← Κύπρος

HELLENIC BANK PUBLIC COMPANY LTD άλλως ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΛΤΔ ν. ΜΑΡΙΟΥ ΑΝΤΩΝΙΟΥ κ.α., Αρ.Αγωγής 2323/2012, 27/5/2016

HELLENIC BANK PUBLIC COMPANY LTD άλλως ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΛΤΔ ν. ΜΑΡΙΟΥ ΑΝΤΩΝΙΟΥ κ.α., Αρ.Αγωγής 2323/2012, 27/5/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2016:A97 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Χ.Μαλαχτού, Π.Ε.Δ. Αρ.Αγωγής 2323/2012 Μεταξύ: HELLENIC BANK PUBLIC COMPANY LTD άλλως ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΛΤΔ Ενάγουσας και

  1. ΜΑΡΙΟΥ ΑΝΤΩΝΙΟΥ
  2. LAZIC SUNCICA Ημερ.: 27.5.2016 Για την Ενάγουσα: Δρ Α.Ποιητής για Δρ Ανδρέας Π. Ποιητής & Σία Για τον Εναγόμενο 1: κ.Α.Κληρίδης για Φοίβος, Χρίστος Κληρίδης & Συνεργάτες ΔΕΠΕ Α Π Ο Φ Α Σ Η Δυνάμει εγγράφου Συμφωνίας Δανείου ημερ. 16.7.2008 και 3.11.2009, η Ενάγουσα Τράπεζα αξιώνει από τον Εναγόμενο 1, πρωτοφειλέτη και την Εναγόμενη 2, εγγυήτρια του, το ποσό των €827.282,79 πλέον τόκους προς 14% ετησίως (13% ετησίως εναντίον της εγγυήτριας) από 1.7.2012 μέχρι εξοφλήσεως, με κεφαλαιοποίηση την 30.6 και 31.12 εκάστου έτους. Περαιτέρω, αξιώνει από τον Εναγόμενο 1 υπόλοιπο λογαριασμού €9.429,63 δυνάμει συμφωνίας ημερ. 10.7.2008 ή και 16.7.2008, για τη χρήση πιστωτικής κάρτας «MasterCard». Η αγωγή ουδέποτε επιδόθηκε στην Εναγόμενη 2 και εναντίον της απορρίφθηκε την 18.1.
  3. Η Ευγενία Θεμιστοκλέους Μακρή (Μ.Ε.1) (γραπτή δήλωση - Τεκμ.1) είναι υπάλληλος στο Τμήμα Χορηγήσεων της Ενάγουσας. Η Μακρή ήταν η λειτουργός που είχε εξυπηρετήσει τον Εναγόμενο 1 από την αρχή που είχε αποταθεί στην Τράπεζα για τις επίδικες πιστωτικές διευκολύνσεις και ανάφερε ότι οι όροι και οι προϋποθέσεις των επίδικων συμφωνιών του επεξηγήθηκαν πλήρως. Η επίδικη Συμφωνία Δανείου (Τεκμ.3) τιτλοφορείται «Συμφωνία Στεγαστικού Δανείου Θεμέλιο» και συνομολογήθηκε την 16.7.
  4. Το ποσό του δανείου ανερχόταν σε €670.
  5. Το συνολικό επιτόκιο ήταν 6,15% ετησίως (όρος 2 Α) και ήταν κυμαινόμενο αφού η Τράπεζα είχε το δικαίωμα, κατά την απόλυτη κρίση της, να το μεταβάλλει δίδοντας σχετική ειδοποίηση στον Εναγόμενο 1 με ανακοίνωση στον τύπο ή με άλλο πρόσφορο, κατά την κρίση της, τρόπο. Η αποπληρωμή του δανείου (όρος 4 Β) θα γινόταν με μηνιαίες δόσεις των €4.357 από 31.1.2012 μέχρι 31.12.
