος της Μονομελούς Διερευνητικής Επιτροπής και σε αναφορές στην απόφαση του Κακουργιοδικείου. Ως αποτέλεσμα της διερεύνησης των συνθηκών της τραγωδίας της 11.7.2011, των εργασιών της Μονομελούς Ερευνητικής Επιτροπής και του Πορίσματος της, της ποινικής δίωξης έξι προσώπων, της δίκης ενώπιον του Κακουργιοδικείου και της Απόφασης που εκδόθηκε, αλλά και της προσέγγισης της Δημοκρατίας στην αξίωση των Εναγόντων και του χειρισμού της Υπεράσπισης εκ μέρους του Γενικού Εισαγγελέα, η πλευρά των Εναγόντων έκλεισε την υπόθεση της κρίνοντας, και ορθά, ότι δεν ήταν αναγκαίο, ούτε καν χρήσιμο, να καλέσει οιοδήποτε μάρτυρα που θα μπορούσε να δώσει μαρτυρία για τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες έγινε η φονική έκρηξη ή και τι είχε προηγηθεί. Το αποτέλεσμα, ότι δηλαδή οι Ενάγοντες έχουν με τη μεγαλύτερη ευκολία καταδείξει παράβαση των ουσιαστικών υποχρεώσεων της Δημοκρατίας κάτω από το άρθρο 2 της Σύμβασης σε σχέση με το θάνατο του Κλεάνθη, επιβεβαιώνει ότι τα όποια τυχόν κενά ή παραλείψεις της Δημοκρατίας δεν είχαν ζημιογόνο αντίκτυπο στην προώθηση των αξιώσεων των Εναγόντων. Ζήτημα παράβασης των διαδικαστικών υποχρεώσεων της Δημοκρατίας κάτω από το άρθρο 2 της Σύμβασης αναφέρεται στην εξαιτούμενη θεραπεία Δ στη Γενική Οπισθογράφηση, η οποία και επαναλαμβάνεται στο Παρακλητικό της Εκθεσης Απαίτησης στην παρ.Δ. Σημειώνεται, ωστόσο, ότι στο σώμα της αγωγής δεν προβάλλεται ανάλογος ισχυρισμός ώστε το ζήτημα να καθίσταται αυτοτελώς επίδικο. Παραμένει επίδικο στην έκταση που θα επηρέαζε το ζήτημα της προώθησης των δικαιωμάτων των Εναγόντων. Είναι η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι τα όποια τυχόν κενά ή παραλείψεις της Δημοκρατίας δεν είχαν ζημιογόνο αντίκτυπο στην προώθηση των αξιώσεων των Εναγόντων. Επομένως, οι Ενάγοντες δεν δικαιούνται σε οποιοδήποτε ποσό αποζημιώσεων στη βάση της παρ. Δ του Παρακλητικού της Εκθεσης Απαίτησης. Ε. Οι μη χρηματικές αποζημιώσεις - Τιμωρητικές ή και Παραδειγματικές Αποζημιώσεις Η εκπρόσωπος του Γενικού Εισαγγελέα εισηγείται στη γραπτή της αγόρευση ότι στην απουσία καθοδηγητικής κυπριακής νομολογίας σε σχέση με το ζήτημα των αποζημιώσεων για παράβαση του άρθρου 2 της ΕΣΔΑ και έχοντας υπόψη τις αποζημιώσεις που δίδονται σε τέτοιες περιπτώσεις από το ΕΔΑΔ, ότι το Δικαστήριο μπορεί ακόμα και να αρκεστεί στην αναγνώριση της παραβίασης και τούτο να αποτελέσει τη θεραπεία χωρίς να επιδικάσει αποζημιώσεις. Η επιχειρηματολογία της δεν είναι βάσιμη, ούτε και το υπόβαθρο της υπαρκτό. Αναφορές, που υπάρχουν σε αποφάσεις του ΕΔΑΔ, ότι προέχει η αποκατάσταση της παραβίασης είναι, εξ αντικειμένου ανεφάρμοστες σε περιπτώσεις όπως η παρούσα, όπου οι παραβιάσεις κατέληξαν στο θάνατο. Οι υποθέσεις στις οποίες αναφορά γίνεται αμέσως πιο κάτω, αντανακλούν την προσέγγιση του ΕΔΑΔ στο ζήτημα. Αιτητής στην Oneryildiz ήταν ο επικεφαλής μιας οικογένειας που διέμενε σε παραγκούπολη δίπλα σε δημοτικό σκουπιδότοπο στην Κωνσταντινούπολη. Σύμφωνα με έκθεση εμπειρογνωμόνων που έγινε το 1991, ο σκουπιδότοπος λειτουργούσε κατά παράβαση των σχετικών κανονισμών και ήταν επικίνδυνος για την υγεία. Τον Απρίλιο του 1993 επεσυνέβηκε έκρηξη μεθανίου στον σκουπιδότοπο που προκάλεσε κατολισθήσεις που καταπλάκωσαν δέκα παράγκες που χρησιμοποιούνταν ως κατοικίες μεταξύ των οποίων και την παράγκα στην οποία διέμενε η οικογένεια του αιτητή. 39 πρόσωπα έχασαν τη ζωή τους μεταξύ των οποίων η σύζυγος και μια άλλη συμβία του αιτητή και επτά από τα δέκα παιδιά του. Την τραγωδία ακολούθησε έρευνα και δύο δήμαρχοι αντιμετώπισαν κατηγορίες για αμέλεια κατά την διεκπεραίωση των καθηκόντων τους. Όπως διαπίστωσε το ΕΔΑΔ, δεν διώχθηκαν ποινικά στη βάση σοβαρότερων άλλων ποινικών αδικημάτων που προνοούνταν στον τουρκικό ποινικό κώδικα και είχαν εφαρμογή στα περιστατικά της υπόθεσης. Ήταν η περαιτέρω διαπίστωση του ΕΔΑΔ ότι οι τουρκικές αρχές, σε διάφορα επίπεδα, γνώριζαν ή όφειλαν να γνωρίζουν ότι υφίστατο πραγματικός και άμεσος κίνδυνος στη ζωή και την υγεία των ανθρώπων που ζούσαν κοντά στο σκουπιδότοπο, αλλά, είτε απέτυχαν να λάβουν την απαιτούμενη δράση ή ακόμα αντιτέθηκαν στην υιοθέτηση των αναγκαίων επειγόντων μέτρων. Επιδικάστηκαν υπέρ του αιτητή χρηματικές αποζημιώσεις που περιελάμβαναν αποζημίωση για απώλεια πηγής εισοδήματος. Το επιμέρους αυτό κεφάλαιο των αποζημιώσεων προσομοιάζει με την απώλεια εξάρτησης που διεκδικείται και έχει συμφωνηθεί στην παρούσα αγωγή. Επιδικάστηκαν ακόμα μη χρηματικές αποζημιώσεις για όσα υπέφερε ο αιτητής ως αποτέλεσμα των παραβιάσεων του άρθρου 2 της Σύμβασης που διαπιστώθηκαν. Αναφέρεται ότι το Δικαστήριο προβαίνοντας σε δίκαιο καθορισμό (equitable assessment) έλαβε υπόψη τις επιμέρους περιστάσεις της υπόθεσης, περιλαμβανομένης της οδύνης των τριών παιδιών του αιτητή που επιβίωσαν. Επιδικάστηκαν €33.750 για τον αιτητή και κάθε ένα από τα τρία παιδιά του, στο σύνολο €135.000 ως μη χρηματικές αποζημιώσεις. Στην Kontrova v. Slovakia (Appl.no.7510/04, Judgment 31.5.2007) η αιτήτρια είχε καταγγείλει στις αστυνομικές αρχές της Σλοβακίας όπου διέμενε το σύζυγο της. Η καταγγελία αφορούσε στο γεγονός ότι ο τελευταίος είχε οπλιστεί και απειλούσε να σκοτώσει τα δύο παιδιά τους και τον εαυτό του. Τέσσερεις ημέρες μετά πραγματοποίησε την απειλή του. Το ΕΔΑΔ κατέληξε ότι η Σλοβακία είχε ευθύνη κάτω από το άρθρο 2 της Σύμβασης για την αποτυχία της (των αστυνομικών της αρχών) να παρέμβει και να εξασφαλίσει τις ζωές των παιδιών της αιτήτριας. Επιδικάστηκε προς όφελος της αιτήτριας, ως μη χρηματικές αποζημιώσεις, το ποσό των €25.
