← Κύπρος

Αναφορικά με τον Ανδρέα Μακρή, Αρ. Αίτησης: 133/2015, 14/4/2016

Αναφορικά με τον Ανδρέα Μακρή, Αρ. Αίτησης: 133/2015, 14/4/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2016:A60 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Γ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αίτησης: 133/2015 Αναφορικά με τον Περί Διαχειρίσεως Περιουσιών Νόμο, Κεφ. 189 και Αναφορικά με τον Ανδρέα Μακρή Ημερομηνία: 14 Απριλίου, 2016 Εμφανίσεις: Για τον καθ΄ου η αίτηση: Ο κ. Λαυρέντης Δημητρίου προσωπικά και για Δ. Χατζηνέστωρος & Σία ΔΕΠΕ Για τους Αιτητές: Η κα Καραμανλή για Δημητρίου & Δημητρίου Δ.Ε.Π.Ε. Α Π Ο Φ Α Σ Η (Σε αίτηση για αναστολή εκτέλεσης του διατάγματος του Δικαστηρίου και της σχετικής διαταγής του ως προς τα έξοδα μέχρι την εκδίκαση της έφεσης) Την 17.11.2015 είχα εκδώσει, σε αίτηση του κ. Λαυρέντη Δημητρίου, διάταγμα για παραχώρηση εγγράφων περιορισμένης διαχείρισης (ad litem) και διόρισα ως προσωρινό διαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντος Ανδρέα Μακρή τον Πρόεδρο του Δικηγορικού Συλλόγου Λάρνακας. Το διάταγμα περιοριζόταν και αφορούσε μόνο για : «σκοπούς αντικατάστασης του αποβιώσαντος ως του καθ΄ου η αίτηση στην αίτηση Ε2/2013 του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεως Λάρνακας. Αυτός στα πλαίσια των εξουσιών του και σε συνεννόηση, αν αυτοί το επιθυμούν, με τους καθ΄ων η αίτηση, θα μπορεί να διορίσει δικηγόρο ο οποίος να εκπροσωπήσει την κληρονομική περιουσία του αποβιώσαντος στην εκκρεμούσα εκεί δικαστική διαδικασία. Η αμοιβή τόσο του διαχειριστή όσο και του δικηγόρου που ενδεχόμενα διοριστεί για την εκπροσώπηση της κληρονομικής περιουσίας στην Αίτηση Ε2/2013 θα βαρύνει την κληρονομική περιουσία.» Τα έξοδα της αίτησης έκρινα δίκαιο όπως επιδικασθούν υπέρ του Αιτητή και προσωπικά εναντίον των καθ΄ων η αίτηση Σταύρου και Μαρίας Μακρή. Με την παρούσα αίτηση τους οι Αιτητές Σταύρος και Μαρία Μακρή αιτούνται ως ακολούθως:

(1)Διάταγμα και/ή απόφαση του Δικαστηρίου με την οποία να διατάσσεται η αναστολή εκτέλεσης της απόφασης του Δικαστηρίου ημερομηνίας 17.11.2015 μέχρι αποπεράτωσης και/ή εκδίκασης και/ή μέχρι την έκδοση απόφασης στην πολιτική έφεση με αριθμό 359/2015 η οποία καταχωρήθηκε την 1.12.2015 και αφορά την πιο πάνω απόφαση του Πρωτόδικου Δικαστηρίου.
(2)Διάταγμα και/ή απόφαση του Δικαστηρίου διά της οποίας να διατάσσεται η αναστολή εκτέλεσης της διαταγής για τα έξοδα ημερ. 3.12.2015 η οποία εκπηγάζει από την απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 17.11.2015, μέχρι αποπεράτωσης και /ή εκδίκασης και/ή μέχρι την έκδοση απόφασης στην έφεση η οποία καταχωρήθηκε την 1.12.2015 και αφορά την πιο πάνω απόφαση του Πρωτόδικου Δικαστηρίου. Η αίτηση στηρίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.35 Θ. 18 και 19, Δ.39, Δ.40 Θ.7, 11, 15, Δ.48 Θ. 1-9, Δ.64, άρθρο 9 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου (Κεφ.6), άρθρα 3 και 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/1960, άρθρο 30 του Συντάγματος, στις αρχές της επιείκειας καθώς επίσης και στη γενική πρακτική και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Το πραγματικό υπόβαθρο στο οποίο στηρίζεται η αίτηση εκτίθεται σε ένορκη δήλωση της κ. Μαρίας Μακρή η οποία είναι η μία εκ των Αιτητών. Δηλώνει νόμιμο τέκνο του αποβιώσαντος Ανδρέα Μακρή και ο άλλος αιτητής ο κ. Σταύρος Μακρής είναι αδελφός της και επίσης νόμιμο τέκνο του Ανδρέα Μακρή από τον οποίο έχει εξουσιοδότηση όπως προβεί στην ένορκη δήλωση. Δηλώνει ότι γνωρίζει προσωπικά τα γεγονότα της υπόθεσης και έχει λάβει νομική συμβουλή από τους δικηγόρους τους. Η ενόρκως δηλούσα κάνει αναφορά στα γεγονότα της υπόθεσης ότι δηλαδή την 17.11.2015 εκδόθηκε απόφαση από το Δικαστήριο με την οποία διορίστηκε ως προσωρινός διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντα πατέρα τους ο Πρόεδρος του Δικηγορικού Συλλόγου Λάρνακας. Εναντίον της πιο πάνω απόφασης καταχωρήθηκε την 1.12.2015 η πολιτική έφεση με αριθμό 359/2015 για την οποία αναμένουν όπως οριστεί ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Την πιο πάνω απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου την επισύναψε στην ένορκη δήλωση της ως Τεκμ. 1 την δε έφεση το περιεχόμενο της οποίας υιοθετεί ως Τεκμ.