  6. Το επιτόκιο υπερημερίας είχε συμφωνηθεί σε 4,75% με δικαίωμα στην Τράπεζα να το μεταβάλλει (όρος 5). Προς εξασφάλιση της αποπληρωμής του δανείου, ο Εναγόμενος 1, με τη Σύμβαση και Δήλωση Υποθηκεύσεως Ακινήτου Υ5053/08, υποθήκευσε την 17.7.2008 ακίνητη περιουσία του προς όφελος της Τράπεζας (Τεκμ.5). Με την αγωγή δεν αξιώνεται διάταγμα για την εκποίηση της υποθήκης αφού, όπως η Μακρή ανάφερε η εκποίηση της περιουσίας εκκρεμεί σε διαδικασία που έχει ήδη αρχίσει στο Κτηματολόγιο. Την 3.11.2009 συνομολογήθηκε «Συμπληρωματική Συμφωνία (Addendum)» με την οποία τροποποιήθηκε η αρχική Συμφωνία Δανείου. Τροποποιήθηκε ο όρος 2 Α και το συνολικό επιτόκιο, που συνέχισε να είναι κυμαινόμενο, μειώθηκε σε 4,65% ετησίως (όρος 4). Περαιτέρω, μειώθηκε και το ποσό της μηνιαίας δόσης σε €3.765 από 31.1.2012 μέχρι 31.12.2036 (όρος 6). Όπως εξήγησε η Μακρή η Συμπληρωματική Συμφωνία συνομολογήθηκε κατόπιν αιτήματος του Εναγόμενου 1 που δεν μπορούσε να ανταποκριθεί στις δόσεις του δανείου. Είχε την εποχή εκείνη μειωθεί το βασικό επιτόκιο της Τράπεζας αναφορικά με τα στεγαστικά δάνεια οπόταν υπήρχε η ευχέρεια, όπως και έγινε, να βοηθηθεί ο Εναγόμενος 1 με τη μείωση τόσο του επιτοκίου όσο και της δόσης του δανείου του. Η Συμφωνία για τη χρήση πιστωτικής κάρτας συνομολογήθηκε την 16.7.2008 (Τεκμ.4). (Η ημερομηνία 10.7.2008 που αναφέρεται στο Παρακλητικό της Εκθεσης Απαίτησης είναι η ημερομηνία της επιστολής της Τράπεζας για την παραχώρηση του επίδικου δανείου και άλλης πιστωτικής διευκόλυνσης παρατραβήγματος σε τρεχούμενο λογαριασμό). Στο επισυναπτόμενο στη Συμφωνία έγγραφο που τιτλοφορείται «Charges of Hellenic Bank Cards», που φέρεται να είναι υπογραμμένο από τον Εναγόμενο 1, αναφέρεται στη δεύτερη σελίδα ότι το χρεωστικό επιτόκιο επί του υπολοίπου του λογαριασμού της πιστωτικής κάρτας «Explorer MasterCard», που ήταν η κάρτα που ζήτησε και χρησιμοποιούσε ο Εναγόμενος 1, ήταν 12%. Μαρτύρησε η Μακρή ότι τόσο ο λογαριασμός δανείου όσο και ο λογαριασμός της πιστωτικής κάρτας παρουσίασαν καθυστερήσεις. Η Τράπεζα με επιστολή της ημερ. 1.9.2010 προς τον Εναγόμενο 1 (Τεκμ.7), διαπίστωνε ότι ο Εναγόμενος 1 παρά τις επανειλημμένες ειδοποιήσεις που του είχαν δοθεί δεν είχε τακτοποιήσει την οφειλή του ή και την υπέρβαση του ορίου της κάρτας του. Ετσι, η Τράπεζα ακύρωσε το πιστωτικό του όριο και του ζήτησε να επιστρέψει την πιστωτική του κάρτα και να εξοφλήσει το χρεωστικό του υπόλοιπο που ανερχόταν σε €7.194,
  7. Το χρεωστικό επιτόκιο αυξήθηκε από την Τράπεζα σε 14%, αλλά αυτό δεν έχει ιδιαίτερη σημασία αφού, τελικά, η Τράπεζα δεν το διεκδικεί. Η Τράπεζα με επιστολές της ημερ. 15.9.2010 προς τους Εναγόμενους 1 και 2 (Τεκμ.8 και 9 αντίστοιχα) τους πληροφορούσε ότι ο λογαριασμός παρατραβήγματος του Εναγόμενου 1 ήταν χρεωστικός για το ποσό των €6.317,19 και παρουσίαζε ποσό υπέρβασης €1.317,
  8. Προειδοποιούσε η Τράπεζα ότι αν η υπέρβαση δεν καλυπτόταν σε 21 ημέρες δεν θα είχε άλλη εκλογή από του να τερματίσει τη λειτουργία του λογαριασμού. Όπως εξήγησε η Μακρή, οι επιστολές ημερ. 15.9.2010 αφορούν το λογαριασμό παρατραβήγματος του Εναγόμενου 1 (αρ.301-01-275476-01) και όχι το λογαριασμό της πιστωτικής του κάρτας (αρ.5521-4612-6710-5636). Με επιστολή της ημερ. 11.8.2011 προς τον Εναγόμενο 1 (Τεκμ.10) η Τράπεζα παρατηρούσε ότι ο λογαριασμός του δανείου παρουσίαζε καθυστερημένες δόσεις συνολικού ποσού €49.345,55 και η πιστωτική κάρτα καθυστερημένο ποσό €6.737,