- H Dink v. Turkey (Appl.no.2668/07, 6102/08, 30079/08, 7072/09 και 7124/09, Judgment 14.9.2010) αφορούσε τη δολοφονία στην Τουρκία τούρκου δημοσιογράφου από εξτρεμιστικά στοιχεία. Το ΕΔΑΔ κατέληξε ότι η Τουρκία απέτυχε στην υποχρέωση της να προστατέψει τη ζωή του δημοσιογράφου. Οι τουρκικές δυνάμεις ασφαλείας γνώριζαν για την έντονη εχθρότητα προς το δημοσιογράφο στους εθνικιστικούς κύκλους. Η αστυνομία είχε πληροφορίες για την πιθανότητα απόπειρας εξόντωσης του ακόμα και για την ταυτότητα των υπόπτων υποκινητών. Ο κίνδυνος δολοφονίας ήταν πραγματικός και επικείμενος. Επιδικάστηκε προς όφελος της συζύγου και των τριών παιδιών του δημοσιογράφου ως μη χρηματικές αποζημιώσεις το συνολικό ποσό των €100.000 και προς όφελος του αδερφού του ποσό €5.
- Στην Ιlbeyi Kemaloglu and Meriye Kemaloglu v. Turkey (Appl.no.19986/06, Judgment 10.4.2012) ο επτάχρονος γιός των αιτητών είχε βρεθεί νεκρός, παγωμένος από το κρύο κοντά σε ποτάμι στη διαδρομή που επιχείρησε να κάμει πεζός από το σχολείο του στο σπίτι. Οι μαθητές είχαν αφεθεί να σχολάσουν πριν την κανονική ώρα και το δημοτικό λεωφορείο που χρησιμοποιούσε ο επτάχρονος δεν είχε ειδοποιηθεί για το γεγονός ότι το σχολείο είχε κλείσει πιο νωρίς. Το ΕΔΑΔ διαπίστωσε παραβίαση της θετικής υποχρέωσης του Κράτους κάτω από το άρθρο 2 της Σύμβασης, να προστατέψει τη ζωή του επτάχρονου. Επιδικάστηκε προς όφελος των αιτητών ως μη χρηματικές αποζημιώσεις το συνολικό ποσό των €50.
- Στην Budayeva ο σύζυγος της αιτήτριας είχε σκοτωθεί ενώ βρισκόταν εντός της κατοικίας τους που κατέπεσε και τον καταπλάκωσε αφού κτυπήθηκε από κατολίσθηση λάσπης. Το ΕΔΑΔ κατέληξε ότι δεν υφίστατο δικαιολογία για την παράλειψη των αρχών να θέσουν σε εφαρμογή σχέδια διαμόρφωσης του εδάφους και πολιτικές για αντιμετώπιση κρίσεων σε μια επικίνδυνη περιοχή αναφορικά με την έκθεση των κατοίκων σε προβλεπτό θανάσιμο κίνδυνο. Οι διοικητικές παραλείψεις επηρέασαν αρνητικά την εφαρμογή σχεδίων και συνδέθηκαν αιτιολογικά με το θάνατο του συζύγου της αιτήτριας. Κρίθηκε ότι το Κράτος είχε αποτύχει να εκτελέσει τη θετική του υποχρέωση να εγκαθιδρύσει το νομικό και διοικητικό πλαίσιο που θα παρήχε αποτελεσματική αποτροπή έναντι των κινδύνων για τη ζωή, όπως απαιτείται από το άρθρο 2 της Σύμβασης. Επιδικάστηκαν υπέρ της αιτήτριας μη χρηματικές αποζημιώσεις ύψους €30.
- Εχοντας υπόψη το σύνολο των περιστάσεων της παρούσας υπόθεσης, τις συνθήκες που οδήγησαν στο θάνατο του Κλεάνθη, τη συγγένεια των Εναγόντων με τον αποβιώσαντα, την Κυπριακή οικονομική πραγματικότητα και το ποσό της απώλειας, το Δικαστήριο κρίνει ότι το ορθό και δίκαιο ποσό μη χρηματικών αποζημιώσεων, που ο κάθε ένας από τους Ενάγοντες 2, 3 και 4 δικαιούνται για τα όσα έχει υποφέρει και θα συνεχίσει να υποφέρει, και τον πόνο και την οδύνη από το θάνατο του αποβιώσαντα, είναι αυτό των €50.000 Οι Ενάγοντες αξιώνουν και τιμωρητικές ή και παραδειγματικές αποζημιώσεις στη βάση του βαθμού της υπαιτιότητας της Δημοκρατίας για το θάνατο του Κλεάνθη και την αδιαφορία την οποία επέδειξε για τη ζωή του. Η νομολογία (βλ. Papakokkinou and Others v. Kanther
(1982)1 C.L.R. 65, Andrian Holdings Ltd. v. Δημοκρατίας
(1998)1(Γ) Α.Α.Δ. 1836, και άλλες) αναφέρει ότι η επιδίκαση τιμωρητικών αποζημιώσεων επιτρέπεται στις περιπτώσεις εκείνες που η διαγωγή του εναγόμενου είναι τόσο αξιόμεμπτη ώστε να αρμόζει η επιβολή τιμωρίας από πολιτικό δικαστήριο. Αξιόμεμπτη διαγωγή είναι εκείνη που συνοδεύεται από έντονα στοιχεία αλαζονείας, θρασύτητας ή αθέμιτου κίνητρου ή όταν τείνει να ταπεινώσει το θύμα του αδικήματος. Στην αγγλική απόφαση Rookes v. Barnard [1964] Α.C. 1129, όπου κατηγοριοποιήθηκαν οι περιπτώσεις όπου μπορεί να επιδικαστούν τέτοιες αποζημιώσεις, αναφέρεται ως μια κατηγορία η περίπτωση που λειτουργοί του Κράτους ενεργούν με καταπιεστικό ή αντισυνταγματικό τρόπο. Η αναφορά της εκπροσώπου του Γενικού Εισαγγελέα στη γραπτή της αγόρευση (σελ.29) ότι τα υπεύθυνα πρόσωπα δεν είναι εναγόμενοι στην παρούσα αγωγή και ότι δεν τέθηκε μαρτυρία ότι το ίδιο το Κράτος ενήργησε με ανάρμοστο τρόπο, παραγνωρίζει τη συνταγματική πρόνοια (Αρθρο 172) και τις αρχές της εκ προστήσεως ευθύνης με βάση την οποία το Κράτος ευθύνεται για τις πράξεις και παραλείψεις των αξιωματούχων και αντιπροσώπων του. Η Δημοκρατία επέδειξε εγκληματική αδιαφορία για τη ζωή προσώπων, μεταξύ των οποίων και ο Κλεάνθης. Όμως, τα όποια στοιχεία στη συμπεριφορά της Δημοκρατίας μπορούσαν να αποτελέσουν τη βάση για επιδικασμό τιμωρητικών ή και παραδειγματικών αποζημιώσεων έχουν ληφθεί υπόψη και έχουν προσμετρήσει στον καθορισμό των μη χρηματικών αποζημιώσεων που έχουν επιδικαστεί. Εάν ο θάνατος του Κλεάνθη είχε επισυμβεί σε ένα εργοστάσιο ιδιώτη και η Δημοκρατία είχε παραβιάσει το άρθρο 2 της Σύμβασης γιατί δεν είχε προβεί στη δέουσα επιθεώρηση του εργοστασίου ή παρέλειψε να υποδείξει συμμόρφωση προς τους