  1. Οι λόγοι της έφεσης, τους οποίους καταγράφει στην ένορκη δήλωση της συνίστανται στο ότι το Πρωτόδικο Δικαστήριο λανθασμένα και πεπλανημένα εξέδωσε απόφαση στη βάση προφορικής εισήγησης του συνηγόρου του Καθ΄ου η Αίτηση η οποία δεν αποτελούσε μέρος της αίτησης του, ότι δεν τους δόθηκε η ευκαιρία να τοποθετηθούν στην προφορική εισήγηση του συνηγόρου του καθ΄ου η αίτηση η οποία προβλήθηκε σε πολύ προχωρημένο στάδιο της υπόθεσης και όταν ήταν ορισμένη η υπόθεση για ακρόαση για τρίτη φορά και ότι το Δικαστήριο δεν σχολίασε την υπέρμετρη καθυστέρηση στην καταχώρηση της κυρίως αίτησης για παροχή περιορισμένων εγγράφων διαχείρισης και γενικότερα δεν προσέφερε οποιανδήποτε αιτιολογία ως προς το εύλογο του διορισμού του Προέδρου του Δικηγορικού Συλλόγου Λάρνακας ως προσωρινού διαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντα, ότι αγνόησε παντελώς την επιστολή των συνηγόρων της κας Όλγας Φιλίππου, κατ΄ισχυρισμό τέκνου του αποβιώσαντα, ημερομηνίας 9.10.2015 διά της οποίας αποδέχονταν τόσο τον διορισμό της ίδιας όσο και του αδελφού της Σταύρου ως προσωρινούς διαχειριστές της περιουσίας του αποβιώσαντα πατέρα τους και αντιθέτως αποφάσισε ότι ο οποιοσδήποτε διορισμός τους θα περιέπλεκε τις εκκρεμούσες κληρονομικές αγωγές που καταχώρησε η κ. Όλγα Φιλίππου. Περαιτέρω προβάλλουν ως λόγο έφεσης ότι εσφαλμένα και πεπλανημένα το Δικαστήριο μετέφερε το βάρος απόδειξης σ΄αυτούς αναφορικά με την απόδειξη εξαιρετικά σοβαρού λόγου για τον διορισμό τους, γεγονός που αντίκειται στην ισχύουσα Νομοθεσία, Νομολογία και Κανονισμούς. Οι ίδιοι δεν είχαν λόγο ένστασης στον διορισμό τους ως προσωρινών διαχειριστών. Ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα και πεπλανημένα δεν αιτιολόγησε επαρκώς την απόφαση του ημερομηνίας 17.11.2015 και δεν σχολίασε καν τους λόγους ένστασης τους. Το εκδοθέν διάταγμα δεν αντισταθμίζει τα δικαιώματα τους ως των μοναδικών κληρονόμων της περιουσίας του αποβιώσαντα Ανδρέα Μακρή έναντι των δικαιωμάτων του Καθ΄ου η Αίτηση. Σταχυολογώ όσα στη συνέχεια υποστηρίζουν είτε αυτά τα γνωρίζει η ενόρκως δηλούσα προσωπικά είτε τα πιστεύει ή από όσα την πληροφορούν οι δικηγόροι της. Υποστηρίζει ότι εγείρεται μια συζητήσιμη και όχι επιπόλαιη έφεση στην οποία υπάρχουν σοβαρές πιθανότητες επιτυχίας καθώς οποιαδήποτε παρατυπία ή πλάνη ως προς το νόμο ή τα γεγονότα κατά την έκδοση απόφασης, είναι έκδηλη και εμφανής οπότε η αίτηση αναστολής εκτέλεσης της εν λόγω απόφασης είναι θέμα ρουτίνας. Υποστηρίζει ότι εκ πρώτης όψεως η απόφαση του Δικαστηρίου στηρίζεται σε πλάνη ως προς τα γεγονότα ή το νόμο ή την ισχύουσα νομολογία ή νομοθεσία και ως εκ τούτου υπάρχει μεγάλη πιθανότητα όπως η απόφαση αυτή ανατραπεί ή διαφοροποιηθεί με την εκδίκαση της έφεσης. Είναι δε επείγουσα η ανάγκη όπως εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα καθώς ο Καθ΄ου η Αίτηση έχει προβεί στην τροποποίηση της αίτησης του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων η οποία δεν αποκλείει την αναστολή εκτέλεσης της απόφασης του Πρωτόδικου Δικαστηρίου καθότι η ακροαματική διαδικασία δεν έχει μέχρι σήμερα ξεκινήσει ως επίσης δεν έχουν καταχωρηθεί και συμπληρωθεί όλα τα αναγκαία τροποποιημένα δικόγραφα. Πρόκειται δε για συνεχή θετική υποχρέωση ή καθήκον που απαιτεί όπως οι διάδικοι προβούν σε συγκεκριμένη πράξη για τα οποία μπορούν να αιτούνται την αναστολή της. Στην πιο πάνω αίτηση εμφανίστηκε δικηγορικό γραφείο που όρισε ο διορισθείς προσωρινός διαχειριστής Πρόεδρος του Δικηγορικού Συλλόγου Λάρνακας χωρίς την προηγούμενη συνεννόηση ή συγκατάθεση τους. Η μη αναστολή δε της απόφασης θα έχει ως αποτέλεσμα την συνέχιση και εκδίκαση της αίτησης στο Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων πριν να εκδικασθεί η έφεση τους η οποία θα καταστεί άνευ αντικειμένου. Επίσης ο Καθ΄ου η Αίτηση έλαβε μέτρα εκτέλεσης εναντίον τους για τα έξοδα που επιδικάστηκαν εναντίον τους προσωπικά, διαταγή η οποία συνιστά λόγο έφεσης. Η αίτηση τους υποβλήθηκε χωρίς καθυστέρηση και μόλις έλαβαν γνώση των ενεργειών του Καθ΄ου η Αίτηση στο Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων και των μέτρων εκτέλεσης που έλαβε για τα έξοδα της αρχικής αίτησης. Στην πιο πάνω αίτηση καταχωρήθηκε ειδοποίηση περί προθέσεως ενστάσεως εκ μέρους του Καθ΄ου η Αίτηση κ. Λαυρέντη Δημητρίου ο οποίος προβάλλει τους ακόλουθους λόγους ένστασης:
  2. Οι Αιτητές αιτούνται με το Αιτητικό Α, την αναστολή της εκτέλεσης της απόφασης ενώ το διάταγμα του Δικαστηρίου δεν είναι τέτοιο ώστε να τυγχάνει εκτέλεσης με βάση το Νόμο.
  3. Το Διάταγμα του Δικαστηρίου έχει ήδη επιδοθεί και έχει ήδη καταστεί άνευ αντικειμένου αφού η Αίτηση Ενοικιοστασίου Ε2/2013 έχει ήδη τροποποιηθεί με αποτέλεσμα η οποιαδήποτε αίτηση των Αιτητών να συμπαρασύρεται ως άκυρη και/ή αβάσιμη και/ή ως άνευ ουσίας.
  4. Η αίτηση των Αιτητών είναι καταχρηστική.
  5. Η ένορκη δήλωση η οποία συνοδεύει την αίτηση αποτελεί καταφρόνηση του Δικαστηρίου.
  6. Οι Αιτητές δεν προβάλλουν καλό και/ή ουσιαστικό λόγο για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων και δεν συντρέχουν εξαιρετικές περιστάσεις.
  7. Το πραγματικό και νομικό υπόβαθρο της αίτησης δεν δικαιολογεί την παραχώρηση της αιτούμενης θεραπείας.
  8. Με την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, ο Καθ΄ου η Αίτηση θα στερηθεί χωρίς ουσιαστικό λόγο τον «καρπό της επιτυχίας του».