  9. Καλείτο να εξοφλήσει μέχρι 1.9.2011 διαφορετικά η Τράπεζα δεν θα είχε άλλη εκλογή από του να τερματίσει τη λειτουργία των λογαριασμών του. Δεν υπήρξε ανταπόκριση οπόταν η Τράπεζα με επιστολή της ημερ. 12.9.2011 προς τον Εναγόμενο 1 (Τεκμ.11) τερμάτισε τη λειτουργία τόσο του λογαριασμού του δανείου όσο και του λογαριασμού της πιστωτικής κάρτας αυξάνοντας το επιτόκιο σε 13% και 14% αντίστοιχα. Αυτό δεν έχει ιδιαίτερη σημασία αφού, τελικά, η Τράπεζα δεν το διεκδικεί. Πριν την καταχώρηση της παρούσας αγωγής αποστάληκε νέα επιστολή ημερ. 6.2.2012 προς τον Εναγόμενο 1 (Τεκμ.12). Η επιστολή ημερ. 12.9.2011 προς τον Εναγόμενο 1 με την οποία τερματίστηκε η λειτουργία αμφοτέρων των επιδίκων λογαριασμών, αποστάληκε στη διεύθυνση «Μπουμπουλίνας Νο 1, 7525 Ξυλοφάγου». Μαρτύρησε η Μακρή ότι η διεύθυνση αυτή, που είναι διαφορετική από τη διεύθυνση που προηγουμένως χρησιμοποιούσε η Τράπεζα, ήταν η διεύθυνση της κατοικίας για την αγορά της οποίας είχε παραχωρηθεί το επίδικο δάνειο. Ο Εναγόμενος 1 είχε δώσει γραπτή ενυπόγραφη εντολή στην Τράπεζα δηλώνοντας την πιο πάνω διεύθυνση ως τη νέα του διεύθυνση. Η Μακρή δεν παρουσίασε τη γραπτή εντολή, όμως, η επί του προκειμένου θέση της δεν αμφισβητήθηκε. Συνιστά, επομένως, εύρημα του Δικαστηρίου ότι ο Εναγόμενος 1 δήλωσε την πιο πάνω διεύθυνση στην Τράπεζα. Αναφέρεται στον όρο 15 της Συμφωνίας Δανείου ότι: «Κάθε ειδοποίηση βάσει του παρόντος εγγράφου θα μπορεί να σταλεί στο Χρεώστη με συνηθισμένο ταχυδρομείο ... στη διεύθυνση που φαίνεται πιο κάτω ή σε οποιαδήποτε νέα διεύθυνση την οποία θα δώσει ο Χρέωστης προς την Τράπεζα ...». Στη Συμφωνία για την πιστωτική κάρτα προνοείτο (όρος 36) ότι σε περίπτωση αλλαγής διεύθυνσης του Εναγόμενου 1 θα έπρεπε να ειδοποιείται σχετικά η Τράπεζα. Εφόσον ο Εναγόμενος 1 δήλωσε την πιο πάνω διεύθυνση στην Τράπεζα η αποστολή οιασδήποτε επιστολής στη διεύθυνση αυτή θεωρείται ότι απεστάληκε στην ορθή διεύθυνση του Εναγόμενου
  10. Σε υποβολή ότι ο Εναγόμενος 1 δεν παρέλαβε οιαδήποτε επιστολή από την Τράπεζα, η Μακρή απάντησε ότι δεν είναι σε γνώση της Τράπεζας ότι οποιαδήποτε επιστολή δεν παραλήφθηκε και διευκρίνισε κατά την επανεξέταση της ότι μετά την αποστολή των επιστολών είχε προσωπικές επαφές με τον Εναγόμενο 1 στην Τράπεζα όπου την επισκέφθηκε και οι επιστολές ήταν στη γνώση του. Ο Ανδρέας Κουντούρη (Μ.Ε.3) είναι ανώτερος ταχυδρομικός λειτουργός στο Επαρχιακό Ταχυδρομείο Λάρνακας στο οποίο υπάγεται το Ταχυδρομείο Ξυλοφάγου. Μαρτύρησε ότι ο αριθμός θυρίδας 47147 με ταχυδρομικό κώδικα 7526 Ξυλοφάγου, ανήκε από τον Αύγουστο του 2008 και μέχρι τέλος του 2013 στους Εναγομένους. Πρόκειται για τη ταχυδρομική διεύθυνση που αναφέρεται στα Τεκμ.7, 8 και
  11. Επιβεβαίωσε ο μάρτυρας ότι η οδός Μπουμπουλίνας στη Ξυλοφάγου έχει ταχυδρομικό κώδικα 7525, όπως δηλαδή αναφέρεται στην επιστολή τερματισμού Τεκμ.