σχετικούς κανονισμούς, οι αποζημιώσεις δεν θα ήταν του επιπέδου που έχουν επιδικαστεί, ακριβώς γιατί στην προκειμένη περίπτωση η Δημοκρατία δημιούργησε τον κίνδυνο και έχοντας τον πλήρη έλεγχο του φορτίου με εγκληματική αδιαφορία εξέθεσε τον αποβιώσαντα σε θανάσιμο κίνδυνο. Στ. Ο τόκος Όταν συμφωνούνται αποζημιώσεις εξυπηρετεί να συμφωνείται και ο τόκος. Πολύ περισσότερο όταν δηλώνεται ένα ποσό που περιλαμβάνει διάφορα κεφάλαια αποζημιώσεων, αλλά και όταν παραμέτροι που τα μέρη έλαβαν υπόψη παραμένουν άγνωστες στο Δικαστήριο. Το ποσό των €152.100 που συμφωνήθηκε περιλαμβάνει τρία κεφάλαια. Το ποσό της απώλειας ή πένθους (bereavement), τα έξοδα διαχείρισης της περιουσίας του αποβιώσαντα και το ποσό της εξάρτησης των εξαρτωμένων του. Το ποσό της απώλειας καθορίζεται από το Νόμο (άρθρο 58
(9)του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148 σε €17.086 (£10.000)) και δεν έχει σημασία ότι κατά τη δήλωση των μερών έγινε αναφορά σε €17.100. Τα έξοδα διαχείρισης δεν καθορίστηκαν αναμφίβολα όμως το ποσό της εξάρτησης των εξαρτωμένων του αποβιώσαντα συνιστά το μεγαλύτερο μέρος του υπόλοιπου ποσού των συμφωνηθέντων αποζημιώσεων. (Η αναφορά στη γραπτή αγόρευση της εκπροσώπου του Γενικού Εισαγγελέα ότι τα έξοδα διαχείρισης ανέρχονται σε €5.000 δεν εμπεριέχεται στην ενώπιον του Δικαστηρίου δήλωση.) Το ποσό της απώλειας είναι ορθό και δίκαιο να φέρει νόμιμο τόκο 5.5% από την ημερομηνία του θανάτου του αποβιώσαντα μέχρι 31.12.2014 και 4% από 1.1.2015 (άρθρο 58 Α του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ.148 και άρθρο 33
(2)και
(4)των περί Δικαστηρίων Νόμων του 1960 έως (Αρ.2) 2014). Η απώλεια ως εκ της φύσης της συνδέεται χρονικά με το γεγονός του θανάτου και το Δικαστήριο δεν έχει διαγνώσει κάποια παράμετρο που θα δικαιολογούσε την αποστέρηση από τους δικαιούχους Ενάγοντες 2 - 4 του τόκου έκτοτε. Σε σχέση με το υπόλοιπο των συμφωνηθέντων αποζημιώσεων και εφόσον δεν καθορίστηκε το ποσό των εξόδων διαχείρισης που μπορεί να είναι και αμελητέο μέσα στο σύνολο των αποζημιώσεων, το Δικαστήριο θα κρίνει το ζήτημα ως εάν το ποσό των €135.000 να συνιστά την εξάρτηση των Εναγομένων 2 -
- Η συμφωνία των μερών δηλώθηκε την 21.10.
- Εκλαμβάνεται ότι ήταν το ποσό που τα μέρη εκτίμησαν ότι θα επιδίκαζε το Δικαστήριο εάν το ζήτημα αφήνετο στην κρίση του. Επομένως ο τόκος που θα πρέπει να επιδικαστεί δεν πρέπει να είναι διαφορετικός. Όταν η εξάρτηση αφορά κατά το πλείστον, και με εξαίρεση τα χρόνια που έχουν παρέλθει, μελλοντική απώλεια των εξαρτωμένων, είναι ορθό και δίκαιο να επιδικάζεται νόμιμος τόκος από την ημέρα της απόφασης (βλ. Φρ. Νικολαϊδης, «Αποζημιώσεις για Σωματικές Βλάβες», 1996, παρ.1-26, σελ.33). Στην προκειμένη περίπτωση έχουν παρέλθει σχεδόν πέντε χρόνια από την ημερομηνία του θανάτου και προδήλως ουσιαστικό μέρος της εξάρτησης θα πρέπει να αφορά και στα χρόνια που έχουν περάσει. Ο επιδικασμός τόκου από 21.10.2015, την ημερομηνία δηλαδή που τα μέρη κατέληξαν στο ποσό, κρίνεται δίκαιος. Με τη δήλωση των μερών δεν καθορίστηκε το ποσό της εξάρτησης του καθενός από τους Ενάγοντες 2 -
- Πρόδηλα, εφόσον πρόκειται για μητέρα και τέκνα, δεν εγείρεται ουσιαστικό ζήτημα. Το άρθρο 58
(15)του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ.148 προνοεί ότι οι επιδικασθείσες αποζημιώσεις, οι οποίες αναλογούν προς τη ζημιά η οποία προκύπτει από το θάνατο στους εξαρτώμενους, θα καταμερίζονται μεταξύ των εξαρτωμένων σε τέτοια μερίδια σύμφωνα με τις οδηγίες του Δικαστηρίου. Δεν υπάρχουν ενώπιον του Δικαστηρίου δεδομένα για κρίση του ζητήματος, πέραν του γεγονότος των ηλικιών των Εναγόντων 3 και
- Υπό τις περιστάσεις κρίνεται ορθό και δίκαιο το ½ να αποδοθεί στη σύζυγο και από ¼ στα παιδιά (βλ. McGregor on Damages, 18η έκδ., σελ. 1528-9, παρ.36-079). Το ποσό των €150.000 που επιδικάστηκε ως μη χρηματικές αποζημιώσεις είναι ορθό και δίκαιο να φέρει τόκο από την ημερομηνία του θανάτου του αποβιώσαντα για τους ίδιους λόγους όπως και η απώλεια (bereavement). Ζ. Η κατά χάριν πληρωμή των €285.000 Την 10.8.2011, σχεδόν ένα μήνα μετά την έκρηξη, συνεδρίασε το Υπουργικό Συμβούλιο. Απόσπασμα από τα πρακτικά της συνεδρίασης παρουσιάστηκε (μέρος του Τεκμ.3). Το Υπουργικό Συμβούλιο έλαβε την Απόφαση Αρ.72.361 με την οποία εγκρίθηκε η διάθεση ποσού ύψους €2.660.000 για την καταβολή κατά χάριν οικονομικής βοήθειας στις οικογένειες των θυμάτων της έκρηξης. Αποφασίστηκε να δοθεί ποσό €95.000 για τη σύζυγο όσων από τα θύματα ήταν νυμφευμένοι και για κάθε τέκνο τους ανεξαρτήτως ηλικίας. Με την απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου εγκρίθηκαν περαιτέρω παραχωρήσεις, αναφορά στις οποίες γίνεται στη συνέχεια. Κατ΄ ακολουθία της Απόφασης εκδόθηκαν τρεις επιταγές για το ποσό των €95.000 η καθεμιά προς όφελος των Εναγομένων 2, 3 και 4 αντίστοιχα. Ετσι, καταβλήθηκε σε αυτούς το συνολικό ποσό των €285.