  9. Οι Αιτητές προβάλλουν αλλά δεν επεξηγούν επαρκώς τις προοπτικές επιτυχίας της υπ΄αριθμό 359/2015 ασκηθείσας Πολιτικής Έφεσης.
  10. Με την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος πλήττεται η διασφάλιση της οριστικότητας (finality) της τελικής και/ή ενδιάμεσης απόφασης του Πρωτόδικου Δικαστηρίου ημερ. 17.11.
  11. Με την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος επηρεάζονται συνταγματικά δικαιώματα του Καθ΄ου η Αίτηση.
  12. Σε σχέση με το Αιτητικό Β, οι Αιτητές δεν αναφέρουν κατά πόσο είναι πρόθυμοι να καταβάλουν οποιοδήποτε χρηματικό ποσό και/ή οποιαδήποτε άλλη εγγύηση ως ασφάλεια με την οποία να διασφαλίζεται ο Καθ΄ου η Αίτηση για τυχόν ζημιά την οποία δυνατόν να υποστεί συνεπεία της αναστολής εκτέλεσης της απόφασης.
  13. Οι Αιτητές δεν αναφέρουν στην Αίτηση τους κανένα λόγο για τον οποίο ο Καθ΄ου η Αίτηση να μη μπορεί να τους επιστρέψει τα οποιαδήποτε ποσά δυνατόν να καταβάλουν.
  14. Η παρούσα αίτηση γίνεται κακόπιστα και με σκοπό να καθυστερήσει την αίτηση ενοικιοστασίου με αριθμό Ε2/
  15. Η ένσταση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.35 Θ.Θ. 18, 19, 20, Δ.39, Δ.40 Θ.7, 11, 15, Δ.48 Θ.Θ. 1 μέχρι 9, στα Μέρη 2 μέχρι 11 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου (Κεφ. 6), στα άρθρα 31 και 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν. 14/60), στο άρθρο 30 του Συντάγματος, στις αρχές της επιείκειας καθώς επίσης και στην πρακτική, τη νομολογία και τις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Το πραγματικό υπόβαθρο της ένστασης βασίζεται στην ένορκη δήλωση του Καθ΄ου η Αίτηση κ. Λ. Δημητρίου ο οποίος δηλώνει ότι γνωρίζει καλά τα γεγονότα της υπόθεσης, για δε τα νομικά θέματα έλαβε συμβουλή από τους δικηγόρους του. Δηλώνει περαιτέρω ότι έχει διαβάσει τους λόγους ένστασης τους οποίους και υιοθετεί. Έχει διαβάσει το περιεχόμενο της αίτησης όπως και την ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει. Αρνείται στην ολότητα τους το περιεχόμενο τόσο της αίτησης όσο και της ένορκης δήλωσης της κ. Μ. Μακρή. Σε σχέση με την παράγραφο 4 της ένορκης δήλωσης της κ. Μ. Μακρή, παρατηρεί ότι καταγράφει τους λόγους έφεσης χωρίς όμως να επεξηγεί τον λόγο για τον οποίο πιστεύει ότι η έφεση έχει σοβαρές πιθανότητες επιτυχίας. Απλά αναφέρει στην παράγραφο 5 της ένορκης δήλωσης της ότι έτσι την πληροφορούν οι δικηγόροι της. Δηλώνει περαιτέρω ότι η παράγραφος 6 της ένορκης δήλωσης της κ. Μ. Μακρή λαμβάνει τη μορφή καταφρόνησης του Δικαστηρίου αφού αναφέρει στο ίδιο Δικαστήριο το οποίο έκδωσε την απόφαση, ότι το δικαστήριο ενήργησε με έκδηλη πλάνη ως προς το νόμο και τα γεγονότα χωρίς όμως να παραθέτει οποιαδήποτε καινούργια γεγονότα. Κατακρίνει ουσιαστικά το ίδιο το Δικαστήριο για την απόφαση του. Είναι σαφώς νομολογημένο ότι η πιθανότητα της επιτυχίας της έφεσης δεν είναι ορθό να την κρίνει το ίδιο το πρωτόδικο Δικαστήριο, αλλά το Ανώτατο Δικαστήριο. Όσον αφορά την παράγραφο 7 της ένορκης δήλωσης αναφέρει ότι δεν είναι καθόλου επείγον να εκδοθούν τα οποιαδήποτε διατάγματα για το λόγο ότι ήδη, με βάση το εκδοθέν διάταγμα του Δικαστηρίου, έχει επέλθει η τροποποίηση στην Ε2/2013 πράγμα το οποίο παραδέχονται με την παράγραφο 7 της ένορκης δήλωσης τους οι Αιτητές. Το περιεχόμενο των παραγράφων 8 και 9 της ένορκης δήλωσης της κ. Μ. Μακρή το απορρίπτει ως άσχετο με την έκδοση διατάγματος αναστολής της εκτέλεσης εκκρεμούσης της έφεσης. Ιδιαίτερα με βάση την παράγραφο 9 της ένορκης δήλωσης της κ. Μ. Μακρή, αυτή εκφράζει παράπονα για τον τρόπο με τον οποίο ακολουθήθηκε η διαδικασία που προνοείται στην απόφαση του Δικαστηρίου. Είναι η θέση του ότι η αίτηση των Αιτητών θα πρέπει να αποτύχει με έξοδα εναντίον τους προσωπικά. ΟΙ ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ: Οι συνήγοροι των δύο πλευρών δήλωσαν ότι δεν επιθυμούσαν να αντεξετάσουν οποιονδήποτε από τους ενόρκως δηλούντες που υποστήριξαν αφενός την αίτηση και αφετέρου την ένσταση. Έτσι προχώρησαν με τις αγορεύσεις τους και μετά από άδεια του Δικαστηρίου κατάθεσαν γραπτά κείμενα τους. Σε αυτές αναλύουν με παραπομπή σε σχετική επί των επί μέρους ζητημάτων σε σχετική κατά την άποψη τους νομολογία και αυθεντίες όπως και σε πρωτόδικες αποφάσεις. Τις εισηγήσεις των δύο πλευρών τις έλαβα υπόψη μου και όπου κριθεί αναγκαίο στη συνέχεια της απόφασης μου θα σχολιαστούν επί μέρους εισηγήσεις ή επισημάνσεις τους. Η ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΤΗΣ ΑΙΤΗΣΗΣ: Η αίτηση βασίζεται μεταξύ άλλων στη Διαταγή 35 Θ. 18 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών η οποία προνοεί τα ακόλουθα: «An appeal shall not operate as a stay of execution or of proceedings under the decision appealed from except so far as the Court appealed from or the Court of Appeal, or a Judge of either Court, may order; and no intermediate act or proceeding shall be invalidated, except so far as the Court appealed from may direct. Before any order staying execution is entered, the person obtaining the order shall furnish such security (if any) as may have been directed. If the security is to be given