  12. Εξήγησε, ακόμα, ο μάρτυρας ότι όταν μια επιστολή είναι συστημένη τότε το ταχυδρομείο αποστέλλει ειδοποίηση στον παραλήπτη για να την παραλάβει και αν δεν πράξει τούτο σε 15 ημέρες γίνεται δεύτερη υπενθύμιση. Εάν η επιστολή παραμείνει αζήτητη ή ο παραλήπτης αρνηθεί να την παραλάβει, επιστρέφεται στον αποστολέα. Ο Δημήτρης Κωσταρά (Μ.Ε.4) είναι υπάλληλος της Τράπεζας στο Τμήμα Αλληλογραφίας από όπου διέρχονται όλες οι επιστολές που αποστέλλει η Τράπεζα. Αναγνώρισε ότι η επιστολή ημερ. 6.2.2012 (Τεκμ.12) μαζί με επιστολή ιδίας ημερομηνίας προς την Εναγόμενη 2 (Τεκμ.19 μέρος) ταχυδρομήθηκαν από τον ίδιο στις 10.2.2012 ως συστημένες επιστολές. Προς απόδειξη τούτου παρουσίασε έντυπο της Τράπεζας τιτλοφορούμενο «Outgoing Local Registered Letters» στο οποίο καταγράφονται, μεταξύ άλλων, τα ονόματα των Εναγομένων και η διεύθυνση τους δίπλα από τους αριθμούς των συστημένων επιστολών που τους αφορούσαν. Προς επιβεβαίωση, το έντυπο φέρει σφραγίδα του ταχυδρομείου ημερ. 10.2.
  13. Ανάφερε τέλος ο μάρτυρας ότι καμιά από τις επιστολές που είχαν αποσταλεί στους Εναγόμενους, είτε συστημένες είτε όχι, δεν επιστράφηκαν πίσω από το ταχυδρομείο. Ο μάρτυρας δεν αντεξετάστηκε. Η Ζωή Γεωργιάδη (Μ.Ε.2) (γραπτή δήλωση - Τεκμ.14) είναι υπάλληλος της Τράπεζας στην Υπηρεσία Ανάκτησης Χρεών. Παρουσίασε τις καταστάσεις των λογαριασμών δανείου και παρατραβήγματος του Εναγόμενου 1 από την έναρξη της λειτουργίας τους (Τεκμ.15 και 17 αντίστοιχα). Όπως μαρτύρησε, οι καταστάσεις αποτελούν ακριβή αντίγραφα των καταχωρήσεων στα τραπεζικά βιβλία που τηρούνται ηλεκτρονικά από την Τράπεζα και αποτελούν συνήθη βιβλία της Τράπεζας. Οι καταχωρήσεις στους ηλεκτρονικούς υπολογιστές, ανάφερε, αποτελούν συνήθη βιβλία της Τράπεζας τα οποία χρησιμοποιούνται συστηματικά από την Τράπεζα κατά τη συνήθη διεξαγωγή των εργασιών της για τη συγκέντρωση και επεξεργασία πληροφοριών σχετικά με τους λογαριασμούς των πελατών. Οι καταχωρήσεις που παρουσιάζονται στις καταστάσεις των λογαριασμών του Εναγόμενου 1 έγιναν κατά τη συνήθη και κανονική διεξαγωγή των εργασιών της Τράπεζας. Τα τραπεζικά αυτά βιβλία βρίσκονται στην κατοχή και έλεγχο της Τράπεζας. Η Γεωργιάδη είχε συγκρίνει το περιεχόμενο των καταστάσεων των λογαριασμών του Εναγόμενου 1 με τις αρχικές καταχωρήσεις με τις οποίες είχε τροφοδοτηθεί ο ηλεκτρονικός υπολογιστής και διαπίστωσε ότι το περιεχόμενο τους ήταν ταυτόσημο με τις αρχικές καταχωρήσεις στα τραπεζικά βιβλία και είναι ορθές. Η Γεωργιάδη ετοίμασε και παρουσίασε αναδομημένες καταστάσεις τόσο του λογαριασμού του δανείου όσο και του λογαριασμού παρατραβήγματος (Τεκμ. 16 και 18 αντίστοιχα). Το χρεωστικό υπόλοιπο του δανείου τοκίζεται με χρεωστικό επιτόκιο 6,4% που από 3.11.2009 (που συνομολογήθηκε και τέθηκε σε ισχύ η τροποποιητική Συμφωνία) μειώνεται σε 4,65%. Προκύπτει ότι το χρεωστικό επιτόκιο με το οποίο χρεώνεται το δάνειο είναι το συμβατικό. Ό,τι άλλο προκύπτει από την αναδομημένη κατάσταση είναι ότι ο συσσωρευμένος τόκος προστίθεται στο κεφάλαιο κάθε 30.6 και 31.12 εκάστου έτους, όπως δηλαδή προνοούσαν οι Συμφωνίες Δανείου. Το χρεωστικό υπόλοιπο του λογαριασμού παρατραβήγματος τοκίζεται με χρεωστικό επιτόκιο 12% για όλη την περίοδο, όπως προνοούσε η σχετική Συμφωνία. Σύμφωνα με τις αναδομημένες καταστάσεις το χρεωστικό υπόλοιπο του λογαριασμού του δανείου είναι €937.812,75 με τόκο προς 4,65% ετησίως από 1.1.2016 και του λογαριασμού παρατραβήγματος €12.452,05 με τόκο προς 12% ετησίως από 1.1.