- Οι Ενάγοντες 2 - 4 με επιστολή των τότε δικηγόρων τους ημερ. 19.9.2011 (Τεκμ.4) απευθύνθηκαν προς το Γενικό Διευθυντή του Υπουργείου Αμυνας ζητώντας όπως οι επιταγές τους παραδοθούν στο γραφείο των δικηγόρων τους. Στην επιστολή η δικηγόρος που την προσυπόγραφε, σημείωνε: «Επιβεβαιώνω ότι οι πιο πάνω επιταγές αποτελούν κατά χάρη βοήθεια της Κυπριακής Δημοκρατίας, ανεξάρτητα από οποιαδήποτε απαίτηση τυχόν να έχουν οι πιο πάνω αναφερόμενοι [οι Ενάγοντες 2 - 4] και άνευ βλάβης και χωρίς επηρεασμό των δικαιωμάτων τους, να κινηθούν εναντίον της Κυπριακής Δημοκρατίας ...». Η σύζυγος του αποβιώσαντα μαρτύρησε ότι πληροφορήθηκε από τη δικηγόρο κα Λουκία Αστραίου ότι η τελευταία παρέλαβε τις επιταγές των Εναγόντων 2 - 4 ανεξάρτητα από οποιαδήποτε απαίτηση τυχόν να είχαν ως οικογένεια, άνευ βλάβης και χωρίς επηρεασμό των δικαιωμάτων τους να κινηθούν εναντίον της Δημοκρατίας. Η δικηγόρος την ενημέρωσε ότι πριν την παραλαβή των επιταγών είχε προσωπική συνομιλία με τον κ.Χρίστο Μαληκκίδη, Γενικό Διευθυντή του Υπουργείου Αμυνας, στο γραφείο του και ότι του παρέδωσε διά χειρός την επιστολή ημερ. 19.9.2011, την οποία αφού διάβασε στην παρουσία της, της παρέδωσε τις επιταγές. Η πιο πάνω εξ ακοής μαρτυρία, αναφορικά με τις συνθήκες κάτω από τις οποίες παραλήφθηκαν οι επιταγές, δεν αμφισβητήθηκε με αντεξέταση της μάρτυρος επί του προκειμένου, ούτε και ζητήθηκε η παρουσία της δικηγόρου για να αντεξεταστεί αλλά ούτε και κλήθηκε ως μάρτυρας ο αναφερθείς Χρ.Μαληκκίδης για να προσφέρει άλλη εκδοχή. Το γεγονός καταγράφεται και σε επιστολή της δικηγόρου προς το Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, ημερ. 4.9.2015 (μέρος του Τεκμ.1). Είναι εύρημα του Δικαστηρίου ότι οι τρεις επιταγές των Εναγόντων 2 - 4 παραδόθηκαν στη δικηγόρο τους από το Γενικό Διευθυντή του Υπουργείου Αμυνας, αφού ο τελευταίος προηγουμένως παρέλαβε και διάβασε την επιστολή ημερ. 19.9.
- Είναι, περαιτέρω, εύρημα του Δικαστηρίου ότι ο Γενικός Διευθυντής, σιωπηρά και με την ενέργεια του να παραδώσει τις επιταγές στη δικηγόρο, αποδέχτηκε ότι η πληρωμή γινόταν στη βάση των όσων καταγράφονταν στην επιστολή. Ο Γενικός Διευθυντής δέσμευε τη Δημοκρατία και ακόμα και αν δεν είχε ρητή εξουσιοδότηση να παραδώσει τις επιταγές στη βάση των όσων αναφέρονταν στην επιστολή, είχε φαινομενική τέτοια. Το γεγονός της καταβολής του ποσού των €95.000 σε κάθε ένα από τους Εναγόμενους 2 - 4 δικογραφείται στην Εκθεση Υπεράσπισης. Δικογραφείται επίσης ότι εγκρίθηκε η παραχώρηση υποτροφιών από το Ιδρυμα Κρατικών Υποτροφιών Κύπρου στο κάθε παιδί του αποβιώσαντα Κλεάνθη για σπουδές στην Κύπρο ή στο εξωτερικό τόσο για προπτυχιακές όσο και για μεταπτυχιακές σπουδές. Επίσης ότι καταβλήθηκε φιλοδώρημα και καταβάλλεται σύνταξη χηρείας στη σύζυγο του αποβιώσαντα από το Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων. Είναι η θέση της Δημοκρατίας ότι: «...τα πιο πάνω και/ή άλλα ποσά και/ή οικονομική βοήθεια, τα οποία έχουν ήδη καταβληθεί και/ή θα καταβληθούν στη σύζυγο και στα παιδιά του αποβιώσαντος Κλεάνθη Κλεάνθους καθώς και η παραχώρηση υποτροφιών για σπουδές των παιδιών του, όπως αναφέρεται πιο πάνω, καλύπτουν πλήρως και/ή υπερκαλύπτουν το ποσό αποζημιώσεων το οποίο νομιμοποιούνται να απαιτούν για το θάνατο του εν λόγω αποβιώσαντος και/ή ότι οι ενάγοντες έχουν εξοφληθεί πλήρως για όλες τις απαιτήσεις τους που απορρέουν από το θάνατο του εν λόγω αποβιώσαντος και ως εκ τούτου οι ενάγοντες εμποδίζονται και/ή δεν δικαιούνται να απαιτούν τις αποζημιώσεις που αξιούν ή οποιεσδήποτε άλλες αποζημιώσεις.» Ως σχετικές με το ζήτημα παρουσιάζονται οι πιο κάτω πρόνοιες στον περί Αστικών Αδικημάτων Νόμο, Κεφ.148: «
- Κανένα πρόσωπο το οποίο έτυχε αποζημίωσης ή άλλης θεραπείας για αστικό αδίκημα, ούτε πρόσωπο που προβάλλει αξίωση μέσω αυτού, δεν τυγχάνει περαιτέρω αποζημίωσης για το εν λόγω αστικό αδίκημα.
- Κατά τον υπολογισμό της αποζημίωσης που πρέπει να πληρωθεί εξαιτίας αστικού αδικήματος δεν λαμβάνεται καθόλου υπόψη οποιοδήποτε ποσό— (α) Το οποίο πληρώθηκε ή το οποίο πρέπει να πληρωθεί βάσει σύμβασης ασφάλειας ή ασφάλισης σε σχέση με το αστικό αυτό αδίκημα· (β) το οποίο καταβλήθηκε ή το οποίο πρέπει να καταβληθεί από το Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων ως παροχή ή επίδομα σε ασφαλισμένο πρόσωπο συνεπεία των ίδιων περιστάσεων οι οποίες δημιουργούν τη νομική υποχρέωση για αποζημίωση σε σχέση με το αστικό αυτό αδίκημα.» Κατά τη δίκη δεν παρουσιάστηκε μαρτυρία για τη χρηματική αξία οιασδήποτε υποτροφίας, φιλοδωρήματος ή σύνταξης και το ζήτημα περιορίστηκε σε σχέση με το ποσό των €285.
- Ετσι αντιμετωπίζεται και στις αγορεύσεις των μερών. Tόσο η δικηγόρος των Εναγόντων όσο και η εκπρόσωπος του Γενικού Εισαγγελέα επικαλούνται στην αγόρευση τους την Ιακώβου ν. Παπαδάκη κ.α.