by means of a bond, the bond shall be made to the party in whose favour the decision under appeal was given.» Σε μετάφραση: « Η έφεση δεν θα ενεργεί σαν αναστολή εκτελέσεως ή διαδικασίας στην απόφαση που εφεσιβάλλεται εκτός σε βαθμό που θα διέτασσε τούτο το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ή το Εφετείο ή ένας Δικαστής των ανωτέρω Δικαστηρίων και ουδεμία ενδιάμεση ενέργεια ή διαδικασία δεν θα πρέπει να ακυρώνεται, εκτός στο βαθμό που θα το διέτασσε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο. Προτού εκδοθεί διάταγμα που να αναστέλλει την εκτέλεση το πρόσωπο, που θα ζητήσει το διάταγμα θα πρέπει να παράσχει τέτοια εγγύηση (αν υπάρχει) που θα διαταχθεί. Αν η ασφάλεια θα δοθεί υπό τύπο γραμματίου, το γραμμάτιο θα γίνει προς όφελος του διαδίκου υπέρ του οποίου η υπό έφεση απόφαση έχει εκδοθεί.» Στην υπόθεση Ε.Υ.R.I.K. and others v. Κοtsonis,
(1986)1 ΑΑΔ 617 ο Πικής, Δ., όπως ήταν τότε, αναφέρθηκε στα δύο θέματα αρχής τα οποία εγείρονται σε τέτοιας φύσης αιτήσεις, δηλαδή από την μια την προστασία των δικαιωμάτων και απόλαυση των καρπών της επιτυχίας από τον επιτυχόντα διάδικο και από την άλλη την εξασφάλιση ότι η διάγνωση της έφεσης του αποτυχόντα διάδικου δεν θα καταστεί θεωρητική και χωρίς σημασία. Έθεσε δε το θέμα ως εξής στη σελ. 623: «An equilibrium must be maintained between the principle of finality of first instance judgments and the preservation of the efficacy of the right to appeal. The establishment of this balance is very much dependent on the facts of the individual case. Wide discretion is conferred to the Court in the matter, and there is power to impose appropriate terms apt to do justice to competing claims within the framework of our adversary system. Therefore, we must turn to the facts.» Προκύπτει επομένως καθαρά ότι κατά την άσκηση της ευρείας διακριτικής του ευχέρειας το Δικαστήριο εξετάζει επισταμένα τα ιδιαίτερα γεγονότα της αίτησης, ώστε να ζυγίσει τα υπέρ και τα εναντίον με γνώμονα τους δύο βασικούς παράγοντες - αρχές οι οποίες εμπλέκονται σε τέτοιες αιτήσεις. Στην υπόθεση Ναυτικός Όμιλος Πάφου v. Αρχής Λιμένων Κύπρου
(1991)1 ΑΑΔ 1147 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Η έφεση δεν αναστέλλει το δικαίωμα εκτέλεσης ούτε μειώνει το κύρος της πρωτόδικης απόφασης. Η αναστολή μπορεί να εγκριθεί στο πλαίσιο της διακριτικής ευχέρειας που παρέχεται στο δικαστήριο από τη Δ.35 Θ.18. Η διασφάλιση του τελεσφόρου της πρωτόδικης απόφασης αφενός, και της αποτελεσματικότητας του δικαιώματος για άσκηση έφεσης, αφετέρου, συνιστούν τους κατ΄εξοχήν παράγοντες που επενεργούν στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Η εξισορρόπηση των συγκρουόμενων δικαιωμάτων επιβάλλει τη στάθμιση κάθε γεγονότος που σχετίζεται τόσο με τις επιπτώσεις της αναστολής, όσο και τη ζωτικότητα του δικαιώματος για την άσκηση έφεσης. Οι προοπτικές επιτυχίας της έφεσης είναι μεν παράγοντας σχετικός, αλλά οριακής σημασίας στις πλείστες περιπτώσεις. Το πλαίσιο για τη διάγνωση των δικαιωμάτων του εφεσείοντα σε συνάρτηση με την αποτίμηση των λόγων της έφεσης είναι η ακρόαση της έφεσης. Μόνο όπου μπορεί να γίνει πρόγνωση με βεβαιότητα ως προς την επιτυχία ή αποτυχία της έφεσης, χωρίς περαιτέρω συζήτηση του θέματος, ο παράγοντας αυτός αποκτά σπουδαιότητα στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου.» Το όλο ζήτημα επομένως επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου το οποίο δεν δύναται όμως να λάβει υπόψη τυχόν υπερασπίσεις ή άλλους παράγοντες οι οποίοι αφορούν την ορθότητα της απόφασης. Στο σύγγραμμα Halsbury´s Laws of England 4η Έκδοση Τόμος 17 στην παρ. 451 αναφέρονται τα ακόλουθα: ". the court's inherent jurisdiction to stay the execution of a judgment or order is limited in its extent, and can only be exercised on grounds that are relevant to a stay of the enforcement proceedings themselves, and not to matters which may operate as a defence in law or relief in equity, for such matters must be specifically raised by way of defence in the action itself. The special circumstances which entitle the court to stay execution of a money judgment are circumstances which go to the enforcement of the judgment and not those which go to its validity or correctness." Θα πρέπει επίσης, να συντρέχουν εξαιρετικές περιστάσεις. Αυτό αναφέρεται στο σύγγραμμα Annual Practice του 1958, σελ. 1325: "The Court will not make a practice at the instance of an unsuccessful litigant of depriving a successful one of the fruits of his litigation until a further appeal is determined except in special circumstances." Στην υπόθεση Aftomata Eleourgia v Monastery of Mahera
(1986)1 CLR 524 ο Πικής Δ, όπως ήταν τότε, είπε τα ακόλουθα: «Ord. 35, rr 18 and 19, confer discretion to stay execution of an appealable order under r. 2 of Ord. 35, whether final or interlocutory. Execution encompasses the enforcement of the remedial measures sanctioned in judicial proceedings. The very object of stay is to put off the enforcement of an order of the Court. That this is the ambit and purport of Ord. 35 r. 18 was recently acknowledged by this Court in Re E. S. (an Infant). The following extract from the judgment indicates the compass of r. 18 of Ord. 35: (