  14. Όπως η ίδια η Γεωργιάδη εξήγησε, οι αναφορές σε άλλους αριθμούς στη γραπτή της δήλωση οφείλονται στο ότι έγιναν με αναφορά την ημερομηνία 1.10.
  15. Οι αναδομημένες καταστάσεις είναι έγγραφα βοηθητικά που καταρτίζονται για σκοπούς του δικαστικού αγώνα προς υποβοήθηση του Δικαστηρίου (βλ. Καλλικάς ν Ελληνική Τράπεζα Λτδ

(2010)1(Β) Α.Α.Δ. 1238, 1246-48) και περιορισμό, στην προκειμένη περίπτωση, των επιδίκων θεμάτων αφού η Τράπεζα περιόρισε την αξίωση της σύμφωνα με το περιεχόμενο των αναδομημένων καταστάσεων λογαριασμού. Με την Εκθεση Υπεράσπισης του ο Εναγόμενος 1 παραδέχεται τη Συμφωνία Δανείου, την Τροποποιητική Συμφωνία Δανείου και τη Συμφωνία για την πιστωτική κάρτα. Δεν αμφισβητείται ότι απεστάλησαν προς αυτόν οι επιστολές ημερ. 15.9.2010 και 11.8.2011. Αναφορικά με την επιστολή τερματισμού ημερ. 12.9.2011 ο Εναγόμενος αρνείται τη σχετική παράγραφο της Εκθεσης Απαίτησης και ισχυρίζεται ότι «...παρανόμως και κατά παράβαση των συμφωνηθέντων τερματίστηκαν και ή έκλεισαν οι σχετικοί λογαριασμοί και ή κάρτα και ή δανειοδότηση». Περαιτέρω, ισχυρίζεται ότι «... κακώς και κατά παράβαση των υποχρεώσεων τους η Ενάγουσα τον κάλεσε ως η παρ.15 να εξοφλήσει τυχόν υπόλοιπα». Στην παρ.15 της Εκθεσης Απαίτησης γινόταν αναφορά στην επιστολή ημερ. 6.2.2012 όπου εμπεριέχετο η πληροφορία ότι η Τράπεζα είχε από 12.9.2011 τερματίσει τη λειτουργία αμφότερων των λογαριασμών. Εμμέσως πλην σαφώς, παραδέχεται τον τερματισμό αμφοτέρων των επιδίκων λογαριασμών. Σε σχέση με τον τερματισμό συμφωνιών για τραπεζικές διευκολύνσεις η απόφαση στην Lombard Natwest Ltd v. Λαζαρίδη
(1999)1(Β) Α.Α.Δ. 1465, παρέχει άριστη καθοδήγηση. Στην Lombard ο σχετικός όρος προέβλεπε ότι: «Η Τράπεζα δικαιούται οποτεδήποτε θελήσει και άνευ ειδοποιήσεως προς τον πελάτην να τερματίση την λειτουργίαν οιουδήποτε λογαριασμού και/ή καταστήση απαιτητόν ή απαιτητά οιονδήποτε δάνειον και/ή πίστωσιν και/ή άλλας Τραπεζικάς ή πιστωτικάς διευκολύνσεις γενομένας ή γενησομένας προς τον πελάτην και ζητήση αμέσως παρά του πελάτου την πληρωμήν όλων των ποσών, τα οποία ο πελάτης οφείλει εις την Τράπεζαν ...». Αποφασίστηκε στη βάση του πιο πάνω όρου, ότι το κυρίαρχο στοιχείο στην στοιχειοθέτηση της υποχρέωσης αποπληρωμής ήταν ο τερματισμός του λογαριασμού ενώ η ειδοποίηση προς τον πρωτοφειλέτη για αποπληρωμή επωδός της υποχρέωσης αυτής και όχι προϋπόθεση για την γένεση του δικαιώματος ανάκτησης του χρέους. Αναφέρθηκε ακόμα ότι στην περίπτωση τρεχούμενου λογαριασμού χρηματοπιστωτικών διευκολύνσεων ο τερματισμός του λογαριασμού συνιστά πράξη προσδιοριστική του χρέους και συναφώς των αντίστοιχων δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων. Επομένως, στην περίπτωση του λογαριασμού της πιστωτικής κάρτας, ο τερματισμός του και ο καθορισμός του ποσού αποτελούν πράξη προσδιοριστική του ποσού το οποίο καθίσταται απαιτητό. Στη Συμφωνία Δανείου προβλεπόταν (όρος 5) ότι: «...Παράλειψη ή άρνηση του χρεώστη όπως καταβάλει ολόκληρη ή μέρος οποιασδήποτε από τις πιο πάνω δόσεις, ... κατά τις καθορισμένες ημερομηνίες ή μόλις η Τράπεζα με βάση την παρούσα συμφωνία απαιτήσει οποιαδήποτε πληρωμή, καθιστούν το πιο πάνω δάνειο ή οποιοδήποτε υπόλοιπο του αμέσως πληρωτέο και απαιτητό και παρέχει στην Τράπεζα, ... το δικαίωμα όπως απαιτήσει και εισπράξει αμέσως ολόκληρο το πιο πάνω δάνειο ...». Περαιτέρω ότι: «...