(2000)1(Γ) Α.Α.Δ. 2079, παραθέτοντας εκτενή αποσπάσματα. Στην Ιακώβου ο Εφεσείοντας εθνοφρουρός είχε υποστεί σοβαρούς τραυματισμούς ενώ βρισκόταν σε εντεταλμένη υπηρεσία σε στρατιωτική μονάδα της Εθνικής Φρουράς. Στις αποζημιώσεις που επιδικάστηκαν στον Εφεσείοντα λήφθηκαν υπόψη τα ποσά τα οποία του είχαν καταβληθεί και θα συνεχίζονταν να του καταβάλλονται από το Ταμείο Ανακουφίσεως Παθόντων δυνάμει του περί Ανακουφίσεων Παθόντων Νόμου του 1988. Ετσι, το επιδικασθέν ποσό μειώθηκε ανάλογα. Αναφέρεται στην απόφαση του Εφετείου ότι: «Το αγγλικό κοινοδίκαιο έχει αναγνωρίσει δύο παροχές οι οποίες δεν μπορούν να λαμβάνονται υπόψη κατά τον καθορισμό των αποζημιώσεων. Αυτές είναι: το προϊόν ασφαλιστικού συμβολαίου και το προϊόν φιλανθρωπίας (the proceeds of benevolence) (Βλ. Nabi v. British Leyland (U.K.) Ltd
(1980)1 W.L.R. 529, 532). Στη θεμελιακή απόφαση Parry v. Cleaver
(1970)A.C. 1 (H.L.) επεξηγείται (στη σελ. 14) ότι ο πραγματικός και ουσιαστικός λόγος για τον οποίο οι εισπράξεις δυνάμει ασφαλιστικού συμβολαίου δεν πρέπει να λαμβάνονται υπόψη είναι γιατί ο ίδιος ο ενάγων τις έχει αγοράσει και ότι θα ήταν άδικο και παράλογο να κριθεί ότι τα χρήματα τα οποία με σύνεση δαπάνησε για πληρωμή ασφαλίστρων και το εξ΄ αυτών όφελος θα προκύψει προς όφελος του αδικοπραγήσαντος. Σε σχέση με το προϊόν φιλανθρωπίας επεξηγείται (βλ. σελ. 14) ότι θα ήταν αηδιαστικό για το αίσθημα δικαιοσύνης του μέσου ανθρώπου και επομένως αντίθετο με τη δημόσια πολιτική, να μειωθούν οι αποζημιώσεις του θύματος έτσι ώστε να μη επωφεληθεί τίποτε από τη φιλανθρωπία των φίλων του ή των συγγενών του ή του κοινού εν γένει και ότι ο μόνος που θα επωφεληθεί θα είναι ο αδικοπραγήσας. Πριν από την απόφαση της Δικαστικής Επιτροπής της Βουλής των Λόρδων στην British Transport Commission v. Gourley
(1956)A.C. 185 τα δικαστήρια, κατά το κοινοδίκαιο, δεν προέβαιναν σε αφαίρεση από τις αποζημιώσεις που επεδίκαζαν στο θύμα αστικού αδικήματος για την απώλεια της εισοδηματικής του ικανότητας γιατί μέρος της απώλειας του είχε καταβληθεί ή θα του καταβαλλόταν με τη μορφή ωφελημάτων από τρίτους με τους οποίους ο εναγόμενος δεν είχε οποιαδήποτε σχέση. Ωστόσο η υπόθεση Gourley (πιο πάνω) εγκαινίασε μια τάση η οποία ευνοούσε τις αφαιρέσεις. ΄Ετσι στις υποθέσεις Lindstedt v. Wimborne S.S. Co.
(1949)83 Ll.L.R. 19 και Foxley v. Olton
(1965)2 Q.B. 306 το ανεργιακό επίδομα αφαιρέθηκε πρωτόδικα και από το Εφετείο στην Parsons v. B.N.M. Laboratories
(1969)1 Q.B. 306. Οι δύο πρώτες αποφάσεις αφορούσαν υποθέσεις σωματικής βλάβης. Η τελευταία ήταν υπόθεση παράνομης απόλυσης. Το Εφετείο έκρινε ότι δεν θα ήτο ρεαλιστικό να αγνοηθεί το επίδομα ανεργίας. Σύμφωνα με τον McGregor on Damages, 15η έκδοση, παραγ. 1481, αυτή η τάση έχει κάπως διακοπεί από την κατά πλειοψηφία απόφαση της Δικαστικής Επιτροπής της Βουλής των Λόρδων στην Parry v. Cleaver (πιο πάνω) με την οποία όλες οι πιο πάνω αποφάσεις έχουν τεθεί σε κίνδυνο. Σταδιακά όμως η πιο πάνω τάση άρχισε και πάλι να αναβιώνει (βλ. Nabi v. British Leyland U.K. (πιο πάνω), Lincoln (πιο πάνω) και Westwood v. Secretary of State for Employment
(1985)A.C. 20). Στη Νabi (πιο πάνω) το Εφετείο ακολούθησε την Parsons (πιο πάνω) παρόλο ότι υπέδειξε ότι η τελευταία έπρεπε να αναθεωρηθεί από τη Δικαστική Επιτροπή της Βουλής των Λόρδων. Παρά την τελευταία θέση που διατυπώθηκε στη Nabi (πιο πάνω) τα δικαστήρια με αυξητική τάση ελάμβαναν υπόψη έναντι της απώλειας εισοδημάτων τα παράπλευρα (collateral) οφέλη που παρέχονται δυνάμει νομοθεσίας άλλης από την περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων Νομοθεσία. Το πρώτο ήταν το συμπληρωματικό όφελος που παρέχεται δυνάμει της Supplementary Benefits Act, 1976. ΄Ηταν αντικείμενο εξέτασης στην Lincoln (πιο πάνω). Στον ενάγοντα είχε καταβληθεί χορηγία δυνάμει του αρ. 1 της Supplementary Benefits Act, 1976 για την περίοδο μεταξύ του ατυχήματος και της δίκης. Το πρωτόδικο δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη τη χορηγία κατά τον καθορισμό των αποζημιώσεων. Το Εφετείο εξέτασε την αρχή που διέπει τα συμπληρωματικά οφέλη (supplementary benefits). Μετά από ταλάντευση ανάμεσα στην αφαίρεση και τη μη αφαίρεση το Εφετείο επικύρωσε την πρώτη λύση. Εξέτασε την αρχή του ζητήματος και κατέληξε στο καθαρό συμπέρασμα ότι η αφαίρεση ήταν η πρέπουσα λύση. ΄Εθεσε το ερώτημα κατά πόσο με την παροχή του οφέλους το κοινοβούλιο είχε πρόθεση όπως ο ενάγων απολαμβάνει το όφελος ανεξάρτητα από την καταβολή αποζημιώσεων. Και συνέχισε ως εξής στη σελ. 492: .................................................................................................. "Η αρχή είναι σαφής. Ένας ενάγων δικαιούται σε αποζημίωση για την απώλεια που έχει υποστεί λόγω του αστικού αδικήματος. Τίποτε περισσότερο, τίποτε ολιγότερο. ΄Ενας ενάγων δεν μπορεί να ανακτήσει περισσότερα από αυτά που έχασε. Από την άλλη τα πλήρως παράπλευρα (collateral) οφέλη δεν πρέπει να υπολογίζονται. Το κατά πόσο οφέλη είναι ή δεν είναι παράπλευρα εξαρτάται από το κατά πόσο είναι ή δεν είναι πολύ απομακρυσμένα και κατά την εξέταση αυτού του ζητήματος το δικαστήριο πάντοτε θα εξετάζει τις πραγματικότητες: βλ. British Transport Commission v. Gourley
(1956)A.C. 185. ΄Εχουν γενικώς αποκλειστεί δύο κατηγορίες: ποσά που λήφθηκαν δυνάμει ασφαλιστικού συμβολαίου εφόσον είναι πληρωτέα δυνάμει των συμβατικών δικαιωμάτων του ενάγοντα έναντι της ασφαλιστικής εταιρείας και ποσά που προέρχονται από φιλανθρωπία. Τα τελευταία δεν έχουν αφαιρεθεί γιατί τεκμαίρεται ότι ο δωρητής είχε πρόθεση όπως μη αφαιρούνται. ΄Οπου, όπως είναι εδώ η περίπτωση, δεν υπάρχει ένδειξη στο νόμο για την πρόθεση του νομοθέτη θέτω το ερώτημα κατά πόσο η πληρωμή παράπλευρων οφελών είναι τόσο απομακρυσμένη από τη ζημιά που προκλήθηκε κατά το ατύχημα που δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη; Οι πληρωμές έγιναν στον ενάγοντα γιατί βρισκόταν σε ανάγκη σαν άμεση συνέπεια των τραυμάτων που έχει υποστεί στο ατύχημα. ΄Εγιναν δικαιωματικά και εάν δεν είναι αφαιρετέες από τις αποζημιώσεις του ο ενάγων, σε εκείνη την έκταση, θα πετύχει διπλή αποζημίωση κάτι το οποίο είναι αντίθετο προς τη βασική αρχή των ζημιών ως αποζημιώσεις για την απώλεια που έχει πράγματι υποστεί. Με το να πούμε ότι είναι εσφαλμένο όπως ο αδικοπραγείσας επωφεληθεί από την πληρωμή του παράπλευρου οφέλους, μου φαίνεται ότι αγνοούμε τις πραγματικότητες της διαδικασίας για προσωπικές βλάβες. Στη μεγάλη πλειοψηφία των υποθέσεων οι αποζημιώσεις πληρώνονται από την ασφαλιστική εταιρεία και οι συνέπειες της μη αφαίρεσης του παράπλευρου οφέλους θα είναι η αύξηση των ασφαλίστρων για τους εργοδότες και για τους αυτοκινητιστές οι οποίοι μαζί αποτελούν ένα μεγάλο μέρος του κοινού. Περιπλέον, εάν το συμπληρωματικό όφελος δεν είναι αφαιρετέο, θα είναι προς το συμφέρον των εναγόντων να μην προχωρούν ταχέως με τις απαιτήσεις τους έτσι ώστε να επαυξάνεται το στοιχείο της διπλής ανάκτησης." Το σκεπτικό της Lincoln (πιο πάνω) έτυχε εφαρμογής από το δικό μας Εφετείο στην Mitheo Ltd v. Koudounas