  1. a)The execution of the order or judgment under appeal. "Execution" in the context of the Civil Procedure Rules encompasses every proceeding designed to enforce a judgment or order. And this is the sense in which "execution" should be understood and applied under the rule here under consideration. (
  2. b)Proceedings under the decision. Here, again, we are concerned with proceedings incidental to the decision appealed, such as garnishee proceedings and proceedings under the Fraudulent Transfers Avoidance Law-Cap. 62» ΟΙ αιτητές κάνουν αναφορά σε μεγάλη πιθανότητα επιτυχίας της έφεσης τους. Όπως όμως έχει καταδεχθεί από τη Νομολογία μας, μεταξύ άλλων στην Ναυτικός Όμιλος Πάφου v. Αρχής Λιμένων Κύπρου
(1991)1 ΑΑΔ 1147, η προοπτική επιτυχίας της έφεσης είναι μεν παράγοντας σχετικός αλλά οριακής σημασίας στις πλείστες περιπτώσεις και ότι μόνο όπου μπορεί να γίνει πρόγνωση με βεβαιότητα ως προς την επιτυχία ή αποτυχία της έφεσης χωρίς περαιτέρω συζήτηση του θέματος ο παράγοντας αυτός αποκτά σπουδαιότητα στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Στην δε υπόθεση Βογιζιάνου,
(1997)1 ΑΑΔ 591 λέχθηκε ότι η πιθανότητα επιτυχίας της έφεσης δεν είναι ο δεσπόζων και αποφασιστικός παράγων στην επίλυση ενός τέτοιου θέματος. Έχοντας μελετήσει τους λόγους έφεσης κρίνω ότι δεν υπάρχουν οι προϋποθέσεις για προεξόφληση του αποτελέσματος της έφεσης ώστε να μπορεί να με οδηγήσει στην άσκηση της διακριτικής μου ευχέρειας υπέρ της αναστολής της απόφασης. Και αυτά, καθώς μόνο όπου μπορεί να γίνει πρόγνωση με βεβαιότητα ως προς την επιτυχία ή αποτυχία της Έφεσης, χωρίς περαιτέρω συζήτηση του θέματος, ο παράγοντας αυτός αποκτά σπουδαιότητα στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Εδώ αναφέρω ότι έχω διεξέλθει τους λόγους έφεσης με προσοχή και σε αναφορά στα πρακτικά και στα έγγραφα που έχουν καταχωρηθεί στο φάκελο του Δικαστηρίου είναι φανερό ότι για κάποια γεγονότα που αφορούσαν τις συζητήσεις και την προσπάθεια που καταβλήθηκε για φιλική διευθέτηση του ζητήματος έχουν παρερμηνευθεί. Αναφέρομαι ειδικότερα ως προς το τι είχε δηλωθεί ή και τι διαλαμβάνει η επιστολή της δικηγόρου της κ. Όλγας Φιλίππου και την τοποθέτηση της ως προς τον διορισμό διαχειριστή με περιορισμένα έγγραφα διαχείρισης όπου ποτέ δεν υπήρξε, τουλάχιστον δεν δηλώθηκε κάτι τέτοιο ενώπιον του Δικαστηρίου, ότι συγκατατίθετο να οριστούν οι παρόντες αιτητές διαχειριστές. Τουναντίον ήταν έντονη η αντίθεση της και κάτι τέτοιο δεν διαλαμβάνεται στην εν λόγω επιστολή της δικηγόρου της. Από την άλλη σε σχέση με τον διορισμό του Προέδρου του Δικηγορικού Συλλόγου Λάρνακας το Δικαστήριο εφόσον υπήρχε έντονη αντίδραση εκ μέρους των αιτητών στον διορισμό του προτεινόμενου δικηγόρου και κατά την ενάσκηση της διακριτικής ευχέρειας του ακολούθησε την εισήγηση του συνηγόρου του Αιτητή και ενώ η πλευρά των καθ΄ων η αίτηση δεν είχε συγκατατεθεί και επομένως τους είχε δοθεί η ευκαιρία να τοποθετηθούν. Επομένως οι σχετικές αιτιάσεις που προβάλλουν εκ των υστέρων δεν μπορούν να έχουν αντίκρισμα. Το Δικαστήριο όταν εξέδιδε διάταγμα Παραχώρησης Εγγράφων Περιορισμένης Διαχείρισης αποσκοπούσε στο να απεγκλωβιστεί από το αδιέξοδο στο οποίο είχε περιέλθει η εκκρεμούσα πριν από το θάνατο του αποβιώσαντος Ανδρέα Μακρή αίτηση στο Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων Λάρνακας (Ε2/2013) καθ΄ότι με το θάνατο του κατέστη αναγκαία η αντικατάσταση του ως διαδίκου με τον διαχειριστή της περιουσίας του. Αυτό παρόλο το χρονικό διάστημα που παρήλθε από του θανάτου του την 2.05.2013 δεν κατέστη δυνατό μέχρι και την καταχώρηση της αίτησης την 5.05.2015 και προς τούτο δεν μπορεί να μέμφεται η πλευρά των Αιτητών στην παρούσα τον Καθ΄ου η Αίτηση για την καθυστέρηση που προκλήθηκε. Η καθυστέρηση οφειλόταν στην πρόσκρουσης της σχετικής αίτησης των παρόντων Αιτητών όπως διοριστούν διαχειριστές της περιουσίας του αποβιώσαντος σε ένσταση από την φερόμενη ως εξώγαμο τέκνο του αποβιώσαντος κα Όλγα Φιλίππου η οποία επιδιώκει όπως αναγνωριστεί ως νόμιμη κληρονόμος του. Προς τούτο σύμφωνα με τη μαρτυρία που τέθηκιε ενώπιον μου άρχισαν δικαστικές διαδικασίες μεταξύ τους, η χρονική έκβαση των οποίων δεν μπορεί να προσδιοριστεί. Αυτό το γεγονός κατέστησε αδιέξοδη την εκκρεμούσα διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων. Προς άρση εκείνου του αδιεξόδου εκδόθηκε το υπό αναφορά διάταγμα με αίτηση του εδώ Καθ΄ου η Αίτηση. Η τυχόν αναστολή του θα είχε ως αποτέλεσμα να επανέλθει η αδιέξοδη κατάσταση κατά τρόπο που να μη μπορεί να προωθηθεί η Αίτηση του Καθ΄ου η αίτηση στην παρούσα ενώπιον του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων Λάρνακας με αποτέλεσμα να συνεχίσει να υφίσταται ζημιά, όπως διατείνεται, λόγω της μη ανταπόκρισης των κληρονόμων της περιουσίας του αποβιώσαντος σε αίτηση έξωσης από τα υποστατικά του λόγω μη καταβολής των ενοικίων. Επομένως δεν διακρίνω ότι από τη ισχύ του εν λόγω διατάγματος οι