Η Τράπεζα θα έχει πάντοτε το δικαίωμα να απαιτήσει σε οποιαδήποτε στιγμή αποπληρωμή του δανείου ή οποιουδήποτε υπολοίπου του, οπότε το δάνειο ή οποιοδήποτε υπόλοιπο του καθίσταται αμέσως πληρωτέο και απαιτητό». Ακόμα, προβλεπόταν (όρος 7) ότι: «Μόλις το πιο πάνω δάνειο ή οποιοδήποτε μέρος του ζητηθεί από την Τράπεζα θα καθίσταται αμέσως απαιτητό και θα εξοφλείται, ο δε Χρεώστης οφείλει να πληρώσει αμέσως κάθε ποσό οφειλόμενο στην Τράπεζα, ... παράλειψη δε του Χρεώστη να πράξει αυτό αμέσως, θα συνεπάγεται σημαντική αύξηση του Περιθωρίου από την ημέρα της ζήτησης του δανείου, η δε Τράπεζα θα έχει το δικαίωμα να απαιτήσει δικαστικώς ή άλλως πως την πληρωμή του χρέους ...». Η Συμφωνία της πιστωτικής κάρτας προνοούσε (όρος 17) ότι: «... Όταν ο Κάτοχος Κάρτας παραλείψει να καταβάλει οποιαδήποτε ποσά προς την Τράπεζα βάσει της παρούσας ... Σύμβασης ... η Τράπεζα θα έχει το δικαίωμα ... να τερματίσει τη συμφωνία και να απαιτήσει από τον Κάτοχο Κάρτας άμεση πληρωμή κάθε οφειλόμενου δυνάμει της παρούσας Συμφωνίας ποσού ... οπότε αυτό θα καθίσταται απαιτητό και πληρωτέο, και ο Κάτοχος Κάρτας θα υποχρεούται να πληρώσει άμεσα στην Τράπεζα το εν λόγω οφειλόμενο ποσό ... Παράλειψη του Κατόχου Κάρτας να προβεί σε άμεση εξόφληση, θα δίδει το δικαίωμα στην Τράπεζα να απαιτήσει δικαστικώς ... την πληρωμή του χρέους ...». Η αξίωση της Τράπεζας στην Lombard απορρίφθηκε γιατί απουσίαζε ολοσχερώς μαρτυρία η οποία να καταδείκνυε ότι ο λογαριασμός είχε τερματιστεί. Στην προκειμένη περίπτωση υπάρχει μαρτυρία, που δεν αμφισβητήθηκε, ότι η Τράπεζα τερμάτισε αμφότερες τις Συμφωνίες. Δεν αμφισβητήθηκε η μαρτυρία ότι η επιστολή ημερ. 12.9.2011 ετοιμάστηκαν από την Τράπεζα, γεγονός που επιμαρτυρεί ότι η Τράπεζα έλαβε την απόφαση να τερματίσει και τερμάτισε τις συμφωνίες. Αυτό που αμφισβητήθηκε ήταν η λήψη της από τον Εναγόμενο 1. Προς τούτο δεν προσφέρθηκε μαρτυρία από την υπεράσπιση, και σε κάθε περίπτωση δεν θα είχε καθοριστική σημασία εάν ο Εναγόμενος 1 πράγματι δεν παρέλαβε την επιστολή. Είναι η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι αμφότερες οι επίδικες Συμφωνίες τερματίστηκαν από την Τράπεζα και τα χρεωστικά υπόλοιπα αμφοτέρων των επιδίκων λογαριασμών κατέστησαν απαιτητά και πληρωτέα προς την Τράπεζα. Εφόσον δεν εξοφλήθηκαν η Τράπεζα νομιμοποιείτο στην καταχώρηση της παρούσας αγωγής. Περαιτέρω, προκύπτει ότι το γεγονός του τερματισμού αμφοτέρων των επιδίκων συμφωνιών ήταν σε γνώση του Εναγόμενου 1. Υπάρχει τεκμήριο ότι μια επιστολή που αποδεικνύεται πως έχει ταχυδρομηθεί και δεν έχει επιστραφεί από το Ταχυδρομείο έχει παραδοθεί στο πρόσωπο στο οποίο απευθυνόταν (βλ. Theodorou v. Abbot of Kykko Monastery
(1965)1 C.L.R. 9, 18 και Πιττάκα ν. Γ&Β Χατζηδημοσθένους Λτδ