(1988)1 C.L.R. 796. Σαν αποτέλεσμα της υιοθέτησης κρίθηκε ότι τα κοινωνικά ωφελήματα που ήταν πληρωτέα δυνάμει του Ταμείου Κοινωνικών Ασφαλίσεων ήταν αφαιρετέα από το ποσό των ειδικών αποζημιώσεων που είχε επιδικασθεί. Αντίθετη κατάληξη - υπέδειξε το Εφετείο - θα ισοδυναμούσε με επιδίκαση διπλής αποζημίωσης, κάτι το οποίο είναι αντίθετο προς τη βασική αρχή των ζημιών ως αποζημίωσης για την πραγματική απώλεια που έχει υποστεί ο ενάγων. Επίσης στην Hussain v. New Taplow Paper Mills
(1988)1 All E.R. 541 η Δικαστική Επιτροπή της Βουλής των Λόρδων έκρινε ότι ακόμη και όπου οι εργοδότες έχουν δημιουργήσει ασφαλιστικό σχέδιο δυνάμει του οποίου το επίδομα ασθενείας που πληρώνουν στους υπαλλήλους τους επιστρέφεται στους εργοδότες δυνάμει του σχεδίου, το επίδομα ασθενείας που πληρώνεται ένας από τους υπαλλήλους τους πρέπει πάλιν να ληφθεί υπόψη κατά τον καθορισμό της απώλειας απολαβών στην αγωγή του υπαλλήλου για σωματικές βλάβες. Ο Lord Bridges έθεσε το θέμα ως εξής στη σελ. 548: .................................................................................................. "Θετικά παραβιάζεται το δικό μου αίσθημα δικαιοσύνης όταν ένας ενάγων ο οποίος σίγουρα δεν έχει καταβάλει ασφάλιστρα, πρέπει να παίρνει πλήρη ημερομίσθια στη διάρκεια της ανικανότητας του να εργασθεί από δύο διαφορετικές πηγές, τον εργοδότη του και τον αδικοπραγήσαντα. Μου φαίνεται ακόμη περισσότερο άδικο και ανώμαλο, όπου όπως συμβαίνει εδώ, ο εργοδότης και ο αδικοπραγήσας είναι ένα και το αυτό." ΄Οπως παρατηρείται στον McGregor (παραγ. 1483) αυτό το αποτέλεσμα θεωρήθηκε ως πλήρως συμβατό με την Parry v. Cleaver (πιο πάνω). Η αρχή που διατυπώθηκε στην Hussain (πιο πάνω) καλύπτει τόσο την απώλεια απολαβών μέχρι τη δίκη όσο και την απώλεια μελλοντικών απολαβών.» Στη συνέχεια, το Εφετείο ανέφερε σε σχέση με τις περιστάσεις της ενώπιον του υπόθεσης: «Κρίνουμε ότι η επίδικη παροχή δεν είναι τόσο απομακρυσμένη που δεν πρέπει να λαμβάνεται υπόψη. Επομένως ορθά λήφθηκε υπόψη. Με τη θέσπιση του Νόμου 114/88 ο Νομοθέτης δεν είχε πρόθεση να αποζημιώνεται διπλά μέλος της Εθνικής Φρουράς που υφίσταται κακώσεις στη διάρκεια της υπηρεσίας του στη Δύναμη. Ακόμη και αν η επίδικη παροχή ήθελε θεωρηθεί ως φιλανθρωπική παροχή και πάλιν έπρεπε να είχε ληφθεί υπόψη. Είναι αλήθεια ότι στην Parry v. Cleaver (πιο πάνω) δεν αποφασίσθηκε κατά πόσο τα κριτήρια δυνάμει των οποίων δεν λαμβάνονται υπόψη οι φιλανθρωπικές παροχές τυγχάνουν εφαρμογής και στην περίπτωση της κρατικής φιλανθρωπίας με τη μορφή μη συμφωνηθέντος οφέλους από το Κράτος Πρόνοιας. Υποδείχθηκε, όμως, ότι μπορεί να υποτεθεί ότι το Κοινοβούλιο δεν έχει πρόθεση να θεωρηθούν προς όφελος του αδικοπραγήσαντος. Ωστόσο στην απόφαση του Εφετείου στην Hussain (πιο πάνω)
(1987)1 All E.R. 417, 428 υποδείχθηκε ότι ο κανόνας αποκλεισμού των κατά χάριν πληρωμών (ex gratia) εφαρμόζεται στις περιπτώσεις όπου υπεύθυνος είναι κάποιος τρίτος και ότι πρέπει να υπάρχει εξαίρεση στο γενικό κανόνα στις περιπτώσεις που η κατά χάριν πληρωμή προέρχεται από τον ίδιο τον αδικοπραγήσαντα. Στην παρούσα υπόθεση αποτελεί κοινό έδαφος ότι τόσο η επίδικη παροχή όσο και το ποσό της αποζημίωσης που έχει επιδικασθεί από το πρωτόδικο δικαστήριο έχουν κοινή προέλευση. Θα καταβληθούν από τον ίδιο τον αδικοπραγήσαντα - το Κράτος - από τα Κρατικά Ταμεία. Επομένως δεν επωφελείται οποιοσδήποτε τρίτος με το να λαμβάνεται υπόψη για σκοπούς καθορισμού των αποζημιώσεων η επίδικη παροχή. Κατά συνέπεια, έστω και αν η επίδικη παροχή αποτελεί προϊόν φιλανθρωπίας του Κράτους, αυτή πρέπει να λαμβάνεται υπόψη για τους λόγους που έχουν υποδειχθεί στην Hussain (πιο πάνω). Αντίθετη κατάληξη θα είχε σαν συνέπεια να πετύχει διπλή αποζημίωση ο εφεσείων πορεία που είναι αντίθετη προς την βασική αρχή που διέπει την επιδίκαση αποζημιώσεων (βλ. Lincoln, πιο πάνω). Πρέπει να υπογραμμίσουμε ότι έρεισμα της κατάληξης μας είναι: (α) Το γεγονός ότι ο εφεσείων έχει αξιώσει αποζημιώσεις για τραύματα που υπέστη στη διάρκεια της υπηρεσίας του στην Εθνική Φρουρά και ότι η επίδικη παροχή του έχει χορηγηθεί λόγω της υπηρεσίας του στην Εθνική Φρουρά. (β) Το γεγονός της κοινής ταυτότητας του αδικοπραγήσαντος με το Τ.Α.Π.. Δεν εξετάσαμε, γιατί δεν χρειάζεται, κατά πόσο οι πληρωμές από το Τ.Α.Π. θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη και στις περιπτώσεις που ο αδικοπραγήσας είναι άλλος από το Κράτος.» Η επίδικη πληρωμή δεν αφορούσε πληρωμή στην οποία οι Ενάγοντες δικαιούνταν είτε στη βάση νόμου είτε στη βάση ασφαλιστικής ή άλλης σύμβασης. Η πληρωμή εγκρίθηκε από το Υπουργικό Συμβούλιο ως κατά χάριν οικονομική βοήθεια και ενώ δεν υφίστατο νομική ή συμβατική προς τούτο υποχρέωση του Κράτους. Όπως διαφάνηκε εκ των υστέρων και επιβεβαιώνεται με την παρούσα Απόφαση, το Κράτος, υπαίτιο για την έκρηξη, είχε από τη στιγμή εκείνη νομική υποχρέωση αποζημίωσης των θυμάτων και των οικογενειών τους. 'Ο,τι δεν υφίστατο ήταν η υποχρέωση καταβολής του συγκεκριμένου ή άλλου ποσού στο στάδιο εκείνο. Το ανεργιακό επίδομα που κατά την Αγγλική νομολογία (Gourley, Lindstedt, Foxley, Parsons και Nabi) κρίθηκε ότι δεν θα ήταν ρεαλιστικό να αγνοηθεί, ήταν κατοχυρωμένο από το νόμο. Aκόμα και όπου η πληρωμή προς το θύμα εδραζόταν σε νόμο, τα Δικαστήρια εξέταζαν την πρόθεση του νομοθέτη, κατά πόσο δηλαδή το Κοινοβούλιο είχε πρόθεση όπως το θύμα απολαύσει το όφελος της πληρωμής ανεξάρτητα από την καταβολή αποζημιώσεων. Σύμφωνα με την Lincoln v. Hayman and Another
(1982)1 W.L.R. 488, πλήρως παράπλευρα οφέλη δεν πρέπει να υπολογίζονται και το κατά πόσο είναι τέτοια εξαρτάται από το κατά πόσο είναι ή δεν είναι πολύ απομακρυσμένα. Όπως αναφέρεται, κατά την εξέταση αυτού του ζητήματος το Δικαστήριο πάντοτε θα εξετάζει τις πραγματικότητες. Στην προκειμένη περίπτωση όπου η πληρωμή εγκρίθηκε ενώ δεν υφίστατο, όπως πιο πάνω έχει εξηγηθεί, νομική ή συμβατική προς τούτο υποχρέωση του Κράτους, αυτή λαμβάνει τη μορφή φιλανθρωπίας και σημασία έχει η πρόθεση του Κράτους όπως εκφράζεται στην απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου της 10.8.