Αιτητές υφίστανται ή θα υποστούν οποιανδήποτε ζημιά. Τουναντίον, όπως δείχνουν τα πράγματα είναι ο Καθ΄ου η Αίτηση στην παρούσα που συνεχίζει να υφίσταται ζημιά η οποία με την πάροδο του χρόνου θα αυξάνεται. Από την άλλη, η πλευρά των Αιτητών δεν αιτιολογεί καθόλου τη θέση της ότι θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά. Πιστεύω ότι με το χειρισμό που τυγχάνει, η προσπάθεια του Καθ΄ου η Αίτηση να προωθήσει τη διαδικασία εξώσεως ενώπιον του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων Λάρνακας (Ε. 2/2013), από πλευράς των Αιτητών στην παρούσα, βρισκόμαστε πλέον μπροστά σε μια φανερή προσπάθεια εκ μέρους τους να δημιουργήσουν τεχνικά, τις προϋποθέσεις για την καθυστέρηση της εκτέλεσης του Διατάγματος του Δικαστηρίου το οποίο αποσκοπεί στην απεμπλοκή από την αδιέξοδη κατάσταση στην οποία περιήλθε η πιο πάνω αίτηση του Καθ΄ου η Αίτηση σε ένα άλλο Δικαστήριο. Η εξέλιξη των γεγονότων αβίαστα πείθει ότι οι χειρισμοί στους οποίους καταφεύγουν οι Αιτητές συνιστούν απροκάλυπτη προσπάθεια κατάχρησης των δικαστικών διαδικασιών. Σίγουρα το Δικαστήριο δεν μπορεί να γίνει συνεργός σε μια τέτοια προσπάθεια ούτε και στην πλάγια αχρήστευση διαταγμάτων που εκδίδει (βλ. Annual Practice, 1952, σελ. 423 - 424 ως προς τις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου σε περιπτώσεις κατάχρησης της διαδικασίας.) Χωρίς να θέλω να ασχοληθώ επί της ουσίας της διαφοράς μεταξύ των εδώ διαδίκων, πρέπει να επισημανθεί το γεγονός, το οποίο πιστεύω ότι είναι ενδεικτικό της ανυπαρξίας καλής πίστης εκ μέρους των Αιτητών και των κινήτρων από τα οποία ωθούνται, ότι σε κανένα σημείο της ένορκης δήλωσης τους δεν αναφέρονται στην ουσία της διαφορά τους, δηλαδή τη μη καταβολή εκ μέρους τους των ενοικίων των υποστατικών του Καθ΄ού η Αίτηση ή την εκδήλωση τέτοιας πρόθεσης. Επομένως, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου η οποία θα πρέπει να ασκείται πάντοτε κατά δίκαιο τρόπο δεν θα μπορούσε να ασκηθεί υπέρ των αιτητών στην παρούσα και να εγκρίνει το αίτημα τους ως προς το Αιτητικό Α της αίτησης τους. Ούτε διακρίνω οποιεσδήποτε ειδικές περιστάσεις οι οποίες ενδεχόμενα θα μπορούσαν να οδηγήσουν το Δικαστήριο στην έκδοση του αιτούμενου διατάγματος ως το Α της Αίτησης τους (βλ. Katarina Shipping v. Ship "Poly"
(1978)1 C.L.R. 355, The Annual Practice, 1952, σελ. 1284). Δεν παραγνωρίζω ότι η άρνηση έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος προφανώς θα οδηγήσει σε συνέχιση της διαδικασίας ενώπιον του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων Λάρνακας και έτσι να επηρεάσει την θέση τους αν επιτύχουν στην Έφεση τους. Κάτω όμως από τις ειδικές περιστάσεις της υπόθεσης πιστεύω ότι η έγκριση του αιτήματος τους θα συνιστούσε ανεπίτρεπτο νομοτυπικό τρόπο αντιμετώπισης ενός θέματος που κατά τα άλλα, όπως προανέφερα, συνιστά καταχρηστική επίκληση και χρησιμοποίηση των Θεσμών. Οι Καθ΄ων η Αίτηση είναι γεγονός ότι παραπονούνται ότι ο διορισθείς δυνάμει παραχώρησης Εγγράφων Περιορισμένης Διαχείρισης Πρόεδρος του Δικηγορικού Συλλόγου Λάρνακας διόρισε, χωρίς προηγούμενη συνεννόηση μαζί τους, δικηγόρο. Αυτό το ζήτημα κατά την άποψη μου θα μπορούσε να τύχει ανάλογου χειρισμού και συνεννόησης, καθώς έτσι προνοούσε το εκδοθέν πιο πάνω παραχωρητήριο ενώπιον του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων Λάρνακας. Είναι βέβαια ζήτημα το οποίο θα πρέπει να επιλυθεί στα πλαίσια της αίτησης που αφορά στο Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων Λάρνακας. Είναι η εισήγηση της πλευράς του Καθ΄ου η αίτηση ότι: «. το Διάταγμα το οποίο έχει εκδώσει το Δικαστήριο στα πλαίσια της κυρίως αίτησης, δεν αποτελεί διάταγμα το οποίο μπορεί να εκτελεστεί με μέτρα εκτέλεσης. Ο λόγος είναι ότι κανένα μέτρο εκτέλεσης όπως αυτά προνοούνται στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ.6, δεν αφορά εκτέλεση τέτοιου διατάγματος. Ως εκ τούτου, το Διάταγμα δύναται μόνο να εκτελεστεί όπως αυτό ορίζει, ήτοι, με την τροποποίηση του τίτλου της Αίτησης Ενοικιοστασίου Ε2/2013. Μόνο η Αίτηση Τροποποίησης μπορεί να χαρακτηριστεί ως διαδικασία και ως εκ τούτου να εμπίπτει στην δεύτερη τάξη υποθέσεων που αναφέρονται στην υπόθεση Aftomata Eleourgia v. Monastery of Mahera
(1986)1 CLR 524). Οι Αιτητές όμως, με την Αίτηση τους, δεν ζητούν την αναστολή της διαδικασίας αλλά την αναστολή των μέτρων εκτέλεσης. Ως εκ τούτου, η οποιαδήποτε προσπάθεια τους για θεραπεία με βάση το Αιτητικό Α είναι καταδικασμένη σε αποτυχία. Μάλιστα, ο όρος «διαδικασία» δεν μπορεί να ερμηνευθεί με τόσο διασταλτικό τρόπο ούτως ώστε να περιλαμβάνει την όλη διαδικασία η οποία ξεκίνησε στο Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων αλλά μόνο διαδικασία η οποία αφορά αποκλειστικά την εκτέλεση του διατάγματος. Αυτό είναι ξεκάθαρο από την υπόθεση Παπακόκκινου κ.α. ν. Γενικές Ασφάλειες Κύπρου,