(2004)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1895, 1907). Στους Halsbury's Laws of England, 4η έκδ., τόμος 17, παρ. 210-211, αναφέρεται πως (σε δική μου μετάφραση): «Η ταχυδρόμηση μιάς επιστολής μπορεί να αποδειχθεί από το πρόσωπο που την ταχυδρόμησε, ή καταδεικνύοντας γεγονότα από τα οποία η ταχυδρόμηση μπορεί να τεκμηριωθεί. Επομένως, μαρτυρία ταχυδρόμησης μπορεί να δοθεί αποδεικνύοντας ότι η επιστολή παραδόθηκε σε ένα υπάλληλο ο οποίος στη συνήθη πορεία της εργασίας του θα την είχε ταχυδρομήσει ή ότι τοποθετήθηκε σε ένα κουτί από το οποίο τις παραλάμβανε καθημερινά ο ταχυδρόμος.» «Απόδειξη ότι μια επιστολή έχει ταχυδρομηθεί, και ότι προπληρώθηκε, ήταν ορθά καταγραμμένη η διεύθυνση, και δεν επιστράφηκε ως μη παραδοθείσα, είναι μαρτυρία ότι παραδόθηκε στη συνήθη πορεία της ταχυδρόμησης.» Επεξηγείται σε υποσημείωση πως ότι εγείρεται είναι μαχητό τεκμήριο ότι τέτοια επιστολή έχει παραδοθεί το οποίο μπορεί να ανατραπεί. Η μαρτυρία του Κωσταρά αναφέρεται στην επιστολή ημερ. 6.2.2012, που δεν είναι η επιστολή τερματισμού των συμφωνιών. Όμως, σε αυτή εμπεριέχεται η πληροφόρηση ότι η Τράπεζα είχε από 12.9.2011 τερματίσει τη λειτουργία αμφοτέρων των επιδίκων λογαριασμών. Με τη μαρτυρία του Κωσταρά εγέρθηκε το μαχητό τεκμήριο ότι η επιστολή αυτή παραδόθηκε στον Εναγόμενο 1 και το τεκμήριο αυτό δεν έχει ανατραπεί αφού η υπεράσπιση δεν προσέφερε καμιά μαρτυρία. Είναι συνεπώς εύρημα του Δικαστηρίου ότι ο Εναγόμενος 1 παρέλαβε την επιστολή ημερ. 6.2.2012 και με αυτό τον τρόπο, αν όχι ενωρίτερα, πληροφορήθηκε για το γεγονός ότι η Τράπεζα είχε από 12.9.2011 τερματίσει τη λειτουργία των επιδίκων λογαριασμών. Οσον αφορά την επιστολή τερματισμού ημερ. 12.9.2011, παρά το ότι δεν προσφέρθηκε άμεση μαρτυρία για την ταχυδρόμηση της, η Μακρή μαρτύρησε ότι αυτή απεστάληκε στον Εναγόμενο 1 και επί τούτου δεν αμφισβητήθηκε. Ο,τι της υποβλήθηκε ήταν ότι ο Εναγόμενος 1 δεν παρέλαβε οιαδήποτε επιστολή από την Τράπεζα, όχι ότι η συγκεκριμένη δεν απεστάληκε. Αλλωστε, όταν η μαρτυρας συναντήθηκε με τον Εναγόμενο 1 οι επιστολές της Τράπεζας ήταν σε γνώση του. Η Γεωργιάδη που παρουσίασε τις καταστάσεις των επιδίκων λογαριασμών αναφέρθηκε σε γεγονότα που ικανοποιούν το σύνολο των προϋποθέσεων του άρθρου 22 του περί Απόδειξης Νόμου. Έχει αποδειχτεί ότι η Τράπεζα καταχωρούσε τις δοσοληψίες που αφορούσαν τόσο το δάνειο όσο και την πιστωτική κάρτα σε τραπεζικό βιβλίο σε ηλεκτρονική μορφή, το οποίο ήταν ένα από τα συνήθη βιβλία της Τράπεζας και το οποίο βρίσκεται υπό τη φύλαξη και τον έλεγχο της Τράπεζας. Οι καταχωρήσεις γίνονταν κατά τη συνήθη και κανονική διεξαγωγή των εργασιών της Τράπεζας και οι παρουσιασθείσες καταστάσεις, που συνιστούν αντίγραφα των καταχωρήσεων στο τραπεζικό βιβλίο, έχουν συγκριθεί με τις αρχικές καταχωρήσεις και διαπιστώθηκε ότι είναι ορθές. Είναι, συνεπώς, οι καταστάσεις που παρουσιάστηκαν δεκτές ως εκ πρώτης όψεως απόδειξη των θεμάτων, δοσοληψιών και λογαριασμών που είναι καταχωρημένοι σε αυτές. Μεταφέρθηκε συνεπώς το βάρος στους ώμους του Εναγόμενου 1 να καταδείξει, αν αυτή ήταν η θέση του, ότι δεν έγινε ανάληψη του ποσού του δανείου ή μέρος του ή ότι αναφερόμενες πληρωμές με την πιστωτική κάρτα δεν έγιναν ή ότι υπήρξαν καταθέσεις ή οποιαδήποτε άλλα ποσά που θα έπρεπε να πιστωθούν στους λογαριασμούς (βλ. Ζερβός ν Hellenic Bank Public Company Ltd,
(2013)1 (Γ) Α.Α.Δ. 2357). Τέτοια μαρτυρία δεν προσφέρθηκε αλλά ούτε και είχε διατυπωθεί ανάλογος ισχυρισμός στην Εκθεση Υπεράσπισης. Στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ ν Γιώργος Οικονόμου ECLI:CY:AD:2014:A786, Π.Ε.335/2009, ημερ. 17.10.2014, σε σχέση με το περιεχόμενο κατάστασης λογαριασμού που έγινε αποδεκτή δυνάμει των προνοιών του άρθρου 22 του περί Απόδειξης Νόμου αναφέρθηκε ότι: «Η χρέωση του ποσού των ΛΚ6.376,88 δεν αμφισβητήθηκε κατά την αντεξέταση, όπως άλλωστε δεν αμφισβητήθηκε οποιαδήποτε χρέωση που περιλαμβάνεται στο εν λόγω Τεκμήριο. Ο εφεσίβλητος στην υπεράσπισή του, πέραν της γενικής άρνησης ως προς το οφειλόμενο ποσό, δεν αμφισβήτησε συγκεκριμένες χρεώσεις του εν λόγω λογαριασμού. Με αυτά τα δεδομένα, θεωρούμε ότι δεν ήταν επιτρεπτό για το Δικαστήριο να υπεισέλθει σε λεπτομερή έλεγχο της απαίτησης και να προβεί σε λογιστικούς και μαθηματικούς υπολογισμούς ως προς το οφειλόμενο υπόλοιπο, ενώ ουδεμία καταχώρηση του Τεκμηρίου 21 είχε αμφισβητηθεί από την υπεράσπιση και ουδεμία αντεξέταση έγινε στη ΜΕ1 επί του περιεχομένου του εν λόγω Τεκμηρίου.» Είναι η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι οι καταστάσεις των επίδικων λογαριασμών Τεκμ.15 και 17, εμπεριέχουν τις ορθές καταχωρήσεις που ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα των δοσοληψιών που έγιναν. Στη βάση τους οι αναδομημένες καταστάσεις Τεκμ. 16 και 18, εμπεριέχουν τις ίδιες καταχωρήσεις με τόκους επί των εκάστοτε υπολοίπων σύμφωνα με τους όρους των επιδίκων συμφωνιών, και τους οποίους η Τράπεζα δικαιούται. Στην αγόρευση τους, οι δικηγόροι του Εναγόμενου 1 προβάλλουν ότι το δάνειο έγινε για τις επαγγελματικές δραστηριότητες του Εναγόμενου 1 και ότι αυτό έχει ανατρεπτικές συνέπειες για την επιμέρους αξίωση της Τράπεζας. Η θέση δεν υποστηρίζεται από τη δοθείσα μαρτυρία. Η αναφορά της Μακρή ότι ο Εναγόμενος 1 ήθελε χρήματα για να αγοράσει κάποιο σπίτι και να επεκτείνει και την επιχείρηση που είχε, δεν διευκρινίστηκε να αφορά το επίδικο δάνειο. Για την επίδικη περίπτωση η Μακρή μαρτύρησε πως ο Εναγόμενος 1 προσήλθε στην Τράπεζα επιζητώντας να συνάψει στεγαστικό δάνειο. Όταν ερωτήθηκε συγκεκριμένα σε σχέση με δανειοδότηση για το σκοπό των επιχειρήσεων του, ανάφερε ότι, εάν θυμόταν καλά, η Τράπεζα του είχε δώσει κάποια χρηματοδότηση και στη συνέχεια δεν του ενέκρινε νέο αίτημα. Προκύπτει ότι η όποια δανειοδότηση για το σκοπό των επιχειρήσεων του Εναγόμενου αφορούσε άλλη περίπτωση, που η μάρτυρας δεν θυμόταν καλά, και αναμφίβολα όχι την επίδικη για την οποία η μάρτυρας δεν επικαλέστηκε έλλειψη θύμησης. Ως εκ των ανωτέρω εκδίδεται απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον του Εναγόμενου 1 για το ποσό των €937.812,75 με τόκο προς 4,65% ετησίως από 1.1.2016, του τόκου κεφαλαιοποιημένου δύο φορές ετησίως την 30.6 και 31.12 εκάστου έτους μέχρι εξοφλήσεως και για το ποσό των €12.452,05 με τόκο προς 12% ετησίως από 1.1.2016 μέχρι εξοφλήσεως. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον του Εναγόμενου 1 όπως τούτα θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.)......... Χ.Μαλαχτός Π.Ε.Δ. /ΚΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.