- Η απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου είναι σαφής ότι η πληρωμή θα γινόταν κατά χάριν. Εάν η πρόθεση του Υπουργικού Συμβουλίου ήταν όπως το ποσό θεωρηθεί προς εξόφληση ή έναντι των αποζημιώσεων στις οποίες οι Ενάγοντες θα δικαιούνταν, ήταν ότι πιο εύκολο αυτό να διατυπωθεί στην απόφαση. Ακόμα, και χωρίς παραδοχή ευθύνης, να πληρώσει με τη συνεννόηση ότι εάν η Δημοκρατία ήθελε κριθεί υπόλογη τα ποσά να λογιστούν έναντι της υποχρέωσης της να αποζημιώσει. Η απόφαση του Εφετείου στην Ιακώβου αφορούσε και αυτή ποσά που είχαν καταβληθεί και θα καταβάλλονταν δυνάμει νόμου. Ωστόσο, στο τελευταίο απόσπασμα που παρατίθεται πιο πάνω, το Εφετείο προχώρησε εκτός του λόγου της απόφασης (obiter) να σημειώσει ότι, έστω και αν η επίδικη παροχή αποτελεί προϊόν φιλανθρωπίας του Κράτους, όταν το Κράτος είναι ο αδικοπραγήσαντας, αυτή πρέπει να λαμβάνεται υπόψη. Η αναφορά έγινε με παραπομπή στην Hussain. Στην Hussain αδικοπραγήσαντας δεν ήταν το Κράτος. Ούτε η κατά χάριν πληρωμή είχε γίνει από το Κράτος. Η Hussain παρά το ότι διατυπώνει μια γενική προσέγγιση ότι του κανόνα ότι οι φιλανθρωπίες δεν λαμβάνονται υπόψη εξαιρείται η περίπτωση που η κατά χάριν πληρωμή προέρχεται από τον αδικοπραγήσαντα, αφορούσε πληρωμή από εργοδότη που είχε ευθύνη για τον τραυματισμό του εργοδοτούμενου του. Η ουσία είναι ότι η Hussain, όπως στην ίδια την απόφαση αναφέρεται, αποφασίστηκε στη βάση της δημόσιας πολιτικής που θα έπρεπε να διέπει το ζήτημα. Έτσι, η αναφορά του Εφετείου στην Ιακώβου δεν θα πρέπει να προσεγγιστεί ως απόλυτο αξίωμα, αλλά ως μια γενική προσέγγιση η οποία μπορεί σε ιδιάζουσες περιστάσεις να μην εφαρμόζεται και ειδικά όπου η δημόσια πολιτική, που ήταν το σημείο κρίσης στην Hussain, συνηγορεί υπέρ του αντιθέτου. Κατά τη δίκη δεν παρουσιάστηκε μαρτυρία και δεν υπήρξε εισήγηση ότι η διάθεση του Υπουργικού Συμβουλίου ήταν όπως το ποσό που χαριστικά αποφάσισε να διατεθεί στις οικογένειες των θυμάτων, θα ήταν προς εξόφληση ή έναντι των νομίμων αποζημιώσεων που θα δικαιούνταν. Ορθά, αφού η πρόθεση του Υπουργικού Συμβουλίου δεν ήταν αυτή. Το γεγονός ότι το ίδιο ποσό διατέθηκε στα διάφορα πρόσωπα παρά το ότι, σε περίπτωση που διαπιστωνόταν ευθύνη της Δημοκρατίας, οι αποζημιώσεις του καθενός θα διέφεραν και ενδεχομένως κάποιοι να δικαιούνταν σε περιορισμένες αποζημιώσεις, επιβεβαιώνει του λόγου το αληθές. Ούτε η προβαλλόμενη από την υπεράσπιση θέση είναι ότι το Υπουργικό Συμβούλιο διαφοροποίησε την προσέγγιση του, αλλά, ότι η νομολογία επιτάσσει ή συνηγορεί υπέρ του ότι τα ποσά θα πρέπει να ληφθούν υπόψη και να λογιστούν έναντι των αποζημιώσεων που άλλως θα επιδικάζονταν. Είναι γι΄ αυτό που λόγοι δημόσιας πολιτικής επιβάλλουν όπως το Δικαστήριο προσεγγίσει το ζήτημα με τέτοιο τρόπο ώστε να αποδώσει το κύρος που επιβάλλεται στην απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου και την επιθυμία του Κράτους, όπως μέσω της εκφράστηκε, να παραχωρήσει στη μορφή φιλανθρωπίας και χαριστικά το ποσό των €95.000 σε κάθε ένα από τους Ενάγοντες 2 -
- Η Δικαστική εξουσία δεν πρέπει να παρέμβει στην προκειμένη περίπτωση και ουσιαστικά να ανατρέψει την ενέργεια και πολιτική απόφαση της Εκτελεστικής εξουσίας. Στο σύγγραμμα Μunkman on Damages for Personal Injuries and Death, του G.Exall, 20η έκδ. (σελ.162, παρ. 17.18) γίνεται αναφορά στην Gaca v. Pirellis General Plc [2004] 3 All ER 348, όπου το Αγγλικό Εφετείο επανεξέτασε το ζήτημα των εθελοντικών πληρωμών που γίνονται από τον εναγόμενο. Αποφασίστηκε ότι κατά χάρη πληρωμές που γίνονται σε θύματα αδικοπραγίας συνήθως δεν εμπίπτουν στην εξαίρεση της φιλανθρωπίας, ακόμα και όταν φαίνεται ότι οι πληρωμές έγιναν για λόγους φιλανθρωπίας. Μπορεί όμως, αναφέρεται, να υπάρχει εξαίρεση όταν ο εναγόμενος ρητά δηλώνει ότι η πληρωμή γίνεται ως δώρο και στη βάση ότι δεν θα αφαιρεθεί από τις αποζημιώσεις. Προς τούτο είναι αναγκαίο να υπάρχει ρητή αναφορά. Σχετικό επί του προκειμένου είναι το εύρημα του Δικαστηρίου ότι οι τρεις επιταγές των Εναγόντων 2 - 4 παραδόθηκαν στη δικηγόρο τους από το Γενικό Διευθυντή του Υπουργείου Αμυνας, αφού ο τελευταίος προηγουμένως παρέλαβε και διάβασε την επιστολή ημερ. 19.9.2011 και του περαιτέρω ευρήματος του Δικαστηρίου ότι ο Γενικός Διευθυντής, εκ μέρους της Δημοκρατίας, σιωπηρά και με την ενέργεια του να παραδώσει τις επιταγές στη δικηγόρο, αποδέχτηκε ότι η πληρωμή γινόταν στη βάση των όσων καταγράφονταν στην επιστολή. Επομένως επρόκειτο για περίπτωση όπου η πληρωμή έγινε κατόπιν αποδοχής από τη Δημοκρατία ότι ήταν άνευ βλάβης και επηρεασμού των δικαιωμάτων των Εναγόντων 2 -
- Πέραν των πιο πάνω προκύπτει ότι όταν η περίπτωση δεν αφορά τραυματισμό και αποζημίωση του τραυματία, αλλά θάνατο και αποζημίωση των οικείων ή εξαρτωμένων του, το ζήτημα είναι πιο ξεκάθαρο. Το άρθρο 58