(1997)1 (Β) ΑΑΔ 692 όπου ο Νικολάου, Δ. ανέφερε τα ακόλουθα: «Κάτω από οποιονδήποτε φακό και αν κριθεί η αίτηση για αναστολή δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Κατ' αρχήν σύμφωνα με το Άρθρο 47 του Περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960, αναστολή χωρεί σε σχέση μόνο με την εκτέλεση απόφασης όχι με τη συνέχιση της εξέλιξης μη συμπληρωθείσας διαδικασίας. Το ίδιο, καθώς νομολογήθηκε, είναι το αποτέλεσμα και δυνάμει του Κ.18 της Δ.35.Η αναφορά στον εν λόγω κανονισμό σε "..Stay of proceedings under the decision appealed from ..." δεν αποβλέπει στην αναστολή ευρύτερης διαδικασίας από την οποία προέκυψε ενδιάμεση απόφαση αλλά μόνο της διαδικασίας που εκπορεύεται αυτοτελώς από απόφαση της οποίας σκοπείται ικανοποίηση.» Από την άλλη δεν είναι ορθό να χρησιμοποιείται η Δ.35. Θ.18 για παρεμπόδιση της συνέχισης διαδικασίας πρωτόδικου Δικαστηρίου μέχρι την ακρόαση της Έφεσης. Στην Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα ν. Λύρα,
(1997)1 ΑΑΔ 1384 υποδείχθηκε από τον Δικαστή Πική Δ. ότι: «Η Δ.35 θ.18 δεν αποτελεί μέσο για την αναστολή της διαδικασίας ενώπιον του πρωτοδίκου Δικαστηρίου ή την παρεμπόδιση της συνέχισής της μέχρι την ακρόαση της έφεσης. Η απαγόρευση (prohibition), της συνέχισης της διαδικασίας μπορεί να διαταχθεί μόνο με ένταλμα (prohibition), βάσει του Άρθρου 155.4 του Συντάγματος.» Ως εκ τούτου, έστω και εάν το Αιτητικό Α ήταν διατυπωμένο με τον ορθό τρόπο, και πάλιν δεν θα μπορούσε να επιτύχει για δύο λόγους. Ο πρώτος λόγος είναι ότι η διαδικασία η οποία προβλέπεται από το Διάταγμα έχει ήδη εκτελεστεί. Ήτοι, διορίστηκε ως διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντος Ανδρέα Μακρή (ad litem) ο Πρόεδρος του Δικηγορικού Συλλόγου Λάρνακας, για σκοπούς αντικατάστασης του ως του Καθ' ου η Αίτηση στην Αίτηση Ε2/2013 του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεως Λάρνακας. Αυτό έγινε με τροποποίηση του τίτλου της Ε2/2013. Η διαδικασία η οποία ήδη ξεκίνησε δεν μπορεί να ακυρωθεί ή ανασταλεί με το αιτούμενο διάταγμα. Όπως ανέφερε ο Δικαστής Πικής Δ στην υπόθεση Ιωσηφάκης ν. Αριστοδήμου,
(1990)1 ΑΑΔ 284: «Στην ένορκη ομολογία, η οποία συνοδεύει και υποστηρίζει την αίτηση ενώπιόν μας, δεν επεξηγείται η σημαντική καθυστέρηση για την υποβολή αιτήματος για αναστολή της εκτέλεσης της απόφασης του Επαρχιακού Δικαστηρίου της 29/3/89. Συνάγεται από τα γεγονότα που έχουν τεθεί ενώπιόν μας ότι πρωταρχικός σκοπός του αιτητή είναι η παράκαμψη και ουσιαστική εξουδετέρωση της διαδικασίας για καταφρόνηση του Δικαστηρίου. Όπως εξηγήσαμε στο δικηγόρο του αιτητή και κατά τη συζήτηση της έφεσης, και στην περίπτωση που θα γινόταν δεχτό το αίτημα για αναστολή της εκτέλεσης της πρωτόδικης απόφασης, δεν θα ήταν νοητή ούτε η συγχώρεση της ανυπακοής του διατάγματος που έχει εκδηλωθεί, ούτε η ακύρωση της διαδικασίας ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου.» Ο δεύτερος λόγος είναι ότι, εάν θεωρηθεί ότι το διάταγμα θα ανακόψει τη διαδικασία η οποία ήδη ξεκίνησε στο Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων, τότε αυτό εμπίπτει εντός των πιο πάνω λεχθέντων του Δικαστή Πική.» Οι Αιτητές αναφέρουν ότι έχουν προοπτικές να επιτύχουν στην Έφεση τους. Οι προοπτικές επιτυχίας της έφεσης όμως, δεν δύναται να ληφθούν υπόψη από το Πρωτόδικο Δικαστήριο. Αυτό έχει αναφερθεί από τον Γ.Ν. Γιασεμή Π.Ε.Δ (όπως ήταν τότε) στην υπόθεση Σκυροποιεία «Λεωνίκ» Λιμιτεδ, Αρ. Αίτησης 153/2010 Ε.Δ. Λευκωσίας: «Ένας άλλος παράγοντας ο οποίος, όπως έγινε εισήγηση, συντρέχει στην προκειμένη περίπτωση και δικαιολογεί την άσκηση της συγκεκριμένης διακριτικής εξουσίας για έγκριση της αίτησης είναι η ύπαρξη σοβαρής πιθανότητας επιτυχίας της έφεσης. Είναι, θα έλεγα, παράδοξο να μπορεί το εκδικάσαν δικαστήριο υπό κανονικές συνθήκες να εκφέρει άποψη όσον αφορά το θέμα αυτό. Εκτός, βέβαια, και αν υπάρχει κάποια πειστική νομολογία. Όπως δε έχει παρατηρηθεί στην υπόθεση Ναυτικός Όμιλος Πάφου ν. Αρχής Λιμένων Κύπρου, ανωτέρω, ο παράγοντας αυτός είναι «οριακής σημασίας στις πλείστες περιπτώσεις. Και συνεχίζει η απόφαση στη σελίδα 1151 ως εξής: «Το πλαίσιο για τη διάγνωση των δικαιωμάτων του εφεσείοντα σε συνάρτηση με την αποτίμηση των λόγων της έφεσης είναι η ακρόαση της έφεσης. Μόνο όπου μπορεί να γίνει πρόγνωση με βεβαιότητα ως προς την επιτυχία ή αποτυχία της έφεσης, χωρίς περαιτέρω συζήτηση του θέματος, ο παράγοντας αυτός αποκτά σπουδαιότητα στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου». Τα πιο πάνω με βρίσκουν απόλυτα σύμφωνο και τα υιοθετώ για σκοπούς της παρούσας απόφασης μου. Ο Αιτητής στην αρχική αίτηση καθόλου δεν ενήργησε κακόπιστα. Επιθυμούσε την προώθηση της δικαστικής διαδικασίας ενώπιον του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων Λάρνακας η οποία βρέθηκε προ αδιεξόδου χωρίς ο ίδιος να φέρει οποιανδήποτε ευθύνη. Δεν συμφωνώ ότι με την συνέχιση της διαδικασίας σε εκείνο το Δικαστήριο και την καταχώρηση των υπόλοιπων δικογράφων θα υπάρξει ταλαιπωρία των διαδίκων ή δυσμενής επηρεασμός των συμφερόντων των παρόντων Αιτητών ή ότι η διαδικασία που θα ακολουθηθεί θα είναι καταπιεστική γι΄αυτούς. Όπως τονίζεται κατά πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου είναι η συνέχιση της διαδικασίας και όχι ο κατακερματισμός της που συνάδει με την ορθή απονομή της δικαιοσύνης (βλ. Christophidou v. Nemitsas
(1963)2 C.L.R.269). Στην υπόθεση Caspi Shipping Ltd v. Του Πλοίου S.S.Sapphire Seas (Αρ. 2)
(1998)1 ΑΑΔ 994 αναφέρθηκε ότι: «Έχει επανειλημμένα λεχθεί, και ευθυγραμμιστεί με σαφήνεια στη νομολογία, πως οι υποθέσεις δεν κατακερματίζονται επειδή κατά τη διάρκεια της διαδικασία μιας υπόθεσης καταχωρούνται εφέσεις εναντίον ενδιάμεσων αποφάσεων ή διαταγμάτων του Δικαστηρίου.» Οι οικονομικές δυσχέρειες των Αιτητών όπως τις προβάλλουν στην αίτηση τους στην παρ. 12 της ένορκης δήλωσης της κ. Μ. Μακρή και αφορούν την καταβολή από αυτούς των εξόδων της αρχικής αίτησης, δεν μπορούν να προβληθούν ως λόγοι για τη χορήγηση αναστολής. Εξάλλου ο λόγος αυτός προβάλλεται αόριστα και χωρίς τεκμηρίωση και χωρίς να παρατίθεται οποιοδήποτε στοιχείο τι είναι που προκαλεί αυτές τις οικονομικές δυσκολίες. Αναφέρει η κα Μ. Μακρή «.έχουμε διαταχθεί προσωπικά οι κληρονόμοι να καταβάλουμε τα έξοδα προκαλώντας μας οικονομική δυσκολία καθότι τα έσοδα μας δεν είναι πολλά.». Στην Πραξιτέλης Βογαζιανού ν Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας,
(1997)1 (Β) ΑΑΔ 591 σημειώνονται τα ακόλουθα: «. Οι οικονομικές δυσχέρειες του εξ αποφάσεως οφειλέτη να εκ­πληρώσει τις υποχρεώσεις που πηγάζουν από την απόφαση δεν μπορούν να προβληθούν ως λόγοι για τη χορήγηση αναστολής. Ιδιαίτερα στην προκείμενη περίπτωση που ο αιτητής διαθέτει και ακίνητη περιουσία. Αν γινόταν δεκτή αυτή η πρόταση ως θέ­μα αρχής τότε οι επιπτώσεις, ιδιαίτερα σε μακρούς δικαστικούς αγώνες, θα ήταν επικίνδυνα αρνητικές στην αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης.» Σε σχέση με το Αιτητικό Β της αίτησης που αφορά τη διαταγή ως προς τα έξοδα κρίνω, εφόσον μάλιστα προς τούτο συμφωνεί και η πλευρά του Καθ΄ου η Αίτηση, όπως εκδοθεί διάταγμα με το οποίο να διατάσσονται οι Αιτητές να καταβάλουν τα επιδικασθέντα έξοδα προτείνοντας ως χρόνο αυτόν των 7 ημερών από σήμερα, με παράλληλη ανάληψη υποχρέωσης από τους δικηγόρους του Καθ' ου η Αίτηση να επιστρέψουν τα έξοδα σε περίπτωση επιτυχίας της Έφεσης. Η ρύθμιση αυτή προνοείται στο Annual Practice Vol B στην σελίδα 1326: «As a general rule an order staying proceedings was granted upon payment by the appellant of the money in question, the plaintiff giving security for repayment, and on the undertaking of the solicitor to abide by any order which the court might make as to refunding if the appeal proved successful if directed.» Στο ίδιο σύγγραμμα γίνεται και η ακόλουθη πρόνοια: "The costs of an application to stay are usually borne by the application and an order may be made at any time as to such costs. But the court has a discretion, and in a proper case will depart from the rule. Where the defendant's solicitor refused to give the usual undertaking to refund, costs of an application to stay were made costs in the action." Στη δική μας Δ.35, θ.18 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας προνοείται ότι το πρόσωπο που λαμβάνει το διάταγμα αναστολής πρέπει να παρέχει ασφάλεια. Είναι γεγονός ότι τα Δικαστήρια μας εφαρμόζουν την ίδια πρακτική όπως εφαρμόζεται στην Αγγλία (Annual Practice 1956, Ord. 58 r. 16). Ο αποτυχών διάδικος καταβάλλει τα έξοδα που το Δικαστήριο επιδίκασε εναντίον του και ο δικηγόρος που εισπράττει το ποσό, αναλαμβάνει ρητή υποχρέωση συμμόρφωσης με οποιαδήποτε οδηγία ή διαταγή του Εφετείου αναφορικά με τα έξοδα στα πλαίσια εκδίκασης της έφεσης (βλ. Χαραλάμπους v. A. Panayides Contracting Ltd,
(2001)(Γ) ΑΑΔ 1978). Καταλήγω όπως η διαταγή ως προς τα έξοδα που επιδικάστηκαν στην κυρίως αίτηση υπέρ του αιτητή και εναντίον των καθ΄ων η αίτηση, όπως υπολογίστηκαν και εγκρίθηκαν, ανασταλεί για 15 όμως ημέρες από σήμερα τα οποία να πληρώσουν στον δικηγόρο του αιτητή αφού κατατεθεί δήλωση προηγουμένως από αυτόν ενώπιον του Πρωτοκολλητή, η οποία θα καταχωρηθεί στο φάκελο της υπόθεσης, ότι θα συμμορφωθεί αμέσως με οποιαδήποτε οδηγία ή διαταγή που το Εφετείο θα ήθελε εκδώσει στα πλαίσια της έφεσης αναφορικά με τα έξοδα. Σε περίπτωση παράλειψης των Καθ΄ων η Αίτηση να συμμορφωθούν προς τους πιο πάνω όρους αναστολής, η απόφαση ως προς τα έξοδα θα υπόκειται αμέσως σε εκτέλεση. Αφού συνεκτίμησα όλους τους παράγοντες υπό το φως των νομικών αρχών οι οποίες διέπουν την άσκηση της διακριτικής μου εξουσίας, κρίνω ότι δεν δικαιολογείται η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος ως το Αιτητικό Α για αναστολή του εκδοθέντος διατάγματος. Ως προς το Αιτητικό Β αναφέρθηκα πιο πάνω. Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω, καταλήγω όπως τα έξοδα της παρούσας αίτησης ακολουθήσουν το αποτέλεσμα της έφεσης και θα είναι όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο (βλ. Annual Practice 1952 sel. 1286: «The costs of an application to stay are usually borne by the applicant .But the Court has a discretion, and in a proper case will depart from thw Rule (Adair v. Young
(1879), 11 Ch.D. 136, where the costs were made costs in the appeal).» (Υπ.)........................................................ Χρήστος Γ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.