(19)του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ.148, προνοεί ότι: «Ωφελήματα τα οποία έχουν περιέλθει ή θα περιέλθουν ή δύνανται να περιέλθουν σε οποιοδήποτε πρόσωπο από την κληρονομιά ή άλλως ως αποτέλεσμα του θανάτου του δεν θα υπολογίζονται σε αγωγή κατά τον υπολογισμό των αποζημιώσεων για το θάνατο του». Το άρθρο 58
(19)είναι πανομοιότυπο με το άρθρο 4 του Fatal Accidents Act 1976, όπως αντικαταστάθηκε με το Administration of Justice Act 1982 και το οποίο αναφέρει ότι: «In assessing damages in respect of a person's death under this Act, benefits which have accrued or will or may accrue to any person from his estate or otherwise as a result of his death shall be disregarded». Αξίζει να σημειωθεί ότι το άρθρο 58
(19)εισάχθηκε με τον περί Αστικών Αδικημάτων (Τροποποιητικό) Νόμο του 1985 (Ν.156/85). Στην Pidduck v. Eastern Scottish Omnibuses Ltd [1989] 2 All E.R. 261, μετά το θάνατο του συζύγου της η χήρα εισέπραξε από την τράπεζα όπου εργαζόταν ο σύζυγος της επίδομα χηρείας και εφάπαξ ποσό. Αποφασίστηκε ότι τόσο το επίδομα όσο και το εφάπαξ ποσό καλύπτονταν από το άρθρο 4 του Fatal Accidents Act 1976 και επομένως έπρεπε να αγνοηθούν κατά τον υπολογισμό της εξάρτησης της. Στην Arnup v. M.W.White Ltd [2008] Ι.C.R. 1064 CA., αποφασίστηκε ότι όλα τα ωφελήματα που είχε η χήρα ως αποτέλεσμα του θανάτου του συζύγου της έπρεπε, στη βάση του άρθρου 4 του Fatal Accidents Act 1976, να αγνοηθούν. Αναφέρεται στην απόφαση ότι δεν είναι πλέον σημαντικό να αποφασίζεται κατά πόσο το υπό εξέταση ωφέλημα προκύπτει ως αποτέλεσμα του θανάτου. Εάν προκύπτει ως αποτέλεσμα του θανάτου καλύπτεται από το άρθρο και δεν πρέπει να συνυπολογίζεται στις αποζημιώσεις, ενώ εάν δεν προκύπτει ως αποτέλεσμα του θανάτου πρέπει να αγνοείται. Είναι η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι και για τους τρεις πιο πάνω λόγους, ο κάθε ένας από τους οποίους θα ήταν αρκετός, τα ποσά των €95.000 που καταβλήθηκαν σε κάθε ένα από τους Ενάγοντες 2 - 4 δεν πρέπει να ληφθούν υπόψη στον καθορισμό των αποζημιώσεων που αυτοί δικαιούνται συνεπεία του θανάτου του Κλεάνθη. Ανάφερε η σύζυγος του αποβιώσαντα (Μ.Ε.1) (γραπτή δήλωση Τεκμ.2) κατά τη μαρτυρία της ότι: «Από το 2011 αναμέναμε την επιδίκαση αποζημιώσεων εις βάρος της Δημοκρατίας και εκεί στήριξα όλες τις ελπίδες για να βοηθήσω τα παιδιά μου. Μέχρι πρόσφατα και βασιζόμενη πάνω σε υποσχέσεις αξιωματούχων και πολιτικών προσώπων, πιστεύαμε ότι θα λαμβάναμε τα ποσά των αποζημιώσεων τα οποία νόμιμα δικαιούμαστε, αφού ουδέποτε μας ενημέρωσε κάποιος ότι τα ποσά αυτά θα αφαιρούνταν από τις αποζημιώσεις. Εχουμε προγραμματίσει τη ζωή μας αναλόγως.» Στη βάση αυτής της μαρτυρίας η δικηγόρος των Εναγόντων εισηγήθηκε ότι εγείρεται ζήτημα κωλύματος λόγω συμπεριφοράς και παρέπεμψε στην Βογιαζιανός κ.α. ν. Τράπεζα Κύπρου Λτδ (αρ.1)
(2011)1 (Α) Α.Α.Δ. 253, 262-3. Ούτε με την Εκθεση Απαίτησης, αλλά ούτε και με την Απάντηση, μετά που το ζήτημα δικογραφήθηκε στην Υπεράσπιση, εγείρεται τέτοιο ζήτημα. Σε κάθε περίπτωση, στην Βογιαζιανός το ζήτημα εξετάστηκε στα πλαίσια της συμβατικής σχέσης των μερών. Είναι η κρίση του Δικαστηρίου ότι δεν εγείρεται ζήτημα κωλύματος στις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης. Η. Η κατάληξη Εκδίδεται απόφαση υπέρ της Ενάγουσας 1 και εναντίον της Εναγομένης για το ποσό των €17.100 με τόκο 5,5% από 11.7.2011 μέχρι 31.12.2014 και 4% από 1.1.2015 μέχρι εξοφλήσεως. Περαιτέρω εκδίδεται απόφαση υπέρ της Ενάγουσας 2 και εναντίον της Εναγομένης για το ποσό των €117.500 με τόκο επί του ποσού των €50.000 προς 5,5% από 11.7.2011 μέχρι 31.12.2014 και 4% από 1.1.2015 μέχρι εξοφλήσεως και επί του ποσού των €67.500 προς 4% από 21.10.2015 μέχρι εξοφλήσεως. Περαιτέρω εκδίδεται απόφαση υπέρ της Ενάγουσας 3 και εναντίον της Εναγομένης για το ποσό των €83.750 με τόκο επί του ποσού των €50.000 προς 5,5% από 11.7.2011 μέχρι 31.12.2014 και 4% από 1.1.2015 μέχρι εξοφλήσεως και επί του ποσού των €33.750 προς 4% από 21.10.2015 μέχρι εξοφλήσεως. Περαιτέρω εκδίδεται απόφαση υπέρ του Ενάγοντα 4 και εναντίον της Εναγομένης για το ποσό των €83.750 με τόκο επί του ποσού των €50.000 προς 5,5% από 11.7.2011 μέχρι 31.12.2014 και 4% από 1.1.2015 μέχρι εξοφλήσεως και επί του ποσού των €33.750 προς 4% από 21.10.2015 μέχρι εξοφλήσεως. Περαιτέρω επιδικάζονται έξοδα (ένα σετ) υπέρ των Εναγόντων και εναντίον της Εναγομένης όπως τούτα θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή στην κλίμακα του συνόλου των επιδικασθέντων ποσών (€302.100) και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.).............................. /ΚΣ Χ.Μαλαχτός, Π.Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο